ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΧΙΛΙΑΝΔΑΡΙΝΟΥ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (ΜΕΡΟΣ 2ον)

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΧΙΛΑΝΔΑΡΙΟΥ



Ἅγιος Σάββας ἀπεσταλμένος ἀπὸ τή Μονή Βατοπαιδίου στήν Κωνσταντινούπολη, ἔχοντας καί τήν εὐλογία τοῦ γέροντα πατέρα του Ὁσίου Συμεών, συνάντησε τὸν συγγενή του βασιλέα Ἀλέξιο Ἄγγελο Κομνηνό, γιά αἰτήματα τῆς Μονῆς. Ἀφοῦ ὁ βασιλιάς ἐκπλήρωσε ὅλα αὐτά, τότε ὁ Ἅγιος Σάββας ζήτησε κάτι ἀκόμη λέγοντας : «Ὑπάρχει στὸ Ἅγιο Ὄρος ἕνα ἔρημο μοναστήρι λεγόμενο Χιλανδάρι καί ἄν ἡ μεγαλειότητά σου ἕχει τήν εὐχαρίστηση, ἄς μᾶς τὸ παραχωρήσει». Ὁ αὐτοκράτορας ἔδωσε θάρρος στὸν Ἅγιο Σάββα λέγοντάς του:


«,τιδήποτε μου ζητήσεις ὁλόψυχα θά τὸ δώσω στήν ὁσιότητά σου». Ἔτσι του ἔδωσε τὸ Χιλανδάρι μέ ὅλη του τήν περιοχή καί τὸ ἐπισφράγισαν μέ βασιλικὸ χρυσόβουλο. Ὅταν γύρισε στὸ Βατοπαίδι ὁ Ἅγιος Σάββας πληροφόρησε τὸν ἡγούμενο πώς ὁ βασιλέας ἱκανοποίησε ὅλα τά αἰτήματά τους. Μετά πήγε στὸν ὅσιο γέροντα πατέρα του ὁ ὁποῖος ἡσύχαζε προσευχόμενος, τὸν ὑποδέχτηκε μέ χαρά καί τὸν ἀσπάστηκε. Ἱστοροῦσε δέ πρὸς τὸν πατέρα του τὸ πῶς μέ βασιλικὸ χρυσόβουλο ἔλαβαν τὸ Χιλανδάρι. Ὁ ὅσιος εὐχαριστοῦσε γιά ὅλα αὐτά τὸν Θεὸ καί τήν Παναγία Μητέρα του. Ὁ Ὅσιος Συμεών κάλεσε τὸν ἡγούμενο καί τούς πατέρες, τούς ἔδειξε τὸ χρυσόβουλο τοῦ βασιλιᾶ καί πρόσφερε στὸ Βατοπαίδι τὸ Χιλανδάρι.


ταν τόσο μεγάλη ἡ ἀγάπη τους γιά τὸ Βατοπαίδι στὸ ὁποῖο σκόπευαν νά τελειώσουν τήν ζωή τους, γιά αὐτὸ καί ἔδιναν ὅτι εἶχαν σέ αὐτό. Καί τότε ἕνας εὐλαβής γέροντας ἦρθε μέ φώτιση Θεοῦ στὸν Ἅγιο Σάββα νά τοῦ πεῖ : «Τώρα εἶναι καιρὸς νά κάνετε κάτι γιά τή Σερβία. Γιά αὐτὸ ζητήστε τὸ ἐρειπωμένο Χιλανδάρι καὶ κτίστε το. Ἔτσι θά μπορέσουν καί ἀπὸ τὸ γένος σας, ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεὸ νά βροῦν σέ αὐτὸ λιμάνι σωτηρίας».


Ἅγιος Σάββας δέχτηκε τήν συμβουλή αὐτή τοῦ γέροντα σάν ἀπὸ ἄγγελο Θεοῦ. Τότε ὁ ὅσιος Συμεών εἶπε στὸν ἀγαπητὸ του γιό: «Πίστεψε παιδί μου ὅτι ὁ Κύριος μέχρι σήμερα μᾶς εἶχε στήν ὑποταγή, γιά νά καλλιεργηθοῦμε στήν ταπείνωση καί μᾶς εἶχε κρύψει μέχρι τώρα μιά τέτοια σκέψη. Τώρα μᾶς ἔστειλε τὸν γέροντα - ἄγγελὸ Του καί εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ὑπακούσουμε γρήγορα τήν θεόσταλτη συμβουλή Του».


μακάριος Σάββας μέ τὸν πατέρα του Γέροντα Συμεών πῆγαν στὸν ἡγούμενο καί τοῦ εἴπαν τὸ σχέδιὸ τους ἀλλά δέν βρῆκαν ἀνταπόκριση. Τότε ὁ μακάριος Σάββας πήγε στίς Καρυές καί φανέρωσε τὸν σκοπὸ του στὸν Πρῶτο, στὸν ὁποῖο ἄρεσε ἡ ἰδέα καί τούς εἶπε : «Ὅποιο ἔρημο μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ὄρους θέλετε, ἀνακαινίστε το γιά τήν πατρίδα σας. Ἤ τὸ Χιλανδάρι, πού σας ἔδωσε ὁ βασιλιάς, ἤ ὅποιο ἄλλο ἐπιθυμεῖτε».


Μέ αὐτήν τήν παρήγορη εἴδηση γύρισε ὁ Ἅγιος Σάββας στὸν πατέρα του... Τότε ὁ γέροντας Συμεών συγκινημένος ἀποφάσισε νά πάει ἀμέσως νά ἀναζητήσει τόπο γιά τὸ μοναστήρι. Κανένας ὅμως τόπος δέν τοῦ ἄρεσε ὅσο τὸ Χιλανδάρι. Γυρνώντας στὸ Βατοπαίδι, ὁ ἡγούμενος καί οἱ πατέρες, ἔχοντας ἀλλάξει γνώμη, κάλεσαν τὸν Ἅγιο Σάββα καί δίνοντάς του τὸ Χιλανδάρι εἶπαν, τὸ Βατοπαίδι καί τὸ Χιλανδάρι θά εἶναι σάν μιά Μονή. Οἱ Ὅσιοι Συμεών καί Σάββας ἀνακοίνωσαν στὸν Σέρβο βασιλιά Στέφανο τή θέληση τους, ὁ ὁποῖος τούς ἔστειλε ὅλα τά ἀναγκαῖα καί τούς παρακάλεσε στὸ μέλλον νά ζητοῦν ὅ,τι ἕχουν ἀνάγκη.


Παίρνοντας εὐλογία ἀπὸ τὸν ἡγούμενο καί τὸν πατέρα του ὁ Ἅγιος Σάββας μάζεψε πολλούς ἐργάτες καί σέ λίγο χρόνο ἔκανε πολλά στὸ Χιλανδάρι, ὅπου τά πάντα ἦταν γκρεμισμένα καί μόνο ὁ Ναὸς σωζόταν ἐρειπωμένος. Ἄρχισε νά χτίζει τὸ μοναστήρι καί γύρω ἔχτισε μεγάλο τοῖχος μέ ἕναν ψηλὸ πύργο. Ξανάχτισε τήν τράπεζα, ἔχτισε κελλιά γιά τήν ἀδερφότητα, ἀνακαίνησε τήν ἐκκλησία, τήν ἁγιογράφησε καί τήν στόλισε πλούσια. Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τελείωσαν ὅλα γρήγορα, ἐπειδή καί ὁ ὅσιος πατέρας του τὸν παρακινοῦσε λέγοντας : «Νά μέ ἀξιώσει ὁ Θεὸς νά δῶ τὸ μοναστήρι καί γιά μένα θά εἶναι εὐλογία νά τελειώσω τή ζωή μου σέ αὐτό».


επιθυμία τοῦ γέροντα Συμεών ἐκπληρώθηκε. Τελείωσαν δέ οἱ ἐργασίες στὸ Χιλανδάρι τὸν Ἰούνιο τοῦ 1199. Χάρη στὸν ζῆλο τοῦ Ἁγίου Σάββα ὁ μακάριος γέροντας πατέρας του Συμεών μεταφέρθηκε στὸ μοναστήρι, πού τὸ καθολικὸ του ἦταν ἀφιερωμένο στά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Μάζεψαν μεγάλη ἀδελφότητα καί ὅρισαν τὸ τυπικὸ τῆς Μονῆς καί τὸν ἡγούμενο, πού θά φροντίζει γι᾽ αὐτή. Ζήτησαν ἀπὸ τὸν Πρῶτο καί τά γειτονικά ἐρειπωμένα κελλιά, τούς ἐλαιῶνες καί τούς ἀμπελῶνες γύρω ἀπὸ τὸ Χιλανδάρι καί ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά ἀγόρασαν καί ἀρκετή ἔκταση στίς Καρυές καί ἔχτισαν πολλά κελλιά διώροφα γιά τή διαμονή τοῦ ἡγουμένου καί τῶν πατέρων ὅσες φορές πήγαιναν ἐκεῖ ἀπὸ τὸ Χιλανδάρι.


Οἱ δύο αὐτοί θεοφόροι ἄνδρες, ὅπως λέει ὁ Δομετιανὸς, ἐμόναζαν στὸ Χιλανδάρι μέ ἡμερονύκτιες προσευχές καί τέλεια ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, διότι θεωροῦσαν σκύβαλα ὅλα ὅσα ὑπάρχουν σέ αὐτὸν τὸν κόσμο. Τότε ὁ γέροντας Συμεών γιά νά ἐξασφαλίσει καλύτερα τὸ μοναστήρι, ἔστειλε γιά δεύτερη φορά στήν Πόλη «τὸν Θεόφρονα ὑιὸν του κυρ-Σάββαν» στὸν συγγενή τους βασιλιά Ἀλέξιο, νά τὸν παρακαλέσει νά ἀναγνωρίσει τὸ μοναστήρι ὡς Βασιλικὸ Σταυροπήγιο καί νά ἐξαρτᾶται μόνο ἀπὸ τὸν βασιλιά.[..]


τσι ὀνόμασε τὸ Χιλανδάρι Βασιλικὸ Σταυροπήγιο. Μὲ τὸ βασιλικὸ αὐτὸ γράμμα ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος ὁ Γ´ ἔδωσε ἀπὸ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1198 πλήρη ἐλευθερία στή Μονή τοῦ Χιλανδαρίου καί τήν ἄδεια νά ὑποδεχτοῦν ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ Σερβικὸ γένος, πού θέλουν νά γίνουν μοναχοί. Τότε οἱ δύο ὅσιοι Συμεών καί Σάββας παρέδωσαν τή Μονή στὸν ἡγεμόνα τῶν Σέρβων Στέφανο.



Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ


Ὅσιος Συμεών ἀσκήτευε μὲ τόν ὅσιο γιὸ του Σάββα στό Χιλανδάρι, ὅπου ὁ θεοφόρος Συμεών ἀρρώστησε στίς ἀρχές τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1200. Ἔφτασε στό ὕψος τῶν ἀρετῶν καί τότε αἰσθάνθηκε ὅτι πλησιάζει τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ἄρρωστος πιά εἶπε στόν Ὅσιο Σάββα : «Ἀγαπημένο μου παιδί, φῶς τῶν ματιῶν μου, παρηγοριά καί προστασία τῶν γηρατιῶν μου, πλησίασε ὁ καιρός τῆς ἀναχωρήσεώς μου». Ὁ Ὅσιος Σάββας κλαίγοντας ἔλεγε : «Στά πόδια σου πέφτω, κύριε μου καί πατέρα μου, καί σέ παρακαλῶ τώρα πού σέ κάλεσε ὁ Θεός, ὅπως μέ προστάτεψες σ᾽αὐτή τή ζωή ἔτσι καί στήν ἄλλη μή λησμονήσεις κανέναν μας, κανένα άπό τά πνευματικά σου παιδιά, οὔτε τή χώρα μας καί τήν ἐκκλησία». 


Ὅσιος Συμεών ἀγκάλιασε μέ δάκρυα τόν Σάββα καί τοῦ ἔδωσε τόν τελευταίο ἀσπασμό παρακαλώντας τόν νά βοηθήσει τήν Ἐκκλησία στήν Σερβία. Παρακάλεσε κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔρθει ὁ καιρός νά συγκεντρώσει «τά ἁμαρτωλά λείψανα τῆς ἀθλίας σαρκός του» καί νά τά μεταφέρει στό μοναστήρι τῆς Στουντένιτσα. Ὁ Ὅσιος γέροντας Συμεών «εὐλόγησε τόν θεοφόρο συνασκητή του κύρ-Σάββα καί ὅλη τήν σύναξη τῶν ἁγίων μοναχῶν καί φιλοθέων τέκνων του». Ἀσπαζόταν τόν καθένα ξεχωριστά, τόν εὐλογοῦσε ὁνομαστικά καί τούς παρακαλοῦσε νά προσεὐχονται γιά αὐτόν, παραδίδοντάς τους στόν Θεό καί στήν Παναγία Μητέρα Του καί μετά ἀπό Αὐτούς στόν Ὅσιο Σάββα.

ταν τελείως ἐξασθενημένος ἀπό τά γηρατειά, ἀλλά ξαφνικά τή νύχτα σηκώθηκε ἀπό τό κρεβάτι μέ νεανική δύναμη, σάν νά περίμενε τούς ἀπεσταλμένους τοῦ οὐρανοῦ, φόρεσε τό ἅγιο καί Ἀγγελικό Σχῆμα, κοινώνησε τά ἅγια καί ζωοποιά Μυστήρια λέγοντας : «Δόξᾳ τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Μετά ἀπὀ αὐτό σάν θνητό ἄρχισε νά τόν κυριεύει ἡ δύναμη τοῦ θανάτου, ὅλη νύχτα ὁ Ὅσιος Σάββας του παραστεκόταν διαβάζοντας ὅλο τό ψαλτήρι. Ὁ δέ Ὅσιος Γέρων ἀνέπεμπε προσευχές καί εὐχαριστίες πρός τόν Θεό. Σέ ἕξι μέρες ὁ Ὅσιος Σάββας ἔφερε τόν πατέρα του στόν πρόναο τῆς ἐκκλησίας. Νοιώθωντας ὅτι ἦρθε ἡ τελευταία του ὥρα, ὁ Ἅγιος γέροντας εἶπε στόν γιό του: «Φέρε μου τήν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μέ τόν Χριστό, διότι ἔχω κάνει τάμα νά ἀφήσω τό πνεῦμα μου ἐνώπιόν Της». 

ταν ἔγινε ἡ ἐπιθυμία του ὁ Ὅσιος Γέροντας Συμεών εἶπε : «Παιδί μου, φόρεσέ μου τό ράσο καί ἑτοίμασέ με γιά τήν ταφή. Στρῶσε τήν ψάθα στή γῆ καί ξάπλωσέ με πάνω της καί μιά πέτρα γιά προσκέφαλο μέχρι νά μέ ἐπισκευθεί ὁ Κύριος, γιά νά μέ πάρει ἀπό ἐδώ». Θέαμα συγκινητικό μεγάλης ταπεινώσεως, ὁ ἄλλοτε βασιλιάς πού ἀναπαυόταν σέ χρυσά καί μαλακά κρεβάτια, τώρα νά βρίσκεται πάνω σέ μιά ψάθα σάν τόν πιό φτωχό ἄνθρωπο. Γύρω του στέκονταν οἱ αδελφοί καί ἔκλαιγαν, διότι θά ἔμεναν χωρίς πατέρα. Ὁ ἀέρας γέμισε μέ ἐξαιρετική εὐωδία καθώς ὁ Ὅσιος ἔψαλλε μαζί μέ τούς ἀγγέλους «Πᾶσα πνοή αἰνεσάτω τόν Κύριον». Ἔτσι κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στίς 13 Φεβρουαρίου τοῦ 1200. Ὁ Ὅσιος Σάββας ἔθεσε τό Τίμιο σκήνωμα τοῦ πατέρα του σέ μαρμάρινο τάφο μέσα στήν Ἐκκλησία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στο Χιλανδάρι.


Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΣΤΙΣ ΚΑΡΥΕΣ



Μετά τόν θάνατο τοῦ Ὁσίου πατέρα του Συμεών ὁ Ἅγιος Σάββας πραγματοποίησε τήν ἐπιθυμία τῆς καρδιᾶς του: νά ζήσει «μόνος, μόνῳ τῷ Θεῷ». Ἀφοῦ ἄφησε ἡγούμενο στό Χιλανδάρι, γιά νά φροντίζει γιά τή σωτηρία τῶν αδερφῶν, πήγε στίς Καρυές, τήν πρωτεύουσα τῆς Ἀθωνικῆς μοναστικῆς πολιτείας, ὅπου βρῆκε ἕναν ἐξαιρετικό τόπο μέ νερά καί καρποφόρα δέντρα, τόν ἀγόρασε ἀπό τόν Πρῶτο καί ἐκεῖ ἔκτισε τό ἡσυχαστήριό του καί τήν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου. Μαζί του κράτησε μόνο τρεῖς μοναχούς, ὅπου τηροῦσαν αὐστηρά τό ἐκκλησιαστικό τυπικό, γι᾽ αὐτό τό κελλί ὀνομάστηκε «τυπικαριό» μέχρι σήμερα. Ἐκεῖ συνέγραψε καί τό τυπικό τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας.

Ἅγιος Σάββας ἔζησε ἐκεῖ μέ ὁλόψυχη ἄσκηση, αἰχμάλωτος ἀπό τήν σκέψη τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τή μεγάλη καί ἀκατάπαυστη νηστεία στέγνωσε τό σῶμα του, ἐξασθένισε πάρα πολύ καί ἀρρώστησε, ἀλλά τήν ἀρρώστια τήν θεώρησε ὡς βοήθεια Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν ἐμπόδιζε ἀπό τότε νά γευθεῖ κάτι νόστιμο. Νοσταλγός τοῦ οὐρανοῦ ἀποκτοῦσε ὅλο καί μεγαλύτερη ταπείνωση καί θεωροῦσε τόν ἑαυτό του τελευταῖο μεταξύ ὅλων. Ἔτσι ἀγωνιζόταν ὁ μακάριος Σάββας καί παρακαλοῦσε τόν Θεό καί Κύριο νά τόν ἀξιώσει νά λάβει κάποια πληροφορία γιά τόν μακάριο πατέρα του. Μιά νύχτα ἐμφανίστηκε μέσα σέ ἀπερίγραπτη ὡραιότητα καί δόξα ὁ Ὅσιος Συμεών, πού τοῦ ἔλεγε μέ χαρά : «Μή θρηνεῖς, ἀγαπημένο μου παιδί, ἀλλά νά χαίρεσαι καί νά ἀγάλλεσαι, γιατί οἱ προσευχές σου καί οἱ ἐλεημοσύνες σου γιά μένα ἀνέβηκαν ὡς μνημόσυνο μπροστά στόν Θεό καί περιμένουν καί ἐσένα ὅλα αὐτά τά ἑτοιμασμένα ἀγαθά. 

Πρῶτα ὁ Θεός θά σέ πλουτίσει μέ τήν ἀποστολική χάρη καί τό ἀξίωμα του ἀρχιερέα, γιά νά διδάξεις καί νά φωτίσεις τήν πατρίδα σου καί νά ὀδηγήσεις τόν λαό σου στόν Χριστό. Θά σέ ἀξιώσει νά προσκυνήσεις καί τούς Ἁγίους Τόπους, στούς ὁποίους ἔπαθε ἐκουσίως γιά μᾶς ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Θά γίνεις τύπος τῶν πιστῶν καί δάσκαλος τῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Ὕστερα θά ἔλθεις κοντά μας, ὅπου σέ περιμένει διπλό στεφάνι, τοῦ ἀσκητῆ καί τοῦ διδασκάλου, γιά νά ζήσουμε μαζί μέ ὅλους τούς ἁγίους τήν αἰώνια μακαριότητα ἀπολαμβάνοντας τήν θεωρία τῆς Ἁγίας Τριάδος». Ὅταν συνήλθε ἀπό τό ὁραμα ὁ Ὅσιος Σάββας αἰσθάνθηκε τήν καρδιά του ἀναπαυμένη, γεμάτη χαρά καί ἀγαλλίαση, σάν νά βρισκόταν στόν οὐρανό καί ὄχι στή γῆ.

νισχυμένος ἀπό τό ὅραμα τοῦ πατέρα του ἄναψε μέσα του ἡ ἐπιθυμία ὁὍσιος Συμεών νά γίνει κληρονομιά ὁλόκληρου τοῦ γένους του, ἔτσι ὅπως αὐτός μυστικά εἶχε ἀπολαύσει. Προσευχόταν θερμά στόν Θεό νά χαριτώσει τό σκήνωμα τοῦ Ὁσίου Πατέρα του μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά τό κάνει μυρόβλητο. Αὐτήν τήν προσευχή μέ παρρησία ἔκανε πρός τόν Θεό ὁ Ὅσιος Σάββας, διότι γνώριζε ὅτι ὁ Θεός θά τήν ἐκπληρώσει.


ΤΟ ΜΥΡΟ



Στό μνημόσυνο τοῦ Ὁσίου Πατέρα του κάλεσε τόν Πρῶτο καί τούς ἄλλους ἡγουμένους καί γέροντες καί μέ αὐτήν τήν ἀφορμή συγκεντρώθηκε πλῆθος πατέρων ἀπό ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος. Ἡ Ἐκκλησία καί ὁ τάφος τοῦ μακαρίου Συμεών ἦταν εὐπρεπῶς στολισμένα. Ὁ Ὅσιος Σάββας μέ τήν εὐλογία τοῦ Πρώτου ἀνέβηκε στόν Πύργο τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου ἔκανε ὁλονύχτια ἀγρυπνία, παρακαλώντας τόν Θεό νά δώσει τήν «δρόσο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στά λείψανα τοῦ πατέρα του καί νά τά ἀνακαινίσει μέ τό μύρο Του γιά νά εὐλογηθοῦμε ὅλοι καί νά δοξάσουμε τό Πανάγιο Ὀνομά Του».

Τό πρωί, ἐνῶ ὁ Πρῶτος καί οἱ ἄλλοι πατέρες τελοῦσαν τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου στό καθολικό τῆς Μονῆς εὐχόμενοι γιά τήν ἀνάπαυση τοῦ Ὁσίου Συμεών, ξαφνικά ἡ Ἐκκλησία γέμισε ἀπό τήν εὐωδία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὅλες οἱ ψυχές τῶν παρευρισκομένων ἔνιωσαν γλυκύτητα χαρά καί εἰρήνη. Ὅσοι βρίσκονταν κοντά στόν τάφο ἄκουσαν κάτι σάν βοή νά βγαίνει ἀπό αὐτόν καί εἶδαν τόν μαρμάρινο τάφο νά πλημμυρίζει ἀπό μύρο καί ὅλοι ἐκραύγαζαν τό «Κύριε ἐλέησον». Ὁ Πρῶτος ἔδωσε ἐντολή νά καλέσουν τόν Ὅσιο Σάββα νά κατέβει ἀπό τόν Πύργο, γιά νά δεῖ αὐτό πού ἤδη γνώριζε. Ἀγκάλιασε τόν μυρόβλητο τάφο τοῦ πατέρα του σάν τόν ἴδιο, τόν ἀσπαζόταν μέ θερμή ἀγάπη καί τόν πότιζε μέ πολλά δάκρυα. 

Πρῶτος ἔχρισε τόν ἑαυτό του σταυρωειδῶς μέ τό Ἅγιο Μύρο, ἔπειτα τόν Ὅσιο Σάββα καί μετά ὅλους τούς ἄλλους. Συνέβησαν τότε καί πολλά θαυμαστά. Τό μύρο δέν ἀνέβλυζε μόνο ἀπό τά ἅγια λείψανα ἀλλά καί ἀπό τήν εἰκόνα, πού ἦταν ἁγιογραφημένη στόν ξερό τοῖχο. Μετά τή Θεία Λειτουργία ὁ Πρῶτος ἔδωσε ἐντολή στόν Ὅσιο Σάββα νά γράψει τό βίο τοῦ πατέρα του Ὁσίου Συμεών, νά συνθέσει τροπάρια καί νά ἑορτάζεται ἡ μνήμη του μαζί μέ τούς Ἁγίους.

Γέμισε μία φιάλη ἀπό τό μύρο τῶν ἁγίων λειψάνων γιά νά τό στείλει στόν ἀδερφό του, τόν ἡγεμόνα Στέφανο, σάν πατρική εὐλογία. Στήριξε τούς ἀδερφούς τοῦ Χιλανδαρίου καί γύρισε στή μοναξιά καί τήν προσευχή στό κελλί του στίς Καρυές.

Ὅσιος Πρῶτος Δομέτιος ἀγαποῦσε τόν Ὅσιο Σάββα γιά τήν ταπείνωση, τήν πραότητα καί τήν ἀγάπη του καί ἤθελε νά παίρνει τήν εὐλογία του. Ἔτσι τόν προέτρεπε νά γίνει ἱερεύς. Αὐτός δήλωνε ὅτι εἶναι ἀνάξιος γι᾽ αὐτό, μέχρι πού ὁ Πρῶτος κατόρθωσε νά τόν πείσει. «Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἄς γίνει ἐπάνω μου, Πάτερ» εἶπε καί πῆγε στή Μονή του, τό Χιλανδάρι, ὅπου ὁ ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ Νικόλαος, τόν χειροτόνησε διάκονο καί πρεσβύτερο. Ὁ Ὅσιος Σάββας γιά κάποιες ὑποθέσεις τῆς μονῆς πήγε στή Θεσσαλονίκη, προσκύνησε τόν τάφο τοῦ μεγαλομάρτυρα Δημητρίου καί ἐπισκεύτηκε τόν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Κωνστάντιο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τό ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη.



Ιστολόγιο ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF