ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ''ανάπηροι'' στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές κι είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020

''ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ'': ΚΑΘΑΙΡΕΤΕΟΣ ΑΠΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ




Γράφει ὁ κ. Γεώργιος Ἰ. Παπαδάκης

Λόγοι ἐπιβάλλοντες τὴν καθαίρεσιν. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος λόγῳ τῶν αἱρετικῶν ἀπόψεων καὶ τῶν ἀντικανονικῶν πράξεών του εἶναι, δυσ­τυχῶς, καθαιρετέος, πρέπει νὰ καθαιρεθεῖ ἀπὸ Ὀρθόδοξος Πατριάρχης. Καὶ μόνο μὲ τὴν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμβαρίου, ποὺ ἐμόλυνε τὴν Ὀρθοδοξία τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ τὴν ψευδοαυτοκεφαλία τῆς Οὐκρανίας, ποὺ σχίζει τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία στὰ δύο, εἶναι ἄξιος καταδίκης καὶ καθαιρέσεως.


Ποιὰ πανορθόδοξη σύνοδος καὶ πότε θὰ τὸν καθαιρέσει εἶναι ἕνα πρόβλημα. Ἡ καταδίκη καὶ καθαίρεσή του, ὅταν γίνει, θὰ γίνει σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιο τῶν ἱερῶν κανόνων, τὸ Κανονικὸ Δίκαιο τῆς Ἐκκλησίας (de jure) , μέχρι τότε, ὅμως, στὴν πραγματικότητα, οὐσιαστικὰ (de facto), ὁ ἴδιος ἔχει (αὐτὸ)καθαιρεθεῖ ἀπὸ Ὀρθόδοξος Πατριάρχης. Οἱ κυριώτεροι λόγοι (αὐτὸ) καθαιρέσεώς του εἶναι οἱ ἀκόλουθοι:


1. Πιστεύει καὶ ἐφαρμόζει τὴν αἱρετικὴν θεωρίαν τῶν κλάδων. Δὲν μπορεῖς νὰ εἶσαι Ὀρθόδοξος Πατριάρχης καὶ νὰ πιστεύεις ὅτι οἱ χριστιανικὲς αἱρέσεις (μονοφυσιτισμός, παπισμός, προτεσταντισμὸς κλπ.), καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μαζί, εἶναι ζωντανοὶ κλάδοι τοῦ ἴδιου δέντρου, τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως, τοῦ «Πιστεύω». Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία, τὴν ὁποία πρέπει νὰ διδάχτηκε ὁ Πατριάρχης στὴ θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ΜΙΑ καὶ αὐτὴ εἶναι ΜΟΝΟ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, οἱ κλάδοι ποὺ ἔχουν ἀποσπασθεῖ ἢ ἀποκοπεῖ ἀπ’ αὐτὴν εἶναι οἱ αἱρέσεις. Καὶ ἔχει ἀποδειχθεῖ ἱστορικὰ καὶ πραγματικὰ ὅτι αὐτοὶ οἱ κλάδοι, αὐτὲς οἱ αἱρέσεις, ὑπῆρξαν, καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι, οἱ χειρότεροι ἐχθροί τῆς Ἐκκλησίας παρὰ τὰ ὑποκριτικὰ χαμόγελα, τὶς εὐγένειες καὶ τὶς «βοήθειες».


ὰν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπέφερε καὶ ὑποφέρει ἀπὸ τὸν Ἰσλαμισμὸ καὶ τὸν ἄθεο Μαρξισμό, δὲν ἔχουν εὐθύνη μόνο οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ ἀρνοῦνται καὶ πολεμοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία του, ἀλλὰ καὶ οἱ αἱρετικοὶ χριστιανοί, πού, ἂν μή τι ἄλλο, ἐπιχαίρουν γιὰ τὶς ταλαιπωρίες τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Τὰ 400 χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας δὲν ἔκαναν τίποτε, τὸ ἴδιο καὶ τὰ 70 χρόνια τῆς κομμουνιστικῆς δικτατορίας καὶ τώρα μέσῳ τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἐπιδιώκουν – μάταια βέβαια – τὴν διάλυση τῆς Ἐκκλησίας.


φοῦ ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος δὲν πιστεύει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ ΜΙΑ καὶ μοναδικὴ Ἐκκλησία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ μία ἀπὸ τὶς πολλὲς «ἐκκλησίες» – κλάδους, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι Πατριάρχης Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καὶ πρέπει, ἢ νὰ ἀποχωρήσει οἰκειοθελῶς ἀπὸ τὴ θέση του, ἢ νὰ καθαιρεθεῖ. Τὸ ὅτι δὲν πιστεύει ὀρθόδοξα τὸ ἀπέδειξε καὶ στὴν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμβαρίου, ἡ ὁποία μὲ δική του πρωτοβουλία καὶ ἐπιμονὴ ἀποφάνθηκε ἀντορθόδοξα ὅτι οἱ αἱρέσεις εἶναι… ἐκκλησίες! Ἀντὶ νὰ παριστάνει τὸν Ὀρθόδοξο Πατριάρχη, ἂς γίνει παπικὸς ἢ προτεστάντης, ἀφοῦ δὲν εἶναι πλέον κατὰ τὴν πίστη Ὀρθόδοξος.


2. Δέχεται ὡς πρὸς τὴν πίστιν τὴν μασονικήν σχετικότητα. Ἡ σχετικότητα ὡς πρὸς τὴν πίστη (θρησκευτικὸς συγκρητισμὸς) ἦταν πολιτικὴ τῶν αὐτοκρατόρων τῆς εἰδωλολατρικῆς Ρώμης. Γι’ αὐτὸ εἶχαν τὶς προτομὲς ὅλων τῶν θεῶν τῶν λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας στὸ πάνθεο στὴ Ρώμη, μαζὶ καὶ τοῦ αὐτοκράτορα ποὺ εἶχε αὐτοθεοποιηθεῖ. Ἤθελαν ὁ θεὸς τῶν Χριστιανῶν νὰ γίνει θεὸς τοῦ ρωμαϊκοῦ πανθέου, ἕνας ἀκόμη θεὸς δίπλα στοὺς ἄλλους θεοὺς καὶ τὸν αὐτοκράτορα- θεό, ἀλλ’ οἱ Χριστιανοὶ ἀρνούμενοι νὰ θυσιάσουν στοὺς θεοὺς διακήρυτταν τὴν μοναδικότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ἔτσι, δὲν ἦταν «νομιμόφρονες», γιατί μεταξὺ τῶν θεῶν ἦταν καὶ ὁ αὐτοκράτορας- θεός, ἐθεωροῦντο ἐχθροί τοῦ κράτους καὶ ἄξιοι νὰ ὑποστοῦν μαρτύρια. Ἑκατομμύρια ὑπῆρξαν οἱ μάρτυρες γιὰ τὴν πίστη τους ἀποκλειστικὰ στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό.


Σήμερα μὲ τὸν οἰκουμενισμὸ τῶν σιωνιστῶν καὶ τῶν μασόνων κάτι παρόμοιο ἐπιδιώκεται. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ γίνει μέρος τῆς κατασκευαζομένης πανθρησκείας γιὰ τὸ παγκόσμιο κράτος τοῦ ἀντιχρίστου, ὥστε νὰ χαθεῖ μέσα στὴν ποικιλία τῶν διαφόρων πίστεων (αἱρετικῶν καὶ ἀλλοθρήσκων), ἡ σωτήρια μοναδικότητά της. Γιατί μόνο ἡ Ὀρθόδοξη πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὴν ὁποία κατέχει καὶ κηρύττει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς μοναδικὴ ταμειοῦχος τῆς θείας χάριτος, σῴζει τὸν ἄνθρωπο καὶ καμμιὰ ἄλλη.


Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, θεωρώντας ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μοιράζεται τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου, σχετικοποιεῖ μὲ τὸν θρησκευτικὸ συγκρητισμὸ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Ἔτσι, ὅμως, αὐτόματα κατατάσσεται στοὺς μασόνους (τέκτονες) Πατριάρχες, ὅπως ἦταν οἱ Ἰωακεὶμ Γ΄, Μελέτιος Μεταξάκης, Ἀθηναγόρας κ.ἄ., ἄσχετα ἂν ὄντως εἶναι μέλος κάποιας μασονικῆς στοᾶς τῆς Τουρκίας ἢ ἀλλοῦ.


Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πιστεύει καὶ κηρύττει ὅτι μόνο αὐτὴ διαφυλάττει τὴν ὀρθὴ πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ ὅποιος δὲν ἔχει αὐτὴ τὴ θέση δὲν εἶναι Ὀρθόδοξος Χριστιανός, πολὺ περισσότερο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι Ἐπίσκοπος, Ἀρχιεπίσκοπος ἢ Πατριάρχης Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν· ἔχει ἐκπέσει τῆς πίστεως καὶ φυσικὰ τοῦ θρόνου του. Ὅσοι δὲν πιστεύουν ἀποδεδειγμένα ὀρθόδοξα, κακῶς κατέχουν αὐτὲς τὶς θέσεις, γιατί ἐμπαίζουν πρῶτα τὸν ἑαυτό τους καὶ ἔπειτα τοὺς ὀρθοδόξους πιστοὺς καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό.


3. Θεωρεῖ τοὺς ἱεροὺς κανόνας «τείχη τοῦ αἴσχους». Οἱ ἱεροὶ κανόνες τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων, τῶν τοπικῶν συνόδων, ποὺ ἔχουν ἐπικυρωθεῖ ἀπὸ οἰκουμενικές, καὶ τῶν συνόδων μὲ πανορθόδοξη ἀποδοχή, ἀπορρέουν, ὅπως καὶ οἱ δογματικοὶ Ὅροι, ἀπὸ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης) καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, τῶν δύο πηγῶν τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως. Ἕνας Ὀρθόδοξος Πατριάρχης δὲν μπορεῖ νὰ θεωρεῖ τοὺς ἱεροὺς κανόνες «τείχη τοῦ αἴσχους», ἐπειδὴ πῆρε διδακτορικὸ μὲ θέμα τοὺς ἱεροὺς κανόνες, στὴ Ρώμη, ὅπου ἕνας «ἀλάθητος» (δηλαδὴ 100/ 100 αἱρετικός), ἤδη ἀπὸ τὸ 1054 μέχρι σήμερα «κανονίζει» τὰ πάντα στὴν «Ἐκκλησία» – Κράτος του, ὅπως τοῦ καπνίσει.


Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸ ἀλάθητο μετὰ τὸν Θεὸ τὸ ἔχει μόνο ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐφόσον ἔχει γίνει ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας (κλήρου καὶ λαοῦ) καὶ μόνο αὐτὴ ἑρμηνεύει αὐθεντικὰ καὶ μπορεῖ νὰ συμπληρώσει καὶ μεταβάλλει ἐνδεχομένως ἱεροὺς κανόνες, κανένας ἄλλος κι ἂς εἶναι Πατριάρχης. Σ’ ὅποιον δὲν ἀρέσουν κάποιοι ἱεροὶ κανόνες, γιατί τοὺς κρίνει μὲ κριτήρια κοσμικά, εἰσηγεῖται τὴν ἀλλαγὴ καὶ δὲν τοὺς ἀλλάζει μόνος του, ὅπως κάνει ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος (ἐκκλησιολογία, β΄ γάμος κληρικῶν κ.ἄ.), γιατί εἶναι ἐπικίνδυνο, ἐπειδὴ ἄλλοι μπορεῖ νὰ θέλουν τὴν ἀλλαγὴ ἱερῶν κανόνων ποὺ τὸν στηρίζουν.


28ος κανόνας τῆς Δ΄ οἰκουμενικῆς συνόδου (451 μ.Χ.) ἔδωσε καὶ στὸν Ἐπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως τὰ ἴδια δικαιώματα ποὺ εἶχε – καὶ προκλητικῶς προέβαλε – ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη ἦταν, τότε, ἡ πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας. Σήμερα, ὅμως, οὔτε ἡ Ρώμη, οὔτε ἡ Κωνσταντινούπολη, εἶναι πρωτεύουσες αὐτοκρατοριῶν, ἡ δεύτερη οὔτε πρωτεύουσα κράτους, ἀντίθετα ἡ Μόσχα εἶναι πρωτεύουσα… «αὐτοκρατορίας»! Μὲ αὐθαίρετες ἀλλαγὲς ἱερῶν κανόνων τὰ πάντα μποροῦν νὰ συμβοῦν, μήπως αὐτὸ ἐπιδικώκεται τελικά;


4. Δέχεται ὅτι ὅλαι αἱ θρησκεῖαι σῴζουν. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς χριστιανικὲς αἱρέσεις, κατὰ τὸν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, σῴζουν τὸν ἄνθρωπο καὶ οἱ διάφορες θρησκεῖες, εἶναι ὁδοί σωτηρίας, ἀλλά, τότε, δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ ἔλθει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Μπορεῖ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ὅποιος πιστεύει κάτι τέτοιο; Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Σωτηριολογία ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου προϋποθέτει συμμετοχὴ στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή καὶ προπαντὸς τὴν ὀρθὴ πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ σύμφωνα μὲ τὰ ἀποκαλυπτικά του λόγια: «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδείς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ» (Ἰωάν. ιδ΄ 6). Καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἔχει διακηρύξει: «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ΄ 12).


Τὸ τί θὰ κάμει ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς μὴ Ὀρθοδόξους (αἱρετικούς, ἀλλοθρήσκους, ἀθέους) εἶναι ζήτημα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Προφανῶς κατὰ τὴν κρίση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψη ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κάθε ἀνθρώπου, οἱ συνθῆκες ὑπὸ τὶς ὁποῖες ἔζησε καὶ ἡ ὀρθὴ ἢ μὴ πίστη του: «ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος» (Ρωμ. β΄ 14). Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες σῴζουν, γιὰ νὰ ἀπαρτίσουν, μαζὶ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὴν πανθρησκεία, τὸ πάνθεο τοῦ παγκόσμιου αὐτοκράτορα- θεοῦ, τοῦ ἀντιχρίστου.


Εἶναι νὰ ἀπορεῖ κανείς, πῶς ἕνας Ὀρθόδοξος Πατριάρχης προδίδει τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ δὲν ἐλέγχεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους Πατριάρχες, Ἀρχιεπισκόπους καὶ Ἐπισκόπους. Ἀρνεῖται τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς τὸν μοναδικὸ σωτήρα τοῦ κόσμου καὶ παραμένει ἀνενόχλητος στὴ θέση του, ὅταν ἡ Ἐκκλησία (κλῆρος καὶ λαὸς) πιστεύει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος σωτήρας ἐκτός τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν ἡ σωτηρία παρέχεται στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς διάφορες θρησκεῖες, τότε, δὲν χρειάζεται ἡ Ὀρθόδοξη ἱεραποστολή, παρὰ τὴν ρητὴ ἐντολὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καί του Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. κη΄ 19). Ἆραγε, γι’ αὐτὸ καταργήθηκε τὸ μάθημα τῆς Ἱεραποστολῆς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν; Ἡ συνοδικὴ ἐπιτροπὴ «ἐπὶ τῶν αἱρέσεων» καὶ τὸ «ἱεραοποστολικὸ σεμινάριο» μᾶλλον δὲν χρειάζονται.


5. Διδάσκει καὶ ἀσκεῖ τὴν ψευδοαγάπην (ἀγαπολογίαν). Ὅταν ὁ γιατρὸς δὲν λέγει τὴν πικρὴ ἀλήθεια γιὰ τὴν κατάσταση τῆς ὑγείας τοῦ ἀσθενῆ στοὺς οἰκείους του καὶ τὸν ἴδιο, ὁ γιατρὸς δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ ἀσθενῆ. Εἶναι ἐνδεχόμενο ὁ ἀσθενής, ὅταν μάθει τὴν πικρὴ ἀλήθεια γιὰ τὴν ὑγεία του νὰ καταπέσει ψυχολογικὰ πρὸς στιγμή, ἀλλὰ σύντομα θὰ συνέλθει καὶ θὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὴν ἀποκατάστασή της συνεργαζόμενος μὲ τὸν γιατρό. Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι Ὀρθόδοξοι προκαθήμενοι, δὲν τολμοῦν νὰ ποῦν τὴν πικρὴ ἀλήθεια στοὺς αἱρετικοὺς ὅτι εἶναι βαριὰ ἀσθενεῖς ὡς πρὸς τὴν πίστη. Δὲν τοὺς λέγουν τὴν ἀλήθεια, γιὰ νὰ μὴ τοὺς στενοχωρήσουν καὶ χαλάσουν τὶς καλὲς σχέσεις μαζί τους, ἀλλ’ ἔτσι δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία τους, δὲν εἶναι καλοὶ πνευματικοὶ γιατροί.


Δὲν ἀγαποῦν πραγματικὰ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ τοὺς ἑαυτούς τους, γιὰ νὰ φαίνονται εὐχάριστοι τοὺς λέγουν ψέματα ὅτι σώζονται μένοντας στὴν αἵρεσή τους καὶ δὲν χρειάζεται νὰ γίνουν Ὀρθόδοξοι. Οἱ λεγόμενοι θεολογικοὶ διάλογοι εἶναι ἁπλῶς γιὰ ἀλληλογνωριμία, δὲν ὁδηγοῦν στὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀφοῦ οἱ διαλεγόμενοι ἐξ ἀρχῆς ἀποδέχονται ὅτι κανεὶς δὲν ἔχει τὴν ἀλήθεια καὶ ψάχνουν νὰ τὴ βροῦν! Μὲ τοὺς διαλόγους αὐτοὺς οὐδεὶς αἱρετικὸς ἐγκατέλειψε τὴν αἵρεσή του. Προσπαθοῦν νὰ συγκολλήσουν τὸ ψεῦδος μὲ τὴν ἀλήθεια. Ματαιοδοξία καὶ ματαιοπονία. Τὸ χειρότερο, ὅμως, εἶναι ὅτι οἱ αἱρετικοί, ποὺ θέλουν νὰ γίνουν Ὀρθόδοξοι, ἐμποδίζονται ἀπὸ τούς… Ὀρθοδόξους ποὺ ἔχουν γίνει οἰκουμενιστές, ὅπως ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖ­ος. Εἶναι ἀποκαλυπτικὰ ὅσα γράφει ὁ προτεστάντης πάστορας, ποὺ ἔγινε Ὀρθόδοξος ἱερέας, Ἀμερικανὸς Πῆτερ Γκίλκουιστ στὸ βιβλίο του: «Καλῶς ἤλθατε στὸ σπίτι σας…», ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2008.


Τὴν πεντηκοστὴ τοῦ 1985 εἴκοσι Ἀμερικανοὶ ὡς ἐκπρόσωποι περίπου 2.000 προτεσταντῶν, ποὺ ἤθελαν νὰ γίνουν Ὀρθόδοξοι, ἐπισκέφθηκαν γι’ αὐτὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἔπειτα ἀπὸ δικές τους ἔρευνες… δέκα ἐτῶν, εἶχαν καταλήξει ὅτι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ ἤθελαν νὰ γίνουν μέλη της. Ἡ ἀντιμετώπισή τους ὑπῆρξε τόσο ψυχρή, ὥστε ἔφυγαν ἀπογοητευμένοι. «Τὸ ταξίδι στὴν Κωνσταντινούπολη» (σ. 215 – 222), ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ τότε Πατριάρχης Δημήτριος καὶ τὸ δεξί του χέρι καὶ διάδοχός του Βαρθολομαῖος ὡς οἰκουμενιστὲς ἀποθάρρυναν τοὺς αἱρετικούς, ποὺ ἤθελαν νὰ γίνουν Ὀρθόδοξοι. Εὐτυχῶς οἱ ἐν λόγῳ Ἀμερικανοὶ ἔγιναν δεκτοὶ στὴν Ἀμερικὴ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας, δυστυχῶς χωρὶς βάπτισμα μόνο μὲ χρῖσμα, ὡς νὰ εἶναι ἔγκυρο τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν.


 Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καὶ οἱ λοιποὶ οἰκουμενιστές, ποὺ πιστεύουν ὅτι οἱ αἱρετικοὶ σώζονται μέσα στὶς αἱρέσεις τους, στρέφονται εὐθέως κατὰ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων, οἱ ὁποῖες συνεκλήθησαν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων, νὰ διασαφηνίσουν τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ποὺ διέστρεφαν, νὰ προφυλάξουν τοὺς πιστοὺς καὶ νὰ βοηθήσουν ὅσους αἱρετικοὺς ἤθελαν νὰ παραμείνουν Ὀρθόδοξοι. Οἱ οἰκουμενιστὲς τὶς διαστροφὲς τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως, τῶν δογμάτων, τὶς ὀνομάζουν τώρα διαφορετικὲς παραδόσεις, ἐνῶ ἀποφεύγουν τὴ χρήση τῆς λέξεως αἵρεση, ὅπως στὰ κείμενα τῆς ψευδοσυνόδου τοῦ Κολυμβαρίου, γιὰ νὰ μὴ δυσαρεστοῦν τοὺς αἱρετικούς. Διπλωματία τῆς ἀγαπολογίας (ψευδοαγάπης), ποὺ ἀνατρέπει εὐαγγελικὲς θέσεις, σχετικοποιεῖ τὰ πάντα καὶ ὁδηγεῖ στὸ σύγχρονο πάνθεο, τὴν πανθρησκεία.


Καὶ δὲν εἶναι μὸνο κατὰ τῶν οἰκουμενικῶν συν­όδων ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶναι καὶ κατὰ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀγωνίστηκαν κατὰ τῶν αἱρέσεων. Θεωρεῖ ὅτι ἔπεσαν «θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως», τοῦ διαβόλου καὶ γι’ αὐτὸ ἦταν κατὰ τῶν αἱρέσεων! Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἴδιος δὲν εἶναι πλὲον Ὀρθόδοξος καὶ φαίνεται νὰ «παίζει» τὸ ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ὡς πρῶτος ἠθοποιὸς τοῦ οἰκουμενιστικοῦ θιάσου. Βρίσκεται σὲ διατεταγμένη ὑπηρεσία φθορᾶς ἐκ τῶν ἔσω τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.




''Ορθόδοξος Τύπος''


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου