ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2022

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ' ΛΟΥΚΑ (2022)




Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ εἶναι παραβολὴ καὶ ὁμοιάζει μὲ αὐτὴν ποὺ ἀναγνώσθηκε τὴν ΙΔ΄ Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή. Κάποιος ἄνθρωπος ἐτοίμασε μεγάλο δεῖπνο καὶ κάλεσε πολλούς.


ταν ὅλα ἦταν ἔτοιμα, εἶπε στὸν δοῦλο του νὰ ἐνημερώσει τοὺς καλεσμένους γιὰ νὰ προσέλθουν νὰ εὐφρανθοῦν. Αὐτοί, τότε, ἐπικαλέσθηκαν διάφορες δικαιολογίες γιὰ νὰ ἀπουσιάσουν.


λλος ἔπρεπε νὰ πάει στὸ νέο του χωράφι, ἄλλος νὰ δοκιμάσει τὰ πέντε ζεύγη βοδιῶν ποὺ μόλις ἀγόρασε καὶ ὁ τρίτος παντρεύτηκε, γιὰ αὐτὸ καὶ ἀδυνατοῦσε νὰ προσέλθει. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ δοῦλος ἀνέφερε αὐτὰ στὸν κύριό του, ἐκεῖνος ὀργίσθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ βγεῖ γρήγορα στὰ κεντρικὰ σημεῖα τῆς πόλης καὶ νὰ μαζέψει στὸ δεῖπνο τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀρρώστους ποὺ θὰ συναντοῦσε.


γινε πράγματι αὐτό, ἀλλὰ ὑπῆρχε ἀκόμη χῶρος στὸ τραπέζι. Τότε, ὁ οἰκοδεσπότης προστάζει τὸν ὑπηρέτη νὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ νὰ ἀναγκάσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ προσέλθουν, γιὰ να γεμίσει τὸ σπίτι. Κλείνει δὲ ἡ περικοπὴ μὲ τὸν οἰκοδεσπότη νὰ διαβεβαιώνει ὅτι πολλοὶ εἶναι καλεσμένοι, λίγοι, ὅμως, οἱ ἐκλεκτοί.


ἄνθρωπος ποὺ πραγματοποιεῖ τὸ μεγάλο δεῖπνο εἶναι ὁ Θεὸς Πατέρας. Τὸ δὲ δεῖπνο συμβολίζει τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καὶ κατ’ ἐπέκταση τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Θεία Λειτουργία.


δοῦλος ποὺ ἐκτελεῖ τὶς διαταγὲς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Μονογενῆ Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν Χριστό μας. Τόση ἀγάπη θρέφει γιὰ ἑμᾶς ὁ Θεός, ὥστε νὰ καταδεχθεῖ νὰ γίνει «ὁ δοῦλος» γιὰ τὴν σωτηρία μας.


Μακάρι νὰ ἔχουμε τὴν πνευματικὴ ὠριμότητα γιὰ νὰ κατανοοῦμε αὐτὴ τὴν ἀλήθεια. Τότε καὶ ἑμεῖς θὰ γίνουμε δοῦλοι γιὰ τὸ καλὸ τῶν συνανθρώπων μας μιμούμενοι τὸ παράδειγμα Ἐκείνου, χωρίς, ὅμως, νὰ εἴμαστε δοῦλοι.


Μὰ οὔτε ὁ ἴδιος μᾶς θεωρεῖ δούλους. Σέβεται τὴν ἐλευθερία μας, τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος μᾶς χορήγησε, μᾶς θεωρεῖ παιδιά Του καὶ φίλους Του καὶ θέλει νὰ μοιραστεῖ μαζί μας τὴν χαρά Του. Ὄχι, ὅμως, μόνο αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή Του θέλει νὰ μοιρασθεῖ μὲ ἑμᾶς. Ὑπάρχει μεγαλύτερη τιμὴ ἀπὸ αὐτὴν;


ν θεωροῦμε τόσο μεγάλη τιμὴ τὸ δεῖπνο στὸ ὁποῖο μᾶς προσκαλεῖ κάποιος ἐπίσημος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κανονίζουμε ἔτσι τὸ πρόγραμμά μας ὥστε ὁπωσδήποτε νὰ παραστοῦμε, πολὺ μεγαλύτερη τιμὴ πρέπει νὰ θεωροῦμε τὸ δεῖπνο ποὺ παραθέτει ὁ Θεὸς πρὸς ἑμᾶς καὶ πολὺ περισσότερο πρέπει νὰ θυσιάζουμε κάποια πράγματα γιὰ νὰ παραστοῦμε σὲ αὐτό.


Τὸ πρῶτο δεῖπνο εἶναι ἐπίγειο καὶ φθαρτό. Χορταίνει τὸ σῶμα μας μόνο γιὰ λίγη ὥρα. Τὸ δεύτερο δεῖπνο εἶναι ἐπουράνιο καὶ ἄφθαρτο. Χορταίνει τὴν ψυχή μας αἰώνια. Τὸ γήινο δεῖπνο τὸ ἐτοιμάζουν οἱ ὑπηρέτες. Τὸ μεγάλο θεϊκὸ δεῖπνο τὸ ἐτοιμάζει ὁ ἴδιος ὁ οἰκοδεσπότης, ὁ Θεός. Ὑπηρέτης δεύτερος δὲν ὑπάρχει. Εἶναι μόνο Αὐτός.


Τὸ συγκλονιστικότερο, ὁ Ἴδιος εἶναι καὶ ἡ τροφὴ καὶ ἡ πόση. Τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ γίνονται μὲ τὶς λειτουργικὲς εὐχὲς καὶ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Σῶμα καὶ Αἵμα Χριστοῦ.


Δὲν εἶναι λίγες οἱ μαρτυρίες ἀνθρώπων εὐλαβῶν οἱ ὁποῖοι εἶδαν ὡς Βρέφος τὸν Δεσπότη Χριστὸ στὸ Ἅγιο Δισκάριο. Γιατί, ὅμως, ὁ Κύριος παραθέτει σὲ ἑμᾶς αὐτὸ τὸ ἱερὸ τραπέζι; Μήπως ἔχει νὰ ἐξασφαλίσει κάποιο προσωπικὸ ὄφελος; Μὴ γένοιτο.


Δὲν μᾶς ἔχει ὁ Χριστὸς ἀνάγκη. Ἑμεῖς Τὸν ἔχουμε. Μᾶς καλεῖ σὲ αὐτὸν τὸν μυστικὸ δεῖπνο γιὰ νὰ μᾶς κάνει σύσσωμους καὶ σύναιμους μὲ Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ μεταξύ μας. Θέλει ὁ Κύριος τὴν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν συνάνθρωπό του, διότι αὐτὴ ἡ ἑνότητα ἐξαλείφει κάθε κίνδυνο, στερεώνει τὴν εἰρήνη καὶ προμηνύει τὴν πρόοδο καὶ τὴν εὐημερία.


Δὲν εἶναι ἀξιοζήλευτος ἐκεῖνος ποὺ μετέχει στὸ θεϊκὸ δεῖπνο; Ἀσφαλῶς. Πῶς μποροῦμε νὰ συμμετάσχουμε κὶ ἑμεῖς; Μήπως πρέπει νὰ ἐτοιμάσουμε κάτι ἀπὸ τὸ σπίτι γιὰ νὰ συνεισφέρουμε στὸ τραπέζι; Μήπως πρέπει νὰ πληρώσουμε τὴν εἴσοδο; Ὄχι.


εἴσοδος εἶναι ἐλεύθερη καὶ τὸ τραπέζι εἶναι ἔτοιμο κατὰ πάντα. Δὲν ἀπαιτεῖται κανένας κόπος ἀπὸ μέρους μας. Τὸ μόνο ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν πρόσκληση. Κι ὅμως, κάτι τόσο ἁπλὸ δὲν γίνεται ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὴν τόσο τιμητικὴ πρόσκληση, ὅπως βλέπουμε στὴν παραβολή.


πρῶτος προσκεκλημένος φέρει ὡς δικαιολογία γιὰ νὰ λείψει τὸ ὅτι ἀγόρασε ἕνα χωράφι καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐπισκεφθεῖ. Ἡ περίπτωση αὐτὴ ἀφορᾶ τὸν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἐργασία πάνω ἀπὸ ὅλα.


νῶ ἡ ἐργασία εἶναι ἕνα μέσο τὸ ὁποῖο ἀποσκοπεῖ στὴν αὐτοσυντήρησή μας, ἐκεῖνος τὴν θεωρεῖ ὡς αὐτοσκοπό, μὲ ἀποτέλεσμα ὄχι νὰ ἐργάζεται γιὰ νὰ ζεῖ, ἀλλὰ νὰ ζεῖ γιὰ νὰ ἐργάζεται, προκειμένου νὰ ἐξασφαλίζει ὅλο καὶ περισσότερα ὑλικὰ ἀγαθά. Αὐτὰ τὰ ὑλικὰ εἶναι ἡ λατρεία του καὶ τὸ μόνο ποὺ τοῦ δίνει μία ψεύτικη παρηγοριά.


νῶ δῆθεν ἐργάζεται γιὰ νὰ θρέψει τὰ παιδιά του, τελικὰ οὔτε κὰν σχετίζεται μὲ αὐτά. Στὰ γεράματά του μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι ἀπέτυχε καὶ ὅτι στερήθηκε τὴν χαρὰ τῆς ζωῆς, ὡς δοῦλος τῆς ἐργασίας. Τότε, ὅμως, εἶναι ἀργά.


δεύτερος προσκεκλημένος, ἐπικαλεῖται τὴν πρόσφατη ἀγορὰ πέντε ζευγαριῶν βοδιῶν. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἐρμηνεύουν τὰ πέντε ζεύγη βοδιῶν ὡς τὶς πέντε αἰσθήσεις. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς προσπαθεῖ νὰ γεμίσει τὰ κενὰ τῆς ψυχῆς του μὲ τὶς ἡδονικὲς καὶ ἀκάθαρτες εἰκόνες, μυρωδιές, γεύσεις, ἀκούσματα καὶ ψιλαφήσεις.


στόσο, ἡ ψυχὴ δὲν γεμίζει, ἀλλὰ ἀποκτᾶ μεγαλύτερα κενά, καθίσταται ἕνας «κάλαθος τῶν ἀχρήστων». Ὁ δοῦλος τῆς σάρκας καθιστᾶ κέντρο τῆς ζωῆς του τὶς σωματικὲς ἠδονές. Εἶναι, ὅμως κέντρο αὐτὲς οἱ ἠδονές;


ν ἦταν ὄντως κέντρο, θὰ διαρκοῦσαν γιὰ πάντα. Αὐτές, ὅμως, μαραζώνουν μὲ τὴν φθορὰ τοῦ χρόνου. Ὁ ἄνθρωπος κάποια στιγμὴ χάνει τὴν δυνατότητα νὰ μετέχει τῶν ἠδονῶν αὐτῶν. Ἐπομένως, μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι ὅλη του ἡ ζωὴ ἦταν βυθισμένη στὴν πλάνη. Τότε, ὅμως, εἶναι ἀργά.


τρίτος ἀναφέρει στὸν δοῦλο: γυναίκα νυμφεύθηκα, γιὰ αὐτὸ καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἔλθω. Ἀναφέρει ὡς δικαιολογία γιὰ νὰ ἀπουσιάσει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία κάτι τὸ ὁποῖο ὁ Ἴδιος ὁ Οἰκοδεσπότης Θεὸς ἔχει εὐλογήσει, τὸν γάμο.


Θεὸς δὲν ἐτοίμασε τὸ δεῖπνο μόνο γιὰ τοὺς ἀγάμους, ἀλλὰ γιὰ ὅλους. Εἶναι, λοιπόν, εὐπρόσδεκτη ὅλη ἡ οἰκογένεια. Δυστυχῶς, κάποιοι γονεῖς ἐνδιαφέρονται μόνο νὰ στέλνουν τὰ παιδιά τους στὸ μπαλέτο, στὸ πιάνο, στὰ γυμναστήρια γιὰ νὰ γυμνάσουν τὸ σῶμα τους, ἀλλὰ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ἐκγύμναση τῆς ψυχῆς ποὺ προσφέρει τὸ πνευματικὸ γυμναστήριο, ἡ Ἐκκλησία.


Μεριμνοῦν γιὰ ὅλα, ἀλλὰ στὸ τέλος τὰ παιδιὰ στεροῦνται τὸ βασικότερο ἀγαθό, τὴν τροφή. Ὄχι τὴν ὑλική, ἀλλὰ αὐτὴν ποὺ χρειάζεται ἡ ψυχὴ γιὰ νὰ μένει ζωντανή, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἵμα τοῦ Λυτρωτοῦ.


Οἱ γονεῖς αὐτοί, δυστυχῶς, δὲν ξέρουν γιατὶ παντρεύονται, δὲν ξέρουν γιατὶ φέρνουν παιδιὰ στὸν κόσμο. Καὶ τὸ χειρότερο, δὲν ἐνδιαφέρονται νὰ μάθουν. Κὶ ἐκεῖ ποὺ νομίζουν ὅτι τὰ πάνε καλά, συνειδητοποιοῦν, ἄν τὸ συνειδητοποιήσουν, ὅτι ἀπέτυχαν. Τότε ὅμως, γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ εἶναι ἀργά.


Λυπηρό… Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο, θυσιάσθηκε γιὰ ἑμᾶς, σταυρώθηκε γιὰ ἑμᾶς, καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἑμᾶς ὄχι νὰ θυσιασθοῦμε, οὔτε νὰ ἔλθουμε στὸ λαμπρὸ δεῖπνο δὲν δεχόμαστε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγνωμοσύνη.


Θεός, ὅμως, ὅπως προεῖπα, δὲν ἔχει ἀνάγκη. Στέλνει τὸν Υἱό Του γιὰ νὰ φέρει στὸ δεῖπνο ὅσους θὰ βρεῖ στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες, τοὺς ἀρρώστους, τοὺς φτωχούς, τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅλους. Ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς καὶ κοινωνικῆς προέλευσης. Μάλιστα, Τὸν προτρέπει νὰ τοὺς ἀναγκάσει νὰ ἔλθουν.


Πρὸς τί αὐτὸς ὁ ἀναγκασμός; Ὄχι, δὲν καταπατᾶ ὁ Θεὸς τὴν ἐλευθερία μας, ἀλλὰ ἐπιμένει. Ἐπιμένει γιὰ τὸ καλό μας, ἀκόμη καὶ ἄν γίνεται κουραστικός. Ἐπιμένει, γιὰ νὰ εὐφρανθοῦμε ἀπολαμβάνοντας τὸ δεῖπνο Του. Δὲν θέλει κανένα πρόβατο νὰ μείνει ἔξω ἀπὸ τὴ μάντρα, ἀλλὰ θυσιάζεται γιὰ καθένα ξεχωριστά.


Εἴδαμε τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ μας. Εἴδαμε πόσο μᾶς ἀγαπάει καὶ τὶ τιμὴ μᾶς ἐπιφυλάσσει. Μένει μόνο νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν πρόσκλησή Του. Ἄς φανοῦμε ἔξυπνοι. Ὁ ἀγρὸς καὶ τὰ βόδια μποροῦν νὰ περιμένουν.


Τὸ δεῖπνο τοῦ Θεοῦ εἶναι μοναδικό. Ἄς προσέξουμε, ὅμως, πρὶν εἰσέλθουμε στὸ σπίτι νὰ βγάλουμε τὰ ἀκάθαρτα ροῦχα καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν καθαρὸ χιτώνα. Μὴν προφασισθοῦμε ἀδυναμία νὰ ἀγοράσουμε τὸν χιτώνα. Μᾶς τὸν προσφέρει ὁ Θεὸς δωρεὰν μέσω τῆς ἐξομολόγησης.


Παράλειψη θὰ ἦταν ἄν δὲν ἀναφερόμασταν τὴν ἡμέρα αὐτὴ στὸ τιμώμενο πρόσωπο, τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα, Ἐπίσκοπο Τριμυθοῦντος. Ὁ μεγάλος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἔζησε σὲ μία δύσκολη ἐποχὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ὅπου ὁ αἱρετικὸς Ἄρειος διέδιδε τὶς πλάνες του καὶ ἔπαιρνε ψυχὲς ἀνθρώπων στὸ σκοτάδι.


Σπυρίδων φέρθηκε ὡς ἄλλος Ταξιάρχης Μιχαὴλ καὶ εἶπε τὸ «στῶμεν καλῶς» προστατεύοντας τὸ ποίμνιό του καὶ διαφυλάσσοντας τὴν Ὀρθοδοξία. Ἄν καὶ ἀγράμματος, ἔδωσε σὲ ὅλους ἕνα πολὺ μεγάλο μάθημα: ἡ ἐπιτυχημένη ποιμαντικὴ δὲν σχετίζεται μὲ τὸ ἐπίπεδο μόρφωσης, ἀλλὰ μὲ τὴν βαθειὰ πίστη καὶ εὐσέβεια.


Τὴν ὥρα ποὺ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀδυνατοῦσαν νὰ ἐπιβληθοῦν στὸν παράφρονα Ἄρειο, τὸν λόγο ἔλαβε ὁ ἁπλοϊκὸς Σπυρίδων. Τότε, οἱ περισσότεροι δυσανασχέτησαν γνωρίζοντας τὸ χαμηλὸ μορφωτικό του ἐπίπεδο.


στόσο, ὁ Σπυρίδων, τὸ τόλμησε: ἔλαβε ἕνα κεραμίδι καὶ εἶπε: «τὰ πράγματα εἶναι πολὺ ἀπλά. Ἡ Ἁγία Τριάδα ἀποτελεῖται ἀπὸ Τρία Πρόσωπα, τὰ Ὁποῖα, ὅμως ἀποτελοῦν ἕναν Θεό. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ αὐτὸ τὸ κεραμίδι.


Εἶναι ἕνα, ἀλλὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν ἔνωση τριῶν στοιχείων: τὴν φωτιά (καὶ πετάχτηκε φωτιά), τὸ νερό (καὶ ἔτρεξε νερό) καὶ τὸ χῶμα (καὶ ἔμεινε τὸ χῶμα στὰ χέρια του)». Βλέποντας τὸ θαῦμα αὐτό, ἀποστομώθηκαν οἱ ἀσεβεῖς καὶ δοξάσθηκε τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Στὴ ζωή του ὁ Ἅγιος Σπυρίδων ἔκανε πολλὰ θαύματα, γιὰ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε «θαυματουργός». Καὶ μετὰ θάνατον, ὅμως, κάνει θαύματα. Μάλιστα, ἔλαβε τὴν χάρη τῆς ἀφθαρσίας τοῦ σκηνώματός του. 17 αἰῶνες τὸ ἱερό του Λείψανο φυλάσσεται ἀκέραιο καὶ θησαυρίζεται στὴν Κέρκυρα, τῆς ὁποίας εἶναι Πολιοῦχος.




Ἡ πρεσβεία του νὰ μᾶς συνοδεύει!



ὁ Ἐπίσκοπός σας,



† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος




Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF