ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2020

ΟΜΙΛΙΑ Δ': ''ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΚΑΘ' ΟΝ ΔΥΝΑΜΕΘΑΝΑ ΝΑ ΔΙΑΜΕΙΝΩΜΕΝ ΗΘΙΚΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ'' - ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ




«Εάν ουν ο υιός ελευθερώση υμάς όντως ελεύθεροι έσεσθε»
(Ιωάν. Η’, 36).

Τον τρόπον, καθ’ ον δυνάμεθα να διατηρήσωμεν εαυτούς ηθικώς ελευθέρους, αυτός ο Σωτήρ ημών ημίν υπέδειξεν, ειπών˙ «ος δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού σώσeι αυτήν˙ ος δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ούτος σώσει αυτήν». (Λουκ. θ’ 24). Εδίδαξε δηλονότι, ότι δια μόνης της αυταπαρνήσεως δυνάμεθα να σωθώμεν˙ και αληθώς, ίνα γίνωμεν ηθικώς ελεύθεροι, ανάγκη να απαρνηθώμεν εαυτούς και να άρωμεν επ’ ώμον τον σταυρόν και να ακολουθήσωμεν τω υιώ του Θεού, τω καλούντι να ελευθερώση ημάς. «Εάν ουν ο υιός ελευθερώση υμάς, όντως ελεύθεροι έσεσθε»˙ λέγει αυτός ο Σωτήρ ημών και ελευθερωτής, και πάλιν˙ «εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ αληθώς μαθηταί μού εστέ, και γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς». (Ιωάν. Η’, 32).


Αποβαίνομεν άρα ελεύθεροι, ενωτιζόμενοι του κηρύγματος του Σωτήρος Χριστού, μένοντες εν αυτώ, αίροντες τον σταυρόν επ’ ώμον, και ακολουθούντες αυτώ˙ απαρνούμεθα δε εαυτούς, αποτασσόμενοι τω νόμω της σαρκός συν τοις πάθεσι και ταις επιθυμίαις, και αίρομεν τον σταυρόν, υπομένοντες υπέρ του νόμου του Θεού πάσαν κακοπάθειαν˙ κατάπαυσις δηλονότι του θελήματος της σαρκός, ενέργεια του θελήματος του πνεύματος και υποταγή του ελάσσοντος τω κρείττονι, είνε ο τρόπος του να διαμείνωμεν ελεύθεροι˙ ανάγκη άρα αναπόδραστος να ακολουθήσωμεν τω Κυρίω˙ διότι εάν ο υιός του Θεού ελευθερώση ημάς, όντως ελεύθεροι εσόμεθα. Ναι, αληθώς μόνος ο υιός του Θεού δύναται να μας ελευθερώση˙ διότι ούτος εστίν η ελευθερία. «ο δε Κύριος το πνεύμα εστίν˙ ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία», λέγει ο Απόστολος Παύλος. (Κορινθ. Β’, γ’, 17)΄


μόνον ακολουθούντες τω Σωτήρι, δυνάμεθα να μείνωμεν ελεύθεροι και να απαλλαγώμεν της δουλείας της αμαρτίας˙ «πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλός εστί της αμαρτίας». (Ιωάν. η’. 34). Εάν λοιπόν θέλωμεν να ώμεν ελεύθεροι, οφείλομεν να ακολουθώμεν τω Σωτήρι Χριστώ. Πώς ακολουθούμεν τω Σωτήρι Χριστώ. Τω Σωτήρι Χριστώ ακολουθούμεν, εάν φυλάττωμεν τας εντολάς αυτού και αγαπώμεν αυτόν˙ διότι αυτός ο Σωτήρ γνωρίζει ημίν τούτο, λέγων˙ «Εάν αγαπάτέ με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε»˙ (Ιωάν. ιδ’. 15)˙ και αύθις «εάν τις αγαπά με τον λόγον μου τηρήσει… ο μη αγαπών με τους λόγους μου ου τηρεί» (Ιωάν. ιδ’ , 23, 24)˙ ο δε ευαγγελιστής εν ταις επιστολαίς αυτού λέγει˙ «Και εν τούτω γινώσκομεν, ότι εγνώκαμεν αυτόν, εάν τας εντολάς αυτού τηρώμεν. Ο λέγων έγνωκα αυτόν, και τας εντολάς αυτού μη τηρών, ψεύστης εστί και εν τούτω αλήθεια ουκ έστιν˙ ος δ’ αν τηρή αυτού τον λόγον, αληθώς εν τούτω η αγάπη του Θεού τετελείωται˙ εν τούτω γινώσκομεν, ότι εν αυτώ εσμέν.


Ο λέγων εν αυτώ μένειν, οφείλει καθώς εκείνος περιεπάτησε και αυτός ούτω περιπατείν». (Α’. Ιωάν. β’ , 3-6). Κατά ταύτα τω Χριστώ ακολουθούμεν συνταυτίζοντες την θέλησιν ημών προς την θέλησιν αυτού ούτως, ώστε ενεργούντες, να ενεργήται εν ημίν ουχί το θέλημα το ημέτερον, αλλά το θέλημα του Θεού, να ζώμεν δε ουχί ημείς, αλλά να ζη εν ημίν ο Χριστός, ως περί εαυτού λέγει ο Απόστολος Παύλος˙ «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός»˙ (Γαλάτ. β’. 20). Και αύθις˙ «ουδείς γαρ ημών εαυτώ ζη και ουδείς εαυτώ αποθνήσκει˙ εάν τε γαρ ζώμεν, τω Κυρίω ζώμεν˙εάν τε αποθνήσκωμεν, τω Κυρίω αποθνήσκομεν. Εάν τε ουν ζώμεν εάν τε αποθνήσκωμεν του Κυρίου εσμέν»˙ (Ρωμ. ιδ’, 8). Τοιαύτη ακολουθία είναι η αληθής ακολουθία, και αύτη μόνη διασώζει ημάς αληθώς ελευθέρους˙ και αύτη εμπρέπει εις όντα λογικά και ηθικώς, ελεύθερα˙ ανάγκη άρα το πνεύμα ημών να παρακολουθή τω πνεύματι του Κυρίου, η καρδία ημών να κολληθή οπίσω αυτού, η δε θέλησις ημών να συνταυτίζηται προς την θέλησιν του Κυρίου.


Ούτω ποιούντες γινόμεθα αληθείς αυτού ακόλουθοι και βαδίζομεν απροσκόπτως την οδόν της αληθείας και διαμένομεν ηθικώς ελεύθεροι˙ μόνον τούτο πράττοντες απαρνούμεθα εαυτούς˙ διότι δεν υπάρχει μείζων αυταπάρνησις της υπαγωγής του θελήματος της σαρκός τω θελήματι του πνεύματος˙ διότι αληθώς αύτη είνε η πραγματική σταύρωσις του σώματος, αδυνατούντος και προς την ελαχίστην του θελήματος αυτού κίνησιν˙ εν ταύτη η σάρξ πάσαν υφίσταται θλίψιν˙ ταύτην ζητεί παρ’ ημών ο Σωτήρ την ακολουθίαν και εν ταύτη ελεύθεροι διατελούμεν˙ πάσα αλλοία ακολουθία είνε πλάνη˙ πλωνώνται οι φρονούντες, ότι εισί Χριστιανοί, ήτοι ακόλουθοι του Χριστού, διότι φέρουσιν αυτού το όνομα, διότι ακούουσιν αυτού των εντολών, διότι εκμανθάνουσιν αυτάς, εν ώ απέχουσι να μορφώσωσιν εαυτούς προς το θείον θέλημα, αποτασσόμενοι τη αμαρτία και συντασσόμενοι τω θείω θελήματι, ενώ αφροντιστούσι να κοσμήσωσιν εαυτούς με χριστιανικάς αρετάς, ενώ εισί δεδουλωμένοι τοις πάθεσι και ταις επιθυμίαις και δουλεύουσι τω νόμω της αμαρτίας, ενώ κατέχραναν τον βίον τω ρύπω της αμαρτίας, ενώ ουδέν υπάρχει εν τω βίω, εν τη πολιτεία, εν τοις έργοις και τοις επιτηδεύμασιν αυτών, εν τοις χείλεσι και τη καρδία αυτών, εν τω νω και τοις βουλεύμασι το χριστιανικόν˙ αλλά τα πάντα εθνικά, τα πάντα ξένα, τα πάντα αλλότρια προς το χριστιανικόν πνεύμα.


Τον χριστιανόν, διδάσκει, λέγων, ο θείος Χρυσόστομος˙ «ουδέν ονίνησι τα ορθά δόγματα, εάν της κατά βίον πολιτείας αμελή»˙ και ο Απόστολος Παύλος˙ «ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, άλλ’ οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται»˙ (Ρωμ. β’. 13). Ωσαύτως δε και ο Αδελφόθεος Ιάκωβος παραινεί λέγων˙ «Γίνεσθε δε ποιηταί λόγου και μη μόνον ακροαταί, παραλογιζόμενοι εαυτούς. Ότι ει τις ακροατής λόγου εστί και ου ποιητής, ούτος έοικεν ανδρί, κατανοούντι το πρόσωπον της γενέσεως αυτού εν εσόπτρω κατενόησε γαρ εαυτόν και απελήλυθε και ευθέως επελάθετο οποίος ην΄ο δε παρακύψας εις νόμον τέλειον τον της ελευθερίας και παραμείνας, ούτος ουκ ακροατής, επιλησμονής γενόμενος, αλλά ποιητής έργου, ούτος μακάριος εν τη ποιήσει αυτού έσται. Ει τις δοκεί θρήσκος είναι εν υμίν μη χαλιναγωγών γλώσσαν αυτού, άλλ’ απατών καρδίαν αυτού, τούτου μάταιος η θρησκεία. Θρησκεία κακθαρά και αμίαντος παρά τω Θεώ και Πατρί αύτη εστίν, επισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από του κόσμου»˙ (Ιακώβου α’, 22-27).


Όθεν γνώσις μετά πράξεως, ήτοι γνώσις του νόμου και τήρησις αυτού, τούτό εστίν ακολουθία Χριστού, τούτο Χριστιανισμός, τούτο νόμος ελευθερίας, γνώσις άνευ εναρέτου και χριστιανικής πολιτείας ουδέν ωφελεί˙ διότι ουδέν κοινόν μεταξύ Χριστού και Βελίαρ, διότι «ου δύνασθε, φωνεί ο Παύλος, ποτήριον Κυρίου πίνειν και πορήριον δαιμονίων˙ ου δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν και τραπέζης δαιμονίων˙ ή παραζηλούμεν τον Κύριον; Μη ισχυρότεροι αυτού εσμέν;» (Κορινθ. Α’. ι. 21). Και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός διδάσκει, λέγων˙ «Ουδείς δύναται δυσί Κυρίοις δουλεύειν˙ ή γαρ τον ένα μισήσει, και τον έτερον αγαπήσει, ή ενός ανθέξεται και του ετέ΄ρου καταφρονήσει. Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και Μαμωνά.» (Ματθ. στ’. 24). Δια τούτο διδάσκει ο θείος Χρυσόστομος, λέγων˙ «Καν γαρ εις Πατέρα τις και τον Υιόν ορθώς πιστεύση, και εις το Πνεύμα το Άγιον, βίον δε μη έχη ορθόν, ουδέν αυτώ κέρδος της πίστεως εις σωτηρίαν, ουκούν, και όταν λέγη˙ ¨αύτη γαρ εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν¨, μη νομίσωμεν αρκείν εις σωτηρίαν το λεγόμενον˙ δει γαρ ημίν και βίου και πολιτείας ακριβεστάτης˙ επεί και εντεύθεν είρηκεν˙


ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον˙ αλλά το τούτο εξής τέθηκε σφοδρότερον˙ ουδέ γαρ από των χρηστών μόνον, αλλά και από των εναντίων τον λόγον υφαίνει˙ και όρα πως˙ επήγαγε γαρ˙ ο δε απειθών τω υιώ ουκ όψεται ζωήν, άλλ’ η οργή του Θεού μενεί επ’ αυτόν˙ άλλ’ όμως ουδέ εντεύθέν φαμέν αρκείν και πίστιν εις σωτηρίαν μόνην, και δείκνυσι τα περί βίου πολλαχού των Ευαγγελίων ειρημένα˙ δια τοι τούτο ουκ είπεν, αύτη δε εστίν η αιώνιος ζωή μόνη, ουδέ ο πιστεύων ειςι τον Υιόν μόνον έχει αιώνιον ζωήν, άλλ’ εν εκατέρω τούτω εμφαίνει, ότι έχει ζωήν το πράγμα˙ εάν μέν τοι τα της πολιτείας μη ακολουθή, πολλή έψεται η κόλασις˙ και ούκ είπε, μενεί αυτόν, άλλ’ επ’΄αυτόν, δηλών ότι ουδέποτε απ’ αυτού αποστήσεται˙ ίνα γαρ μη νομίσης θάνατον είναι πρόσκαιρον το ουκ όψεται ζωήν, αλλά πιστεύσης, ότι διηνεκές η κόλασις, τούτο τέθηκε το ρήμα δεικνύς, ότι ενιζάνει αυτώ διηνεκώς. Εποίησε δε τούτο δια τούτων των ρημάτων ωθών αυτούς προς τον Χριστόν»˙ (Χρυσοστ. Τμ. Η’. σελ. 175).


Προς δε τους καλουμένους Χριστιανούς και εργαζομένους τα πονηρά και σατανικά έργα λέγει˙ «ουδέν όφελος του καλείσθαι αυτούς Χριστιανούς˙ ώσπερ η κόρη η παρθένος έως ότου φυλάττει την παρθενίαν αυτής ευλόγως και αξίως παρθένος καλείται και εστίν, επάν δε απατηθή υπό τινός και φθαρή και την παρθενίαν απολέση ουκ έτι έσται παρθένος, ούτω και ο καλούμενος Χριστιανός, εάν τας συνθήκας παραβή και τας παραγγελίας καταπατήση, και τον λόγον του Ευαγγελίου αθετήση, και τα των εθνικών πράττη, ουδέν όφελος τον τοιούτον καλείσθαι Χριστιανόν» (Χρυσοστ. Περί ψευδοπροφητιών). Τον αληθή Χριστιανόν βουλόμενον είναι, λέγει και ο Μέγας Βασίλειος, δει έχειν γνώσιν των θείων Γραφών, απερίσπαστον, αφιλάργυρον, ησύχιον, θεοφιλή, φιλόπτωχον, αόργητον, αμνησίκακον, πολύν εις οικοδομήν των εγγιζόντων αυτώ, ακενόδοξον, ανυπερήφανον, ακολάκευτον, απέριττον, μηδέν προτιμώντα του Θεού»˙ (Βασιλείου περί αρετής).


Και ο Άγιος Κύρίλλος λέγει˙ «Ουδέν γαρ όφελος ημίν των Χριστιανών καλείσθαι προσηγορίαν, μη και των έργων επακολουθούντων˙ γέγραπται γαρ˙ ει τέκνα του Αβραάμ ήτε, τα έργα του Αβραάμ εποιείτε αν»˙ (Κυρίλ. Ιερολ. Εν Κατηχ.). Ουδέν άρα όφελος εκ της προσηγορίας, ουδέ εκ της γνώσεως των Γραφών, εάν μη παρακολουθή τα έργα. Ο Χριστιανισμός δεν είνε σύστημα φιλοσοφικόν, ουδέ εδρεύει μόνον επί του γνωστικού του ανθρώπου, αλλά και επί του βουλητικού καιτου συναισθηματικού˙ διότι ο Χριστιανισμός δεν έχει ως αρχήν την μόρφωσιν απλώς του πνεύματος, αλλά και την διάπλασιν της καρδίας˙ διο και δεν απαιτεί παρά των οπαδών του μόνον την γνώσιν των θεωριών του, αλλά και την εφαρμογήν αυτών˙ απαιτεί και την συνεργασίαν του βουλητικού, όπως τας αρχάς και θεωρίας αυτού δεχθή ως θείας, ως σωτηρίους και εφαρμόση αυτάς εις τον βίον΄


ζητεί δε την συνδρομήν του συναισθητικού, όπως μετά πόθου και αγάπης επιληφθή του έργου και αφιερωθή ψυχή και καρδία εις το έργον του Χριστιανισμού. Ο Χριστιανισμός ενί λόγω είνε θρησκεία απαιτούσα ου μόνον την γνώσιν των θεωριών της, αλλά και την εφαρμογήν αυτών εν τω βίω. Επειδή δε το περιεχόμενον της Χριστιανικής θρησκείας είνε η αποκάλυψις του Θεού εν τω κόσμω, ζητεί ίνα οι οπαδοί αυτής ωσίν άγιοι και τέλειοι, όπως οι πάντες ομού αποτελώσιν εν σώμα, την Εκκλησίαν, έχουσαν κεφαλήν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον αποκαλυφθέντα Θεόν. Ο Χριστιανισμός απαιτεί τον όλον άνθρωπον, διότι προτίθεται να αναγεννήση και αναπλάση αυτόν εις νέον άνθρωπον και να εμφυσήση αυτώ νέον θρησκευτικόν και ηθικόν βίον. Ο Χριστιανισμός είνε φιλοσοφικόν και συγχρόνως θρησκευτικόν και ηθικόν καθίδρυμα, επαγγελλόμενος να διδάξη τας υψίστας φιλοσοφικάς αληθείας, να ποδηγετήση τον άνθρωπον εις την οδόν της σωτηρίας και να αγιάση τον επί γης βίον του.


Ο Χριστιανισμός επαγγέλλεται να φιλιώση τον άνθρωπον προς τον Θεόν, να τον αναδείξη αληθή εικόνα και ομοίωμα αυτού, να τον αναβιβάση εις τον ουρανόν και να τω χαρίση την αιωνιότητα και την αθανασίαν. Ο Χριστιανισμός ζητεί να φέρη την βασιλείαν του Θεού επί της γης, να δαψιλεύση τω κόσμω την ειρήνην, να αδελφοποιήση τα έθνη και να χαρίση την ευδαιμονίαν. Τοιαύται αι αρχαί του Χριστιανισμού και τοιούτος ο Χριστιανισμός˙ δια τον θείον και υψηλόν αυτού χαρακτήρα, δια την μεγάλην αυτού αποστολήν, αυστηρώς επεζήτησε την των οπαδών αυτού αγιότητα και τελειότητα˙ διο και αληθείς αυτού οπαδοί εισίν ουχί μόνον οι λόγω δεχόμενοι και έργω αποκρούοντες τας αρχάς του Χριστιανισμού, άλλ’ οι έργω και λόγω ασπαζόμενοι αυτάς, οι και τον βίον και τους τρόπους και τα ήθη ρυθμίζοντες κατά τας θείας εντολάς του Χριστιανισμού. Την αλήθειαν ταύτην επικυρούσιν αυτοί οι λόγοι του Σωτήρος, ειπόντος «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, άλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς»˙ (Ματθ. ζ’ 21). Επίσης και ο Απόστολος Παύλος «Θεόν ομολογούσιν ειδέναι, τοις δε έργοις αρνούνται βδελυκτοί όντες και απειθείς, και προς παν έργον αγαθόν αδόκιμοι»˙ (Τίτ. α’. 16).


Ο Χριστιανισμός λοιπόν δεν είνε μόνον γνώσις αλλά και αίσθημα και ζητεί να διδάξη πρώτον εις τον άνθρωπον την γνώσιν του αληθινού Θεού και έπειτα να αναδείξη την καρδίαν του σκηνήν αγίαν εις κατοίκησιν αυτού˙ διότι υπόσχεται, ότι ενοικήσει ο Θεός και εμπεριπατήσει εν αυτή˙ «Ιωάν. ιδ’. 23). Δια τον μέγαν τούτον σκοπόν ζητεί παρ’ αυτού την μετ’ αυταπαρνήσεως ακολουθίαν, δι’ ης και μόνης ο άνθρωπος γενόμενος ελεύθερος ηθικώς, και εαυτόν τελειοί και προπαρασκευάζει και εις την ευόδωσιν του μεγάλου σκοπού της αποστολής του Χριστιανισμού συντελεί. Μάλιστα, αγαπητοί χριστιανοί, δια της ηθικής ελευθερίας διπλούν πληρούμεν καθήκον˙ πρώτον διαμένοντες ηθικώς ελεύθεροι, τελειούμεθα και αγιαζόμεθα και δεύτερον συνεργαζόμεθα εις την πλήρωσιν του μεγάλου έργου του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Εργασθώμεν λοιπόν, αδελφοί, υπέρ της ηθικής ημών ελευθερίας, ο Θεός θέλει ενισχύσει ημάς εις το έργον. Φιλεί γαρ τω κάμνοντι συγκάμνειν Θεός.


Ίνα δε τον λόγον αποστολικοίς διδάγμασι καταστέψωμεν τω Αποστόλω Παύλω τον επίλογον παραδίδομεν, ου τινός πάντες ακουσόμεθα. «Και τούτο, ειδότες τον καιρόν, ότι ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι… Η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν˙ αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός. Ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω˙ άλλ’ ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας» (Ρωμ. ιγ’, 11-14).



Από το σύγγραμμα: 

Του εν αγίοις πατρός ημών Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού

«Περί επιμελείας Ψυχής». 

Αθήναι 1894

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη

Εκ του ιστολογίου ''Ορθόδοξη Πορεία''

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου