ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟ ΜΑΡΙΑ




Ό Ακάθιστος ύμνος είναι επανάληψης του πρώτου εκείνου «χαίρε» (Λουκ. 1,28), πού ακούστηκε στη Ναζαρέτ όταν «άγγελος πρωτοστάτης ούρανόθεν επέμφθη». Εκείνο το «χαίρε», πού έφερε τον ουρανό στη γη, επαναλαμβάνει ό ποιητής-πόσες φορές; Μετρήστε• εκατόν σαραντατέσσερις (144) φορές! Και κάθε «χαίρε» είναι έμπνευσης, οίστρος ποιητικός, αριστούργημα. Ένα από τα «χαίρε» αυτά πού ακούσαμε θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω συντόμως• «Χαίρε, δένδρον αγλαόκαρπον, έξ' ου τρέφονται πιστοί» (Άκάθ. ύμν. Ν3α'). Τι σημαίνουν αυτά; Ό ποιητής χρησιμοποιεί την εικόνα του δέντρου. Υπάρχουν δύο ειδών δέντρα. Το ένα είναι το φυσικό δέντρο, το ορατό, πού δημιούργησε ό Θεός. Θαυμαστά και ευεργετικά τα δέντρα. Πόσο πρέπει να είμεθα ευγνώμονες στο Θεό! Όπου υπάρχει δέντρο, ή ατμόσφαιρα είναι καθαρά' όπου λείπουν τα δέντρα, λείπει το οξυγόνο. Τα δέντρα είναι φίλτρα, ρουφούν το διοξείδιο του άνθρακος και δίνουν το οξυγόνο. Όπου δέντρο, εκεί υγεία. Για αυτό καλά κάνουν αυτοί πού φυτεύουν δέντρα. Δεν είναι ωραία ή φαλακρά γη. Το δέντρο έχει κορμό, έχει κλαδιά, έχει άνθη, έχει καρπούς. Το σπουδαιότερο όμως μέρος του είναι ένα μυστήριο. Θέλετε να το δείτε; Επισκεφθείτε ένα κήπο, όπου υπάρχουν όλα τα δέντρα• λεμονιά, πορτοκαλιά, μηλιά, αχλαδιά, συκιά, αμπέλι, ελιά. 'Ρίζες έχουν όλα. Και τι ρουφούν; Όλες ρουφούν νερό. Άλλα το νερό στη λεμονιά γίνεται λεμόνι, στην πορτοκαλιά γίνεται πορτοκάλι, στη μηλιά γίνεται μήλο, στην αχλαδιά γίνεται αχλάδι, στη συκιά γίνεται σύκο, στο αμπέλι γίνεται κρασί, και στην ελιά γίνεται λάδι. Ας έρθει να το εξήγηση αυτό ή επιστήμη. είναι ανεξήγητο. Ρώτησα καθηγητή πανεπιστημίου πού ασχολείται μ' αυτά. Μου λέει• Δεν ξέρω. Φτιάστε λοιπόν, άπιστοι και άθεοι, μια ρίζα! Δέ' μπορείτε. Μια ρίζα φτάνει ν' απόδειξη ότι υπάρχει Θεός. Άλλα πλην του φυσικού δέντρου, υπάρχει και ένα πνευματικό δέντρο• ό άνθρωπος. Έτσι λέει ό Πλάτων ονομάζει τον άνθρωπο δέντρο. Όπως το δέντρο έχει ρίζα, έτσι κι ό άνθρωπος. Ή ρίζα όμως του ανθρώπου δεν είναι κάτω, δεν είναι ή γη• είναι ό ουρανός! Ή αθάνατος και αιωνία ρίζα, πού δίνει χυμό στον άνθρωπο για να καρποφορεί έργα αγαθά, είναι ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αυτός είναι το «άνθος εκ της ρίζης Ιεσσαί...» (κατεβασιά . Χριστουγέννων.). Όπου υπάρχει ή ρίζα αύτη, εκεί βλέπεις καρπό, έργα αρετής. Διαβάστε την προς Γαλατάς επιστολή• εκεί ό απόστολος Παύλος λέει, ότι ό άνθρωπος καρποφορεί. και ποιοι είναι οι καρποί του; Τους αναφέρει• οι καρποί του Πνεύματος είναι• πρώτος ή αγάπη, δεύτερος ή χαρά, τρίτος ή ειρήνη, τέταρτος ή μακροθυμία, πέμπτος ή χρηστότης, έκτος ή αγαθοσύνη, έβδομος ή πίστης, όγδοος ή πραότης, και τελευταίος ή εγκράτεια (βλ. Γαλ. 5,22). Δέντρα καρποφόρα οι Χριστιανοί. Και ή Εκκλησία δάσος, μέσα στο οποίο δέντρα είναι οι πατριάρχαι και οι προφήται της παλαιάς διαθήκης, δέντρα οι απόστολοι και οι μάρτυρες της καινής διαθήκης, δέντρα οι διδάσκαλοι και πατέρες της Εκκλησίας, δέντρα οι όσιοι και ασκητές, δέντρα οι Χριστιανοί όλων των αιώνων. Προ παντός όμως μέσα στην Εκκλησία διακρίνεται ένα δέντρο• το μεγαλύτερο και ωραιότερο άπ' όλα είναι ή Παναγία. Δέντρο είσαι, Παναγία, λέει ό Ακάθιστος ύμνος, δέντρο φυτεμένο μέσα στον παράδεισο του Θεού. «Χαίρε, Παναγία, δέντρο πού τρέφεις πνευματικός όλους τους πιστούς, διότι έφερες τον πλουσιότερο και πολυτιμότερο καρπό, το Χριστό, «τον ούράνιον αρτον, την τροφήν του παντός κόσμου» (εύχ. προθέσ. προ της θ. Λειτ.).



ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ ΕΝ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΙ ΕΤΕΙ (1895)


ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ: Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Α' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2023)


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Β' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Δ' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2023)


«Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ» ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗ ΑΤΤΙΚΗΣ (2023)


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Α' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ (2021)


Β' ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (2021)


Γ' ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (2021)


ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ: Α' ΩΔΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Γ' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ (2021)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΥΣ Α' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ (1997)


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Δ' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ (2021)


Δ' ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (2021)


Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ - Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Ε' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ (2021)


ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Α' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ (2024)


ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ Α' ΩΔΗΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΥΣ Α' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ



Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ: Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (4ο ΜΕΡΟΣ)


ΕΙΣΑΓΩΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ


Τρίτη 9 Απριλίου 2024

Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ: Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (4ο ΜΕΡΟΣ)

 



[...] Τα κείμενα, που δημοσιεύονται σ' αυτό τον τόμο αναφέρονται: είτε στην Παναγία Μητέρα του Χριστού και Θεού μας, που όλα τα πιστά τέκνα της Εκκλησίας την αγαπούν και την αναγνωρίζουν ωσάν Μάνα στοργική και γλυκυτάτη, και τρέχουνε κοντά της σ' όποια δύσκολη στιγμή του βίου τους για να βρούνε μπάλσαμο και παρηγοριά στον πόνο τους' είτε στον αγαπημένο Νυμφίο της Εκκλησίας μας, το Χριστό, και τ' Άχραντα Πάθη Του. Είναι κείμενα, που, άλλα μεταδόθηκαν ως ραδιοφωνικές ομιλίες από το Α' Πρόγραμμα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και Τηλεοράσεως, και άλλα δόθηκαν ως διαλέξεις στην Αθήνα ή και σε άλλες πόλεις της Ελλάδος, με τις εόρτιες ευκαιρίες των Χριστουγέννων, των Χαιρετισμών της Θεοτόκου, της Μεγάλης Εβδομάδος και του Πάσχα. Επειδή ο συγγραφέας τους δεν μπορούσε ν' ανταποκριθεί ξεχωριστά στις αιτήσεις πολλών ακροατών, που συχνά του ζητούσαν να τους στείλει αντίγραφα των ομιλιών, αποφάσισε να τα συγκεντρώσει όλα μαζί σε έναν εύχρηστο τόμο, γνωρίζοντας βέβαια τις αναπόφευκτες αδυναμίες των κειμένων -γραμμένων για περιορισμένης διάρκειας χρονικά όρια-, αλλά υποχωρώντας από αγάπη στους αδελφούς του, που τα ήθελαν για πνευματικούς κυρίως λόγους. Και για έν' άλλο θέμα πρέπει να σημειώσω εδώ δυο λόγια. Σε τούτο το βιβλίο μου ο αναγνώστης θα βρει, όπως σημειώνεται και στον υπότιτλο, «λογοτεχνικά και κατανυκτικά κείμενα εισαγωγής εις την ορθόδοξον λειτουργικήν πνευματικότητα». Για όσους παραξενευτούν με αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτηρισμό της ορθοδόξου λειτουργικής πνευματικότητος, προοιμιακό, κεφάλαιο του τόμου αυτού, όπου τονίζεται, πως έξω από τη λειτουργική και μυστηριακή ζωή γενικώτερα, της Εκκλησίας μας ούτε πνευματική ζωή, νοείται υπαρκτή, ούτε -πολύ περισσότερο- ορθόδοξη πνευματικότης. Η πνευματική ζωή των ορθοδόξων χριστιανών πηγάζει, αυθεντικά και γνήσια, από τη μητέρα μας Εκκλησία, τρέφεται στις ιερές ακολουθίες της, και αυξάνει με τη χάρη του αγίου Πνεύματος και τη μετοχή των Αχράντων Μυστηρίων της Λειτουργίας της. Όλα τ' άλλα πνευματικά μέσα είναι ανεκτά ή χρήσιμα μόνο και κατά το μέτρο που οδηγούν στον τελικό κ' ευλογημένον αυτό σκοπό: στην ορθόδοξη λειτουργική πνευματικότητα, δηλαδή στη Λειτουργία και στην Ευχαριστία, όπως ακριβώς τα νοούν και τα διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες. [...]



Απόσπασμα εκ του προλόγου του συγγραφέως








Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Π. Β. Πάσχου: «Ο Γλυκασμός των Αγγέλων»,
εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος»,
3η έκδοση, Ιανουάριος 2003, σελ 43-47.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
1η έκδοση 1975




Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ




«Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ»




Σχόλια στον Ακάθιστον Ύμνο, καθώς και άλλα λογοτεχνικά και κατανυκτικά
κείμενα εισαγωγής εις την ορθόδοξον λειτουργικήν πνευματικότητα.




ΧΑΙΡΕ ΝΥΜΦΗ ΑΝΥΜΦΕΥΤΕ




ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας διδάσκει πως, το θαύμα της σαρκώσεως του Χριστού από την Παναγία υπερβαίνει και αυτό το θαύμα της δημιουργίας του Κόσμου! (Ιω. Δαμασκηνός). Και ο λόγος είναι, γιατί από την Παναγία, που είναι ένας πνευματικός ουρανός πάνω στη γη, εσαρκώθη ο Χριστός και Σωτήρας μας, που είναι ο αβασίλευτος πνευματικός Ήλιος, ο ήλιος της δικαιοσύνης, όπως λέγει ο υμνογράφος στο απολυτίκιο της γιορτής της Υπαπαντής: Χαίρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, εκ σου γαρ ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών, φωτίζων τους εν σκότει... Από αυτή, λοιπόν, τη μεγάλη σημασία, που έχει για μας τους χριστιανούς η σάρκωση, η ενανθρώπιση του Χριστού, φωτίζεται και εξηγείται γιατί τιμούμε και γιορτάζουμε τόσο πολύ την παναγία Μητέρα Του: και το Αύγουστο, και το Νοέμβριο - Δεκέμβριο, και το Μάρτιο, ιδιαίτερα' αν και, όπως είναι γνωστό, στην κάθε μέρα και στην κάθε ακολουθία, η αγία Εκκλησία μας αναπέμπει ύμνους τιμής και δοξολογικά μεγαλυνάρια στη Θεοτόκο, με τα λεγόμενα «θεοτοκία» τροπάρια. Έτσι, και η γιορτή του Ευαγγελισμού, για την οποία είναι γραμμένος ο Ακάθιστος Ύμνος, που ψάλλεται αυτή την περίοδο σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες μας κάθε Παρασκευή, καθορίζεται από τη γιορτή των Χριστουγέννων -καθώς και πολλές άλλες γιορτές, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «ώστε εντεύθεν, ώσπερ από τινός πηγής, ποταμοί διάφοροι ρυέντες, αύται ετέχθησαν ημίν αι εορταί». Πραγματικά πνευματικά ποτάμια οι ορθόδοξες γιορτές, που αρδεύουν την Εκκλησία του Χριστού. Ένα τέτοιο ποτάμι δροσίζει τις ψυχές μας αυτές τις ημέρες, που με του «Χαιρετισμούς» της Παναγίας περιμένουμε τη μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού. Και όπως η γη, με τ' ανοιξιάτικα λουλούδια της στολίζεται κι ευωδιάζει από χίλια δυο αρώματα, έτσι και η ψυχή του κάθε ορθοδόξου χριστιανού στολίζεται μ' ευλάβεια και αγάπη προς τη Παναγία, και τρέχει στις εκκλησίες να προσφέρει τα πνευματικά της άνθη στην πανάμωμη Παρθένο και ν' ακούσει τους πολυαγαπημένους στίχους των «Χαιρετισμών» της. Στα κείμενα που θ' ακολουθήσουν, με θέμα τον «Ακάθιστο Ύμνο», θα προσπαθήσουμε, απλά και σύντομα, να πλησιάσουμε την Παναγία, ακολουθώντας, το κατά δύναμη, τον ιερό υμνογράφο, που έγραψε αυτό το αθάνατο μνημείο της βυζαντινής μας ποιήσεως και έπλεξε το καλύτερο στεφάνι για το πανάχραντο πρόσωπο της Θεοτόκου. Είναι γνωστό, πως ο ύμνος αυτός έχει κινήσει μεγάλους συγγραφείς, θεολόγους και φιλολόγους, να γράψουν μελέτες φιλολογικές κι ερμηνευτικές, άλλοτε με θαυμασμό κι ακρίβεια, κι άλλοτε με το νυστέρι και τον κανόνα της κριτικής επιστήμης, εξετάζοντας ένα πλήθος προβλημάτων της ιστορίας και της δημιουργίας του Ακαθίστου. Αλλά εδώ, όπως είναι φυσιολογικό, δεν είναι τόπος για να μπούμε σε τέτοια προβλήματα' τα αφήνουμε για τη βιβλιοθήκη και το επιστημονικό σπουδαστήριο, χωρίς να τ' απορρίπτουμε. Δεχόμαστε πως ο Ακάθιστος Ύμνος είναι καρπός ενός αγνώστου, για την ώρα μεγάλου ποιητού, που εκφράζει, με μια μεγαλειώδη σύνθεση, την πίστη της Εκκλησίας μας σχετικά με την Παναγία. Είναι ο μόνος, ως γνωστόν, ύμνος-κοντάκιο, που μπήκε ολόκληρος στα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας' κι έχοντας, άλλοτε αφηγηματικό, άλλοτε θεολογικό και άλλοτε δοξαστικό χαρακτήρα, έγινε ο πιο λαοφιλής ύμνος των Χριστιανών προς την Παναγία. Όλος ο Ύμνος μαζί ψάλλεται στην παννυχίδα της Παρασκευής βράδυ - Σάββατο πρωί της πέμπτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής' ενώ τις προηγούμενες τέσσερεις εβδομάδες ψάλλεται κάθε Παρασκευή τους και από μία στάση των Χαιρετισμών, από την Α' έως την Δ'. Από την πράξη, λοιπόν, της Εκκλησίας, και για λειτουργικούς λόγους, ο Ακάθιστος Ύμνος είναι χωρισμένος σε τέσσερα μέρη, που λέγονται «Στάσεις», και περιέχουν, καθώς ο Ύμνος φέρει αλφαβητικήν ακροστιχίδα, έξι στοιχεία του αλφαβήτου η κάθε μια τους. Σήμερα θα ιδούμε, όσο γίνεται πιο απλά, την πρώτη στάση, που αρχίζει -εκτός, φυσικά, από τα προοίμια «Το προσταχθέν» ή «Τη υπερμάχω στρατηγώ»- με τη φράση: «Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη...». Στην αρχή της Α' Στάσεως, στον α' οίκο, παρουσιάζεται ο υμνογράφος σαν αφηγητής και μας λέγει πως ο αρχάγγελος Γαβριήλ κατέβηκε από τον ουρανό να πει το «Χαίρε» στη Θεοτόκο και να της μεταδώσει το μεγάλο μήνυμα του Ευαγγελισμού, που είναι, άλλωστε, και το κεντρικό θέμα όλης της Α' Στάσεως των Χαιρετισμών. Ώσπου να πει, όμως, ο άγγελος το «Χαίρε Κεχαριτωμένη, Ο Κύριος μετά σου», βλέπει πως, σύγχρονα, με την ασώματη αυτή φωνή του, έπαιρνε σάρκα ο Χριστός μέσα στα πανάχραντα σπλάχνα της Παρθένου' και μέσα στο θαυμασμό και στην έκταση, άρχισε να ψάλλει τους χαιρετισμούς του προς τη Θεοτόκο, όπου υμνεί και μεγαλύνει την αγνότητα, και την αρετή της, αλλά και την ανυπολόγιστης σημασίας προσφοράς της προς το πονεμένο γένος των ανθρώπων.


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Π. Β. Πάσχου: «Ο Γλυκασμός των Αγγέλων»,
εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος»,
3η έκδοσηΙανουάριος 2003, σελ 43-47.
1η έκδοση 1975


Η ΑΚΟΛΟΥΘΑ ΤΩΝ Ε' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ (2024)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής


Παρασκευή 31 Μαρτίου 2023

ΕΙΣΑΓΩΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ

 



Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.


της Δρ. Ελένης Ρωσσίδου-Κουτσού


Ψάλλεται συνήθως ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.


Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.


Κατά το έτος 626 μ. Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.


Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».


Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.


Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και Μιχαήλ Γ΄ (860). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.


Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431, αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα.


Από την άλλοι, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527-565), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626.


Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα, Ρωμανό τον Μελωδό. Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα, η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.


Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728, που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626, στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.


Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715-730), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718, επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.


Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό, ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718, καθώς απεβίωσε το 752 ή 754.


Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο, τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676-749), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου. Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.


Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου. Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών. Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).


Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.


Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.


Κοντάκιο: Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι• Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε».




Πηγές:


1. Φουντούλη, Ι., Λογική Λατρεία (Αποστολική Διακονία Εκκλησίας Ελλάδος, 1997)˙
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού˙
2. Ιστότοπος Εκκλησίας Ελλάδος.
3. Εκκλησία Κύπρου
Η Δρ Ελένη Ρωσσίδου-Κουτσού, είναι Φιλόλογος-Βυζαντινολόγος. *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>> της 21.3.2013. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ Α' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ (2023)




Παρασκευή 18 (3) Φεβρουαρίου 2023 εκκλ. ημ.


Α' ΩΔΗ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ




«Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τὴ βασιλίδι Μητρί· καὶ ὀφθήσομαι, φαιθρῶς πανηγυρίζων καὶ ἄσω γηθόμενος ταύτης τὰ θαύματα»



(Θ’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσει ἀπὸ Πνεῦμα ἅγιο καὶ θ’ ἀπευθύνω λόγο πρὸς τὴ βασίλισσα Μητέρα τοῦ Θεοῦ· καὶ θὰ μὲ δοῦν νὰ πανηγυρίζω μὲ φαιδρότητα, ψάλλοντας μὲ εὐφρόσυνη χαρὰ τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα της).


προφορικὸς λόγος εἶναι ἡ ἐξωτερίκευση τοῦ μυστικοῦ ἐνδιάθετου λόγου. Ἐκφράζεται μὲ τὰ ὄργανα ὁμιλίας· εἶναι λόγος στοματικός. Καὶ οἱ δύο λόγοι -ἐνδιάθετος καὶ προφορικὸς- εἶναι ἐκδηλώματα τῆς πνευματικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ διαλέγεται ἐσωτερικὰ μὲ τὸν ἑαυτό της καὶ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐπικοινωνεῖ ἐξωτερικὰ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Τὰ ὑπόλοιπα ζῶα δὲν ἔχουν λόγους. Ἔχουν μονάχα ἔνστικτα, φυσικὲς κινήσεις καὶ ὁρμές.


Οἱ λόγοι ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἀνθρώπου ἐξωτερικεύουν τὸ ἐσωτερικὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του. Ἡ ποιότητά τους ἐκφράζει τὴν ποιότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ ἤθους τῆς ψυχῆς. Ἔτσι ἀπὸ μιὰ ἀγαθὴ καρδιὰ θὰ προέλθουν λόγοι καλοὶ καὶ ἀγαθοί, λόγοι ἤπιοι καὶ εἰρηνικοί, καθαροὶ καὶ ἅγιοι· ἐνῶ ἀπὸ μιὰ πονηρὴ καὶ σαλεμένη καρδιὰ θὰ προέλθουν λόγοι ἀγριεμένοι καὶ σκληροί, βρωμεροὶ καὶ ἀναίσχυντοι.


πὸ τὴν εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ ψυχὴ θ’ ἀκουστοῦν λόγια οἰκοδομῆς, παρακλήσεως καὶ ἀγάπης, λόγια σεμνὰ καὶ εὔφημα. Ὅσα ἁγνὰ καὶ προσφιλῆ, «εἰ τὶς ἀρετὴ καὶ εἰ τὶς ἔπαινος»· ἐνῶ ἀπὸ μιὰ ψυχὴ κυριαρχημένη ἀπὸ τὰ πνεύματα τῆς ἀκαθαρσίας, ποὺ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, θ’ ἀκουστοῦν κατάρες καὶ βλαστήμιες, λόγια ὑβριστικὰ καὶ συκοφαντικά, λόγια δόλια, πικρὰ καὶ μοχθηρά, ποὺ τόσα κακὰ συσσωρεύουν στὴν κοινωνικὴ συμβίωση τῶν ἀνθρώπων.


ποιητὴς τοῦ Εἱρμοῦ νιώθει κι αὐτὸς βαθιὰ τὴν ἀνάγκη ν’ ἀνοίξει τὸ στόμα του καὶ νὰ μιλήσει. Ἡ καρδιὰ τοῦ κατακλύζεται ἀπὸ πλῆθος ἐνδιάθετα λόγια, ποὺ συνωθοῦνται, ζητώντας νὰ βροῦν διέξοδο ἀπὸ τὸ στόμα του.


πιθυμεῖ νὰ ἐκφράσει τοὺς ἐσωτερικούς του διαλογισμούς. Οἱ διαλογισμοὶ τοῦ ὅμως δὲν εἶναι τυχαῖοι καὶ κοινοί. Εἶναι διαλογισμοὶ καρδιᾶς στὴν ὁποία κυριαρχεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Προτίθεμαι -λέει- ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, τὸ ὁποῖο θὰ γεμίσει ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (ὅπως γεμάτη ἀπὸ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα εἶναι ἐσωτερικὰ καὶ ἡ ψυχή του). Προτίθεμαι δὲ νὰ πῶ λόγια ἀνυμνητικὰ πρὸς τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ καὶ μητέρα τῶν πιστῶν, τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁλόκληρής της κτίσεως.


Θὰ πῶ κι ἐγὼ λόγια ἀνυμνητικά, σὰν κι αὐτὰ ποὺ λέγουν οἱ ἄγγελοι στὴν ὁλόφωτη Κόρη τῆς θείας Βασιλείας! Θὰ εἶναι δὲ τόση ἡ πνευματικὴ εὐφορία τῆς καρδίας μου, τόσος ὁ συνεπαρμὸς τῆς ψυχῆς μου, ὥστε οἱ ἄνθρωποι θὰ διαπιστώσουν πάραυτα τὸ σκίρτημα τῆς χαρᾶς μου, βλέποντας μὲ νὰ πανηγυρίζω μὲ φαιδρότητα καὶ μὲ εὐχαρίστηση νὰ συνθέτω ὕμνους γιὰ νὰ τραγουδήσω τὰ πολλὰ θαύματα ποὺ τὴν στεφανώνουν, νὰ μελωδήσω τὶς χάρες της στὸ πεδίο τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου, στὸ ὁποῖον ὁ Υἱὸς ἄξια τοποθέτησε τὴν περισεμνὴ Μητέρα!


«Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον, ἐσφραγισμένην σε Πνεύματι, ὁ μέγας Ἀρχάγγελος. Ἁγνή, θεώμενος, ἐπεφώνει σοί· Χαῖρε χαρᾶς δοχεῖον, δὶ’ ἧς τῆς προμήτορος ἀρὰ ληθήσεται».


(Βιβλίο ἔμψυχο στὸ ὁποῖο γράφτηκε ὁ Χριστός, βλέποντάς σε, Ἁγνή, ὁ μέγας Ἀρχάγγελος, σοῦ φώναζε· Χαῖρε δοχεῖο τῆς χαρᾶς, διὰ τῆς ὁποίας θὰ λυθεῖ ἡ κατάρα ποὺ ἐπιβλήθηκε (ἀπὸ τὸν Θεὸ) στὴν προμήτορα (Εὕα).)


Στὸ ἔμψυχο βιβλίο τῆς Μαρίας, δηλαδὴ στὴν ἀνθρώπινη φύση της καὶ εἰδικότερα στὸ ἄχραντο καὶ πανακήρατο σῶμα της, γράφτηκε, δηλαδὴ καταχωρήθηκε, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ παναγίου Πνεύματος, χωρὶς τὴν ἀνθρώπινη συνεργεῖα, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη στὴ βιολογικὴ διαδικασία κάθε ἄλλης φυσικῆς ἀνθρώπινης συλλήψεως.


ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὁ ὑπηρέτης τοῦ θαύματος, εἶχε σταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ μεταφέρει τὸ χαρμόσυνο μήνυμα στὴν ταπεινὴ Κόρη τῆς Ναζαρέτ. Τὸ θαῦμα ποὺ ἀντίκριζε ὁ Ἄγγελος ἦταν μεγάλο καὶ παράδοξο. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά, ἔβλεπε μιὰ Κόρη παναγνή, γεμάτη ἀπὸ καλοσύνες καὶ χάρες, ἀπαστράπτουσα ἀπὸ ἀρετὲς καὶ χαρίσματα, θέαμα ποὺ καὶ γιὰ τὸν ἴδιο ἦταν πρωτόγνωρο, καὶ ποὺ ὑπερέβαιναν σὲ καθαρότητα καὶ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἄϋλη φύση του- καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἔβλεπε τὸν Πλάστη του, τὸν ἀχώρητο τῆς κτίσεως δημιουργό, τὸν καλύπτοντα παλάμη τὰ σύμπαντα καὶ συνέχοντα δρακὶ τὴν κτίση, νὰ σμικρύνεται τόσο, ὥστε νὰ χωρέσει στὸ φωτεινὸ χωρίο τῆς Παρθένου!


Μὴ μπορώντας δὲ νὰ κατανοήσει τὸ ἀκατανόητο, ξέσπασε στὸν ὕμνο τῆς χαρᾶς ποὺ δονοῦσε τὴν ἄϋλη φύση του, ἀναφωνώντας· χαῖρε Κόρη πανύμνητε, ποὺ εἶσαι τὸ δοχεῖο τῆς χαρᾶς τόσο τοῦ οὐρανοῦ, τῶν νοερῶν δηλαδὴ ταξιαρχιῶν, ὅσο καὶ τῆς γῆς, τῶν ἀνθρώπων τῆς ὀδύνης, τοῦ μόχθου καὶ τῆς βιοτικῆς κακώσεως.


Καὶ ποιὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς τόσο μεγάλης χαρᾶς; Διότι στὸ πρόσωπό σου, στὸ φωτεινὸ χωρίο σου, στὴ σκηνή σου τὴν πνευματούφαντη καὶ θεοχώρητη, θὰ καταργηθεῖ ἡ κατάρα τῆς προμήτορος. θὰ καταργηθεῖ ἐκεῖνο ποὺ ἡ πρώτη φυσικὴ μητέρα τῆς ζωῆς, ἡ Εὕα, τόσο ἀλόγιστα καὶ μὲ τὰ ἴδια τῆς τὰ χέρια ἔπλεξε σὰν βαριὰ κληροδοσία γιὰ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ὁλόκληρο·


κατάρα ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὴ θλιβερὴ συνέντευξή της μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀποστασίας, μὲ τὴν καταπάτηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, τὴν παρακοή της, ποὺ γέμισε μὲ πόνο τὸ ἀνθρώπινο, μὲ δάκρυα καὶ στεναγμούς. Αὐτὴ ἡ λύση ἦταν ἡ μεγάλη αἰτία τῆς χαρᾶς!


«δὰμ ἐπανόρθωσις, χαῖρε Παρθένε θεονυμφε, του Άδου η νέκρωσις· χαῖρε, Πανάμωμε, τὸ παλάτιον, τοῦ μόνου Βασιλέως, χαῖρε θρόνε πύρινε, τοῦ Παντοκράτορος».


(Χαῖρε σὺ Παρθένε, ποὺ εἶσαι ἡ ἐπανόρθωση (τοῦ πταίσματος) τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἡ νέκρωση τοῦ Ἅδη. Χαῖρε σὺ Κόρη Πανάμωμε, ποὺ εἶσαι τὸ ἀστραφτερὸ παλάτι τοῦ μόνου Βασιλέως (τοῦ Θεοῦ), ὁ πύρινος θρόνος στὸν ὁποῖο κάθεται ὁ Παντοκράτωρ Κύριος.)


Στὴν ὑπόθεση τοῦ ὕμνου τῆς χαρᾶς προβάλλει τώρα καὶ ὁ Ἀδάμ. Ἡ χαρὰ τῆς Παρθένου περιπτύσσεται καὶ τὸν προπάτορα. Διὰ τοῦ ἀσπασμοῦ τοῦ Ἀγγέλου δὲν λυτρώνεται μονάχα ἡ Εὕα ποὺ πρωτοστάτησε, στὴν τραγωδία τῆς Ἐδέμ, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος ἔμμεσα συνέργησε στὸ πτωτικὸ ἐκεῖνο δράμα. Ἄνδρας καὶ γυναίκα, ὁ κορμὸς τοῦ δέντρου τῆς ζωῆς, ἤσαν ἀλληλέγγυοι στὴν τραγικὴ περιπέτεια. Ὅπως μαζὶ γεννήθηκαν, ἔτσι μαζὶ καὶ πέθαναν. Γύρω ἀπὸ αὐτοὺς ἐκτυλίσσεται ἔκτοτε ἡ τραγικὴ ὑπόθεση τῆς ὑπάρξεως, ὁ θάνατος καὶ ἡ ζωή, κουβαλώντας τὴν ἀθλιότητα καὶ τὴ φθορὰ τῆς φύσεως.


Διὰ τῆς Παρθένου συντελεῖται ἡ ἐπανόρθωση τοῦ Ἀδάμ. Αὐτὸ ποὺ χάλασε στὸν Προπάτορα, διορθώνεται στὴν ὁλόφωτη καὶ ταπεινὴ Κόρη. Τὸ δράμα τῆς ἀρχαίας Ἐδὲμ βρίσκει τὴ λύση του στὴ νέα Ἐδὲμ τῆς Χάριτος, στὴν περισεμνὴ νύμφη τοῦ Θεοῦ.


φύση ποὺ τόσο τραγικὰ ἔπεσε, ἀποβάλλοντας τὴ θεοείδεια καὶ τὴ θεομορφία της, ἀναστηλώνεται τώρα, βρίσκοντας τὴν παλαιά της εὐγένεια καὶ εὔκλεια, τὴν προπτωτική της καθαρότητα καὶ ὀμορφιά, στὴ θεοχώρητη μήτρα τῆς Παρθένου, ὅπου ὁ Θεός, ντυμένος τὸν ἄνθρωπο, ὁδηγεῖ τὴν εἰκόνα του στὴν ἀρχαία της καθαρότητα, τὴν ὁποίαν εἶχε μόλις βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια του, πρὶν ἀπὸ τὴ μελάνωση τῆς φθορᾶς καὶ τὴν ἀσχήμια τοῦ θανάτου.


Τὸ θαῦμα τῆς Παρθένου εἶναι συνάμα ἡ νέκρωση τοῦ Ἅδη. Ἡ ἐπανόρθωση τῆς φύσεως ἀντιστοιχεῖ στὴ νέκρωση τοῦ Ἅδη, ὁ ὁποῖος, ὡς χωρίο ὑποδοχῆς τῶν νεκρῶν, μεταφορικὰ σημαίνει τὸ θάνατο, εἶναι προσωποποίηση τοῦ θανάτου. Ἂν ὁ θάνατος, ὡς φθορὰ καὶ ἀποσύνθεση τῆς ζωῆς, εἶναι τὸ τίμημα τῆς ἁμαρτίας, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ σειρὰ τοῦ ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς, διὰ τῆς ὑπακοῆς τῆς Παρθένου στὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ καὶ κατ’ ἐπέκταση τῆς κενωτικῆς ὑπακοῆς τοῦ Υἱοῦ της στὴν προαιώνια λυτρωτικὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ Πατρός, καταλύεται ἡ ἁμαρτία καὶ δὶ’ αὐτῆς ὁ θάνατος, στὰ νικημένα λείψανα τοῦ Ἅδη. Ὁ Ἅδης ἡττᾶται καὶ στὴν πένθιμή του ἐπικράτεια φυτρώνουν τὰ λουλούδια τῆς χαρᾶς. Ἡ μήτρα τῆς Παρθένου γίνεται ἡ νέα Ἐδὲμ τῆς χάριτος καὶ τῆς χαρᾶς!


Εἶναι περαιτέρω τὸ παλάτιο, τὸ καθαρὸ καὶ ἄμωμο, στὸ ὁποῖον εὐδόκησε νὰ κατοικήσει ὁ μόνος Βασιλεύς, Εἶναι ὁ θρόνος ὁ πύρινος, ὁ φλογισμένος ἀπὸ τὴ φωτιὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ πυρωμένος ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς χάριτος, στὸν ὁποῖο κάθεται ἐξουσιαστικὰ καὶ ἀναπαύεται καταδεκτικὰ ὁ ποιητὴς καὶ λυτρωτὴς τοῦ σύμπαντος. Δὲν εἶναι μικρὴ ἡ χαρὰ αὐτὴ τῆς Παρθένου, ποὺ ἔγινε τὸ μελωδικὸ τραγούδι ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων!


«Ρόδον Τὸ Ἀμάραντον, Χαῖρε, Ἡ Μόνη Βλαστήσασα· Τὸ Μῆλον Τὸ Εὔοσμον, Χαῖρε Ἡ Τέξασα· Τὸ Ὀσφράδιον, Τοῦ Πάντων Βασιλέως· Χαῖρε Ἀπειρόγαμε, Κόσμου Διασῶσμα».


(Χαῖρε σὺ ποὺ ἀπὸ τὴ θεοχώρητη σάρκα σου βλάστησε τὸ ρόδο ποὺ δὲν μαραίνεται· ποὺ γέννησες τὸ μῆλο ποὺ μοσχοβολᾶ· ἡ μυρωδιὰ τοῦ Βασιλέως τῶν ὅλων. Χαῖρε Σύ, ποὺ ἔγινες μητέρα, χωρὶς νὰ γνωρίσεις γάμο, Σὺ ποὺ εἶσαι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου.)


κάλαμος τοῦ ὑμνωδοῦ εἶναι ἀκατάσχετος, ἐξυμνώντας τὶς χάρες τῆς Πανάγνου. Πλημμυρίζει ἀπὸ αἰσθήματα ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ χαρᾶς. Ἐξακολουθεῖ νὰ ψάλλει τὸ ἀπερινόητο θαῦμα. Ἀλήθεια, μπορεῖ γλώσσα ἀνθρώπου νὰ σταματήσει ποτέ, νὰ βρεῖ κατάληξη στὴν ἀνύμνηση τῶν θαυμάσιών της Παρθένου;


Μπορεῖ γλώσσα, καὶ ἡ πιὸ τρανή, νὰ μελωδήσει ἐπάξια τὴ χάρη Ἐκείνης; Ἀσθμαίνει ὁ νοῦς καὶ πληγώνεται ὁ λόγος στὴν προσπάθειά του νὰ ὑφάνει ὕμνους «συντόνως τεθειγμένους», κατάλληλους νὰ ἐξυμνήσουν τὴν ἀπειρία τοῦ μητροπάρθενου κλέους!


Στὸ τροπάριο ὁ στιχουργὸς προσπαθεῖ ν’ ἀνυμνήσει τὴν Παρθένο, χρησιμοποιώντας εἰκόνες καὶ ἐκφράσεις ἀπὸ τὴ φυσική του ἐμπειρία. Τί ἄλλο μπορεῖ νὰ προσφέρει ἡ φτωχικὴ πέννα του; Μπορεῖ τάχατες ὁ νοῦς νὰ δρασκελίσει τὸ θαϋμα, νὰ φθάσει στοὺς πυλῶνες τοῦ μυστηρίου, ν’ ἀνοίξει τὸ ἀβυσσῶδες καὶ ἀπόκρυφο καὶ νὰ νοήσει τὸ ἀπερινόητο καὶ ἀκατάληπτο; Τί κατόρθωσε τάχα ὁ μέγας ἐκεῖνος Μωυσῆς στὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ πάνω στὸ Ὅρος; Εἶδε, σκεπασμένος στὴν πέτρα, τὰ ὀπίσθια μόνον τοῦ Θεοῦ ποὺ περνοϋσε ἀπὸ κοντά του, ἕνα μικρὸ μέρος ὄχι τῆς ἀκοινώνητης θείας οὐσίας τοῦ ἀλλὰ τῆς κοινωνητῆς δόξας του.


Τὴν χαιρετίζει ὡς βλαστήσασαν «ρόδον τὸ ἀμάραντον»· τὸν ἁμαράντινο βλαστὸ ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γεννήθηκε ἀϊδίως ἀπὸ τὸν Πατέρα, τοῦ ὁποίου φέρει ἀπαράλλακτη τὴν οὐσία, εἶναι ἰσοστάσιος, ἰσότιμος καὶ ἰσοδύναμος μὲ Ἐκεῖνον, καὶ ποτὲ δὲν φθίνει οὔτε μαραίνεται· ὁ ὁποῖος, ὡς ἄφθιτος καὶ αἰώνιος, ζεῖ εἰς τὸν αἰώνα, ἔχει ἀθανασία, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ «οὐκ ἐσται τέλος».


Τὴ χαιρετίζει ὡς τέξασαν «μῆλον τὸ εὔοσμον», τὸν εὐωδιαστὸ καρπὸ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, τὸν Υἱὸν τοῦ τὸν Μονογενῆ, τὸν γεννηθέντα πρὸ πάντων των αἰώνων, ποὺ εἶναι ὁ χαρακτήρας καὶ τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ Γεννήτορος, ὁ «ὁμοούσιος τῷ Πατρί, δὶ’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο». Τὸ ὀσφράδιον (τὸ σῶμα ποὺ ἀναδίδει εὐωδία) τοῦ «πάντων Βασιλέως». Τὴ χαιρετίζει ὡς «ἀπειρόγαμον», ποὺ δὲν γνώρισε γαμικὴ σχέση μὲ ἄνδρα, ἦταν «ἀπείρανδρος», ἂν καὶ μνηστευμένη μὲ τὸν Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος τηροῦσε ἁπλῶς χρέη μνήστορος καὶ ὄχι φυσικοῦ συζύγου τῆς Μαρίας.


Εἶναι δέ, τέλος, κόσμου διασῶσμα. Ὄχι ὅτι αὐτὴ ἔσωσε τὸν κόσμο, πράγμα ποὺ ἐπιτέλεσε μόνον ὁ παντοδύναμος Θεός, ἀλλὰ διότι δευτερευόντως καὶ ἔμμεσα συνήργησε στὸ λυτρωτικὸ θαῦμα, ὡς παρασχουσα τὴ δυνατότητα τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, τὴ μητρότητά της στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν «ἀπάτορα ἐκ Μητρὸς» καὶ «ἀμήτορα ἐκ Πατρός».


«γνείας Θησαύρισμα, Χαῖρε, Δὶ’ Ἧς Ἐκ Τοῦ Πτώματος, Ἠμῶν Ἑξανέστημεν, Χαῖρε Ἠδύπνοον Κρῖνον, Δέσποινα, Πιστοὺς Εὐωδιάζον· Θυμίαμα Εὔοσμον, Μύρον Πολύτιμον».
(Χαῖρε Σύ, ποὺ εἶσαι ὁ ἀκένωτος θησαυρὸς τῆς ἁγνείας, Σύ, ποὺ μᾶς σήκωσες ἀπὸ τὴ δεινὴ πτώση μας στὴν ἁμαρτία. Χαῖρε, Δέσποινα, ποὺ εἶσαι τὸ εὐωδιαστὸ κρίνο ποὺ μυρίζεις τοὺς πιστούς· τὸ εὔοσμο θυμίαμα καὶ τὸ μύρο τὸ πολύτιμο.)


Οἱ εἰκονικὲς ἐκφράσεις τοῦ στιχουργοῦ συνεχίζονται. Χαιρετίζει τὴν Παρθένο ὡς «ἁγνείας θησαύρισμα». Θησαυρὸ χαρισμάτων ἀκένωτο, θήκη ἀκτινοβόλο ἁγνότητος καὶ ὀμορφιᾶς, πρωτόγνωρης στὸν φθαρτὸ αὐτὸ κόσμο, τοῦ κάλλους τῆς ὁποίας ἠράσθη ὁ Βασιλεὺς τοῦ παντὸς τόσο, ὥστε ν’ ἀνοίξει τὴν πύλη της γιὰ νὰ περάσει ἀπὸ αὐτὴν στὸν κόσμο, τὴν ὁποίαν (πύλη) κανένας ἄλλος δὲν πρόκειται ν’ ἀνοίξει, ἀλλὰ θὰ παραμείνει «κεκλεισμένη» εἰς τὸν αἰώνα.


παναγνὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ μᾶς βοήθησε, μὲ τὴ θέση της στὸ ἀπερινόητο θαῦμα τοῦ Υἱοῦ της, νὰ σηκωθοῦμε ἀπὸ τὴ δεινὴ πτώση μας στὴν ἁμαρτία, πράγμα ποὺ δὲν μπορούσαμε νὰ πετύχουμε μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι. Καὶ ἡ Παρθένος φυσικὰ ἦταν ἄνθρωπος, φέρουσα καὶ αὐτὴ τὴν ἁμαρτία τοῦ Προπάτορα.


χάρη ὅμως ποὺ εἶχε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἦταν τέτοια, ὥστε ἔσβησε τὴν ἐπαχθῆ κληρονομιὰ τοῦ Ἀδὰμ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τῆς χάρισε τὴ σχετικὴ ἐκείνη ἀναμαρτησία ποὺ μόνη αὐτὴ ἀξιώθηκε νὰ ἔχει μεταξύ των θνητῶν ἀνθρώπων. Μόνο σ’ ἕνα τέτοιο δοχεῖο καθαρὸ καὶ πάλλευκο μποροῦσε νὰ κατοικήσει ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἂν ἔλειπε ἡ Μαρία, ὡς συνθήκη ἀπαραίτητή της θείας ἐνανθρωπήσεως, θὰ μποροῦσε ἄραγε νὰ ἔλθει στὸν κόσμο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ;


Στὴ συνέχεια ἡ Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ὡς «κρῖνον ἠδύπνοον», ὡς λουλούδι ποὺ σκορπίζει γλυκεία κι εὐχάριστη εὐωδιά, ποὺ οἱ μυρωδιὲς τοῦ κατακλύζουν καὶ ὀμορφαίνουν τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν ὡς «θυμίαμα εὔοσμον» καὶ «μύρον πολύτιμον», ποὺ εὐφραίνουν μυστικὰ τὶς καρδιὲς ἐκείνων, ποὺ ἔχουν κλείσει μέσα τους τὸ θαΰμα τῆς Παρθένου καὶ ἀνυμνοῦν ἐν σιγῆ τὰ ἄφθαρτα μεγαλεῖα της·


κείνων, ποὺ λαμβάνουν στὰ χείλη τοὺς τὸ ὄνομα τῆς περισεμνῆς Κόρης, ὄχι γιὰ νὰ τὸ κατακλύσουν μὲ τὸ βορβορώδη ὀχετὸ τῆς βρωμερῆς καὶ ἀναίσχυντης ἀκαθαρσίας τοὺς (Θεέ μου φύλαγε τὸν ἄνθρωπο, ὄχι μόνο νὰ μὴν ἐκστομίζει, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν ἀκούει τὶς δαιμονικὲς κατὰ τῆς Πανάγνου βλαστήμιες καί, χωρὶς νὰ θέλει, νὰ ζεῖ τὶς πικρὲς ὧρες μιᾶς τόσο μεγάλης καὶ ἀπύθμενης ἀναισχυντίας), ἀλλὰ νὰ τὸ τιμήσουν καὶ νὰ τὸ δοξάσουν, νὰ μεγαλύνουν τὸ πάνσεπτο ὄνομα τῆς πανακήρατης Κόρης, ποὺ εἶναι τιμιότερο τοῦ ὀνόματος τῶν Χερουβὶμ καὶ ἀσυγκρίτως ἐνδοξότερο τῆς λαμπρότητος καὶ αἴγλης τῶν Σεραφείμ!




*Εκ του βιβλίου του Ἀνδρέα Θεοδώρου, «Χαῖρε Νύμφη, Ἀνύμφευτε», ἔκδ. Ἀποστ. Διακονίας. <<Πριν από λίγα χρόνια (το 1977) κυκλοφορήθηκε βιβλίο μου με τίτλο "Η Κόρη της Βασιλείας", σχόλιον θεολογικόν εις τον Ακάθιστον Ύμνον, γραμμένο στην καθαρεύουσα. Το βιβλίο έτυχε ευμενούς υποδοχής και σύντομα εξαντλήθηκε. Με την πάροδο του χρόνου και μεταβαλλομένων έκτοτε των συνθηκών, οδηγήθηκα στην απόφαση να επιχειρήσω νέο σχολιασμό του Ακαθίστου Ύμνου, τη φορά αυτή στη δημοτική -αν και όχι πάντοτε με συνέπεια-, έτσι ώστε η πρόσβαση του αναγνωστικού κοινού στο σχολιασμό να καταστεί ευχερέστερη και επωφελέστερη. Ο νέος αυτός σχολιασμός καμιά σχέση δεν έχει με τον παλαιό, τον οποίο σε καμιά περίπτωση δεν συμβουλεύτηκα. Είναι γραμμένος εξ υπαρχής, διατηρώντας τη δική του δροσερότητα και πρωτοτυπία. Από το παλαιό βιβλίο διετήρησα επιλεκτικά τις αναφορές στον παραδοσιακό πατερικό λόγο και τα συμπεράσματά του (του βιβλίου), και αυτά σε αρκετά σημεία διασκευασμένα. [...] (Από τον πρόλογο της έκδοσης). *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<www.imaik.gr>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ ΕΝ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΙ ΕΤΕΙ (1895)





Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Απόσπασμα άρθρου υπό τον τίτλο <<Περί του Ακαθίστου Ύμνου>>
εκ του περιοδικού της Κωνσταντινούπολης <<Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος>>, 
τόμος ΚΔ', έτος συλλογικόν 1892-1893, εκδοθέν εν Κωνσταντινουπόλει τω 1895.
Ο Ματθαίος Παρανίκας (1832-1914)
ήταν φιλόλογος και συγγραφέας πολλών έργων, 
με εξέχουσα θέση την πραγματεία του
<<Σχεδίασμα περί της εν τω ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από αλώσεως μέχρι των αρχών της ενεστώσης (ΙΘ) εκατονταετηρίδος>>,
που αναγνώσθηκε τον Ιούνιο του 1866 στο, ελληνικό φιλολογικό σύλλογο της Κωνσταντινούπολης.







 ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ 


υπό

ΜΑΤΘΑΙΟΥ Κ. ΠΑΡΑΝΙΚΑ



Των λαμπρών ύμνων της αγίας ημών Εκκλησίας εις και ο λαμπρότερος είναι ο λεγόμενος Ακάθιστος, ψαλλόμενος κατά τον όρθρον του σαββάτου της Ε' εβδομάδος των νηστειών.


Ότι οι ποιηταί και οι μελωδοί της Εκκλησίας, θείω φωτί ελλαμπόμενοι, άνωθεν την έμπνευσιν ελάμβανον, τας δε ωδάς και τα μέλη αρμονικώς εξυφαίνοντες, τας ψυχάς των ευσεβών προς τον Θεόν ανύψουν, επραγματευσάμην άλλοτε διά μακρών.


Νυν θέλω διαλάβει περί αυτού του Ακαθίστου  ύμνου, περί της εποχής, καθ' ην εποιήθη, περί του ποιητού αυτού, και περί της ποιητικής και μετρικής αυτού αξίας.


Ο Ακάθιστος ύμνος ανάγεται εις την επί αυτοκράτορος Ηρακλείου γενομένην πρώτην πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως υπό των προς βορράν και πέραν του Ίστρου τότε οικούντων βαρβάρων Αβάρων και των προς ανατολάς Περσών.


Της πολιορκίας ταύτης γενομένης το 626 μ.χ.  δεκάτω έκτω δε έτει της βασιλείας του Ηρακλείου, μνημονεύουσι δύο κυρίως συγγραφείς σύγχρονοι και αυτόπται'


ο συγγραφές του <<Πασχαλίου Χρονικού>> και ο Γεώργιος Πισίδης, διάκονος και χαρτοφύλαξ της Μεγάλης Εκκλησίας, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως  τυγχάνοντος του περιφήμου εκείνου Σεργίου'


ο συγγραφεύς του <<Πασχαλίου Χρονικού>> περιγράφει λεπτομερώς  τα κατά την πολιορκίαν ταύτην, ως και ο Πισίδης, αμφότεροι δε αποδίδουσι την αποτυχίαν των εχθρών


εις τας ενεργείας του πατριάρχου Σεργίου και του μεγίστρου Βώνου, ιδιαιτέρως όμως εις την βοήθειαν και προστασίαν της Παρθένου Μαρίας, μητρός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού΄ο πρώτος λέγει΄ 


<<Καλόν δε διηγήσασθαι όπως και νυν ο μόνος πολυέλαιος και πολυεύσπλαχνος Θεός, τη ευπροσδέκτω πρεσβεία της αχράντου αυτού Μητρός και κατ' αλήθειαν Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας,


την ταπεινήν ταύτην αυτού πόλιν έσωσεν εκ των κατά συμφωνίαν κυκλωσάντων αυτήν τη κραταιά αυτού χειρί, και τον εν αυτή ευρεθέντα λαόν ελυτρώσατο της αιχμαλωσίας, ο ουδείς των πάντων ευπορήσει διηγήσεσθαι΄ 


ο γαρ Σαρβάρος, εκδεχόμενος, ως έοικε και έργοις δε τελευταίον απεδείχθη, την του παναθέου Χαγάνου επέλευσιν, προ πλείστων τούτων ημερών γενόμενος εν Χαλκηδόνι, πάντα τα τε προάστεια και παλάτια και τους ευκτηρίους οίκους ενέπρησε, και έμεινε λοιπόν την εκείνου παρουσίαν εκδεχόμενος.


Τη ουν κθ' Ιουνίου μηνός της παρούσης ΙΔ' ινδικτιώνος, τουτέστι τη ημέρα της συνάξεως των αγίων και ενδόξων κορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, κατέλαβε πρόκρουρσον του θεομισήτου Χαγάνου,


ως άχρι χιλιάδων τριάκοντα διά δηλωμάτων ορμήσαντες το τε Μακρόν τείχος καταλαβείν και τα ένδον αυτού, ώστε τους ευρεθέντας έξωθεν της πόλεως εφίππους γενναιοτάτους στρατιώτας, κατά την αυτήν ημέραν κυριακήν ούσαν,


ένδον γενέσθαι του νέου Θεοδοσιακού τείχους ταύτης της βασιλίδης πόλεως, και έμεινε το αυτό πρόκουρσον επί τα μέρη Μελαντιάδος, ολίγων εξ' αυτού εκτρεχόντων μέχρι του τείχους εκ διαλειμμάτων και μη συγχωρούντων τινά εξιέναι ή όλως αλόγων δαπάνας συλλέγειν>>.


Ακολούθως διηγείται τα της πολιορκίας εν εκτάσει, τας διαφόρους συμπλοκάς, και επιλέγει τελευταίον΄ <<Και του Θερού κελεύσαντος διά των πρεσβειών της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, και εν μια ροπή η διά θαλάσσης γέγονεν πτώσις.


Εξέβαλον δε όλα τα μονόξυλα εις την γην οι ημέτεροι και μετά το ταύτα γενέσθαι υπέστρεψε... Χαγάνος εις το φωσάτον αυτού και ήγαγε τα μαγγανικά από του τείχους, α ην παραστήσας, και την σούδαν, ην εποίησε, και ήρξατο καταλύειν τους πυργοκαστέλλους, ους εποίησε, και τη νυκτί έκαυσε το σουδάτον αυτού και τους πυργοκαστέλλους, και τας χελώνας αποβυρσώνας ανεχώρησε...


Και ταύτα δε έλεγε ο Χαγάνος τω καιρώ του πολέμου, ότι <<εγώ θεωρώ γυναίκα σεμνοφορούσαν περιτρέχουσαν εις το τείχος, μόνην ούσαν>>.


Ο δε Γεώργιος Πισίδης, σύγχρονος και αυτόπτης του γεγονότος μάρτυς, εν τω ποιήματι αυτού περί αβαρικού πολέμου λεπτομερώς και αυτός περιγράφων την αυτήν πολιορκίαν, λέγει εν αρχή του ποιήματος:


<<Των ζωγράφων τις ει θέλει τα της μάχης / τρόπαια δείξαι, την τεκούσαν ασπόρως / μόνην προτάξει και γράφει την εικόνα. / Αεί γαρ οίδε την φύσιν νικάν μόνη / τόκω το πρώτον, και μάχη το δεύτερον. / Έδει γαρ αυτήν, ώσπερ ασπόρως τότε, / ούτως αόπλως και τεκείν σωτηρίαν, / όπως δι' αμφοίν ευρεθή και παρθένος και προς μάχην άτρεπτος, ως προς τον τόκον>>. (Άβαρικ. πολ. στίχ. 1-9). 


Ότι δε ταύτα γράφει εξ αυτοψίας ο Πισίδης, λέγει: <<Όσην δε λοιπόν η πολιτεία βλάβην / εκ των αθέσμων... υφίστατο / έμπροσθεν άλλοις ευσυνόπτως εγράφη. /  Εγώ δε τοις έναγχος εντυχών χρόνοις / αυτοπροσώπων πραγμάτων εφάπτομαι. (Αυτόθι' στίχοι 36-45).


Εφεξής διηγείται και ούτος την κατά συμφωνίαν Σκυθών (Αβάρων) και Μήδων (Περσών) εκστρατείαν: 


Σλάβος γαρ Ούννω και Σκύθης τω Βουλγάρω, αυθίς τε Μήδος συμφρονήσας τω Σκύθη, / και χωρίς όντες και μακράν συνημμένοι, μίαν καθ' ημών αντεκίνησαν μάχην και την εαυτών ηφίουν απιστίαν / έχειν καθ' ημών πίστινηκριβωμένην. (Αυτόθι΄ στίχοι 197-203).


Είτα την προστασίαν της Θεομήτορος, (στίχ. 372-7, 383) και την αποτυχίαν των πολεμίων κατά ξηράν και κατά θάλασσαν:


Και ταύτα μεν δη της τύχης τα πράγματα / τα νώτα της γης ευφόρως εβάστασεν΄/ έδει δε λοιπόν και το των θαλαττίων λαβείν αγώνων την ισόρροπον κρίσιν. / Και μοι πρόξεστι τούτο θαυμάσαι πλέον, / πως την τοιαύτην της θαλάσσης ουσίαν / οι βάρβαροι βλέποντες εξηπλωμένην, / δοκούντες, ώσπερ εστενώσθαι τω πλάτει / εκεί συνεκλήσθησαν ευθέτω, όπου / τον οίκον είχεν η στρατηγός Παρθένος. /


Εκεί γαρ ώσπερ εν σαγήνη δικτύων, / τα γλυπτά συζεύξαντες ήπλωσαν σκάφη΄/ επεί δε συννεύσαντες αλλήλοις όλοι / επήλθον ημών συν βοή ταις ολκάσιν, / εντεύθεν ην άδηλος η δείλη μάχη' μόνην γαρ οίμαι την τεκούσαν ασπόρως / τα τόξα τείναι και βαλείν την ασπίδα, / και ταις αδήλοις συμπλοκαίς μεμιγμένην / βάλλειν, τιτρώσκει, αντιπέμπειν το ξίφος, / ανατρέπειν τε και καλύπτειν τα σκάφη, / δούναί τε πάσι τον βυθόν κατοικίαν. (Αυτόθι΄ στίχ. 436-456).


Μετά την περιγραφήν της καταστροφής των πολεμίων ο ποιητής αυτού αποτεινόμενος προς τον λαόν της Κωνσταντινουπόλεως, λέγει: 


Άσωμεν ουν τον ύμνον ουκ εν τυμπάνοις / άρρυθμα βομβήσαντες, αλλ' εν οργάνοις των ένδον ημίν μυστικώς ηρμοσμένων. (Αυτόθι΄ στίχ. 502-504).


Εκ τούτων ήντλησαν οι λεγόμενοι Συναξαρισταί, ο πρώτος, ου έχομεν λόγον εκφωνούμενον εν τη Συνάξει, ήτοι πανηγύρει, ή εορτή, ή ημέρα του Ακαθίστου τελουμένη τω ε' σαββάτω των νηστειών, και ο δεύτερος ο επιτομεύς αυτού εν τω συνήθει Τριωδίω της Εκκλησίας.




Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Απόσπασμα άρθρου υπό τον τίτλο 
<<Περί του Ακαθίστου Ύμνου>>
εκ του περιοδικού της Κωνσταντινούπολης <<Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος>>,
τόμος ΚΔ', έτος συλλογικόν 1892-1893,
 εκδοθέν εν Κωνσταντινουπόλει τω 1895.


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.