ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ''ανάπηροι'' στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές κι είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2020

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ




πὶ τῇ συμπληρώσει 47 ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐκδημίας τοῦ Μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Μαγνησίας Χρυσοστόμου Νασλίμη (+13/26-7-1973), δημοσιεύουμε σὲ πρώτη δημοσίευση ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν πρὸς ἔκδοση Τόμο Β΄ τοῦ ἔργου τοῦ Ἐπισκόπου Γαρδικίου Κλήμεντος: Ἐπίσκοπος Μαγνησίας Χρυσόστομος Νασλίμης 1910-1973 - Ἀκατάβλητος Ἀγωνιστὴς Πίστεως καὶ Ὑπομονῆς. Εἶναι ἀπὸ τὸ προτελευταῖο Κεφάλαιο Κ΄: Ὕστατη ὑπὲρ Πίστεως προσπάθεια, Ὑποκεφάλαιο 6: Κύκνειον Ἄσμα – «Πνευματικὴ Διαθήκη». Πριν νὰ κλείσουμε τὸ παρὸν προτελευταῖο Κεφάλαιο τοῦ ἔργου μας, θὰ ἀναφερθοῦμε στὸ «Κύκνειον Ἆσμα» τοῦ Βιογραφουμένου μας Ἀρχιερέως, στὴν «Πνευματικὴ Διαθήκη» του, στὰ κείμενα ποὺ πρόβλεψε καὶ πρόλαβε νὰ ἑτοιμάσει ἐκεῖνο τὸ πρῶτο τρίμηνο τοῦ 1966, πιθανῶς ἐντὸς τῆς πρωίμου Τεσσαρακοστῆς, γιὰ νὰ τυπωθοῦν στὸ Ἡμερολόγιο Τοίχου τοῦ ἑπομένου ἔτους 1967 τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς καθημερινὰ σύντομα ἀναγνώσματα, πρὶν νὰ καταπέσει ἀσθενής.


Εἶναι θαυμαστὴ ἡ προνοητικότητά του, ἐν μέσῳ τόσο πολλῶν φροντίδων, ἐννοιῶν, ταξιδίων καὶ εὐθυνῶν, νὰ ἑτοιμάσει ἕνα ἰδιαίτερα σημαντικὸ ἔργο, στὸ ὁποῖο ἔδινε ἤδη ἀπὸ τὰ προηγούμενα ἔτη μεγάλη σημασία καὶ βαρύτητα. […] Περὶ τούτου γνωρίζουμε ἀπὸ εἰδικὴ ἔκδοση (Ἐπισκόπου Χρυσοστόμου, 365 Ψυχωφελῆ Σαλπίσματα, ἔκδ. Ἱερᾶς Γυναικείας Μονῆς «Ὑπαπαντῆς τοῦ Χριστοῦ» Ἐλευθερουπόλεως, Θεσσαλονίκη 1978, σ.σ. 144), ἡ ὁποία διέσωσε τὸ περιεχόμενο τῶν φύλλων τοῦ Ἡμερολογίου Τοίχου τοῦ ἔτους ἐκείνου, σύμφωνα μὲ ὅσα ἀναγράφονται στὸν Πρόλογο τοῦ σχετικοῦ βιβλίου: Κάποια νεαρὴ κόρη, ἡ Θέκλα Κοσμίδου ἀπὸ τὴν Καβάλα, ἡ ὁποία ἦταν καρδιοπαθὴς ἀπὸ τὴν γέννησή της καὶ ἔφθανε στὰς δυσμὰς τῆς ὀλιγοχρόνιας ζωῆς της, διάβαζε μὲ προσοχὴ καθημερινὰ τὰ διδάγματα ἀπὸ τὸ Ἡμερολόγιο τοῦ 1967. Καὶ εἶπε κάποια ἡμέρα μὲ ἐνθουσιασμὸ στὸν πατέρα της: «Πατέρα, αὐτοὶ οἱ λόγοι τοῦ ἁγίου Μαγνησίας ποὺ διαβάζω ἀπὸ τὸν Ἡμεροδείκτη εἶναι σοφὰ διδάγματα.


Θὰ τὰ ἀντιγράψω, γιὰ νὰ ἐκτυπωθοῦν μιὰ μέρα καὶ νὰ ὠφελήσουν πολλὲς ψυχές»! Καὶ πράγματι, ἔκανε τὴν ἀντιγραφὴ μὲ μεγάλο κόπο, λόγῳ τῆς ἀσθενείας της. Καὶ ὅταν τελείωσε, ἀνήγγειλε μὲ χαρὰ στὸν πατέρα της: «Πατέρα, τελείωσα!». Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ «τελείωσε» καὶ ἡ σύντομη βασανισμένη ζωή της καὶ μετέβη στὰ θεῖα Σκηνώματα, τὰ ἀγαπητὰ καὶ παμπόθητα, λαμβάνοντας τὴν θεία ἀντιμισθία γιὰ τὴν ὑπομονή της, ὅπως καὶ γιὰ τὴν διάσωση τοῦ θησαυροῦ ποὺ θὰ παρακολουθήσουμε, τοῦ μεγάλου αὐτοῦ καλοῦ ποὺ πρόλαβε νὰ κάνει καὶ ποὺ τῆς ὀφείλουμε γι’ αὐτὸ ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη! Ἄς εἶναι ἡ μνήμη της αἰωνία! Οἱ δὲ οἰκεῖοι της παρέδωσαν τὸ ὑλικὸ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ὑπαπαντῆς, ἡ ὁποία προέβη στὴν ἔκδοση αὐτοῦ σὲ εἰδικὸ βιβλίο μικροῦ σχετικὰ μεγέθους πρὶν ἀπὸ 40 καὶ πλέον ἔτη. Ἐγράφετο δὲ στὸν Πρόλογο: «Περὶ τὸ τέλος τοῦ βίου του ὡς φιλόστοργος Πατὴρ [ὁ Μαγνησίας Χρυσόστομος] ἐπιθυμῶν νὰ μεταλαμπαδεύσῃ τὸ ἀπαστράπτον φῶς τῆς ἀρετῆς του εἰς τὰ πνευματικά του τέκνα καὶ ὅλους τοὺς πιστούς, συνέγραψε τὸ ἱερὸν τοῦτο πονημάτιον» (σελ. 5). Σὲ τί συνίσταντο τὰ κείμενα αὐτά; Ποιό ἦταν τὸ περιεχόμενο τῶν πνευματικῶν αὐτῶν «σαλπισμάτων», τὰ ὁποῖα στὸν προσεκτικὸ ἀναγνώστη ἠχοῦν παρηγορητικά, διδακτικά, καταρτιστικὰ καὶ ἐλεγκτικά;


κτὸς ἀπὸ κάποια λίγα καθαρῶς ἑορτολογικὰ μηνύματα κατὰ τὶς ἡμέρες κάποιων μεγάλων Ἑορτῶν, τὰ ὑπόλοιπα, ὡς συνήθως σὲ συνέχειες, ἀναλύουν θέματα ἰδιαιτέρου πνευματικοῦ ἐνδιαφέροντος. Εἶναι ἀποφθεγματικὰ ρητά, ἀξιώματα καὶ συμπεράσματα, βγαλμένα μέσα ἀπὸ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ ἀπὸ τὴν πείρα τῆς ζωῆς. Ὁ συγγραφέας τους εἶναι ἐμφανὲς ὅτι γράφει γιὰ γνωστὲς εἰς αὐτὸν πραγματικότητες, ὡς πεπειραμένος Γέροντας, μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα, καθὼς καὶ πειστικότητα, καλλιέπεια καὶ χάρη. Διαπνέεται ἀπὸ τὴν Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ οἰκοδομήσει, νὰ καλλιεργήσει καὶ νὰ προστατεύσει. Ὅπως στὴν ἀρχὴ τῆς καρποφόρου συγγραφικῆς του δραστηριότητος ἔγραφε παρόμοια ἐπιτυχῆ ἀποφθεγματικὰ κείμενα, ἀπὸ λαϊκὸς ἀκόμη ἀρχὰς τῆς δεκαετίας τοῦ ’30, ἔτσι καὶ πρὸς τὸ τέλος, μετὰ μία 30ετία, κατάφορτος ἀπὸ πολύτιμη ἐμπειρία, διατυπώνει μὲ ἄνεση καὶ ἐπίγνωση θεῖες ἀλήθειες, παραθέτει ψήγματα χρυσοῦ, περὶ Ἀρετῶν καὶ Παθῶν, ὡς γινώσκων, ὁρῶν καὶ πάσχων τὰ θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα.


Τὰ καθαρὰ ἑορτολογικοῦ περιεχομένου σύντομα περιεκτικὰ μηνύματά του εἶναι γιὰ τὴν Περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ (1 Ἰαν.), τὸν Τίμιο Πρόδρομο (7 Ἰαν.), τὴν Ὑπαπαντὴ (2 Φεβρ.), τὸ Α΄ Ψυχοσάββατον (19 Φεβρ.), τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Ἔθνους μας (25 Μαρτ.), τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων (10 Ἀπρ.), τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα (11-16 Ἀπρ.), τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου (17 Ἀπρ.), τὰ Χριστούγεννα (25 Δεκ.), τὴν Σύναξη τῆς Θεοτόκου (26 Δεκ.), καὶ τὸν Ἅγιο Πρωτομάρτυρα Στέφανο (27 Δεκ.). Τὰ λοιπὰ θέματα εἶναι αὐτὰ ποὺ ἔχουν πάντοτε ἐπικαιρότητα καὶ σημασία καὶ ἀφοροῦν ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους καὶ μάλιστα τοὺς πιστοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Θὰ προβοῦμε δὲ σὲ παρουσίασή τους γιὰ τὴν ἀνυπολόγιστη ἀξία τους, ἐφ’ ὅσον ἄλλωστε δὲν κυκλοφοροῦν στὶς ἡμέρες μας, καταχωριζόμενα κατὰ θεματικὴ ἀνάπτυξη. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ διαχωρισμὸς σὲ θέματα καὶ ἡ συστηματικὴ παράθεση τοῦ ὑλικοῦ, πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἀναγνώστου, γίνεται ἀπὸ ἡμᾶς, διότι στὸ πρωτότυπο τὰ κείμενα τοῦ Ἡμερολογίου τίθενται ἁπλῶς κατὰ ἡμερομηνιακὴ σειρά, συνεχόμενα, χωρὶς ἐσωτερικοὺς θεματικοὺς τίτλους.


i) Αὐτογνωσία

Τὰ κείμενα ἀρχίζουν μὲ τὸ σημαντικὸ καὶ θεμελιῶδες θέμα τῆς αὐτογνωσίας, ἡ ὁποία θεωρεῖται «μέγα κατόρθωμα»: «Διότι ἐκεῖνος, ὅστις γνωρίζει καλῶς τὸν ἑαυτόν του, ἤτοι τὰς ἐλλείψεις καὶ τὰς ἀδυναμίας αὐτοῦ, αὐτὸς περιφρονεῖ τὸ ἄτομόν του καὶ δὲν εὐχαριστεῖται ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων» (σελ. 13). Ὑπάρχουν πράγματα τῶν ὁποίων ἡ γνώση δὲν ὠφελεῖ καθόλου τὴν ψυχὴ καὶ εἶναι μωρὸς ὅποιος προσέχει σ’ αὐτά, παραβλέποντας ἐκεῖνα ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ψυχικὴ σωτηρία. Ὅσο περισσότερα γνωρίζεις, γράφει ὁ σ. μας συνομιλῶντας κατὰ τὴν προσφιλῆ μέθοδό του μὲ τὸν ἀναγνώστη του, τόσο αὐστηρότερα θὰ κριθεῖς, ἄν ἡ ζωή σου δὲν εἶναι ἁγιώτερη. Ἄν ὁ Θεὸς σοῦ ἐμπιστεύθηκε γνώση, δὲν εἶναι γιὰ νὰ ἐγκωμιάζεσαι, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν χρησιμοποιήσεις «πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν». «Διατί θέλεις νὰ συγκρίνῃς τὸν ἑαυτόν σου μὲ ἄλλους κατωτέρους σου, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἄλλοι σοφώτεροί σου καὶ περισσότερον πεπαιδευμένοι; Θέλεις νὰ μάθῃς κάτι ποὺ σὲ ὠφελεῖ; Προτίμα νὰ ζῇς ἄγνωστος καὶ νὰ θεωρῆσαι ἀσήμαντος. Ἡ ὑψηλοτέρα καὶ ὠφελιμωτέρα ἐπιστήμη εἶναι ἡ ἀκριβὴς γνῶσις καὶ περιφρόνησις τοῦ ἑαυτοῦ μας» (σελ. 14).


Μήπως αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ «πτωχεία τοῦ πνεύματος» περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ Κύριός μας στὴν ἀρχὴ τῶν περιφήμων «Μακαρισμῶν» Του; (βλ. Ματθ. ε΄ 1 ἑ.). Τὸ θέμα τῆς κατακρίσεως σχετίζεται μὲ τὸ ὑπὸ ἐξέτασιν ζήτημα, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ σ. μας συμβουλεύει: ἄν δεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ ἁμαρτάνει, νὰ μὴν σπεύσεις νὰ τὸν κατακρίνεις, διότι δὲν εἶσαι καλύτερός του, οὔτε γνωρίζεις ἄν λίγο ἀργότερα δὲν περιπέσεις καὶ σὺ στὴν ἴδια ἤ καὶ σὲ χειρότερη ἁμαρτία. «Ὅλοι εἶναι δυνατὸν νὰ πέσωμεν, καὶ ἕκαστος πρέπει νὰ πιστεύῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πέσῃ εὐκολώτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἄν ὁ Θεὸς δὲν τὸν φυλάξῃ» (σελ. 15-16). Ἐν συνεχείᾳ, τονίζεται ὅτι ὁ πιὸ σκληρὸς ἀγώνας καθενὸς εἶναι νὰ νικήσει τὸν ἑαυτό του: «Ἰδοὺ τί θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελῇ τὴν μοναδικήν μας ἐνασχόλησιν· νὰ νικῶμεν τὸν ἑαυτόν μας, ν’ ἀποκτῶμεν καθ’ ἡμέραν περισσοτέραν ἐξουσίαν ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ νὰ προοδεύωμεν εἰς τὴν ἀρετήν» (σελ. 16).


Μέγα πλεονέκτημα καὶ εὐτύχημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι νὰ ζεῖ ὑποτασσόμενος σὲ κάποιον ἀνώτερο καὶ νὰ μὴν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. «Διότι εἶναι πολὺ ἀσφαλέστερον νὰ ὑπακούῃ τις, παρὰ νὰ διατάσσῃ» (σελ. 16). Αὐτὸς ποὺ ὑπακούει σὲ ἀνώτερο εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ εὐθῦνες καὶ διατελεῖ ἐκτὸς κινδύνου στὸ νὰ γίνει αἴτιος κακῶν. Χρειάζεται προσοχὴ νὰ μὴν ἐμπιστεύεσαι πολὺ τὸν λογισμὸ καὶ τὴν κρίση σου, συνεχίζει ὁ σ. μας, ἀλλὰ νὰ ἀκοῦς καλύτερα τὶ θὰ σοῦ ποῦν καὶ οἱ ἄλλοι. «Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διάγωμεν ἐν εἰρήνῃ καὶ γαλήνῃ πολλῇ ψυχικῇ, ἄν δὲν ἠσχολούμεθα μὲ τοὺς λόγους καὶ τὰς πράξεις τῶν ἄλλων, καὶ μάλιστα διὰ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν» (σελ. 17). Ὅποιος σκορπίζει τοὺς λογισμούς του ἔξω, πολὺ λίγο ἤ σπάνια συμμαζεύεται ἐντός του. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τονίζει ὁ σ. μας φιλοκαλικὰ-νηπτικά: «Ἄν ἠδυνάμεθα νὰ νεκρώσωμεν τὰ πάθη μας καὶ νὰ μὴ περισπώμεθα ἀπὸ ἐξωτερικὰ πράγματα, θὰ καθιστάμεθα τότε ἱκανοὶ νὰ γευώμεθα τὰ θεῖα πράγματα καὶ νὰ λαμβάνωμεν πεῖραν οὐρανίου θεωρίας» (σελ. 17).


Οἱ πόνοι καὶ οἱ ἀντιξοότητες εἶναι εὐεργεσίες, συνεχίζει ὁ σ. μας, διότι μᾶς κάνουν νὰ συμμαζευόμαστε στὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ σκεπτόμαστε ὅτι ἐδῶ εἴμαστε ἐξόριστοι καὶ δὲν πρέπει νὰ στηρίζουμε τὶς ἐλπίδες μας στὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. Οἱ ἀντιλογίες τῶν ἄλλων καὶ οἱ ὄχι καλὲς σκέψεις τους γιὰ μᾶς, παρὰ τὶς πιθανὲς καλὲς προθέσεις καὶ πράξεις μας, βοηθοῦν, «διότι αὐταὶ συντελοῦν νὰ γινώμεθα ταπεινοὶ καὶ νὰ προφυλασσώμεθα ἀπὸ τὴν ματαίαν δόξαν». «Ὅταν οἱ ἄνθρωποι μᾶς ταπεινώνουν καὶ σκέπτωνται κακὰ περὶ ἡμῶν, τότε προστρέχομεν διὰ προσευχῆς καὶ ζητοῦμεν τὸν Θεόν, ὁ Ὁποῖος γνωρίζει τὰ βάθη τῶν καρδιῶν μας» (σελ. 18).


ii) Πειρασμοὶ

Τὸ θέμα τῶν πειρασμῶν εἶναι τὸ ἑπόμενο, στὸ ὁποῖο στρέφει τὴν προσοχή του ὁ σ. μας, καθ’ ὅτι ὁ παρὼν βίος εἶναι «πειρατήριον» κατὰ τὸν πολύαθλο καὶ πολυπαθῆ Ἰὼβ (ζ΄ 1). Ἀπαιτεῖται ἐγρήγορση καὶ προσευχή, γιὰ νὰ μὴν συλληφθοῦμε στὶς παγῖδες τοῦ διαβόλου. «Ὑπάρχουν πρὸς τούτοις πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι μολονότι ὀδυνηροὶ καὶ ἐνοχλητικοί, εἶναι ὡρισμένως δι’ ἡμᾶς ὠφέλιμοι· διότι δι’ αὐτῶν ὁ ἄνθρωπος ταπεινώνεται, καθαρίζεται καὶ διδάσκεται» (σελ. 20). «Στρέφε τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν ἑαυτόν σου καὶ ἀπόφευγε νὰ κρίνῃς τὰς πράξεις τῶν ἄλλων. Κρίνων τις τοὺς ἄλλους συχνάκις πλανᾶται, καὶ ὑποπίπτει εἰς ἁμαρτίαν» (σελ. 21). «Ἄν σὺ δὲν δύνασαι νὰ εἶσαι ὁποῖος ἐπιθυμεῖς, πῶς δύνασαι νὰ περιμένῃς οἱ ἄλλοι νὰ εἶναι τέλειοι; Ἐπιθυμοῦμεν νὰ διορθώνωμεν μὲ αὐστηρότητα τοὺς ἄλλους καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ διορθώνουν οἱ ἄλλοι ἡμᾶς· θέλομεν νὰ δεσμεύωνται οἱ ἄλλοι μὲ αὐστηροὺς κανόνας, ἀλλ’ ἡμεῖς αὐτοὶ δὲν ἀνεχόμεθα κανένα κανόνα. Ἐπὶ τούτου λοιπόν, εἶναι σαφές, πόσον σπανίως ζυγίζομεν τὸν γείτονά μας μὲ τὸν ἴδιον ζυγόν, μὲ τὸν ὁποῖον ζυγίζομεν τὸν ἑαυτόν μας» (σελ. 22).


iii) Περὶ θανάτου

Τὸ θέμα τοῦ θανάτου ἀκολουθεῖ. Μᾶς θυμίζει ζωηρὰ ὁ σ. μας ὅτι, ἄν ἄλλοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ ἡ δική μας ἀναχώρησις ἀναβάλλεται, σημαίνει ὅτι δὲν εἴμαστε ἀρκετὰ προετοιμασμένοι καὶ ὅτι εἴμαστε ἀκόμη ἀνάξιοι τῆς δόξης τοῦ Οὐρανοῦ. «Καὶ συνεπῶς, ἄς προσπαθῶμεν νὰ ἑτοιμασθῶμεν καλύτερον διὰ τὸν θάνατον» (σελ. 24). Νὰ ἐπιζητοῦμε τὴν ἐξέταση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ νὰ παραλείπουμε τὶς περιττὲς συνομιλίες καὶ τὴν φιλοπερίεργη ἀνησυχία. Οἱ πιὸ μεγάλοι Ἅγιοι ἀπέφευγαν τὶς πολλὲς συναναστροφὲς τῶν ἀνθρώπων, «δι’ αὐτὸ ἠξιώθησαν νὰ ζῶσι μυστικῶς πάντοτε ἡνωμένοι μετὰ τοῦ Θεοῦ» (σελ. 25). Ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία, συνεχίζει ἀποφθεγματικὰ ὁ σ. μας, βρίσκεται στὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἀγαθὴ συνείδηση καὶ ὄχι στὴν ζωὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν παραλόγων ἐπιθυμιῶν. «Εὐτυχὴς ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ μολύνῃ ἤ νὰ βαρύνῃ τὴν συνείδησίν του» (σελ. 26).


Εἶναι μεγάλη ἡ ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, συμπεραίνει διεισδυτικὰ ὁ σ. μας, ἡ ὁποία ρέπει συνήθως πρὸς τὸ κακό. «Σήμερον ἐξομολογεῖσαι τὰς ἁμαρτίας σου, καὶ αὔριον σὺ ὁ ἴδιος διαπράττεις τὰς ἰδίας ἁμαρτίας. Τώρα ἀποφασίζεις νὰ προσέχῃς, καὶ μετὰ μίαν ὥραν ἐνεργεῖς σὰν νὰ μὴν εἶχες λάβει καμμίαν ἀπόφασιν» (σελ. 28). Γι’ αὐτὸ ἔχουμε λόγους νὰ εἴμαστε ταπεινοὶ καὶ νὰ μὴν ὑψηλοφρονοῦμε ποτέ. Εἶναι μωρία νὰ σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος τὰ παρόντα καὶ νὰ μὴν μεριμνᾶ γιὰ τὰ μέλλοντα ἀγαθά, ἐνῶ σήμερα ὑπάρχει καὶ αὔριο ἀπέρχεται. «Ἄν ἔχῃς ἀγαθὴν συνείδησιν, δὲν θὰ φοβεῖσαι τὸν θάνατον πολύ. Θὰ ἦτο συμφερώτερον εἰς σὲ νὰ προφυλάττεσαι ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, παρὰ νὰ ἀποφεύγῃς τὸν θάνατον. Ἄν δὲν εἶσαι προητοιμασμένος σήμερον, πῶς θὰ εἶσαι αὔριον; Ἡ αὔριον εἶναι ἄδηλος καὶ ἀβεβαία, καὶ πῶς δύνασαι νὰ γνωρίζῃς ὅτι θὰ ζῇς μέχρι τῆς αὔριον; Ποία ἡ ὠφέλεια δι’ ἡμᾶς νὰ ζήσωμεν πολύ, ὅταν τόσον ὀλίγον ἐπωφελούμεθα τοῦ χρόνου; Ὦ ἡ μακρὰ ζωὴ δὲν φέρει πάντοτε μαζί της τὴν διόρθωσιν, ἀλλὰ συχνὰ τῆς αὐξάνει τὴν ἐνοχήν. Εἴθε νὰ ἠδυνάμεθα καὶ μίαν μόνον ἡμέραν νὰ ζήσωμεν χωρὶς ἁμαρτίαν» (σελ. 29).


Μετὰ τὴν ἐνασχόληση καὶ πάλι μὲ τὰ θέματα τῆς αὐταρεσκείας, ὑπερηφανείας καὶ ταπεινώσεως, ὁ σ. μας ἐξάγει ἕνα σημαντικὸ Εὐαγγελικὸ συμπέρασμα ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματός μας: «Πλήρης περιφρόνησις πρὸς τὸν κόσμον, ἐπιθυμία προόδου εἰς τὴν ἀρετήν, ἀγάπη πρὸς πάντας, καρποὶ μετανοίας καὶ ὑπακοῆς, αὐταπάρνησις καὶ καρτερία εἰς πᾶσαν ἐναντιότητα διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, θὰ γεννήσουν ἐντὸς ἡμῶν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἀποθάνωμεν εὐτυχεῖς» (σελ. 34).


Τὸ θέμα τῆς ἀξιοποιήσεως τοῦ χρόνου γιὰ τὴν σωτηρία εἶναι συμπληρωματικό. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀσθενεῖ, τονίζει ὁ σ. μας, δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ μεταβληθεῖ ψυχικὰ πρὸς τὸ καλύτερο, διότι λίγοι μόνον εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπόσχονται μετάνοια. Γι’ αὐτό, εἶναι ἀναγκαία ἡ τωρινὴ φροντίδα γιὰ τὸ αἰώνιο μέλλον μας. «Ἄν δὲν μεριμνᾶς σὺ τώρα περὶ τοῦ ἑαυτοῦ σου, ποῖος θὰ μεριμνήσῃ περὶ σοῦ βραδύτερον; Ὁ παρὼν καιρὸς εἶναι λίαν πολύτιμος... Προσπάθει λοιπὸν τώρα νὰ ζῇς τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ δύνασαι κατὰ τὴν ὥραν τοῦ θανάτου νὰ χαίρῃς παρὰ νὰ φοβῆσαι» (σελ. 35). Εἶναι ἀνοησία νὰ φαντάζεται κάποιος ὅτι πρόκειται νὰ ζήσει πολλὰ χρόνια, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι βέβαιος οὔτε ἄν θὰ ζήσει μία ἀκόμη ἡμέρα. Ὑπάρχουν καὶ οἱ ἀπροσδόκητοι καὶ αἰφνίδιοι θάνατοι. Γι’ αὐτό, προτρέπει σοφὰ ὁ σ. μας, κάμε τώρα ὅ,τι δύνασαι γιὰ τὴν ψυχή σου, νὰ σκέπτεσαι γιὰ τὴν σωτηρία σου, νὰ ζεῖς σὰν ξένος καὶ ταξιδιώτης στὸν κόσμο τοῦτο. Νὰ διατηρεῖς τὴν καρδιά σου ἐλεύθερη καὶ ὑψωμένη πρὸς τὸν Θεό: «Κατεύθυνον πρὸς τὸν Θεὸν καθ’ ἡμέραν τὰ δάκρυά σου, τοὺς στεναγμούς σου, τὰς προσευχάς σου, ἵνα ἐπὶ τὸ λαμπρότερον ἐξαγνιζόμενον τὸ πνεῦμα σου μετὰ θάνατον ἄξιον γίνῃ νὰ ἐμφανισθῇ πρὸ τοῦ Κυρίου» (σελ. 36).


Τότε θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι σοφὸς στὸν κόσμο τοῦτο ἦταν ἐκεῖνος ποὺ εἶχε μάθει νὰ θεωρεῖται μωρὸς γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ περιφρονεῖται χάριν Αὐτοῦ. Κάθε λύπη ποὺ ὑποφέραμε ὑπομονετικά, θὰ φέρει χαρά. Ἡ σιωπὴ καὶ ὄχι οἱ μακρὲς συνομιλίες θὰ φέρουν χαρὰ καὶ θὰ ὠφελήσουν τὰ καλὰ ἔργα, παρὰ οἱ πολλοὶ καὶ ὡραῖοι λόγοι. Στὸ σημεῖο τοῦτο, εἶναι κατάλληλο νὰ τεθεῖ αὐτὸ ποὺ ὁ σ. μας γράφει γιὰ τὴν μεγάλη Ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως: «Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερον τῶν θαυμάτων Του καὶ τὴν τρανωτέραν ἀπόδειξιν τῆς θεανδρικῆς ὑποστάσεώς Του. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ δίδει ἐγγύησιν περὶ ἀναστάσεως εἰς ζωὴν αἰώνιον πάντων τῶν εἰς Χριστὸν πιστευσάντων καὶ ἐν ἀρετῇ καὶ εὐσεβείᾳ τελειωθέντων» (σελ. 46).


iv) Ὑπομονὴ

Τὸ θέμα τῆς ὑπομονῆς εἶναι σημαντικό, κατὰ τὸν διακριτικὸ σ. μας, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσπαθοῦμε νὰ ὑποφέρουμε τὰ ἐλαττώματα τῶν ἄλλων καὶ τὶς ἀδυναμίες τους, διότι καὶ ἐμεῖς ἔχουμε πολλὲς ἀδυναμίες, τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ ὑποφέρουν οἱ ἄλλοι. Καὶ ὅπως παρακολουθοῦμε τοὺς ἄλλους, ἔτσι κι ἐκεῖνοι παρακολουθοῦν ἐμᾶς. Ἀπαιτεῖται νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, τονίζει Χριστοποθήτως ὁ σ. μας, νὰ κατοικήσει ὁ Χριστὸς μέσα μας, ὥστε νὰ φροντίζει καὶ νὰ θεραπεύει τὶς ἀνάγκες μας καὶ νὰ μὴν ἔχουμε τὴν ἐλπίδα μας στοὺς ἀνθρώπους. «Ἄνθρωπε, δὸς τόπον ἐν τῇ καρδίᾳ σου, ἵνα εἰς αὐτὴν κατοικήσῃ ὁ Χριστός, καὶ μὴ ἐπιτρέπῃς εἰς ἄλλον νὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν. Ὅταν κατέχῃς τὸν Χριστὸν εἶσαι εὐτυχὴς καὶ Αὐτὸς ἀρκεῖ διὰ σέ» (σελ. 38).


Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζουμε σὲ ὁποιονδήποτε ἀσθενῆ καὶ θνητὸ ἄνθρωπο, οὔτε νὰ λυπούμαστε ἄν εἶναι ἀκόμη καὶ ἐναντίον μας, διότι οἱ ἄνθρωποι μεταβάλλονται εὔκολα σὰν τὸν ἄνεμο. Ἀκόμη καὶ ὁ Κύριός μας εἶχε ἐχθροὺς καὶ συκοφάντες καὶ ἄρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμένουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ εἶναι φίλοι καὶ εὐεργέτες μας. Μὲ τὰ ὀδυνηρὰ ποὺ μᾶς συμβαίνουν κερδίζουμε τὸν στέφανο τῆς ὑπομονῆς. «Ὑπόμεινον μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ διὰ τὸν Χριστόν, ἄν θέλῃς νὰ βασιλεύσῃς μετὰ τοῦ Χριστοῦ. Ὀλίγον νὰ ἐνδιαφέρεσαι ποῖος εἶναι κατὰ σοῦ ἤ ὑπὲρ σοῦ· ἀλλὰ φρόντιζε, ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι μετὰ σοῦ εἰς ὅ,τι δήποτε ἐπιχειρεῖς. Ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων δὲν δύναται νὰ βλάψῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους προστατεύει ὁ Θεός» (σελ. 40).


Γιὰ τὴν εἰρήνη μὲ τοὺς ἄλλους, μᾶς βεβαιώνει ὁ εἰρηνικὸς σ. μας, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ταπείνωση τοῦ πνεύματος. «Ἔχε εἰρήνην πρῶτον σὺ εἰς τὸν ἑαυτόν σου καὶ τότε μόνον θὰ δυνηθῇς νὰ εἰρηνεύσῃς καὶ τοὺς ἄλλους. Ἄνθρωπος εἰρηνικὸς κάμνει μεγαλύτερον καλὸν παρὰ ἄνθρωπος σοφός» (σελ. 40). Τὸ νὰ ζεῖς εἰρηνικὰ μὲ ἀγαθοὺς καὶ εὐγενεῖς ἀνθρώπους εἶναι μὲν εὐχάριστο, ἀλλ’ ὄχι μέγα κατόρθωμα. Εἶναι ὅμως μεγάλη χάρη καὶ ἀξιέπαινη ἀρετή, ὅπως καὶ ἰδιαίτερα ἡρωϊκὴ διαγωγὴ νὰ εἶσαι ἱκανὸς «νὰ ζῇς εἰρηνικῶς μετὰ πεισμόνων, ἀπειθάρχων καὶ σκληρῶν» (σελ. 42). Ὀφείλουμε νὰ μὴν ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό μας, διότι πάντοτε ἔχουμε ἀνάγκη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, «καθόσον στερούμεθα πολλάκις τῆς ἀπαραιτήτου διακρίσεως διὰ νὰ κανονίσωμεν τὰς πράξεις μας» (σελ. 42). Ἔχουμε λίγο φῶς μέσα μας, ἀλλὰ μποροῦμε εὔκολα νὰ τὸ χάσουμε ἐξ αἰτίας τῆς ἀμέλειάς μας. Πολλὲς φορὲς κάνουμε τὸ κακὸ καὶ δικαιολογοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Ἄλλοτε κινούμαστε ἀπὸ πάθος καὶ θεωροῦμε τοῦτο ζῆλο. Κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους γιὰ μικρὰ πράγματα, καὶ παραβλέπουμε τὰ δικά μας τὰ μεγαλύτερα. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ κρίνει καλῶς καὶ ὀρθῶς τὶς δικές του πράξεις, δὲν ὑπάρχει πιθανότητα νὰ κρίνει αὐστηρὰ τοὺς ἄλλους.


ἐνθύμιση τῶν μεγάλων δεινῶν τῶν ἄλλων, συνεχίζει μὲ ἁπλότητα καὶ βεβαιότητα ὁ σ. μας, μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ ὑποφέρουμε εὐχαρίστως τὰ δικά μας ἐλαφρότερα παθήματα. Αὐτά, εἴτε εἶναι μεγάλα εἴτε εἶναι μικρά, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ὑποφέρουμε μὲ ὑπομονή. Ὁ πραγματικὰ ὑπομονετικὸς ἄνθρωπος δὲν ἐξετάζει ποιὸς τὸν δοκιμάζει, ἄν εἶναι ἀνώτερος ἤ κατώτερος, καλὸς ἤ κακός· ἀλλὰ δέχεται τὰ πάντα σὰν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ μὲ εὐγνωμοσύνη, διότι ὁ Θεὸς γιὰ ὅ,τι ὑποφέρουμε δὲν θὰ μᾶς στερήσει ἀμοιβῆς. «Ἄν ἐπιθυμῇς τὸν στέφανον, ἀγωνίσθητι μὲ θάρρος, ὑπόφερε μὲ ὑπομονήν. Δὲν καταντᾷ τις εἰς τὴν ἀνάπαυσιν, χωρὶς πόνον, οὔτε εἰς τὴν νίκην χωρὶς ἀγῶνα» (σελ. 49). Ἐπίσης, ἡ εὐτυχία καὶ ἡ ἀνάπαυσή μας δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ κάποιο πρόσωπο, μὲ τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ζοῦμε μαζὶ σὲ συμφωνία αἰσθημάτων, τονίζει ὁ βαθὺς ἀνατόμος τῆς ψυχῆς σ. μας· μόνον ἄν τὸ στήριγμά μας εἶναι ὁ Θεὸς δὲν καταβαλλόμαστε ἀπὸ λύπη ὅταν κάποιος ἀγαπητὸς φίλος ἀπομακρύνεται ἤ ἀποθνήσκει. Καὶ συμπεραίνει: «Πᾶσα ἀγάπη τῆς ὁποίας ὁ δεσμὸς δὲν εἶναι ὁ Θεός, δὲν εἶναι οὔτε ἀληθινή, οὔτε καθαρά. Ὅ,τιδήποτε πρᾶγμα ἀγαπᾶται ὑπερβαλλόντως καὶ ἐπιθυμεῖται περιπαθῶς, μολύνει τὴν ψυχὴν καὶ ἀποχωρίζει αὐτὴν ἀπὸ τοῦ Ὑψίστου ἀγαθοῦ... Ἄνευ τοῦ Θεοῦ ἡ φιλία εἶναι στείρα καὶ ὀλίγον διαρκεῖ» (σελ. 50).


Συνδέοντας τὸ θέμα μὲ τὴν δυνατότητα μετανοίας, λέγει ὁ σ. μας ὅτι ἡ συνείδησή μας καθαρίζεται μὲ τὴν συντριβὴ καὶ τὴν ταπεινὴ ἐξομολόγηση· ὥστε ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας νὰ μποροῦμε ἐλεύθερα νὰ ἐρχόμαστε σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Νὰ αἰσθανθοῦμε λύπη ζωηρὴ γιὰ ὅλες τὶς ἁμαρτίες μας καὶ νὰ ἐξομολογούμαστε τὶς ἀθλιότητές μας, ποὺ ἀποτελοῦν καρπὸ τῶν παθῶν μας. Νὰ λυπηθοῦμε καὶ νὰ στενάξουμε ποὺ βρισκόμαστε ἀκόμη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς σαρκὸς καὶ τοῦ κόσμου. Ὅσο μεγάλος κι ἄν εἶσαι ἀπέναντι τοῦ ἀδελφοῦ σου, μᾶς συμβουλεύει πατρικά, χρεωστεῖς νὰ φέρεσαι ὡς ἴσος καὶ νὰ μὴ φρονεῖς τίποτε τὸ μεγάλο γιὰ τὸν ἑαυτό σου. «Ἐὰν προσέχωμεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας, ἡ κακία τοῦ πλησίον δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ μᾶς ἐκβάλῃ ἀπὸ τὸ ὀχύρωμα τῆς ἀρετῆς τῆς ἰδικῆς μας. Θέλετε ν’ αὐξήσετε εἰς τὴν δύναμιν; Αὐξήσατε εἰς τὴν ἀγάπην» (σελ. 54)…

[Στὴν συνέχεια ἀναπτύσσονται εἴκοσι ἀκόμη θέματα ἀπὸ τὸ ἐν λόγῳ ἔργο μεγάλης πνευματικῆς σημασίας καὶ ὠφελείας, ἀπὸ τὰ ὁποῖα Θεοῦ θέλοντος θὰ παρουσιάσουμε καὶ ἄλλα].



Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου