ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




« δέ ἰδοῦσα (τόν Γαβριήλ) διεταράχθη ἐπί τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καί διελογίζετο ποταπός εἴη ὁ ἀσπασμός οὗτος» (Λουκ. α’ 29). Τί παιδικότητα! Ἡ Μαρία εἶναι πραγματικά ἕνα παιδί. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ιη’ 3). Ὁ κόσμος αὐτός, μέ τούς πειρασμούς καί τίς ἐπιθυμίες του, γερνᾶ γρήγορα τόν ἄνθρωπο. Ἡ παιδική μας ἡλικία εἶναι πολύ μικρή, σύντομη καί στήν ἐποχή μας συντομεύεται ἀκόμα περισσότερο. Ποιός μπορεῖ νά γυρίσει καί νά ξαναγίνει παιδί; Ἡ Μαρία ἦταν παιδί κι ἔμεινε παιδί σ᾿ ὅλη της τή ζωή ἐπειδή ἦταν ἁγνή καί ἀθώα, ἐπειδή εἶχε φόβο Θεοῦ καί ὑπακοή σ᾿ Αὐτόν. Γι᾿ αὐτό κι εἶχε μπεῖ στή βασιλεία τοῦ Υἱοῦ Της προτοῦ ἀκόμα Αὐτός κηρύξει τή βασιλεία Του. Γιατί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρισκόταν μέσα Της (πρβλ. Λουκ. ιζ’ 21).


παιδικότητά της τήν ἔκανε νά τρομάξει μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ ἀγγέλου. Ἡ παιδική της ἁπλότητα τήν ἔκανε ν᾿ ἀπορήσει, νά διερωτηθεῖ τί νά σήμαινε ὁ ἀσπασμός του. Στή συμπεριφορά της αὐτή δέν ὑπῆρχε τίποτα τό ψεύτικο, τό θεατρικό. Ὅλα ἦταν παιδικά, ἁπλά, ἁγνά, καθαρά κι ἀθώα. Ὁ μέγας ἀρχάγγελος, ὁ Γαβριήλ, πού παρίστατο στή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ χρόνου, πού εἶχε τή δύναμη νά διαβάζει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, κατάλαβε ἀμέσως τήν ταραχή καί τίς ἀνήσυχες σκέψεις τῆς Παρθένου πιό καθαρά ἀπ᾿ ὅ,τι ἐμεῖς βλέπουμε τό σῶμα μας. Εἶδε τήν ταραχή τῆς ψυχῆς της καί τήν καθησύχασε γρήγορα μέ τά ἀγγελικά λόγια του: «Μή φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῶ» (Λουκ. α’ 30). Μή φοβᾶσαι, παιδί μου! Μή φοβᾶσαι κεχαριτωμένη κόρη τοῦ Θεοῦ! Μή φοβᾶσαι ὑπερευλογημένη πάνω ἀπ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιατί ἀπό σένα θά ᾿ρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ σ᾿ ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος! Μή βοβοῦ, εὗρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῶ!


Τά τελευταῖα αὐτά λόγια του ἀναιροῦν τούς ἰσχυρισμούς κάποιων δυτικῶν θεολόγων σχετικά μέ τήν «ἄσπιλη σύλληψή» Της, ὅτι δηλαδή ἡ Παρθένος Μαρία γεννήθηκε ἀπό τούς γονεῖς της χωρίς τή σκιά τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ. Ἄν ἦταν ἔτσι τά πράγματα, γιατί νά τῆς πεῖ ὁ ἄγγελος ὅτι βρῆκε χάρη στό Θεό; Ἡ χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πού ὑποδηλώνουν καί τή συγχώρηση, δίδονται σ᾿ εκεῖνον πού ἔχει ἀνάγκη τό ἔλεος, πού τό ἀναζητᾶ. Ἡ πάναγνος Παρθένος ἔκανε ἡρωικές προσπάθειες γιά νά ὁδηγήσει τήν ψυχή της στό Θεό. Καί στήν ἀνοδική αὐτή προσπάθειά της συνάντησε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἐμπνευσμένος ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀποστολή τοῦ ἀρχάγγελου Γαβριήλ, ἔγραψε τό ἀκόλουθο σχόλιο γιά τήν Ἁγία Παρθένο: «Μή φοβοῦ, Μαριάμ, εὗρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῶ», μιά χάρη πού δέν τήν ἔλαβε οὔτε ἡ Σάρα οὔτε ἡ Ρεββέκα.


Βρῆκες τή χάρη πού οὔτε ἡ Μεγάλη Ἄννα δέν ἀξιώθηκε νά βρεῖ. Ἔγιναν κι αὐτές μητέρες, ἀλλά ἔχασαν τήν παρθενικότητά τους. Ἐσύ ὅμως ἔγινες μητέρα, ἀλλά διατήρησες καί τήν παρθενία σου ἀνέπαφη. Γι᾿ αὐτό μή φοβᾶσαι, γιατί βρῆκες χάρη στό Θεό, μιά χάρη πού κανένας ἄλλος ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔλαβε ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε ὁ χρόνος. Ἡ Ἁγνή ψυχή τῆς Παρθένου ἠρέμησε. Καί τότε ὁ φτερωτός ἀρχάγγελος τοῦ Θεοῦ τῆς ἔδωσε τό μεγαλύτερο ἀπό τά οὐράνια μηνύματα: «Ἰδού συλλήψῃ ἐν γαστρί καί τέξῃ υἱόν, καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καί υἱός ὑψίστου κληθήσεται, καί δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεός τόν θρόνον Δαυΐδ τοῦ πατρός αὐτοῦ, καί βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος» (Λουκ. α’). Ὁ ἀγγελιοφόρος τοῦ Θεοῦ μιλάει καθαρά, μέ λεπτομέρειες. Θά συλλάβεις «ἐν γαστρί», λέει, δηλαδή σωματικῶς. Τήν ἴδια περίπου ἔκφραση χρησιμοποιεῖ ὁ Ψαλμωδός ὅταν λέει στόν 50ό ψαλμό του (στιχ. 12) «καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου».


Δίνοντας ἔμφαση στό λόγο ἐν γαστρί ὁ ἀρχάγγελος, εἶναι σά νά θάλει προκαταβολικά νά μᾶς προφυλάξει ἀπό τίς πλανεμένες διδασκαλίες τῶν αἱρετικῶν Δοκητῶν ὅτι ὁ Χριστός τάχα δέν εἶχε πραγματικό σῶμα κι ὅτι δέ γεννήθηκε πραγματικά. Πώς δέν ἦταν δηλαδή πραγματικά καί σωματικά ἄνθρωπος, ἀλλά ἕνα ὁμοίωμά του. Ἀλλά καί τό ὄνομα Ἰησοῦς εἶναι γεμάτο νοήματα. Αὐτό τό ὄνομα ἔφερε κι ὁ γιός τοῦ Ναυῆ, πού ὁδήγησε τούς Ἰσραηλίτες στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, προεικονίζοντας ἔτσι τό ρόλο τοῦ Σωτήρα Ἰησοῦ πού ὁδήγησε τό ἀνθρώπινο γένος στήν πραγματική κι αἰώνια γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ὅλα τά ὑπόλοιπα πού εἶπε ὁ Ἀρχάγγελος ἀπέβλεπαν σέ μιά προσπάθεια νά πείσει τήν Παρθένο πώς ὁ γιός της θά ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Πώς θά ἦταν Υἱός τοῦ Ὑψίστου. Πώς ὁ Θεός θά τοῦ ἔδινε τό θρόνο τοῦ Δαβίδ καί πώς θά γινόταν παντοτινός βασιλιάς τοῦ οἴκου Ἰακώβ.


λ᾿ αὐτά βρίσκονταν στό νοῦ κάθε Ἰσραηλίτη, ἀλλά πολύ περισσότερο στό νοῦ τῆς πνευματικά φωτισμένης Παρθένου Μαρίας. Τό μόνο πού ἔμενε τώρα ἦταν ν᾿ ἀποκτήσει συγγενική σχέση μέ τό Μεσσία. Ὁ Ἀρχάγγελος δέν τῆς τ᾿ ἀποκάλυψε ὅλα σχετικά μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ, παρά μόνο ὅσα τῆς ἦταν γνωστά ἀπό τίς προφητεῖες καί κατανοητά ἀπό τήν ἁγία Γραφή. Δέν τῆς μίλησε γιά τόν παγκόσμιο καί πανανθρώπινο ρόλο τοῦ Ἰησοῦ, παρά μόνο ὅσα τῆς ἦταν γνωστά ἀπό τίς προφητεῖες καί κατανοητά ἀπό τήν Ἅγία Γραφή. Δέν τῆς μίλησε γιά τόν παγκόσμιο καί πανανθρώπινο ρόλο τοῦ Ἰησοῦ ὡς Σωτήρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί τῶν φυλῶν. Δέν τῆς εἶπε πώς θά εἶναι ὁ ἱδρυτής τῆς πνευματικῆς βασιλείας, ὁ κριτής ζώντων καί νεκρῶν. Ἀκόμα λιγότερα τῆς φανέρωσε πώς ὁ Υἱός της θά εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό Ἕνα ἀπό τά Τρία αἰώνια Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄν τῆς τά εἶχε πεῖ ὅλ᾿ αὐτά, ἡ ταραχή της θά ἦταν πολύ μεγαλύτερη.


παιδικότητα κι ἡ ἁγνότητά Της δέν τήν ἔκαναν καί παντογνώστρια. Εἶχε πολλά ἀκόμα νά μάθει ἀπό τό γιό της, τόσο στόν παρόντα χρόνο, ὅταν «συνετήρει τά ρήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β’ 19), ὅσο καί στήν αἰωνιότητα. Ὁ Ἀρχάγγελος κινήθηκε πιστά μέσα στό πλαίσιο τῆς ἑβραϊκῆς παράδοσης καί ἀντίληψης. Συγκέντρωσε καί ἕνωσε ὀργανικά ὅλα ὅσα ἦταν σκόρπια στούς προφῆτες (Ἡσ. θ΄ 6-8, ι΄ 16, ια΄ 1, Ἱερ. κε΄ 5, λ΄ 9, Ἰεζ. λδ΄ 24, Ὠσηέ γ΄ 5, Μιχ. ε΄ 4, Ψαλμ. ρλα΄ 11, Δαν β΄ 44 κλπ.). Κι ὅλ᾿ αὐτά τά γνώριζε καλά ἡ Παρθένος. «Ὤμοσε Κύριος τῷ Δαυίδ ἀλήθειαν καί οὐ μή ἀθετήσει αὐτήν· ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπί τοῦ θρόνου σου» (Ψαλμ. ρλα΄ 11). Ἡ Παρθένος ἄκουσε τό οὐράνιο μήνυμα καί μέ τήν παιδική της ἁγνότητα ρώτησε τόν ἐπισκέπτη της: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω;» (Λουκ. α΄ 34). Τά λόγια αὐτά δέν ἐκφράζουν κάποια δυσπιστία στό ἀγγελικό μήνυμα, ἀλλά τήν καθαρότητα καί τήν ἀθωότητά της.


Τί θ᾿ ἀπαντοῦσε κάποιος ἀπό σᾶς σ᾿ ἕνα παρόμοιο μήνυμα πού θά σᾶς ἔφερνε ὁ πιό ἀσυνήθιστος ἐπισκέπτης; Αὐτό πού θά γινόταν στή σίγουρα φοβισμένη καί τρέμουσα καρδιά σας θά ἦταν αὐτό πού ἔνιωσε κι ἡ ἁγνή Παρθένος; Ἐκείνη δέν εἶπε κανένα λόγο παραπανίσιο. Ἄν ἡ ἐρώτησή της ἦταν παραπανίσια γιά τήν ἴδια, δέν εἶναι ὅμως γιά μᾶς. Γιά χάρη μας τό εὐλογημένο πνεῦμα της ἔκανε τήν ἐρώτηση πού ὅλοι μας θά θέλαμε νά κάνουμε, ἀφοῦ δεσμευόμαστε ἀπό τούς φυσικούς νόμους. Γιά νά ᾿χουμε γέννηση, εἶναι ἀπαραίτητος ὁ ἄντρας. Ποῦ λοιπόν εἶναι ὁ ἄντρας ἐδῶ; Αὐτό εἶναι πού ὅλοι μας θά εἴχαμε ρωτήσει, ἐπειδή ζοῦμε μακριά ἀπό τήν ἐλευθερία πού ἀπολαμβάνει ὁ παντοδύναμος Θεός, ἐπειδή νιώθουμε πάνω μας τό βάρος τῶν φυσικῶν νόμων. Ἔτσι γιά χάρη μας, ἦταν ἀπαραίτητο νά κάνει ἡ Παρθένος τήν ἐρώτηση αὐτή. Γιά ν᾿ ἀκούσουμε τήν ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν Ἀρχάγγελο. Ποιά ἀπάντηση ἔδωσε ὁ Ἀρχάγγελος;


«Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διό καί τό γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ. καί ἰδοῦ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καί αὐτή συνειληφυῖα υἱόν ἐν γήρει αὐτῆς, καί οὗτος μήν ἕκτος ἐστίν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ· ὅτι οὐκ ἀδυνατίσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα» (Λουκ. α΄ 35-37). Αὐτή εἶναι μιά πλήρης καί ἱκανοποιητική ἀπάντηση. Ὅπου Θεός βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις. Ὅταν ὁ ζῶν Θεός ἐφαρμόζει τό θέλημα Του γιά νά ἐργαστεῖ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ φύση κι οἱ νόμοι της ἀτονοῦν, εἶναι σά νά μήν ὑπάρχουν. «Ἡ χάρη δέν ὑπόκειται στό νόμο τῆς φύσης», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας. Ὁ ἴδιος ὁ ἀνακαινιστής τοῦ κόσμου ὁλόκληρου, ὁ Κύριος Ἰησοῦς, μαρτυρεῖ πώς «τό πνεῦμα ἐστί τό ζωοποιοῦν» (Ἰωάν. στ΄ 63). Τό Πνεῦμα χορηγεῖ ζωή ἄμεσα καί ἔμμεσα. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἔδωσε ἄμεσα ζωή στόν παράδεισο, πρίν ἀπό τήν πτώση. Μετά τήν πτώση ἔδινε ζωή ἔμμεσα, μέ τή δημιουργία ψυχῆς καί σώματος.


ναφέρουμε τήν ἔμμεση αὐτή ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὡς «φυσική», σύμφωνη μέ τό φυσικό νόμο. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὅμως ἔχει τό δικαίωμα καί τήν ἀπεριόριστη δυνατότητα νά δώσει ζωή καί ἄμεσα, σύμφωνα μέ τή θέληση καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά καί σέ σχέση μέ τήν ἔμμεση δωρεά τῆς ζωῆς, πάλι τό Πνεῦμα εἶναι ὁ Κύριος καί Ζωοδότης. Ἀπό μόνη της ἡ φύση δέν εἶναι παρά σκιά, ἕνα παραπέτασμα, ἀπ᾿ ὅπου ἐνεργεῖ τό Πνεῦμα. Ὑπάρχουν ὅμως βαθμοί καί στάδια ἐμμεσότητας. Τό Πνεῦμα μερικές φορές ἐνεργεῖ περισότερο κι ἄλλες πάλι λιγότερο ἔμμεσα. Τέτοια παραδείγματα ἔχουμε μέ τίς παραγωγικές καί τίς στεῖρες γυναῖκες. Ἡ Ἐλισάβετ ἦταν στείρα, ἀλλά ὄχι ἀπόλυτα. Τό ἴδιο γινόταν μέ τή μητέρα τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ Σαμψών καί τοῦ Σαμουήλ.


σύλληψη μιᾶς ἡλικιωμένης γυναίκας δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι ἄμεση ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, ἀφοῦ ὅλες οἱ γυναῖκες πού εἶναι ἀπόγονοι τῆς Εὔας, παραγωγικές ἤ στεῖρες, συλλαμβάνουν «ἐν ἁμαρτίαις», δέν εἶναι ἀμέτοχες σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν καί παθῶν. Ἡ μόνη σύλληψη μέ ἄμεση ἐνέργεια, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς, εἶναι ἡ σύλληψη τῆς πάναγνης Παρθένου Μαρίας. Στήν ἱστορία τῆς δημιουργίας, ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι τό Χριστό, ποτέ δέν εἴχαμε περιστατικό τέτοιας γέννησης. Αὐτή εἶναι ἡ μοναδική περίπτωση στήν ὥς τώρα ἱστορία, ἀλλά καί στήν αἰωνιότητα. Κι αὐτή εἶναι ἡ σύλληψη καί γέννηση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ὅτι οὐκ ἀδυνατίσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα». Αὐτό σημαίνει πώς κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ ἐφαρμόζεται στήν ὁλότητά του. Ὁ Θεός μᾶς λέει μέ τόν ἐμπνευσμένο προφήτη Του Ἡσαΐα: «Ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν» (Ἡσα. ζ΄ 14). Αὐτό ἐκπληρώνεται τώρα. Ἀπό τήν ἴδια τή στιγμή τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, τό μόνο πού μποροῦμε νά ποῦμε γιά τό Θεό εἶναι πώς «εἶπε καί ἐγενήθησαν».


«Τά λόγια Κυρίου λόγια ἁγνά, ἀργύριον πεπυρωμένον, δοκίμιον τή γῆ, κεκαθαρμένον ἑπταπλασίως» (Ψαλμ. ια΄ 7). Ἡ Παρθένος Μαρία δέν ἀμφισβήτησε καθόλου τά θεϊκά λόγια πού τῆς ἀποκάλυψε ὁ Ἀρχάγγελος. Ἄν τά εἶχε ἀμφισβητήσει, ὅπως ἔκανε ὁ Ζαχαρίας ὁ ἱερέας, ἴσως εἶχε τιμωρηθεῖ ὅπως ἐκεῖνος. Μ᾿ ὅλο πού στίς ἀπαντήσεις καί τῶν δυό τους ὑπάρχει κάποια ὁμοιότητα, ἡ καρδιά τους ἦταν ἐντελῶς διαφορετική. Κι ἐκεῖνο πού βλέπει ὁ Θεός εἶναι ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Δυό ὁλότελα διαφορετικές καρδιές μποροῦν νά διατυπώσουν παρόμοια λόγια. Ἡ ταπεινή Παρθένος ἄκουσε τήν ἐξήγηση πού τῆς ἔδωσε ὁ ἀγγελιαφόρος τοῦ Θεοῦ καί συμπλήρωσε τή συζήτησή της μέ τόν Ἀρχάγγελο μέ τά ἑξῆς λόγια: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» (Λουκ. α΄ 28). Δέν εἶπε, «ἰδού ἡ δούλη σου, ἀρχάγγελε», ἦταν ἁπλά ἀγγελιοφόρος τοῦ Θεοῦ, μετέφερε τό θέλημά Του. Ἦταν κι αὐτός δυνατός καί ἀθάνατος, ἀλλά ὡς ὑπηρέτης τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά δέν εἶπε «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα τοῦ Κυρίου», ἀλλά «κατά τό ρῆμά σου».


δειξε ἔτσι σεβασμό καί τιμή στόν ἀθάνατο λειτουργό τοῦ οὐράνιου οἰκοδεσπότη. Κι οἱ δυό αὐτές σκέψεις της φανερώνουν τήν ἄμεση ὑπακοή καί τήν τέλεια ταπείνωσή της. Τέτοια σοφή ἀπάντηση μόνο μιά καρδιά πού πλημμύριζε ἀπό καθαρότητα μποροῦσε νά δώσει. Γιατί σέ τέτοια καρδιά δίδεται εὔκολα καί ἄμεσα ἀληθινή σοφία. Τή στιγμή τοῦ πειρασμοῦ στόν παράδεισο ἡ Εὔα τήν ξέχασε αὐτή τή γλώσσα καί πρόσεξε τά λόγια τοῦ σατανᾶ, ἡ καρδιά της τή στιγμή αὐτή ἦταν ἀκάθαρτη, σκοτισμένη. Λόγω τοῦ σκοτισμοῦ αὐτοῦ ἡ σοφία τήν ἐγκατέλειψε. Ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ παρακοή σκότισαν τήν καρδιά της ἀλλά καί τό νοῦ της. Ἀπό τήν ὑπερηφάνεια καί τήν παρακοή της στό Θεό ὁ παλιός κόσμος γκρεμίστηκε, τό γένος τῶν ἀνθρώπων παραμορφώθηκε κι ἡ κτίση ὁλόκληρη στενάζει. Ὁ νέος κόσμος ἔπρεπε νά θεμελιωθεῖ στήν ταπείνωση καί τήν ὑπακοή.


ταπείνωση κι ἡ ὑπακοή τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνουν κάθε λόγο. Μόνο ὁ Υἱός της, ὁ Σωτήρας κι ἀνακαινιστής τοῦ κόσμου, θά τήν ξεπεράσει σέ ταπείνωση κι ὑπακοή. Τελικά ὁ φτερωτός ἀγγελιοφόρος τοῦ «κεφαλαίου τῆς σωτηρίας» μας πέταξε ψηλά στόν οὐρανό, κοντά στούς ἀθάνατους συντρόφους του. Τά καλά νέα, ὁ «εὐαγγελισμός» του, δέν εἶναι ἕνας ἁπλός λόγος, ἀλλά μεταφράστηκε ἀμέσως σέ ἔργο, ὅπως καί κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μιλάει καί γίνεται, «εἶπε καί ἐγένετο». Στή γῆ, πού ἦταν καταραμένη λόγω τοῦ χωρισμοῦ της ἀπό τό Θεό καί τῆς ἐπίδρασης πού δεχόταν ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ σκότους, δέν εἶχε φτάσει ποτέ ἕνα τόσο χαρμόσυνο κι ἐλπιδοφόρο μήνημα σάν κι αὐτό πού ἔφερε ὁ ἀστραφτερός καί θαυμάσιος ἀρχάγγελος Γαβριήλ.


Ποιά γλώσσα δέ θά τόν δοξάσει καί ποιά καρδιά δέ θά νιώσει εὐγνωμοσύνη ἀπέναντί του; Ποτέ ἥλιος δέν καθρεφτίστηκε τόσο λαμπερά σέ διαυγή νερά, ὅσο στόν καθρέφτη τῆς πάναγνης καρδιᾶς τῆς Παρθένου Μαρίας. Γράφει ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος γιά τήν παρθενία: Ὦ παρθενία, πού χαροποιεῖς τήν καρδιά καί οὐρανοποιεῖς τή γῆ! Ὦ παρθενία, κτῆμα ἀγαθό, ἀμόλυντο ἀπό ἄγρια θηρία! Ὦ παρθενία, πού κατοικεῖς στίς ἄκακες καί ταπεινές ψυχές καί μεταποιεῖς τό λαό τοῦ Θεοῦ! Ὦ παρθενία, πού ἀνθίζεις σάν λουλούδι στήν ψυχή καί στό σῶμα καί πλημμυρίζεις τόν οἷκο μέ τό ἄρωμά σου!Ἡ διαυγής πρωινή αὐγή, ἀπ᾿ ὅπου προβαίνει ὁ ἥλιος, θά σάστιζε μπροστά στήν καθαρότητα κι ἁγνότητα τῆς Παρθένου Μαρίας, ἀπό τήν ὁποία γεννήθηκε ὁ ἀθάνατος ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Χριστός καί Σωτήρας μας. Ποιό γόνυ δέ θά κλίνει μπροστά της καί ποιά γλώσσα δέ θά κραυγάσει: «Χαῖρε, εὐλογημένη! Χαῖρε, αὐγή τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου! Χαῖρε, τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέρα τῶν Σεραφείμ! Δόξα στόν Υἱό σου, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια καί ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων». Ἀμήν!




Ἀπό τό βιβλίο: ''Θεός ἐπί γῆς, ἄνθρωπος ἐν οὐρανῷ'', 
Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης, Πέλλης 2, 152 34, Φραγκοκκλησιά Ἀττικῆς.


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου