ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 12ο (2013 - 2025)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

Η ΑΓΚΥΡΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 1926




Είναι αλήθεια, 

ότι οι πρώτοι που στήριξαν τον υπέρ της Ορθοδοξίας αγώνα των Γ.Ο.Χ 

είναι οι Αγιορείτες Πατέρες. 

Και το ότι σήμερα, εμείς σήμερα έχουμε ''ζώσα και ενεργούσα'' Εκκλησία, 

ιερούς ναούς, ιερές μονές, ιερό κλήρο και μοναχικά τάγματα 

πάλι εις τους τιμίους αγώνες και τον ιδρώτα εκείνων το χρεωστούμε. 

Οι Αγιορείτες Πατέρες είναι εκείνοι, που ευθύς εξ' αρχής έλαβαν 

τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα κατά του σχίσματος. 

Εκείνοι πρώτοι σήκωσαν το λάβαρο της Ορθοδοξίας, ύψωσαν φωνή διαμαρτυρίας, 

θυσίασαν την αγιορείτικη γαλήνη τους για να περιέλθουν στην Ελλάδα 

αναφωνώντας το Αρχαγγελικό ''Στώμεν Καλώς'' στις Ιερές Παραδόσεις των Αγίων Πατέρων. 

Και αμείφθησαν για την ιεραποστολή τους αυτή 

με εξορίες, φυλακίσεις, διωγμούς και κακώσεις. 


Επέτυχαν όμως τον σκοπό τους. Στερέωσαν τους πιστούς, τους ενίσχυσαν και επί πλέον γνώρισαν σ' αυτούς τον Αγιορείτικο τρόπο προσευχής με το προσευχητάριο και το κομποσκοίνι. Με κέντρο πάντοτε το Άγιον Όρος κατεύθυναν τα βήματά τους. Εκεί σε κάποια Σκήτη συγκεντρώθηκαν και την Μεγάλη Πέμπτη 16 Απριλίου 1926 υπέγραψαν το καταστατικό του ''Ιερού Συνδέσμου Ζηλωτών Αγιορειτών Μοναχών''. 


Το ίδιο δε έτος, το εξέδωσαν σε φυλλάδιο με τον τίτλο ''Η Άγκυρα της Ορθοδοξίας'' προλογισμένο από τον κύριο εμπνευστή της συστάσεως του Ιερού Συνδέσμου, οσιολογιότατο Μοναχό Αρσένιο Κοττέα. Η έκδοσις αυτή απετέλεσε την πρώτη ιστορική έκδοση των Ζηλωτών Πατέρων του ιερού Συνδέσμου, την οποία ακολούθησαν εκατοντάδες εκδόσεις αγωνιστικών βιβλίων και λοιπών εντύπων. Το φυλλάδιο ''Η Άγκυρα της Ορθοδοξίας'' αποτελείται από 24 σελίδες και διαιρείται σε 4 μέρη. Στο πρώτο μέρος ο εκδότης π. Αρσένιος Κοττέας απευθύνεται ''τοις εντευξομένοις''. 


Στο δεύτερο μέρος ''αντί προλόγου'' αναγράφεται ο εσωτερικός κανονισμός του Συνδέσμου. Στο τρίτο, το πλήρες Καταστατικό του Συνδέσμου αποτελούμενο από 24 άρθρα. Στο τελευταίο μέρος υπάρχει απόσπασμα από το Συγγίλιο του Κυρίλλου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1756. Παρακάτω αναγράφονται αποσπάσματα από το άρθρο του π. Αρσενίου καθώς και δύο άρθρα από το Καταστατικό. ''Καθ' ην εποχήν η αίρεσις και η κακοδοξία συμμαχίσασα μετά της δήθεν επιστήμης προσβάλλει και καταπολεμεί την Ορθοδοξίαν, ουχί κατά μέτωπον και αρρενωπώς, αλλ' υπούλως και σατανικώς δια της προς αυτήν προσελκύσεως εκείνων, οίτινες ετάχθησαν επί κεφαλής της Ορθοδόξου Εκκλησίας και δια του τρόπου τούτου δημιουργεί ρήγματα επικίνδυνα δια την ασφάλειαν και συνοχήν της όλης Ορθοδόξου παρατάξεως. 


Ευσεβείς Μοναχοί του Αγίου Όρους και όντως άγνωσται στρατιώται του μεγάλου Σώματος της Ορθοδόξου Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας, προβαίνομεν εις την σύμπηξιν Ιερού Συνδέσμου, σκοπούντος την καταπολέμησιν πάσης αιρετικής καινοτομίας εισαχθήσεις ή εισαχθησόμενης εις την Ορθόδοξον του Χριστού Εκκλησίαν, πεποιθότες ακραδάντως, ότι ο ούτω ιδρυόμενος Σύνδεσμος θέλει επιδράσει εις την Ορθοδοξίαν, καθ' ον τρόπον και η ζύμη επί του φυράματος κατά την παραστατικήν εκείνην παραβολήν του ιερού Ευαγγελίου. (...) ''Δεν αγνοούμεν την δήθεν μόρφωσιν των υπερμάχων των αντορθοδόξων καινοτομιών τούτων, ουδέ διαφεύγει την ημετέραν αντίληψιν η ασεβής προσφυγή τούτων εις την εσκοτισμένη επιστήμην, την όντως εν διαζυγίω ευρισκομένην προς την πραγματικήν Επιστήμην, την επιζητούσαν και κατά συνέπειαν την υπερμαχούσαν της Ορθοδοξίας ως ταυτιζομένης προς αυτήν την Αλήθειαν''. (...) 


Ο αγών έσται τραχύς, αλλ' η αντίστασις τούτων αφεύκτως, κατά τους λόγους του ίδιου του Αποστόλου προς Τιμόθεον, θα καμφθεί επονειδίστως εν τέλει. ''Ούτω και ούτοι, αναφωνεί ο Παύλος, ανθίστανται τη Αληθεία, άνθρωποι κατεφθαρμένοι τον νουν, αδόκιμοι περί την πίστιν, αλλ' ου προκόψουσιν επί πλέον. Η γαρ άγνοια αυτών έκδηλος έσται πάσι''. (...) ''Σκοπός (άρθρον 2ον) του θρησκευτικού αυτού Συνδέσμου είναι: Α). Η ακλόνητος εμμονή των μελών αυτού εις την Ιεράν Παράδοσιν και τους θείους και ιερούς Κανόνας της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, καθ' όλας τας εκδηλώσεις του θρησκευτικού βίου. Β). Η δια παντός πνευματικού μέσου καταπολέμησις πάσης εν γένει καινοτομίας, εισαχθήσεις ή μελλούσης να εισαχθεί εν τοις κόλποις της Ορθοδόξου Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας εν οιοδήποτε κλίματι Αυτής. 


Ο σκοπός (άρθρον 3ον) του Συνδέσμου επιδιώκεται: Α). Δια παντός πνευματικού μέσου, όπερ ήθελε θεωρηθεί πρόσφορον υπό του Διοικητικού Συμβουλίου. Β). Δια της αποστολής αρτίως κατηρτισμένων κληρικών προς εκπλήρωσιν των θρησκευτικών καθηκόντων των μελών των Ορθοδόξων Κοινοτήτων ή Σωματείων, εκείνων άτινα υπό ιδιαιτέρας συνθήκας Κρατικάς ευρισκόμενα, στερούνται ιερέων δια την εκπλήρωσιν των θρησκευτικών καθηκόντων των, συμφώνως προς τας θείας Παραδόσεις και τους θείους και ιερούς Κανόνας της Ορθοδόξου Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας. Γ). Δια της εκδόσεως βιβλίων και δημοσιευμάτων. Δ). Δια της καταρτίσεως Ταμείου προς εξυπηρέτησιν των σκοπών του Συνδέσμου''. (...)



Και εν ''συμπεράσματι'' καταλήγουν: 

Δια τούτο παρακαλούμεν να μας αφήσουν ησύχους, ει δε μη, διακηρύττομεν παρρησία ότι: 

όχι μόνον δύο, αλλά μεθ' απάντων των Ορθοδόξων Χριστιανών, 

θα βαδίσομεν την οδόν προς Εμμαούς της ειρήνης, 

κρατούντες ως σημαίαν το Αποστολικόν ρητόν 

''Σ τ ή κ ε τ ε  κ α ι  κ ρ α τ ε ί τ ε  τ α ς  π α ρ α δ ό σ ε ι ς'' 

και πιστεύομεν ακραδάντως ότι ο γλυκήτατος Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, 

θέλει πλησιάσει και συμβαδίσει μεθ' ημών λέγων: ... 

Μη φοβού το μικρόν μου ποίμνιον, 

ότι ιδού εγώ μεθ' υμών είμι πάσας τας ημέρας, 

ως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.



Αγία και Μεγάλη Πέμπτη 16 Απριλίου 1926



Ακολουθούν οι υπογραφές 450 και πλέον Ιερομονάχων και Μοναχών.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Απόσπασμα εκ του ιστορικού, ορθοδόξου περιοδικού: ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ'' 
του αειμνήστου Επισκόπου Πενταπόλεως των Γ.Ο.Χ κ. Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου. 
Τόμος Β΄, Ιανουάριος - Φεβρουάριος - Μάρτιος 1977, 
αριθμός τεύχους 5, σελίδες 43 - 46, 
Πειραιεύς 1977. 
Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι εκ της Σελίδας του f.b. Ιερά Μονή Εσφιγμένου.



Περιοδικό ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ''


Η ΑΝΤΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ




Για όσους νομίζουν, 

ότι αρκεί η θεωρητική άρνησις της αιρέσεως, 

ενώ στην πράξιν κοινωνούν με αυτήν 

μέσω του αιρετικού επισκόπου που μνημονεύουν, 

ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης λέει: 

«έστω και αν αυτοί δεν καταποντίστηκαν με τους λογισμούς, 

(παραμένουν δηλαδή από «μέσα τους ορθόδοξοι»!!!), 

όμως με την κοινωνία της αιρέσεως 

χάνονται (την κοινωνία της αιρέσεως συνόλλυνται). 

Ο ΙΕ' Ιερός Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου επιβάλλει στους πιστούς, 

κλήρο και λαό, την άμεση διακοπή της κοινωνίας και του μνημοσύνου,

του δημοσία και απ' εκκλησίας αιρετικά κηρύσσοντος προέδρου, 

είτε επίσκοπος είναι αυτός, είτε ιερεύς, είτε πνευματικός ηγούμενος, γέροντας. 


Ο πρόεδρος (προιστάμενος) της Εκκλησίας, της ενορίας και μικρής ομάδος Ορθοδόξων), είτε πατριάρxης είναι, είτε μητροπολίτης, είτε επίσκοπος, είτε καθηγούμενος Μοναστηρίου, είτε γέροντας συνοδίας, είτε γέροντας ενός μοναχού, είτε πνευματικός ενός πιστού, όταν κηρύσσει δημοσία γυμνή τη κεφαλή μίαν κακοδοξίαν, κατεγνωσμένην (κατεδικασμένην) υπό Συνόδου ή υπό Αγίων Πατέρων,


τότε ο κλήρος και ο λαός που ποιμαίνεται απ' αυτόν, αλλά και όλοι όσοι λαμβάνουν γνώσιν των κακοδοξιών του Χριστιανοί, αποκτούν αμέσως το δικαίωμα και έχουν καθήκον από τον Ιερό Κανόνα να τον αποκηρύξουν και να απομακρυνθούν από την κοινωνίαν του, εάν θέλουν να είναι και να λέγονται Ορθόδοξοι Χριστιανοί και όχι αιρετικοί, (ως «αιρετικόν περιποιούμενoι» κατά τον άγιον Δοσίθεον των Ιεροσολύμων). 


Βλ. σχετικά: Περί εκκλησιαστικής κοινωνίας και μνημοσύνου και του σχετικού αυτοίς ΙΕ' Ιερού Κανόνος της Α' καί Β' Αγίας Συνόδου, εκδ. Άγιος Αγαθάγγελος Εσφιγμενίτης», 'Αγιον Όρος 1993, σελ. 19). Πάνω λοιπόν από κάθε πρόεδρον έθεσαν οι Πατέρες μας τις Ιερές Γραφές, την Αγίαν Παράδοσιν της Εκκλησίας μας, τις αποφάσεις των Αγίων Συνόδων, το Σύνταγμα των Θείων Κανόνων και τους Αγίους, τους οποίους και ακολούθησαν, χωριζόμενοι της κοινωνίας του αιρετικού προέδρου και διακόπτοντες το μνημόσυνόν του. 


Οι αδιάφοροι για την Αγίαν Πίστιν, οι κόλακες, οι τυχοδιώκτες και γενικώς, όλο το σύστημα των υπηρετών ενόχων σκοπιμοτήτων του αιώνος τούτου ακολουθούσαν τους λυκοποιμένες, βοηθώντας τους στο ψυχοφθόρο τους έργο (δ.π. σελ. 22). Τους αγίους όμως Πατέρες και Διδασκάλους μιμήθηκαν και οι Αγιορείτες Οσιομάρτυρες, που μαρτύρησαν επί Βέκκου του Λατινόφρονος και έγραψαν την περίφημη εκείνη επιστολή προς τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Παλαιολόγον, η οποία είναι θεολογικοτάτη και πλήρης Θείων αληθειών. 


Στην επιστολή αυτή, μεταξύ άλλων περιλαμβάνονταν και τα εξής: «Εμπεριέχεται δε και στον ΙΕ' Κανόνα της αγίας και μεγάλης Α' καί Β' επονομασθείσης Συνόδου, ότι, όχι μόνον ανεύθυνοι είναι, αλλά και ότι πρέπει να επαινούνται αυτοί, οι οποίοι αποσχίζονται από αυτούς που είναι προφανώς αιρετικοί και διδάσκουν δημόσια, αιρετικά διδάγματα και πριν να υπάρξει συνοδική καταδίκη τους», ακριβώς, επειδή η Ορθόδoξoς του Χριστού Eκκλησία την αναφοράν του ονόματος του αρχιερέως, κατά την τέλεσιν της αναιμάκτου θυσίας, την θεωρούσε πάντoτε συγκοινωνίαν τελείαν με τον μνημονευόμενον αρχιερέα και το φρόνημά του. 


Διότι έχει γραφεί στην εξήγησιν της Θείας Λειτουργίας, ότι αναφέρει ο ιερουργών και το όνομα του αρχιερέως... και ότι είναι κοινωνός αυτού και της πίστεως και διάδοχος των Θείων μυστηρίων ... (και) ότι μολυσμόν έχει η κοινωνία με μόνην την αναφοράν αυτού, έστω και αν είναι ορθόδοξος ο αναφέρων». (Δοκίμιον Ιστορικόν, Μοναχού Καλλίστου Βλαστού, σελ. 109). Aδύνατη η σωτηρία των αιρετικών και των κοινωνουντων με αυτους.


Η Ορθόδοξος Εκκλησία θεωρούσε πάντοτε, ότι η αίρεσις είναι θανατηφόρος αμαρτία και τον άνθρωπον, τον μολυσμένον με την τρομερή αρρώστια της αιρέσεως, ότι είναι πνευματικά νεκρός, ξένος πρός την Θείαν Χάριν και Σωτηρίαν, σε κοινωνία με τον διάβολον και την ολέθρια συνοδία του. Αίρεσις είναι αμαρτία του νοός. Αίρεσις είναι πιο πολύ δαιμονική, παρά ή άνθρώπινη άμαρτία· είναι η κόρη του διαβόλου, η κληρονομία του, η ασέβειά του, σχεδόν ειδωλολατρεία. 


Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ονομάζουν την ειδωλολατρεία ασέβεια και την αίρεσι διαφθορά. Στην ειδωλολατρεία ο διάβολος λαμβάνει την λατρείαν που οφείλεται στον Θεό από τυφλωμένους ανθρώπους, ενώ στις αιρέσεις συσσωματοποιεί την τυφλωμένη ανθρωπότητα στην κυριώτερη αμαρτία του: την βλασφημία.


Εάν κανείς διαβάσει τις Πράξεις των Συνόδων με προσοχή, θα πεισθεί, ότι ο χαρακτήρας των αιρετικών είναι σατανιστικός. Διαβάζουμε για την τρομακτική τους υπόκρισιν, για την άμετρη υπερηφάνειά τους. Βλέπουμε την συμπεριφορά τους να υποκινείται από συνεχή ψέμματα. Παρατηρούμε, ότι είναι αιχμάλωτοι στα μεγαλύτερα πάθη. 


Όποτε είναι δυνατόν εις αυτούς, διαπράττουν τα χειρότερα εγκλήματα και τις πιο τρομακτικές θηριωδίες. Το ασύγκριτο μίσος τους προς τα μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ιδιαιτέρως παρατηρημένο. Η αίρεσις συνοδεύεται από μία σκλήρυνσι της καρδίας, από μία φοβερά σκοτίζουσα βλάβη του νοός, από μίαν ισχυρογνώμονα επιθυμία της ψυχής να παραμένει μολυσμένη και από μία δυσκολία στη θεραπεία του προσώπου, που πάσχει από αυτή την ασθένειαν.


Κάθε αίρεσις είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Η αίρεσις δεν βλασφημεί μόνον το δόγμα περί του Αγίου Πνεύματος ή την ενέργειά Του, αλλά βλασφημεί το Άγιον Πνεύμα στην ολότητά Του. Η ουσία όλων των αιρέσεων είναι η βλασφημία. Όλες οι παλαιές αιρέσεις, κάτω από διάφορες βιτρίνες, απέβλεπαν σε ένα μονάχα στόχο: Ηρνούντο την Θεότητα του Θεού Λόγου και διέστρεφον το δόγμα της ενσαρκώσεώς Του. 


Οι νεώτερες αιρέσεις αποβλέπουν στην αποκήρυξιν της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος». (βλ. Άγιοι Κολλυβάδες» αριθμ. φύλου 7, σελ. 3-4 με την σχετικήν διδασκαλίαν του Αγίου Ιγναντίου Μπριαντσάνινωφ + 1867). Για την σημερινή φοβερή αίρεσιν του Οικουμενισμού είχε προφητικώς μιλήσει και ο μεγάλος στάρετς της Όπτινα, άγιος Ανατόλιος: «... Ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους θα ενεργεί με πονηρία, με σκοπό να ελκύσει εντός της αιρέσεως, εάν ήτο δυνατόν ακόμη και τους εκλεκτούς.


Δεν θα αρχίσει κατ' ευθείαν όμως να απορρίπτει τα δόγματα της Αγίας Τριάδος, την Θεότητα του Ιησού Χριστού και την αρετήν της Θεοτόκου, αλλά θα αρχίσει ανεπαισθήτως να διαστρέφει τις διδασκαλίες και τούς θεσμούς της Εκκλησίας και το πραγματικό νόημά τους, όπως μας παρεδόθησαν από τους Αγίους Πατέρες εν αγίω Πνεύματι. 


Ολίγοι θα αντιληφθούν αυτές τις πανουργίες του εχθρού, εκείνοι μόνον οι πλέον πεπειραμένοι εις την πνευματικήν ζωήν. Οι αιρετικοί θα πάρουν την εξουσίαν επί της Εκκλησίας και θα τοποθετήσουν ιδικούς τους υπηρέτες παντού, οι δε πιστοί θα καταφρονούνται... Γι' αυτό παιδί μου, όταν ίδης την παράβασιν της Πατερικής Παραδόσεως και της Θείας Τάξεως, που εγκαθιδρύθη από τον ίδιον τον Θεόν, γνώριζε, ότι οι αιρετικοί έχουν ήδη εμφανισθεί, αν και προς το παρόν μπορεί να αποκρύπτουν την ασέβειά τους.


Ακόμη θά διαστρέφουν την αγίαν Πίστιν (Ορθοδοξίαν) ανεπαισθήτως, με σκοπό να επιτύχουν καλύτερα να παραπλανήσουν και δελεάσουν τους απείρους στα δίκτυά τους. Ο διωγμός δεν θα στρέφεται μόνον εναντίον των ποιμένων, αλλά εναντίον όλων των υπηρετών του Θεου, διότι όλοι εκείνοι που θα κυβερνώνται από την αίρεσιν, δεν θα ανέχονται την ευσέβειαν. 


Να αναγνωρίζεις αυτούς τους λύκους με ένδυμα προβάτου από τις υπερήφανες διαθέσεις τους και την αγάπη τους για την εξουσία. Θα είναι συκοφάντες, προδότες, ενσπείροντες πανταχου έχθραν και κακίαν· γι' αυτό ο Κύριος είπεν ότι από τους καρπούς αυτών θα τους αναγνωρίζετε. Οι αληθινοί υπηρέτες του Θεού είναι ταπεινοί, αγαπούν τον πλησίον και είναι υπήκοοι εις την Εκκλησίαν...


Οι πιστοί τότε, που δεν έχουν δείξει τίποτε άλλες αρετές, θα λάβουν στεφάνους μόνον καί μόνον, επειδή εστάθησαν στερεοί εις την πίστιν. Να φοβάσαι τον Κύριον παιδί μου. Να φοβάσαι μήπως απωλέσεις τον στέφανον, που ετοιμάσθηκε για σένα. Να φοβάσαι μην αποβληθείς παρά του Κυρίου εις το σκότος το εξώτερον και την αιώνιον κόλασιν. Στέκε ανδρείως εις την πίστιν και αν είναι αναγκαίον υπόμενε διωγμούς και άλλες θλίψεις, διότι ο Κύριος θα είναι μαζί σου· και οι Άγιοι Μάρτυρες και Ομολογητές θα βλέπουν με χαρά τους αγώνες σου. 


Όμως, αλίμονον στους μοναχούς σ' αυτές τις ημέρες, που θα είναι δεμένοι με υπάρχοντα και πλούτη, οι οποίοι ένεκεν της αγάπης της «ειρήνης» θα είναι έτοιμοι να υποταχθούν εις τους αιρετικούς. Αυτοί θα αποκοιμίζουν την συνείδησίν τους με το να λένε: «εμείς συντηρούμε και σώζουμε το μοναστήρι και ο Κύριος θα μας συγχωρήσει». Οι ταλαίπωροι και τυφλοί δεν αντιλαμβάνονται, ότι διά μέσου της αιρέσεως οι δαίμονες θα εισέρχονται στο μοναστήρι, το οποίον δεν θα είναι πλέον τότε ένα μοναστήρι, αλλά γυμνοί τοίχοι από όπου η χάρις θα αποχωρεί. 


Ο Θεός είναι οπωσδήποτε ισχυρότερος από τους εχθρoύς και ποτέ δεν θα εγκαταλείψει τους υπηρέτες του. Αληθινοί Χριστιανοί θα ευρίσκονται έως τέλους του αιώνος τούτου, μόνον, που θα προτιμούν να ζουν σε απομακρυσμένους και ερημικούς τόπους. Να μην φοβάσαι τις θλίψεις, αλλά μάλλον να φοβάσαι την ολέθρια αίρεσιν, διότι αυτό είναι που μας γυμνώνει από την Θείαν Χάριν και μας χωρίζει από τον Χριστόν. 



Αυτός είναι και ο λόγος δια τον οποίον, 

ο Κύριος μας έδωσε την εντολήν να θεωρούμε τους αιρετικούς,

ως Χριστοκαπήλους καί ειδωλολάτρες. 

Και έτσι παιδί μου ενδυνάμου με την Χάριν του Ιησου Χριστού. 

Βιάσου να ομολογήσεις υπέρ της Πίστεως και να υπομένεις θλίψεις, 

ως καλός στρατιώτης του Κυρίου Ιησού Χριστού (Β' Τιμόθ. β', 13), 

ο Οποίος είπε: «γίνου πιστός άχρι θανάτου καί δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Αποκ. β', 10).  

Εις Αυτόν συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, 

ας είναι δόξα τιμή και κράτος εις αιώνας αιώνων. Αμήν.» 

(Από ένα γράμμα του Αγίου Ανατολίου της Όπτινα, +1927, 

που μεταφράστηκε από την Ιεράν Μονή Εσφιγμένου).

 


Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Απόσπασμα εκ του βιβλίου 
του μακαριστού Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου:
 ''Παλαιόν και Νέον.''
Από την ημερoλoγιακή  καινοτομία του 1924 στην σημερινή συγκρητιστική αίρεση του Οικουμενισμού. 
Σελίδες 73 - 79, Άγιον Όρος - Αθήνα 2000
Στην φωτογραφία της ανάρτησης 
ο μακαριστός Ιερομόναχος π. Θεοδώρητος Μαύρος.


Ιερομόναχος π. Θεοδώρητος Μαύρος


ΕΚΑΙΓΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ




Ροδοκόκκινος από χαρά άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του ο κυρ-Γιώργης 

και ξέσπασε με ενθουσιασμό: 

— Δεν ξανάνιωσα ποτέ μου τέτοια χαρά, Αγλαΐα! 

Αυτό το Πάσχα θα το θυμάμαι σ’ όλη μου τη ζωή!… 

—Μα τι έπαθες, παιδάκι μου; ρώτησε η γυναίκα του. 

Ηρέμησε! Κάτσε. Τι συνέβη; Έφερες τα λεφτά; 

Σε περιμένω για να πάμε το δώρο που είπαμε. Πρέπει να βγούμε σύντομα στην αγορά. 

Μέγα Σάββατο σήμερα. Δεν μπορώ να γυρίζω στους δρόμους. 

—Καλά, καλά! Όλα θα γίνουν. Μη βιάζεσαι! —Δηλαδή, τι μη βιάζεσαι; 

Άλλαξες πάλι; Δεν θα πάμε για το δώρο; 

Έτσι θ’ αφήσουμε τα παιδιά τέτοια μέρα; —Το ‘κανα το δώρο μου! 


Το έκανες; Δεν σε καταλαβαίνω! Μόνος σου; Χωρίς εμένα; Και τι πήρες; Και που το πήγες; Δεν συμφωνήσαμε να πάμε να το διαλέξουμε μαζί; —Νόμισα ότι δεν θα είχες αντίρρηση και διαφορετική γνώμη. —Μοιάζεις με αίνιγμα! Τι έγινε λοιπόν; Για μίλα καθαρότερα, Χριστιανέ μου, για να μη χαλάσουμε τις καρδιές μας πασχαλιάτικα! —Καλά. Έλα. Κάτσε εδώ στον καναπέ και θα σου τα πω με τη σειρά. Φέρε μου ένα νερό. 


Και αφού τακτοποιήθηκαν, άρχισε ο κυρ-Γιώργης: —Όπως είπαμε το πρωί, ξεκίνησα για το συνοικισμό, για να πάρω το νοίκι από τους Ρωσοπόντιους, που βάλαμε στο σπίτι μας εδώ και δυο χρόνια, όταν έφτασαν σαν κυνηγημένα πουλιά στην Ελλάδα. Πήγα λοιπόν, χτύπησα το κουδούνι και βγήκε η ψηλόλιγνη χαροκαμένη μάνα και μου ‘πε κλαμένη: — Συγγνώμη, κύριε! Μας συγχωρείτε που αργήσαμε να σας δώσουμε τα λεφτά. Μας βρήκε συμφορά τους έρμους! Που να σας τα λέω! Αχ! Αχ! Αρρώστησε το μικρό μου κοριτσάκι. Έχει λευχαιμία, λένε οι γιατροί. Μέρες τώρα τρέχουμε στα Νοσοκομεία. Οι γιατροί της Κατερίνης μας συμβούλεψαν να πάμε στη Θεσσαλονίκη για καλύτερα, και το πήγαμε. 


Είχαμε τρεξίματα, γι’ αυτό καθυστερήσαμε να σας δώσουμε τα λεφτά. Περιμένετε μια στιγμή να σας τα φέρω. Και πήγε που λες, Αγλαΐα μου, στο διπλανό δωμάτιο και μου ‘φερε το μηνιάτικο. Το πήρα, είπα «ευχαριστώ», ευχήθηκα «περαστικά» για την κόρη τους και «καλό Πάσχα» και βγήκα στο δρόμο. Καθώς όμως προχωρούσα, θέλω να με πιστέψεις, Αγλαΐα, ένιωθα σαν να έκαιγε το χέρι μου! Δεν μπορούσα να ησυχάσω. Μια δυνατή φωνή αντηχούσε μέσα μου: «Έχουν άρρωστο μικρό παιδί, και μάλιστα με λευχαιμία. Τρέχουν σε γιατρούς. Δεν έχουν δικό τους σπίτι. Εσύ έχεις δύο. Γυρίζουν στα πεζοδρόμια και στις λαϊκές αγορές, για να βγάλουν κανένα μεροκάματο. Τι Πάσχα θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Εσύ τα έχεις όλα άφθονα και σκέφτεσαι να πάρεις κι άλλα δώρα για τα παιδιά σου, που τα ‘χεις μάλιστα καλοπαντρεμένα. 


Ρωτάς αν ψώνισαν τίποτε ιδιαίτερο για αύριο αυτοί; Η μήπως θα περάσουν όπως-όπως κι αυτή τη μέρα;…». Ήταν τόσο δυνατή αυτή η φωνή μέσα μου, Αγλαΐα, που δεν άντεξα. Ενώ είχα φτάσει στη στάση του αστικού, έκανα μεταβολή και ξαναγύρισα στο σπίτι. Χτύπησα πάλι το κουδούνι και ξαναβγήκε στην εξώπορτα η Πόντια. — Ορίστε, κυρ-Γιώργη! Μήπως έγινε κανένα λάθος στο μέτρημα; με ρώτησε. —Όχι! Όχι! “Ήταν πολύ σωστά! της είπα. Μα, μια και είναι βαριά άρρωστο το παιδάκι σας, να σας δώσω πίσω το νοίκι. Δεν πειράζει. Είναι πληρωμένος ο μήνας. Εσείς έχετε ανάγκες τώρα. Πηγαινοέρχεσθε στη Θεσσαλονίκη. 


Ναύλα, φάρμακα, έξοδα. Κρατήστε τα! Καλή Ανάσταση! Τα πήρε, που λες, γυναίκα, κι έσκυψε να φιλήσει το χέρι μου. Με χιλιοευχαρίστησε και με γέμισε ευχές για το σπίτι μας. Και, πίστεψέ με, το χέρι μου, που έκαιγε πρωτύτερα, τώρα ήταν δροσερό. Το είχε δροσίσει με τα καυτά της δάκρυα… Μα τι έχεις, Αγλαΐα; Γιατί κλαις; Δεν χάθηκε ο κόσμος που δεν θα κάνουμε δώρο στα παιδιά! Μήπως τους λείπει τίποτε; Θα τους κάνουμε δώρο στη γιορτή τους. Στο υπόσχομαι! —Δεν κλαίω γι’ αυτό, άντρα μου. Καλά έκανες, αλίμονο! Τι αξία έχει ένα νοίκι. Μακάρι να ‘δίνες και πιο πολλά. Κλαίω, γιατί, καθώς τα ‘λεγες, θυμήθηκα τη μακαρίτισσα τη μάνα μου. Σου τα ‘χω ειπωμένα άλλωστε.



Τι τράβηξαν κι εκείνοι, όταν είχαν έρθει πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική καταστροφή! 

Μου τα ‘λεγε πότε-πότε, όταν ήμουν παιδούλα, και κλαίγαμε μαζί. 

Αχ! Καταραμένη προσφυγιά! Καλά έκανες! 

Χαλάλι τους! Εγώ μάλιστα λέω να βρούμε κι άλλον τρόπο να τους βοηθήσουμε. 

Να, ας τους αφήσουμε, λέω, δυο-τρεις μήνες ακόμη στο σπίτι μας 

χωρίς να πληρώνουν και βλέπουμε… 

Η Παναγία σε φώτισε! 

—Δεν σου το ‘πα πως δεν θα είχες αντίρρηση για το δώρο μου, γυναίκα; 

Δεν ξέρω μήπως εγώ την καρδιά σου;…



Εκ του βιβλίου: ''Ήταν θαύμα της Παναγίας· 50 αληθινές ιστορίες'' του Γεωργίου Ψαλτάκη. 
Έκδοση Αδελφότητας Θεολόγων «Ο  Σωτήρ», σελ. 182-184, Αθήναι 2013. 
Επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥ




Ο γέρων Χατζη-Γεώργιος διηγήθηκε στον Ρώσον Αρχιμανδρίτη 

και Πνευματικό παπα-Μακάριο την κοίμηση ενός μαθητού του, 

του πατρός Γαβριήλ και τις επιθανάτιες οπτασίες που είδε εκείνος ως εξής: 

«Τις προάλλες εκοιμήθη ο αδελφός μας μεγαλόσχημος μοναχός Γαβριήλ, 

ο οποίος ήταν 26 χρονών. 

Πριν κοιμηθεί, ήταν άρρωστος μόνο δύο εβδομάδες. 

Τρεις μέρες πριν από την κοίμησή του είδε το εξής όραμα. 

Του παρουσιάστηκαν τέσσερις νέοι, που φορούσαν διακονικά στιχάρια 

και ήταν περιζωσμένοι με οράρια. 

Αυτοί οι νέοι τον προσκαλούσαν να πάει μαζί τους ταξίδι. 

Τους απάντησε: - Παρ' ότι θα με ευχαριστούσε πολύ να ταξιδέψω μαζί σας, 

όπου και αν πάτε, χωρίς ευλογία του Γέροντά μου, 

δεν τολμώ να κάνω ούτε ένα βήμα έξω απ' αυτό το κελί. 


Περιμένετε λίγο μέχρι να ζητήσω την ευλογία του. Εκείνοι συμφώνησαν να περιμένουν. Ο π. Γαβριήλ κάλεσε εμένα και μου είπε: - Πάτερ, να, ήρθανε να με πάρουν τέσσερις νεαροί διάκοι ντυμένοι με ιερά άμφια. Με καλούν να πάω κάπου μαζί τους. Δωσ' μου την ευλογία σου να πάω μαζί τους. Βλέπω ότι είναι πολύ καλοί άνθρωποι, ότι με αγάπησαν και θέλουν να με πάρουν εκεί όπου μένουν οι ίδιοι. Όπου και να με πάνε, μαζί τους παντού θα αναπαύομαι. Λοιπόν σε παρακαλώ, Πάτερ, άφησέ με να φύγω μαζί τους γρήγορα. Αφού τα άκουσα αυτά σκέφθηκα, μήπως παραληρεί ο π. Γαβριήλ λόγω της σοβαρής του ασθένειας ή μήπως βρίσκεται σε δαιμονική πλάνη. 


Γι' αυτό του είπα: - Κάνε το Σταυρό σου, πες την ευχή του Ιησού, και πες σ' αυτούς που ήρθαν να σε πάρουν: - Δεν μπορώ να έρθω μαζί σας, δε μ' αφήνει ο Γέροντας, επειδή δεν ξέρουμε ούτε αυτός ούτε εγώ τι άνθρωποι είσαστε. Αυτά που του είπα να κάνει τα έκανε αμέσως, μπροστά μου. Αλλά οι εμφανισθέντες νέοι του είπαν: - Σου δίνουμε τρεις μέρες προθεσμία ακόμη, στις οποίες μπορείς να σκεφθείς καλά-καλά και να προετοιμασθείς να φύγεις μαζί μας. Μετά από τρεις μέρες θα' ρθούμε να σε πάρουμε οπωσδήποτε. Και ύστερα έγιναν άφαντοι. Ο ασθενής, αφού μου μετέφερε αυτά, ήταν πολύ χαρούμενος και ήσυχος, λες και τελείως ανάρρωσε. 


Και όμως παρ' όλη αυτήν την αλλαγή προαισθανόμουν ότι δε θα ζήσει πολύ και γι' αυτό συνέστησα στον ιερομόναχό μου να του κάνει το Μυστήριον του Αγίου Ευχελαίου και καθημερινά να τον κοινωνάει, αφού και ο ίδιος ο ασθενής, βέβαια, το ήθελε. Την τρίτη ημέρα μετά από την εμφάνιση των νέων ο ασθενής άρχισε γρήγορα να εξασθενεί σωματικά, ενώ το πνεύμα του ήταν ήσυχο, όπως και πριν. Δεν έχασε τις αισθήσεις του μέχρι και της τελευταίας αναπνοής. Μία ώρα πριν από την κοίμησή του ένας παρευρισκόμενος αδελφός, ο οποίος μένει κοντά μας σ' ένα ερημητήριο, ζήτησε από τον ασθενή να του αφήσει ως ευλογία κάτι από τα προσωπικά του πράγματα. 


Ο ασθενής με σταθερή φωνή απήντησε: - Μα, τι να σου δώσω; Αφού ξέρεις ότι δεν έχω τίποτε δικό μου. Να, άμα θέλεις πάρε από εκείνη τη γωνία καμιά από τις πέντε πετρούλες, τις οποίες εναλλάξ κρατούσα στο στόμα μου για να μην αργολογώ. Αλλά ένας άλλος αδελφός, που ήταν κοντά, του είπε: - Μα, ούτε οι πέτρες είναι δικές σου, είναι του Θεού και δεν μπορείς να τις δώσεις σε κανένα χωρίς την ευλογία του Γέροντά μας. - Τότε συγχωρήστε με για το θέλημά μου, είπε ο ασθενής. Μετά άρχισε να αναπνέει πιο συχνά και πιο βαριά από πριν και να κοιτάζει δεξιά-αριστερά. 


Εκείνη την ώρα τον κοιτούσα προσεκτικά και είδα ότι χαμογελάει. Μετά όλοι μας ακούσαμε πως είπε: - Να, ήρθαν να με πάρουν εκείνοι οι τέσσερις διάκονοι και μαζί τους ακόμη ένας άλλος καινούριος διάκος. Γι' αυτό τώρα να με συγχωρήσεις, πάτερ, και να μου δώσεις την ευλογία να πάω μαζί τους. 



- Ο ίδιος ο Θεός να σε ευλογήσει, τέκνον, 

να μετοικήσεις εις την αιώνια ζωή, 

να πας και να προσεύχεσαι εκεί στην Αγία Τριάδα για μας τους αμαρτωλούς, 

του απήντησα. 

Αμέσως μετά, χωρίς να προφέρει λέξη, 

ήσυχα και ειρηνικά απεδήμησε προς τον Κύριον. 

Ο μακαριστός π. Γαβριήλ ήλθε στο Κελί μας, όταν ήταν 16 χρονών 

και εκοιμήθη εν Κυρίω στον εικοστό έκτο χρόνο της ζωής του. 

Όλα τα χρόνια που έζησε μαζί μας ήταν πολύ πράος και υπάκουος, 

είχε αγάπη σε όλους και τον αγαπούσαν όλοι. 

Ο Θεός να τον αξιώσει της Βασιλείας των ουρανών.



Εκ του βιβλίου: ''Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση.''
Εκδόσεις ''Ιερόν Ησυχαστήριον "Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος" 
σελ. 333 - 336, έτος έκδοσης: 2011, σελίδες 830. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΜΦΙΑΛΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 1899 - 1966 (Α' ΜΕΡΟΣ)




Ο πατήρ Ιωάννης, κατά κόσμον Γεώργιος, 

εγεννήθη εις την Σμύρνην της ημών Μικράς Ασίας έν έτει 1899 

και εκοιμήθη την 27ην Ιανουαρίου 1966. 

Οι γονείς αυτού ήσαν η μήτηρ του Μαρία και ο πατήρ του Χαράλαμπος Βαξεβανόπουλοπουλος. 

Το 1922, με την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, την γενοκτονίαν των Ελλήνων, 

την πυρπόλησιν της Σμύρνης, την συνεχιζόμενην Τουρκικήν κατοχήν της Εληνικής Ιωνίας 

και τον διωγμόν των επιζησάντων Ελλήνων, ο Γεώργιος ήλθεν οικογενειακώς εις την πτωχήν, 

αλλ' ελευθέραν Ελλάδα και εγκατεστάθησαν μαζί με τους άλλους πρόσφυγας εις τον Πειραιά. 

Ο νεαρός Γεώργιος, ως σκεύος εκλογής, από μικρός ήτο πλησίον του Θεού 

και η προσευχή του ήτο από τας κυρίας του ασχολίας. 

Από κοσμικός ακόμη εδιάβαζε το Ψαλτήριον και 

όταν καμμίαν φοράν ημέλει να διαβάσει τούτο, 

ήκουε αόρατον φωνήν λέγουσαν εις τούτον: 

''Γεώργιε, διάβασε το Ψαλτήρι σου''. 


Πράγματι, θείος προορισμός του και προγεγραμμένη, η αγία αυτού πορεία. Ο πόθος του Γεωργίου ήτο από νεαρήν ηλικίαν άλλος, αλλά το σχέδιον του Θεού δεν συνέπιπτεν απολύτως με τούτον. Ήθελε να γίνει πρώτιστα Μοναχός και κατόπι να ημπορέσει να γίνει και κληρικός. Απεφάσισε λοιπόν, να φύγει για το Παναγιόβατον Άγιον Όρος, αλλ' εντός του πλοίου προς τον Άγιον Όρος, βλέπει εν εξαίσιον όραμα. Καθορά τρεις σταυρούς εις τον ουρανόν και ακούει αοράτως φωνήν λέγουσαν: ''Γεώργιε, επέστρεψε πίσω, διότι έχεις αναλάβει τρεις σταυρούς, την μητέρα σου και τις δυο αδελφές σου. Σε προορίζω να γίνεις κληρικός και θα σώσεις πολλές ψυχές''. 


Έτσι ο Γεώργιος επέστρεψεν εις τον Πειραιά και έκτοτε ηκολούθει την υπό του Θεού σχεδιαζομένην πορείαν του. Πνευματικός πατήρ του π. Ιωάννου ήτο ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος (σημ. ημετ. Όσιος Χρυσόστομος ο νέος Ομολογητής), ο οποίος του έδωκε το Μέγα Αγγελικόν Σχήμα και το όνομα Ιωάννης. Ο Επίσκοπος Χρυσόστομος γιγνώσκων την χρηστότητα των τρόπων του, την κατά Θεόν πολιτείαν του και το γεγονός, ότι εκοσμείτο υπό αγάπης αληθινής προς την Παραδοσιακήν και διωκομένην Ορθοδοξίαν μας, τον προώριζε δια κληρικόν. Τον εχειροτόνησε Διάκονον και εν συνεχεία Ιερομόναχον. Αργότερα έκειρε και την μητέραν του Μοναχήν με το όνομα Μαρκέλλα και τας δύο αυτού αδελφάς, όπου τους εδόθησαν τα ονόματα Ματρώνα και Χριστοφόρα. 


Κατά την περίοδον ταύτην υπήρχε έλλειψις ναών δια τους Παραδοσιακούς Ορθοδόξους, λόγω της καταλήψεως των υφισταμένων ναών υπό των αποστησάντων σχισματικών Νεοημερολογιτών και τοιουτοτρόπως, εφρόντιζεν ο π. Ιωάννης να θεραπεύσει την έλλειψιν ταύτην με ζήλον υποδειγματικόν, ανακαινίζων και επισκευάζων μίαν ηρειπωμένην παλαιάν Μονήν του Αγίου Δημητρίου εις Πειραιά και ιδρύων, βραδύτερον, μίαν νέαν τοιαύτην, την της Αγίας Τριάδος εις Νέαν Πεντέλη. Ο π. Ιωάννης ήτο άξιος λειτουργός του Υψίστου και προπαντός πιστός τηρητής της Ορθοδόξου ημών Ιεράς Παραδόσεως και δια τούτο ηκολούθει ούτος και το Παλαιόν, το Ορθόδοξον Ημερολόγιον (Εορτολόγιον) και ουχί το Παπικόν. Ήτο ούτος τόσο ελεήμων, ώστε εμοίραζεν εις τους πτωχούς πάντοτε, όσα χρήματα και αν είχεν. 


Όλο το έργον του π. Ιωάννου ήτο άκρως πνευματικόν και θεάρεστον. Επεσκέπτετο ασθενείς, φυλακισμένους, πάσχοντας, πένητας, δοκιμαζομένους και αδικουμένους, με μοναδικόν σκοπόν του τας του Κυρίου εντολάς τήρησιν. Ουδέποτε είδον τον Γέροντα άνευ ζωστικού και εφόρει ούτος πάντοτε χιαστί αλυσίδας εις το άγιόν του σώμα. Το δε κρεβάτι του ξύλινον και άνευ στρώματος, αλλ' ηγάπα πολύ και την χαμαικοιτείαν, ώστε να δαμάζει τα του σώματος πάθη. Ήτο πάντοτε σιωπηλός, διότι είχε την ταπείνωσιν και την εσωτερικήν νήψιν των μεγάλων Πατέρων, ουδέποτε έδωσεν ούτος ανάπαυσιν εις το ασθενικόν σώμα του. 


Οι αποστατήσαντες Νεοημερολογίται επεδίδοντο εις συνεχείς διωγμούς κατά των Παραδοσιακών και γνησίων Ορθοδόξων, οι οποίοι ήθελον να κρατήσουν ανόθευτον την πίστιν των αγίων, των μαρτύρων και των Πατέρων των. Επί Σπυρίδωνος (1949 - 1956), Αρχιεπισκόπου των Νεοημερολογιτών, έλαβεν χώραν μέγας διωγμός κατά των Παλαιοημερολογιτών και τους οδηγούν εις τα υπόγεια της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, όπου τους εκούρευαν, τους εξύριζαν και ούτως τους απεσχημάτιζαν. Την περίοδον ταύτην, οι αστυνομικοί έφθασαν εις την Μονήν του Αγίου Δημητρίου Αμφιάλης και, ως λέοντες βρυχόμενοι όρμησαν εντός του Ιερού Ναού δια να συλλάβουν τον π. Ιωάννην. Εκείνην την στιγμήν ούτος ηυρίσκετο εντός του Ιερού, πλησίον της Αγίας Τραπέζης προσευχόμενος. 


Οι Αστυνομικοί εισήλθον εντός του Ιερού και ήρχοντο πέριξ της Αγίας Τραπέζης, αλλά χωρίς να βλέπουν τον π. Ιωάννην και ούτως, δεν τον ήγγιξαν καθόλου και έφυγαν άπρακτοι. Τοιουτοτρόπως, θαυματουργικώς ο Πανάγαθος Θεός του και Θεός ημών (αλλ' όχι των διωκτών του) τον εγλύτωσεν από το κούρεμα και τον αποσχηματισμόν του. Την ημέραν ταύτην, όμως οι αστυνομικοί συνέλαβον πέντε πνευματικά παιδιά του Γέροντος, οι οποίοι ήσαν με το Παλαιόν Ημερολόγιον και τους οδήγησαν εις τον εισαγγελέαν, ίνα τιμωρηθούν δια το μέγα των αδίκημα, ότι δεν εγκατέλειψαν την παραδοσιακήν των πίστιν. Ο σεβάσμιος π. Ιωάννης, όταν επληροφορήθη το γεγονός αυτό έκαμε θερμήν προσευχήν δια τα τέκνα του ταύτα, ώστε ν' αποφευχθεί η αυτών τιμωρία. 


Πράγματι, οι πέντε αυτοί ''εγκληματίαι'' Χριστιανοί ηθωόθησαν υπό του εισαγγελέως. Αναμφιβόλως, άπασαι οι περιπέτειαι τούτου, από την καταδίωξίν του από τους αλλοθρήσκους εις την Μικράν Ασίαν, οι πειρασμοί εις την μητέρα Ελλάδα από την αλλαγήν του ημερολογίου, αι δοκιμασίαι και οι διωγμοί υπό των σχισματικών ομοδόξων εις την νέαν πατρίδαν του, ουδόλως επέδρασαν επί του αγίου πατρός, ώστε να αποδυναμώσουν την πανίσχυρον αυτού θείαν φιλίαν και αγάπην, την καταφλέγουσαν την καρδίαν του. Ο αγιασμός του βίου του και η προσκόλλησίς του προς την αληθινήν παράδοσιν, τον είχον καταστήσει κατοικητήριον της Αγίας Τριάδος. 


Τοιουτοτρόπως, ο Γέροντας ημών ήτο αδιαλείπτως αγιαζόμενος και εμπράκτως ασκών την αγάπην, την οποίαν είχεν ο ίδιος λάβει υπό του Θεού, καθ' ότι αδιαλείπτως ην προσευχόμενος, διδάσκων την νοεράν προσευχήν και την μετάνοιαν. Είχεν δε αφεθεί ούτος εις τα Πανάγια Χέρια του Θεού, επιρρίπτων εις Αυτόν την μέριμνάν του, κατά το Ψαλμικόν και εβίωνε την χαράν της ελευθερίας ταύτης (της αναμαρτησίας), της απολύτου υποταγής εις το Θείον θέλημα. Κάποιαν περίοδον, ο π. Ιωάννης είχεν αποκτήσει πολλάς σωματικάς ασθενείας και ήρχισε να αδημονεί, να αγανακτεί, ακόμη και να απελπίζηται. Προσηύχετο τότε μετά δακρύων γονυπετής, ίνα θεραπεύσει τούτον ο Κύριος. Τότε ακούει φωνήν αόρατον λέγουσαν: ''Ιωάννη αυτός είναι ο σταυρός σου. Θέλεις να σου τον αφαιρέσω; 


Με αυτόν θα στεφανωθείς''. Τότε απαντά ο Γέροντας: ''Γεννηθήτω το θέλημά σου Κύριε''. Εν μικρόν παιδίον, τεσσάρων ετών, έβλεπε τον π. Ιωάννην όταν ελειτούργει, να υπερίπταται του εδάφους εντός του Ιερού! Εις τας ολονυκτίους ακολουθίας, ουδέποτε εκάθητο ή ποτέ εκοιμήθη, αλλ' απλώς ηκκούμβα μετά από την κόπωσίν του εις μίαν καρέκλαν και συνεχώς προσηύχετο αγρυπνών. Λόγω δε της ακήσεώς του ταύτης, εις μίαν ολονυκτίαν, είδε δόξαν Θεού και την Κυρίαν Θεοτόκον. Εν έτερον σπουδαίον χαρακτηριστικόν του Γέροντος ην η ιεροπρεπής αυτού στάσις και ο απλούς λόγος του, α μετήγγιζον την ανανεωτικήν ''δρόσον Αερμών'', την δρόσον του Ορθοδόξου Παραδοσιακού Μοναχισμού, την δρόσον του πραγματικού Έλληνος ιερέως, την δρόσον του οσιομένου ανθρώπου, την δρόσον του Αγίου Πνεύματος. 


Τα άγνωστα μοναστικά του ''παλαίσματα'' αποκαλύπτονται εις ημάς με την μετέπειτα πνευματικήν του ωριμότητα ως ιερομονάχου (μοναχού - ιερέως), δρων συμφώνως πάντοτε με την Ιεράν Παράδοσιν του Μοναχισμού και της Ορθοδοξίας. Η όλη βιοτή και πολιτεία του π. Ιωάννου παρείχον τα εχέγγυα ενός απλανούς, πνευματικού οδηγού μοναχών και λαικών. Είχε, συνεπώς, ούτος ο τρισόλβιος, ως ηγούμενος και ιερομόναχος απάσας τας μοναστικάς αρετάς, όπως ακτημοσύνην τελείαν, καθ' ότι και ''ο Υιός του ανθρώπου ουκ είχεν που την κεφαλήν κλείναι, τα δε πετεινά του ουρανού φωλέας έχουσι...''. 


Καθ' ως, επίσης, διαφυλάττων και την αγνότητα σώματος και ψυχής, γιγνώσκων τα των Γραφών γεγραμμένα, ''νεκρώσατε τα μέλη υμών του σώματος'', ''πορνεία δε και πάσα ακαθαρσία μηδέ ονομαζέσθω εν υμίν καθώς πρέπει αγίοις'', ''οι δε Χριστού την σάρκαν εσταύρωσαν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις''. Είχεν δε ούτος και την των μεγάλων Πατέρων θείαν σιωπήν και τέλος, μίαν απέραντον αγάπην για τον Μοναχισμόν, του οποίου ο ρόλος θα είναι μοναδικός κατά την μετά της Δευτέρας Παρουσίας αιωνίου ζωής. 


Κατά τον έτερον μέγα Άγιον του Κ' (20ου αιώνος), τον Άγιον Νεκτάριον, ''τι αληθώς της μοναστικής πολιτείας τιμιότερον ή τι λαμπρότερον;'' και συνεχίζων ο Άγιος Αρχιερεύς Νεκτάριος αναφέρει, ''εν πάσει ειλικρινεία ομολογώ την εμήν πεποίθησιν, ης ένεκα θεωρώ τον ασκητήν υπέρτερον του Αρχιερέως''. 



Τας μοναζούσας του ο Γέροντας, καθ' ότι αύται εισί 

και τα κατ' εξοχήν πνευματικά του τέκνα, 

τα συνέδεε με τα φιλοκαλικά  κείμενα, τα συναξάρια των Αγίων, 

το Ψαλτήριον, το θείον Ευαγγέλιον, τας αγρυπνίας, 

τα μυστήρια, την αδιάλειπτον προσευχήν 

με το ταπεινόν κομποσχοίνι και με την υποταγήν τούτων 

εις την μοναχικήν πολιτείαν. 

Ο βίος του και η ίδρυσις των γυναικείων Μονών του, 

μας ενθυμίζουν τον Άγιον Νεκτάριον 

και πλείστους άλλους αγίους Γέροντας, οι οποίοι ίδρυσαν γυναικείας Ιεράς Μονάς, 

ώστε να συμμετάσχουν και οι γυναίκες εις το τάγμα των ισαγγέλλων 

κατά την Δευτέρα του Κυρίου Παρουσίαν, 

καταλαμβάνουσαι και αύται μαζί με τους μοναχούς 

την θέσιν των εκπεσόντων Αγγέλων. 

Ο γυναικείος μοναχισμός ακμάζει σήμερον 

εις πάμπολλα Ιερά Μοναστήρια 

εντός και εκτός Ελλάδος, 

προς δόξαν Θεού και τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου. 




Εισαγωγή στο διαδίκτυο, στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Εκ του συγγράματος του Δρς Ιωάννη Καλλανιώτη, καθηγητή του πανεπιστημίου του Scranton 
με τον τίτλο:
''ΑΓΙΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΜΦΙΑΛΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (1899 - 1966)
Σελίδες 3 - 8. 
Από την ανάρτηση έχουν αφαιρεθεί οι παραπομπές του συγγραφέως με ευθύνη ημετέρα, 
προκειμένου το κείμενο να καταστεί έτι ευανάγνωστο στους αναγνώστες.




Άγιος Ιωάννης της Αμφιάλης


ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ ΑΓΑΠΗ




«Ἁγιώτατον Βαρθολομαῖον



Οἰκουμενικόν Πατριάρχην


Ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως




Ἦτο ἀφορμή μεγάλης χαρᾶς δι᾿ ἐμέ κατά τήν πρόσφατον συνάντησίν μας ἐν Ἀσσίζῃ 

νά δυνηθῶ νά ἐκφράσω προσωπικῶς εἰς τήν Ἁγιότητά Σας τά συγχαρητήριά μου 

ἐπί τῇ εἰκοστῇ πέμπτῃ ἐπετείῳ τῆς ἐκλογῆς Σας 

ὡς Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως καί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. 



Σᾶς διαβεβαιῶ, ἀγαπητέ ἐν Χριστῷ Ἀδελφέ, 

περί τῆς πνευματικῆς ἐγγύτητός μου ἐπί τῇ σημαντικῇ ταύτῃ ἐπετείῳ, 

καθώς ἑνοῦμαι μεθ᾿ Ὑμῶν ἐν δοξολογικῇ προσευχῇ πρός τόν Θεόν Πατέρα, 

πηγήν πάσης ἀγαθωσύνης, διά τάς δαψιλεῖς εὐλογίας ἅς ἐπεδαψίλευσεν εἰς τήν ζωήν 

καί τήν διακονίαν Σας καί, δι᾿ Ὑμῶν, εἰς τήν Ἐκκλησίαν.



Ἐκφράζων τάς καλυτέρας ἐγκαρδίους εὐχάς μου διά τήν ὑγείαν καί τήν πνευματικήν Σας εὐεξίαν, 

ἐπαναλαμβάνω πρός τήν Ὑμετέραν Παναγιότητα τά αἰσθήματα τῆς σταθερᾶς ἐκτιμήσεως καί φιλίας μου, 

καί εὐχαρίστως ἀνταλλάσσω μετ᾿ Αὐτῆς τόν ἀδελφικόν ἀσπασμόν ἐν Κυρίῳ.




19 Ὀκτωβρίου 2016


Πάπας Φραγκῖσκος 


Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ





Εἴπαμε πῶς, ἐδῶ στήν Ἑλλάδα, ὄχι μοναχά δέν διαβάζουμε,
ἀλλά κἂν δέν ξέρουμε ἂν ὑπάρχουνε οἱ μυστικοί Πατέρες πού φωτίσανε τήν Ὀρθοδοξία.
Γιά τούς θεολόγους ἡ Ὀρθοδοξία κατάντησε μία κούφια λέξη,
ἀφοῦ ἡ μυστική οὐσία τῆς τούς εἶναι ἄγνωστη, ὅπως κι᾿ ἡ παράδοσή τους.
Οἱ δικοί μας θεολόγοι παίρνουνε τά φῶτα ἀπό τή Δύση,
γιατί ἐκεῖ ἡ θεολογία ἔχει γίνει ἐπιστήμη,
κ᾿ ἡ ματαιοδοξία τους κολακεύεται ἀπ᾿ αὐτό τό πράγμα.
Ἡ πίστη, γι᾿ αὐτούς, δέν ἔχει καμμιά σημασία.
Θά μοῦ πῆτε, «θεολογία χωρίς πίστη, γίνεται;»
Μά κ᾿ ἐγώ σᾶς ρωτῶ, μέ τήν ἴδια ἀπορία, «γίνεται θεολογία χωρίς πίστη;»
Ὡστόσο, στίς Δυτικές χῶρες καί στήν Ἀμερική,
πολύς κόσμος ἔχει στραφεῖ πρός τήν Ὀρθοδοξία, ἀπό τή δίψα τῆς ἀληθείας.
Στήν Ἑλλάδα, μοναχά λιγοστοί ἄνθρωποι
καί κάποιοι παλιοημερολογίτες διαβάζουνε τά βιβλία τῶν Πατέρων,
ἐκτός τοῦ Βασιλείου καί τοῦ Χρυσοστόμου,
πού τούς παίρνουνε οἱ θεολόγοι γιά ρήτορας
καί γιά φιλολόγους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας...


Τὰ βιβλία τῶν μυστικῶν Πατέρων δὲν ξανατυπώνουνται πιὰ καὶ καταντήσανε σπάνια. Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία τυπώνει προχειρολογήματα διάφορων νεωτεριστῶν θεολόγων, χωρὶς καμμιὰ οὐσία, ποὺ φανερώνουνε μοναχὰ τὴν ἀπίστευτη γύμνια ἐκείνων ποὺ τὰ γράφουνε. Μοναχὰ τώρα τελευταῖα ἄρχισε νὰ τυπώνει ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία τὴν Πατρολογία τοῦ Μigne. Μὰ κι᾿ αὐτὴ ἡ ἔκδοση εἶναι γιὰ τοὺς θεολόγους, κι᾿ ὄχι γιὰ τοὺς πιστούς, ἀφοῦ εἶναι τυπωμένη στὴν ἀρχαία γλώσσα. Ἐκτὸς ἀπ᾿αὐτό, ἡ ἔκδοση τῆς Πατρολογίας δὲν ἔχει καμμιὰ βαθύτερη δικαίωση, μὲ τὸ δυτικὸ χαρακτήρα ποὺ ἔχει ἡ γενικὴ μόρφωση τῶν θεολόγων μας, ποὺ δὲν ἔχουνε καμμιὰ βαθύτερη γνώση τῆς οὐσίας τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε καὶ τῆς παράδοσής μας.


τσι κι᾿ αὐτὴ ἡ ἔκδοση καταντᾶ ἕνα γεγονὸς χωρὶς βαθύτερη σημασία, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ κατάλληλο ὀρθόδοξο χῶμα γιὰ νὰ ριζοβολήσει. Στὸ νὰ στραφοῦνε οἱ Δυτικοὶ κι᾿ οἱ Προτεστάντες στοὺς Πατέρες τῆς Ὀρθοδοξίας, συντελέσανε πολὺ οἱ Λευκορῶσοι θεολόγοι, ποὺ σκορπίσανε στὶς διάφορες χῶρες καὶφωτίσανε τὶς ψυχὲς μὲ τὰ σοφὰ κηρύγματά τους, μὲ τὴν ἀρετὴ τῆς ζωῆς τους, καὶ μὲ τὴν τυπικὴ εὐσέβειά τους. Ἐνῶ οἱ κληρικοὶ ποὺ στέλνουμε ἐμεῖς στὶς διάφορες παροικίες, εἶναι οἱ πιὸ ἀνίδεοι στὸ τί θὰ πεῖ Ὀρθοδοξία, κι᾿ οἱ ἐκκλησίες μας στὸ ἐξωτερικὸ δὲν ἔχουνε κανέναν θρησκευτικὸ προορισμό, ἀλλὰ ἔχουνε καταντήσει κέντρα κοινωνικῆς συγκεντρώσεως τῶν ὁμογενῶν κάθε Κυριακή. 


τσι, ἡ Ὀρθοδοξία, δηλαδὴ ἡ πρώτη κι᾿ ἀπαραμόρφωτη μορφὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἔγινε πάλι τὸ στήριγμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζητᾶνε λιμάνι σωτηρίας κι᾿ ὁ κανόνας τῆς χριστιανικῆς πίστης. Στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀμερικὴ ἔχουνε μεταφρασθεῖ, ἕως τώρα, σὲ διάφορες γλῶσσες ἡ Φιλοκαλία, τὸ μέγα καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ βιβλίο, ποὺ στὴν Ἀθήνα τὸ βρίσκει κανένας μοναχὰ στὶς συλλογὲς τῶν βιβλιοφίλων νὰ κάθεται στὸ ράφι ἄχρηστο, σὰν κανένα ἀρχαιολογικὸ ἀντικείμενο, ὁ Εὐεργετινός, οἱ ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Βασιλείου καὶ κάποιων ἄλλων Πατέρων, οἱ λόγοι Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, μερικὰ ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ μαθητοῦ του Νικήτα Στηθάτου, καὶ κάποια ἄλλα. 


μεῖς, ἀλλοίμονο, τυρβάζομεν περὶ τοῦ πὼς θὰ φανοῦμε ἐπιστημονικοὶ καὶ εὐρωπαϊκότεροι ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους. Μοναχὰ κανένας «θρησκόληπτος», καθυστερημένος κατὰ τοὺς νεωτεριστὰς αὐτοὺς παπαγάλους, διαβάζει τέτοια βιβλία. Οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου εἶναι μεταφρασμένοι στὰ Γαλλικά, στὰ Γερμανικά, στὰ Ἐγγλέζικα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ Ρωσικά, ποὺ ἔχουνε μεταφρασθεῖ ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πρωτοτυπωθήκανε στὰ Ἑλληνικὰ ἀπὸ τ᾿ ἀρχαῖα χειρόγραφα. Στὴν ἁπλὴ ἑλληνικὴ γλώσσα ὑπάρχει μία θαυμάσια μετάφραση καμωμένη μὲ εὐλάβεια «παρὰ τοῦ πανοσιολογιωτάτου Διονυσίου Ζαγοραίου, τοῦ ἐνασκήσαντος ἐν τῇ ἐρημονήσῳ τῇ καλουμένῃ Πιπέρι, ἀπέναντι τοῦ ἁγίου Ὄρους», τυπωμένη στὴ Σύρα στὰ 1886. 


Ποῦ νὰ καταδεχτοῦμε, ἐμεῖς, νὰ διαβάσουμε τέτοια πράγματα, μεταφρασμένα μάλιστα ἀπὸ ἕναν ἀγράμματο καλόγερο, ποὺ καθότανε κ᾿ ἔγραφε ἀπάνω σὲ κάποιον βράχο, στὸ ρημονήσι Πιπέρι, μαζὶ μὲ τοὺς γλάρους; Ἐμεῖς διαβάζουμε τοὺς σοφοὺς καὶ ἀξιοπρεπεῖς καθηγητάδες ποὺ γράφουνε καθισμένοι στὶς πολυθρόνες, στὰ Παρίσια καὶ στὰ Βερολίνα! Δὲν ἀκοῦμε τί λέγει ὁ Θεὸς μὲ τὸ στόμα τοῦ Προφήτη «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;» Ποῦ νὰ ὑποπτευθοῦμε τὸ μυστικὸ πλοῦτο ποὺ κρύβεται μέσα σὲ τέτοιες ἁγίες ψυχές. Λοιπόν, αὐτὴ ἡ μετάφραση δὲν ξανατυπώθηκε ἀπὸ τότε στὴν Ἑλλάδα, ποὺ τυπώνεται κάθε λογῆς ἀνοησία, πρᾶγμα ποὺ φανερώνει σὲ τί πνευματικὸ σκοτάδι βρισκόμαστε, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί. 


πὸ τὴν προκοπὴ ποὺ ἔχουμε, βάλαμε «τὸν λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον», κι᾿ ἀπάνω στὸ λυχνοστάτη βάζουμε τὶς τυπωμένες βαθυστόχαστες ἀνοησίες ποὺἀνάφερα, καὶ περιμένουμε νὰ μᾶς φωτίσουνε. Τοὺς βαθύτερους μυσταγωγούς, ποὺ φανήκανε στὸν κόσμο, τοὺς ἔχουμε ἄξιους νὰ τοὺς διαβάζει μοναχὰ κανένας ἀγράμματος παλιοημερολογίτης. Ἡμεῖς, οἱ ἔξυπνοι κι᾿ οἱ συγχρονισμένοι, βάλαμε τὴν ἐξυπνάδα μας καὶ μέσα στὰ μυστήρια τῆς θρησκείας, κι᾿ ἀγαπᾶμε τὰ μεγάλα λόγια καὶ τὰ ἐπιστημονικά, τί λέγει ὁ τάδε ἄθεος γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ γιὰ τὴ θρησκεία του, ἢ κανένας καμουφλαρισμένος θεομπαίχτης, ἐπειδὴ αὐτὰ δίνουνε τροφὴ στὸν ἐγωισμό μας. 


Καὶ βουλώνουμε τ᾿ αὐτιά μας γιὰ νὰ μὴν ἀκούσουμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ φωνάζει «Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;». Ἀλλά, κοντὰ στοὺς χαλασμένους αὐτοὺς ποὺ λέγω, ὑπάρχουνε καὶ πλῆθος ἄνθρωποι ποὺ νοιώθουνε βαθειὰ τὴν οὐσία τῆς θρησκείας μας, τὴ μεγάλη σημασία τῆς λατρείας καὶ τῆς ἱερῆς παράδοσής μας.



Γιά ὅσους ἀπ᾿ αὐτούς δέν ἔχουνε πατερικά βιβλία, 

σάν αὐτά πού εἴπαμε παραπάνω, κ᾿ εἶναι σχεδόν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, 

γιατί ἡ ἀδιαφορία ἐκείνων πού εἶναι βαλμένοι γι᾿ αὐτή τή δουλειά, 

στέρησε τόν κόσμο ἀπό τέτοια ἄφθαρτη κι᾿ ἅγια θροφή, 

θά προσπαθήσω μέ τίς μικρές δυνάμεις μου νά τούς μεταδώσω 

ὅ,τι μπορέσω ἀπό τούς περιφρονημένους αὐτούς προγονικούς μας θησαυρούς. 

Ἀφοῦ οἱ θεολόγοι γινήκανε φιλόσοφοι κ᾿ ἐπιστήμονες, 

ἂς γίνουμε θεολόγοι ἡμεῖς, δίχως ἄλλο ἐφόδιο, 

παρά μοναχά τήν πίστη μας, κατά τά βαθυστόχαστα λόγια τοῦ ἁγίου Νείλου, 

πού λέγει: «Εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος εἶ». 

«Ἂν προσεύχεσαι ἀληθινά, εἶσαι θεολόγος».




Εκ του βιβλίου του Φώτη Κόντογλου: ''Γίγαντες Ταπεινοί'' εκδόσεις Ακρίτας, 1995. 

Στο βιβλίο αυτό ο Φώτης Κόντογλου κάνει ακριβώς αυτό, 
αναφερόμενος σε περιστατικά από τη ζωή αγιασμένων προσώπων της καθ' ημάς Ανατολής. 
Με το γνήσιο λαϊκό ύφος, την ανεξάντλητη δύναμη και την προφητική πνοή 
που ζωντανεύει αγώνες και αγωνίες και κορυφαία περιστατικά από τη ζωή τους, 
που ελπίζεται ότι όχι μόνο θα κινήσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη,
αλλά και θα χαράξουν μέσα τους αλάθητους προσωπικούς δείκτες πορείας... (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.



Φώτης Κόντογλου


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.