ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη, 19 Μαΐου 2020

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ





τοῦ Ἀντωνίου Κουτεντάκη
λειτουργιολόγου, ὑπ. διδάκτορος ἱστορίας


Καθήμενος στὸ γραφεῖό μου καὶ μὴ δυνάμενος νὰ μεταβῶ στὴν ἐργα­σία μου –ὢν ἐκπαιδευτικός–, περιορισμένος ἀπὸ κοινωνικὲς δραστηριότη­τες καὶ τηρώντας ὅλα τὰ ἀπαραίτητα προληπτικὰ μέτρα, ξεφυλλίζω τὸ Ἱερατικό. Τὸ βλέμμα μου σταματᾷ σὲ κάποιες φράσεις: – «Ὑπὲρ πλεόντων, ὁδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αἰχμα­λώτων καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς ὁ Θεὸς τῇ σῇ χάριτι».


–«Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου· τὸ πλήρωμα τῆς ἐκκλησίας σου φύλαξον». – «Ἐλέησον ἡμᾶς κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου, καὶ τοὺς οἰκτιρ­μούς σου κατάπεμψον ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ πάντα τὸν λαόν σου, τὸν ἀπεκ­δεχόμενον τὸ παρὰ σοῦ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος». – «Μνήσθητι, Κύριε, πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, οὓς ἐδικαίωσας βασιλεύειν ἐπὶ τῆς γῆς. (...) Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ περιεστῶτος λαοῦ, καὶ τῶν δι᾿ εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντων, καὶ ἐλέησον αὐτοὺς καὶ ἡμᾶς, κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου.


Τὰ ταμεῖα αὐτῶν ἔμπλησον παντὸς ἀγαθοῦ, (...) τὰ νήπια ἔκθρεψον· τὴν νεότητα παιδαγώγησον· τὸ γῆρας περικράτησον· τοὺς ὀλιγοψύχους παραμύθησαι· τοὺς ἐσκορπισμένους ἐπισυνάγαγε(...). Τοῖς πλέουσι σύμπλευσον· τοῖς ὁδοιποροῦσι συνόδευσ­ον· χηρῶν πρόστηθι· ὀρφανῶν ὑπεράσπισον· αἰχμαλώτους ῥῦσαι· νοσοῦν­τας ἴασαι. Τῶν ἐν βήμασι καὶ μετάλλοις καὶ ἐξορίαις καὶ πικραῖς δου­λείαις καὶ πάσῃ θλίψει καὶ ἀνάγκῃ καὶ περιστάσει ὄντων, μνημόνευσον, ὁ Θεός, καὶ πάντων τῶν δεομένων τῆς μεγάλης σου εὐσπλαγχνίας(...). Καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ σου μνήσθητι, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἐπὶ πάντας ἔκ­χεον τὸ πλούσιον σου ἔλεος, πᾶσι παρέχων τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα.


Καὶ ὧν ἡμεῖς οὐκ ἐμνημονεύσαμεν δι᾿ ἄγνοιαν ἢ λήθην ἢ πλῆθος ὀνομά­των, αὐτὸς μνημόνευσον, ὁ Θεός, ὁ εἰδὼς ἑκάστου τὴν ἡλικίαν καὶ τὴν προσηγορίαν, ὁ εἰδὼς ἕκαστον ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ. Σὺ γὰρ εἶ, Κύ­ριε, ἡ βοήθεια τῶν ἀβοηθήτων, ἡ ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων, ὁ τῶν χειμα­ζομένων σωτήρ, ὁ τῶν πλεόντων λιμήν, ὁ τῶν νοσούντων ἰατρός. Αὐτὸς τοῖς πᾶσι τὰ πάντα γενοῦ, ὁ εἰδὼς ἕκαστον καὶ τὸ αἴτημα αὐτοῦ, οἶκον καὶ τὴν χρείαν αὐτοῦ. Ῥῦσαι, Κύριε, τὴν πόλιν καὶ χώραν ταύτην, καὶ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν, ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας, ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων, καὶ ἐμφυλίου πολέμου»...


Πραγματικὸ ἀναλγητικὸ φάρμακο τὰ λόγια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, λόγια ἀπευθυνόμενα ὄχι πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ πρὸς τὸν Ἰσχυρὸ οὐρανοῦ καὶ γῆς, τὸν Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος κόσμου, ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου. Τὸ κλείνω ὅμως (τὸ Ἱερατικὸ) πολὺ γρήγορα. Δὲν ὑπάρχει ἄλλωστε κανένας λόγος μελέτης του. Δὲν θὰ χρησιμοποιηθεῖ κατὰ τὶς προσεχεῖς Κυριακές, οὔτε –ὅπως δείχνουν τὰ πράγματα– κατὰ τὴ Μεγάλη Πέμπτη καὶ τὸ Μεγάλο Σάββατο. Τοὐλάχιστον ὄχι στὶς ἐνορίες, διότι εὐτυχῶς ὑπάρχουν στὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια καὶ οἱ ἱερὲς μονές, ποὺ ἀπρόσκοπτα θὰ συνεχίσουν νὰ κάνουν αὐτὸ ποὺ πάντοτε ἤξερε ἡ Ἐκκλη­σία νὰ κάνει, δηλαδὴ τὴν καθολικὴ προσευχὴ καὶ λατρεία, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ θεία Λειτουργία.


Οἱ ἰσχυροὶ τοῦ κόσμου τούτου γιὰ πολλοστὴ φορὰ ἀπέδειξαν πόσο ἀνίσχυροι πραγματικὰ εἶναι, ἕρμαια μιᾶς καταστάσεως ποὺ σὲ καμία περίπτωση δὲν δύνανται νὰ διαχειρισθοῦν. Ἡ ἐπιστημονικὴ κοινότητα πειραματίζεται καθημερινὰ μὲ ἕναν ἰὸ τοῦ ὁποίου τὴ σύσταση καὶ τὴ συμ­περιφορά, ἄρα καὶ τὴν καταπολέμηση, δὲν γνωρίζει καὶ δὲν ἐπιτυγχάνει νὰ γνωρίσει παρὰ τὶς ὁλόθυμες προσπάθειές της, καὶ μὲ ἕνα σύστημα ὑγείας στὴ χώρα μας –ἀποτέλεσμα πολιτικῆς ἀνικανότητος δεκαετιῶν– παντελῶς ἀνύπαρκτο. Ἔτσι, ἔρχονται οἱ πρωτοβουλίες τῆς κυβέρνησης, ὥστε νὰ λει­τουργήσουν προληπτικά. Ἀπαγόρευση κάθε συναθροίσεως, δικαίωμα ὅ­μως στὴν ἐλεγχόμενη κίνηση σὲ ὁρισμένα καταστήματα, ὅπως ἐπὶ πα­ραδείγματι στὰ καταστήματα πάσης φύσεως τροφοδοσίας.


Μόνον ἡ Ἐκκλησία ἐξαιρέθηκε τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ κυβέρνηση κατ’ οὐσίαν ἀπαγόρευσε στοὺς ἱερεῖς νὰ φοροῦν ἐπιτραχήλιο. Ἐὰν δηλαδὴ ἐντὸς ἱεροῦ ναοῦ βρίσκονται 5 ἄνθρωποι προσευχόμενοι ἰδιωτικά, δὲν ὑ­πάρχει κίνδυνος μεταδόσεως τοῦ ἰοῦ. Ὁ κίνδυνος ἐλλοχεύει μόλις ὁ ἱε­ρεὺς φορέσει τὸ ἐπιτραχήλιό του καὶ πεῖ «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν…»!Κανεὶς σαφῶς δὲν παίζει μὲ τὴ ζωή του οὔτε καὶ μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων, ἐν προκειμένῳ ὅμως τὸ πρόβλημα κατὰ τὴν κυβέρνηση δὲν εἶναι ποσοτικὸ ἀλλὰ ποιοτικό, διότι ἂν ἴσχυε τὸ πρῶτο, ἡ ἀπαγόρευση θὰ ἀνέφερε ἀριθ­μοὺς συνηθροισμένων ἀνθρώπων, ὅπως καὶ σὲ ὅλες τὶς ἄλλες περιπτώσεις ἀπαγορεύσεων, καὶ ὄχι τὴν «ἀπαγόρευση τῆς τέλεσης κάθε εἴδους λει­τουργιῶν καὶ ἱεροπραξιῶν».


Μήπως τελικὰ πρώτιστο μέλημα τῆς κυβέρνη­σης δὲν εἶναι ἡ ἀναστολὴ τοῦ ἰοῦ ἀλλὰ ἡ ἀναστολὴ τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας δοθείσης (ἢ δημιουργηθείσης;) τῆς εὐκαιρίας τοῦ ἰοῦ; Ὁ πρωθυπουργὸς τῆς χώρας λίγες ἡμέρες πρὶν ζητοῦσε τὴ συνδρομὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴν καταπολέμηση τῆς νέας αὐτῆς λαίλαπας. Ἄραγε τί ἀκριβῶς εἴδους βοήθεια ἀνέμενε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία; οἰκονομική; ἠθική; πολιτική; Προφανῶς δὲν εἶναι γνώστης τῆς ἱστορίας. Λησμονεῖ ὅτι ἡ Ἐκ­κλησία πάντοτε βρισκόταν στὶς ἐπάλξεις τοῦ γένους, δίχως νὰ τῆς ζητη­θεῖ ἀπὸ κανέναν βοήθεια, ἁπλὰ καὶ μόνον διότι ἡ Ἐκκλησία τὸν κάθε ἄν­θρωπο τὸν ἀντιλαμβάνεται καὶ τὸν νιώθει ὡς μέλος καὶ σῶμά της, ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς πολιτικοὺς συλλήβδην, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀντιλαμβάνονται ὡς πιθανὸ ψηφοφόρο, ἄρα θύμα τους!


Πάντοτε λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία συνέδραμε πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως τὸ πανταχόθεν δοκιμαζόμενο γένος μας, χωρὶς ὅμως ποτὲ μέχρι τώρα νὰ χάσει τὴν αὐτοσυνειδησία της, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ θεία Εὐχαριστία. Πῶς ἀλήθεια ὁρίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὴν Ἐκκλησία; Ὡς «σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους». Ὄχι ὡς ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλ’ ὡς ἕνα ὄντως σῶμα, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὸν ἄρτο τῆς θείας Εὐχαρι­στίας. Ὁ δὲ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας θὰ πεῖ χαρακτηριστικὰ καὶ μὲ ἀπόλυτο τρόπο· «Σημαίνεται δὲ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις, οὐχ ὡς ἐν συμβόλοις, ἀλλ’ ὡς ἐν καρδίᾳ μέλη καὶ ὡς ἐν ρίζῃ φυτοῦ κλάδοι καὶ καθάπερ ἔφη ὁ Κύριος ὡς ἐν ἀμπέλῳ κλήματα».


Ἐκκλησία ἱδρύεται τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο, τὴν τέλεση δηλαδὴ τῆς πρώτης ἐπὶ γῆς θείας Λειτουργίας, καὶ μέχρι σήμερα ὑπάρχει γι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν σκοπό. Τὸ κοινωνι­κό, φιλανθρωπικό, ἐθνικό, ἀνθρωπιστικό, ἐκπολιτιστικὸ ἔργο της ἑπομένως εἶναι δευτερεύοντες τομεῖς, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἦταν –ἢ τοὐλάχιστον θὰ ἔ­πρεπε νὰ εἶναι– ἐναρμονισμένοι πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς θείας Εὐχαρι­στίας. Μία Ἐκκλησία ποὺ δὲν λειτουργεῖ δὲν ἔχει λόγο ὕπαρξης, ἀφοῦ ἡ θεία Εὐχαριστία τὴ νοηματοδοτεῖ καὶ τὴ συνέχει, ὅπως συνέχει καὶ δια­κρατεῖ καὶ τὸν σύμπαντα κόσμο ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εὔχεται σὲ κάθε θεία Λειτουργία.

πρωθυπουργὸς λοιπὸν μὲ τὴν καθ’ ὕλην ἁρμόδια ὑπουργό του μὲ ἕνα Φ.Ε.Κ. κατάφεραν νὰ ἀκυρώσουν τὴν Ἐκκλησία ἀπαγορεύοντάς της νὰ κάνει τὸ μόνο πράγμα ποὺ τὴ νοηματοδοτεῖ, τὸ μόνο γεγονὸς γιὰ τὸ ὁποῖο ὑφίσταται, δηλαδὴ νὰ λειτουργεῖ, ὑποβιβάζοντας ἔτσι τοὺς ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς ἀπὸ διαχειριστὲς τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ σὲ δη­μοσίους ὑπαλλήλους, μὴ διαφέροντες σὲ τίποτε ἀπὸ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐργάζονται στὶς λοιπὲς δομὲς τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἀπέδειξε ἡ κυβέρ­νηση πὼς γνωρίζει πολὺ καλύτερη θεολογία ἀπὸ τοὺς ἰθύνοντες, ἀφοῦ ἔτρωσε τὴν Ἐκκλησία στὴν καρδιά της, δηλαδὴ τὴ θεία Λειτουργία. Ἄφησε ἔτσι στὴν Ἐκκλησία ὅλα τὰ ἄλλα, ἀλλὰ τῆς ἀφήρεσε τὴ ζωοποιὸ καρδιά, θέλοντας νὰ τὴν καταστήσει ἕνα ἄψυχο κουφάρι παρατημένο στὴ φθορὰ καὶ τὴ σήψη.

Η κυβέρνηση λοιπὸν μὴ μπορώντας νὰ χτυπήσει ἀποτελεσματικὰ τὸν ἰό, βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ χτυπήσει θανατηφόρα τὴν Ἐκκλησία. Οἱ ἀρχιε­ρεῖς ὅμως; Γιατί τόση σιγή; Γιατί αὐτὴ ἡ ἀνεξήγητη ἀπόλυτη ταύτιση μὲ τοὺς κυβερνῶντες; Ὄχι, δὲν περιμέναμε αὐτὴ τὴν ἀντίδραση. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πεπατημένη ὁδὸς ποὺ πρῶτοι βάδισαν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σὲ ἀντίστοιχες περιπτώσεις τοῦ παρελθόντος. Ὄχι, δὲν ἔπραξε ἔτσι ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου, οὔτε ὁ Ἰγνάτιος ὁ Θεο­φόρος. Δὲν ἔπραξε ἔτσι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐνώπιον τῆς αὐτοκράτειρας Εὐδοξίας, οὔτε καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου Μοδέστου. Δὲν ἔπραξε ἔτσι ὁ Γερμανὸς Κων/πόλεως ἐνώπιον τοῦ Λέοντος τοῦ Γ΄, οὔτε καὶ ὁ διάδοχός του Ταράσιος.


Δὲν ἔπραξε ἔτσι ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, οὔτε καὶ πλεῖστοι ὅσοι ποιμένες ποὺ πραγματικὰ πονοῦσαν γιὰ τὴν Ἐκ­κλησία καὶ ὄντως ποίμαιναν τὸ λογικὸ ποίμνιό της προστατεύοντάς το ἀπὸ τοὺς κάθε λογῆς λύκους. Καὶ κάπως ἔτσι, πορευόμαστε τὴν ἀνηφορικὴ ὁδὸ πρὸς τὴν Ἀνά­σταση μὲ τὶς ἐκκλησίες σιωπηλὲς καὶ τοὺς Χριστιανοὺς νὰ μποροῦν νὰ πᾶνε στὶς δημόσιες ὑπηρεσίες, στὰ παντοπωλεῖα καὶ στὰ καφεπωλεῖα, ὅπου μποροῦν νὰ συναντήσουν τὸν καθένα, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία νὰ συναντήσουν ὑποστατικὰ τὸν Χριστὸ κατὰ τὴ θεία Λειτουργία. Τοὺς Χριστιανοὺς βέβαια, ποὺ κάθε Κυριακὴ ποὺ χτυποῦσαν οἱ καμπάνες, ἔκαναν παράπονα διότι ἐνοχλεῖτο ὁ ὕπνος τους.


Τοὺς Χριστιανοὺς ἐκείνους ποὺ ἔρχονταν στὴν ἐκκλησία τὴ Μεγάλη Τετάρτη γιὰ νὰ μυρωθοῦν κατὰ τρόπο μαγικὸ ἀπὸ τὸ λάδι τοῦ εὐχελαίου, τὴ Μεγάλη Πέμπτη γιὰ νὰ κοινωνήσουν «γιὰ τὸ καλό», τὴ Μεγάλη Παρασκευή, γιατὶ ἦταν ἔθιμο ἡ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου, καὶ τὸ βράδυ τῆς Ἀναστάσεως γιὰ νὰ πάρουν τὸ Ἅγιο Φῶς καὶ νὰ ἀκούσουν μετὰ δυσκολίας τὸ πρῶτο «Χρι­στὸς ἀνέστη», γιὰ νὰ ἐξαφανισθοῦν καὶ νὰ στρογγυλοκαθίσουν στὸ τρα­πέζι! Καὶ κάπως ἔτσι μᾶς ἔπιασε ὁ κορωνοϊὸς στὸν ὕπνο ὅλους· τὴν κυβέρνηση, τοὺς ἐπιστήμονες, τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ταγούς, τοὺς Χριστια­νούς.


Μαζὶ μὲ τὸ σύστημα ὑγείας δοκιμάζεται καὶ ἡ πίστη μας. Καὶ ἀντὶ τώρα παρὰ ποτὲ νὰ ἐντατικοποιήσουμε τὴν τέλεση τῶν θείων Λει­τουργιῶν κατὰ τὰ Σαββατοκύριακα καὶ ἀπὸ τὸ Πάσχα καὶ ἔπειτα καθημε­ρινά (τηρώντας βεβαίως πάντα τοὺς προληπτικοὺς κανόνες ποὺ οἱ εἰδικοὶ ἐπιβάλλουν), ἀποποιούμεθα τοῦ ἰσχυροτέρου μέσου ποὺ ἔχουμε, δηλαδὴ τῆς θείας Λειτουργίας, τοῦ μόνου γεγονότος ποὺ διακρατεῖ καὶ συνέχει τὸν κόσμο. «Σὺ γὰρ εἶ, Κύριε, ἡ βοήθεια τῶν ἀβοηθήτων, ἡ ἐλπὶς τῶν ἀπηλπι­σμένων, ὁ τῶν χειμαζομένων σωτήρ, ὁ τῶν πλεόντων λιμήν, ὁ τῶν νο­σούντων ἰατρός. Αὐτὸς τοῖς πᾶσι τὰ πάντα γενοῦ, ὁ εἰδὼς ἕκαστον καὶ τὸ αἴτημα αὐτοῦ, οἶκον καὶ τὴν χρείαν αὐτοῦ.


ῦσαι, Κύριε, τὴν πόλιν καὶ χώραν ταύτην, καὶ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν, ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας, ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων, καὶ ἐμφυλίου πολέμου».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου