ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

ΣΤΗΝ ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΤΟΥ 1940-41 ΜΕ ΠΙΣΤΗ (Α' Μέρος)



...Ξεχάσαμε να θυμόμαστε...
...γίναμε διακομιστές μιας επικής,
επιλεγμένης αμνησίας...


Ζούμε σε χρόνια αίολα, που τα υστερικά συνθήματα ξεθώριασαν στους τοίχους με τα γκράφιτι και στους πολυχρησιμοποιημένους καναπέδες. Η εποποιϊα του ’40 έγινε για τους νεοέλληνες η αβάσταχτη ελαφρότητα της υπαρξιακής ανίας. Οι ήρωες της ελληνικής αντίστασης απέκτησαν την έννοια του κιτς, ενώ για άλλους διαβεβλημένους ηγετίσκους ο διαχωρισμός σε κυβερνητικούς στρατιώτες και σε λαικούς, στρατολογημενους παρτιζάνους έγινε σημαία, για να αιτιολογηθεί ο στίχος ‘’τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας’’! Η διχόνοια και ο διαμερισμός των Ελλήνων ήταν ανέκαθεν ζωτικής σημασίας υπαρξιακό στοιχείο... Ακόμα και για το ποιος ξεστόμισε το ‘’Όχι’’ έγινε ανεπίτρεπτο ταμπού και απαγορευτική ταμπέλα σε δρόμους μονής κατεύθυνσης κι από ‘’οδηγούς’’ που απαξιώνουν να κοιτάξουν προς τα πίσω. Ας μη γελιόμαστε… Ζούμε σε μια ξετσίπωτη, απόστατη κι ανερυθρίαστη εποχή, που ο λαός μας αρέσκεται να κοιτά σε κλειδαρότρυπες, να ‘’δραπετεύει’’ κατά μόνας μπροστά στο ‘’GNTM’’, το ‘’big brother’’ και το ‘’bachelor’’! Οι εθνικές εορτές υποβιβάστηκαν στα μάτια τους, σε ασπρόμαυρες, φολκλορικές ταινίες και οι συνοικιακές, μαθητικές παρελάσεις σε λούμπεν συνάξεις παραδοσιακών στοιχείων. Οι σημαίες αποκαθηλώθηκαν στον ευτελισμό της επικαιρότητας και τα τραγούδια της Βέμπο ακρωτηριάστηκαν από το fun κοινό του ‘’Voice’’! Σε πείσμα των καιρών που ζούμε και, επειδή αδυνατούμε συχνά να εναρμονιστούμε με αυτήν την αποκρουστικά, σηψαιμική πραγματικότητα αναρτούμε εν όψει της επετείου του ’40, αυτοβιογραφικές σελίδες του Πολέμου, από το εξαιρετικό βιβλίο της Μερόπης Σπυροπούλου ‘’Στην Εποποιϊα του 1940-41 με Πίστη’’. Η Μερόπη Σπυροπούλου είναι ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, με πλούσιο συγγραφικό υλικό, γνωστή από τις δεκάδες διαλέξεις της, αλλά και από τις ομιλίες της μέσα από τον ραδιοσταθμό της ‘’Πειραϊκής Εκκλησίας’’. Το βιβλίο αποτελεί μια διανθισμένη συλλογή από κείμενα λογίων της εποχής του έπους του ’40, παρμένα από περιοδικά, εφημερίδες και ξεχασμένα, σπάνια βιβλία. Οι αναρτήσεις μας υπό τον τίτλο ‘’Στην Εποποιϊα του 1940-41 με Πίστη‘’ θα ολοκληρωθούν σε επτά αυτοτελείς συνέχειες, ως ελάχιστο δείγμα τιμής, μνήμης και υπόμνησης στο έπος του ’40, για όλους εμάς, που ξεχάσαμε να θυμόμαστε και γίναμε διακομιστές μιας επικής, επιλεγμένης αμνησίας!



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος 
Δημοσιογράφος





ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ


ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ 1940. Άρθρο που περιλαμβάνεται στον Τόμο ''28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940'', Εκδόσεις ΕΥΘΥΝΗ, Κείμενα της Μεθορίου/5, 1996.


''...Ανήμερα της Παναγίας, Αυγούστου 15, ο λαός των βουνών και των ψαράδων της Ελλάδας, πήρε με πολλά καράβια να προσκυνήσει τη μητέρα του Θεού σ' ένα νησί στο Αρχιπέλαγο.


Ήταν συνήθεια σαν τέτοια μέρα να πηγαίνει στο νησί μαζί με τα καράβια κι ένα πολεμικό. Έφτασε στο νησί το πολεμικό καράβι, έριξε άγκυρα και στάρισε τις παντιέρες του. Τότε ο κακός γείτονας που ήθελε να βάλει σε μπελά τους Έλληνες, κρυμμένος μες στη θάλασσα, έριξε τορπίλα και βούλιαξε το πολεμικό, σκότωσε κάμποσους και απ' αυτούς ναύτες.


Έριξε και στα καράβια των προσκυνητάδων, και πολύς θρήνος θα γινόταν ανάμεσα σε γυναίκες και παιδιά, αν δεν τύχαινε ένας μώλος του λιμανιού, όπου πήγαν και σκάσανε οι τορπίλες. Τότες ο λαός των Ελλήνων θύμωσε, θύμωσε κι η Παναγία, όμως είπαν, ''Ας κάμουμε πως δεν βλέπουμε, να μείνουμε σε ειρήνη''. [...]


-Ε! λέγανε οι ξένοι άνθρωποι που βλέπανε τα γινόμενα, τι θα κάμη τόσο μικρός λαός με τόσον μεγάλο γείτονα; Θα γονατίση σε μια μέρα! Μα ο λαός πίστευε πως θα τον βοηθήση η προσβλημένη Παναγία. -Καλά, περιμένετε να δήτε. Περιμένετε ύστερα απόμ ένα μήνα, τα εισόδια της θεοτόκου!


Οι μητέρες στέλναν τους γιους τους να πολεμήσουνε και λέγαν: -Να μη γυρίσετε αν δεν ρίξετε τον αντίχριστο στη θάλασσα. Οι εκκλησίες δώσανε τα αναθήματα των πιστών, χρυσά καραβάκια και αγγέλους και ασημένια χέρια, κι οι γραμματικοί που γράφανε πριν βιβλία για τα δεινά του πολέμου στείλανε μήνυμα στις άλλες χώρες και είπανε πως τέτοιο άδικο δεν ξαναστάθηκε, λοιπόν θα υπερασπίσουμε τη γης μας και την ελευθερία μας.


Πέρασε μια μέρα και οι βάρβαροι που λέγαν πως με τα φουσάτα τους θα πατήσουν τη χώρα, δεν μπόρεσαν να μπουν. Πέρασε κι άλλη μέρα και πάλι δεν μπόρεσαν, επειδή στα περάσματα των βουνών είχαν φτάσει οι 'Ελληνες και τους πολεμούσαν.


Πέρασαν έτσι πολλές μέρες, ο λαός έβλεπε οράματα με αρχαγγέλους και μαυροντυμένες γυναίκες, κι έλεγε ο ένας στον άλλο: ''Περιμένετε τα εισόδια της Θεοτόκου''. Και όταν ξημέρωσε η μέρα αυτή, μεγάλη χαρά ήρθε στους Έλληνες.


Ήρθε μήνυμα πως οι βοσκοί και οι ψαράδες που ξεσηκώθηκαν να σταματήσουν τους βαρβάρους, τους κυνήγησαν μες τη χώρα τους και τους πήραν πολλά λάφυρα, άρματα και φυσέκια, και μια μεγάλη πολιτεία, την Κορυτσά. Τα γυναικόπαιδα κουβαλούσαν στους πολεμιστές βόλια και θροφές και κατρακυλούσαν πάνω στους οιχτρούς πέτρες και τους σκότωναν.


Όσοι οχτροί γλυτώσαν, πήραν τ' άγρια βουνά και τους φάγανε οι λύκοι. Τότε έγινε μεγάλος εορτασμός στη χώρα των Ελλήνων. Οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν χαρμόσυνα τρεις μέρες, και τα σπίτια βάλανε σημαίες, και ο Αρχιεπίσκοπος φόρεσε άμφια καμωμένα με ασήμι, και γύρω του έβαλε μαυροφορεμένους αρχιμανδρίτες και δοξάσαν το Θεό. Ο λαός έψελνε ''Τη Υπερμάχω Στρατηγώ'', και οι γυναίκες κλάψανε σιωπηλά όταν μνημόνεψαν τους σκοτωμένους πολεμιστές...''. 





ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΚΙΑΛΑΣ

(Γ. Βερίτης).
ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ. Χρονογράφημα στο περιοδικό ''ΖΩΗ'', 1941.


''...Η εντολή που έλαβεν ο λοχαγός Π. εκείνην την ημέραν, ήταν πολύ επείγουσα. Έπρεπε να καταλάβη με κάθε θυσία και όσο μπορούσε γρηγορώτερα, το ύψωμα που ευρίσκετο απέναντί του. Επιχείρισις δύσκολος, γιατι το ύψωμα εκείνο υπεστηρίζετο από πολλούς εχθρούς, και ήταν ωχυρωμένο σαν φρούριο. Ο λοχαγός δεν διέθετε παρά μόνον τον λόχο του. Αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε καθόλου. Ήξερε πως οι άνδρες του ήσαν όλοι ατρόμητοι και αποφασισμένοι, για όλα.


Όταν έχεις τέτοιους ανθρώπους και διαθέτης και την προσωπική σου ικανότητα και φιλοπατρία, όπως συνέβαινε στην περίπτωση του λοχαγού Π., οι δυσκολίες φαίνονται πολύ μικρότερες. Ένα μόνο σε απασχολεί τότε, η επιτυχία.


Αλλά την ώρα που ο λοχαγός ήταν έτοιμος να δώση στους άνδρας του το σύνθημα για την επίθεσι, κάποιο γεγονός εμοσολάβησε που φάνηκε πως θα ματαίωνε οριστικώς την επιχείρισι και θα είχε καταστρεπτικά για τον λόχο του αποτελέσματα. Τί συνέβη;


Ο εχθρός είχε επισημάνει τη θέση όπου βρισκόταν ο λόχος του. Και ξαφνικά αρχίζει ένας τρομερός κανονιοβολισμός της τοποθεσίας εκείνης. Τί βροντές! Τί καταιγίδες από οβίδες ήταν εκείνη; Τα ολίγα δένδρα που υπήρχαν στην περιοχή, γίνονταν κομμάτια.


Επάνω στους βράχους έσκαγαν τα βλήματα με κρότους τρομακτικούς. Η φωτιά και το σίδερο έκαιαν και ερήμαζαν τον τόπο. Ο εχθρός εχρησιμοποιούσε αλύπητα το υλικό του με την ελπίδα, ότι από τον όγκο του πυρός θα εξοντωθή ή τουλάχιστον θα καμφθή ο αντίπαλος.


-Θα νόμιζε κανείς, διηγείτο αργότερα ο λοχαγός, ότι μέσα από την κόλασι εκείνη της καταστροφής, δεν επρόκειτο να βγη κανένας ζωντανός. Και όμως, πόση ήταν η έκπληξις και ο θαυμασμός μας, όταν εβλέπαμε ότι μέσα σε κείνον τον χαλασμό οι μόνοι τους οποίους δεν άγγιζαν τα βλήματα, ήμουν εγώ με τους άνδρες μου:


Είμεθα διακόσιες εβδομήντα ψυχές. Η μόνη απώλεια που είχαμε ήταν ένας ελαφρός τραυματισμός! Συγκινημένος ο λοχαγός από την προστασία της Θείας Προνοίας, ευχαριστούσε με την καρδιά του τον Θεόν, γιατι έβλεπε φανερά το χέρι Του να επεμβαίνη μέσα στη φωτιά της μάχης και να προστατεύη τους στρατιώτες μας από τα βλήματα των αδίκων.


Και η ευχαριστία αυτή υψώνετο την ίδια ώρα προς τον Κύριο από διακόσιες εβδομήντα ψυχές... Εν τω μεταξύ όμως, η ώρα περνούσε. Η επίθεσις δεν μπορούσε να ματαιωθή. Η διαταγή ήταν επείγουσα. Το ύψωμα έπρεπε να καταληφθή το ταχύτερον. Ο λοχαγός παίρνει πάλιν στα χέρια του το ακουστικό.


Η φωνή του αντισυνταγματάρχου του ακούστηκε από το άλλο άκρο του σύρματος. Ο λοχαγός του εκθέτει την κατάστασι και του ζητεί οδηγίες. Η δυσκολία δεν είναι μόνο ο συνεχιζόμενος βομβαρδισμός της θέσεως.


Είναι και το ότι για να πλησιάσουν το ύψωμα που κατέχει ο εχθρός, θα υποχρεωθούν να διασχίσουν πρώτοι μιαν έκτασιν γυμνή, που δεν έχει ούτε δένδρο, ούτε βράχο. Ούτε το παραμικρό προκάλυμμα. Και όμως ήταν αναγκαίο. Ο εχθρός έπρεπε να εκτοπισθή από το ύψωμα εκείνο. Η υπόδειξις αυτή εσχετίζετο με μια γενικωτέρα επιχείρησι που επρόκειτο να αναλάβη ο στρατός μας εις τον τομέα εκείνον.


Πολύ καλά, κύριε συνταγματάρχα. Το ύψωμα θα καταληφθή. –Λοχαγέ Π., ο Θεός μαζί σας! Εν τω μεταξύ το εχθρικό πυροβολικό είχε χαλαρώσει κάπως τη δράσι του. Η στιγμή εφαίνετο κατάλληλη. Ο λόχος ετοιμάστηκε για την επίθεσι. Η ετοιμασία δεν ήταν μόνο να επιτεθή η λόγχη στο όπλο. Ήταν κυρίως ετοιμασία ψυχική. Σαν από κοινό σύνθημα, τα παλληκάρια εκείνα που αψηφούσαν το θάνατο, έκαμαν όλα το σημείο του σταυρού.


Εμπρός αδέλφια. Ο Θεός είναι μαζή μας! Ακούστηκε γεμάτη θέληση και αποφασιστικότητα η φωνή του λοχαγού. Και ώρμησαν όλοι για την επίθεσι…


Το δειλινό της ημέρας εκείνης, ο λοχαγός Π., καθισμένος σε μιαν άκρη, πάνω σ’ ένα βράχο, αποτελειώνει κάτι πρόχειρες σημειώσεις που κρατάει κάποτε-κάποτε στο σημειωματάριό του.


Ο βράχος αυτός ευρίσκεται ακριβώς στην κορυφή του υψώματος, που με τόση υπομονή υπεράσπιζεν έως το μεσημέρι ο εχθρός. Τώρα ο λογαγός Π. κατέχει το ύψωμα και ακούει πιο πέρα τις χαρούμενες συζητήσεις των ανδρών του, που με τόσο ηρωισμό τον είχαν ακολουθήσει σήμερα στην επικίνδυνη εκείνη επιχείρισι.


Ρίχνει πάλι μια ματιά στις σημειώσεις του: …Η ζώνη που έπρεπε να περάσωμεν ήταν πολύ επικίνδυνος. Δεν υπήρχε τίποτε να μας προφυλάξη. Εφοβήθην ότι θα είχα απωλείας κατά την εξόρμησιν. Και στα στραβά αν έβαλλεν με τα πολυβόλα του ο εχθρός, θα ημπορούσε εύκολα να ημποδίση το πέρασμά μας. Εγώ τουλάχιστον υπολογίζω ότι με δύο πολυβόλα θα ημπορούσε να κρατήση κανείς εις το μέρος αυτό ένα ολόκληρο σύνταγμα.


Αλλά μας εδόθη άλλη μία φορά ακόμη η αφορμή, για να διαπιστώσωμεν την επέμβασιν του Θεού εις τον ιερόν μας αγώνα. Όταν έδωσα εις τους άνδρας μου το σύνθημα της εφόδου, ολόκληρος εκείνη η προ ημών έκτασις εσκεπάσθη από πυκνήν ομίχλην. Ήτο τόσον καθαρός ο ουρανός, ώστε το μόνον που επερίμενεν κανείς την ώραν εκείνην, ήταν ένα τόσον πυκνόν σύννεφον. Επωφελήθημεν του προκαλύμματος αυτού, που μας έστειλεν ο Θεός, και ωρμήσαμεν ασυγκράτητοι διά μέσου της ομίχλης.


Εις ολίγα λεπτά είχαμε διασχίσει την ζώνην και ανεβαίναμεν στην πλαγιάν του υψώματος. Όταν ο εχθρός μας αντελήφθη, ευρισκόμεθα μέσα εις τα χαρακώματά του.


Ήτο τόση η σύγχησις και η ταραχή που ανέσπειραν οι άνδρες μου εις τους εχθρούς, ώστε αυτοί εγκατέλειψαν αμέσως τας θέσεις των και έσπευσαν να σωθούν διά της φυγής. Πολλοί δεν επρόφθασαν και συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Τα πολυβόλα έπεσαν εις τα χέρια μας με τας ταινίας ακόμη επάνω των. Επίσης εγκατέλειψαν και τα πυροβόλα των.


Εν τω μεταξύ η ομίχλη είχε διαλυθή. Η λαχτάρα μας ήτο απερίγραπτη. Οι άνδρες μου ευγνωμονούν τον Θεόν. Ενθυμούμαι κάποιον που ειρωνεύετο εις μίαν συζήτησιν προ ετών την διήγησιν της Παλαιάς Διαθήκης, που λέγει ότι κάποτε ο Θεός έσωσε τον ισραηλιτικόν λαόν με μίαν νεφέλην. Ήθενα να τον είχα σήμερα μαζή μου…


Ο λογαγός Π. έβαλε στην τσέπη το σημειωματάριό του, και εκύτταξε πέρα προς τον δυτικόν ορίζοντα. Ο ήλιος είχε βασιλέψει πια και χρυσοκόκκινα σύννεφα χρωμάτιζαν τον ουρανό. Τα χείλη του άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν κάποιον ύμνον που του ήρθε στη μνήμη. Φως ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός!...’’.

 

 

Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Αποσπάσματα εκ του βιβλίου της Μερόπης Σπυροπούλου
Ομότιμης καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών 
‘’Στην Εποποιϊα του 1940-41 με Πίστη’’ Αποσπάσματα από γραπτές μαρτυρίες, 
εκδόσεις Αρχονταρίκι, 
Αθήνα 2009, δ’ έκδοση 2018, σελ. 44-47 και 57-64.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF