ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2024

ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: «Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»

 




Λόγος ηθικός δεύτερος (ΣΤ'):
«Η εκκλησία είναι ανακεφαλαίωση του πρώτου κόσμου» 



Ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι νέος κόσμος και η πίστη σ’ αυτόν νέος παράδεισος˙ και μαζί μ’ αυτά, ανακεφαλαίωση του πρώτου κόσμου, με την αντιπαραβολή αυτών που δια μέσου του Χριστού πραγματοποιήθηκαν στην Εκκλησία, με εκείνα που διαπράχθηκαν σ’ εκείνο τον κόσμο. Και προς το τέλος επανάληψη του αποστολικού ρητού, «Όποιους προγνώρισε, αυτούς και προόρισε…».


Αλλά όμως, όπως αναφέραμε με τη σειρά τη δημιουργία και την πτώση της, έτσι πρέπει να αναφέρουμε και την ανανέωσή της. Πρόσεξε μάλιστα τη σύγκριση των παλαιών πραγμάτων, πως δηλαδή αυτά συγκρίνονται αντίστοιχα με την οικονομία και τη διαθήκη του Θεού. Πρώτα λοιπόν τοποθετήθηκε από τον Θεό μέσα στον παράδεισο ο Αδάμ και τότε δημιουργήθηκε η Εύα˙ έτσι και ο Υιός του Θεού, ο ίδιος δηλαδή ο δημιουργός του Αδάμ, πρώτα κατέβηκε και μπήκε μέσα στην άχραντη μήτρα της Παρθένου, και έπειτα έλαβε από τη μήτρα της Παρθένου την πλευρά του Αδάμ, δηλαδή την πανάμωμη σάρκα, και έγινε άνθρωπος, και παρουσιάστηκε στον κόσμο, αντί για την Εύα, που εξαπατήθηκε από το φίδι, νέος Αδάμ, που επρόκειτο να σκοτώσει το φίδι, που εξαπάτησε την Εύα.


Πρώτη εξαπατήθηκε η Εύα, με το να μιλήσει σ’ αυτή το φίδι, και έφαγε από το δέντρο και παρέβη την εντολή και υπέστη το θάνατο της ψυχής˙ πρώτη η Θεοτόκος Μαρία ακούει την καλή αγγελία από τον άγγελο και πιστεύει στην απόφαση του Θεού, που αναγγέλθηκε, και υπακούει λέγοντας: «Να, η δούλη η Κυρίου˙ ας γίνει σ’ εμένα σύμφωνα με το λόγο σου»,1 και έτσι πρώτη δέχθηκε αληθινά μέσα της τον Λόγο του Θεού, που λύτρωσε δηλαδή την ψυχή της από εκείνο τον αιώνιο θάνατο. Και τότε ακριβώς, όταν δηλαδή ο Λόγος του Θεού σαρκώθηκε,2 ανέπλασε το σώμα του Αδάμ, στο οποίο εμφύσησε αμέσως πνοή, για να αποκτήσει ζωντανή ψυχή3˙ διότι, όταν αργότερα έλαβε έμψυχη την πλευρά του και την οικοδόμησε σε γυναίκα, δεν γράφηκε ότι οικοδόμησε και την πνοή. Και για να μιλήσουμε σαφέστερα, ας εξετάσουμε έτσι αυτό το ίδιο το ρητό.


Ο Θεός έλαβε από τον Αδάμ τη μερίδα της σάρκας του και αναπλήρωσε αντί γι’ αυτή άλλη σάρκα, και τη σάρκα που έλαβε την οικοδόμησε σε ολόκληρο άνθρωπο, όμως ούτε ψυχή πρόσθεσε στον ίδιο τον Αδάμ, αντί για την ψυχή που έλαβε μαζί μ’ αυτή την πλευρά, ούτε πάλι την επαύξησε μέσα στην Εύα˙ αλλά, θα λέγαμε, η σάρκα, που ο Θεός έλαβε, αναπληρώθηκε αντί για την πλευρά, η ψυχή όμως όχι. Αλλά άκου αυτό ακόμη σαφέστερα. Ο Θεός δηλαδή έλαβε από την Παρθένο σάρκα με νου και ψυχή, αυτή δηλαδή τη σάρκα που έλαβε από τον Αδάμ, και αναπλήρωσε αντί γι’ αυτή άλλη σάρκα˙ και αφού έλαβε από τη σάρκα από την Παρθένο, έδωσε το Άγιο Πνεύμα του σ’ αυτή τη σάρκα και αναπλήρωσε την αιώνια ζωή, που η ψυχή της δεν είχε.


Διότι η σάρκα, που αναπληρώθηκε στο σώμα του Αδάμ αντί για την πλευρά του, ήταν ο αρραβώνας και η εγγύηση της οικονομίας του Θεού, ώστε να λάβει πάλι πλευρά από την πλευρά και να δώσει αντί για την πλευρά όχι σάρκα πάλι, διότι η σάρκα αναπληρώθηκε προηγουμένως, αλλά να δώσει αληθινά Πνεύμα Θεού, ώστε, όπως ακριβώς από την πλευρά του Αδάμ έγινε η γυναίκα από την γυναίκα έγιναν όλοι οι θνητοί άνθρωποι, έτσι να γίνει και από τη σάρκα της γυναίκας, ο άνδρας Χριστός ο Θεός, και να καταστούν απ’ αυτόν όλοι αθάνατοι, και να αναπληρώσει αυτό που ο Αδάμ είχε περισσότερο από τη γυναίκα.


Τί ήταν όμως αυτό που εκείνος είχε περισσότερο; Ήταν η σάρκα που αναπληρώθηκε στο σώμα του αντί για την πλευρά. Διότι, αφού ο Χριστός, για να σου πω πάλι τα ίδια, πήρε τη σάρκα από την Παρθένο, έπρεπε να την αναπληρώσει αυτή και πάλι, όπως και τότε αναπλήρωσε τη σάρκα του Αδάμ. Επειδή όμως η αναπλήρωση επρόκειτο να γίνει και πάλι όχι για φθορά αλλά για αφθαρσία, έγινε με Πνεύμα και όχι με σάρκα, ώστε και τη φύση του Αδάμ να αναπλάσει και αυτά που επρόκειτο να γίνουν τέκνα του Θεού με το Άγιο Πνεύμα να λάβουν την αναγέννηση και να γίνουν έτσι μέσα στο Πνεύμα του Θεού συγγενείς του και ένα σώμα, όλοι όσοι θα πιστέψουν σ’ αυτόν.


Και όπως ειπώθηκε στην περίπτωση των πρωτοπλάστων: «Γι’ αυτό», λέει, «το πράγμα» – Για ποιό; Για τη γυναίκα˙ εννοώ για την πλευρά του Αδάμ -, «θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του», στην πλευρά δηλαδή του Αδάμ, «και θα γίνουν οι δύο ένα σώμα»,4 έτσι γίνεται και με τον Χριστό τον Θεό. Επειδή λοιπόν ο Χριστός έλαβε σάρκα από τα πανάχραντα αίματα της Θεοτόκου, και χάρισε σ’ αυτή Άγιο Πνεύμα, και σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος, γι’ αυτό δηλαδή θα εγκαταλείψει ο άνθρωπος τον πατέρα του και τη μητέρα, ακόμη μάλιστα και τη γυναίκα και τα παιδιά και τους αδελφούς και τις αδελφές,5 και θα προσκολληθεί, όχι στη γυναίκα, ούτε σαρκικά, αλλά, όπως όλοι που γεννιούνται σωματικά από τη γυναίκα, και που είμαστε εμείς, θα προσκολληθεί σ’ αυτόν που γεννήθηκε από την γυναίκα χωρίς σπέρμα ανδρός, δηλαδή στο νυμφίο Χριστό. Και έτσι, με το να ενωθούμε και να προσκολληθούμε σ’ αυτόν πνευματικά, θα γίνουμε ο καθένας μαζί του ένα πνεύμα και επίσης ένα σώμα, επειδή εμείς τρώμε σωματικά το σώμα του και πίνουμε το αίμα του.


Έτσι λοιπόν και ο ίδιος ο Κύριός μας και Θεός διακήρυξε: «Εκείνος που τρώει το σώμα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου και εγώ μένω μέσα του».6 Μ’ αυτό τον θείο λόγο συμφωνεί μάλιστα και η ακόλουθη φράση του αποστόλου, που λέει: «Εκείνος που ενώνεται με τον Κύριο, γίνεται μ’ αυτόν ένα πνεύμα».7 Λέω όμως ένα όχι ως προς τις υποστάσεις, αλλά ως προς τη φύση της θεότητας και της ανθρωπότητας. Ως προς τη φύση της θεότητας, επειδή γίνονται και οι ίδιοι θεοί κατά χάρη, σύμφωνα μ’ αυτό που έχει ειπωθεί από τον Ιωάννη: «Και γνωρίζουμε ότι, όταν αυτός φανερωθεί, θα γίνουμε όμοιοι μ’ αυτόν».7 Με ποιόν τρόπο; Διότι «εμείς όλοι», λέει, «λάβαμε από τον πλούτο του».8


Ως προς τη φύση της ανθρωπότητας όμως, επειδή γίναμε συγγενείς και αδελφοί του, όπως είπαμε και αλλού. Αυτά μάλιστα, επειδή τα γνώριζαν και οι άγιοι πατέρες, έλεγαν απερίφραστα: «Δώσε αίμα και λάβε Πνεύμα»9˙ επειδή δεν δίνεται αλλιώς σ’ εμάς το Πνεύμα, παρά μόνο με τη θεληματική προς τον κόσμο σταύρωση10 και νέκρωση συγχρόνως. Επειδή δηλαδή ο Θεός είναι Πνεύμα11 ως προς τη θεία φύση, θέλει να ενωνόμαστε εμείς μαζί του δια μέσου του Αγίου Πνεύματος και να προσκολλόμαστε12 και να γινόμαστε σύσσωμοι και συγκληρονόμοι του,13 όπως μαρτυρεί όλη η θεία Γραφή. Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας.


Ο Θεός Λόγος λοιπόν έλαβε από την αγνή Θεοτόκο σάρκα και έχει δώσει αντί γι’ αυτή όχι σάρκα αλλά αληθινά Άγιο Πνεύμα. Και πρώτα ζωοποίησε με το Άγιο Πνεύμα την τίμια και υπεράμωμη ψυχή της, με το να την αναστήσει από τον θάνατο˙ αυτό μάλιστα το έκανε, επειδή πρώτη η Εύα πέθανε με τον ψυχικό θάνατο. Και αφού σαρκώθηκε, έγινε άνθρωπος, αποκτώντας μέσα του σώμα με νου μαζί με ψυχή. Διότι πήρε αυτή τη σάρκα έμψυχη με τρόπο ανείπωτο, και τότε από τον Αδάμ και τώρα από την Θεοτόκο, και ανακαίνισε έτσι με τρόπο μυστικό όλη τη φύση μας. Αφού μάλιστα γεννήθηκε με τρόπο απερίγραπτο, όπως ο ίδιος γνωρίζει, μπήκε στον κόσμο. Για χάρη ποιου και για ποιο λόγο; Για να αναζητήσει τον Αδάμ, που εξορίσθηκε σ’ αυτό τον κόσμο, και να τον βρει και να τον αναπλάσει. Και πρόσεχε από εδώ, καθώς επαναλαμβάνω όσα είπα προηγουμένως, το φοβερό μυστήριο της οικονομίας.


Ο Αδάμ, όσο ακόμη βρισκόταν στον παράδεισο, προσκλήθηκε να μετανοήσει˙ διότι ο Θεός λέει σ’ αυτόν: «Αδάμ, πού είσαι;», και, «ποιός σου ανάγγειλε ότι είσαι γυμνός, εκτός και αν έφαγες από το δέντρο, που σε πρόσταξα απ’ αυτό να μη φας;»14 Και όμως, αν και άκουσε αυτά, δεν θέλησε να μετανοήσει και να κλάψει και να ζητήσει συγχώρηση. Αλλά τί κάνει; Προφασίζεται ως αιτία της ανοησίας του και της αμαρτίας του τη γυναίκα˙ γι’ αυτό και εύλογα διώχνεται έξω από τον παράδεισο.


Επειδή όμως ο Αδάμ δεν θέλησε τότε να μετανοήσει, κάνοντας και αυτό με την επιβουλή του πονηρού δαίμονα, γι’ αυτό ο Θεός, αφού ήρθε επάνω στη γη, προσκαλεί πάλι όλους προς τον εαυτό του δια μέσου της μετάνοιας και λέει: «Μετανοείτε˙ διότι έχει φθάσει η βασιλεία των ουρανών».15 Έχει φθάσει˙ βρίσκεται μπροστά στις πύλες των καρδιών και των στομάτων σας. Ανοίξτε τις καρδιές σας με την πίστη και αμέσως η βασιλεία των ουρανών θα μπει μέσα σ’ αυτές, και θα ανοίξουν στη στιγμή διάπλατα τα στόματά σας, και θα φωνάξετε: «Έχουμε μέσα μας το θησαυρό του Πνεύματος,16 τον έχουμε˙ αποκτήσαμε μέσα στις καρδιές μας την αιώνια ζωή».


Αλλά πρόσεχε˙ ο Θεός κάλεσε πρώτα τους Ιουδαίους, και δεν υπάκουσαν, ώστε να επιστρέψουν˙ τελευταία καλεί τα έθνη με τον Υιό, και επειδή υπάκουσαν, προσέφυγαν και προσέτρεξαν σ’ αυτόν. Γι’ αυτό και λέει στους αποστόλους του: «Βγείτε γρήγορα στις πλατείες και στους δρόμους της πόλης, και φέρτε εδώ όλους τους φτωχούς και τους ανάπηρους, τους χωλούς και τους τυφλούς»17˙ ονομάζοντας πόλη όλο αυτό τον κόσμο, πλατείες πάλι και δρόμους ονομάζοντας τις φυλές των εθνών και τις άγνωστες μακρυνές χώρες, φτωχούς πάλι και ανάπηρους, χωλούς και τυφλούς ονομάζοντας εκείνους, που είναι συντριμμένοι από πολλά αμαρτήματα, και από διάφορα παραπτώματα και ανομήματα, και τυφλωμένοι από την άγνοια του Θεού.


Όλους λοιπόν τους προσκαλεί, από την ανατολή ως τη δύση, εννοώ τους Εβραίους και τους Έλληνες.18 Προγνώριζε μάλιστα ως Θεός, όπως πολλές φορές είπαμε, την ανυπακοή των Εβραίων από απιστία και την επιστροφή των εθνών από πίστη˙ και προόρισε προαιώνια, ώστε, όσοι θα πιστέψουν σ’ αυτόν και θα βαπτισθούν στο όνομά του, δηλαδή στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και θα φάνε το άχραντο σώμα του Υιού του και θα πιουν το τίμιο αίμα του, θα αθωωθούν από την αμαρτία, να ελευθερωθούν δηλαδή και να δοξασθούν και να γίνουν συμμέτοχοι στην αιώνια ζωή, όπως ο ίδιος εκείνος ο Δεσπότης των όλων λέει: «Εκείνος που τρώει το σώμα μου και πίνει το αίμα μου, έχει αιώνια ζωή19˙ και δεν θα περάσει από κρίση, αλλά έχει μεταβεί από το θάνατο στη ζωή».20


Να, λοιπόν, και προγνωρίσθηκες από τον Θεό, αδελφέ, και προορίσθηκες και προσκλήθηκες και δοξάσθηκες και αθωώθηκες και επέστρεψες, με την πίστη στον Χριστό και με το άγιο βάπτισμα, στην αιώνια ζωή˙ και δεν τοποθετήθηκες, όπως πριν ο Αδάμ σε αισθητό παράδεισο, αλλά στον ουρανό και στα αγαθά που υπάρχουν στους ουρανούς, αυτά που μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και νους ανθρώπου δεν συνέλαβε.21 Να εργάζεσαι λοιπόν τις αρετές και να φυλάγεις τις εντολές του Θεού, ή, καλύτερα, να φυλάγεις τον εαυτό σου με τις εντολές, για να μην παραβείς κάποιο απ’ αυτά που προστάχθηκες και πάθεις το πάθημα του Αδάμ, ή μάλλον και χειρότερα, με το να στερηθείς τα μεγαλύτερα και ουράνια αγαθά. Να μην προτιμήσεις πια κάτι από τα επίγεια, ούτε να σε κατεξουσιάσει κάποια επιθυμία γι’ αυτά που φθείρονται, για να μην απογυμνωθείς από τη δόξα, με την οποία δοξάσθηκες από τον Χριστό και, επειδή δεν έχεις ένδυμα γάμου, δεθείς χέρια και πόδια και ριχθείς στο σκότος το εξώτερο, όπου υπάρχει ο θρήνος και το τρίξιμο των δοντιών.22


Η πίστη στον Χριστό είναι ο νέος παράδεισος. Γι’ αυτό και ο Θεός προγνώρισε πριν από τη δημιουργία του κόσμου όλους εκείνους που πίστεψαν και πρέπει να πιστέψουν σ’ αυτόν˙ τους οποίους και προσκάλεσε και δεν θα σταματήσει να προσκαλεί ως τη συντέλεια, και δόξασε και θα δοξάσει, και δικαίωσε και θα δικαιώσει, παρουσιάζοντάς τους δηλαδή με το άγιο βάπτισμα και με τη χάρη του Πνεύματος όμοιους με τη δόξα της εικόνας του Υιού του˙ κάνοντάς τους μυστικά όλους υιούς του Θεού και καθιστώντας τους καινούργιους από παλαιούς και αθάνατους από θνητούς, και δίνοντας σ’ αυτούς εντολές, όπως κάποτε στον Αδάμ.


Όσοι λοιπόν θα φυλάξουν όλες τις εντολές του ως το θάνατο, αυτοί και την αγάπη στον Θεό δείχνουν και σε μεγαλύτερη δόξα, προκόπτοντας, ανεβαίνουν. Όσοι όμως θα φανούν καταφρονητές και αδιάφοροι και αχάριστοι στον ευεργέτη, και δεν θα φυλάξουν τις εντολές που δόθηκαν απ’ αυτόν, στερούνται απ’ αυτά τα αγαθά, όπως ο Αδάμ στερήθηκε από τον παράδεισο, όχι επειδή δεν προγνωρίσθηκαν οι ίδιοι από τον Θεό, αλλά επειδή έπαθαν αυτό εξαιτίας της ανοησίας και της κακίας τους. Γι’ αυτό λοιπόν και ο Θεός έβαλε μπροστά, στο μέσο αυτού του παραδείσου, το σωτήριο φάρμακο, δηλαδή τη μετάνοια, ώστε αυτοί που από ραθυμία και αμέλεια απομακρύνονται από την αιώνια ζωή να επιστρέψουν πάλι σ’ αυτή με τη μετάνοια, με λαμπρότερη και μεγαλύτερη δόξα˙ διότι, αν ο φιλάνθρωπος Θεός δεν έκανε αυτή την οικονομία, δεν θα σωζόταν κανείς.


Λοιπόν, αφού εγκαταλείψουμε και κάθε άλλη μέριμνα, ας φροντίσουμε, όσο μπορούμε, για τη μετάνοια, για να επιτύχουμε και τα παρόντα και τα μέλλοντα αγαθά με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.




Υποσημειώσεις


1. Λουκ. 1, 38
2. Ιω. 1, 14
3. Πρβ. Γέν. 2, 7
4. Γέν. 2, 24
5. Πρβ. Λουκ. 14, 26
6. Ιω. 6, 56
7. Α’ Κορ. 6, 16-17
8. Α’ Ιω. 3,2
9. Ιω. 1, 16
10. Γεροντικό, αββάς Λογγίνος 5.
11. Πρβ. Γαλ. 6, 14
12. Α’ Κορ. 6, 17
13. Εφ. 3,6
14. Γέν. 3, 9 και 11
15. Ματθ. 3, 2
16. Β’ Κορ. 4, 7
17. Λουκ. 14, 21
18. Έλληνες˙ συνεκδοχικά, οι ειδωλολάτρες.
19. Ιω. 6, 54
20. Ιω. 5, 24
21. Α’ Κορ. 2, 9
22. Ματθ. 22, 11-13


Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου Έργα (Νεοελληνική απόδοση).
Εκδόσεις: Περιβόλι της Παναγίας, Μάιος 2017.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.
*Εκ του ιστολογίου «Ορθόδοξη Πορεία» της 23.2.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF