ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 24 Μαΐου 2022

Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ






Στὸ μέσον τῶν πενήντα ἡμερῶν ποὺ ἐκτείνονται ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μέχρι τὴν ἁγία Πεντηκοστή, ἐπὶ τρεῖς συνεχόμενες Κυριακὲς διαβάζουμε τρεῖς περικοπὲς –τοῦ Παραλυτικοῦ, τῆς Σαμαρείτιδος καὶ τοῦ ἐκ γενετῆς Τυφλοῦ– οἱ ὁποῖες μᾶς παραπέμπουν στὸ Μυστήριο τοῦ Ὕδατος. Ὅλες ἀναφέρονται στὸ νερό, κατὰ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, καὶ διὰ τοῦ Μυστηρίου τοῦ Ὕδατος, εἶναι φανερό, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη θέλει νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος.


ς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ Ἑορτὴ τοῦ Πάσχα εἶναι καὶ Ἑορτὴ τοῦ Βαπτίσματος: κατὰ τὴν Ἀναστάσιμη Ἀγρυπνία –τῆν θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ποὺ τελοῦμε τὸ Μέγα Σάββατο, καὶ ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὰ Πάθη καὶ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου στὴν Ἑορτὴ τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεώς Του – γίνονταν στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία οἱ Βαπτίσεις, καὶ τὸ ἴδιο γίνεται καὶ σήμερα, ὅποτε αὐτὸ εἶναι ἐφικτό. Τὸ Πάσχα εἶναι λοιπὸν ἡ Ἑορτή, κατὰ τὴν ὁποία τελοῦνται κατὰ προτίμηση οἱ Βαπτίσεις καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ μᾶς παραπέμπει στὸ δικό μας Βάπτισμα.


ποτελεῖ μιὰ ὑπενθύμιση γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς, ὅτι πεθάναμε καὶ ἀναστηθήκαμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ὅτι ὅλη μας ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ συνεχὴς προσπάθεια νὰ ἀναπτύξουμε τὶς θεῖες ἐνέργειες ποὺ δεχθήκαμε κατὰ τὸ Βάπτισμα, ὑποστηριζόμενοι πάντοτε ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, λοιπόν, οἱ τρεῖς αὐτὲς περικοπές, τοῦ Παραλυτικοῦ στὴν Προβατικὴ κολυμβήθρα ποὺ ἀκούσαμε τὴν περασμένη Κυριακή, τῆς Σαμαρείτιδος ποὺ ἀκούσαμε σήμερα καῖ τοῦ ἐκ γενετῆς Τυφλοῦ ποὺ θὰ ἀκούσουμε τὴν ἄλλη Κυριακή, μᾶς ὑπενθυμίζουν τὶς διαφορετικὲς πτυχὲς τῆς Χάριτος τοῦ Βαπτίσματος.


θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ ἀναφερόταν στὸ ὅτι μὲ τὸ Βάπτισμα ὁ Κύριος θεράπευσε τὴν πνευματική μας παράλυση, δεχθήκαμε μέσα μας τὴν θεία ἐνέργεια, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτρέπει νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸν λήθαργο, τὴν πνευματικὴ ἀκινησία, στὴν ὁποία ἡ ἁμαρτία βύθισε τὴν ἀνθρωπότητα. Τὸ Βάπτισμα ἀπέδωσε τὴν κίνηση καὶ τὴν ζωή, τόσο στὸ σῶμα ὅσο καὶ στὴν ψυχή μας, καὶ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ δοξάζουμε τὸν Θεὸ μὲ ὅλο μας τὸ εἶναι.


Τὴν ἑπόμενη Κυριακή, τὸ εὐαγγέλιο τοῦ ἐκ γενετῆς Τυφλοῦ θὰ μᾶς θυμίσει, ὅτι μὲ τὸ Βάπτισμα ὁ Θεὸς ἀνοίγει τὰ πνευματικά μας μάτια, τὰ μάτια τῆς ψυχῆς. Μὲ τὴν ἁμαρτία ἔχουμε γίνει τυφλοὶ γιὰ τὶς θεῖες πραγματικότητες, χάσαμε τὴν αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, γίναμε ἀναίσθητοι ὡς πρὸς τὸ ἀξιώμά μας ὡς τέκνων τοῦ Θεοῦ καὶ χρειάζεται ἡ Χάρις τοῦ Βαπτίσματος, γιὰ νὰ θεραπευτεῖ αὐτὴ ἡ τύφλωση διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ μᾶς δίδεται κατὰ τὸ Βάπτισμα.


Σήμερα, στὸ περιστατικὸ τῆς συναντήσεως τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Σαμαρείτιδα, γίνεται φανερό, ὅτι οἱ θεῖες αὐτὲς ἐνέργειες, τὶς ὁποῖες δεχόμαστε στὴν καρδιά μας τὴν ἡμέρα ποὺ βαπτιζόμαστε, εἶναι σὰν τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, τὸ ζωντανὸ νερὸ ποὺ ἀναβλύζει αἰώνια ζωή. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι, σὲ κάθε ἄνθρωπο, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι πλασμένος κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, ἂν ἡ εἰκόνα αὐτὴ δὲν ἔχει «μουντζουρωθεῖ», δὲν ἔχει κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο ἀμαυρωθεῖ, ὑπάρχει μιὰ κάποια αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, μιὰ ἔμφυτη κίνηση πρὸς Αὐτόν, καὶ μιὰ ἠθικὴ συνείδηση, ποὺ τὸν κάνει νὰ νιώθει ἐνστικτωδῶς τὶ εἶναι καλὸ καὶ τὶ κακό, καὶ νὰ κλίνει πρὸς τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀγαθοῦ.


Καὶ ἔρχεται ἡ ἁμαρτία καὶ μουδιάζει καὶ κάνει ἀτροφικὴ τὴν εἰκόνα αὐτὴ τοῦ Θεοῦ μέσα μας, τὴν ἐμποδίζει νὰ λειτουργεῖ ἀποτελεσματικά. Ἡ ἁμαρτία ἐμποδίζει τὴν ἐσωτερικὴ ἐκείνη εὐαισθησία ποὺ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ εἴμαστε πλασμένοι κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ. Ἡ Χάρις τοῦ Βαπτίσματος, ἀντιθέτως, διεγείρει ὅλα αὐτὰ μέσα μας καὶ ὄχι μόνο, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐξυψώνει, σφραγίζοντάς τα, κατὰ κάποιον τρόπο, μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦ Βαπτίσματος γεννιέται μέσα μας μιὰ ἐνδόμυχη αἴσθηση, ποὺ μᾶς κάνει νὰ ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι εἴμαστε τέκνα Θεοῦ. Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα στενάζει καὶ κράζει μέσα μας, «ἀββᾶ ὁ πατὴρ» (Γαλ. δ΄ 6).


Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι Πνεῦμα υἱοθεσίας, καὶ τὸ Βάπτισμα ἀποκαθιστᾶ μέσα μας τὴν ἰδιότητα αὐτὴ τοῦ υἱοῦ, μᾶς δίνει τὴν αἴσθηση τῆς θείας πατρότητας.


Χάρις τοῦ Βαπτίσματος ἂν ξέρουμε νὰ τὴν δεχθοῦμε καὶ νὰ τὴν καλλιεργήσουμε, μᾶς κάνει εὐαίσθητους στὸν Θεό, ἐπιτρέπει νὰ Τὸν γνωρίσουμε μὲ τὴν καρδιά μας καὶ ὄχι μόνο διανοητικά, ἐγκεφαλικά, ἀλλὰ μὲ μιὰ ἐκ βαθέων κίνηση τοῦ εἶναι μας, τῆς καρδιᾶς μας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν ποὺ ἀναβλύζει μέσα μας.


θεία αὐτὴ ἐνέργεια μᾶς κάνει ἐπίσης νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἀλλὰ καὶ τὸν διπλανό μας καὶ ὅλους τοὺς ἀδελφούς μας. Εἶναι ταυτόχρονα φῶς καὶ ἐσωτερικὴ ὁρμή, ποὺ μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ συμπαθοῦμε, νὰ εἴμαστε φιλάνθρωποι πρὸς κάθε ἄνθρωπο, νὰ συγχωροῦμε ὅποιον μᾶς προσβάλλει ἢ μᾶς μισεῖ. Μᾶς καθιστᾶ πράγματι, διότι ἡ συγχώρηση πρὸς τοὺς ἀδικοῦντες καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς ὅποιον, κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, μᾶς ἔχει πληγώσει ἢ μᾶς μισεῖ, ἡ συγγνώμη πρὸς ὅσους μᾶς ἀδικοῦν, εἶναι τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν σημεῖο, ὅτι ἡ θεία αὐτὴ ἐνέργεια λειτουργεῖ μέσα μας.


Καὶ τότε, ἡ ψηχή μας καθίσταται καθαρὸς καθρέφτης, ὅπου μποροῦμε νὰ ἀντικρίσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ναί, ἡ Χάρις τοῦ Βαπτίσματος ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ τὰ δημιουργήσει μέσα μας. Μὰ ἴσως θὰ μοῦ πεῖτε: «Ἐμεῖς ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ νιώθουμε ἔτσι. Ἀσφαλῶς μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μέσα μας κάτι περισσότερο, παρὰ ἂν δὲν εἴχαμε λάβει τὸ Βάπτισμα, ἀλλὰ δὲν νιώθουμε κάτι ἰδιαίτερο». Ἀκριβῶς, ἂν τὸ Βάπτισμα ξυπνᾶ μέσα μας μιὰ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, προτίμηση τοῦ Θεοῦ, μιὰ ἕλξη πρὸς Αὐτὸν καὶ μιὰ διάθεση καθολικῆς ἀγάπης γιὰ ὅλους τοὺς ἀδελφούς μας, ἀφήνει ὅμως νὰ ὑπάρχουν μέσα μας, στὴν ἀρχή, καὶ ἄλλες τάσεις, ποὺ τὶς νιώθουμε ἔντονα, τάσεις ποὺ προέρχονται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει «παλαιὸν ἄνθρωπον».


λλὰ τὸ Βάπτισμα μᾶς δίνει τὴν δύναμη νὰ τὶς πολεμήσουμε· αὐτὸ τὸ φῶς, αὐτὴ ἡ ἕλξη, αὐτὴ ἡ ροπή, ἡ ἔφεση ποὺ τὸ Πνεῦμα βάζει μέσα μας εἶναι δύναμη ἐξαιρετικὰ ἰσχυρὴ πού, ἂν προσέξουμε, ἂν ξέρουμε νὰ τὴν ἀκοῦμε καὶ νὰ τὴν χρησιμοποιοῦμε, θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ πολεμήσουμε ὅλες τὶς ἄλλες τάσεις. Ἀλλὰ ἡ Χάρις αὐτὴ δὲν τὶς ἐμποδίζει νὰ ὑπάρχουν μέσα μας, εἴτε ὡς ἐγωϊστικὲς ἀπολαύσεις, εἴτε ὡς διάθεση νὰ προστατεύσουμε τὸν παλαιὸ αὐτὸν ἄνθρωπο. Ἐνάντια σ᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε: ἐνάντια στὴν τάση μας νὰ ἀντιστεκόμαστε, νὰ μαχόμαστε, νὰ μισοῦμε ὅ,τι ἀντιτίθεται στὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, μὲ πρῶτο πρῶτο τὸν διπλανό μας.


Καὶ μποροῦμε νὰ ἀγωνιστοῦμε χάρη σ᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικεῖ μέσα μας. Μποροῦμε ὅμως καὶ νὰ ἀφεθοῦμε νὰ μᾶς κυβερνοῦν οἱ κακὲς αὐτὲς τάσεις, μποροῦμε νὰ δίνουμε τὴν συγκατάθεσή μας σ᾿ αὐτές, στὴν καθημερινή μας ζωή, μὲ τοὺς ἐγωϊσμούς, τὰ μίση, τὸν θυμὸ ἢ τὸν φθόνο ποὺ ἐνυπάρχουν μέσα μας, καὶ τότε ματαίως ἄνοιξαν τὰ πνευματικὰ μάτια μας.


νας Πατὴρ τῆς ἐρήμου ἔλεγε: «Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ δεῖ τὸν Θεό, ἀλλὰ θυμώνει, μοιάζει μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ βγάζει τὰ μάτια του, ἀλλὰ θέλει νὰ ἔχει δυνατὴ ὅραση».


ν δὲν ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον τῶν τάσεων αὐτῶν τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τῆς εὐερεθιστότητας, τῶν ἄτακτων ἀπολαύσεων κάθε λογῆς, τῶν ὑπερβολικῶν ἀνέσεων καὶ τῆς προσωπικῆς ἱκανοποίησης, κυρίως δὲ ἂν δὲν παύσουμε νὰ καλλιεργοῦμε μέσα μας τὶς τάσεις τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς μνησικακίας, ἂν κρατοῦμε ἔχθρα πρὸς τὸν ὁποιονδήποτε, τότε ἐμποδίζουμε τὸ ζῶν αὐτὸ ὕδωρ νὰ ἀναβλύζει πράγματι μέσα μας, φράζουμε κατὰ κάποιον τρόπο τὴν πηγὴ αὐτὴ ποὺ ὁ Χριστὸς ἀνήγγειλε στὴν Σαμαρείτιδα. Ὅλος ὁ σκοπὸς τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς εἶναι ἀκριβῶς νὰ τὴν ἀφήσουμε νὰ ρέει μέσα μας.


ργο τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς εἶναι νὰ ἀφήσουμε τὸ ζωντανὸ αὐτὸ νερὸ νὰ μεταμορφώσει ὅλη τὴν ὕπαρξή μας. Εἶναι τὸ ζῶν ὕδωρ ποὺ ἀνέβλυσε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεδιψᾶμε, ὅταν μετέχουμε στὰ Μυστήρια· τὸ ζωντανὸ αὐτὸ νερὸ μποροῦμε νὰ τὸ ἀντιλαμβανόμαστε μέσα μας, ἀλλὰ εἶναι θείας πραγματικὰ προελεύσεως. Δὲν εἶναι μιὰ ἁπλῆ ἔμφυτη ἀνθρώπινη τάση, ἀλλὰ ὄντως ὁ καρπὸς τῆς παρουσίας τῶν θείων ἐνεργειῶν, τῆς ζωῆς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος, τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἔστειλε στὴν Ἐκκλησία καὶ στοὺς ἀνθρώπους τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, πῦρ καὶ ταυτόχρονα ὕδωρ ζῶν.


λα αὐτὰ εἶναι ζωντανὰ μέσα μας. Ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, μὲ πρώτους τὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, μᾶς καλεῖ νὰ προσευχόμαστε πάντοτε στὴν ζωή μας, νὰ μὴν ἀφήνουμε, ὅσο εἶναι δυνατόν, οὔτε μιὰ στιγμὴ νὰ περνάει χωρὶς νὰ ὑψώνουμε τὴν καρδιά μας στὸν Θεό, χωρὶς νὰ προσκολλόμαστε μὲ ἀγαπητικὴ τάση πρὸς Αὐτόν, μὲ τὴν συναίσθηση ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὁ Πατέρας μας, ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἐγεγγραμμένο στὴν καρδιά μας. Ἐὰν δὲν τὸ κάνουμε, δὲν ζοῦμε πραγματικὴ πνευματικὴ ζωή. Ἀντιθέτως, ἂν τὸ ἐπιδιώκουμε, ἂν θέτουμε σὲ ἐφαρμογὴ τὶς συμβουλὲς τῶν Πατέρων μας, ἔ... τότε, τὸ ζωντανὸ αὐτὸ νερὸ σιγὰ σιγὰ θὰ κελαρύζει ὅλο καὶ ἐντονότερα μέσα μας.


Θὰ ἀκοῦμε τὸ κελάρυσμά του καὶ θὰ μᾶς γεμίσει μὲ χαρά, μὲ εἰρήνη, χαρὰ καὶ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ Κύριός μας ἦρθε γιὰ νὰ τὶς φέρει: ὄχι εἰρήνη κατὰ κόσμον, ὄχι χαρὰ κατὰ κόσμον, ἀλλὰ χαρὰ ἐνδόμυχη, βαθειά, φωτεινή, ποὺ τίποτε γήϊνο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς τὴν προσφέρει. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς χαρίζει ἄφθονο τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, νὰ νιώθουμε ὅλο καὶ ἐντονότερα τὴν θεία υἱοθεσία, νὰ συνειδητοποιοῦμε τὴν χωρὶς ὅρια ἀγάπη ποὺ ἔχει ὁ Πατὴρ γιὰ μᾶς, τὴν υἱϊκὴ ἀγάπη ποὺ διεγείρει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον πρὸς τὸν προσφιλέστατο Πατέρα. Αὐτῷ ἡ δόξα, σὺν τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!


* π. Πλακίδα Deseille, «Πάσχα τὸ αἰώνιο πέρασμα», σελ. 95-102, ἐκδόσεις «Ἔαρ», Μάϊος 2021. ● Ἐπιμέλ. ἡμετ. Αναδημοσίευση εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της 22.5.2022.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF