ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ, Ο ΕΚ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΟΡΜΩΜΕΝΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΔΕ ΑΙΓΙΝΗΣ ΓΕΝΟΜΕΝΟΣ, ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ

 



17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Διονύσιος εκατάγετο από την νήσον της Ζακύνθου, υιός ων γονέων πλουσίων και ευγενών, Mωκίου του επικαλουμένου Σηκούρου, και Παυλίνας, της εκ του γένους των Bαλβίων καταγομένης. Aφ’ ου δε έμαθεν ικανώς τα ιερά γράμματα, και εξ αυτών εφωτίσθη εις το να γνωρίση την ματαιότητα του παρόντος κόσμου, τότε καταφρονήσας ηδονάς, πλούτον, δόξαν, και κάθε απόλαυσιν της παρούσης ζωής, ανεχώρησεν από την πατρίδα του Ζάκυνθον, και επήγεν εις την ιεράν Mονήν των Στροφάδων, ήτις ευρίσκεται αντικρύ της Ζακύνθου. Kαι απέχει μακράν έως τεσσαράκοντα μίλια. Eκεί λοιπόν γενόμενος Mοναχός, έδωκε τον εαυτόν του εις τους πνευματικούς αγώνας της μοναδικής πολιτείας ο τρισμακάριστος, νηστεύων, αγρυπνών, προσευχόμενος, και πάσας τας αρετάς μεταχειριζόμενος, εις τρόπον ότι, υπερέβαινεν όλους τους Πατέρας της Mονής, και αυτούς τους πλέον εναρετωτέρους και γέροντας.


Mάλιστα δε και εξαιρέτως ηγωνίζετο να αποκτήση την ταπεινοφροσύνην. Διά τούτο, αγκαλά και ήτον από γένος λαμπρόν, εστοχάζετο όμως τον εαυτόν του από όλους ευτελέστερον και αναξιώτερον. Όθεν εκ των τοιούτων αρετών του ανεβιβάσθη και εις το αξίωμα της Iερωσύνης, χειροτονηθείς βαθμηδόν Aναγνώστης, Yποδιάκονος, Διάκονος και Πρεσβύτερος. Eπειδή δε επεθύμησε να υπάγη εις Iερουσαλήμ διά να προσκυνήση τους Aγίους Tόπους, διά τούτο λαβών άδειαν από την αδελφότητα, επέρασεν εις τα Δουκάνησα, ίνα εκείθεν απέλθη ευκολώτερον εις τα Iεροσόλυμα. Περιερχόμενος λοιπόν τας νήσους, επήγε και έως εις τας Aθήνας. Eκεί δε παρακαλεσθείς από τον Άγιον Aθηνών, έγινεν Aρχιεπίσκοπος Aιγίνης, ήτις τότε ήτον χηρεύουσα. Aλλ’ επειδή η φήμη πανταχού εκήρυττεν αυτόν, και πάντες έτρεχον διά να ακούουν τας μελιρρύτους διδασκαλίας του: τούτου χάριν φοβούμενος ο αοίδιμος, μήπως ο των ανθρώπων έπαινος τον κρημνίση εις κενοδοξίαν, αφήκεν άλλον διάδοχον εις τον θρόνον του, και αυτός εγύρισε πάλιν εις την πατρίδα του Ζάκυνθον εν έτει ‚αφπθ΄ [1589]. Tαύτης δε την προστασίαν εδέχθη πρόσκαιρα, διατί ήτον υστερημένη Eπισκόπου. Eίτα ευρών το Mοναστήριον της Θεοτόκου, το καλούμενον της Aναφωνητρίας, επιτήδειον διά ησυχίαν, εκεί εκατοίκησε, και το μέλι της ησυχίας ειργάζετο.


Eις τόσην δε υπερβολήν αγάπης της προς τον Θεόν και της προς τον πλησίον έφθασεν ο αοίδιμος, ώστε οπού, όχι μόνον ηλέει τους πτωχούς από τα εισοδήματα του Mοναστηρίου του, αλλά ακόμη και τοιούτον κατόρθωμα εκατώρθωσε, το οποίον δυσκόλως ευρίσκεται εις άλλον Άγιον. Kωνσταντίνον τον αδελφόν του Aγίου τούτου εφόνευσεν ένας μιαρός άνθρωπος, ο οποίος διωκόμενος από τους συγγενείς του φονευθέντος, επεριπάτει εις τόπους ερήμους. Όθεν, δεν ηξεύρω πώς, κατέφυγε και εις το Mοναστήριον του Aγίου, μη ηξεύρωντας, ότι ο Όσιος ήτον αδελφός του φονευθέντος. Bλέπωντας δε αυτόν όλον φοβισμένον ο Άγιος, τον ερώτησε να ειπή την αιτίαν του τοιούτου φόβου. O δε είπεν αυτώ, ότι εθανάτωσε Kωνσταντίνον τον Σηκούρον. Tότε ο Όσιος, ανεστέναξε μεν και εδάκρυσε διά τον θάνατον του αδελφού του, μιμούμενος όμως την ανεξικακίαν του Δεσπότου Xριστού, εθάρρυνε τον φονέα με παρηγορητικά λόγια. Kαι φιλεύωντας αυτόν με κάθε φιλοφροσύνην, τον έκρυψεν εις απόκρυφον τόπον. Mετά ολίγον δε, ελθόντων των συγγενών του Aγίου και διηγουμένων τον άδικον θάνατον του αδελφού του, και ζητούντων τον φονέα, υπεκρίθη ο Άγιος, ότι δεν είχεν είδησιν. Aφ’ ου δε εκείνοι ανεχώρησαν, τότε εσυντρόφευσε τον φονέα έως εις τον αιγιαλόν.


Kαι δίδωντας αυτώ ζωοτροφίαν, τον έπεμψεν εις άλλην χώραν διά να γλυτώση την ζωήν του. Διά τας τοιαύτας λοιπόν αρετάς και κατορθώματά του, ηξιώθη ο Άγιος να λάβη παρά Θεού την δύναμιν των θαυμάτων, και να ενεργή παράδοξα τέρατα. Mέλλωντας γαρ ποτε να περάση ένα ποταμόν, και ευρών αυτόν πλημμυρισμένον, ω του θαύματος! έστησε το ρεύμα του, και ούτω διεπέρασεν αυτόν ομού με τον ακολουθούντα τούτω Διάκονον. Kαι σώμα νεκρόν γυναικός υπό αφορισμού δεδεμένον, διά συγχωρητικής ευχής διέλυσε. Tο οποίον ωσάν να ήτον ζωντανόν, έκλινε την κεφαλήν του πρότερον εις τον Άγιον. Eίτα πεσόν εις την γην, διελύθη. Aυτός διά του λόγου του έκαμε να πιάσουν οψάρια πολλά εκείνοι οι αλιείς, οπού πρότερον ψαρεύοντες, δεν επίασαν τίποτε. Oυ μόνον δε το χάρισμα των θαυμάτων είχεν ο Όσιος, αλλά και το χάρισμα της διοράσεως και προοράσεως. Όθεν και τα μακράν γινόμενα έβλεπε. Mε ταύτα λοιπόν τα χαρίσματα διαλάμψας εν τη ζωή του, και ούτω πολιτευσάμενος, παρέδωκε την αγίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, εν έτει ‚αχκδ΄ [1624], κατά την παρούσαν ιζ΄ του Δεκεμβρίου. Tο δε άγιον αυτού λείψανον ενταφιάσθη εντίμως εις την προρρηθείσαν Mονήν των Στροφάδων. Aφ’ ου δε επέρασεν ολίγος καιρός, κατά αποκάλυψιν του Aγίου ανεκομίσθη αυτό εκ του τάφου, και ω του θαύματος! ευρέθη σώον και ολόκληρον, και πνέον ευωδίαν ουράνιον. Tο οποίον ενήργησε και ενεργεί θαύματα πάμπολλα εις τους μετά πίστεως αυτώ πλησιάζοντας. Tώρα δε ευρίσκεται εις την πατρίδα του Ζάκυνθον, ευλαβώς προσκυνούμενον. (Tον κατά πλάτος Bίον και την ασματικήν Aκολουθίαν του Aγίου όρα εις την ιδιαιτέραν αυτού τετυπωμένην φυλλάδα, και εις το Nέον Λειμωνάριον1.)



ΣΗΜΕΙΩΣΗ


1. Σημείωσαι, ότι εις τον Άγιον τούτον Διονύσιον εγκώμιον εφιλοπόνησεν η εμή αδυναμία. Kαι άλλο δε εγκώμιον εφιλοπόνησεν εις αυτόν ο αοίδιμος Iωάννης ο Mυρέων. Eυρίσκονται δε εν τη Σκήτει του Προδρόμου, και εν τη της Aγίας Άννης.



Εκ του βιβλίου: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005.



Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού






Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ, Ο ΕΝ ΖΑΚΥΝΘΩ


ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ -ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ, ΤΟΥ ΕΚ ΖΑΚΥΝΘΟΥ,


ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΕΝΟΜΕΝΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ


ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΕΚ ΖΑΚΥΝΘΟΥ: Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ


ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ: Ο ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΕΞΙΚΑΚΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ (17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)


ΓΙΑΤΙ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΑΓ. ΤΗΣ ΣΥΓΓΝΩΜΗΣ, Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ;


ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ, ΤΟΥ ΕΝ ΖΑΚΥΝΘΩ


Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ


Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ




Η Ζάκυνθος, εκείνον τον καιρό, αρχές Αλωνάρη 1571, αγωνιούσε από την απειλή ενός γενικού εξανδραποδισμού. Ο τόσο γνώριμος στους κατοίκους εφιάλτης των τουρκικών επιδρομών άπλωνε τώρα βαρειά τη σκιά του σ’ ολόκληρο το Νησί. Περισσότερα από τριακόσια πενήντα τουρκικά πλοία, με την αρχηγία του τρομερού αρχιπειρατή Ουλουτζαλή, αφού έζωσαν ασφυκτικά όλα τα παράλια, έβγαλαν στην ξηρά δώδεκα χιλιάδες Αγαρηνούς, που έκαιγαν, λεηλατούσαν και σκότωναν.


Η εισβολή απέβλεπε στην κατάληψη των αμυντικών προπυργίων του Νησιού και, ιδιαίτερα, του Κάστρου (Τέρρας). Οι Ζακυνθινοί, όμως, με την εμψυχωμένη καθοδήγηση του Προβλεπτή Παύλου Κονταρίνη, έδειξαν ηρωική άμυνα και απέκρουσαν όλες τις λυσσασμένες επιθέσεις των Αγαρηνών εναντίον του Κάστρου. Ανδραγάθησαν τότε πολλοί Ζακυνθινοί, όπως ο ιερωμένος Κωνσταντίνος Κουτούβαλης και ο γιος του Νικόλαος, ο Γεώργιος Μινώτος, οι Βλαστός, Κοκκάλας, Μονδίνος και άλλοι, που κυνήγησαν τους Αγαρηνούς έως τα πλοία τους. Ο Ουλουτζαλής, αφού έκαψε τον Αιγιαλό και πολλά χωριά, υποχρεώθηκε να λύση την πολιορκία του Κάστρου και να φύγει ντροπιασμένος με τα πλοία του από τη Ζάκυνθο. Η φοβερή αυτή επιδρομή των Αγαρηνών στη Ζάκυνθο κράτησε, σχεδόν, δεκαπέντε ημέρες.


Ύστερ’ από δύο μήνες, στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου, κοντά στα νησιά των Εχινάδων, βρέθηκαν αντιμέτωποι οι στόλοι των συμμάχων Χριστιανικών δυνάμεων και των Αγαρηνών, κάπου πεντακόσια πλοία πολεμικά. Εκεί, ήταν πεπρωμένο να γίνει η κοσμοϊστορική ναυμαχία του Έπαχτου, στις 7 του Οκτώβρη 1571, που έκρινε και την τύχη της Ευρώπης. Η νίκη των Χριστιανικών δυνάμεων υπήρξε αποφασιστική για την εξουδετέρωση της τουρκικής απειλής και η Ζάκυνθος, όπως τόσοι άλλοι τόποι, άρχισε ν’ αναπνέει μ’ ένα αίσθημα σιγουριάς για το αύριο. Η Ζάκυνθος πανηγύρισε τότε λαμπρά την απολύτρωση από τον εφιάλτη των τουρκικών επιδρομών στα γαλανά νερά του Ιονίου. Ωστόσο, η σιγουριά τούτη κράτησε μόνο για λίγο. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο τρομερός εφιάλτης ξαναζωντάνεψε!


Τον Ηγούμενο της Αναφωνήτριας βλέπουμε ν’ αναφέρεται σε δύο συμβόλαια, της 16 και 17 Νοεμβρίου 1570 (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ν. Δόριζας), όπου παραχωρεί το μετόχι της Μονής Στροφάδων της Παναγίας στα Παβιολάτα (ή Γοργοεπήκοον) Κεφαλονιάς στον Κ. Παβιόλον, για τρία χρόνια, και τον κάνει συγχρόνως επίτροπό του. Από τότε και μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου 1572, που τον βρίσκουμε σε ανέκδοτο έως τώρα συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Λ. Πλατυπόδη, η παρουσία του δε μαρτυρείται σε κανένα ως τώρα γνωστό έγγραφο.


Η εισβολή τού Ουλουτζαλή στη Ζάκυνθο βρήκε το Δανιήλ πιθανότατα στο ερημητήριό του της Αναφωνήτριας. Όπως αναφέρει το «Χρονικό Γεωργιλά», μια ομάδα εισβολέων έφθασε ως το διπλανό από την Αναφωνήτρια μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών. Οι άπιστοι, αφού λεηλάτησαν το μοναστήρι, αιχμαλώτισαν δύο καλογέρους του. Θα πρέπει να φαντασθούμε ότι εκείνες τις στιγμές, ο Ηγούμενος και οι καλόγεροι της Αναφωνήτριας, αφού έκρυψαν τις ιερές εικόνες και τα σκεύη, κλείστηκαν μέσα στον αρχαίο πύργο του μοναστηριού, που σώζεται ακόμα πλάι στην εκκλησία. Οι άπιστοι, όμως, έφυγαν από το λιμανάκι του Αγίου Γεωργίου, όπου, ασφαλώς, είχαν αποβιβασθή, χωρίς να προχωρήσουν στην Αναφωνήτρια ή τη γύρω της περιοχή.


Ο Ηγούμενος της Αναφωνήτριας έζησε κι αυτός, μαζί με όλους τους συμπολίτες του, το τραγικό δεκαπενθήμερο της εισβολής των Αγαρηνών. Και στις δύσκολες εκείνες στιγμές, μέσα στο Άγιο Βήμα της Αναφωνήτριας, ο Ηγούμενος Δανιήλ Σιγούρος, απόγονος μιας ηρωικής πολεμικής οικογένειας κρατώντας, αντί ξίφος και φονικά όπλα, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, δεήθηκε με θερμά ικετήρια δάκρυα και ακλόνητη Πίστη για την απολύτρωση και σωτηρία του Νησιού του. Και το θαύμα έγινε και το Κάστρο της Ζακύνθου δεν έπεσε κι οι άπιστοι έφυγαν ελεεινοί και ντροπιασμένοι. Πόσα θαύματα έγιναν και γίνονται πάντα, χωρίς να μάθη ποτέ κανείς ποιος τα έκαμε! Κι όμως, πολλά από τα θαύματα του Αγίου Διονυσίου είναι γνωστά πια κι υπάρχουν γι’ αυτά όλες οι επίσημες και αδιάψευστες μαρτυρίες.


Η απολύτρωση της Ζακύνθου από τους Αγαρηνούς γιορτάστηκε στον Αιγιαλό και το Κάστρο, με λιτανείες αγίων Εικόνων, με ποιήματα και υπαίθριες αλληγορικές παραστάσεις. Οι ποπολάροι άρχισαν αμέσως να ξαναχτίζουν τα καμένα σπίτια του Αιγιαλού και της εξοχής. Βούιζε όλος ο τόπος από τραγούδια και χαρές. Οι άρχοντες πάνω στο Κάστρο έβγαλαν ένα προκλάμο, που προκαλεί αληθινά ρίγη συγκινήσεως ως τη στιγμή αυτή! Ούτε λίγο ούτε πολύ, ανήγγειλαν ότι θα γιόρταζαν τα επινίκια της Ζακύνθου με θεατρική παράσταση, όπου θα διδάσκονταν από νέους ευγενείς οι «Πέρσες» του Αισχύλου!


Η ναυμαχία του Έπαχτου, τρεις μήνες αργότερα, υπήρξε το κορύφωμα του θαύματος και της απολύτρωσης του Νησιού από τον απαίσιο βραχνά της κραυγής: – Έρχονται οι Αγαρηνοί! Οι Ζακυνθινές γαλέρες, που πήραν μέρος στη ναυμαχία, είχαν αράξει τώρα στο νησάκι του Αγίου Νικολάου του Μώλου. Ο κόσμος, από τα μουράγια, χάζευε ώρες ολόκληρες μπροστά τους! -Να η γαλέρα της Κοινότητας, που έχει σοπρακόμιτο τον ήρωα της ναυμαχίας του Έπαχτου, Αντώνιο Κουτούβαλη! Δίπλα της λικνίζεται από το πέλαγος η γαλέρα του Νικολάου Μονδίνου «Η Παναγία».


Λίγο μακρύτερα, ολομόναχη και περήφανη, λουσμένη στις τελευταίες ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου, η περίφημη γαλέρα ενός ήρωα της ναυμαχίας, του Μαρίνου Σιγούρου, συγγενή τού Ηγουμένου της Αναφωνήτριας, η «Ιουδήθ», που το ακροστόλιό της σώθηκε και στολίζει σήμερα την είσοδο του μαυσωλείου του Διονυσίου Σολωμού και του Ανδρέα Κάλβου! Ασίγαστες, από τώρα και για πολλές ημέρες, οι καμπάνες των εκκλησιών. Ο Αιγιαλός, το Κάστρο και οι εξοχές ανάπνευσαν και μπορούν να κοιτάζουν άφοβα το πέλαγος!


Ο Δανιήλ επιβλέπει για όλες τις ανάγκες και τα συμφέροντα των μοναστηριών του, ενώ πηγαινοέρχεται από τη Ζάκυνθο στα Στροφάδια. Παράλληλα, διψά για ειρήνη και αγάπη για όλους! Η ψυχή του, άγρυπνη, βρίσκεται παντού και δεν παραλείπει ποτέ κανένα από τα χρέη της. Οδηγός της είναι πάντα ο Εσταυρωμένος. Η προσευχή μαζί με την πράξη, ο ασκητισμός μαζί με την άσβηστη φλόγα της Αγάπης! Είναι όπτης και μύστης του αόρατου πνευματικού κόσμου, της Βασιλείας των Ουρανών! Βλέπει και ακούει στην ερημιά των Στροφάδων και της Αναφωνήτριας τα κρυμμένα μεγαλεία του Θεού, τους χορούς των αγγέλων και τους ύμνους των πνευμάτων! Κι η ψυχή του, η αγγελικά πλασμένη, αλλά και θεληματικά δοσμένη στη γήινη δοκιμασία για τη δόξα του Πλάστη και Δημιουργού της, συμμετέχει μαζί τους στην υπερούσια μουσική της Αφθαρσίας! Ας τον παρακολουθήσουμε, όμως, εδώ στην επίγεια ζωή του, πριν ακόμα επιχειρήσουμε, ανάξιοι και ταπεινοί, να εγγίσουμε, «μετά φόβου Θεού και Πίστεως», τη μυστική ζωή του Ιεράρχη!


Την 9 Νοεμβρίου 1573, συμφωνεί με το Νούτσο Ραζή, από το χωριό Πισινόντας, για 54 μόδια κριθάρι. Όπως ανέφερε το κατεστραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Κ. Βουτσανέση, ο Νούτσος Ραζής κατείχε σ’ εδαφονομή μέρος χωραφιού στην τοποθεσία Λούμπα του Λαγανά, που είχε πάρει από τον πατέρα του Αγίου Διονυσίου, στα 1559. Ο Νούτσος Ραζής συμφώνησε «μετά του ευγενούς οσιωτάτου ιερομονάχου του κατά κόσμον Σιγούρου και καθηγουμένου της αγίας μονής της Αναφωνήτριας και μετά του αδελφού αυτού μισέρ Κωστή Σιγούρου κ.λπ.». Επίσης, την 8 Αυγούστου 1574, «ο Δανιήλ ο ιερομόναχος το επίκλην Σιγούρος, καθηγούμενος της Μονής της Αναφωνήτριας», έδωσε στο Γεώργιο Σταματίου Βλασσόπουλο ένα χωράφι του στην τοποθεσία Λούρος του χωριού Καλαμάκι (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Α. Λογοθέτης). Την 13 Σεπτεμβρίου 1574, ο Ηγούμενος της Αναφωνήτριας έδωσε στον Σταμάτη Κρόκο ένα χαλαίπεδο «στον Αιγιαλόν Ζακύνθου εν τη τοποθεσία των Σιγουραίων», όπως αναφέρει το ανέκδοτο έως τώρα συμβόλαιο της εποχής, του συμβολαιογράφου Ν. Δόριζα, που, ευτυχώς, διασώθηκε αντίγραφό του.


Την 27 Φεβρουαρίου 1575, συντάσσεται, από το συμβολαιογράφο Ζακύνθου Ν. Παπαγιαννόπουλο, προικοσύμφωνο μεταξύ του Κωνσταντίου Νουκίου Σιγούρου και της Σταματούλας Θεοδώρου Παΐδη, από την Κορώνη. Το προικοσύμφωνο υπογράφεται από τον Αγιο Διονύσιο, που συμφωνεί να γίνει ο γάμος του αδελφού του, ως εξής: «δανιήλ ιερομόναχος και καθηγούμενος βεβεώνω τα άνοθεν και υπόγραψα».


Την 7 Ιουλίου 1576, ο Ηγούμενος της Αναφωνήτριας Δανιήλ Σιγούρος παρουσιάστηκε στο συμβολαιογράφο Ζακύνθου Ι. Γαβριηλόπουλο και όρισε, μπροστά σε μάρτυρες, γενικό επίτροπό του τον οικονόμο του ίδιου Μοναστηριού, Φιλόθεο Τρομπέτα, στον οποίο έδωσε απόλυτη εξουσία και ελευθερία, «ίνα δύναται, εξ ονόματος αυτού, να λαμβάνη και ζητή παρ’ οιουδήποτε έχοντος δοσοληψίας μετά του Ιεράρχου παν είδος πιστώματος, ιδία δε να υπερασπίζεται τα δικαιώματα της Μονής εκ της αδίκου ενοχλήσεως, της προσγιγνομένης αυτή υπό του διαχειριστού της Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου των Χαρίτων και να χαίρηται πλήρη δικαιοδοσίαν, όπως ενάγη εις τα δικαστήρια τους οφειλέτας και τα τοιαύτα». Από το συμβόλαιο αυτό φαίνεται ότι ο Δανιήλ ήθελε να μείνει αρκετόν καιρό στα Στροφάδια.


Την 16 Ιουνίου 1577, ο οικονόμος Στροφάδων και, συγχρόνως, εξουσιαστής της Μονής Αναφωνήτριας, Φιλόθεος ο Τρομπέτας, «με θέλημα του ηγουμένου της Αναφωνήτριας, ο οποίος θέλει να υπογράψει με το χέρι του, ήγουν ο ηγούμενος ο κύρις δανιήλ το κατ’ επίκλησιν σιγούρος…», ήλθε σε συμβολαιογραφική συμφωνία με το Γεώργιο Παπαγεωργόπουλο, για κάποιο περιουσιακό ζήτημα του Μοναστηριού (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ι. Δρακόπουλος). Από το συμβόλαιο αυτό, προκύπτει ότι ο Δανιήλ απουσίαζε από τη Ζάκυνθο και θα επέστρεφε σύντομα. Και πραγματικά, σε λίγο καιρό (άγνωστο ποια ημερομηνία), ο Δανιήλ ήλθε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, προκειμένου ν’ αναχωρήσει από εκεί για προσκύνημα του Αγίου Τάφου.


Δεν είναι γνωστό ακριβώς πώς βρέθηκε ο Δανιήλ στην Αθήνα εκείνο τον καιρό. Οι Συναξαριστές αναφέρουν ότι έφθασε από τη Ζάκυνθο στις Κυκλάδες, αναζητώντας πλοίο για την Παλαιστίνη και από εκεί πήγε στον Πειραιά, για το σκοπό αυτό. Απεναντίας, ο Αρχιεπίσκοπος και ιστοριοδίφης Νικόλαος Κατραμής υποστηρίζει ότι ο Δανιήλ βρέθηκε στην Αθήνα, εξ αιτίας της πειρατείας, η οποία τον ανάγκασε να ματαιώσει το ταξίδι του στην Παλαιστίνη. Η εκδοχή αυτή φαίνεται πιθανότερη. Οπωσδήποτε, είτε γιατί αναζητούσε πλοίο είτε γιατί δε μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι του, εξ αιτίας των πειρατών, ο Δανιήλ ήλθε το καλοκαίρι του 1577 στην Αθήνα, όπου σχετίσθηκε με τον ευπαίδευτο και φημισμένο για τις αρετές του Αρχιεπίσκοπο Νικάνορα (1570 – 1592). Ο Δανιήλ ανέβηκε πιθανότατα στην Αθήνα, για να προσκυνήση τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Νικάνορα και να χαιρετίση την οικογένεια των αρχόντων Μπενιζέλων. Οι οικογένειες Σιγούρου και Μπενιζέλων είχαν στενό φιλικό σύνδεσμο και, μάλιστα, ύστερ’ από λίγα χρόνια συγγένεψαν.


Ο Νικάνωρ, επιβλητική μορφή σοφού και καλλιεργημένου Ιεράρχη, ενθουσιάστηκε από τη γνωριμία του Ζακυνθινού Ηγουμένου. Η ευσέβεια και η απλότητα του Δανιήλ, η άριστη θεολογική κατάρτισή του, ο ταπεινός χαρακτήρας και η ασύγκριτη ευγένεια των τρόπων, έδειχναν, από την πρώτη κιόλας στιγμή, τα σπάνια ιερατικά χαρίσματα και τις αρετές του αρχοντικού γόνου της Ζακύνθου. Έτσι, ο Νικάνωρ τού πρότεινε αμέσως να τον χειροτονήσει Αρχιεπίσκοπο Αίγινας, Ύδρας, Πόρου και Αγκιστρίου, όπως απαρτιζόταν η εκκλησιαστική περιφέρεια Αίγινας – Πόρου, η οποία ανήκε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η Αρχιεπισκοπή τής Αίγινας, όπως είναι γνωστό, εξαρτώμενη από τη Μητρόπολη Αθηνών, εκείνο τον καιρό εσχόλαζε.


Ο Δανιήλ αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι οι δυνάμεις του δεν του επέτρεπαν ν’ αναλάβει ένα τόσο βαρύ αξίωμα. Ο Νικάνωρ, όμως, επέμεινε και αγωνίσθηκε, μάλιστα, για να πείσει το Δανιήλ ν’ αναλάβει το Θρόνο της Αίγινας. Τελικά, τα κατάφερε. Έτσι, όταν βγήκε η επίσημη άδεια της Μεγάλης Εκκλησίας (Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν τότε ο Ιερεμίας ο Β΄), ο Νικάνωρ χειροτόνησε ο ίδιος το Δανιήλ, μαζί με άλλους δύο Επισκόπους, υπαγόμενους στη Μητρόπολη Αθηνών, στην εκκλησία της Παναγίας Γοεργοεπηκόου (μετέπειτα Αγιος Ελευθέριος, πλάι στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών). Στη χειροτονία, ο Νικάνωρ έδωσε στο Δανιήλ το όνομα Διονύσιος, τιμώντας, έτσι, τον Πολιούχο Αθηνών Αγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Ένας ακόμα μεγάλος δεσμός, ο ιερότερος και πολυτιμότερος, είχε πια σφραγιστεί στις μακραίωνες σχέσεις Αθηνών και Ζακύνθου.


Η Αίγινα ήταν ερημωμένη, σχεδόν, ύστερ’ από την επιδρομή του Βαρβαρόσα και τη σφαγή των κατοίκων (1537), όταν οι Τούρκοι έδιωξαν από το Νησί τους Βενετούς. Οι ελάχιστοι Αιγινήτες, που γλίτωσαν από τη σφαγή, τον εξανδραποδισμό και τη φωτιά, είχαν καταφύγει στα βουνά. Στα επόμενα σαράντα χρόνια, πήγαν στην Αίγινα σαν άποικοι κάμποσοι δραστήριοι άνθρωποι από άλλους γειτονικούς τόπους. Έτσι, το ερημωμένο, αλλά όμορφο Νησί άρχισε να ξαναγεννιέται από τη στάχτη του. Η Αίγινα παρουσιάζει στην Ιστορία της μεγάλη συγγένεια με τη Ζάκυνθο, όχι μόνο εξ αιτίας της Αρχιερατείας του Αγίου Διονυσίου, αλλά και γιατί και τα δύο Νησιά είχαν ανέκαθεν, στη μακραίωνη ζωή τους, την ίδια κοινή μοίρα της ολοκληρωτικής καταστροφής κι ύστερα της αναγέννησης! Όταν ξαναγύρισε η ζωή στην Αίγινα, η Ορθόδοξη Εκκλησία ετοιμάστηκε να επανιδρύσει τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο του Νησιού. Και ο Νικάνωρ, όπως είδαμε, βρήκε αμέσως στο πρόσωπο του Ηγουμένου της Ζακύνθου τον άξιο Ιεράρχη της αναγεννημένης Αίγινας.


Η γνωστή άποψη, ότι η ορθόδοξη επισκοπή της Αίγινας, από τα 1204 ως την αρχιερατεία του Διονυσίου Σιγούρου (1577 – 1578) εσχόλαζε, αποδεικνύεται, από το Ημερολόγιο του Marino Sanuto, εσφαλμένη. Έτσι, μπορεί να υποστηρίξει κανείς βάσιμα ότι ύστερ’ από την εγκατάσταση των Βενετών στην Αίγινα (1451), επετράπη και η εγκατάσταση ορθόδοξου Αρχιεπισκόπου στο Νησί. Άρα, ο Διονύσιος Σιγούρος δεν ήταν ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος της Αίγινας, όπως πιστεύεται απ’ όλους, αλλά υπήρξε ο πρώτος ύστερ’ από την καταστροφή του Βαρβαρόσα (1537). Δηλαδή, ο Θρόνος της Αίγινας εσχόλαζε από το 1537 μέχρι το 1577, ακριβώς σαράντα χρόνια.


Η αρχιερατεία του Διονυσίου Σιγούρου στην Αίγινα κράτησε από τα τέλη του 1577 μέχρι τα μέσα ή τέλη του 1578. Ο Διονύσιος αγάπησε την Αίγινα και τους Αιγινήτες. Παραστάθηκε σαν αληθινός πνευματικός πατέρας σ’ όλες τις ανάγκες και τους σκληρούς αγώνες των αποίκων και των ελάχιστων αρχικών κατοίκων της Παληαχώρας της Αίγινας. Η ανάμνηση της φρικτής τραγωδίας ήταν ακόμα ολοζώντανη στις μνήμες του Νησιού. Ο Διονύσιος ενέπνεε, στήριζε, καθοδηγούσε, άνοιγε ορίζοντες σε κάθε ζωή! Οι λιγοστοί Αιγινήτες της Παληαχώρας τον αγαπούσαν και τον ελάτρευαν κι αντλούσαν από τα ευλογημένα θαυματουργά χέρια του την ελπίδα και το θάρρος για ένα καλύτερο αύριο. Η αρχιερατική παρουσία του Διονυσίου στην Αίγινα ήτανε Φως και Ζωή!


Ένας καινούριος κόσμος ημεράδας και αγάπης είχε ανατείλει στην τρομακτική εκείνη πλαγιά τού εξανδραποδισμού και της σφαγής! Στην Επισκοπή της Παληαχώρας της Αίγινας, υπάρχει ακόμα, έξω από την πόρτα της εκκλησίας, ο πέτρινος θρόνος, όπου, ύστερ’ από τον εκκλησιασμό, καθόταν ο Διονύσιος και μοίραζε το αντίδωρο στους πιστούς. Ο Διονύσιος είχε εγκατασταθεί στο διπλανό από την Επισκοπή κελί, όπου σήμερα διασώζεται η μεταγενέστερη συγκινητική επιγραφή, εκδήλωση αιώνιας λατρείας των Αιγινητών στον Ιεράρχη τους: Προς τιμή του Αγ. Διονυσίου, ανακινούμε το σπίτι του. Ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος λειτουργούσε στην εκκλησία της Επισκοπής σ’ όλο το διάστημα της Αρχιερατείας του στην Αίγινα.


Ύστερα από ένα χρόνο, έφυγε ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος από την Αίγινα, αφού πρώτα νουθέτησε κ’ ευλόγησε τους Αιγινήτες. Υπήρχε, βέβαια, η νοσταλγία του Διονυσίου για την ερημιά των Στροφάδων και της Αναφωνήτριας, κι ακόμα η ασίγαστη επιθυμία να υπηρετήσει τον ιερό σκοπό της ψυχικής σωτηρίας των συμπολιτών του. Ωστόσο, πάνω από κάθε προσωπικό αίσθημα ή εσωτερική ανάγκη, ο Διονύσιος έβαζε πάντα το καθήκον, τα ιερά πνευματικά του χρέη. Ακριβώς αυτά, στη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή, τον υποχρέωναν, όπως φαίνεται, ν’ αφήσει την Αίγινα. Την εύλογη εξήγηση, μας τη δίνει ο Πάνος Κ. Καλλιγάς: «Η αρχιεπισκοπή ουσιαστικώς ήτο άνευ ποιμνίου, υπάρχουσα μόνον ονομαστικώς, μη δυναμένη δε να επαρκέση εις τας προς την προϊσταμένην αυτής εκκλησιαστικήν αρχήν υποχρεώσεις και του αρχιεπισκόπου τας ανάγκας. Δια τον αρχιεπίσκοπον τούτον, τον τόσον ευσυνείδητον και ευθύν τον χαρακτήρα, η παραμονή εις τον θρόνον κατέστη μαρτύριον και το 1579 (γράφε 1578) παρητήθη προς μεγάλην θλίψιν των Αιγινιτών, μεθ’ ο επανήλθεν εις Ζάκυνθον και εγκατεστάθη πάλιν εις τη Μονήν της Αναφωνήτριας…».


Έτσι, ο Αγιος Διονύσιος, φεύγοντας ως Ηγούμενος από τη Ζάκυνθο, το καλοκαίρι του 1577, με σκοπό να φθάσει στους Αγίους Τόπους και να προσκυνήσει τον Τάφο του Χριστού, επέστρεφε τώρα χωρίς να εκπληρώσει την ιερή αυτή επιθυμία, επωμισμένος συγχρόνως και το βαρύ αξίωμα του Αρχιεπισκόπου. Ο Ιεράρχης έβλεπε μέσα στην ψυχή του καθαρά όλες τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του αξιώματός του, όχι μόνο απέναντι των συμπολιτών του, αλλά και απέναντι της Ορθόδοξης Εκκλησίας.


Οι ανταγωνισμοί των αρχόντων της Ζακύνθου, αντιζηλίες, κυρίως, για τα πρωτεία και τις τιμές του Συμβουλίου της Κοινότητας, είχαν εκδηλωθεί από τα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας. Οι τίτλοι και τα αγαθά, που παραχωρούσε η Βενετία στους άρχοντες για τις πολεμικές τους υπηρεσίες σ’ αυτήν, ανάσταιναν ακόρεστες επιθυμίες ανωτέρων τιμητικών διακρίσεων και φιλοπρωτίας. Η αρχοντική οικογενειακή παράδοση -ανδραγαθήματα στους πολέμους και ανώτερη κοινωνική επιβολή- αποτελούσε απαραίτητο κριτήριο εξασφαλίσεως υψηλοτέρων αξιωμάτων στην ιεραρχία του Συμβουλίου της Κοινότητας και, γενικότερα, της Βενετσιάνικης αποικιοκρατίας. Ο ανταγωνισμός αυτός των αρχόντων της Ζακύνθου, επόμενο ήταν να εκδηλωθεί εντονότερος ανάμεσα στις οικογένειες εκείνες, οι οποίες είχαν προσφέρει σπουδαίες πολεμικές υπηρεσίες στη Βενετία, εξασφαλίζοντας, έτσι, τα πρωτεία της κοινωνικής ζωής του τόπου.


Οι εξέχουσες και συγγενικές οικογένειες των Σιγούρων και των Μονδίνων, ιδιαίτερα ύστερ’ από τη Ναυμαχία του Έπαχτου, φορτωμένες με νέα πολεμικά τρόπαια και δάφνες, απόκτησαν ακόμη περισσότερη δύναμη, όχι μόνο στις τάξεις του αρχοντολογιού, αλλά και στον ίδιο το Λαό. Οι ποπολάροι, ανάλογα με τις υποχρεώσεις, τα αισθήματα και τα συμφέροντα καθενός, εξεθείαζαν τις πολεμικές αρετές και τα κοινωνικά προτερήματα, άλλοι των Σιγούρων και άλλοι των Μονδίνων. Έτσι, άρχισε να χωρίζεται ο ανήσυχος και δραστήριος Αιγιαλός σε δύο μεγάλες αντίπαλες κοινωνικές παρατάξεις οπαδών και αντιπάλων των δύο πρωτευουσών οικογενειών. Εκείνο τον καιρό (1581), οι σχέσεις των δύο οικογενειών είχαν οξυνθεί, από άγνωστη αιτία. Έτσι, η φιλονικία αυτή, που κατέληξε σε αδιάλλακτη αμοιβαία έχθρα (οφειλόμενη πιθανότατα στους ανταγωνισμούς των ιερατικών αξιωμάτων του Συμβουλίου της Κοινότητας), εύρισκε ζωηρή εριστική απήχηση στους οπαδούς των δύο οικογενειών.


Όπως προκύπτει από τέσσαρες ανέκδοτες πολύτιμες εκθέσεις του Προβλεπτή Ζακύνθου, Giov. Antonio Venier, προς τη Βενετσιάνικη Κυβέρνηση, χρονολογημένες από 21 Νοεμβρίου 1582, 28 Δεκεμβρίου 1582, 1 Ιουνίου 1583 και 16 Ιουλίου 1583, η αδιάλλακτη έχθρα των δύο πρωτευουσών οικογενειών Σιγούρων και Μονδίνων είχε ξεσηκώσει ολόκληρο τον Αιγιαλό σε δύο αντιμαχόμενες φατρίες, με αποτέλεσμα να προκαλούνται ταραχές και φόνοι.


Ο Προβλεπτής αναφέρει, στην πρώτη του έκθεση, ότι οι έχθρες και τα μίση των δύο οικογενειών και παρατάξεων, που βρήκε όταν πάτησε το πόδι του στη Ζάκυνθο, «ύστερ’ από μια πομπώδη ειρήνευση», άναψαν πάλι, κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού του 1582. (Πιθανότατα, η ανακωχή αυτή ακολούθησε ύστερ’ από την δολοφονία του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου, αδελφού του Αγίου Διονυσίου, στις αρχές Δεκεμβρίου 1580). Ο Προβλεπτής δεν αναφέρει τη δολοφονία τούτη, ούτε τα αίτια της «πομπώδους» ανακωχής των δύο οικογενειών. Ο σκοπός των εκθέσεών του, ιδιαίτερα της πρώτης και της δεύτερης, αποβλέπει στο να εκφράσει τις ζωηρές ανησυχίες του για την εξέλιξη της οξύτατης αυτής αντιδικίας των δύο οικογενειών και παρατάξεων, και να κρούση τον κώδωνα του κινδύνου στη Βενετσιάνικη Κυβέρνηση για μια ενδεχόμενη γενικότερη κοινωνική σύρραξη στη Ζάκυνθο.


Οι προσπάθειές του, όπως αναφέρει ο ίδιος, για να ειρηνεύσει τους αντιμαχόμενους, τιμωρώντας ακόμα όσους έδειχναν ανυπακοή, έμειναν άκαρπες και ναυάγησαν. Η κοινωνία του πυκνοκατοικημένου Αιγιαλού ήταν αδιάλλακτα χωρισμένη σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και δεν είχε μείνει κανένας ουδέτερος στην οικογενειακή αυτή διένεξη! Ολοένα, κάθε μέρα, μεγάλωναν τα μίση και άναβε ο φανατισμός, με αντεκδικήσεις και φόνους. Ο Προβλεπτής και οι Ευγενείς από το Κάστρο, ήταν αδύνατο, εξ αιτίας της αποστάσεως και των μέσων, να εμποδίσουν ένα γενικότερο κύμα κοινωνικών ταραχών στον ανταριασμένο Αιγιαλό.


Απευθύνεται, λοιπόν, ο Προβλεπτής προς τη Βενετσιάνικη Γερουσία, η οποία είχε σημαντικά στρατηγικά συμφέροντα από τη γεωγραφική θέση της Ζακύνθου, και ζητεί να βρει αυτή αποτελεσματικούς τρόπους ειρηνεύσεως των δύο οικογενειών και παρατάξεων. Οι φόνοι, τα επεισόδια και άλλα, άγνωστα έως τώρα, τοπικά γεγονότα της χρονικής περιόδου 1582 – 1583, πλαισιωμένα όλα από την αδιάλλακτη έχθρα των δύο οικογενειών και παρατάξεων, αποτελούν το αντικείμενο των υπολοίπων ανεκδότων εκθέσεων του Προβλεπτή Ζακύνθου Giov. Antonio Venier. Οι πολύτιμες αυτές εκθέσεις αποκτούν ιδιαίτερη αξία για την ιστορική έρευνα της κοινωνίας της Ζακύνθου στα χρόνια εκείνα. Εμείς, ωστόσο, είμαστε υποχρεωμένοι εδώ να σταματήσουμε αποκλειστικά και μόνο στο σκοτεινό ζήτημα της δολοφονία του Κωνσταντίου Νουκίου Σιγούρου.


Ο Ε. Ρ. Ραγκαβής γράφει ότι ο αδελφός του Αγίου Διονυσίου Κωνσταντίνος σκοτώθηκε σε κάποια μάχη στην Πελοπόννησο, στα 1582. Ο Ραγκαβής, ωστόσο, παραλείπει να μνημονεύσει την πηγή από όπου αντλεί την πληροφορία του. Όπως κι άλλες πληροφορίες του Ραγκαβή για τη Ζακυνθινή οικογένεια Σιγούρου, έτσι κι αυτή ελέγχεται ανακριβής. Ο Λ. Χ. Ζώης απέδειξε, από επίσημα έγγραφα του κατεστραμμένου Αρχειοφυλακείου Ζακύνθου, ότι ο Κωνσταντίνος Νουκίου Σιγούρος ζούσε μέχρι την 14 Ιουλίου 1580, που έδωσε στον Ιω. Μαλλιαρά το περιβόλι του στις Βαρές (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ιω. Δρακόπουλος), και είχε πεθάνει πριν από την 21 Δεκεμβρίου 1580, που ο Ιεράρχης Διονύσιος και ο πενθερός του αδελφού του, Θεόδωρος Παΐδης, παρίστανται ως επίτροποι της κληρονομίας του «ποτέ μισέρ Κωνσταντή Σιγούρου» (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ν. Παπαγιαννόπουλος).


Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος παντρεύτηκε τη Σταματούλα Θεοδώρου Παΐδη. Από το γάμο του, απέκτησε δύο κόρες, την Παυλίνα και τη Φιορού. Η πρώτη πέθανε νεώτατη κ’ η δεύτερη παντρεύτηκε στα 1600, τον Π. Στυλιανέση. Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος, επιφανής άρχοντας και κτηματίας, απέτυχε την 19 Ιουνίου 1580, ως Σύνδικος της Κοινότητας Ζακύνθου, ψηφίσθηκε, όμως, ως Κήνσωρ, με ψήφους 81 κατά 45. Η αποτυχία του εκείνη να υπερψηφισθή Σύνδικος, μήπως υπήρξε απαρχή της φιλονικίας των Σιγούρων με τους Μονδίνους; Εξέχοντες Υμνογράφοι του Αγίου Διονυσίου, κυρίως, όμως, η αγέραστη και ζωντανή παράδοση της Ζακύνθου, αναφέρουν ότι ο Κωνσταντίνος Νουκίου Σιγούρος δολοφονήθηκε κι ο φονιάς, κυνηγημένος από τις Αρχές, περιπλανήθηκε άθελά του στα βουνά κι έφθασε στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου ζήτησε άσυλο από τον άγνωστό του Ηγούμενο και αδελφό του θύματος. Ο κακούργος εξομολογήθηκε το φρικτό έγκλημά του στον Ηγούμενο της Αναφωνήτριας. Ο Άγιος Διονύσιος έκρυψε από τους στρατιώτες και συγχώρησε το φονιά του αδελφού του και, μάλιστα, τον βοήθησε να φύγη με μια βάρκα, μέσα στη νύχτα, για την απέναντι στεριά της Κεφαλονιάς.


Η εγκυρότερη μαρτυρία της συγγνώμης του Αγίου Διονυσίου προέρχεται από τον Υμνογράφο του, Άγγελο Σουμάκη, γνωστό άρχοντα και λόγιο της Ζακύνθου. Ο Άγγελος Σουμάκης ή Συμμάχιος εξυμνεί την πράξη συγγνώμης του Αγίου Διονυσίου προς το φονιά του αδελφού του, την οποία είχε ακούσει ασφαλώς από το στόμα των γονέων, συγγενών και συμπολιτών του, συγχρόνων της ζωής ή του θανάτου του Ιεράρχη. Παρ’ όλη την έλλειψη ως τώρα σύγχρονης γραπτής μαρτυρίας για τη δολοφονία του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου, εμείς την παραδεχόμαστε, από πολλά επίσημα στοιχεία, ως το ιστορικό γεγονός των αρχών Δεκεμβρίου του 1580. Μια έρευνα στον κυκεώνα των Βενετσιάνικων Αρχείων, πιστεύουμε πως, ανάμεσα σ’ άλλα, θα έφερνε στο φως και το κλειδί του ιστορικού αυτού ζητήματος! Ωστόσο, υπάρχει από τα πράγματα ένα μυστήριο γύρω από την απόκρυψη της δολοφονίας του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου.


Η μοναδική έγγραφη πηγή της Ζακύνθου, που θα έλυνε οριστικά το σκοτεινό αυτό ζήτημα, εξαφανίσθηκε σκόπιμα σε άγνωστη εποχή και από άγνωστο πρόσωπο! Ένα μεγάλο «γιατί» γεννιέται αυθόρμητα, ύστερ’ από την ανάγνωση της παρακάτω επίσημης μαρτυρίας του Λ.Χ. Ζώη: «Ανέτρεξα εις πολλάς πηγάς, προς εξακρίβωσιν του θανάτου του (του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου), διεξήλθα κατά λέξιν σχεδόν όλους τους τότε συμβολαιογράφους και άλλα έγγραφα, εζήτησα σχετικάς πληροφορίας εκ των Αρχείων Κερκύρας και Βενετίας, αλλ’ αι παρασχεθείσαι μοι πληροφορίαι ουδόλως διελεύκαναν το τόσω σκοτεινόν, όσω και ενδιαφέρον ζήτημα τούτο. Μία μόνη ευτυχής σύμπτωσις παρουσιάσθη, η οποία και προς στιγμήν εθέρμανε τας ελπίδας μου. Ήτο η ανακάλυψις παρά τω Αρχειοφυλακείω Ζακύνθου του Βιβλίου Αποφάσεων του Κακουργοδικείου των ετών 1580 – 1584, όπου ήλπιζα ότι θ’ ανεύρισκον την καταδικαστικήν απόφασιν του φονέως και την αιτίαν του φόνου του Κωνσταντίνου Σιγούρου, αν, πράγματι, συνέβη τοιούτος.


Ατυχώς, αι ελπίδες μου διεψεύσθησαν, διότι εκ του ανωτέρω βιβλίου έχουν αποσπασθή και φαίνονται τα ίχνη της εκραφής τα υπ’ αρ. 5 και 6 (φύλλα), σελίδες τέσσαρες, ακριβώς εις τα φύλλα εκείνα, εις τα οποία διαλαμβάνονται αι καταδικαστικαί αποφάσεις από το τέλος Νοεμβρίου 1580 μέχρι της 6 Μαρτίου 1581. Επίσης, και εκ του τέλους του βιβλίου έχουν αποσπασθή δύο σελίδες, εν αις ονομαστικόν ευρετήριον των περιεχομένων του βιβλίου. Τι να υποθέση τις εντεύθεν; Υπήρχε πράγματι εις τας ελλειπούσας σελίδας το όνομα του φονέως του Κωνσταντίνου Σιγούρου και η αιτία της πράξεως; Και αν υπήρχε, ποία χειρ βέβηλος ή αργυρώνητος απέσπασε τα σελίδας εκείνας; Και οι αποσπάσαντες -διότι, ασφαλέστατα, αι σελίδες απεσπάσθησαν σκοπίμως- ήσαν τάχα ενδιαφερόμενοι, ήσαν συγγενείς του δράστου, ζητήσαντες ούτω ν’ αποκρύψουν από τας μελλούσας γενεάς το όνομα του φονέως του αδελφού του Αγίου, δια την αλγεινήν εντύπωσιν, ή άραγε του παθόντος, φονευθέντος ίσως δια πράξιν, η οποία, χάριν του γοήτρου της οικογένειας των Σιγούρων, θα έπρεπε να μη γίνη γνωστή εις τους μεταγενέστερους; Όπως και αν έχη το πράγμα, μυστήριον καλύπτει την υπόθεσιν ταύτην…».


Και ερωτάται: Την απόσπαση των σελίδων εκείνων, όπου υπήρχε το όνομα του φονιά, τα αίτια της πράξεως, κι η καταδικαστική απόφαση, επραγματοποίησαν οι Μονδίνοι ή οι Σιγούροι; Ας λεχθεί ότι παλιότερα είχε διορισθεί Αρχειοφύλακας Ζακύνθου κάποιος Μονδίνος και, συνεπώς, η απόσπαση των σελίδων ήταν εύκολη. Επίσης, δεν πρέπει ν’ αποκλεισθεί καθόλου και η εκδοχή της αποσπάσεως των σελίδων από την οικογένεια των Σιγούρων, από ευσχημοσύνη προς το πρόσωπο του Αγίου, αν όχι και σύμφωνα με την απαίτηση του ίδιου, για να ειρηνεύσουν τα πνεύματα.


Η τελευταία αυτή εκδοχή πλησιάζει περισσότερο προς την αλήθεια, επειδή, αν προσέξει κανείς σ’ όλα τα μεταγενέστερα οικογενειακά συμβόλαια του Αγίου Διονυσίου, θα παρατηρήσει ότι σε κανένα απ’ αυτά δε μνημονεύεται ο τρόπος του θανάτου του αδελφού του, αλλά πάντα η έκφραση «ο μακαρίτης μισέρ Κωνσταντής» κι ακόμα, το σπουδαιότερο, ότι ύστερ’ από λίγα χρόνια, η τόσο επιθυμητή συμφιλίωση των δύο οικογενειών είχε πραγματοποιηθεί, χωρίς καμμίαν επέμβαση ή πίεση της Βενετίας. Πίσω απ’ όλα αυτά, είμαστε βέβαιοι ότι υπήρχε η απέραντη ανεξικακία και συγνώμη του Αγίου μας, ο οποίος, αφού ήπιε ολόκληρο το φοβερό εκείνο ποτήρι της δολοφονίας του αγαπημένου του αδελφού, έσφιξε την καρδιά του, κοίταξε ψηλά και αγωνίσθηκε σκληρά με όλους, και πρώτ’ απ’ όλα με τον ίδιο τον εαυτό του, για να ξεχασθή το τρομερό εκείνο έγκλημα, που μάτωσε τόσο την ψυχή του, να ειρηνεύσουν οι δύο πρωτεύουσες οικογένειες και να συμφιλιωθούν οι συμπολίτες του.


Όπως είναι γνωστό, από τα πρώτα χρόνια του 13ου αιώνα, είχαν καταλυθεί από τους φράγκους δυνάστες της Ανατολής οι ορθόδοξοι αρχιερατικοί θρόνοι της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου. Στα μέσα περίπου του 15ου αιώνα, επί Λεονάρδου Β΄ Τόκκου, διορίσθηκε κοινός ορθόδοξος επίσκοπος Κεφαλονιάς, Ζακύνθου, Ιθάκης και Στροφάδων ο Γεράσιμος Λοβέρδος και, συγχρόνως, θεσπίστηκε να εκλέγει πάντα τον Επίσκοπο, με τη συμμετοχή υποψηφίων Ιθακησίων, Κεφαλλήνων και Ζακυνθίων, αποκλειστικά και μόνο ο κεφαλληνιακός κλήρος. Είναι άγνωστο γιατί ο Λεονάρδος Β΄ Τόκκος ή οι διάδοχοί του έδωσαν στον κεφαλληνιακό κλήρο το χαριστικό αυτό προνόμιο.


Από τότε ο κεφαλληνιακός κλήρος, από αίσθημα τοπικισμού, απέκλεισε τους άξιους του αξιώματος Ζακυνθινούς ιερωμένους (Ιθακήσιοι ποτέ δεν υπέβαλαν υποψηφιότητα) και εξέλεγε Κεφαλλήνιους επισκόπους. Ύστερ’ από την εκλογή και την έκδοση της πατριαρχικής άδειας, ακολουθούσε η χειροτονία του επισκόπου, από το μητροπολίτη Κορίνθου. Έτσι, η κοινή, πλέον, επισκοπική έδρα Κεφαλονιάς και Ζακύνθου εξακολούθησε να υπάγεται στο μητροπολίτη Κορίνθου, σύμφωνα με την αναγνωρισμένη από παλιότερα ορθόδοξη εκκλησιαστική θεσμοθεσία. Η δικαιοδοσία, όμως, του κεφαλληνιακού κλήρου επί του ζακυνθινού, όπως επέβαλλαν οι τύποι και τα προνόμια – θεσπίσματα των άλλοτε κυριάρχων φράγκων, έγινε απαρχή εκκλησιαστικών διενέξεων των δύο Νησιών.


Όταν οι Βενετοί έγιναν κύριοι της ερημωμένης σχεδόν Ζακύνθου (1485) κι ακόμα στα πρώτα χρόνια του 16ου αιώνα, εξ αιτίας του αποικισμού και της ακαταστασίας των καιρών, είχε αμεληθεί από τους εγκατοίκους η ανάγκη της επανιδρύσεως του ορθόδοξου τοπικού επισκοπικού θρόνου. Οι κάτοικοι, στα δύσκολα εκείνα χρόνια, έχτιζαν σπίτια ή ξεχέρσωναν χωράφια για την επαναφορά ομαλών συνθηκών κάποιας κοινωνικής ζωής. Η Βενετία, ωστόσο, έδωσε το δικαίωμα της εκλογής ορθοδόξου αρχιερέα (πρωτοπαπά) για την προσωρινή διοίκηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Ο πρωτοπαπάς κανόνιζε γάμους, επέτρεπε αφορισμούς, έκρινε υποθέσεις εκκλησιαστικές κλπ, εκτός από τη χειροτονία ιερωμένων. Οι υποψήφιοι έπρεπε να πηγαίνουν στην Κεφαλονιά και να χειροτονούνται από τον ορθόδοξο επίσκοπο Κεφαλονιάς και Ζακύνθου. Ο πρωτοπαπάς της Ζακύνθου εκλεγόταν από τον ορθόδοξο επίσκοπο των δύο Νησιών μέχρι του 1601, οπότε αποφασίστηκε να διορίζεται κάθε πενταετία, ύστερ’ από ψηφοφορία του Συμβουλίου Ζακύνθου.


Η Κοινότητα Ζακύνθου, που είχε προκαλέσει την απόφαση της Γερουσίας, είχε ζητήσει, με πρεσβεία σταλμένη στη Βενετία, να γίνεται η εκλογή τού πρωτοπαπά από τον εγχώριο κλήρο του Νησιού. Η Βενετία, όμως, απέρριψε την αίτηση της Κοινότητας Ζακύνθου, γιατί δεν ήθελε ποτέ ν’ αποκτήσει αυτοτέλεια ή ανεξαρτησία η Ορθόδοξη Εκκλησία των υπηκόων της. Είναι αλήθεια ότι η Βενετία είχε παραχωρήσει ορισμένες ελευθερίες ή προνόμια στον ορθόδοξο κλήρο της Επτανήσου. Η Ορθοδοξία των Ιονίων Νήσων δεν έπαθε από τους Βενετούς όσα επί των Σταυροφόρων και Φράγκων δυναστών της Ανατολής. Η σύγκριση στην Ιστορία είναι απαραίτητη προϋπόθεση αντικειμενικότητας και δικαιοσύνης.


Η Βενετία, στις οξύτατες αντιδικίες ορθοδόξων και καθολικών, έδειχνε ιδιαίτερη εύνοια στους Έλληνες κι έφθανε μέχρι του σημείου να θεωρείται ότι αντιμάχεται την Καθολική Εκκλησία. Ύψιστα συμφέροντα της Βενετίας υπαγόρευαν την υποχρεωτική αυτή πολιτική. Έβλεπε και θαύμαζε τους Έλληνες, από τα 1475, να ρίχνονται, μ’ όλη τους την καρδιά, στους Τουρκοενετικούς πολέμους, υποστηρίζοντας με αυταπάρνηση τη σημαία του Αγίου Μάρκου. Η Βενετία καλλιεργούσε τα εθνικά ιδεώδη των Ελλήνων εναντίον ενός κοινού εχθρού. Η ιστορία των Τουρκοενετικών πολέμων έχει να δείξει πολλούς ήρωες Επτανήσιους στη στεριά και το πέλαγος. Αυτούς τους γενναίους πολεμιστές είχε ανάγκη πάντα η Βενετία στους ατελείωτους πολέμους της. Και σε πολλές περιπτώσεις, ήθελε να φαίνεται απέναντί τους ευνοϊκή και πρόθυμη. Ωστόσο, οι εκκλησιαστικές ελευθερίες, που παραχωρούσε η Βενετία στους Επτανήσιους, ήταν πάντα καλοζυγισμένες, στα μέτρα της δικής της αποικιακής πολιτικής.


Οι ανωμαλίες, οι προστριβές και οι ταραχές στα εκκλησιαστικά πράγματα της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου είχαν δημιουργήσει αληθινό αδιέξοδο σε όλους. Ο επίσκοπος υπέβλεπε τον πρωτοπαπά και ο πρωτοπαπάς τον επίσκοπο. Αγανακτούσε ή απειθούσε ο πρωτοπαπάς και το ιερατείο της Ζακύνθου στις διαταγές των Τόκκων για τα χαριστικά δικαιώματα του επισκόπου. Αντιδρούσε ο επίσκοπος, από λόγους οικονομικούς ή γοήτρου, όταν ορθόδοξοι αρχιερείς, έστω και αχρημάτιστα ή με πατριαρχικό διορισμό, εξασκούσαν στη Ζάκυνθο χρέη επισκοπικά, και κατέφυγε στην επέμβαση της Βενετίας. Οι αντιθέσεις και διαφορές έφθαναν ως το Δόγη, ο οποίος απέρριπτε αδιάκοπα τα δίκαια αιτήματα της Ζακύνθου για ουσιαστική ισότητα και δικαιοσύνη στην εκκλησιαστική αυτή διένεξη.


Εν’ από τα σημαντικότερα επεισόδια της διενέξεως αυτής ήταν η χειροτονία του Ζακυνθινού Παχωμίου Μακρή (1557) ως επισκόπου Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, από το μητροπολίτη Κορίνθου, χωρίς προηγούμενη ψηφοφορία του κλήρου της Κεφαλονιάς. Αγανακτισμένη, ξεσηκώθηκε τότε η Κοινότητα της Κεφαλονιάς και διαμαρτυρήθηκε στο Δόγη της Βενετίας για την παράνομη εκλογή, που αγνοούσε τη διαδικασία του καθεστώτος των Δε Τόκκων. Ακόμα και ο πρωτοπαπάς της Ζακύνθου ήλθε αντιμέτωπος με τον συμπολίτη του επίσκοπο, διαμαρτυρόμενος εντονότατα, επειδή έχανε τα δικαιώματα του αξιώματός του! Αντιπρόσωποι και πρεσβείες της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου έφθαναν άλλη μια φορά στη Βενετία, για την επίλυση της εκκλησιαστική αυτής διαφοράς. Η Βενετσιάνικη Γερουσία, με θέσπισμά της από 8 Φεβρουαρίου 1558, χωρίς ν’ ακυρώσει την εκλογή του επισκόπου Μακρή, έστειλε αυστηρή διαταγή στο μητροπολίτη Κορίνθου, να μη χειροτονεί πια παρά μονάχα τον εκλεκτό του κλήρου της Κεφαλονιάς, χωρίς, όμως, να αποκλείονται σαν υποψήφιοι οι κληρικοί της Ζακύνθου. Η Κοινότητα Ζακύνθου είχε ζητήσει τότε (1558) από τη Βενετσιάνικη Γερουσία να εκλέγει ο Ζακυνθινός κλήρος δικό του επίσκοπο, αλλά η αίτηση αυτή δεν έγινε δεκτή.


Ύστερ’ από το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Κεφαλονιάς και Ζακύνθου Φιλοθέου Λοβέρδου (1581), οι συμπολίτες του Ιεράρχη Διονυσίου τον προέτρεψαν να βάλει υποψηφιότητα για τη χηρεύουσα μητροπολιτική έδρα. Ο Ιεράρχης αρνήθηκε αρχικά^ ωστόσο, υποχρεώθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του, ύστερ’ από επίμονες θερμές παρακλήσεις των κληρικών και κατοίκων της Ζακύνθου, που ήθελαν να ιδούν κι αυτοί Αρχιεπίσκοπο της κοινής μητροπολιτικής έδρας ένα συμπολίτη τους και, μάλιστα, το φημισμένο για τις αρετές του πρώην Ιεράρχη της Αίγινας.


Όταν διατάχθηκε η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, ο Ιεράρχης Διονύσιος όρισε ως επίτροπό του το λόγιο συμπολίτη, επιστήθιο φίλο και συμμοναστή του, Σωφρόνιο Κατηλάνο, ο οποίος πήγε στην Κεφαλονιά και πρότεινε την υποψηφιότητα του Διονυσίου Σιγούρου, με τις εξής υποσχέσεις, αν εκλεγόταν: α) Κανένα δικαίωμα δεν θα έπαιρνε από τους ιερωμένους, όπως έκαναν ως τότε οι επίσκοποι, β) Θα χειροτονούσε χωρίς καμμιάν αμοιβή, γ) Θα έμενε οχτώ μήνες του χρόνου στην Κεφαλονιά και τέσσαρες στη Ζάκυνθο, και δ) Θα έδινε τριακόσια δουκάτα για την ανοικοδόμηση της επισκοπής. Ο Σωφρόνιος Κατηλάνος υπέβαλε την έγγραφη αναφορά για την υποψηφιότητα του Ιεράρχη Διονυσίου, στο ιερατείο και τους Συνδίκους της Κεφαλονιάς, την 25 Ιουλίου 1582. Στην εκλογή εκείνη, υποψήφιος ήταν και ο λόγιος ιερωμένος Νεκτάριος Μακρής.


Ο τοπικισμός, όμως, του κλήρου της Κεφαλονιάς αδιαφόρησε για όλα: Εψήφισε ως επίσκοπο ένα νεαρό στην ηλικία Ληξουριώτη, το Νεόφυτο Κολοκυθά. Η απόφαση αυτή επισφράγιζε οριστικά το γεγονός ότι ο κλήρος της Κεφαλονιάς δεν ήθελε ν’ ανέβει στο Θρόνο επίσκοπος Ζακυνθινός! Έτσι, ερεθίστηκε ακόμη περισσότερο το αίσθημα και η αγανάκτηση των Ζακυνθινών, που έστειλαν αμέσως νέα πρεσβεία στο Δόγη της Βενετίας, καταγγέλλοντας τις αδικίες του κλήρου της Κεφαλονιάς. Ανάμεσα στ’ άλλα, η Κοινότητα Ζακύνθου ζητούσε να μεταρρυθμιστεί ο ρόλος της εκλογής για την ανάδειξη του ποιμενάρχη: Η εκλογική συνέλευση ν’ αποτελείται από ισάριθμους κληρικούς των δυο νησιών και η ψηφοφορία να γίνεται όχι μόνο στην Κεφαλονιά, αλλά και στη Ζάκυνθο, για να διατηρείται πάντα η ισότητα. Ο τότε Δόγης Πασχαλίγος Τσικόνιας, με τη συνηθισμένη φρασεολογία της Βενετίας, αναγνώρισε, σε ψήφισμα της 13 Δεκεμβρίου 1591, ως ορθά και δίκαια τα παράπονα των Ζακυνθινών και υποσχέθηκε να γράψει στον Προβλεπτή της Κεφαλονιάς «όπως διατηρώνται άπαντα τα υπό της ημετέρας αυθεντίας προαποφασισθέντα περί της εκλογής επισκόπων εκείνων των πόλεων». Αυτή η αργοπορημένη απάντηση ήταν όλο κι όλο το αποτέλεσμα της διαμαρτυρίας της Κοινότητας Ζακύνθου. Οι διενέξεις, ωστόσο, των δύο Κοινοτήτων, Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, εξακολούθησαν και στα μεταγενέστερα χρόνια.


Από την άνοιξη του 1622, κλονίσθηκε σοβαρά η υγεία του Ιεράρχη Διονυσίου. Τα γερατειά, η ασκητική ζωή και, κυρίως, οι αρρώστειες, είχαν καταβάλει ανεπανόρθωτα τον οργανισμό του Ερημίτη του Μοναστηριού της Αναφωνήτριας. Ο Ιεράρχης ήταν υποχρεωμένος να μένη πια στο κελλί του, άρρωστος και αδύναμος, για την προσωπική εποπτεία και διεκπεραίωση των πολλαπλών διοικητικών ζητημάτων του Μοναστηριού του. Η κατάσταση αυτή εξακολούθησε ως τις αρχές Αυγούστου του ίδιου χρόνου. Έτσι, την 21 Μαΐου 1622 εξουσιοδότησε τον ιεροδιάκονο της Μονής Αναφωνήτριας να συμβληθεί με τον Ι. Γκούσκο, για ένα αμπέλι του Μοναστηριού στις Βαρές (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Δ. Θεοδόσης). Επίσης, την 4 Αυγούστου 1622 εξουσιοδότησε το μοναχό Γ. Τριπήλα να έλθει σε συμφωνία με το Γ. Τσουκαλά, για μερικές αγελάδες της Μονής Αναφωνήτριας (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Δ. Θεοδόσης).


Το φθινόπωρο του 1622, η κατάσταση της υγείας του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου χειροτέρευσε. Οι συγγενείς του τον έπεισαν ότι έπρεπε να έλθη κοντά τους, στην πόλη. Έτσι, άφησε την Αναφωνήτρια κ’ εγκαταστάθηκε, άρρωστος βαρειά, στο σπίτι της αδελφής τους (οικία Ιωάννη Μακρή). Την 10 Οκτωβρίου 1622, οι σύνδικοι Ζακύνθου Ιωάννης Γαβριηλόπουλος και Μάρκος Σιγούρος, σε μακροσκελή τους έκθεση προς το Δόγη της Βενετίας, γράφουν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Attrovandosi il R. mo Mon. sig. Arcivescovo D.o Dionisio Sicuro Nobile di questa citta, habbate di detto Monasterio, di eta d’ anni settantacinque incirca, indisposto da gravi et diverse malatie dalle qualli, et anco per la sua senil eta, judicamo che il Sommo Fattore lo volgia a se chiamare…» (= Ο Πανιερώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύριος Διονύσιος Σιγούρος, ευγενής της πόλεως ταύτης, αββάς του Μοναστηρίου της Παναγίας Αναφωνήτριας, ετών περίπου εβδομήκοντα και πέντε, από βαριά και διάφορα νοσήματα (da gravi et diverse malatie), καμπτόμενος, καθώς και από την γεροντικήν ηλικίαν, νομίζομεν ότι ο Υπέρτατος Δημιουργός θα τον καλέσει πλησίον Του…).


Ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Σιγούρος αναπαύθηκε στους κόλπους του Θεού τη 17 Δεκεμβρίου 1622, όπως αποδεικνύεται από επίσημο έγγραφο της εποχής. Λίγο πριν από την κοίμησή του, ο Ιεράρχης Διονύσιος εζήτησε να ταφή στα Στροφάδια, όπου αφιέρωσε ολόκληρη την περιουσία του. Είναι άγνωστο αν είχε κάμει διαθήκη ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Σιγούρος. Οπωσδήποτε, στον κατεστραμμένο φάκελο εγγράφων Αγίου Διονυσίου, που υπήρχε προσεισμικά στο Αρχειοφυλακείο Ζακύνθου, είχαν συγκεντρωθή ανέκδοτες μαρτυρίες σχετικές με την κοίμηση, την κηδεία και τη μετακομιδή του Λειψάνου στα Στροφάδια.


Ο ιστοριοδίφης Λ. Ζώης, αντλώντας από τις επίσημες εκείνες πηγές, που, δυστυχώς, καταστράφηκαν χωρίς να δημοσιευθούν, γράφει τα εξής: «Δι’ επισήμου και επιβλητικωτάτης κηδείας, εκ της οικίας του Ιωάννου Μακρή, όπου απέθανεν ο Ιεράρχης, μετεκομίσθη το Λείψανον κατ’ ευθείαν εις την αποβάθραν, εκείθεν δε επεβιβάσθη εις τίνα φρεγάδαν. Μεταξύ του παρακολουθούντος την κηδείαν πλήθους, παρευρίσκοντο και οι Λουκάς Καρρέρ, Ιωάννης Ρουκάνης, Μάρκος ιερ. Μελισσηνός, Ιωάννης Καψοκέφαλος, Τιμόθεος ιερ. Σοπραμάσαρος, Λαυρέντιος ιερ. Βέργαμος, Πέτρος Δαλλ’ Ακουϊλα και δρ. Μάρκος Κοκκίνης, οι οποίοι πάντες, κληθέντες υπό της εξουσίας, εβεβαίωσαν, ότι κατά την 18 Δεκεμβρίου, ο νεκρός του Αρχιεπισκόπου Σιγούρου μετεκομίσθη εκ της οικίας Μακρή εις την παραλίαν μετά και δύο κιβωτίων, ότι επεβιβάσθη εις φρεγάδαν, ότι άπασαν την περιουσίαν του ο Ιεράρχης κατέλιπεν εις την Μονήν Στροφάδων, και ότι ουδέν είχε κληροδοτήσει εις την Μονήν Αναφωνήτριας».


Είναι φανερό ότι στα δύο κιβώτια, που μεταφέρθηκαν στη φρεγάδα μαζί με το Λείψανο, θα πρέπει να υπήρχε η εκκλησιαστική κληρονομιά του Αγίου Διονυσίου στο Αυτοκρατορικό Μοναστήρι των Στροφάδων, δηλαδή εκκλησιαστικά ιερά σκεύη, αφιερώματα, ευαγγέλια, άμφια, βιβλία και χειρόγραφα. Τι απέγιναν, όμως, όλα αυτά; Το Λείψανο τάφηκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Στροφάδων. Ύστερα από κάμποσα χρόνια, έγινε η ανακομιδή, σύμφωνα με τη μοναστηριακή τάξη, και το Λείψανο βρέθηκε άθικτο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει σ’ αυτό από την ημέρα του ενταφιασμού. Μόνο η άκρη της μύτης και δύο δόντια τού έλλειπαν. Από τότε, ένα θείο άρωμα, σαν παραδείσιο μύρο, ξεχύνεται από το Λείψανο του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου. Κάτι σαν άρωμα μοσχολίβανου, συνταιριασμένο, θαρρείς, με άρωμα και τριαντάφυλλου και γιασεμιού και χίλιων άλλων λουλουδιών. Οι Μοναχοί εδόξασαν το Θεό και πήγαν το ιερό Λείψανο στο νάρθηκα της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα.


Όταν άρχισε ο βενετοτουρκικός πόλεμος για την Κρήτη, οι Μοναχοί των Στροφάδων, από φόβο ενδεχόμενης απόβασης των βαρβάρων στο ιστορικό Μοναστήρι τους, επήραν το ιερό Λείψανο ανεπίσημα κι όσα πολύτιμα πράγματα είχαν κι ήρθαν στη Ζάκυνθο. Εκεί, πήγαν το Λείψανο στην εκκλησία της Παναγίας του Καλητέρου (Μετόχι των Στροφάδων). Όταν πέρασε ο πόλεμος κ’ έγινε ειρήνη στη στεριά και τη θάλασσα, οι Πατέρες ξαναγύρισαν στα Στροφάδια, παίρνοντας μαζί τους το Λείψανο και τα πολύτιμα πράγματα που είχαν φέρει στη Ζάκυνθο. Αυτή ήταν η πρώτη μετακομιδή του ιερού Σκήνους, που συνδέεται και με πολλά θαύματα του Ιεράρχη Διονυσίου. Το Λείψανο του Ιεράρχη τοποθετήθηκε από τους Μοναχούς όρθιο στον επισκοπικό θρόνο της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα στα Στροφάδια. Στα τέλη του 17ου ή αρχές του 18ου αιώνα, οι Μοναχοί των Στροφάδων άρχισαν να ενεργούν για ν’ ανακηρυχθεί Άγιος ο Ιεράρχης Διονύσιος. Έτσι, αφού συγκεντρώθηκαν τα έξοδα του ταξιδιού, με συνεισφορά του Μοναστηριού των Στροφάδων, συγγενών και συμπολιτών του Ιεράρχη Διονυσίου, στάλθηκαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης (1703) αρμόδια πρόσωπα, με πολυσέλιδη αναφορά της Εκκλησίας και Κοινότητας Ζακύνθου, όπου γινόταν ευρύς λόγος για τη ζωή και τα θαύματα του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ, με συνοδική έκθεση, ανακήρυξε τον Αρχιεπίσκοπο Διονύσιο Σιγούρο, Άγιο.


Ύστερα από τη Συνοδευτική έκθεση, εκδηλώνεται στη Ζάκυνθο η φροντίδα για την ίδρυση ναού αφιερωμένου στον Άγιο Διονύσιο. Έτσι, την 1η Μαΐου 1708, ο Ευστάθιος Χρυσοβέργης παραχωρεί ένα σπίτι του (συνοικία Άμμου) σ’ αιώνια εδαφομονή, για 9 ρεάλια και μισή λίτρα κεριού, κάθε χρόνο, στους πατέρες της Μονής Στροφάδων, οι οποίοι, αφού το γκρέμισαν, έκτισαν εκεί εκκλησία στ’ όνομα του Αγίου Διονυσίου. Κατά τη διάρκεια του νέου βενετοτουρκικού πολέμου (1715-1718), οι Επτανήσιοι έζησαν ακόμα μια φορά τον εφιάλτη των εχθρικών επιδρομών. Το καλοκαίρι του 1716, ο τουρκικός στόλος, με ναύαρχο τον Καπουδάν Χοδζά πασά, είχε σηκώσει άγκυρα για την εκπόρθηση της Κέρκυρας και των άλλων Ιονίων Νήσων. Από το πέλαγος, ο Καπετάν πασάς έστειλε γράμμα προς τους συνδίκους της Ζακύνθου «ότι αυτός μεν εκπλέει κατά Κέρκυρας, ην αφεύκτως θέλει υποτάξη εις τον ατρόμητον αυτού δύναμιν.


Διο οι Ζακύνθιοι ώφειλον, προς αποφυγήν των δεινών, να υποταχθώσιν αυτώ, και δια πολλών πλουσίων δώρων προσφερομένων τω Μεγάλω Σουλτάνω θα τύχωσι συγχωρήσεως τη συνεργεία αυτού, και διατηρήσωσι, τα προνόμια της πόλεώς των παρά του Σουλτάνου. Εις εναντίαν δε περίπτωσιν, καθ? ην θέλει αρνηθώσι τας απαιτήσεις του, δια πυρός και μαχαίρας, θέλει εξολοθρεύσει αυτούς, και κατερημώσει τον τόπον των…». Οι σύνδικοι της Ζακύνθου απέρριψαν την ιταμή επιστολή και πήραν αποφάσεις από κοινού με τον Προβλεπτή για την καλύτερη οργάνωση της άμυνας του Κάστρου και των παραλιών. Η απειλή, ωστόσο, του Τούρκου ναυάρχου έγινε γνωστή από τη Ζάκυνθο στα Στροφάδια κι οι μοναχοί, έκρυψαν το ιερό Λείψανο του Αγίου, τις ιερές εικόνες και όσα πολύτιμα πράγματα είχαν, μέσα σε δύο σπηλιές. Στην πρώτη σπηλιά, έκρυψαν το ιερό Λείψανο και στη δεύτερη, την αρχαία θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Παντοχαράς και άλλα πολύτιμα είδη του Μοναστηριού.


Ο τουρκικός στόλος πέρασε από τ’ ανοιχτά των Στροφάδων και της Ζακύνθου. Αρχές Ιουλίου 1716, έφθασε στην Κέρκυρα. Η πολιορκία των Τούρκων απέτυχε οικτρότατα. Έλληνες και Βενετοί πολέμησαν ηρωικά κ’ έδειξαν αυταπάρνηση και γενναιότητα. Ωστόσο, η αποχώρηση των απίστων, από την περιοχή του Κάστρου της Κέρκυρας, έγινε ύστερ’ από θαύμα του μεγάλου και θαυματουργού Αγίου Σπυρίδωνος. Ο Άγιος Σπυρίδων, ακόμα μια φορά, έδιωχνε από το Νησί των Φαιάκων το θανάσιμο κίνδυνο της τουρκικής απειλής και κατακτήσεως. Η οριστική κατατρόπωση και ντροπιασμένη φυγή από την Κέρκυρα του Καπετάν πασά, από θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος, ανάγκασε τον τουρκικό στόλο να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Ο πόλεμος, ωστόσο, εξακολουθούσε. Η Μεσόγειος έβραζε από πλοία και στο Ιόνιο έπεφτε βαριά η απειλητική σκιά των Αγαρηνών.


Τον Αύγουστο του 1717, ένα χρόνο ύστερ’ από την επαίσχυντη φυγή του Καπετάν πασά, τουρκικά πλοία, με αρχηγό τον αιμοδιψή πειρατή της Κάνκας Μουστή ή Μοστρίνο, αγκυροβόλησαν στο λιμάνι των Στροφάδων κι ελεηλάτησαν το Μοναστήρι. Ο πειρατής έπιασε τους μοναχούς, εκτός από τέσσαρες, που πρόφθασαν να κρυφθούν σε τρύπες της γης, και τους υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια, για να μαρτυρήσουν τους κρυμμένους θησαυρούς του Μοναστηριού. Οι μοναχοί δε μπορούσαν ν’ ανθέξουν περισσότερο στα βασανιστήρια κι έδειξαν τις δύο σπηλιές.


Ο Μοστρίνος διάταξε τότε να σκοτώσουν μερικούς μοναχούς και να κάψουν τα σώματά τους. Ύστερα, πήρε μαζί του πολλούς αιχμάλωτους πατέρες, την εικόνα της Παναγίας και τους άλλους θησαυρούς του Μοναστηριού. Ανάμεσα στους Τούρκους, ήταν και τέσσαρες Χριστιανοί, αιχμάλωτοι πιθανότατα, οι οποίοι έκοψαν τα χέρια του Αγίου από ευλάβεια και τα έκαμαν «εις τέσσαρα μέρη δι’ αγιασμόν των». Αλλη πηγή, ωστόσο, αναφέρει, ότι τα χέρια του Αγίου τα έκοψαν οι Αγαρηνοί. Όταν ήταν έτοιμοι να φύγουν, οι άπιστοι ληστοπειρατές εσήκωσαν το υπόλοιπο ιερό Λείψανο και το έβαλαν πάνω σ’ ένα βαρέλι με πυρίτιδα, βάζοντας ολόγυρα φωτιά. Όμως ο Αγιος Διονύσιος έκαμε το θαύμα του και το μπαρούτι δεν έπιασε φωτιά κ’ έτσι το βαρέλι δεν ανατινάχθηκε.


Η λεηλασία του Μοναστηριού των Στροφάδων και η διάσωση του ιερού Λειψάνου αναφέρονται σ’ ένα πολύτιμο χρονικό ανώνυμου μοναχού της εποχής εκείνης, που έφερε στο φως ο Αρχιεπίσκοπος Νικόλαος Κατραμής: «1717. Αυγούστου 19, ημέρα Δευτέρα ηχμαλώτισαν το μοναστήρι μας τα Στροφάδια ο Θεοκατάρατος Μουστής με δέκα γαλιώταις και επήραν όλα τα ιερά σκεύη, το αρμαμέντο, και την Παναγίαν και όλα μας τα μπαστιμέντα και έκοψαν τα χέρια του Αγίου και τα επήραν^ και το επίλοιπον άγιον λείψανον το έβαλαν απάνου ενού βαρελιού μπαρούτη και έκαμε θαύμα ο άγιος και δεν έπιασε φωτία και εφυλάκτη και το έχομεν τη σήμερον εις τη Ζάκυνθον. Επήραν και σκλάβους πατέρες είκοσι με τέσσερους ιερομόναχους. Ήτανε ηγούμενος ετότες Γεράσιμος Κάπαρης και ήτον εις την Ζάκυνθον και εις τα 23 του αυτού ήφερε τον άγιον η Κορβέττα εις την Ζάκυνθον με τους λοιπούς Καλογέρους, όπου εκρύφτηκαν και δεν αιχμαλωτίσθηκαν. Το πώς εμπήκαν μέσα (οι επιδρομείς) είναι τούτο. Αρμπούρισαν παντιέρα άσπρη και ήρθαν οι Καπετανέοι έξω με δόλο, με το καλό εμπήκαν μέσα στο Μοναστήρι και έπιασαν την πόρτα, και έτζι εγελάστηκαν (οι μοναχοί)».


Όταν έφυγε η τουρκική μοίρα από τα Στροφάδια, ο Μοστρίνος στοχάστηκε ότι θα μπορούσε να πωλήση τα τεμάχια των χεριών του Αγίου Διονυσίου. Έτσι, τα πήρε από τους τέσσαρες Χριστιανούς (ή από τους Αγαρηνούς) και «διερχόμενος από τη Χίον τα επώλησε εις τον τότε Αρχιερέα αυτής Αγαθάγγελον και ένα ευλαβή μοναχόν ονομαζόμενον Ακάκιον, οίτινες δια την πρέπουσαν ευλάβειαν τα έστειλαν εις το μοναστήριον των Στροφάδων. Τη δε εικόνα της Παρθένου Μαρίας επώλησεν εις την Πάτμον' την ηγόρασαν δε δύο αδελφοί άρχοντες Πατμιώται Ηλίας και Θεόδωρος, οίτινες έπεμψαν αυτήν εις τας Στροφάδας…». Όπως προκύπτει από επίσημο έγγραφο του Μητροπολίτη Χίου, Δανιήλ, της 1 Ιουλίου 1718, το αριστερό χέρι του Αγίου Διονυσίου στάλθηκε από τη Χίο στο Μοναστήρι της Παναχράντου της Ανδρου.


Την επομένη της λεηλασίας, οι πατέρες που γλίτωσαν, είδαν να περνά έξω από τα Στροφάδια μια βενετσιάνικη κορβέτα. Οι μοναχοί έκαμαν σινιάλα, ζητώντας βοήθεια. Ο πλοίαρχος κατάλαβε ότι συμβαίνει κάτι φοβερό, άλλαξε πορεία κι άραξε στο λιμάνι των Στροφάδων. Πλοίαρχος της κορβέτας ήταν ο Δαλματός Ιωάννης Μπάλοβιτς, άνθρωπος του θεού. Όταν έμαθε τα συμβάντα και είδε το τρομακτικό θέαμα της λεηλασίας και καταστροφής, μετέφερε, με βαθύτατη ευλάβεια και ταπείνωση, το ιερό Λείψανο στην ιδιαίτερη καμπίνα του.


Ύστερα, πήρε μαζί του στο πλοίο τους πατέρες του Μοναστηριού. Αμέσως, σήκωσε άγκυρα κ’ έβαλε πλώρη για τη Ζάκυνθο. Λίγες ώρες αργότερα η κορβέτα του Μπάλοβιτς άραξε στο μώλο του Αγίου Νικολάου, κοιμίζοντας για πάντα στη Ζάκυνθο το μεγαλύτερο θησαυρό της, αυτή την ίδια. *Ντίνου Κονόμου: Η χειροτονία του Αγίου Διονυσίου σε αρχιεπίσκοπο της Αίγινας. *Εκ του ιστοτόπου «imzante.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ




Α
ΠΡΟΣΜΕΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ: Εκείνο το απόγευμα ο ηγούμενος της Ι. Μονής Παναγίας Αναφωνήτριας στη Ζάκυνθο, Διονύσιος Σιγούρος κλάδευε τα δέντρα του περιβολιού του μοναστηριού, όταν ένα νέος άντρας, τρομαγμένος κι ανήσυχος, πλησίασε και πέφτοντας στα πόδια του Διονυσίου ψιθύρισε: “Σώσε με, γέροντα. Με κυνηγούν να με σκοτώσουν”, ρίχνοντας αγωνιώδεις ματιές στην αυλόπορτα. Ο ηγούμενος, που σαν Ζακυνθινός γνώριζε όλους τους συντοπίτες του, κατάλαβε πως ο επισκέπτης ήταν ξένος. “Ποιος, παιδί μου, καταδιώκει έναν ξένο άνθρωπο στο φιλόξενο νησί μας;” ρώτησε παραξενεμένος. “Οι Σιγούροι, γέροντα.” Ξαφνιάστηκε ξανά ο γέροντας, καθώς άκουσε πως τον ξένο κυνηγούσαν συγγενείς του.


του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου



Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ: “Γιατί σε κατατρέχουν οι Σιγούροι;”, τον ρώτησε ο ηγούμενος. Κι εκείνος: “Έκαμα φονικό, δέσποτα,” Ο Διονύσιος έμεινε εμβρόντητος. “Ποιον σκότωσες;”, τον ρωτά. “Τον άρχοντα Κωνσταντίνο Σιγούρο”, του απαντά εκείνος κατεβάζοντας τα μάτια. Πληγώθηκε κατάκαρδα ο ηγούμενος, καθώς άκουσε πως σκοτωμένος ήταν ο αδερφός του! Τα μάτια του υγράνθηκαν. Συναισθήματα θλίψης κι οργής τον τύλιξαν και για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό του να εκδικηθεί το φονιά του αδερφού του, παραδίνοντάς τον για άμεση και δίκαιη τιμωρία. Όμως, ευθύς αμέσως μετάνιωσε για τη σκέψη του. Χαλιναγώγησε το πάθος της εκδίκησης, που γεννήθηκε στην ψυχή του. Όχι, δεν έπρεπε να πάρει εκδίκηση. Θυμήθηκε πως ο Κύριος είχε συγχωρήσει τους σταυρωτές Του πάνω στο σταυρό. «Κύριε, ελέησόν με, τον αμαρτωλό», ψιθύρισε κι έκαμε το σημείο του σταυρού.
ΜΙΜΗΣΙΣ ΚΥΡΙΟΥ: Στράφηκε στο φονιά και, δίχως να του αποκαλύψει πως ήταν αδερφός του θύματος, τον ρώτησε ήρεμα: “Γιατί, παιδί μου, σκότωσες αυτόν τον καλό άρχοντα του νησιού;” Κι εκείνος όλο αγωνία και τρόμο είπε βιαστικά: “Η κακιά η ώρα, γέροντα. Μα μην το ψάχνεις. Κρύψε με μονάχα, σε παρακαλώ, να γλιτώσω από τη δικαιολογημένη οργή τους. Κρύψε με, γιατί όπου να ναι καταφτάνουνε στο μοναστήρι και θα με τουφεκίσουν.” Τότε ο Διονύσιος, πράττοντας κατά μίμηση Χριστού,του είπε: “Θα σε κρύψω. Ακολούθα με.” Τον έκρυψε σε απόκρυφο μέρος, που μήτε οι καλόγεροι δεν γνώριζαν.
ΟΙ ΔΙΩΚΤΕΣ: Μόλις που πρόλαβε ν' ασφαλίσει το φονιά κι οι Σιγούροι, ξαδέρφια και συγγενείς του, κατέφτασαν αρματωμένοι, κατάκοποι και αγριεμένοι:
“Πού είναι ο φονιάς, γέροντα;”, τον ρώτησαν χωρίς περιστροφές. Ο πατέρας Διονύσιος έκανε πως δεν γνώριζε τίποτε: “Δεν είμαστε φονιάδες εδώ, αδέρφια μου.” “Δε λέμε για τους ανθρώπους του μοναστηριού, αλλά για το φονιά που τρύπωσε δω μέσα πριν από λίγο.”, του απάντησαν. Ο ηγούμενος κράτησε όλη την ψυχραιμία του.
Έπρεπε να τους πείσει όχι μονάχα με λόγια, αλλά και με τη στάση του, πως ο φονιάς δεν ήταν εκεί. Αν υποψιάζονταν πως τον έκρυβε για λόγους χριστιανικής ανεξικακίας, εκείνοι θα κάναν το παν να τον ανακαλύψουν. “Γιατί πρόκειται;” ρώτησε ο Διονύσιος. Εκείνοι του εξιστόρησαν τα γεγονότα όλα κι ο Άγιος άφησε τα δάκρυά του, που ως τότε συγκρατούσε με κόπο, να τρέξουν στο πρόσωπό του.
Θρήνησε βουβά τον άδικο χαμό του αγαπημένου του αδερφού. Μετά από λίγες στιγμές ο Διονύσιος τους ρώτησε, σκουπίζοντας τα μάτια του: “Ναι, αδέρφια μου, μα τώρα τι γυρεύετε με τα ντουφέκια στο Μοναστήρι;” Ένας από τους διώκτες του απάντησε: “Είδαμε πως ο φονιάς τράβηξε κατά δω, γέροντα, και νομίσαμε πως θα σου γύρευε καταφύγιο. Όμως, πάμε, φεύγουμε, κάπου εδώ γύρω θα κρύβεται, αλλά θα τον βρούμε. Δε θα γλιτώσει.” Οι Σιγούροι άφησαν το Μοναστήρι και συνέχισαν την αναζήτηση του φονιά στο νησί.
ΙΛΑΣΜΟΣ: Όταν οι συγγενείς του ξεμάκρυναν, ο πατέρας Διονύσιος, πήγε στην κρυψώνα και κάλεσε το φονιά να βγει έξω. Μόλις εκείνος βγήκε, του καταφίλησε τα χέρια: “Σ' ευχαριστώ, άγιε ηγούμενε. Μου έσωσες τη ζωή.” Κι ο Άγιος τον ρώτησε:
“Άνθρωπέ μου, γνωρίζεις ποιος είμαι;” Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. “Είμαι ο αδερφός του σκοτωμένου”, του είπε με φωνή γεμάτη πόνο. “Ο αδελφός μου, που εσύ του αφαίρεσες τη ζωή, κανέναν δεν είχε βλάψει. Γιατί το έκανες;” Σάστισε ο φονιάς. Χλώμιασε ενώ το πάνω χείλι του τρεμόπαιξε: “Κακιά ώρα, δέσποτα”, δικαιολογήθηκε ξανά τραυλίζοντας. “Πρέπει, αδελφέ μου, να μετανιώσεις γι' αυτή σου την πράξη. Να γυρέψεις συχώρεση από το Θεό. Αν χάσεις την ψυχή σου, τα 'χεις όλα χαμένα.”, του 'πε ο Ηγούμενος. Ο άλλος έβαλε τα κλάματα λέγοντας με συντριβή: “Μετανιώνω, γέροντα, μετανιώνω.”. Ο πατέρας Διονύσιος τον συγχώρεσε. Του έδωσε μάλιστα και κάποια χρήματα για τις πρώτες του ανάγκες και τον συνόδεψε στο γιαλό, όπου τον μπαρκάρισε σε περαστικό καράβι για την Πελοπόννησο.
Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ: Ο Γέρων Διονύσιος κοιμήθηκε στη Ζάκυνθο στις 17 Δεκεμβρίου 1622 κι η Εκκλησία μας για τον ενάρετο βίο του, τη χριστιανική και φιλάνθρωπη δράση και τα θαύματά του τον ανακήρυξε Άγιο (1703). Για την άγια ζωή του και τα θαύματά του, που ακόμα συνεχίζονται, οι κάτοικοι της Ζακύνθου έχουνε πολλά να διηγούνται. *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες » 16.12.2021. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΓΙΑΤΙ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΓΝΩΜΗΣ, Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ;



Στις 24 Αυγούστου του 1717 μ.Χ. μετακομίσθηκε το Σεπτό Σκήνωμα του Αγίου Διονυσίου στη Ζάκυνθο για να προστατευθεί από τους πειρατές. Το 1764 μ.Χ. εναποτέθηκε οριστικά στην ομώνυμη Μονή, που έχτισαν οι Μοναχοί των Στροφάδων. Από τότε το Σεπτό Σκήνωμά του αποτελεί μέχρι σήμερα πόλο έλξεως χιλιάδων προσκυνητών και πηγή συνεχών ιάσεων και θαυμάτων.


Ο Άγιος Διονύσιος ο θαυματουργός γεννήθηκε το 1547 μ.Χ. στο χωριό Αιγιαλός της Ζακύνθου. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Δραγανίγος ή Γραδενίγος Σιγούρος. Η οικογένειά του ήταν εύπορη. Οι γονείς του συμμετέχοντας στους πολέμους των Βενετών κατά των Τούρκων απέκτησαν και αριστοκρατικό ιδίωμα. Ο Άγιος Διονύσιος, ανατράφηκε με τα διδάγματα του ιερού Ευαγγελίου. Γρήγορα διακρίθηκε στα γράμματα και την αρετή. Μόλις ενηλικιώθηκε, ασχολήθηκε με τη διδασκαλία του θείου λόγου, φροντίζοντας συγχρόνως να συντρέχει στην ανακούφιση των φτωχών. Κατόπιν έγινε μοναχός στη Μονή των Στροφάδων, λαμβάνοντας το όνομα Δανιήλ, όπου ασκήθηκε στην αγρυπνία, την εγκράτεια και τη μελέτη των Γραφών.


Αργότερα, χειροτονήθηκε ιερέας παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις λόγω της βαριάς ευθύνης της ιεροσύνης, από τον επίσκοπο Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, Θεόφιλο. Έπειτα, το 1577 μ.Χ., πήγε στην Αθήνα, προκειμένου να ταξιδέψει στα Ιεροσόλυμα. Αλλά ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών, Νικάνορας, άκουσε κάποια Κυριακή το λαμπρό του κήρυγμα και μετά από πολλές παρακλήσεις τον χειροτόνησε επίσκοπο Αιγίνης, δίνοντας του το όνομα Διονύσιος.


Τα ποιμαντικά του καθήκοντα, επιτέλεσε άγρυπνα και άοκνα. Αναδείχτηκε πατέρας και διδάσκαλος του ποιμνίου του. Η φήμη του είχε διαδοθεί ευρύτερα, αλλά αυτός παρέμενε με διάκριση, απλός και ταπεινός επίσκοπος. Σύντομα ασθένησε από τους πολλούς πνευματικούς κόπους και υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από τα καθήκοντα της επισκοπής στη νήσο Αίγινα. Επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου μέχρι το 1579 μ.Χ. ήταν προσωρινός επίσκοπος. Μετά αποσύρθηκε στη Μονή της Θεοτόκου της Αναφωνητρίας, όπου ασκήτευε και με αγάπη κήρυττε και βοηθούσε τους κατοίκους του νησιού.


Οι οικογένειες Σιγούρου και Μονδίνου, φαίνεται να είχαν θανάσιμο μίσος και συχνές συμπλοκές μεταξύ τους. Σε μια από αυτές ο αδελφός του Αγίου, Κωνσταντίνος, δολοφονήθηκε. Στην προσπάθεια όμως να διαφύγει ο δολοφόνος του αναζήτησε καταφύγιο στο μοναστήρι που βρισκόταν ο Άγιος, χωρίς όμως να γνωρίζει τη συγγένεια με το θύμα.


Όταν ο δολοφόνος έφτασε στη Μονή, ο Διονύσιος, που ήταν ο ηγούμενος, ρώτησε γιατί ζητεί καταφύγιο, αφού κανονικά δεν επετρέπετο να εισέλθει. Ο ίδιος απάντησε πως τον κυνηγούσαν οι Σιγούροι, ενώ μετά από διαρκείς ερωτήσεις ομολόγησε πως δολοφόνησε τον Κωνσταντίνο Σιγούρο. Ο Διονύσιος παρά τη θλίψη του, όχι μόνο έκρυψε τον δολοφόνο αλλά και τον φυγάδευσε.


Έτσι με αυτόν τρόπο κατάφερε να αποτρέψει ένα ακόμα έγκλημα και ταυτόχρονα να δώσει τη δυνατότητα μετάνοιας στον δολοφόνο, παρά την πικρία για το χαμό του αδελφού του, δίνοντας ένα παράδειγμα συγχωρητικότητας και υψηλής εφαρμογής της Χριστιανικής αρετής. Για τον λόγο αυτό ονομάστηκε: «Άγιος της Συγνώμης».


Ο Άγιος Διονύσιος πέθανε σε βαθιά γεράματα στις 17 Δεκεμβρίου 1622 μ.Χ. Τάφηκε στη Μονή Στροφάδων και κατά την εκταφή το ιερό λείψανό του βγήκε ευωδιαστό και άφθορο. Στις 24 Αυγούστου του 1717 μ.Χ. μετακομίσθηκε το Σεπτό Σκήνωμά του στη Ζάκυνθο για να προστατευθεί από τους πειρατές. Το 1764 μ.Χ. εναποτέθηκε οριστικά στην ομώνυμη Μονή, που έχτισαν οι Μοναχοί των Στροφάδων. Από τότε το Σεπτό Σκήνωμά του αποτελεί μέχρι σήμερα πόλο έλξεως χιλιάδων προσκυνητών και πηγή συνεχών ιάσεων και θαυμάτων.


Τέτοια πρότυπα έχουμε ασφαλώς ανάγκη, και στις μέρες μας. Για να δικαιούται ο κόσμος να ελπίζει και να δοξολογεί το Θεό ότι είναι μεγάλα τα της πίστεως κατορθώματα δια των αγίων και μαρτύρων της Αγίας μας Ορθοδόξου Εκκλησίας. «amea-care.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ (17 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

 



Μεγάλος Άγιος, ο «Άγιος της συγγνώμης» όπως καθιερώθηκε να λέγεται, είδε το φως της ημέρας στις 21 Ιουνίου 1547. Υπήρξε γόνος ευλαβούς και αρκετά ευκατάστατης οικογένειας, οικογένειας ευγενών, των οποίων τα ονόματα αναγράφονταν στο περίφημο libro d’ oro (χρυσή βίβλο ευγενών που συνέτασσαν οι Ενετοί) και είχαν επιπλέον και δικό τους οικόσημο.


Ο πατέρας του ήταν αριστοκράτης και ονομαζόταν Νούκιος η Μούκιος η Μώκιος Σιγούρος και η μητέρα του ονομαζόταν Παυλίνα το γένος Βάλβη. Είχαν δύο ακόμη παιδιά, τον Κωνσταντίνο και την Σιγούρα. Ο άγιος που ήταν δευτερότοκος έλαβε κατά το βάπτισμα το όνομα Δραγανίγος η Γραδενίγος. Η παράδοση θέλει τον Άγιο Γεράσιμο Κεφαλληνίας να είναι ανάδοχός του (και αργότερα πνευματικός του) αφού κατ’ εκείνα τα χρόνια ασκήτευε στο σπήλαιο των Κρημνών Ζακύνθου.


Ο μικρός Δραγανίγος έλαβε χριστιανική αγωγή και ανατροφή ενώ ιδιωτικοί δάσκαλοι καθώς και το σχολείο του Νικολάου Καιροφύλλα ανέλαβαν την εκπαίδευσή του έτσι ώστε να μάθει καλά τα αρχαία ελληνικά, τα λατινικά και τα ιταλικά. Στα 1568 και μετά τον πρόωρο θάνατο των γονέων του, όντας 19χρονος, χαρίζει μέρος της περιουσίας του στον αδελφό του για να αναλάβει την προικοδότηση της αδελφής του και καταφεύγει στο μεγαλύτερο νησί των Στροφάδων, στο καταστρομονάστηρο του Σωτήρος Χριστού. Εκεί κείρεται μοναχός με το όνομα «Δανιήλ». Λίγες μέρες αργότερα του παραχωρείται τιμητικά από την Κοινότητα Ζακύνθου η Ιερά Μονή Παναγίας Αναφωνήτριας και στα 1570 χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος από τον Επίσκοπο Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Ιθάκης Φιλόθεο Λοβέρ­δο. Γίνεται μάλιστα ταυτοχρόνως Ηγούμενος των Μονών Στροφάδων και Αναφωνήτριας.


Μετά λίγα έτη παραμονής στο νησί έχοντας πλήρη πνευματική πρόοδο και δραστηριότητα ξεκινά για ιερό προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Διερχόμενος από την πόλη των Αθηνών επισκέπτεται τον μητροπολίτη Νικάνορα για να πάρει την ευλογία και ευχή του. Παραμένει εκεί ικανό διάστημα μέχρι να βρεί κατάλληλο πλοίο επιβίβασης με προορισμό την Παλαιστίνη.


Επειδή ο θρόνος της Αιγίνης χήρευε από την καταστροφή του νησιού από τον Χαιρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1537, ο Μητροπολίτης Νικάνορας προτείνει στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία να λάβει την θέση ο πατήρ Δανιήλ. Έτσι στις 16 Ιουλίου 1577 ο Ιερομόναχος Δανιήλ χειροτονείται εις επίσκοπον στο εκκλησάκι της Παναγίας Γοργοϋπηκόου (στις μέρες μας Άγιος Ελευθέριος) που τότε ήταν ευκτήριος οίκος του Μητροπολίτη. Τότε μετονομάζεται σε Διονύσιο προς τιμήν του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου πολιούχου Αθηνών του οποίου παρεκκλήσιο ανεγείρει στην Ζάκυνθο αργότερα.


Η επισκοπική του έδρα βρίσκεται στον αγιοβάδιστο λόφο της Παλαιοχώρας. Εκεί δίπλα και δεξιά της εξωτερικής θύρας της Εκκλησίας της Παναγίας (Επισκοπή) σώζεται μέχρι σήμερα ο μικρός πέτρινος θρόνος όπου στεκόταν για να κηρύξει και να νουθετήσει τους πιστούς και μοίραζε το αντίδωρο. Λίγο πιο πάνω μπορούμε να επισκεφτούμε το ταπεινό κελλάκι του. Μετά την πάροδο τριετίας λόγω του πόθου του να βιώσει εντονότερα τον ησυχασμό παραιτείται και αποσύρεται στην γενέτειρά του. Μέχρι τα 1592 διατηρεί τον τίτλο του, ενώ ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ τον ονομάζει και «Πρόεδρον Ζακύνθου», «Χωρεπίσκοπο» θα μπορούσαμε να πούμε, με δικαίωμα να τελεί χειρο­τονίες και άλλες αρχιερατικές πράξεις και μυστήρια. Την ιδιότητά του αυτή καίτοι έφερε με Πατριαρχική εντολή, την εξάσκησε μέχρι τα 1582 λόγω της αντίδρασης του Επισκόπου Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Ιθάκης προς τις ενετικές αρχές. Όταν όμως ο θρόνος αυτός χήρεψε, κατόπιν πιέσεων αποδέχτηκε την υποψηφιότητά του· όμως οι εκλέκτορες ανέδειξαν άλλον για την θέση αυτή που καταγόταν από την Κεφαλλονιά.


Στα 1583 λαμβάνει από την Κοινότητα Ζακύνθου τον διορισμό του ως εφημέριου του σταυροπηγιακού ναού του Αγίου Νικολάου του «Μώλου». Μετά ένα χρόνο όμως αποσύρεται στην Μονή της Αναφωνήτριας επισκεπτόμενος τακτικά και τις Στροφάδες. Τις ημέρες του διέρχεται ασκητικά με πολλή προσευχή και νηστεία, ενώ η διακονία του χαρακτηρίζεται από την πνευματική στήριξη, την ελεημοσύνη και την εν γένει φιλανθρωπία. Καταλίπει υπόδειγμα ανεξικακίας και συγχωρητικότητας με την άγια ζωή του. Εξασκεί έμπρακτα την αγάπη και υπό τις δυσκολότερες συνθήκες ακόμη.


Τον Δεκέμβριο του 1583 γίνονται τοπικές ταραχές κατά την διάρκεια των οποίων δολοφονείται ο αδελφός του Αγίου, Κωνσταντίνος. Ο δολοφόνος του για να αποφύγει την καταδιωκτική μανία των αστυνομικών καταφεύγει στην Μονή Αναφωνήτριας, αγνοώντας την συγγένεια του Ιεράρχη με τον δολοφονημένο. Ο Άγιος Διονύσιος επιδεικνύει σπλάγχνα οικτιρμών συγχωρώντας, περιθάλποντας και κρύβοντας τον φονιά στο μοναστήρι. Όταν οι αστυνομικοί έκαναν έφοδο ο Άγιος αρνείται να καταδώσει τον φονιά δηλώνοντας άγνοια. Μετά την αποχώρησή τους, συνοδεύει τον φονιά μέχρι το Πόρτο-Βρώμη και τον φυγαδεύει στην Κεφαλλονιά.


Πολύ εύγλωττα και στο εκτενές ποίημά του «Ο Γούμενος της Αναφωνήτρας» (1882), ο ποιητής Ανδρέας Μαρτζώκης αποτυπώνει το συμβάν και εστιάζει στην αγάπη του Αγίου: «Τέτοια τους λέει στενάζοντας και το χρυσό του στόμα/που αφότου επρωτολάλησε δεν είπε ψέμα ακόμα,/εψεύτηκε πρώτη φορά! την παρθενιά του χάνει,/κι αγιάζει ο αναμάρτητος την ώρα π’ αμαρτάνει!…». Με την πάροδο των χρόνων, ασκούμενος στις αρετές, έλαβε από το Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας. Κάποτε βρισκόταν με ένα μαθητή του εκτός Μονής και ξαφνικά άρχισε καταρρακτώδης βροχή οπότε διά προσευχής ο Άγιος σταμάτησε την ροή ενός ποταμού και έτσι έφθασαν σώοι στον προορισμό τους.


Μία γυναίκα δεμένη με αφορισμό η κατάρα παρέμενε άλυωτη μετά τον θάνατό της. Ο Άγιος ζήτησε να ανοίξουν τον τάφο της και να την ακουμπήσουν σε ένα δένδρο. Μόλις της διάβασε την συγχωρητική ευχή παρευθύς το σώμα της έγινε χώμα.


Κάποτε περνώντας από την θάλασσα, είδε κάποιους άτυχους ψαράδες να βλαστημούν τον ίδιο και τον Θεό. Αφού τους νουθέτησε με αγάπη, διά της προσευχής τους σήκωσαν καλή ψαριά και έτσι μετανόησαν για την ασέβειά τους. Απέκτησε το χάρισμα της διάκρισης των λογισμών ώστε κατέστη απλανής οδηγός των εξομολογουμένων σ’ αυτόν. Αλλά και η προορατικότητά του βοηθούσε τους πιστούς ώστε να εξομολογούνται καθαρά τις αμαρτίες τους και να προοδεύουν πνευματικά. Αυτό φαίνεται και από την περίπτωση του Ιερομόναχου Παγκράτιου στον οποίο απεκάλυψε ο Άγιος ότι του έπεσε από τα χέρια τεμάχιο άγιου άρτου καθώς κοινωνούσε.


Έζησε 75 χρόνια. Λίγο προ του τέλους του καταβλήθηκε από επώδυνη νόσο και λόγω των μακροχρόνιων ασκήσεών του και των γηρατειών κατέστη ανήμπορος. Τότε δέχτηκε να τον κατεβάσουν στο σπίτι της αδελφής του Σιγούρας, συζύγου Ιωάννου Μακρή, όπου κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 17 Δεκεμβρίου 1622. Κατ’ εντολήν του τάφηκε στο παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Στροφάδων όπου άφησε και όση περιουσία διέθετε.


Μεταξύ των ετών 1625-1645 έγινε η ανακομιδή του τίμιου σκηνώματός του το οποίο βρέθηκε αδιάλυτο, άφθαρτο και να αναδίδει ευωδία ζωής αιωνίου. Οι μοναχοί βιώνοντας αυτό το μεγάλο θαύμα το τοποθέτησαν αρχικά στον νάρθηκα και κατόπιν όρθιο στον δεσποτικό θρόνο του Καθολικού της Μονής. Ο πιστός λαός που τον θεωρούσε άγιο και ενόσω ζούσε, έβρισκε παρηγοριά κοντά στο άγιο λείψανο. Η φήμη των θαυμάτων του διαδόθηκε ταχύτατα ώστε με επίσημη Πατριαρχική Πράξη [μετά από αναφορά των μοναχών των Στροφάδων και των ευλαβών Ζακυνθίων] του Πατριάρχη Γαβριήλ του Β΄ κατά τον Ιούνιο του 1703 διακηρύχτηκε η αγιότητά του. Επίσημος προστάτης δε της πατρίδας του ανακηρύχτηκε το έτος 1724.


Το λείψανο του Αγίου έγινε πηγή θείων ευλογιών και εξαγιασμού των προσκυνητών. Σε μαρτυρία του 1717 που οφείλεται στον ιστορικό Φεράρι και τον ναύαρχο Πιζάνι αναφέρεται ότι είδαν το σκήνωμα στις Στροφάδες να στέκει στον δεσποτικό θρόνο αδιάλυτο. Όμως την ίδια χρονιά, στις 19-22 Αυγούστου και κατά την διάρκεια του ενετοτουρκικού πόλεμου, ο πειρατής Μοστρίνο που ήταν σύμμαχος των Τούρκων, επέδραμε εναντίων των Στροφάδων νήσων. Λεηλάτησαν την Μονή και σκότωσαν τους μοναχούς. Τέσσερα μέλη της συνοδείας του έκοψαν τα χέρια του λειψάνου και τα πούλησαν στον Μητροπολίτη Χίου Αγαθάγγελο και τον Μοναχό Ακάκιο. (Γι’ αυτό και οι δαιμονιζόμενοι που τρέμουν τον Άγιο του φωνάζουν: «Με έκαψες Κουλοχέρη!»).


Αργότερα κάποια μέλη επαναφέρθηκαν στην Μονή ενώ τρία βρίσκονται στην Μονή της Ζακύνθου. Το μεγαλύτερο εξ αυτών, γνωστό ως «Χέρι τ’ Αγίου», λιτανεύεται μαζί με το ιερό σκήνωμα, μεταφέρεται στα σπίτια προς αγιασμόν των ασθενών, τοποθετείται με την ανάγνωση ευχών από τον ιερέα στους δαιμονοπαθείς κ.τ.λ. Άλλα τεμάχια βρίσκονται στα μετόχια της Μονής στον Πύργο Ηλείας και στα Χιονάτα Κεφαλληνίας. Τίμιος δάκτυλος του Αγίου φυλάσσεται και στον παλαιό μητροπολιτικό ναό των Αθηνών, την Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου. Εκεί προσκυνείται και παλαιά εικόνα σε ξυλόγλυπτο χρυσοσκέπαστο θρόνο και εορτάζεται πανηγυρικά ο Άγιος από την αδελφότητα Ζακυνθίων Αθηνών στις 17 Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Μετά την καταστροφή οι διασωθέντες μοναχοί στις 24 Αυγούστου 1717 μετέφεραν το Άγιο Λείψανο στην πόλη της Ζακύνθου. Αρχικά στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων και μετά στο μετόχι των Στροφάδων, την Γέννηση της Θεοτόκου στο χωριό Καλητέρος.


Σήμερα προσκυνείται σε πολύτιμη λάρνακα στο δεξιό μέρος του Ιερού Βήματος σε ύπτια θέση. Κατά την διάρκεια των εορτών του Αγίου πλήθη κόσμου συρρέουν από παντού για να προσκυνήσουν τον Άγιο της συγγνώμης, τον Άγιο της αγάπης, «τον γλυκό Άγιο η το Άγιο Σώμα η τ’ Άγιο Κορμί», όπως τον λένε χαρακτηριστικά. Στις 17 Δεκεμβρίου το λείψανο τοποθετείται όρθιο στην δεξιά βημόθυρα και λιτανεύεται εντός του ναού. Στις 24 Αυγούστου (επί τη μνήμη της μεταφοράς του στην Ζάκυνθο) τοποθετείται επίσης εκεί και λιτανεύεται με μεγάλη και πολύωρη πομπή σε όλη την πόλη.


Στην Αίγινα υπήρξε πολιούχος της νήσου μέχρι την καθιέρωση του Αγίου Νεκταρίου τον οποίο υποδέχτηκε στο νησί υπαρκτά και καλωσόρισε ο Άγιος Διονύσιος. Εορτάζεται ιδιαιτέρως στην Επισκοπή της Παλαιοχώρας, στις Μονές, στο Νοσοκομείο (όπου και ναός του Αγίου που ανεγέρθηκε από τον Γέροντα Ιερώνυμο Αποστολίδη, τον ησυχαστή της Αιγίνης) και ιδιωτικά εκκλησάκια ενώ οι Αιγινήτες των Αθηνών τον τιμούν στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Καρύτση Αθηνών με ωραία εικόνα σε ξυλόγλυπτο θρόνο.


Ο Άγιος Διονύσιος, οι εορτές και τα θαύματά του τιμήθηκαν από πολλούς υμνογράφους Επτανήσιους, Ζακύνθιους κ.α. Το τροπάριο της εορτής του «Της Ζακύνθου τον γόνον και Αιγίνης τον πρόεδρον» είναι ποίημα του ιερέως Νικολάου Γαβριηλόπουλου του 1703. Τα πάμπολλα θαύματα του Αγίου (και περισσότερο η λύση της ατεκνίας με το θαυματουργό «χορτάρι τ’ Αγίου» και η θεραπεία των δαιμονιζόμενων) κατέστησαν την Ζάκυνθο αγαπημένο προσκυνηματικό προορισμό. *Ιερομονάχου Δημητρίου Καββαδία, «Γέροντες και γυναικείος μοναχισμός», Β΄έκδοση βελτιωμένη και επαυξημένη, Εκδόσεις Ι. Μ. Βατοπαιδίου. *Εκ του ιστολογίου «Πεμπτουσία» της 17.12.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.