ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ''ανάπηροι'' στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές κι είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Δ' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ: ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΕΡΝΙΤΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, ''ΠΕΡΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ''




«Διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου προς σε, έχοντα πνεύμα άλαλον» (Μάρκου Θ’ , 17).

Είπε κάποιος σοφός, ότι το να φοβάται κανείς τους νόμους, επιφέρει μεγάλην αφοβίαν. Όποιος σέβεται τους νόμους δεν πρέπει να φοβάται καμμιά τιμωρία από τους νόμους. Ο Κριτής είναι φοβερός, φοβερή είναι και η Κρίσις Του. Όποιος θέλει να ζήση άφοβα και από την οργή του Κριτού και από την τιμωρία της Κρίσεως, ας έχη τον φόβο και του Κριτού και της Κρίσεως. Έχω την γνώμην πως κάποια άλλη περασμένη φορά σας έκαμα να καταλάβετε κατά κάποιον τρόπο, τι μέλλει να συμβή κατά την Δευτέραν του Χριστού Παρουσία, όταν κριτής είναι ο Θεός˙γεμάτος οργή, χωρίς έλεος˙ γιατί η δικαιοσύνη Του κρίνει και εκδικείται. Και ο αμαρτωλός τότε ευρίσκεται πταίστης χωρίς απολογία, γι’ αυτήν την κατηγορία και την απόφασι.


Έρχομαι λοιπόν σήμερα να σας πω ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μη φοβάσθε ούτε τον φοβερόν Κριτή, ούτε εκείνη την φοβερή Κρίσι, εκτός από το να έχετε τον φόβο και του Κριτού και της Κρίσεως. «Αφοβία μεγάλη, το φοβείσθαι τους νόμους». Τι είναι εκείνο που μας κάνει να φοβούμεθα τόσο την Δευτέραν Παρουσίαν του Χριστού; Οι αμαρτίες μας. Οπότε ας αφήσουμε τώρα τις αμαρτίες μας, για να μη φοβηθούμε τότε ούτε την κατηγορία και την απόφασι της ίδιας της συνειδήσεώς μας, ούτε την Κρίσι και την εκδίκησι της θείας δικαιοσύνης. Και δεν δυνάμεθα να αφήσουμε τις αμαρτίες μας αλλιώς, παρά μόνο με την ιεράν εξομολόγησι. Με την χάρι του μυστηρίου αυτού εκδιώκεται αυτό το άλαλο πνεύμα, το οποίον δεν μας αφήνει να ομολογήσουμε τα πάθη μας, ώστε να μη λάβουμε την ιατρεία μας. Ο Θεός για όλα τα πταίσματα που κάνουμε εμείς οι άνθρωποι έστησε δύο κριτήρια.


Ένα εδώ στην γη το κριτήριο της εξομολογήσεως, και άλλο στον ουρανό, το της Δευτέρας Παρουσίας Του. Εδώ κάθεται ως κριτής ένας άνθρωπος γεμάτος ευσπλαγχνία˙ εκεί κάθεται ως κριτής ένας Θεός, όλος οργή. Εδώ όποιος κρίνεται, συγχωρείται˙εκεί όποιος κρίνεται, κολάζεται. Απαραιτήτως δε εμείς θα κριθούμε ή σε τούτο ή σε εκείνο το κριτήριο. Ακούσατε ήδη τι είναι η Δευτέρα Παρουσία. Θα ακούσετε τώρα και τι είναι η εξομολόγησις. Εγώ θα σας αποδείξω σήμερα τρία πράγματα. Πρώτον˙ όποιος θέλει να κάμη μιαν αληθινή και τέλεια εξομολόγησι τι πρέπει να κάμη πριν πάη στον πνευματικό. Δεύτερον˙τι πρέπει να κάμη εκεί όπου θα συναντήση τον πνευματικό. Και τρίτον˙ τι πρέπει να κάμη αφού φύγη από τον πνευματικό. Και αφού εξετάσω όλα αυτά θα σας αφήσω να διαλέξετε όποιο θέλετε από τα δύο κριτήρια.


Ακολουθώντας το παράδειγμα του μεγάλου διδασκάλου των εθνών, του μακαρίου αποστόλου Παύλου, ο οποίος λέγει: «σοφοίς τε και αγραμμάτοις οφειλέτης ειμί», σας διδάσκω απλά όσον δύναμαι για να με κατανοούν όλοι. Όμως σήμερα θα σας ομιλήσω απλούστερα και από άλλες φορές διότι θέλω να καταλάβουν τα λόγια μου όλοι˙ άνδρες, γυναίκες, άρχοντες και ταπεινοί ξωμάχοι, μεγάλοι και μικροί˙ επειδή η υπόθεσις της εξομολογήσεως μας εγγίζει όλους εξ ίσου. Σαν να βλέπω σε τι στενοχώρια είχε πέσει αφ’ ενός μεν ο βασιλεύς Δαυΐδ όταν ήλθε απεσταλμένος εκ Θεού ο προφήτης Γαδ για να του φέρη την φοβερήν εκείνην απόφασι, αφ’ ετέρου δε η σωφρονεστάτη Σωσάννα όταν έπεσε στα χέρια των ασελγεστάτων εκείνων συκοφαντών.


Ο Δαυΐδ αμάρτησεν γιατί θέλησε να απαριθμήση τους πολεμιστές του Ισραήλ και θέλοντας ο Θεός να τον τιμωρήση έστειλε αυτόν τον προφήτη για να του ειπή: «Εσύ έσφαλες και ήλθα απεσταλμένος από τον Θεό για να σου πω ότι ήλθεν η ώρα να πληρώσης για την αμαρτία σου. Η τιμωρία που καθώρισεν ο Θεός είναι τούτη˙ ή θα πέση για τρία χρόνια πείνα σ’ όλο σου το βασίλειο, ή για τρεις μήνες θα σε κυνηγούν οι εχθροί σου, ή για τρεις ημέρες θα πέση θανατικό. Διάλεξε εσύ ποιάν τιμωρία θέλεις από τις τρεις». Έως ότου όμως να σκεφτή ο Δαυΐδ, ας πορευθούμε μέχρι την Βαβυλώνα και ας εισέλθουμε στον κήπο του Ιωακείμ. Εκεί λούζεται η ωραιοτάτη σύζυγός του, η Σωσάννα. Μπαίνουν μέσα κρυφά δύο γέροντες, σκεύη του διαβόλου, στων οποίων την καρδιά εδώ και πολύ χρόνο είχεν ανάψει έρωτας σατανικός.


Βρήκαν λοιπόν την κατάλληλη ευκαιρία, ξεπηδούν ξαφνικά μπροστά στην Σωσάννα, που ήτο μόνη, και της λένε: «Ήλθεν η ώρα που επιθυμούσαμε τόσον καιρό. Χωρίς άλλο, εκπλήρωσε την επιθυμία μας, γιατί αλλιώς θα πούμε στον άνδρα σου πως σε βρήκαμε εδώ μαζί με ένα νεαρό, οπότε σύμφωνα με τον νόμο θα σε λιθοβολήσουν. Διάλεξε εσύ από τα δύο, όποιο διαλέγεις». – Δαυΐδ, τί απεφάσισες; Υπάρχουν τρία μεγάλα κακά: πείνα, διωγμός, θανατικό. Ποιο από τα τρία διαλέγεις; – Σωσάννα, πώς σου φαίνεται; Υπάρχουν δύο μεγάλοι κίνδυνοι. Ή να χάσης την ζωή σου ή να χάσης την τιμή σου. Τί διαλέγεις; «Στενά μοι πανταχόθεν!» αποκρίνεται και ο Δαυΐδ και η Σωσάννα. Μεγάλη στενότης είναι και εδώ και εκεί. Συλλογίζεται ο Δαυΐδ: «Τρεις μήνες να με κυνηγούν οι εχθροί μου! Κι αν πέσω στα χέρια τους; Τρεις χρόνους πείνα και τρεις ημέρες θανατικό! Και πάλι να πέσω στα χέρια του Θεού; Δεν ξέρω τι να αποφασίσω˙ Στενά μοι πανταχόθεν!».


Συλλογίζεται η Σωσάννα: «Αν αμαρτήσω, πέφτω στα χέρια του Θεού. Αν δεν αμαρτήσω, πέφτω στα χέρια των ανθρώπων! Δεν ξέρω τι να ειπώ˙Στενά μοι πανταχόθεν!». «Εγώ αποφάσισα», λέγει ο Δαυΐδ. «Απ’ το να με κυνηγούνε οι εχθροί μου, ας μου στείλη ο Θεός θανατικό˙ προτιμώ να έχω να κάμω με τον κριτή μου, παρά με τους εχθρούς μου. «Εμπεσούμαι δη εν χειρί Κυρίου, ότι πολλοί οι οικτιρμοί αυτού σφόδρα, εις δε χείρας ανθρώπου ου μη εμπέσω». Θέλω καλύτερα να πέσω στα χέρια του Θεού, γιατί η αγάπη του είναι πολύ μεγάλη, παρά στα χέρια των ανθρώπων». «Απεφάσισα και εγώ», λέγει η Σωσάννα. «Ας με συκοφαντήσουν στον άνδρα μου, ας με λιθοβολήση ο λαός, όμως δεν θα αμαρτήσω. «Αιρετόν μοι εστίν μη πράξασαν εμπεσείν εις τας χείρας υμών ή αμαρτείν ενώπιον Κυρίου». Καλύτερα να πέσω στα χέρια σας παρά να αμαρτήσω μπροστά στον Κύριο». Δεν νομίζετε ότι αυτοί οι δύο εύχονται τα ενάντια; Ναι, πράγματι! Όμως και οι δύο σκέπτονται καλά.


Η Σωσάννα λέγει πως καλύτερα είναι να πέση στα χέρια των ανθρώπων, παρά στα χέρια του Θεού. Πότε το λέγει; Πριν να αμαρτήση. Επομένως πριν να κάμη κανείς την αμαρτία και είναι ακόμη άπταιστος και καθαρός, είναι χίλιες φορές καλύτερα να πέση στα χέρια των ανθρώπων, δηλαδή να τον συκοφαντήσουν και να τον λιθοβολήσουν, παρά κάνοντας την αμαρτία να πέση στα χέρια του Θεού, ήγουν να τον υβρίση, να τον παροργίση και να τον κάμη εχθρό. Δεν είναι κάτι το φοβερό να πέση κανείς που δεν έχη αμαρτήση στα χέρια των ανθρώπων, που τελικά δεν έχουν άλλη δύναμη παρά να θανατώσουν το κορμί και όχι την ψυχή. Γι’ αυτό λέγει ο Χριστός: «Μη φοβηθήτε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι». Φοβερό πράγμα είναι, λέγει ο απόστολος Παύλος, να πέση κανείς αμαρτάνων στα χέρια του Θεού. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος», που δύναται να θανατώση και το σώμα με πρόσκαιρο θάνατο και την ψυχή με αιώνιο θάνατο.


Η έχθρα των ανθρώπων δεν είναι μεγάλο κακό, διότι ή είναι αδύναμη ή είναι προσωρινή. Η έχθρα του Θεού είναι κακό ανυπόφορο και βαρύτερο και από την ίδια την κόλασι του άδη! Διδάσκει ο ιερός Χρυσόστομος: «Γεέννης απάσης σφοδρότερον το προσκρούσαι Θεώ!». Φρονιμώτατα λοιπόν λέγει η Σωσάννα που δεν θέλει να πέση σε αμαρτία και ως εκ τούτου ευχαριστείται να πέση στα χέρια των ανθρώπων παρά στα χέρια του Θεού: «Αιρετώτερόν μοι εστί μη πράξασαν εμπεσείν εις χείρας υμών, ή αμαρτείν ενώπιον Κυρίου». Ο Δαυΐδ πάλιν λέγει πως θέλει καλύτερα να πέση στα χέρια του Θεού παρά στα χέρια των ανθρώπων. Πότε όμως το λέγει; Αφού αμάρτησε. Που σημαίνει πως αν κάποιος κάμη μιαν αμαρτία, καλλίτερα είναι να πέση στα χέρια του Θεού που πάντοτε είναι φιλάνθρωπος˙ που με ένα «ήμαρτον» εξιλεώνεται˙όπου με ένα δάκρυ σβύνει τον θυμό Του.


«Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος, ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί». Αυτό προτιμούσε, παρά να πέση στα χέρια των ανθρώπων που είναι άσπλαγχνοι και ασυμπαθείς΄που είναι αιωνίως μνησίκακοι. Επομένως εφ’ όσον έσφαλε ο Δαυΐδ, πολύ καλά έλεγεν πως προτιμούσε μετ’ ευχαριστήσεως να πέση στα χέρια του Θεού˙ «εις δε χείρας ανθρώπων ου μη εμπέσω». Άρα, αδελφέ Χριστιανέ, πριν να αμαρτήσης, φυλάξου να μη αμαρτήσης. Να φοβάσαι σαν την Σωσάννα την δικαιοσύνη του Θεού μη τυχόν και σε τιμωρήση˙ και ευχαρίστως καλλίτερα να κινδυνεύση η ζωή σου, παρά να πέσης σε αμαρτία. Όμως, αν αμαρτάνης να ελπίζης, σαν τον Δαυΐδ, στην πολλήν ευσπλαγχνία του Θεού και θα συγχωρεθής. Εσυγχωρήθη από την μοιχεία και τον φόνο αυτός ο Δαυΐδ. Εσυγχωρήθη από την ειδωλολατρεία ο Μανασσής. Εσυγχωρήθη από τας αδικίας του ο Τελώνης. Εσυγχωρήθη από τις ακαθαρσίες της η Πόρνη. 


Εσυγχωρήθη από τα τόσα κακά που έκαμε ο Ληστής. Θα εσυγχωρούντο και αυτοί οι ίδιοι που εσταύρωσαν τον Χριστόν, αν ήθελαν να μετανοήσουν ειλικρινώς. Λέγει ο σοφός Σειράχ: «Εμπεσώμεθα εις χείρας Κυρίου, και ουκ εις χείρας ανθρώπων˙ ως γαρ η μεγαλωσύνη αυτού, ούτω και το έλεος αυτού». Κάμε μόνον ένα πράγμα, που είναι και πολύ εύκολο. Πέσε στα χέρια του Θεού με μιαν αληθινή και τέλεια εξομολόγησι. Και θέλοντας να πορευθής προς τον πνευματικό, άκουσε προσεκτικά τι πρέπει να κάμης! Από τους Αποστόλους του Χριστού δύο έσφαλαν πολύ. Ο Ιούδας που Τον επρόδωσε χάριν τριάκοντα αργυρίων και ο Πέτρος που Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Αλλ’ από τους δύο ο ένας, ο Πέτρος, εσυγχωρήθη. Έλαβε πάλιν το αποστολικόν αξίωμα, έγινε και πάλιν φίλος και μαθητής του Χριστού. Ο άλλος, ο Ιούδας, έμεινεν ασυγχώρητος. Εκρεμάσθη˙ άφησε το άθλιο σώμα του σ’ ένα δένδρο και παρέδωσε την ψυχή του στην αιώνιο κόλασι.


Αλήθεια, γιατί ο Πέτρος έλαβε τόσην χάρι και ο Ιούδας εφάνη ανάξιος; Τί έπρεπε να κάμη τούτος ο δυστυχής και δεν το έκαμε; Έπρεπε να εξομολογηθή το σφάλμα του; Το εξωμολογήθηκε φανερά, είπε πως έσφαλε˙ «ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον». Μαζί με την εξομολόγησι, επλήρωσε, επέστρεψε όλα τα τριάκοντα αργύρια που είχε λάβει ως αμοιβή για την προδοσία˙ «ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ ανεχώρησε». Το να εξομολογηθή κάποιος και να πληρώση για την εξομολόγησι, πώς σας φαίνεται; Αυτή είναι μια σωστή εξομολόγησις; Έτσι κάνετε όλοι, έτσι είναι η συνήθεια, και αν τολμήση κάποιος να πη το εναντίον γίνεται αποσυνάγωγος και νεωτεριστής. Ναι, αλλά για σκεφθήτε, σας παρακαλώ, δύο πράγματα: Το ένα με τα αργύρια αυτά του Ιούδα, εκείνοι οι αρχιερείς που τα πήραν, αγόρασαν λέγει, τον αγρόν του Κεραμέως και τον έκαμαν κοιμητήριο για να θάπτωνται οι ξένοι, «εις ταφήν τοις ξένοις». Μήπως έπρεπε να αγοράσουν καλλίτερα ένα αμπέλι ή ένα χωράφι να προσφέρη καρπό; 


Ή ένα σπίτι να τους δίδη τόκο; Δεν θα ήσαν αυτά καλλίτερα από ένα αγρό για να θάπτωνται οι ξένοι, που ούτε καρπό κάνει, ούτε τόκους δίδει, επειδή ούτε καλλιεργείται ούτε ενοικιάζεται; Μυστήριο! Για να καταλάβουμε, όμως, πως όπου πέσουν αυτά τα αργύρια, με τα οποία πωλείται σιμωνιακώς ο Χριστός, ο τόκος εκείνος δεν καρποφορεί, δεν δίδει τόκους, δεν τελεσφορεί, δεν προκόπτει. Γίνεται τόπος δυστυχισμένος, δεν προξενεί κανένα καλό σ’ αυτόν που τον κατέχει. Ίσως μόνον σαν καταφυγή και βοήθεια για κάποιον ξένο˙ «εις ταφήν τοις ξένοις». Και τελικώς τόπος έρημος και ακατοίκητος, σύμφωνα με την ψαλμική προφητεία: «γενηθήτω η έπαυλις αυτών ηρημωμένη και εν τοις σκηνώμασιν αυτών μη έστω ο κατοικών». Το άλλο˙ο Ιούδας ετιμωρήθη και σωματικώς και ψυχικώς. Τι λογής θάνατο υπέστη ο ταλαίπωρος; Κρεμασμένος να σπαράζη τόσες ώρες˙ έπειτα να κόβεται στην μέση, να πέφτουν τα εντόσθιά του στην γη και απ’ εκεί η μιαρή του ψυχή να διαβή εις το πυρ το αιώνιον.


«Απελθών απήγξατο˙και πρηνής γενόμενος ελάκησε μέσος και εξεχύθη τα σπλάγχνα αυτού». Επομένως η εξομολόγησίς του δεν τον ωφέλησε σε τίποτε. Μα ο Πέτρος, που συγχωρήθηκε τί έκαμε; Αυτός έστεκε και εθερμαίνετο μέσα στην αυλή του Καϊάφα. Είχε αρνηθή τον Κύριο τρεις φορές. «Ουκ οίδα τον άνθρωπον». Όμως όταν άκουσε για τρίτη φορά να λαλή ο αλέκτωρ, θυμήθηκε εκείνο που του είπεν ο Χριστός. Ανεγνώρισε το σφάλμα του. Συνετρίβη από τον πόνον η καρδιά του! Αμέσως, βγήκε έξω από εκείνη την αυλή, αμέσως εχωρίσθη από εκείνη την κακή συντροφιά των υπηρετών, αμέσως παραμέρισε και σκεπτόμενος με τον νου του τι έκαμε, έκλαυσε πικρά˙ «εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς». Υπάρχει παράδοσις, πως σε όλη του τη ζωή, κάθε φορά που άκουε λάλημα πετεινού εθυμόταν την αμαρτία του και γίνονταν τα μάτια του δυο βρύσες πικροτάτων δακρύων! «Έκλαιε πικρώς»!


Τέτοιου είδους εξομολόγησις τον ωφέλησε πολύ. Μετά την Ανάστασι, όταν ο Χριστός τον ερώτησε τρεις φορές «Πέτρε, φιλείς με». Πέτρε με αγαπάς; Μ’ αυτές τις τρεις ερωτήσεις εδιώρθωσε τις τρεις αρνήσεις, λέγει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Και όταν του είπε «βόσκε τα αρνία μου, ποίμαινε τα πρόβατά μου» του εχάρισε, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος την προτέραν αποστολικήν εξουσία και τιμή. Σημείωσαι τώρα, Χριστιανέ, πως η αληθινή και τελεία εξομολόγησις, αυτή που προξενεί συγχώρησι των αμαρτιών, αυτή που οδηγεί στην χάρι και στην αγάπη του Θεού, δεν αρκείται μόνον στο να ομολογήσης τις αμαρτίες σου, διότι ενδέχεται μια τέτοια εξομολόγησις να είναι μόνον του στόματος και όχι της καρδιάς ή να γίνεται από συνήθεια. Ούτε όταν πληρώσης δίδοντας χρήματα, σαν να είναι η μετάνοια εμπόριον και οι πνευματικοί (καθώς το λέγει ο απόστολος Παύλος) ιερόσυλοι έμποροι που έχουν για «πορισμόν την ευσέβειαν».

Αδελφέ, πλανάσαι! Τέτοιου είδους εξομολόγησις ενδέχεται να είναι εξωτερική, όπως εκείνη του Ιούδα, εντελώς μάταιη και ανωφελής. Σου λέγω ότι πρέπει η εξομολόγησις να γίνεται όπως την έκαμεν ο Πέτρος. Όταν ησθάνθη το σφάλμα του αμέσως εξήλθε από το αφωρισμένο σπίτι εκείνου του αρχιερέως, μέσα στο οποίον ηρνήθη τον Χριστόν, τον θείο διδάσκαλο˙«εξελθών έξω». Και συ, όταν αποφασίσης να εξομολογηθής βγες αμέσως από εκείνο το καταραμένο σπίτι, εκεί που για την αγάπη μιας πόρνης αρνήθηκες όχι τρεις φορές, αλλά κάθε ημέρα τον Θεό! Και βγες όχι με το σώμα μόνον, αλλά και με τον νουν και την καρδιά. «Εξελθών έξω». Ο Πέτρος ξεχώρισε από την συντροφιά εκείνων των ασεβών στρατιωτών και υπηρετών, που συνέλαβαν τον Χριστόν. «Εξελθών έξω» και συ αναχώρησε από εκείνες τις κακές συναναστροφές, από εκείνες τις διεστραμμένες παρέες, από εκείνους τους δρόμους της απωλείας μέσα στους οποίους έζησες σαν άλλος Άσωτος. 



Πηγή: https://alopsis.gr


Ηλίας Μηνιάτης

Επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων (1669-1714)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου