ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα 2 Αυγούστου 2021

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ: ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ





Ο προφήτης Ηλίας (Ηλιού όπως είναι γνωστός στην Παλαιά Διαθήκη) ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από τη Θέσβη (Θισβέ) της περιοχής Γαλαάδ, που βρίσκεται δυτικά του ποταμού Ιορδάνη, γι' αυτό και ονομάστηκε Θεσβίτης (Γ' Βασιλειών 17,1. 18,27. 18,29. 20,17. Δ' Βασιλειών 1,3. 1,8).


Ανήκε στην φυλή του Ααρών και το όνομά του σημαίνει "ο Γιαχβέ είναι Θεός". Ο προφήτης Ηλίας έζησε τον 9 π.Χ. αιώνα. Είναι από τους γνωστότερους και μεγαλύτερους προφήτες του Ισραήλ. Ο Ηλίας άσκησε το προφητικό του χάρισμα επί 25 έτη. Ήταν δασύτριχος και ζωσμένος με μια δερμάτινη ζώνη (Δ' Βασιλειών 1,8).


Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία: Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία, τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε ο πατέρας του,


πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς, εκείνοι του είπαν ερμηνεύοντας την οπτασία, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.


Ο προφήτης Ηλίας εμφανίστηκε σε μια δύσκολη εποχή για τον Ισραήλ, όταν στο βόρειο βασίλειο βασίλευε ο Αχαάβ, ένας κακός και ασεβής βασιλιάς, που επηρεαζόταν από την ειδωλολάτρισσα σύζυγό του Ιεζάβελ.


Ο προφήτης Ηλίας, ως απεσταλμένος του Θεού, πηγαίνει στο βασιλιά Αχαάβ και προφητεύει ότι θ’ ακολουθήσουν τρία χρόνια ανομβρίας στη χώρα. Έπειτα ο Κύριος είπε στον Ηλία, προκειμένου ν’ αποφύγει την οργή του Αχαάβ, να πάει στ’ ανατολικά και να κρυφτεί στο χείμαρρο Χορράθ, ανατολικά του Ιορδάνη.


Έτσι ο Ηλίας υπάκουσε στην εντολή του Κυρίου και κρύφτηκε στο χείμαρρο Χορράθ. Εκεί οι κόρακες, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, του έφερναν ψωμί το πρωΐ και κρέας το βράδυ. Κι από το χείμαρρο έπινε νερό. Μετά όμως από μερικές ημέρες ξεράθηκε ο χείμαρρος, γιατί υπήρχε ανομβρία στη χώρα (Γ’ Βασιλειών 17,1-7).


Όταν ξεράθηκε ο χείμαρρος, ο προφήτης Ηλίας πήρε καινούρια εντολή από τον Κύριο, να πάει στη Σαρεπτά, στην περιοχή της Σιδώνας, και να μείνει εκεί. Ο Κύριος έδωσε εντολή σε μια χήρα να φροντίζει για την τροφή του προφήτη. Σηκώθηκε, λοιπόν, ο Ηλίας και πήγε στη Σαρεπτά.


Όταν έφτασε στην πύλη της πόλης, είδε μια χήρα που μάζευε ξύλα. Της φώναξε και της ζήτησε να του φέρει λίγο νερό σ’ ένα κύπελλο για να πιει. Ενώ αυτή πήγαινε να φέρει νερό, ο Ηλίας της φώναξε ξανά να του φέρει και λίγο ψωμί, από εκείνο που κρατούσε στο χέρι της.


Εκείνη του απάντησε, ότι δεν είχε ψωμί, παρά μόνο μια χούφτα αλεύρι στο πιθάρι και λίγο λάδι στο δοχείο. Και ότι πήγε εκεί για να μαζέψει λίγα ξύλα, για να ετοιμάσει για κείνη και το γιο της ό,τι έχει απομείνει από το αλεύρι, και μετά να πεθάνουν από την πείνα.


Ο Ηλίας όμως της είπε να μην ανησυχεί και να πράξει όπως της είπε. Μόνο να φτιάξει πρώτα μια μικρή λαγάνα για κείνον κι έπειτα να φτιάξει για κείνη και το γιο της. Γιατί ο Κύριος είπε, ότι το πιθάρι με το αλεύρι δεν θ’ αδειάσει και το λάδι στο δοχείο δεν θα λιγοστέψει, ως τη μέρα που ο Κύριος θα στείλει βροχή ξανά στη γη.


Πήγε, λοιπόν, η γυναίκα κι έκανε όπως της είπε ο προφήτης. Κι έμεινε ο Ηλίας στο σπίτι της και τρώγανε για πολλές μέρες. Πράγματι, το πιθάρι με το αλεύρι δεν άδειασε και το λάδι στο δοχείο δε λιγόστεψε, όπως ακριβώς είχε πει ο Κύριος μέσω του Ηλία (Γ’ Βασιλειών 17,8-16). Έπειτα από τα γεγονότα αυτά αρρώστησε ο γιος της γυναίκας.


Η αρρώστιά του ήταν πάρα πολύ βαριά, ώστε έσβησε πλέον η ζωή του. Τότε η γυναίκα είπε στον Ηλία: «Τι είμαι εγώ για σένα, άνθρωπε του Θεού; Ήρθες στο σπίτι μου για να θυμηθεί ο Κύριος της αμαρτίες μου και να θανατώσει το γιο μου;»


Τότε ο Ηλίας της ζήτησε να του φέρει το παιδί της. Το πήρε από την αγκαλιά της και το ανέβασε στο ανώγι, όπου έμενε ο ίδιος, και το ξάπλωσε πάνω στο κρεβάτι του. Προσευχήθηκε τότε στον Κύριο και του είπε, γιατί έκανε κακό στη χήρα που τον φιλοξενεί και άφησε να πεθάνει ο γιος της;


Μετά φύσηξε πάνω στο παιδί τρεις φορές και προσευχήθηκε στον Κύριο να επιστρέψει πίσω η ψυχή του παιδιού. Ο Κύριος άκουσε την επίκληση του Ηλία, ξαναγύρισε η ψυχή του παιδιού μέσα του και αναστήθηκε. Και τότε φώναξε δυνατά το παιδί.


Ο Ηλίας πήρε το παιδί και το παρέδωσε στη μητέρα του, λέγοντας πως το παιδί της είναι ζωντανό. Εκείνη του απάντησε, ότι έχει πεισθεί πως είναι άνθρωπος του Θεού και πως ό,τι προφητεύει είναι πραγματικά λόγος του Κυρίου (Γ’ Βασιλειών 17,17-24).


Μετά από πολύ καιρό, το τρίτο έτος της ξηρασίας, ο Κύριος έδωσε εντολή στον Ηλία να παρουσιαστεί στον Αχαάβ και του είπε ότι θα στείλει βροχή στη γη. Ξεκίνησε, λοιπόν, ο Ηλίας να πάει στον Αχαάβ, ενώ η πείνα λόγω της ανομβρίας είχε επιδεινωθεί στη Σαμάρεια.


Ο Αχαάβ εκείνες τις μέρες είχε καλέσει τον Αβδιού, τον αρχιοικονόμο του, ο οποίος σεβόταν πολύ τον Κύριο. Κι όταν η Ιεζάβελ είχε διατάξει να θανατώσουν τους προφήτες του Κυρίου, ο Αβδιού είχε πάρει εκατό προφήτες και τους είχε κρύψει από πενήντα σε δύο σπήλαια και τους προμήθευε ψωμί και νερό.


Ο Αχαάβ, λοιπόν, είχε πει στον Αβδιού να πάνε σε όλες τις πηγές και στους χειμάρρους της χώρας, μήπως βρουν χορτάρι για να ταΐσουν τα άλογα και τα μουλάρια του παλατιού, πριν πεθάνουν μέσα στους στάβλους. Μοίρασαν, λοιπόν, τη χώρα ώστε να πάνε παντού. Ο Αχαάβ πήρε τον ένα δρόμο και ο Αβδιού πήρε τον άλλο δρόμο.


Στο δρόμο του ο Αβδιού συνάντησε τον προφήτη Ηλία. Τον αναγνώρισε, τον προσκύνησε και του είπε: «Εσύ είσαι αλήθεια ο Ηλίας;» Ο προφήτης Ηλίας του απάντησε «Εγώ είμαι. Πήγαινε να πεις στον κύριό σου ότι ο Ηλίας είναι εδώ».


Τότε ο Αβδιού του είπε: «Σε τι αμάρτησα και θέλεις να ρίξεις το δούλο σου στα χέρια του Αχαάβ, να με θανατώσει; Σε διαβεβαιώνω, ενώπιον του Κυρίου, ότι δεν υπάρχει έθνος και βασίλειο που ο Αχαάβ να μην έστειλε να σε αναζητήσουν.


Κι όταν του έλεγαν ότι δεν ήσουν εκεί, αυτός παρέδιδε στη φωτιά τη χώρα εκείνη. Και τώρα εσύ μου λες να πάω να του πω πως είσαι εδώ; Κι αν τώρα που θ’ αποχωριστούμε το Πνεύμα του Κυρίου σε μεταφέρει αλλού, κι εγώ πάω να ειδοποιήσω τον Αχαάβ κι έπειτα δεν σε βρει, τότε πάνω στο θυμό του θα με θανατώσει.


Αλλά εγώ, ο δούλος σου, σέβομαι τον Κύριο από τα νιάτα μου. Ασφαλώς δεν θα ξέρεις, κύριε μου, τι έκανα, όταν η Ιεζάβελ διέταξε να θανατώσουν τους προφήτες του Κυρίου; Εγώ έκρυψα εκατό προφήτες, πενήντα σε κάθε σπηλιά και τους προμήθευα ψωμί και νερό. Και τώρα μου λες να πάω να πω στον κύριό μου πως ο Ηλίας είναι εδώ;


Τότε είναι που θα με θανατώσει!» (Γ’ Βασιλειών 18,1-14). Ο Ηλίας τον καθησύχασε και τον διαβεβαίωσε, ενώπιον του Κυρίου, πως σήμερα θα παρουσιαστεί στον Αχαάβ οπωσδήποτε.


Έτσι ο Αβδιού πήγε και βρήκε τον Αχαάβ και του έδωσε το μήνυμα του προφήτη. Πράγματι ο Αχαάβ πήγε να συναντήσει τον Ηλία. Μόλις τον είδε, του είπε: «Εσύ είσαι που αναστατώνεις τον ισραηλιτικό λαό;»


Ο Ηλίας του απάντησε: «Δεν αναστατώνω εγώ τον λαό, αλλά εσύ και η οικογένεια του πατέρα σου, επειδή αρνηθήκατε να υπακούσετε τις εντολές του Κυρίου και λατρέψατε το Βάαλ.


Τώρα, λοιπόν, στείλε και συγκέντρωσε όλους τους Ισραηλίτες, στο όρος Κάρμηλος, όπως επίσης και τους 450 ιερείς του Βάαλ καθώς και τους 400 ιερείς των δασών της Αστάρτης, τους προστατευόμενους της βασίλισσας Ιεζάβελ» (Γ’ Βασιλειών 18,15-19).


Μετά το θάνατο του Αχαάβ οι Μωαβίτες κατεπάτησαν τη συνθήκη υποτέλειας, που είχαν συνάψει με τους Ισραηλίτες. Μια μέρα ο βασιλιάς Οχοζίας έπεσε από το υπερώο του παλατιού του στη Σαμάρεια και τραυματίστηκε.


Τότε έστειλε αγγελιαφόρους να πάνε στην Ακκαρών και να ρωτήσουν τον Βάαλ, εάν θα διαφύγει τον θάνατο από τον τραυματισμό αυτόν. Αλλά Άγγελος Κυρίου κάλεσε τον Ηλία και του είπε


να πάει να συναντήσει τους αγγελιαφόρους του Οχοζία και να τους πει: «Δεν υπάρχει Θεός αληθινός στον Ισραήλ και πάνε να συμβουλευτούν τον Βάαλ στην Ακκαρών; Αυτό δεν είναι σωστό.


Και γι’ αυτό το λόγο είπε ο Κύριος, να πείτε στον Οχοζία, βασιλιά του Ισραήλ, πως από το κρεβάτι δεν θα ξανασηκωθεί και θα πεθάνει πάνω σ’ αυτό». Ο Ηλίας πήγε και συνάντησε τους αγγελιαφόρους του Οχοζία και τους είπε τα λόγια του Κυρίου (Δ’ Βασιλειών 1,1-4).


Έτσι οι αγγελιαφόροι επέστρεψαν στον Οχοζία και εκείνος τους ρώτησε, γιατί επέστρεψαν τόσο σύντομα. Αυτοί του είπαν για τη συνάντησή τους με κάποιον άνδρα και του μετέφεραν τα λόγια του Κυρίου.


Ο Οχοζίας τους ζήτησε να του περιγράψουν τον άνδρα αυτόν. Εκείνοι είπαν πως ήταν δασύτριχος και ζωσμένος με μια δερμάτινη ζώνη. Ο Οχοζίας αναγνώρισε πως ο άνδρας που συνάντησε τους αγγελιαφόρους ήταν ο Ηλίας και έστειλε τον Πεντηκόνταρχο με τους άνδρες του να τον καλέσουν στο παλάτι.


Ο Πεντηκόνταρχος τον βρήκε να κάθεται στην κορυφή του όρους και του είπε «Άνθρωπε του Θεού, ο βασιλιάς σε καλεί να τον συναντήσεις». Ο προφήτης Ηλίας του απάντησε «Εάν εγώ είμαι άνθρωπος του Θεού, όπως και είμαι, θα κατέβει φωτιά από τον ουρανό και θα κάψει εσένα και τους άνδρες σου».


Ο Οχοζίας έστειλε στον Ηλία άλλον Πεντηκόνταρχο, αλλά κι εκείνος μίλησε στον Ηλία με τα ίδια λόγια. Επαναλήφθηκε και με τον δεύτερο Πεντηκόνταρχο ότι έγινε με τον πρώτο. Ο Οχοζίας στη συνέχεια έστειλε


και τρίτο αξιωματικό, ο οποίος είπε στον Ηλία «Άνθρωπε του Θεού, γνωρίζω ότι φωτιά από τον ουρανό κατέκαψε τους δύο πρώτους Πεντηκόνταρχους και τους άνδρες τους, γι’ αυτό σε ικετεύω να δείξεις έλεος και να λυπηθείς τις ζωές μας».


Ο Άγγελος του Κυρίου είπε στον Ηλία να πάει μαζί του και να μην φοβηθεί (Δ’ Βασιλειών 1,5-15). Ο Ηλίας λοιπόν πήγε μαζί τους και παρουσιάστηκε στον βασιλιά. Ο Ηλίας επανέλαβε στον Οχοζία


ότι είχε πει στους αγγελιοφόρους του, ότι επειδή πήγαν να συμβουλευτούν τον Βάαλ στην Ακκαρών, γι’ αυτό το λόγο είπε ο Κύριος, πως από το κρεβάτι δεν θα ξανασηκωθεί και θα πεθάνει πάνω σ’ αυτό. Και πράγματι η προφητεία του Ηλία επαληθεύτηκε. Ο Οχοζίας σε λίγες ημέρες πέθανε (Δ’ Βασιλειών 1,15-17). Εκ του ιστολογίου <<ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE>>.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF