ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

ΟΔΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ




Μέρος 4ον


''Αυτό το μικρό βιβλίο περιέχει τρεις μεγάλες ομιλίες πνευματικού περιεχομένου. Είναι προϊόντα της ρητορικής δεινότητας του επισκόπου Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλία Μηνιάτη του Κεφαλλήνος, ο οποίος θεωρείται "νέος Χρυσόστομος" λόγω του περιεχομένου των λόγων του, αλλά και λόγω της φυσικής του ευφράδειας. [...] Εις παλαιότερον βιβλίον εκδόσεως της Ιεράς ημών Μονής είχομεν παρουσιάσει μεθ' υπομνηματισμού (εκτενούς εν πολλοίς), τους τρεις περί Πίστεως λόγους αυτού, υπό τον τίτλον "Ορθόδοξος Πίστις και Ζωή". Τώρα έκδίδομεν μεταγλωττισμένους εις το σημερινόν γλωσσικόν ιδίωμα προς ευχερεστέραν κατανόησιν τρεις ομιλίας αυτού περί Μετανοίας, περί Εξομολογήσεως και περί θείας Μεταλήψεως, εκφωνηθείσας εις περιόδους Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η επιλογή δεν έγινε τυχαίως. Πιστεύομεν ότι όποιος έχει ειλικρινή μετάνοιαν, καθαράν εξομολόγησιν και εν συναισθήσει θείαν των Αχράντων Μυστηρίων Μετάληψιν, ευρίσκεται πορευόμενος την Οδόν της Σωτηρίας της εν Χριστώ Ιησού, ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν''. (Εκ της εισαγωγής του βιβλίου). Εκ του βιβλίου ''Οδός Σωτηρίας'' περιέχον τρεις ομιλίες του ιεροτάτου Επισκόπου Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλία Μηνιάτη (+1714). Ήτοι περί Μετανοίας, Εξομολογήσεως και θείας Μεταλήψεως, μεταγλωττισμένες υπό του αρχιμανδρίτου Δοσιθέου, Ηγουμένου της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Τατάρνης. Εκδόσεις ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ, 2013. Αντιγραφή, μεταφορά στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου:



ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



(Συνέχεια από το προηγούμενο)

Όταν δεν μπορείς να τους λύσης με συλλογισμούς, κόψε τους με το σπαθί μιας σταθερής αποφάσεως και έτσι εκπληρώνεις τον θείον νόμο. Σε πιάνει ο δεσμός της μνησικακίας και τον βρίσκεις πολύ σφιχτό. Τι μεγάλη στενοχώρια! Να συγχωρήσω, λες, εκείνον τον εχθρό, που μου εφθόνησε την ευτυχία, που μου επιβούλευσε την ζωή, που μου έθιξε την τιμή, το πιο ακριβό πράγμα που έχει ο άνθρωπος;


Και τι θα ειπή ο κόσμος; Όμως εγώ οφείλω να μετανοήσω. Από την μία πλευρά ευρίσκεται η Βασιλεία των Ουρανών, από την άλλην η μνησικακία. Εδώ πολεμεί το πάθος με την μετάνοια, ο κόσμος με το Ευαγγέλιο, ο νόμος των ανθρώπων με τον νόμο του Θεού. Και εσύ, πολεμούμενος και από τα δύο μέρη δεν ξεύρεις τι να κάμης και απορείς. Αχ, Χριστιανέ! Εάν διαρκώς σκέπτεσαι αυτά και άλλα παρόμοια δεν πρόκειται ποτέ να λύσης τον δεσμό.


Σπαθί χρειάζεται, σπαθί! Εδώ χρειάζεται μια σταθερή απόφασις. Πρέπει να πης ότι θέλω να συγχωρήσω τον εχθρό μου, διότι έτσι με προστάζει ο Θεός με την εντολή Του. Αυτός λέγει ''αγαπάτε τους εχθρούς υμών''. Μου το δείχνει με το παράδειγμά Του! Καρφωμένος στον Σταυρό, εσυγχώρησεν εκείνους που Τον εσταύρωσαν˙''Πάτερ, άφες αυτοίς''. Θέλω, γιατί αν δεν συγχωρήσω, ούτε για μένα θα υπάρξη συγχώρησις. Έτσι κόβεται ο πρώτος δεσμός.


Ας έλθουμε τώρα στον άλλο, της φιλαργυρίας. Εδώ υπάρχουν πάμπολλες περιπλοκές. Είναι πολύ γλυκό το αίμα των πτωχών, είναι πολύ νόστιμο το ξένο πράγμα. Το έφαγες, το άρπαξες και τώρα λές˙ πώς είναι δυνατόν να το επιστρέψω; Να φτωχήνουν το σπίτι μου και τα παιδιά μου; Να λιγοστεύσω τα εισοδήματά μου; Να στερηθώ τα πλούτη μου; Ναι, αλλά πρέπει κάποτε να μετανοήσω. Εδώ πρόκειται για την Βασιλεία των Ουρανών. Εδώ η φιλαργυρία σε σφίγγει κατά πολύ. Θέλεις να απλώσης το χέρι σου και αυτή στο κρατεί.


Θέλεις να αποδώσης εκεί που αδίκησες και αυτή σε κάνει να σκέπτεσαι τι θα σου απομείνη. Αχ, Χριστιανέ! Έως ότου κάνεις τέτοιους λογαριασμούς, δεν πρόκειται να λύσης ποτέ τον δεσμό. Σπαθί, σπαθί! Εδώ χρειάζεται μια σταθερή απόφασις. Πρέπει να πης ότι οφείλω να επιστρέψω το ξένο πράγμα, αλλιώς δεν υπάρχει σωτηρία για μένα. Το άδικον ουκ ευλογείται. Καλύτερα να φτωχήνω, παρά να κολασθώ.


Αγαπώ τα παιδιά μου, μα αγαπώ και την ψυχή μου. Λέγει ο ιερός Χρυσόστομος˙''ει τοίνυν βούλει καταλιπείν τοις παιδίοις σου πλούτον πολύν, κατάλιπε του Θεού την πρόνοιαν''. Δηλαδή, ''αν θέλεις να αφήσης στα παιδιά σου πολύν πλούτο, άφησέ τους την πρόνοια του Θεού''. Έτσι κόπτεται και αυτός ο δεσμός. Ας έλθουμε τώρα στον τρίτο δεσμό, που είναι ο σαρκικός. Ω, και τι σφιχτός δεσμός είναι αυτός! Εδώ πράγματι δεν βλέπεις ούτε αρχή, ούτε τέλος. Το να αφήσης δηλαδή ή την πόρνη ή εκείνη την ξένη γυναίκα που κρατάς. Η μακρά συνήθεια να ζης μαζί της δεν είναι απλός δεσμός, έγινε η αλυσίδα σιδερένια. Τι να πω;


Ή η καλλονή της ή η τέχνη της ή κι εγώ δεν ξέρω τι, σε μάγεψε, σε σκλάβωσε, σου πήρε και τις αισθήσεις και τον νου και την ελευθερία. Μα, δόξα τω Θεώ, εσύ θέλεις να μετανοήσης ειλικρινώς. Πρόκειται για την Βασιλεία των Ουρανών! Όμως τα δάκρυά της, τα λόγια της, οι έρωτές της δεν σε αφήνουν, κάποιες υποσχέσεις σε κρατούν. Εγώ σε βλέπω και σε λυπάμαι! Με το ένα πόδι βγαίνεις έξω και με το άλλο μένεις μέσα στο σπίτι της. Φεύγεις και επιστρέφεις, την αποφεύγεις και όμως την αγαπάς.


Η καρδιά σου είναι κομμένη στα δύο. Το ένα κομμάτι έχει εκείνη, το άλλο ο πνευματικός. Στην τόση ζάλη των αντιμαχομένων λογισμών σου, δεν ξέρεις τι να κάμης. Δεν ξέρεις τι να κάμης; Εγώ θα σου πω! Όμως, θέλω να γνωρίζω πρώτα με ποιόν ομιλώ. Ένας άρρωστος που κινδυνεύη να πεθάνη, όταν τον σφίγγουν ή τον τσιμπούν και δείχνει ότι κάτι αισθάνεται, έχει ακόμη ελπίδα ζωής, οπότε ο γιατρός κάνει παν το δυνατόν για να τον γλυτώση. Αν όμως δεν αισθάνεται τίποτε, ο ασθενής ευρίσκεται σε απελπιστική κατάστασι, οπότε μάταιος ο γιατρός, μάταια και τα γιατρικά.


Έτσι είναι και ο αμαρτωλός. Εάν δεν τον κεντρίζη η συνείδησις, αν δεν τον σφίγγει ο φόβος του Θεού και η ντροπή των ανθρώπων, οπότε δεν αισθάνεται τίποτε, αυτός ευρίσκεται σε απελπιστική κατάστασι. Ο Θεός τον εγκατέλειψε και εγώ δεν ομιλώ με αυτόν γιατί είναι λόγια χαμένα. Ομιλώ μαζί σου, που και την συνείδησή σου αφουγκράζεσαι και τον Θεό φοβάσαι και τους ανθρώπους ντρέπεσαι και άρα θέλεις να μετανοήσης.


Όμως δεν γνωρίζεις το πώς πρέπει να λύσης τον δεσμό της σαρκός που σε κρατεί. Άκουσέ με, λοιπόν, και ελπίζω να τον κόψουμε με την ''μάχαιραν του Πνεύματος, ο έστι ρήμα Θεού''. Κατά παραχώρησιν Θεού και για τις αμαρτίες μας, οι Αγαρηνοί κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολι, την βασίλισσα των πόλεων και τον βασιλικό θρόνο των Ρωμαίων. Η αιματοχυσία, η αιχμαλωσία και η διαρπαγή κράτησε τρεις ημέρες. Ανάμεσα στις άλλες γυναίκες που έπεσαν στα χέρια των Αγαρηνών ευρέθη και μία δυστυχής μεν, αλλ' ευγενής και ωραιοτάτη, ονομαζομένη Ειρήνη.


Οι στρατιώτες θεώρησαν καλό να την προσφέρουν σαν άξιο δώρο στο βασιλέα τους, τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Εκείνος μόλις την είδε την ερωτεύθηκε με τόση θέρμη που για χάρι της εγκατέλειψε την θηριωδία του, τα όπλα και όλες τις υποθέσεις του νέου βασιλείου του. Έγινεν αιχμάλωτος της αιχμαλώτου Ειρήνης, χάθηκε μέσα στο κάλλος της και δεν τον ενδιέφερε τίποτε άλλο παρά μόνον να ευχαριστήται με την αγάπη του και να χορταίνη τις ορέξεις του.


Όμως και οι πιο κρυφές πράξεις των βασιλέων γίνονται γνωστές στον λαό και καθώς αυτοί δικάζουν όλους, έτσι κι οι ίδιοι δικάζονται από όλους. Άρχισεν ο στρατός να βαρυγγομά στα κρυφά και να μιλούν εναντίον του βασιλέως στα φανερά. Κακοφαίνονται σε όλους να βλέπουν τον βασιληά τους και τέτοιον αντρειωμένο βασιληά, νικητή αήττητο, να ζη θαμμένος στην αγκαλιά μιας γυναίκας.


Μαθαίνει αυτός τα όσα τον κατακρίνουν όλοι, στέκεται, συλλογίζεται και ο συλλογισμός του γίνεται φοβερός πόλεμος της καρδιάς του. Πολεμάει η αγάπη με την δόξα. Πώς; Σκέπτεται από το ένα μέρος˙ εγώ να γίνω δούλος μιας γυναίκας! Και είμαι άξιος να ονομάζομαι βασιλεύς; Μα από το άλλο μέρος, το κάλλος της Ειρήνης αξίζει ένα βασίλειο. Με πληγώνει η κοινή κατάκρισις του λαού, μα με ματώνουν οι έρωτες της Ειρήνης.


Εάν την κρατήσω, θα χάσω όλο το κέρδος των κατακτήσεών μου, που είναι η δόξα μου. Αν την αφήσω, θα χάσω τα καλά των επιθυμιών μου, την αγάπη μου. Τι να κάμω; Αλλ' όσο στέκομαι σε τέτοιους συλλογισμούς, δεν λύνω ποτέ τον δεσμό.


Σπαθί, σπαθί! Έτσι λέει, σηκώνεται αμέσως, τρέχει, βρίσκει την Ειρήνη και την σφάζει, αυτήν που ποτέ δεν περίμενε τέτοιο κακό! Με πόνο φοβερό και με θυμό λέγει στον εαυτό του˙ αν δεν έκαμα έτσι δεν θα ελευθερωνόμουν ποτέ. Ας μάθη τώρα ο κόσμος πως με αυτήν μου την ανδρεία νικώ τις χώρες και τα πάθη μου˙ πως είμαι βασιλεύς της Κωνσταντινουπόλεως και του εαυτού μου.


Ποιός είναι αυτός, Χριστιανέ; Είναι ένας Αγαρηνός βασιληάς, του οποίου η πίστις και η εξουσία του επιτρέπει να έχη όσες γυναίκες ορέγεραι. Και μ’ όλα ταύτα όχι μόνον άφησε, εχώρισε, έδιωξε μα και έσφαξε μιαν αγαπημένη κόρη, για να αποφύγη την κατάκρισι του κόσμου και για να διαφυλάξη την υπόληψι του ονόματός του.


Και συ ποιός είσαι; Ένας Χριστιανός του οποίου η πίστις δεν επιτρέπει παρά μία γυναίκα, αυτήν που σου προσφέρει η Εκκλησία και ο Θεός. Χριστιανός που πρέπει να αποφεύγης όχι μόνον την κατάκρισι του κόσμου, αλλά και την αιώνιο κόλασι˙ που πρέπει να φυλάξης όχι μόνον το όνομα αλλά και την ψυχή. Χριστιανός που ελπίζης στην Βασιλεία των Ουρανών.


Τώρα, όμως, λόγω της πόρνης ή της ξένης γυναίκας με την οποία συζής, λυπούνται οι γονείς σου, κλαίει η γυναίκα σου, σε μέμφονται οι συγγενείς σου, σε ελέγχουν κρυφά οι πνευματικοί και φανερά οι διδάσκαλοι, σε κατακρίνει όλος ο κόσμος. Έγινες ο μύθος της πόλεως… Όλη κλαίει για την κατάντια σου ή γελά με την ανοησία σου. Μα αυτό είναι το λιγώτερο. Σε αποστρέφεται η Εκλλησία γι' αυτό και δεν σου παρέχει τα Άχραντα Μυστήρια!


Σε εγκατέλειψε ο φύλακας άγγελός σου, ο οποίος είναι καθαρόν πνεύμα και βδελύσσεται τις ακαθαρσίες σου! Σε εβαρέθη ο Θεός και αδυνατεί πλέον να σε υπομένει! Παραφυλάει καθ’ ώρα ο διάβολος για να σου αρπάξη την ψυχή! Σε περιμένει ο άδης με το στόμα ανοιχτό για να σε καταπιή στην κόλασι! Και συ ακόμη αναμένεις; Απορείς και δεν ξέρεις τι να κάμης για να την χωρίσης;Αχ, Χριστιανέ! 


Όσο κάνεις αυτούς τους συλλογισμούς και μετράς αυτό και εκείνο, δεν λύνεις ποτέ τον δεσμό… Σήμερα δημιουργείται ένα, αύριο άλλο εμπόδιο και ο διάβολος κάνει τον δεσμό ακόμη πιο σφιχτό… Σπαθί, σπαθί! Αδελφέ, εδώ απαιτείται μία στέρεη απόφασις και οφείλεις να πης ότι θέλω να μετανοήσω˙ να χωρίσω την πόρνη και να σώσω την ψυχή μου. Θέλω, γιατί όσο παραμένω πόρνος, παύω να είμαι Χριστιανός!


Μακρυά από την εξομολόγησι, μακρυά από τα Άχραντα Μυστήρια, μακρυά από την Μητέρα μου την Εκκλησία και από τον Πατέρα μου τον Θεό, γιος ξεκληρισμένος και κολασμένος ζωντανός! 


Θέλω, θέλω χωρίς άλλο, χωρίς να χάνω καιρό! Έτσι κόβεται ο δεσμός και είθε να σε φωτίση ο Θεός να τον κόψης το γρηγορώτερο. Αν είναι δυνατόν σήμερα, μη αναμένης το αύριο, την τελευταία ώρα! Διότι το άκουσες πως όποιος μπορεί τώρα και δεν θέλει να μετανοήση, ίσως θα έλθη καιρός να θέλη και να μη μπορή…


Τ Ε Λ Ο Σ 



Επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF