ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Αυγούστου 2024

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2024)




γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,


Μετὰ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντασχιλίων καὶ πλέον ἀνθρώπων, ὁ Χριστὸς διέταξε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μεταβοῦν μὲ τὸ πλοῖο στὴν ἀπέναντι πόλη μέχρι νὰ ἀπολύσει τὸ πλῆθος. Ἀφοῦ ἔφυγε ὁ κόσμος, ὁ Χριστὸς μεταβαίνει σὲ κάποιο ὄρος ὅπου, μέσα στὴν ἀπόλυτη ἡσυχία τῆς βραδιᾶς, ἀρχίζει νὰ προσεύχεται. Τὸ συνήθιζε αὐτὸ ὁ Κύριός μας. Ζητοῦσε τὴν ἡσυχία γιὰ νὰ προσεύχεται στὸν Οὐράνιο Πατέρα γιὰ τὴν δική μας φώτιση, μετάνοια καὶ σωτηρία.


Αὐτὴ τὴν ἡσυχία ἔμελλε νὰ ἀγαπήσουν ἀμέτρητοι Χριστιανοὶ καὶ Χριστιανὲς καὶ νὰ τὴν ἀναζητήσουν στὶς ἐρήμους καὶ στὰ Μοναστήρια, ὅπου ὡς κεντρικὴ ἀσχολία εἶχαν καὶ ἔχουν τὴν διὰ μέσου τῆς ἄσκησης καὶ τῆς ἐγκατάλειψης τῶν ἐγκοσμίων ἕνωση μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό. Μακάριοι καὶ τρισευλογημένοι ὅσοι ἀγάπησαν καὶ ἀφιερώθηκαν στὴν ἡσυχία.


Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἡσυχία τοῦ ὄρους ὅπου προσεύχεται ὁ Ἰησοῦς, οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετωπίζουν μιὰ ἄγρια θαλασσοταραχή. Ὁ ἄνεμος εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν κατεύθυνσή τους, τὰ κύματα ὑψώνονται ἀπειλητικὰ καὶ ἡ σωτηρία τους εἶναι ἀβέβαιη. Ἄλλη μιὰ φορὰ εἶχε συμβεῖ αὐτό, ἀλλὰ τότε ἦταν καὶ ὁ Διδάσκαλος μαζί τους στὸ πλοῖο. Τότε εἶχε δώσει ἐντολὴ στὸν ἄνεμο καὶ στὴ θάλασσα νὰ ἠρεμήσουν καὶ ἐπικράτησε ἡ γαλήνη. Τώρα, ὅμως, δὲν εἶναι ἐκεὶ γιὰ νὰ τοὺς σώσει. Ἐπέτρεψε νὰ μείνουν μόνοι καὶ νὰ δοκιμασθοῦν γιὰ νὰ καταλάβουν τὶ σημαίνει ἀγώνας, τὶ σημαίνει ἀπουσία τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμη τῆς πίστης. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ δύσκολη στιγμὴ τῆς ζωῆς τους, οἱ Μαθητὲς ἀναζητοῦν ἐντονώτερα τὸν Θεάνθρωπο. Φωνάζουν γιὰ βοήθεια, ἀλλὰ ποιός νὰ τοὺς ἀκούσει στὰ μισὰ τῆς θάλασσας καὶ στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας; Καὶ ὅμως, κάποιος τοὺς ἀκούει∙ Ἐκεῖνος ποὺ πάντοτε ἀκούει ὅσους Τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ τρέχει πρὸς ὅσους Τὸν καλοῦν.


Τὴν ταραχή τους ἔρχεται νὰ μετατρέψει σὲ μεγάλο τρόμο ἕνα παράδοξο θέαμα: κάποιος περπατάει πάνω στὴ θάλασσα! «Φάντασμα;», σκέφτονται ἀμέσως. Ὥσπου ἀκούγεται ἡ γλυκιὰ φωνή Του: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε». Ὁ Κύριος εἶναι καὶ ἦρθε νὰ τοὺς σώσει γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, καθὼς μόνοι τους δὲν μποροῦν νὰ σωθοῦν. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ μόνος Σωτῆρας.


πιὸ ἔνθερμος Μαθητής, ὁ Πέτρος, Τοῦ λέει: «διάταξέ με νὰ ἔρθω σὲ Ἐσένα». Τέτοια ἦταν ἡ λαχτάρα του γιὰ νὰ πλησιάσει τὸν Κύριο ποὺ δὲν εἶπε «διάταξέ με νὰ περπατήσω στὴ θάλασσα», ἀλλὰ «διάταξέ με νὰ ἔρθω σὲ Ἐσένα». «Ἔλα» τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστός. Ἀμέσως, ὁ Πέτρος κατεβαίνει ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περπατᾶ στὴ θάλασσα. Οὐσιαστικά, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ κατάφερε κάτι τὸ ἀκατόρθωτο. Προσέξτε. Ὄχι μόνος του, ἀλλὰ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ μετὰ τὴν Ἀνάληψη ἐκφράζεται μὲ τὴν εὐλογία τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Διαδόχων τους. Δυστυχῶς, πολλοὶ ἐνῶ βλέπουν τὸ καλὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ λαμβάνεις τὴν εὐλογία, τὸ ἀκατόρθωτο δηλαδὴ νὰ γίνεται κατορθωτό, σπεύδουν νὰ κινηθοῦν κατὰ τὴν ἀτομική τους βούληση, κάνουν ὅ,τι νομίζουν, ἀποφεύγουν τὴν ὑπακοή. Ἀκόμη, ὅμως καὶ σωστὰ νὰ εἶναι ὅ,σα κάνουν, τοὺς περιμένει ἡ πλήρης ἀποτυχία.


Πέτρος, λοιπόν, περπατᾶ στὴ θάλασσα καὶ πλησιάζει τὸν Χριστό. Ὕστερα, ὅμως, ἀρχίζει νὰ βάζει διάφορους λογισμοὺς στὸ μυαλό του∙ «ὤχ, εἶναι πολὺ δυνατὸς ὁ ἀέρας. Τί κάνω; Δὲν θὰ καταφέρω νὰ σταθῶ, θὰ πέσω!». Αὐτὰ σκεπτόμενος, πράγματι ἄρχισε νὰ βουλιάζει. Ἂν καὶ δίπλα στὸν Χριστό, δείλιασε καὶ ἔπεσε. Ζήτησε, τότε, ἀμέσως τὴν βοήθειά Του: «Κύριε, σῶσόν με!». Καὶ ὁ Φιλάνθρωπος Θεὸς ἅπλωσε τὸ χέρι Του καὶ τὸν σήκωσε γλιτώνοντάς τον ἀπὸ τὸν θάνατο.


Αὐτὲς οἱ δύο σκηνὲς ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καθρεφτίζουν τὴν ζωὴ ὅλων μας. Ἀφενός, ὅταν ἀπουσιάζει ὁ Χριστὸς ἀπὸ κοντά μας, ἄγρια θαλασσοταραχὴ μᾶς ἀπειλεῖ καὶ κατανοοῦμε πόσο ἀδύναμοι εἴμαστε. Θλίψη καὶ φόβος γεμίζει τὴν ψυχή μας καὶ τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ζητήσουμε τὴν βοήθεια Ἐκείνου ποὺ ἀνέβηκε στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ἔρχεται, ἀργὰ ἢ γρήγορα, καὶ μᾶς διατάζει: Ποτὲ μὴν ἀπελπίζεστε. Θάρρος νὰ ἔχετε! Βλέπω τὰ βάσανά σας καὶ εἶμαι δίπλα σας.


φετέρου, ὅπως ὁ Πέτρος, καὶ ἐμεῖς βλέποντάς Τον νὰ ἔρχεται ὡς Λυτρωτής, μὲ τὴν εὐλογία Του κατεβαίνουμε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ ξεκινᾶμε τὸ ἀκατόρθωτο στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων∙ προχωροῦμε σὲ ἕναν ἀγῶνα ὑπὲρ φύσιν μὲ σκοπὸ νὰ φθάσουμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς θεοὶ κατὰ χάριν. Στὴν πορεία, ὅμως, ἐνδεχομένως λογισμοὶ νὰ πειράξουν τὸ μυαλό μας: «ἄραγε θὰ καταφέρω νὰ σταθῶ;».


Ξέρετε, ὁ λογισμὸς ποὺ σπέρνει ὁ διάβολος χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς «μυρμηγκολέων». Στὴν ἀρχὴ εἶναι μικρὸς, ἀλλὰ ἂν δὲν τὸν διώξουμε ἀμέσως καὶ τὸν ἀφήσουμε νὰ μεγαλώσει, γίνεται λιοντάρι καὶ μᾶς τρώει. Ἔτσι καὶ τώρα, αὐτοὶ οἱ μικροὶ λογισμοὶ μποροῦν νὰ μᾶς ρίξουν στὴ θάλασσα τῆς ἀπελπισίας καὶ τοῦ θανάτου. Ἄν, ὅμως, καὶ ἐμεῖς σὰν τὸν Πέτρο ζητήσουμε τὴν βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεό, Ἐκεῖνος θὰ ἁπλώσει φιλάνθρωπα τὸ χέρι Του, θὰ μᾶς σηκώσει καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει μὲ ἀσφάλεια στὴν αἰώνια Ζωή.



Μετ’ εὐχῶν,



ὁ Ἐπίσκοπός σας,



† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος




Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΥΔΑΤΑ




Μετὰ τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν πέντε ἄρτων καὶ τῶν δύο ἰχθύων στὴν ἔρημο καὶ τὸν χορτασμὸ τοῦ πλήθους, ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς «ἀνάγκασε» τοὺς μαθητές Του νὰ ἀνέβουν στὸ πλοῖο καὶ νὰ πᾶνε στὴν ἄλλη ὄχθη τῆς λίμνης, ὡσότου ἀπολύσει τοὺς ὄχλους.


ὄχλος ἀκολουθοῦσε τὸν Κύριο καὶ ἐκπλησσόταν μὲ τὰ σημεῖα ποὺ ἐπιτελοῦσε. Ὡστόσο δὲν εἶχαν μπορέσει νὰ εἰσέλθουν στὸ μυστήριο τοῦ λόγου Του. Ὁ κόσμος, ἔχοντας χορτάσει μὲ τοὺς ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύς, καὶ βεβαίως μὲ τὴν εὐλογία ποὺ τοὺς συνόδευε, ἦταν ἕτοιμος νὰ ἀνακηρύξει τὸν Χριστὸ Βασιλέα, ἐπίγειο ὅμως. Οἱ μαθητὲς ἐπίσης πρὶν τὴν Ἀνάσταση καί ἰδιαίτερα πρὶν τὴν ἐπιφοίτηση του Ἁγίου Πνεύματος δὲν ἦταν ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸν πειρασμὸ αὐτόν. Δὲν ἐξελάμβαναν τὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὥστε νὰ κατανοήσουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἔμελλε μὲν «λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ», ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἐπίσης ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου. Γιὰ νὰ προστατεύσει τὸ πνεῦμα τῶν Ἀποστόλων ἀπὸ τὸν πνευματικὸ μολυσμὸ τῆς φιλαρχίας, ὁ Κύριος τοὺς ἀνάγκασε νὰ ἀποχωρήσουν πρὶν ἀπὸ Αὐτόν.


Κύριος Ἰησοῦς ἀπέλυσε τὸν ὄχλο καὶ ἔπειτα ἀνέβηκε στὸ ὄρος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ κατ’ ἰδίαν. Πιθανὸν τὸ αἴτημα τῆς προσευχῆς Του πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα ἦταν νὰ ἐλευθερώσει τὸν λαό Του καὶ ἰδιαίτερα τοὺς ἐκλεκτούς Του ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐγκόσμιας δυνάμεως· νὰ τοὺς ὁδηγήσει σὲ πνευματικὴ κατανόηση τοῦ μυστηρίου τοῦ Προσώπου Του, στὴν κατανόηση ὅτι ἡ Βασιλεία Του «οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».


Γεννησαρὲτ εἶναι μικρὴ λίμνη, ἀλλὰ ἂν σηκωθεῖ θύελλα, μπορεῖ νὰ γίνει μεγάλη τρικυμία. Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ διήγηση ὁ ἄνεμος ἦταν ἐνάντιος στὸν πλοῦ τῆς βάρκας τῶν μαθητῶν καὶ σηκώθηκαν τόσο μεγάλα κύματα, ποὺ κινδύνευαν νὰ βυθισθοῦν. Πρόκειται γιὰ τὴ δεύτερη φορὰ ποὺ ἀναφέρεται στὸ Εὐαγγέλιο γιὰ κίνδυνο ναυαγίου τοῦ πλοίου τῶν μαθητῶν1. Πάλι οἱ μαθητὲς κλυδωνίζονταν, ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ ἦταν μόνοι τους. Τὴν προηγούμενη ὁ Κύριος ἦταν μαζί τους. Ἂν καὶ «ἐκάθευδεν», ἡ Παρουσία Του δημιουργοῦσε στοὺς μαθητὲς αἴσθηση ἀσφάλειας. Μόλις αἰσθάνθηκαν τὸν κίνδυνο, ἔτρεξαν νὰ ἐκζητήσουν τὴ βοήθειά Του καὶ ἀκολούθησε «γαλήνη μεγάλη».


Τώρα ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἄφησε μόνους ὅλη τὴ νύχτα νὰ βασανίζονται στὴ θαλασσοταραχὴ χωρὶς νὰ ἔχουν ἐλπίδα σωτηρίας, ἴσως γιὰ νὰ γίνουν πιὸ δόκιμοι, ἴσως γιὰ νὰ διεγείρει στὴν καρδιά τους τὸν πόθο γιὰ τὸν Σωτήρα τους. Κατὰ τὴν τέταρτη φυλακὴ τῆς νυκτός, δηλαδὴ πιθανὸν μεταξὺ τρεῖς καὶ ἕξι τὰ ξημερώματα, τοὺς ἐπισκέφθηκε βαδίζοντας πάνω στὴ μανιασμένη θάλασσα. Βεβαίως, γιὰ τὸν Παντοκράτορα Κύριο, τὸν Δημιουργὸ Οὐρανοῦ καὶ γῆς, ποὺ κρέμασε «τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων» δὲν ἦταν κάτι τὸ θαυμαστὸ νὰ περιπατεῖ πάνω στὴ θάλασσα σὰν σὲ ξηρά.


Γιὰ τοὺς μαθητὲς ὅμως τὸν φόβο τῆς ἐπικείμενης καταστροφῆς ἀκολούθησε ἄλλος φόβος. Ὅταν ἀντίκρισαν τὸν Κύριο νὰ πλησιάζει τὸ πλοῖο τους ταράχθηκαν καὶ τρομαγμένοι ἔκραξαν. Ἴσως στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας δὲν ἀναγνώρισαν τὸν Χριστό, ἴσως ἀντιλήφθηκαν ὅτι ἦταν ὁ Διδάσκαλός τους, ἀλλὰ θεώρησαν ὅτι εἶχε πεθάνει καὶ ὅτι τὸ πνεῦμα Του ἐρχόταν πρὸς αὐτούς. Ἴσως νὰ σκέφτηκαν ὅτι ἡ ἐμφάνιση αὐτὴ ἦταν πράγγελος τοῦ θανάτου τους. Πάντως ἔβγαλαν κραυγὴ ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς τους πρὸς τὸν «μόνον δυνάμενον σῴζειν αὐτοὺς ἐκ θανάτου»2.


Κύριος «εὐθέως» κατεύνασε τὸν φόβο τους λέγοντας μὲ τὴν οἰκεία καὶ ἀγαπημένη σὲ αὐτοὺς φωνή Του, ποὺ ἀπό μόνη της διαλύει τὴν ταραχὴ καὶ ἐμπνέει θάρρος: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε». Ὅπως καὶ ἡ λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ στὴ συγκεκριμένη περίπτωση, ἔτσι καὶ ἡ ζωὴ σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο εἶναι μιὰ ἀτελείωτα τρικυμιώδης θάλασσα. Τὰ πάθη, οἱ κάθε λογῆς θλίψεις καὶ οἱ δοκιμασίες εἶναι σὰν γιγαντιαῖα ἀπειλητικὰ κύματα ποὺ ὀρθώνονται ἀπὸ τὸν θυελλώδη ἄνεμο, δηλαδὴ τὸ δολοφονικὸ πνεῦμα τοῦ διαβόλου ποὺ «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ»3. Ἀντιμέτωπος μὲ τὴ φρικτὴ αὐτὴ προοπτική, ὁ ἄνθρωπος πληροῦται φόβου. Οἱ σκέψεις του ταράσσονται καὶ σκότος καλύπτει τὴν ψυχή του. Ἐνίοτε βυθίζεται τόσο βαθιὰ στὴν ἀπελπισία, ποὺ φαίνεται ὅτι τὰ ὁρμητικὰ κύματα θὰ συντρίψουν τὴν ψυχή του καὶ πουθενὰ δὲν βλέπει ἐλπίδα βοηθείας.


ν στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος στραφεῖ πρὸς τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἐνέργεια τῆς βαθειὰς θλίψεως ποὺ καταπλακώνει τὴν ψυχή του, ἂν ἐκχύσει τὴν καρδιά του πρὸς τὸν Φιλάνθρωπο Θεὸ ἀπευθύνοντάς Του κραυγή, ἡ στιγμὴ αὐτὴ ποὺ νομίζει ὅτι καταποντίζεται στὴν ἄβυσσο, θὰ γίνει ἡ ἀρχὴ ἑνὸς μεγάλου καὶ ἀπερίγραπτου θαύματος, τῆς αἰώνιας σωτηρίας του μέσα στὴν κοινωνία τῶν Ἁγίων καὶ ὅλων τῶν τετελειωμένων πνευμάτων. Στὸν πονεμένο ἄνθρωπο, ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει τὸ Φῶς Του, γιὰ νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ θεραπεύσει τὶς πληγές του.


τσι, ὅταν πνίγουν τὸν ἄνθρωπο οἱ θλίψεις, οἱ πειρασμοί, οἱ ἀρρώστιες καὶ οἱ δοκιμασίες αὐτῆς τῆς ζωῆς, ἂν βρεῖ τὴ δύναμη νὰ κράξει πρὸς τὸν Θεό: «Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, σῶσον», Αὐτὸς ὡς Θεὸς Παράκλητος καὶ Παρηγορητὴς ἀπαντᾶ μὲ τὴ γλυκειὰ καὶ οἰκεία στὴν καρδιὰ φωνή Του: «Μὴ φοβoῦ, λαός μου». «Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ἅγιος Ἰσραήλ, ὁ σῴζων σε»4. «Μὴ φοβοῦ, ὅτι μετὰ σοῦ εἰμι»5. Μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἀνεκλάλητη εἰρήνη ἐκχέεται στὴν καρδιά του καὶ βρίσκει τὴ δύναμη νὰ περπατᾶ ἄφοβα πάνω στὴ θάλασσα τῶν μεριμνῶν αὐτῆς τῆς ζωῆς, πάνω ἀπὸ τὰ κύματα τῶν πειρασμῶν, κατευθείαν πρὸς τὸν Κύριο.


ποιος θέλει νὰ σωθεῖ βρίσκει στὸν λόγο τοῦ Κυρίου ἄγκυρα σωτηρίας. Δέχεται τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγωνίζεται νὰ τὸ ἐφαρμόσει. Πιάνεται ἀπὸ αὐτό, στηρίζεται σὲ αὐτὸ καὶ μπροστά του ἀνοίγεται διέξοδος σωτηρίας. Τὸ ὄντως μεγαλύτερο θαῦμα στὴν πλάση, ἡ ἕνωση τῆς καρδιᾶς του μὲ τὸ Παντοκρατορικὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐπιτελεῖται μέσα του. Ὁ ἄνθρωπος τότε ἀφήνει πίσω κάθε μέριμνα τοῦ βίου τούτου καὶ ξεχνᾶ ἀκόμη καὶ τὰ βάσανα τῶν πληγῶν του, διότι βρῆκε ἀμύθητο θησαυρό, ἀνώτερο ἀπὸ ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ διανοηθεῖ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Στὸ ἑξῆς ὁλοένα καὶ περισσότερο θέλει νὰ προσομιλεῖ μὲ τὸν οὐρανό, καὶ ὅταν κοιτάζει τὴ γῆ, συνειδητοποιεῖ ἀκόμη βαθύτερα τὴ φτώχειά της. Πάλι μὲ αὐξανόμενο πόθο στρέφεται πρὸς τὰ ἄνω καὶ μόνο θέλει νὰ κράζει συνεχῶς στὸν Θεὸ ποθώντας τελειότερη ἕνωση μαζί Του.


λα τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου ποὺ ἡ ἄφατη Πρόνοιά Του κατεργάζεται καθημερινά, δὲν ἔχουν τέλος. Ἔχουν μόνον ἕνα σκοπό: Νὰ διεγείρουν κραταιότερη πίστη καὶ νὰ ὁδηγήσουν σὲ ὁλοένα καὶ μεγαλύτερο πλήρωμα εὐγνωμοσύνης καὶ ἀγαπητικῆς ἑνώσεως μαζί Του γιὰ ὅλη τὴν αἰωνιότητα. Ἡ Ἐκκλησία ἐπίσης ἔχει παρομοιασθεῖ μὲ βάρκα ποὺ πλέει καὶ ἐνίοτε κλυδωνίζεται στὸ μανιασμένο πέλαγος τοῦ κόσμου. Συχνὰ κινδυνεύει, πλὴν ὅμως οὐδέποτε καταποντίζεται, ἀκριβῶς διότι ὑπάρχουν κάποιοι πάνω της ποὺ ἀφήνουν μεγάλη κραυγὴ πρὸς τὸν Θεό, δεόμενοι γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ πληρώματος τῆς βάρκας καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ κραυγὴ τῶν Ἀποστόλων στὴ σημερινὴ διήγηση εἶναι καὶ ἡ κραυγὴ τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων, «Κύριε, σῷσον ἡμᾶς», καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»6 ἀπαντᾶ: «Θαρσεῖτε, μὴ φοβεῖσθε»· «ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»7.


ς ἐπιστρέψουμε ὅμως στὴ διήγηση τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Πέτρος εἶχε πολλὴ θέρμη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν Διδάσκαλό του. Ἦταν ὅμως ἐκ χαρακτῆρος αὐθόρμητος καὶ λίγο προπετής. Γι’ αὐτὸ καὶ κάποιες φορὲς προκαλοῦσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐπιτιμήσει. Ὅταν προσπάθησε γιὰ παράδειγμα νὰ ἀποτρέψει τὸν Χριστὸ ποὺ βάδιζε ἀκάθεκτα πρὸς τὸν Σταυρό, ὁ Κύριος ἀποκάλεσε τὸν Πέτρο, «σατανᾶ». Στὴ συγκεκριμένη περίπτωση οἱ παρακλητικοί, ἀλλὰ καὶ προκλητικοὶ λόγοι τοῦ Πέτρου πρὸς τὸν Κύριο: «Εἰ Σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός Σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα», δείχνουν τὴν τρυφερὴ ἀγάπη ποὺ εἶχε γι’ Αὐτόν, ἐπίσης ὅμως καὶ μιὰ τάση ὑπεροχῆς ἔναντι τῶν ἄλλων Ἀποστόλων. Ἦταν σὰν νὰ εἶχε ξεχάσει τὴν παρουσία τους.


Χριστὸς στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν ἀποπῆρε τὸν μαθητῆ Του. Τὸν πρόσταξε μόνον: «Ἐλθέ». Καὶ ὁ Πέτρος πράγματι ὑπάκουσε, πήδηξε ἀπὸ τὴ βάρκα καὶ ἄρχισε νὰ περπατᾶ στὰ κύματα, λαχταρώντας νὰ σπεύσει πρὸς συνάντηση τοῦ Κυρίου του. Ὄντως, γιὰ νὰ προσεγγίσει καὶ νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν Θεό, ἀπαιτεῖται ὅλη ἡ ὁρμητικότητα τῆς καρδιᾶς του. Γιὰ νὰ περπατήσει ὁ ἄνθρωπος πάνω ἀπὸ τὰ ἀφρισμένα κύματα τοῦ κόσμου σπεύδοντας νὰ συναντήσει τὸν Κύριο, χρειάζεται νὰ ἔχει καρδιὰ σὰν ἐκείνη τοῦ Πέτρου. Ἐνῶ ὅμως ἀρχικὰ ὁ Πέτρος ἦταν ὅλος μιὰ ὁρμὴ καρδιᾶς, ξαφνικὰ ἄρχισε νὰ σκέφτεται. Ὅρμησε μὲ τὴν καρδιά του στὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα μὲ τὸ βλέμμα του προσηλωμένο στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἠγαπημένου Κυρίου καὶ κατόρθωσε νὰ περπατήσει ὅπως καὶ Αὐτὸς ἐπὶ τὰ ὕδατα. Καθόσον δηλαδὴ εἶχε τὸ βλέμμα του στερεωμένο στὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, ὑπερέβη κάθε πειρασμὸ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου. Ἔγινε ὑπερκόσμιος.


στόσο, ὅταν ἀπέσπασε τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ ἀντίκρισε γύρω του τὸν σάλο τῶν κυμάτων, ἡ ὁρμητικότητά του κατεπνίγη. Ἀσθένησε ἡ πίστη του καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ χάρη της, ποὺ τὸν ἐνίσχυε καὶ τὸν ἔκανε ἀνάλαφρο, τὸν ἐγκατέλειψε. Εἰσῆλθαν οἱ αἰσθήσεις, τὸν κατέλαβε ὁ φόβος τοῦ θανάτου, καὶ ὁ Πέτρος ἄρχισε νὰ καταποντίζεται. Γνώριζε ὅμως ἀπὸ ποῦ νὰ ἐκζητήσει βοήθεια. «Ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῷσον με». Καὶ εὐθέως ὁ Κύριος τὸν ἅρπαξε. Αὐτὸ ποὺ συνέβη στὸν Πέτρο εἶναι τύπος ἐκείνου ποὺ καθημερινὰ συμβαίνει στὴν πνευματικὴ ζωή. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει πίστη καὶ ὑπακοὴ μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς, ὅσο κοιτάζει στερρῶς στὸ Πρόσωπο τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ Τελειωτῆ τῆς πίστεώς μας, περπατᾶ πάνω ἀπὸ ὄφεις καὶ σκορπιούς. Βεβαίως, χρειάζεται μεγάλη καύση καρδιᾶς, γιὰ νὰ μὴν παρεκκλίνει τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸν Κύριο. Χρειάζεται φλόγα ποὺ νὰ ἀναλώνει καθετὶ ἄλλο. Τότε, ὅ,τι καὶ νὰ ἔλθει, ἀρρώστια, συκοφαντία, δωγμός, δὲν κλονίζει τὸν πιστό. Γνωρίζει ὅτι ὁ Κύριος ἔδωσε τὴ ζωή, Αὐτὸς τὴ συντηρεῖ καὶ τὴν παρατείνει, Αὐτὸς μπορεῖ καὶ νὰ τὴν πάρει. Εὐθὺς ὅμως ὅταν εἰσέλθει ὁ νοῦς καὶ ἀρχίσουν οἱ ὑπολογισμοί, ὁ ἄνθρωπος γίνεται θύμα τῶν παθῶν τοῦ κόσμου.


Θεὸς ὅπως ἄφησε καὶ τοὺς μαθητὲς ὅλη τὴ νύχτα νὰ παιδεύονται στὴ θύελλα, χορηγεῖ καὶ στὸν ἄνθρωπο θλίψεις καὶ ἐπιτρέπει πειρασμούς, γιὰ νὰ ταλαιπωρηθεῖ, νὰ πονέσει καὶ τελικὰ νὰ βγάλει ἐκ βαθέων κραυγή: «Ἐλθὲ καὶ ποίησον Σὺ Αὐτὸς ἐν ἐμοὶ τὸ θέλημά Σου. Τὰ προστάγματά Σου δὲν χωροῦν ἐν τῇ στενῇ μου καρδίᾳ, καὶ ὁ πεπερασμένος μου νοῦς δὲν συλλαμβάνει τὸ περιεχόμενον αὐτῶν… Ἐὰν Σὺ δὲν εὐδοκήσεις νὰ κατοικήσῃς ἐν ἐμοί, ἀναποφεύκτως θὰ πορευθῶ εἰς τὸ σκότος»8Ἂν ἡ ἔλλειψη πίστεως βρεῖ δίοδο στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀρχίσει νὰ καταποντίζεται, ἐνθυμούμενος τὴν ἀγαθότητα τοῦ Κυρίου δὲν τὰ χάνει. Κράζει καὶ πάλι: «Κύριε, σῷσόν με», καὶ ἀμέσως ὁ Κύριος εἶναι ἐκεῖ, γιὰ νὰ τοῦ ἁπλώσει χεῖρα βοηθείας. Τὸν ἁρπάζει ἀπὸ τὴ ζοφερὴ ἄβυσσο καὶ τὸν σώζει. Ὅπου ἐμφανίζεται ὁ Χριστός, ἐκεῖ ἡ πιὸ τρικυμιώδης ταραχὴ μετατρέπεται σὲ γαλήνη μεγάλη. Καὶ ὁ ἄνθρωπος γεμάτος ἀπὸ δέος καὶ εὐγνωμοσύνη, ὁμολογεῖ στὸν Σωτήρα του: «Ἀληθῶς, Θεοῦ Υἱὸς εἶ», «ὁ Ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ»9.


ἄνθρωπος πλασμένος ἐκ τοῦ μηδενός, δὲν εἶναι τίποτε. Οὔτε ὁ Θεὸς τοῦ χρωστᾶ τίποτε· ἀπὸ ἀκατάληπτη ἀγαθότητα σώζει. Ἡ δύναμη, ἡ δόξα, ἡ σωτηρία ἀνήκουν σὲ Αὐτόν. Ὁ Χριστὸς αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ἐπετίμησε τὸν ἄνεμο, ἀλλὰ τὴν ὀλιγοπιστία τοῦ Πέτρου. Ἡ τρικυμία κόπασε, μόνον ὅταν ὁ Κύριος μὲ τὸν Πέτρο μπῆκαν στὸ πλοῖο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ ὁ Πέτρος εἶχε ἤδη γίνει ἰσχυρότερος τοῦ πειρασμοῦ. Ὅλοι ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν σὲ θλιβερὲς δοκιμασίες σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, νὰ γευθοῦν τὸ «κρῖμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ»10. Αὐτὴ εἶναι ἡ παδιαγωγικὴ χεῖρα τοῦ Πατέρα μας, ποὺ ποθεῖ νὰ μὴ χαθεῖ κανένας, ἀλλὰ ὅλοι νὰ παραμείνουν σταθερὰ καὶ ἀπαρέγκλιτα στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας καὶ τελικὰ νὰ ὁμοιωθοῦν μὲ Αὐτόν. Ἄλλωστε ὁ Χριστὸς ἤδη διάβηκε αὐτὴ τὴν ὁδό, τὴν καθάρισε γιὰ χάρη μας, καὶ στὸν τόπο μας νίκησε τὸν κόσμο.


Μέσῳ τῆς νίκης τῶν πειρασμῶν ὁ Χριστιανὸς ἀποκτᾶ βαθιὰ ριζωμένη μέσα του τὴ γνώση ὅτι μόνος του δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει τίποτε. Μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ὅμως μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ἅλμα πάνω ἀπὸ τὸ τεῖχος ποὺ ἀνορθώθηκε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀλαζονεία τοῦ παρόντος αἰῶνος. Μαθαίνει νὰ ὑπερνικᾶ τοὺς πειρασμοὺς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζει τὴ δική του ἀδυναμία, καὶ ἔτσι γίνεται συγκαταβατικὸς καὶ συμπονετικὸς μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Συνειδητοποιεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέτει τὴν ἐλπίδα του σὲ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ διαρκῶς νὰ βάζει καινούργια ἀρχὴ καὶ νὰ κάνει νέο ἅλμα πίστεως. Στὶς θλίψεις καὶ στοὺς κινδύνους μαθαίνει νὰ στρέφεται στὸν Θεὸ καὶ νὰ κράζει μὲ ὅλη τὴν καρδιά του πρὸς Αὐτόν, διότι μόνον τότε ὁ Κύριος, ποὺ ποθεῖ ὅλη τὴν καρδιά του, τὸν ἀποδέχεται.


ἄνθρωπος φθάνει νὰ ὁμολογήσει μὲ ταπεινὴ εὐγνωμοσύνη ὅτι, αὐτὴ ἡ πίστη ποὺ «νικᾶ τὸν κόσμον»11 καὶ τὸν θάνατο εἶναι Θεοῦ δῶρον, ὄχι δική του. Δίνει ἔτσι σταθερὰ δόξα στὸν Θεὸ καὶ παίρνει ἐπάνω του τὴ μομφὴ γιὰ τὶς ἀποτυχίες, τὰ σφάλματα καὶ τὶς ἁμαρτίες του. Ἀγωνίζεται νὰ αὐτοσμικρυνθεῖ, ὥστε νὰ μεγαλυνθεῖ καὶ νὰ δοξασθεῖ ὁ Εὐεργέτης του, ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ ζωή, τὸ φῶς καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Ἀμήν. Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου.



1. Βλ. Ματθ. 8,23-27.

2. Βλ. Ἑβρ. 5,7.

3. Α’ Πέτρ. 5,8.

4. Βλ. Ἡσ. 43,3.

5. Βλ. Ἡσ. 43,5.

6. Βλ. Ἑβρ. 13,8.

7. Ἰωάν. 16,33.

8. Βλ. Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 205.

9. Βλ. Α’ Τιμ. 1,15.

10. Βλ. Α’ Πέτρ. 4,17.

11. Βλ. Α’ Ἰωάν. 5,4. *Εκ του ιστολογίου «Πεμπτουσία» της 22.8.2021. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ



«Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε(:είμαστε και οι δύο [:και ο Παύλος και ο Απολλώς] ένα, διότι και εκείνοι που φυτεύουν και εκείνοι που φυτεύουν είμαστε συνεργάτες του Θεού στο έργο Του που αποβλέπει στην σωτηρία μας. Είστε αγρός που ανήκει στον Θεό και καλλιεργείται από Αυτόν. Είστε οικοδομή του Θεού που κτίζεται από Αυτόν με όργανά Του και κτίστες Του εμάς)»[Α΄Κορ.3,9].


Πρόσεξε ότι αποδίδει και σε αυτούς έργο όχι μικρό, αφού προηγουμένως απέδειξε ότι το παν είναι έργο του Θεού. Επειδή δηλαδή πάντοτε συμβουλεύει πειθαρχία στους άρχοντες, για τον λόγο αυτόν δεν υποτιμά απόλυτα τους διδασκάλους. «Θεοῦ γεώργιον(:είστε αγρός που ανήκει στον Θεό και καλλιεργείται από Αυτόν)». Επέμεινε δηλαδή στη μεταφορά, επειδή είπε «φύτεψα» [βλ. Α΄Κορ. 3,6: «ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς ηὔξανεν(:εγώ ο Παύλος φύτεψα σε σας την πίστη με το κήρυγμά μου, ο Απολλώς πότισε τη νεοφυτεμένη πίστη σας, αλλά ο Θεός την αύξανε. Χωρίς όμως την αύξηση αυτή, η σπορά ούτε θα φύτρωνε, ούτε θα ριζοβολούσε, ούτε θα καρποφορούσατε)»]. «Εφόσον είστε αγρός του Θεού, είναι δίκαιο να ονομάζεστε όχι από το όνομα αυτών, που τον καλλιεργούν, αλλά από το όνομα του Θεού· διότι ένας αγρός δεν παίρνει το όνομά του από αυτόν που το καλλιεργεί, αλλά από τον ιδιοκτήτη».


«Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε(:είστε οικοδομή του Θεού που κτίζεται από Αυτόν με όργανά Του και κτίστες Του εμάς)». Επίσης η οικοδομή δεν είναι του τεχνίτη, αλλά του ιδιοκτήτη. «Και αν είστε οικοδομή, δεν πρέπει να έχετε διάσπαση, διότι τούτο δεν θα ήταν οικοδομή. Εάν είστε αγρός, δεν πρέπει να έχετε διαιρέσεις, αλλά να περιτειχίζεστε με ένα φράκτη, τον φράκτη της ομόνοιας». «Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα (:σύμφωνα με την χάρη του Θεού που μου δόθηκε για να θεμελιώνω εκκλησίες ανάμεσα στα έθνη, σαν έμπειρος αρχιτέκτονας έχω βάλει θεμέλιο στερεό)»[Α΄Κορ.3,10]. Σοφό αποκάλεσε εδώ τον εαυτό του, όχι από έπαρση, αλλά δίνοντας σε αυτούς πρότυπο και δείχνοντας ότι τούτο είναι χαρακτηριστικό του σοφού, το να θέτει ένα θεμέλιο. Πρόσεξε λοιπόν πώς ομιλεί με μετριοφροσύνη. Αφού δηλαδή είπε τον εαυτό του σοφό, δεν άφησε να εννοηθεί ότι η σοφία είναι δική του, αλλά αφού προηγουμένως απέδωσε όλο τον εαυτό του στον Θεό, τότε αποκάλεσε σοφό τον εαυτό του· διότι λέγει «κατά τη χάρη του Θεού που μου δόθηκε». Δηλαδή δείχνει συγχρόνως ότι και το παν είναι του Θεού και ότι τούτο προπαντός είναι χάρις, το να μη γίνονται διαιρέσεις, αλλά το όλο έργο να στηρίζεται σε ένα θεμέλιο.


«λλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ(:άλλος όμως συνεχίζει πάνω σε αυτό το κτίσιμο. Ο καθένας από τους κτίστες ας προσέχει πώς οικοδομεί πάνω στο θεμέλιο)». Εδώ νομίζω ότι στη συνέχεια εισάγει αυτούς στον αγώνα της πνευματικής ζωής, αφού τους συνένωσε και τους έκανε ένα. «Θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν ᾿Ιησοῦς Χριστός (:αυτός δεν έχει πλέον δουλειά με το θεμέλιο· διότι κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο λίθο εκτός από Εκείνον που βρίσκεται τώρα αμετακίνητος και άσειστος στη βάση της οικοδομής. Και ο θεμέλιος αυτός λίθος είναι ο Ιησούς Χριστός)»[Α΄Κορ. 3,11]. Και δεν την έχει αυτήν τη δυνατότητα, εφόσον υπάρχει ο αρχιτέκτονας· εάν όμως τεθεί το θεμέλιο, δεν υπάρχει πλέον αρχιτέκτονας.


Κοίταξε πώς αποδεικνύει το όλο θέμα ακόμη και με κοινές έννοιες. Αυτό λοιπόν που λέγει, σημαίνει το εξής: «Κήρυξα τον Χριστό, σας έδωσα το θεμέλιο, προσέχετε τώρα πώς συνεχίζετε την οικοδομή, μήπως με κενοδοξία, μήπως αποσπάτε τους μαθητές για να τους προσκολλήσετε σε ανθρώπους». Ας μην δίνουμε λοιπόν προσοχή στις αιρέσεις· «Θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον (:κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο λίθο εκτός από Εκείνον που βρίσκεται τώρα αμετακίνητος και άσειστος στη βάση της οικοδομής)»[Α΄Κορ.3,11].


Ας οικοδομούμε λοιπόν επάνω σε αυτό το θεμέλιο και ας είμαστε προσκολλημένοι σε αυτό ως θεμέλιο, ως κλήμα αμπέλου, και ας μην υπάρχει τίποτε μεταξύ εμάς και του Χριστού, διότι αν υπάρξει κάτι στο μέσο, αμέσως χανόμαστε. Το κλήμα δηλαδή τρέφεται από τον χώρο στον οποίο βρίσκεται· και η οικοδομή στέκεται επειδή τα διάφορα μέρη της είναι συνδεδεμένα· μόλις υπάρξει διάσταση των μερών, χάνεται, διότι δεν έχει πού να στηριχθεί. Λοιπόν, να μην κρατιόμαστε απλώς από τον Χριστό, αλλά να προσκολληθούμε σε Αυτόν· διότι αν απομακρυνθούμε, χανόμαστε· «ὅτι ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται, ἐξωλόθρευσας πάντα τὸν πορνεύοντα ἀπὸ σοῦ(:ιδού, αυτοί οι οποίοι απομακρύνονται από Εσένα, θα καταστραφούν με τον πνευματικό θάνατο, διότι Εσύ με τη δίκαιη κρίση Σου αφάνισες και θα αφανίζεις πάντοτε καθένα που αποστατεί από Εσένα)», λέγει[Ψαλμ.72,27]. Ας προσκολλιόμαστε σε Αυτόν και μάλιστα ας προσκολλιόμαστε μέσα από τα έργα μας· «Ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ(:και θα μείνετε στην αγάπη που σας έχω, εάν φυλάξετε τις εντολές μου, όπως κι εγώ, από τότε που έγινα και άνθρωπος, έχω τηρήσει τις εντολές του Πατέρα μου και μένω στην αγάπη Του εξακολουθώντας πάντοτε να Του είμαι αγαπητός, χωρίς ποτέ να μειώνεται η αγάπη Του προς Εμένα)»[Ιω.15,10]. Και μάλιστα μας ενώνει με πολλά παραδείγματα.


Πρόσεξε λοιπόν. Αυτός είναι η κεφαλή, εμείς το σώμα· μήπως είναι δυνατόν να υπάρξει κανένα κενό διάστημα μεταξύ της κεφαλής και του σώματος; Αυτός είναι το θεμέλιο, εμείς η οικοδομή· Αυτός άμπελος, εμείς κλήματα· Αυτός είναι ο Νυμφίος, εμείς η νύμφη· Αυτός ο ποιμένας, εμείς τα πρόβατα· Εκείνος είναι η οδός, εμείς αυτοί που βαδίζουν σε αυτήν· εμείς επίσης είμαστε ναός, Αυτός είναι ο ένοικος· Αυτός είναι ο πρωτότοκος, εμείς οι αδελφοί Του· Αυτός είναι ο κληρονόμος, εμείς οι συγκληρονόμοι· Αυτός είναι η ζωή, εμείς οι ζώντες· Αυτός είναι η ανάσταση, εμείς οι αναστημένοι· Αυτός είναι το φως, εμείς οι φωτιζόμενοι.


Όλα αυτά φανερώνουν ένωση και δεν αφήνουν να υπάρχει κανένα κενό στο μέσο, ούτε το παραμικρό· διότι όποιος απομακρύνεται λίγο, προχωρώντας θα απομακρυνθεί πολύ. Το σώμα π.χ. καταστρέφεται, αν η συνοχή του διακοπεί με ξίφος σε κάποιο σημείο· και η οικοδομή καταρρέει, αν έχει έστω και μικρό κενό· και το κλήμα γίνεται άχρηστο, αν αποκοπεί από τη ρίζα έστω και για λίγο. Ώστε αυτό το μικρό δεν είναι μικρό, αλλά σχεδόν είναι το παν. Όταν λοιπόν κάνουμε ένα μικρό πλημμέλημα ή δείξουμε έστω και λίγη ραθυμία, ας μην αδιαφορήσουμε για το μικρό του παραπτώματος, διότι τούτο ταχέως θα γίνει μέγα, εάν αμελήσουμε. Κατά παρόμοιο τρόπο ένα ένδυμα, εάν αρχίσει να σχίζεται και αμελήσουμε για αυτό, σχίζεται τελείως· επίσης, εάν αδιαφορήσουμε για έναν όροφο, από τον οποίο κατέπεσαν λίγα κεραμίδια, αυτός φέρει την κατάρρευση σε ολόκληρη την οικία.


Έχοντας λοιπόν στον νου μας αυτά ποτέ να μη καταφρονούμε τα μικρά παραπτώματα, για να μην πέσουμε στα μεγάλα· αν όμως τα καταφρονήσουμε και φτάσουμε στο βάθος των κακών, ούτε τότε να καταληφτούμε από απόγνωση, επειδή φτάσαμε εκεί, για να μη βαρύνει η κεφαλή μας· διότι είναι δύσκολο ένας από εκεί να ανέλθει στη συνέχεια, εάν δεν έχει πλήρη νηφαλιότητα, και αυτό όχι μόνο λόγω του μήκους, αλλά και λόγω της ίδιας της θέσεως· διότι και η αμαρτία είναι βάθος και προξενεί θλίψη σε όσους φέρει κάτω. Όπως ακριβώς εκείνον που πίπτουν μέσα σε πηγάδι δεν είναι εύκολο να ανέλθουν, αλλά χρειάζονται άλλους να τους σύρουν επάνω, έτσι και αυτός που έφτασε σε βάθος αμαρτημάτων. Ας ρίξουμε λοιπόν σχοινιά προς αυτούς και ας τους σύρουμε προς τα επάνω· και μάλλον τούτο πρέπει να γίνει όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για τους εαυτούς μας· να δέσουμε και τους εαυτούς μας, και, αν θέλουμε, θα ανέλθουμε όχι τόσο, όσο κατεβήκαμε, αλλά πολύ περισσότερο. Καθόσον μάλιστα ο Θεός βοηθεί, διότι «δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού έως αυτός μετανοήσει και επιστρέψει»[Ιεζ.18,23: «μὴ θελήσει θελήσω τὸν θάνατον τοῦ ἀνόμου, λέγει Κύριος, ὡς τὸ ἀποστρέψαι αὐτὸν ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πονηρᾶς καὶ ζῆν αὐτόν;(: “Μήπως, τάχα, Eγώ θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού”, λέγει ο Κύριος, “όπως και όσο θέλω και επιθυμώ να απαρνηθεί αυτός τον αμαρτωλό τρόπο της ζωής του, να επιστρέψει μετανοημένος προς Εμένα, για να ζήσει για πάντα και να μη λάβει τον αιώνιο πνευματικό θάνατο;”)»].


Κανείς λοιπόν να μην καταλαμβάνεται από απόγνωση, κανείς να μην παθαίνει ό,τι παθαίνουν οι ασεβείς· διότι εκείνοι πίπτουν στο αμάρτημα αυτό. Διότι «ὅταν ἔλθῃ ἀσεβὴς εἰς βάθος κακῶν, καταφρονεῖ, ἐπέρχεται δὲ αὐτῷ ἀτιμία καὶ ὄνειδος(:όταν ο ασεβής και χωρίς φόβο Θεού άνθρωπος πάρει τον κατήφορο και ολισθήσει εις βάθος κακών, αναίσχυντος πλέον και πωρωμένος καταφρονεί τους πάντες. Για τον λόγο αυτόν επέρχεται εναντίον του ο εξευτελισμός και η καταισχύνη)» [Παρ.18,3]. Ώστε δεν είναι το πλήθος των αμαρτημάτων, που φέρει την απόγνωση, αλλά ο τρόπος σκέψεως του ασεβούς. Και αν λοιπόν ακόμη έχεις όλη την κακία, πες προς τον εαυτό σου: «Ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και επιθυμεί την δική μας σωτηρία»· διότι λέγει: «καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος· καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ(:και με τη μετάνοια και τις καλές αποφάσεις σας, ελάτε να συζητήσουμε, λέγει ο Κύριος· και, εάν οι ψυχές σας εξαιτίας των αμαρτιών σας είναι κόκκινες, εγώ θα τις καταστήσω λευκές σαν το χιόνι· και, εάν είναι ακόμη περισσότερο κατακόκκινες από το μέγεθος και το πλήθος των αμαρτημάτων που είχατε διαπράξει, εγώ θα τις κάνω λευκές σαν το μαλλί των προβάτων)» [Ησ.1,18].


Ας μην αποκάμουμε λοιπόν, διότι δεν είναι η πτώση τόσο δυσάρεστη, όσο το να παραμένει κανείς στην πτώση· ούτε είναι φοβερό το να τραυματιστεί κανείς, όσο το να τραυματιστεί και να μη θέλει να θεραπευτεί. «Τίς καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν; ἢ τίς παῤῥησιάσεται καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν;(:Ποιος από τους ανθρώπους δύναται να καυχηθεί ότι έχει αγνή καρδιά και καθαρή από τον ρύπο της αμαρτίας; Ή ποιος μπορεί να πει με παρρησία ότι είναι καθαρός από αμαρτίες; Κανείς.)» [Παρ.20,9]. Αυτά τα λέγω όχι για να σας κάνω ραθυμότερους, αλλά για να σας εμποδίσω να πέσετε σε απόγνωση εξαιτίας των πολλών σας αμαρτιών. Θέλεις να μάθεις γιατί ο Κύριός μας είναι Αγαθός; Ο τελώνης ανήλθε στον ναό να προσευχηθεί, όντας γεμάτος από μύρια κακά, και αφού είπε μόνο: «ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ(:Κύριε και Θεέ μου, σπλαχνίσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό)» [Λουκά 18,13], κατήλθε συγχωρημένος.


Εξάλλου και δια του προφήτου ο Θεός λέγει: «δι᾿ ἁμαρτίαν βραχύ τι ἐλύπησα αὐτὸν καὶ ἐπάταξα αὐτὸν καὶ ἀπέστρεψα τὸ πρόσωπόν μου ἀπ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐλυπήθη καὶ ἐπορεύθη στυγνὸς ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ. τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ ἑώρακα καὶ ἰασάμην αὐτὸν καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν καὶ ἔδωκα αὐτῷ παράκλησιν ἀληθινήν(: τον αμαρτωλό, επειδή παρέβη το θέλημά μου και αμάρτησε, για λίγο διάστημα τον τιμώρησα και τον λύπησα. Τον έπληξα και γύρισα αλλού το πρόσωπό μου. Αυτός όμως λυπήθηκε και πορεύτηκε θλιμμένος τον δρόμο της ζωής του. Εγώ είδα την μετά από αυτά αλλαγή των δρόμων της ζωής του και τον θεράπευσα από την ασθένειά του. Τον παρηγόρησα, έδωσα σε αυτόν πραγματική παρηγορία)» [Ησ.57,17-18]. Τι είναι ίσο με αυτήν τη φιλανθρωπία; «Επειδή και μόνο κατάλαβε το λάθος του, λυπήθηκε και μετανόησε», λέγει, «του συγχώρησα τα αμαρτήματα». Εμείς όμως ούτε αυτό κάνουμε, και για τον λόγο αυτόν παροργίζουμε τον Θεό πάρα πολύ· διότι Αυτός που εκδηλώνει ευσπλαχνία ακόμη και αν λιγάκι Τον παρακαλέσουμε, όταν δεν Τον παρακαλέσουμε ούτε τόσο λίγο, εύλογα αγανακτεί και απαιτεί να τιμωρηθούμε με την έσχατη τιμωρία. Ποιος λοιπόν λυπήθηκε πότε για τις αμαρτίες του; Ποιος στέναξε; Ποιος χτύπησε το στήθος του με συντριβή; Ποιος φρόντισε; Εγώ τουλάχιστον νομίζω, κανείς· αλλά όμως οι άνθρωποι για πάρα πολλές ημέρες θρηνούν μεν για συγγενείς και φίλους τους που πέθαναν, για απώλεια χρημάτων, ούτε καν όμως το σκεπτόμαστε ότι καθημερινώς χάνουμε την ψυχή μας. Πώς λοιπόν θα μπορέσεις να συγχωρηθείς από τον Θεό, όταν ούτε καν γνωρίζεις ότι αμάρτησες;


«Ναι», λέγει ίσως κάποιος, «αμάρτησα». Μου λες «Ναι» με τη γλώσσα, πες μου αυτό με τη διάνοια και συγχρόνως αναστέναξε, για να είσαι συνεχώς χαρούμενος. Καθόσον μάλιστα, εάν στενοχωριόμαστε με τα αμαρτήματά μας, εάν στενάζαμε για τα σφάλματά μας, τίποτε άλλο δεν θα μας έθλιβε, διότι αυτή η οδύνη θα απομάκρυνε κάθε λύπη μας. Ώστε και κάτι άλλο θα κερδίζαμε μαζί με την εξομολόγηση, δηλαδή το να μη βυθιζόμαστε στις θλίψεις του παρόντος βίου, ούτε να αλαζονευόμαστε για τις λαμπρότητές του· και έτσι επίσης πολύ θα εξιλεώναμε τον Θεό, όπως ακριβώς με όσα κάνουμε τώρα, Τον παροξύνουμε. Πες μου λοιπόν· εάν έχεις ένα δούλο και ενώ αυτός έπαθε πολλά κακά από τους συνδούλους του, για μεν τα άλλα δεν λέγει τίποτε, αλλά φροντίζει μόνο να μην εξοργίζει τον κύριό του, άραγε δεν αξίζει γι' αυτό και μόνο να καταπαύσει την οργή σου; Και το αντίθετο· αν δεν φροντίζει καθόλου για τα σφάλματά του προς τους συνδούλους του, δεν θα τον τιμωρήσεις περισσότερο; Έτσι κάνει και ο Θεός· όταν μεν αδιαφορούμε για την οργή Του, οργίζεται περισσότερο· όταν όμως φροντίζουμε να βελτιωνόμαστε, η οργή Του είναι ηπιότερη, και μάλλον ούτε καν οργίζεται πλέον. Θέλει δηλαδή εμείς οι ίδιοι να ζητούμε την τιμωρία των αμαρτημάτων μας και δεν την απαιτεί πλέον ο ίδιος. Για τον λόγο αυτόν δηλαδή και μας απειλεί με τιμωρία, για να εξαφανίσει την αδιαφορία με τον φόβο· όταν λοιπόν φοβηθούμε και μόνο την απειλή, δεν μας αφήνει να δοκιμάσουμε την τιμωρία.


Κοίταξε λοιπόν προς τον Ιερεμία τι λέγει: «ἦ οὐχ ὁρᾷς τί αὐτοὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς πόλεσιν Ἰούδα καὶ ἐν ταῖς ὁδοῖς Ἱερουσαλήμ; οἱ υἱοὶ αὐτῶν συλλέγουσι ξύλα, καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν καίουσι πῦρ, καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν τρίβουσι σταῖς τοῦ ποιῆσαι χαυῶνας τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἔσπεισαν σπονδὰς θεοῖς ἀλλοτρίοις, ἵνα παροργίσωσί με(:Αλήθεια, δεν βλέπεις τι κάνουν αυτοί στις διάφορες πόλεις του 'Ιούδα και στους δρόμους της Ιερουσαλήμ; Τα παιδιά τους μαζεύουν ξύλα, οι γονείς τους καίνε αυτά στη φωτιά, ενώ οι γυναίκες τους ζυμώνουν ζυμάρια, για να κατασκευάσουν άρτους, προσφορές προς τιμήν της στρατιάς των αστέρων του ουρανού και να προσφέρουν σπονδές σε ξένους θεούς, για να με εξοργίζουν εναντίον τους)»[Ιερ.7,17-18]. Να φοβόμαστε μήπως και για μας λεχθεί κάτι τέτοιο. Δεν βλέπεις τι κάνουν αυτοί; Κανένας δεν επιζητεί τα του Χριστού, αλλά όλοι επιζητούν τα δικά τους. Οι υιοί τους τρέχουν σε ασέλγειες, οι πατέρες τους σε πλεονεξία και αρπαγή, οι γυναίκες τους όχι μόνο δεν συγκρατούν, αλλά αντιθέτως προκαλούν τους άντρες τους στις εντυπωσιακές βιοτικές ενασχολήσεις. Στάσου λοιπόν στην αγορά· ρώτησε αυτούς που φεύγουν και έρχονται και κανένα δεν θα δεις να φροντίζει για πνευματικό θέμα, αλλά όλοι να τρέχουν για τα σαρκικά. Μέχρι πότε δεν θα συνέλθουμε; Μέχρι πότε θα βρισκόμαστε σε ύπνο βαθύ; Δεν χορτάσαμε τα κακά; Και όμως και χωρίς λόγους αρκεί και μόνη η πείρα των πραγμάτων να μας διδάξει για τη ματαιότητα και την καθολική αθλιότητα των παρόντων. Άνθρωποι λοιπόν που καλλιεργούσαν την ανθρώπινη σοφία και δεν γνώριζαν τίποτε από τα μέλλοντα, επειδή κατανόησαν την πολλή ευτέλεια των παρόντων πραγμάτων, για αυτό και μόνο απέστησαν.


Πώς λοιπόν εσύ θα συγχωρηθείς, αφού σύρεσαι κάτω και δεν καταφρονείς τα μικρά και παρέρχεσαι τα μεγάλα και αιώνια, εσύ που ακούς τον ίδιο τον Θεό να σου δείχνει αυτά και να σου τα αποκαλύπτει και ενώ έχεις τέτοιες υποσχέσεις από Αυτόν; Ότι βεβαίως αυτά δεν είναι ικανά να προσφέρουν αληθινή ικανοποίηση, το έδειξαν αυτοί που απέχουν από αυτά και χωρίς να τους έχουν δοθεί από αλλού υποσχέσεις για ανώτερα. Ποιο δηλαδή πλούτο ανέμεναν και ήλθαν στην πτωχεία; Κανένα, αλλά διότι γνώριζαν πολύ καλώς ότι η πενία αυτού του είδους είναι ανώτερη από τον πλούτο. Ποια ζωή ήλπισαν και άφησαν την άνετη ζωή και παραδόθηκαν στη σκληραγωγία; Ουδεμία, αλλά διότι κατανόησαν την ίδια τη φύση των πραγμάτων και αναγνώρισαν ότι αυτό είναι πολύ καταλληλότερο και για τη φιλοσοφία της ψυχής και για την υγεία του σώματος. Αυτά λοιπόν εμείς έχοντας στον νου μας και ενθυμούμενοι συνεχώς τα μέλλοντα αγαθά, ας αποχωριστούμε από τα παρόντα, για να λάβουμε εκείνα τα μέλλοντα με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανήκει δόξα, δύναμις, τιμή τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


ΟΜΙΛΙΑ Θ΄ από το Υπόμνημα στην Α΄προς Κορινθίους επιστολή


«Εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει· εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός(:εγώ λοιπόν θεμελίωσα καλά. Εάν όμως κανείς χτίζει πάνω στο θεμέλιο αυτό με υλικά σαν το χρυσάφι ή το ασήμι ή τους πολύτιμους λίθους, ή, αντιθέτως, με σανίδια ή άχυρα ή καλάμια,του κάθε κτίστη το έργο θα γίνει φανερό· διότι η ημέρα της Κρίσεως θα το σκεπάσει και θα το φανερώσει. Και θα το ξεσκεπάσει, διότι η ημέρα εκείνη θα αποκαλυφτεί μαζί με την ενέργεια της θείας δικαιοσύνης, που είναι δραστική σαν φωτιά. Και ο Θεός θα ζυγίσει με ακρίβεια για να αποκαλύψει ποιο είναι το έργο του καθενός, και θα φανερώσει την πραγματική του αξία σαν τη φωτιά που κατακαίει κάθε εύφλεκτο υλικό. Εάν το έργο που έκανε κάποιος κτίζοντας στο αιώνιο θεμέλιο, δηλαδή τον Χριστό, αντέξει και δεν καεί από την φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα πάρει μισθό. Εάν το έργο κάποιου άλλου κατακαεί και δεν αντέξει στη φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα ζημιωθεί, διότι οι κόποι του δεν θα ανταμειφθούν. Και ο ίδιος θα σωθεί μόλις και μετά βίας· θα σωθεί δηλαδή σαν εκείνον που περνά μέσα από τις φλόγες της φωτιάς και διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Έτσι και αυτός θα σωθεί, αν τελικά αντέξει στη φωτιά της Θείας Κρίσεως)» [Α΄Κορ.3,12-15].


Αυτό εδώ το ζήτημα, που θίγεται τώρα, δεν μας είναι δευτερεύον, αλλά αναφέρεται στα πλέον αναγκαία και σε αυτά, τα οποία όλοι οι άνθρωποι ζητούν να μάθουν, δηλαδή εάν τύχει τέλους το πυρ της κολάσεως. Το ότι δεν έχει τέλος το πυρ της κολάσεως, ο Χριστός το κατέστησε σαφές λέγοντας: «καὶ ἐὰν σκανδαλίζῃ σε ἡ χείρ σου, ἀπόκοψον αὐτήν· καλὸν σοί ἐστι κυλλὸν εἰς τὴν ζωὴν εἰσελθεῖν, ἢ τὰς δύο χεῖρας ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τὴν γέενναν, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον, ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται(:και αν σου γίνεται αφορμή αμαρτίας το χέρι σου, δηλαδή κάποιο πρόσωπο ή πράγμα πολύ συνδεδεμένο μαζί σου και πολύ χρήσιμο σε σένα, κόψε το από πάνω σου. Σε συμφέρει περισσότερο να μπεις στην αιώνια ζωή κουλός, παρά με τα δύο χέρια σου να πας στη γέεννα, στο πυρ που δεν σβήνει ποτέ. Είναι προτιμότερο να υποστείς τη βαρύτερη θυσία στον κόσμο αυτό και να αποχωριστείς πράγματα ή πρόσωπα που σου είναι χρήσιμα και αγαπητά, παρά η προσκόλλησή σου σε αυτά να σε ρίξει στην κόλαση, όπου το σκουλήκι που θα κατατρώει χωρίς να εξαφανίζει εκείνους που θα είναι εκεί, δεν θα έχει τέλος˙ και η φωτιά που θα τους κατακαίει χωρίς να τους αποτεφρώνει, δεν θα σβήσει. Η τιμωρία τους δηλαδή θα είναι ατελεύτητη και αιώνια)» [Μάρκ.9,44].


Και γνωρίζω μεν ότι παραλύετε από φόβο, όταν ακούτε αυτά, αλλά τι να κάνω; Καθόσον μάλιστα ο Θεός παραγγέλλει αυτά συνεχώς να αντηχούν, λέγοντας: «διαμάρτυραι τῷ λαῷ(:έντονα μίλησε και δώσε αυτές τις εντολές σε αυτόν τον λαό)» [Έξ.19,10]· και εγώ έχω ταχθεί στη διακονία του λόγου και κατά συνέπεια είναι ανάγκη να είμαι ενοχλητικός στους ακροατές χωρίς να το θέλω, αλλά διότι αναγκάζομαι. Ή μάλλον, εάν θέλετε, δεν θα είμαι ενοχλητικός· διότι λέγει: «οἱ γὰρ ἄρχοντες οὐκ εἰσὶ φόβος τῶν ἀγαθῶν ἔργων, ἀλλὰ τῶν κακῶν. θέλεις δὲ μὴ φοβεῖσθαι τὴν ἐξουσίαν; τὸ ἀγαθὸν ποίει, καὶ ἕξεις ἔπαινον ἐξ αὐτῆς(:και πράγματι, όποιος δεν πειθαρχεί στους άρχοντες, εναντιώνεται στη διαταγή του Θεού· διότι οι άρχοντες δεν εμπνέουν φόβο για τα καλά έργα που συντελούν στην κοινωνική δικαιοσύνη και πρόοδο, αλλά για τα κακά, που διαταράσσουν την κοινωνική ασφάλεια και τάξη. Θέλεις, λοιπόν, να μη φοβάσαι τους άρχοντες της εξουσίας; Κάνε οτιδήποτε συντελεί προς το καλό της κοινωνίας, και θα έχεις έπαινο από τους άρχοντες)»[Ρωμ. 13,3]. Ώστε είναι δυνατόν όχι μόνο να μη με ακούτε με αποστροφή, αλλά και με ευχαρίστηση.


Το ότι λοιπόν δεν έχει τέλος το πυρ της κολάσεως και ο Χριστός το φανέρωσε· και ο Παύλος επίσης, δείχνοντας ότι η κόλαση είναι αιώνια, λέγει ότι οι αμαρτωλοί θα τιμωρηθούν με αιώνιο όλεθρο [Β΄Θεσ.1,9: «οἵτινες δίκην τίσουσιν ὄλεθρον αἰώνιον ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τῆς δόξης τῆς ἰσχύος αὐτοῦ(:αυτοί θα τιμωρηθούν με αιώνια εξολόθρευση μακριά από το πρόσωπο του Κυρίου και την ένδοξη δύναμή Του)»]· και πάλι: «Μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε μοιχοὶ, οὔτε μαλακοὶ, οὔτε ἀρσενοκοῖται, οὔτε πλεονέκται, οὔτε κλέπται, οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι(:αυτό που κάνετε το κάνετε λοιπόν από άγνοια; Δεν γνωρίζετε ότι οι άδικοι δεν θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού; Μην πλανάστε. Ούτε οι πόρνοι, ούτε οι ειδωλολάτρες, ούτε οι μοιχοί, ούτε οι εκθηλυμένοι και θηλυπρεπείς, ούτε οι αρσενοκοίτες, ούτε οι πλεονέκτες, ούτε οι κλέφτες, ούτε οι μέθυσοι, ούτε αυτοί που εμπαίζουν και βρίζουν τους άλλους, ούτε οι άρπαγες με κανένα τρόπο δεν θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού)» [Α΄Κορ. 6,9-10]. Και προς τους Εβραίους εξάλλου έλεγε: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον(:να επιδιώκετε να έχετε ειρήνη με όλους. Επιδιώκετε και τον αγιασμό και την καθαρότητα της καρδιάς από κάθε πάθος· διότι χωρίς τον αγιασμό, κανείς δεν θα δει τον Κύριο)»[Εβρ.12,14].


Εξάλλου και ο Χριστός για εκείνους που θα Του πουν εκείνη τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως: «Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν;(:Κύριε, Κύριε, στο όνομά Σου δεν προφητεύσαμε, πιστεύοντας ότι είσαι ο Μεσσίας και Υιός του Θεού; Και πιστεύοντας σε Εσένα δεν βγάλαμε δαιμόνια; Και πιστεύοντας σε Εσένα δεν κάναμε πολλά θαύματα; Και τώρα λοιπόν δεν θα μπούμε στη βασιλεία Σου;)», λέγει τα εξής: «καὶ τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν(:και τότε θα διακηρύξω ξεκάθαρα σε αυτούς ότι ποτέ δεν σας αναγνώρισα ως δικούς μου. Φύγετε μακριά μου εσείς που εργαζόσασταν την ανομία, διότι τα χαρίσματά μου τα χρησιμοποιήσατε όχι για τη δική μου δόξα, αλλά σύμφωνα με τα δικά σας θελήματα και τους εγωιστικούς σας σκοπούς)»[Ματθ.7,22-23]. Και οι παρθένες που αποκλείστηκαν, δεν εισήλθαν ποτέ πλέον, και για όσους δεν Του έδωσαν τροφή λέγει ότι θα οδηγηθούν σε κόλαση αιώνια [Ματθ.25,46: «καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον»].


Και μη με ρωτάς πώς ισχύει η δικαιοσύνη, εάν η κόλαση δεν έχει τέλος· διότι, όταν ο Θεός κάνει κάτι, να υπακούς στις αποφάσεις και μην εξετάζεις με την ανθρώπινη λογική τα λεγόμενα. Άλλωστε πώς δεν θα ήταν δίκαιο να τιμωρείται αυτός, ο οποίος, ενώ από την αρχή δέχτηκε μύριες ευεργεσίες, έπραξε κατόπιν άξια κολάσεως, και δεν έγινε καλύτερος ούτε με απειλή, ούτε με ευεργεσία; Εάν δηλαδή εξετάζεις το δίκαιο του πράγματος, έπρεπε εξαρχής και κατευθείαν να απολεσθούμε σύμφωνα προς τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης· καθόσον και αν ακόμη είχαμε πάθει τούτο, το γεγονός αυτό θα έδειχνε και φιλανθρωπία. Όταν δηλαδή κάποιος υβρίζει έναν, ο οποίος καθόλου δεν τον αδίκησε, τιμωρείται σύμφωνα προς τη δικαιοσύνη· όταν όμως κάποιος υβρίζει τον ευεργέτη, ο οποίος δεν του έκανε μεν προηγουμένως κανένα κακό, αντίθετα του έκανε άπειρα καλά, Αυτόν που και τη ζωή Του έδωσε και Θεός Του είναι και του έδωσε ψυχή και του χάρισε μύρια και εφόσον θα θελήσει και στον ουρανό θα τον ανεβάσει, όταν μετά από τόσες ευεργεσίες αυτόν τον Ευεργέτη όχι μόνο απλώς Τον υβρίζει, αλλά και καθημερινώς Τον υβρίζει με τις πράξεις του, ποιας συγνώμης θα είναι άξιος; Δεν βλέπεις πώς τιμώρησε τον Αδάμ για μία αμαρτία;


«Ναι», λέγει ίσως κάποιος· «τον τιμώρησε διότι έδωσε σε εκείνον παράδεισο και τον έκανε να απολαύσει την πολλή εύνοιά Του». Και βεβαίως το να αμαρτάνει κάποιος, ενώ έχει πλήρη ασφάλεια, δεν είναι ίσο με το να αμαρτάνει ευρισκόμενος σε πολλή θλίψη. Το φοβερό δηλαδή είναι τούτο, ότι δεν αμαρτάνεις ευρισκόμενος στον παράδεισο, αλλά στις άπειρες δυσκολίες του παρόντος βίου, και όμως δεν γίνεσαι σωφρονέστερος· ομοιάζεις με κάποιον που είναι δεμένος με την πονηρία και ζει αναγκαστικά με αυτήν. Και όμως σου υποσχέθηκε ανώτερα και από τον παράδεισο· και δεν σου τα έδωσε ακόμη, για να μη μειώσει τη δύναμή σου στον καιρό των αγώνων, ούτε τα αποσιώπησε, για να μην καταβληθείς από τους κόπους. Και ο μεν Αδάμ έκανε μία αμαρτία και προκάλεσε ολόκληρο τον θάνατό του· εμείς όμως καθημερινά κάνουμε άπειρα πλημμελήματα. Εάν λοιπόν εκείνος, που έκανε μία αμαρτία, και που προσδοκούμε αντί του παραδείσου τον ουρανό; Είναι ενοχλητικός ο λόγος και λυπεί τον ακροατή· και γνωρίζω τούτο από ό,τι παθαίνω εγώ ο ίδιος· η καρδιά μου δηλαδή ταράσσεται και πάλλει και όσον ακούω να γίνεται λόγος για την κόλαση, τόσο περισσότερο τρέμω και καταρρέω από τον φόβο. Αλλά είναι ανάγκη να τα λέγουμε αυτά, για να μην καταντήσουμε στην κόλαση. Εσύ δεν έλαβες παράδεισο, ούτε ξύλα και φυτά, αλλά ουρανό και ουράνια αγαθά. Και εφόσον καταδικάστηκε εκείνος που έλαβε λιγότερα και δεν τον έσωσε καμία δικαιολογία, πολύ περισσότερο θα υποστούμε ανεπανόρθωτα κακά εμείς, που διαπράττουμε περισσότερες αμαρτίες και έχουμε κληθεί για ανώτερα.


Σκέψου λοιπόν πόσο χρόνο μένει το γένος μας στον θάνατο εξαιτίας μιας αμαρτίας. Έχουν περάσει περισσότερα από πέντε χιλιάδες έτη, και όμως ο θάνατος εξαιτίας μιας αμαρτίας δεν έχει ακόμη καταργηθεί. Και ούτε μπορούμε να πούμε ότι ο Αδάμ άκουσε προφήτες, ότι είδε άλλους να τιμωρούνται για τα αμαρτήματά τους, οπότε ήταν φυσικό να φοβηθεί και να σωφρονιστεί από αυτό το παράδειγμα των άλλων· διότι τότε ήταν πρώτος και μόνος, αλλά όμως τιμωρούνταν. Εσύ όμως τίποτε από αυτά δεν θα μπορούσες να προβάλλεις ως δικαιολογία, εσύ ο οποίος έγινες χειρότερος μετά από τόσα πολλά παραδείγματα, εσύ ο οποίος καταξιώθηκες τόσου Πνεύματος και όμως φέρεις μαζί σου όχι μία ούτε δύο και τρεις, αλλά μύριες αμαρτίες. Επειδή δηλαδή τα αμαρτήματα γίνονται σε σύντομη στιγμή, μη νομίζεις για τον λόγο αυτόν ότι και η κόλαση διαρκεί μία στιγμή. Δεν βλέπεις τους ανθρώπους, οι οποίοι πολλές φορές εξαιτίας μιας κλοπής και μιας μοιχείας, που συνέβη σε μία σύντομη στιγμή, δαπάνησαν ολόκληρο τον βίο τους σε δεσμωτήρια και μεταλλεία, παλαίοντας με συνεχή πείνα και μύριους θανάτους; Και κανείς δεν τους έσωσε, ούτε είπε ότι, επειδή το αμάρτημα συνέβη σε σύντομο χρονικό διάστημα, πρέπει και η τιμωρία της αμαρτίας να είναι ισοδύναμη και να διαρκεί ίσο χρόνο.


«Αλλά», θα έλεγε κάποιος, «αυτοί που κάνουν αυτά είναι άνθρωποι, ο Θεός όμως είναι φιλάνθρωπος». Πρώτον μεν ούτε οι άνθρωποι βέβαια επιβάλλουν αυτές τις ποινές από ωμότητα, αλλά από φιλανθρωπία· και ο Θεός επίσης, όπως είναι φιλάνθρωπος, έτσι και τιμωρεί αυστηρά: «κατὰ τὸ πολὺ ἔλεος αὐτοῦ, οὕτως καὶ πολὺς ὁ ἔλεγχος αὐτοῦ· ἄνδρα κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ κρίνει(:όσο μεγάλο είναι το έλεός Του, τόσο μεγάλη είναι και η δίκαιη τιμωρία, που αποστέλλει. Αυτός κρίνει τον κάθε άνθρωπο σύμφωνα με τα έργα του)»[Σοφ.Σειρ.16,12]. Όταν λοιπόν λέγεις ότι είναι φιλάνθρωπος ο Θεός, τότε είναι σαν να μου λες ότι είναι μεγαλύτερη η αιτία της τιμωρίας μας, διότι αμαρτάνουμε προς έναν τέτοιο Θεό. Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος έλεγε: «Φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος(:είναι φοβερό να πέσει κανείς στα χέρια του αληθινού Θεού, που δεν είναι νεκρός σαν τα είδωλα, αλλά ζει πάντοτε)»[Εβρ.10,31]. Προσέξτε, σας παρακαλώ, την πύρινη δύναμη των λόγων, διότι ίσως από αυτό να έχετε κάποια παρηγορία. Ποιος από τους ανθρώπους δύναται να τιμωρήσει τόσο αυστηρά, όσο τιμώρησε ο Θεός, με το να προκαλέσει κατακλυσμό και την πανωλεθρία τόσο πολλών ανθρώπων και στη συνέχεια με το να βρέξει πυρ και να εξαφανίσει τους πάντες [:στα Σόδομα και στα Γόμορα]; Ποια τιμωρία ανθρώπων δύναται να είναι τέτοια; Δεν βλέπεις ότι και η κόλαση που προήλθε από αυτήν την αιτία ότι είναι σχεδόν αθάνατη; Έχουν παρέλθει τέσσερις χιλιάδες έτη, και όμως η τιμωρία των Σοδομιτών εξακολουθεί να ισχύει. Όπως δηλαδή η φιλανθρωπία Του είναι μεγάλη, έτσι είναι μεγάλη και η τιμωρία.


Και πράγματι· εάν μεν είχε παραγγείλει πράγματα βαρέα και αδύνατα, ίσως θα μπορούσε κάποιος να προβάλλει τη δυσκολία των νόμων· εφόσον όμως είναι πάρα πολύ εύκολα, τι θα μπορούσαμε να προβάλουμε ως δικαιολογία για το ότι δεν κάνουμε ούτε και αυτά; Αν και βέβαια μπορείς, εάν θέλεις, και όσοι το κατόρθωσαν μας κατηγορούν· αλλά όμως ο Θεός δεν φέρεται προς εμάς με αυτήν την απαιτητικότητα, ούτε μας διέταξε ή μας νομοθέτησε αυτά, αλλά άφησε την εκλογή να ανήκει στη διάθεση αυτών που ακούνε τον λόγο Του. Μπορείς όμως να είσαι σώφρονας στον γάμο και μπορείς να μη μεθάς. Δεν μπορείς να χαρίσεις όλα τα χρήματά σου; Αν και βέβαια μπορείς, και το μαρτυρούν όσοι το έκαναν· αλλά όμως ούτε το επέβαλε αυτό, αλλά παρήγγειλε να μην είμαστε άρπαγες και να βοηθούμε από τα υπάρχοντά μας όσους έχουν ανάγκη. Και αν κάποιος λέγει ότι «Δεν μπορώ να αρκεστώ στη γυναίκα μου μόνο», εξαπατά τον εαυτό του και παραλογίζεται, και έχει κατηγόρους εκείνους που ζουν με σωφροσύνη χωρίς να έχουν σχέσεις με γυναίκα. Πες μου λοιπόν: Δεν μπορείς να μην κακολογείς; Δεν μπορείς να μην καταριέσαι; Και όμως, το να κάνει κανείς αυτά είναι βαρύ, όχι το να μην τα κάνει. Ποια λοιπόν δικαιολογία έχουμε για το ότι δεν τηρούμε αυτά, που είναι τόσο ελαφρά και εύκολα; Καμία δεν μπορούμε να προβάλουμε.


Από όλα λοιπόν όσα λέχτηκαν είναι φανερό ότι η κόλαση είναι αιώνια· επειδή όμως μερικοί νομίζουν ότι ο λόγος του Παύλου λέγει το αντίθετο, εμπρός, αφού φέρουμε στο μέσο το θέμα, ας το εξετάσουμε και αυτό. Αφού δηλαδή είπε: «εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται (:εάν το έργο που έκανε κάποιος κτίζοντας στο αιώνιο θεμέλιο, δηλαδή τον Χριστό, αντέξει και δεν καεί από την φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα πάρει μισθό· εάν το έργο κάποιου άλλου κατακαεί και δεν αντέξει στη φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα ζημιωθεί, διότι οι κόποι του δεν θα ανταμειφθούν)», πρόσθεσε, «αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός(:και ο ίδιος θα σωθεί μόλις και μετά βίας· θα σωθεί δηλαδή σαν εκείνον που περνά μέσα από τις φλόγες τις φωτιάς και διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Έτσι και αυτός θα σωθεί, αν τελικά αντέξει στην φωτιά της Θείας Κρίσεως)»[Α΄Κορ.3,14-15]. Τι θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε γι' αυτό; Προηγουμένως είχε πει: «εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει (:εγώ λοιπόν θεμελίωσα καλά. Εάν όμως κανείς χτίζει πάνω στο θεμέλιο αυτό με υλικά σαν το χρυσάφι ή το ασήμι ή τους πολύτιμους λίθους, ή, αντιθέτως, με σανίδια ή άχυρα ή καλάμια, του κάθε κτίστη το έργο θα γίνει φανερό· διότι η ημέρα της Κρίσεως θα το σκεπάσει και θα το φανερώσει. Και θα το ξεσκεπάσει, διότι η ημέρα εκείνη θα αποκαλυφτεί μαζί με την ενέργεια της θείας δικαιοσύνης, που είναι δραστική σαν φωτιά. Και ο Θεός θα ζυγίσει με ακρίβεια για να αποκαλύψει ποιο είναι το έργο του καθενός, και θα φανερώσει την πραγματική του αξία σαν τη φωτιά που κατακαίει κάθε εύφλεκτο υλικό)»[Α΄Κορ. 3,12-13].


Καταρχάς ας εξετάσουμε ποιο είναι το θεμέλιο και ποιος ο χρυσός, ποιοι οι πολύτιμοι λίθοι, ποια η χόρτος και ποια η καλάμη. Το μεν θεμέλιο ο ίδιος σαφώς δήλωσε ότι είναι ο Χριστός με το να πει: «θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν ᾿Ιησοῦς Χριστός (:αυτός δεν έχει πλέον δουλειά με το θεμέλιο· διότι κανένας δεν μπορεί να βάλλει άλλο θεμέλιο λίθο εκτός από εκείνον που βρίσκεται τώρα αμετακίνητος και άσειστος στην βάση της οικοδομής. Και ο θεμέλιος αυτός λίθος είναι ο Ιησούς Χριστός)»[Α΄Κορ.3,11]. Η οικοδομή νομίζω ότι είναι οι πράξεις. Αν και βέβαια μερικοί λένε ότι και αυτό το ίδιο έχει λεχθεί περί διδασκάλων και μαθητών και περί διεφθαρμένων αιρέσεων, αλλά ο λόγος αυτός δεν γίνεται δεκτός· διότι, εάν αυτό είναι έτσι, πώς το μεν έργο χάνεται, ο οικοδομών όμως θα σωθεί, έστω και ως δια πυρός; Διότι ο αίτιος μάλλον θα έπρεπε να τιμωρηθεί· τώρα όμως θα συμβεί να τιμωρείται περισσότερο το έργο της οικοδομήσεως. Δηλαδή εάν μεν ο διδάσκαλος έχει γίνει ο αίτιος του κακού, είναι άξιος να τιμωρηθεί αυστηρά· πώς λοιπόν θα σωθεί; Εάν πάλι δεν είναι αίτιος, αλλά παρά τον δικό του δύστροπο χαρακτήρα, οι μαθητές του έχουν γίνει τέτοιοι, καθόλου δεν είναι άξιος να τιμωρηθεί, αλλά ούτε και να υποστεί καμία ζημία αυτός που έκανε καλή οικοδομή. Πώς λοιπόν λέγει ότι «θα υποστεί ζημίες»; Άρα είναι φανερό ότι ομιλεί περί πράξεων. Επειδή δηλαδή πρόκειται στη συνέχεια να στραφεί προς τον πόρνο, κάνει ένα προοίμιο αρκετά πιο πριν· διότι γνωρίζει, καθώς ομιλεί περί άλλου θέματος, να προετοιμάζει για άλλο θέμα, για το οποίο πρόκειται να ομιλήσει· πράγματι, λοιπόν, επιτιμώντας τους πιστούς για το ότι δεν κρατούν τους εαυτούς τους στα άριστα προετοίμασε τον λόγο περί των μυστηρίων.


Ότι επείγεται τώρα να ασχοληθεί με τον πόρνο αποδεικνύεται από το ότι, αφού μίλησε περί του θεμελίου, πρόσθεσε: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς (:είπα αρκετά για τους κτίστες. Ας έρθω τώρα και σε αυτούς που αντί να κτίζουν, καταστρέφουν την οικοδομή. Δεν γνωρίζετε από την πείρα της χριστιανικής ζωής σας ότι είστε ναός του Θεού και ότι το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας; Εάν λοιπόν κανείς με την πλανεμένη διδασκαλία του και τους φατριασμούς του καταστρέφει τον ναό του Θεού, θα τον καταστρέψει αυτόν ο Θεός. Και θα τον καταστρέψει διότι ο ναός του Θεού είναι άγιος. Είναι αφιερωμένος στον Θεό και είναι δικό Του κτήμα. Είναι ιερός και απαραβίαστος. Και τέτοιος ναός, ναός του Θεού άγιος, είστε εσείς)»[Α΄Κορ.3,16-17] Αυτά τα έλεγε διαταράσσοντας από τη στιγμή αυτήν με τον φόβο την ψυχή του πόρνου. «Εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην(:εάν όμως κανείς χτίζει πάνω στο θεμέλιο αυτό με υλικά σαν το χρυσάφι ή το ασήμι ή τους πολύτιμους λίθους,ή, αντιθέτως, με σανίδια ή άχυρα ή καλάμια)»[Α΄Κορ.3,12]· δηλαδή μετά την πίστη, χρειάζεται οικοδόμηση· για τον λόγο αυτόν και αλλού λέει: «Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις(:αφού λοιπόν τα πιστεύετε και τα ξέρετε αυτά για τους πεθαμένους, να παρηγορείτε ο ένας τον άλλο με τους λόγους αυτούς της ελπίδας που σας γράφω)» [Α΄Θεσ. 4,18· πρβλ. Α΄Κορ.5,11: «νῦν δὲ ἔγραψα ὑμῖν μὴ συναμίγνυσθαι ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος ᾖ πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ λοίδορος ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν(:τώρα όμως σας έγραψα να μην συναναστρέφεστε με κάποιον που, ενώ φέρει το όνομα μόνο του αδελφού, στην πραγματικότητα όμως είναι πόρνος ή πλεονέκτης ή ειδωλολάτρης ή υβριστής ή κακόγλωσσος, ή μέθυσος ή άρπαγας. Με τέτοιον χριστιανό δεν πρέπει ούτε να τρώτε μαζί του)»]· καθόσον και ο τεχνίτης και ο μαθητευόμενος συνεισφέρουν στην οικοδόμηση· για τον λόγο αυτόν λέγει: «Καθένας να προσέχει πώς χτίζει».


Εάν αυτά είχαν λεχθεί περί πίστεως, δεν θα υπήρχε λόγος να λεχθούν, διότι στην πίστη πρέπει όλοι να είναι ίσοι, επειδή μια είναι η πίστη· στην αρετή του βίου δεν είναι δυνατόν να είναι όλοι ίδιοι. Η πίστη δηλαδή δεν είναι δυνατόν σε άλλον να είναι μικρότερη, και σε άλλον καλύτερη, αλλά είναι η ίδια σε όλους που αληθινά πιστεύουν· στη ζωή όμως είναι δυνατόν άλλοι μεν να είναι περισσότερο φιλόπονοι, άλλοι πάλι ραθυμότεροι· και οι μεν πρώτοι είναι επόμενο να ζουν ορθότερο βίο, ενώ οι δεύτεροι να είναι υποδεέστεροι· και είναι επόμενο άλλοι μεν να έχουν κατορθώσει τα μεγαλύτερα, άλλοι δε τα μικρότερα· άλλοι μεν να έχουν κάνει τα μεγαλύτερα σφάλματα, άλλοι δε τα ελαφρότερα. Για τον λόγο αυτόν είπε: «χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην (:με υλικά σαν το χρυσάφι ή το ασήμι ή τους πολύτιμους λίθους, ή, αντιθέτως, με σανίδια ή άχυρα ή καλάμια)»[Α΄Κορ.3,12].


«κάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται(:το έργο του καθενός θα γίνει φανερό)». Εδώ εννοεί την πράξη. «Εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται. εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός(:εάν το έργο που έκανε κάποιος κτίζοντας στο αιώνιο θεμέλιο, δηλαδή τον Χριστό, αντέξει και δεν καεί από την φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα πάρει μισθό· εάν το έργο κάποιου άλλου κατακαεί και δεν αντέξει στη φωτιά της Θείας Κρίσεως, αυτός θα ζημιωθεί, διότι οι κόποι του δεν θα ανταμειφθούν. Και ο ίδιος θα σωθεί μόλις και μετά βίας· θα σωθεί δηλαδή σαν εκείνον που περνά μέσα από τις φλόγες τις φωτιάς και διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Έτσι και αυτός θα σωθεί, αν τελικά αντέξει στην φωτιά της Θείας Κρίσεως)»[Α΄Κορ.3,13]. Και βέβαια, εάν αυτό λεγόταν για μαθητές και διδασκάλους, ούτε θα έπρεπε να τιμωρηθούν οι διδάσκαλοι, εάν οι μαθητές δεν τον είχαν ακούσει. Για τον λόγο αυτόν λοιπόν λέει: «Καθένας θα λάβει τον μισθό του ανάλογα με τον κόπο του· όχι ανάλογα με το αποτέλεσμα, αλλά ανάλογα με τον κόπο». Σε τι ευθύνονται οι διδάσκαλοι, εάν δεν έδιναν προσοχή αυτοί που άκουγαν; Άρα και από εδώ φαίνεται ότι ο λόγος είναι για έργα.


Η σημασία αυτού που λέει, είναι η εξής: Εάν κάποιος διάγει κακό βίο, αλλά έχει ορθή πίστη, δεν θα τον βοηθήσει η πίστη του να μην τιμωρηθεί, εφόσον το έργο κατακαίεται. Το δε «κατακαήσεται» σημαίνει ότι δεν θα αντέξει τη δύναμη του πυρός. Αλλά όπως ακριβώς, εάν κάποιος έχοντας χρυσά όπλα, διέλθει ποταμό πυρός, εξέρχεται από αυτόν λαμπρότερος, εάν όμως διερχόταν αυτόν έχοντας χορτάρι, όχι μόνο δεν ωφελεί σε τίποτε, αλλά και τον εαυτό του καταστρέφει, έτσι συμβαίνει και με τα έργα. Δεν το λέγει δηλαδή αυτό σαν να διαλεγόταν για πραγματικά πρόσωπα και για κατακαιόμενους, αλλά επειδή ήθελε να αυξήσει περισσότερο τον φόβο και να αποδείξει ότι εκείνος που ζει στην κακία δεν έχει καμία ασφάλεια· και για τον λόγο αυτόν έλεγε «θα υποστεί ζημίες». Να μια τιμωρία. «Αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός(:και ο ίδιος θα σωθεί μόλις και μετά βίας· θα σωθεί δηλαδή σαν εκείνον που περνά μέσα από τις φλόγες τις φωτιάς και διατρέχει μεγάλο κίνδυνο. Έτσι και αυτός θα σωθεί, αν τελικά αντέξει στην φωτιά της Θείας Κρίσεως)»[Α΄Κορ. 3,15]. Να και η δεύτερη. Αυτό που λέγει, σημαίνει το εξής: «Δεν θα χαθεί και ο ίδιος έτσι όπως τα έργα, εκμηδενιζόμενος, αλλά θα μείνει μέσα στο πυρ». Το πράγμα, λέγει, χρειάζεται βέβαια σωτηρία, και για τον λόγο αυτόν πρόσθεσε: «οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός (:όπως σώζεται κανείς από το πυρ)»· διότι, ως γνωστό, συνηθίζουμε να λέμε για τις ύλες που δεν κατακαίονται και δεν αποτεφρώνονται αμέσως, ότι διατηρούνται στο πυρ.


Μη νομίσεις όμως, επειδή άκουσες τη λέξη «πῦρ», ότι αυτοί που κατακαίονται οδηγούνται στην ανυπαρξία. Εάν όμως ονομάζει σωτηρία και την τιμωρία αυτού του είδους, μην απορείς, διότι συνηθίζει να χρησιμοποιεί εύηχες λέξεις για όσα ηχούν κακώς και για τα καλά τις αντίθετες λέξεις· όπως π.χ. η λέξη «αιχμαλωσία» θεωρείται ότι σημαίνει κάτι το κακό, αλλά ο Παύλος την χρησιμοποιεί για καλό, λέγοντας: «λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ(:αιχμαλωτίζουμε κάθε σκέψη ώστε να υπακούει στον Χριστό)» [Β΄Κορ. 10,5]. Και πάλι χρησιμοποιεί εύηχες λέξεις για κακά πράγματα, λέγοντας: «ἵνα ὥσπερ ἐβασίλευσεν ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θανάτῳ, οὕτω καὶ ἡ χάρις βασιλεύσῃ διὰ δικαιοσύνης εἰς ζωὴν αἰώνιον διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν(: έτσι ώστε όπως ακριβώς βασίλευσε η αμαρτία, που έκανε αισθητό το τυραννικό κράτος της με τον θάνατο, έτσι να βασιλεύσει και η χάρις με το δώρο της δικαιώσεως και σωτηρίας, για να επικρατήσει η αιώνια ζωή με τη μεσιτεία του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας)» [Ρωμ.5,21], αν και η λέξη «βασιλεία» είναι εύηχη λέξη. Έτσι και εδώ· με τον να πει «θα σωθεί», δεν έκανε υπαινιγμό για τίποτε άλλο, παρά για το μέγεθος της τιμωρίας, σαν να έλεγε ότι ο αμαρτωλός αυτός θα τιμωρείται συνεχώς.


Στη συνέχεια προσθέτει σαν συμπέρασμα τα εξής: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; (:είπα αρκετά για τους κτίστες. Ας έρθω τώρα και σε αυτούς που αντί να κτίζουν, καταστρέφουν την οικοδομή. Δεν γνωρίζετε από την πείρα της χριστιανικής ζωής σας ότι είστε ναός του Θεού και ότι το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας;)»[Α΄Κορ.3,16]. Επειδή δηλαδή στην προηγούμενη ομιλία ομίλησε για εκείνους που διαιρούν την Εκκλησία, μέμφεται στη συνέχεια και τον πόρνο, ουδέποτε βέβαια ονομαστικά, αλλά αόριστα υπαινίσσεται τον διεφθαρμένο βίο του και διαχωρίζει το αμάρτημα από τη δωρεά, η οποία του είχε ήδη δοθεί. Κατόπιν αποτρέπει και τους άλλους από όσα ακριβώς είχαν ήδη πράξει· διότι πάντοτε κάνει αυτό, λαμβάνοντας ως αφορμή όσα πρόκειται να συμβούν ή έχουν ήδη συμβεί, είτε λυπηρά, είτα αγαθά. Από μεν τα μέλλοντα λέγει: «ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται(:διότι η ημέρα της Κρίσεως θα το σκεπάσει και θα το φανερώσει. Και θα το ξεσκεπάσει, διότι η ημέρα εκείνη θα αποκαλυφτεί μαζί με την ενέργεια της θείας δικαιοσύνης, που είναι δραστική σαν φωτιά)»[Α΄Κορ.3,13], ενώ από όσα έχουν συμβεί λέγει: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός (:είπα αρκετά για τους κτίστες. Ας έρθω τώρα και σε αυτούς που αντί να κτίζουν, καταστρέφουν την οικοδομή. Δεν γνωρίζετε από την πείρα της χριστιανικής ζωής σας ότι είστε ναός του Θεού και ότι το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας; εάν λοιπόν κανείς με την πλανεμένη διδασκαλία του και τους φατριασμούς του καταστρέφει τον ναό του Θεού, θα τον καταστρέψει αυτόν ο Θεός)»[Α΄Κορ.3,16-17].


Βλέπεις τη σφοδρότητα του λόγου; Αλλά όσο είναι άγνωστο το πρόσωπο του κατηγορουμένου, δεν είναι τόσο βαρύς ο λόγος, διότι όλοι συμμετέχουν στον φόβο, που προέρχεται από την επιτίμηση. «Φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός», δηλαδή θα τον καταστρέψει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Παύλος καταριέται να τον καταστρέψει ο Θεός έναν τέτοιον άνθρωπο, αλλά ότι προφητεύει. «Ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς(:και θα τον καταστρέψει διότι ο ναός του Θεού είναι άγιος. Είναι αφιερωμένος στον Θεό και είναι δικό Του κτήμα. Είναι ιερός και απαραβίαστος. Και τέτοιος ναός, ναός του Θεού άγιος, είστε εσείς)»[Α΄Κορ.3,17], ενώ ο πόρνος είναι βέβηλος. Κατόπιν για να μη φανεί ότι απευθύνεται προς εκείνον, αφού είπε: «Διότι ο ναός του Θεού είναι άγιος», πρόσθεσε: «Και αυτός ο ναός είστε εσείς». «Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω· εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός(:ας μην εξαπατά κανείς τον εαυτό του νομίζοντας ότι δεν θα τον φθείρει ο Θεός όταν αυτός φθείρει τον ναό του Θεού με τα σχίσματά του. Και επειδή τα κόμματα αυτά γίνονται από την ιδέα ότι ο αρχηγός του ενός είναι καλύτερος από τον αρχηγό του άλλου, σας προσθέτω ότι, αν κανείς μεταξύ σας νομίζει ότι είναι σοφός επειδή έχει την σοφία του κόσμου που βρίσκεται μακριά από τον Θεό, αυτός ας γίνει μωρός με το να αποδεχθεί το κήρυγμα που ο κόσμος το θεωρεί κουταμάρα· και ας σταματήσει να έχει εμπιστοσύνη στη σοφία του και την κρίση του, για να γίνει πραγματικά σοφός)» [Α΄Κορ.3,18]. Και αυτό το λέγει για εκείνον[:τον πόρνο της Κορίνθου που τους σκανδάλιζε με τη συμβίωσή του με τη γυναίκα του πατέρα του], διότι νόμιζε ότι δήθεν είναι κάτι και υπερηφανευόταν για τη σοφία του.


Και για να μη φανεί ότι επί πολύ αποτείνεται προς αυτόν, χωρίς να είναι ο κύριος σκοπός του, αφού τον έβαλε σε αγωνία και τον παρέδωσε στον φόβο, πάλι φέρει τον λόγο στο κοινό αμάρτημα και λέγει: «Εάν κάποιος μεταξύ σας νομίζει ότι είναι είναι σοφός κατά την κρίση του κόσμου αυτού, ας γίνει μωρός, για να γίνει σοφός»[Α΄Κορ.3,18]. Και το κάνει αυτό στη συνέχεια με πολλή παρρησία, διότι πράγματι τους αντιμετώπισε επιτυχώς· διότι και αν ακόμη κάποιος είναι πλούσιος ή έχει ευγενή καταγωγή, είναι ο ευτελέστερος των ευτελών, όταν κυριευτεί από την αμαρτία. Δηλαδή, όπως ακριβώς αν κάποιος είναι βασιλιάς και γίνει δούλος βαρβάρων, είναι ο δυστυχέστερος από όλους, έτσι συμβαίνει και με την αμαρτία· η αμαρτία δηλαδή είναι βάρβαρη και δεν γνωρίζει να ευσπλαχνίζεται την ψυχή, την οποία κατέλαβε μία φορά, αλλά την τυραννάει έως ότου να καταστρέψει αυτούς που τη δέχονται.




ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος






Πηγές:


https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-i-ad-corinthios.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολήν, ομιλίες Η΄και Θ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2015, τόμος 18, σελίδες 228- 259.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 24.8.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ



«Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλουςκαὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾿ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος


(:και αμέσως ο Ιησούς, για να μην παρασυρθούν οι μαθητές Του από τον ενθουσιασμό του πλήθους που ήθελε να Τον ανακηρύξει βασιλιά [μετά από το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων] τους ανάγκασε να εισέλθουν στο πλοίο και να περάσουν πριν από Αυτόν στο απέναντι μέρος της λίμνης, ωσότου Αυτός διαλύσει τα πλήθη του λαού. Και αφού διέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος, για να προσευχηθεί μόνος και απερίσπαστος. Και όταν άρχισε να νυκτώνει, ήταν μόνος Του εκεί. Το πλοίο όμως βρισκόταν πλέον στο μέσο της λίμνης και κλυδωνιζόταν πολύ από τα κύματα, διότι ήταν αντίθετος ο άνεμος)»[Ματθ.14,22-27]·[ερμην. απόδοση Παν. Τρεμπέλα]. Για ποιον λόγο ανεβαίνει στο όρος; Για να μας διδάξει ότι είναι καλό πράγμα η ερημιά και η μόνωση όταν πρέπει να επικοινωνήσουμε με τον Θεό. Για τον λόγο αυτόν βέβαια καταφεύγει συχνά στις ερήμους και εκεί πολλές φορές διανυκτερεύει προσευχόμενος για να μας διδάξει να επιδιώκουμε την απόλυτη ησυχία κατά την προσευχή και από τον χρόνο και από τον τόπο· διότι η έρημος είναι μητέρα της ησυχίας και τόπος γαλήνης και λιμάνι που μας απαλλάσσει από κάθε θόρυβο.


Και ο μεν Ιησούς για τον λόγο αυτόν ανέβαινε εκεί στο όρος, οι μαθητές Του όμως κλυδωνίζονται και πάλι από τη θαλασσοταραχή και υποφέρουν από την κακοκαιρία όπως και σε κάποια προηγούμενη φορά [πρβλ. Ματθ.8,23-27: «Καὶ ἐμβάντι αὐτῷ εἰς τὸ πλοῖον ἠκολούθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. καὶ ἰδοὺ σεισμὸς μέγας ἐγένετο ἐν τῇ θαλάσσῃ, ὥστε τὸ πλοῖον καλύπτεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων· αὐτὸς δὲ ἐκάθευδε. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἤγειραν αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα. καὶ λέγει αὐτοῖς· τί δειλοί ἐστε, ὀλιγόπιστοι; τότε ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τοῖς ἀνέμοις καὶ τῇ θαλάσσῃ, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. οἱ δὲ ἄνθρωποι ἐθαύμασαν λέγοντες· ποταπός ἐστιν οὗτος, ὅτι καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;(: και όταν μπήκε στο πλοίο, Τον ακολούθησαν οι δώδεκα μαθητές Του. Και ιδού έγινε θύελλα ισχυρή, αναταραχή και τρικυμία μεγάλη στη θάλασσα, ώστε το πλοίο να σκεπάζεται από τα κύματα. Ο Ιησούς όμως κοιμόταν. Και προσήλθαν έντρομοι οι μαθητές κοντά Του και Τον ξύπνησαν λέγοντας· “Κύριε σώσε μας, χανόμαστε”. Και λέγει προς αυτούς: “ω ολιγόπιστοι, γιατί είστε τόσο δειλοί;” Τότε, αφού σηκώθηκε όρθιος, διέταξε με εξουσία και αυστηρότητα και επέπληξε τους ανέμους και την θάλασσα και αμέσως έγινε γαλήνη μεγάλη. Και οι άνθρωποι που είδαν και άκουσαν το καταπληκτικό αυτό γεγονός, θαύμασαν και έλεγαν με έκσταση· τι άνθρωπος είναι αυτός, αφού και οι άνεμοι και η θάλασσα υποτάσσονται σε αυτόν;’’)»].


Τότε όμως το είχαν πάθει αυτό έχοντας τον Ιησού μαζί τους μέσα στο πλοίο, ενώ τώρα ήσαν τελείως μόνοι τους· διότι ήρεμα και σιγά- σιγά τούς εισάγει και τους καθοδηγεί στα μεγάλα πνευματικά θέματα και στο να αντιμετωπίζουν τα πάντα με γενναιότητα. Και ακριβώς για τον λόγο αυτόν, όταν συνέβη για πρώτη φορά να κινδυνεύσουν, ήταν μεν παρών, αλλά όμως κοιμόταν, ώστε αμέσως να τους προσφέρει την βοήθειά Του. Τώρα όμως για να τους κάνει να δείξουν μεγαλύτερη υπομονή, δεν κάνει ούτε αυτό, αλλά φεύγει από κοντά τους και ενώ βρίσκονται στο μέσο της θαλάσσης, επιτρέπει να σηκωθεί η θαλασσοταραχή, ώστε να μην ελπίζουν από πουθενά να σωθούν, και όλη τη νύκτα τους αφήνει να θαλασσοδέρνονται, για να διεγείρει, κατά τη γνώμη μου, την καρδιά τους που ήταν πνευματικώς νεκρή, ευρισκόμενη ακόμη σε νάρκη· διότι τέτοιος είναι ο φόβος τον οποίο δημιουργεί η θαλασσοταραχή μαζί με τη νύκτα. Μαζί όμως με τη σύγχυση στην οποία τους άφησε για λίγο να βρίσκονται, αύξησε και την επιθυμία τους ακόμη περισσότερο για τον Ίδιο που και άλλη φορά τους είχε σώσει, καθώς επίσης και να Τον ενθυμούνται συνεχώς.


Και ακριβώς για αυτόν τον λόγο δεν παρουσιάστηκε αμέσως σε αυτούς· διότι λέγει: «τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης(:και στο τελευταίο τρίωρο της νύχτας[δηλ. μεταξύ των ωρών 3-6 π.μ.], όταν το τέταρτο τμήμα των σκοπών παραλαμβάνει τη στρατιωτική φρουρά, ο Ιησούς έφυγε απ’ το βουνό και ήλθε προς αυτούς περπατώντας πάνω στη θάλασσα, σαν να ήταν η θάλασσα στεριά)»[Ματθ.14,25], με σκοπό να τους διδάξει να μη ζητούν ταχεία απαλλαγή από τις συμφορές που τους βρίσκουν, αλλά να αντιμετωπίζουν τα δυσάρεστα γεγονότα με γενναιότητα. Μόλις λοιπόν ήλπισαν ότι θα απαλλαγούν από τη θαλασσοταραχή, τότε και πάλι έγινε μεγαλύτερος ο φόβος τους. Διότι λέγει ο Ευαγγελιστής: «καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν(:όταν λοιπόν Τον είδαν οι μαθητές να περπατάει πάνω στη θάλασσα, ταράχθηκαν λέγοντας ότι αυτό που έβλεπαν είναι φάντασμα. Και απ’ τον φόβο τους έβγαλαν κραυγή)»[Ματθ.14,26].Και πράγματι αυτό κάνει πάντοτε, όταν δηλαδή πρόκειται να τους απαλλάξει από τον φόβο και τη δοκιμασία, τότε επιτρέπει να περιπέσουν σε κάποια δυσκολότερη και φοβερότερη, πράγμα που βέβαια συνέβη και τότε· διότι μαζί με τη θαλασσοταραχή και η εμφάνιση του Κυρίου που περπατούσε επάνω στην τρικυμισμένη θάλασσα, τούς φόβισε πάρα πολύ και μάλιστα όχι λιγότερο από την τρικυμία. Για τον λόγο αυτόν ούτε το σκοτάδι διέλυσε, ούτε και τους φανερώθηκε αμέσως, για να τους εξασκήσει, όπως προανέφερα, με την παράταση αυτή του φόβου τους, και για να τους διδάξει να είναι καρτερικοί.


Το ίδιο έκανε και στην περίπτωση του Ιώβ· διότι όταν επρόκειτο να τον ελευθερώσει από τον φόβο και τον πειρασμό, ακριβώς τότε επέτρεψε να γίνει χειρότερο το τέλος της συμφοράς του. Δεν εννοώ τον θάνατο των παιδιών του και τα λόγια της γυναίκας του, αλλά τους χλευασμούς των υπηρετών του και των φίλων του. Και όταν πάλι επρόκειτο να απαλλάξει τον Ιακώβ από τις ταλαιπωρίες του στην ξένη χώρα, επέτρεψε να δημιουργηθεί και να γίνει μεγάλος θόρυβος. Καθόσον ο πεθερός του, αφού τον συνέλαβε τον απειλούσε με θάνατο και ύστερα από εκείνον δεν άργησε να έλθει ο αδελφός του που παραλίγο να τον φόνευε[πρβλ. Γέν. κεφ.31-32]· διότι επειδή δεν είναι δυνατόν οι δίκαιοι να δοκιμάζονται και επί πολύ χρόνο και με μεγάλες δοκιμασίες, για τον λόγο αυτόν όταν πρόκειται να απαλλαγούν από τις δοκιμασίες, θέλοντας να τους ωφελήσει σε μεγαλύτερο βαθμό, αυξάνει τις δοκιμασίες. Πράγμα που έκανε και στην περίπτωση του Αβραάμ στέλνοντας σε αυτόν την τελευταία δοκιμασία, δηλαδή τη θυσία του παιδιού του[πρβ.Γέν.22,1 κ.ε.]· διότι με τον τρόπο αυτόν οι δυσβάστακτες δοκιμασίες γίνονται υποφερτές, όταν αποστέλλονται στο τέλος της δοκιμασίας, και είναι πλέον πολύ κοντά η απαλλαγή από αυτές. Το ίδιο λοιπόν και τότε έκανε ο Χριστός και δεν φανέρωσε προηγουμένως τον εαυτό Του, αλλά τότε μόνο, όταν οι μαθητές Τον φώναξαν δυνατά· διότι όσο περισσότερο μεγάλωνε η αγωνία τους, τόσο περισσότερο επιζητούσαν την παρουσία Του.


Στη συνέχεια, λέγει ο ευαγγελιστής, μόλις φώναξαν δυνατά, «εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε(:αμέσως όμως τους μίλησε ο Ιησούς και τους είπε: “Έχετε θάρρος, εγώ είμαι, μη φοβάστε”)»[Ματθ.14,27]. Τα λόγια αυτά διέλυσαν τον φόβο τους και τους έδωσαν θάρρος. Επειδή δηλαδή αρχικά δεν Τον ανεγνώρισαν όταν Τον είδαν, και εξαιτίας του παράδοξου βαδίσματός Του επάνω στην θάλασσα και εξαιτίας της ώρας που συνέβη αυτό, για τον λόγο αυτόν φανερώνει τον εαυτό Του σε αυτούς με τη φωνή Του. Τι έκανε λοιπόν ο Πέτρος που ήταν ενθουσιώδης σε όλες του τις ενέργειες και πάντοτε εκδηλωνόταν πριν από τους άλλους μαθητές; «Κύριε», λέγει, «εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα(:“Κύριε, εάν είσαι Εσύ, δώσε μου εντολή να έλθω κοντά Σου περπατώντας πάνω στα νερά”)». Δεν Του είπε να προσευχηθεί και να παρακαλέσει τον Πατέρα Του, αλλά Του είπε: «κέλευσον(:δώσε εντολή)». Είδες πόσο μεγάλος ήταν ο ενθουσιασμός του; Πόσο μεγάλη η πίστη του; Μολονότι βέβαια πολλές φορές εξαιτίας αυτού του ενθουσιασμού του ζητούσε πράγματα που υπερέβαιναν το μέτρο. Καθόσον και στην περίπτωση αυτήν ζήτησε πολύ μεγάλο πράγμα, αλλά αυτό το έκανε από αγάπη και μόνο και όχι προς επίδειξη· διότι δεν είπε «Πρόσταξέ με να βαδίσω επάνω στα ύδατα», αλλά τι; «Πρόσταξέ με να έλθω προς Εσένα»· διότι κανείς δεν αγαπούσε τόσο πολύ τον Ιησού. Το ίδιο έκανε και μετά την Ανάσταση· δεν θέλησε και τότε να πάει στον τάφο μαζί με τους άλλους μαθητές, αλλά έτρεξε να πάει πριν από αυτούς. Και δεν δείχνει με αυτό μόνο την αγάπη του, αλλά και την πίστη του· διότι δεν πίστεψε απλά και μόνο ότι ο Ιησούς μπορεί να περιπατεί επάνω στη θάλασσα, αλλά ότι και σε άλλους μπορεί να μεταδώσει αυτήν τη δυνατότητα. Η επιθυμία του λοιπόν είναι να βρεθεί πλησίον Του το ταχύτερο.


« δὲ εἶπεν, ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;(: ο Κύριος του είπε: “Έλα”. Και τότε ο Πέτρος κατέβηκε από το πλοίο και περπάτησε πάνω στα νερά για να έλθει κοντά στον Ιησού. Όταν όμως είδε τον αέρα πόσο δυνατός ήταν, κλονίστηκε η πίστη του και φοβήθηκε, και καθώς άρχισε να βουλιάζει, φώναξε δυνατά: “Κύριε, σώσε με, διότι κινδυνεύω να πνιγώ”. Αμέσως ο Ιησούς άπλωσε το χέρι Του, τον έπιασε και του είπε: “Ολιγόπιστε, γιατί δείλιασες;”)».[Ματθ. 14,28-31]. Αυτό το θαύμα είναι πιο παράδοξο από το προηγούμενο, και γι' αυτό και γίνεται μετά από εκείνο. Αφού δηλαδή ο Ιησούς απέδειξε ότι είναι εξουσιαστής της θάλασσας, στη συνέχεια επιτελεί και το πιο αξιοθαύμαστο θαύμα· διότι τότε μεν, επιτίμησε μόνο τους ανέμους, τώρα όμως και ο Ίδιος βαδίζει επάνω στα ύδατα και σε άλλον παρέχει τη δυνατότητα να πράξει το ίδιο, πράγμα που εάν από την αρχή πρόσταζε να γίνει, οπωσδήποτε δεν θα το δεχόταν ο Πέτρος με τον ίδιο τρόπο επειδή δεν θα είχε ακόμη αποκτήσει τόση μεγάλη πίστη.


Γιατί όμως ο Χριστός το επέτρεψε να γίνει αυτό; Διότι, εάν του έλεγε ότι δεν μπορεί να βαδίσει επάνω στη θάλασσα, ο Πέτρος, επειδή ήταν ορμητικός, θα είχε αντιρρήσεις. Για τον λόγο αυτό τον πείθει με τα γεγονότα, ώστε στο μέλλον να είναι πιο σώφρονας. Αλλά και έτσι δεν μπορεί να συγκρατήσει τον εαυτό του πάνω στην επιφάνεια. Αφού λοιπόν, κατέβηκε από το πλοίο, κλυδωνίζεται, επειδή φοβήθηκε. Και τον κλυδωνισμό προκάλεσε η τρικυμία, τον φόβο όμως τον δημιούργησε ο άνεμος. Ο δε ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει ότι: «ἤθελον οὖν λαβεῖν αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον, καὶ εὐθέως τὸ πλοῖον ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς εἰς ἣν ὑπῆγον(:μετά λοιπόν από τη διαβεβαίωσή Του αυτή, οι μαθητές εκδήλωσαν πολλή σπουδή και προθυμία να Τον πάρουν πάνω στο πλοίο. Και μόλις Τον πήραν, αμέσως το πλοίο έφθασε θαυματουργικώς στη στεριά όπου κατευθυνόταν)»[Ιω.6,21]. Ώστε όταν επρόκειτο να προσεγγίσουν την ξηρά, τότε ο Ιησούς ανέβηκε στο πλοίο. Αφού λοιπόν κατέβηκε ο Πέτρος από το πλοίο, βάδιζε προς τον Ιησού, χαρούμενος όχι τόσο επειδή περπατούσε πάνω στη θάλασσα, αλλά επειδή ερχόταν κοντά στον Κύριο. Και ενώ είχε νικήσει το σπουδαιότερο, επρόκειτο να κακοπαθήσει από το μικρότερο, εννοώ την ορμή του αέρος και όχι τη θάλασσα. Πραγματικά τέτοια είναι η ανθρώπινη φύση, πολλές φορές, δηλαδή, επιτυγχάνει τα μεγάλα και αποτυγχάνει στα ελάχιστα. Όπως έγινε στον Ηλία με την Ιεζάβελ, τον Μωυσή με τον Αιγύπτιο και τον Δαυίδ με τη Βηρσαβεέ. Έτσι, λοιπόν, και ο Πέτρος. Ενώ ήταν ακόμη φοβισμένος, πήρε το θάρρος να πατήσει επάνω στα κύματα, αλλά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην ορμή του ανέμου, αν και βρισκόταν κοντά στον Χριστό.


Έτσι, δεν τον ωφελεί καθόλου το ότι βρίσκεται κοντά στον Χριστό τοπικώς, εάν δεν είναι κοντά Του με την πίστη. Το γεγονός αυτό φανέρωνε και τη διαφορά μεταξύ του Διδασκάλου και του μαθητή και έδινε παρηγοριά και στους άλλους μαθητές· διότι εάν αγανάκτησαν για τους δύο αδελφούς που ζήτησαν τα πρωτεία, πολύ περισσότερο θα αγανάκτησαν εδώ, επειδή δεν είχαν λάβει το Άγιο Πνεύμα. Μετά τη δωρεά του αγίου Πνεύματος, όμως, δεν συμπεριφέρονται έτσι· διότι σε κάθε περίπτωση παραχωρούν τα πρωτεία στον Πέτρο και στις ομιλίες προς τον λαό, αυτόν προβάλλουν, αν και ήταν ο πιο αμόρφωτος από τους άλλους. Και γιατί δεν διέταξε ο Ιησούς τους ανέμους να σταματήσουν, αλλά άπλωσε ο Ίδιος το χέρι Του και τον έπιασε; Διότι χρειαζόταν και η πίστη του Πέτρου. Επειδή, όταν δεν γίνεται ό,τι εξαρτάται από εμάς, τότε παύει και η βοήθεια του Θεού. Για να του δείξει, λοιπόν, ότι δεν τον παρέσυρε η δύναμη του ανέμου, αλλά η δική του ολιγοπιστία, λέγει: «Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;(:Ολιγόπιστε, γιατί κλονίστηκες στην πίστη και δείλιασες;)»[Ματθ.14,31]. Ώστε εάν δεν του έλειπε η πίστη, θα μπορούσε με ευκολία να αντιμετωπίσει και τον άνεμο. Για τον λόγο αυτόν, ακριβώς, αφού τον έπιασε από το χέρι, άφησε τον άνεμο να φυσά, για να του αποδείξει ότι καθόλου δεν μπορεί να τον βλάψει ο άνεμος, όταν η πίστη του είναι σταθερή και αμετακίνητη. Και όπως το μικρό πουλάκι, που προ ολίγου πέταξε από τη φωλιά του και κινδυνεύει να πέσει στη γη, το παίρνει στα φτερά της η μητέρα του και το επαναφέρει στη φωλιά, έτσι έκανε και ο Χριστός.


«Καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος(:και όταν ο Χριστός και ο Πέτρος μπήκαν στο πλοίο, ησύχασε ο άνεμος)». Προηγουμένως, έλεγαν: «Τι άνθρωπος είναι αυτός, εφόσον και οι άνεμοι και η θάλασσα υπακούουν σε αυτόν;» [Ματθ. 8,27]. Τώρα όμως δεν λέγουν τα ίδια. «Οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ(:οι μαθητές, που ήσαν στο πλοίο)», λέγει ο ευαγγελιστής, «ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ(:ήλθαν και Τον προσκύνησαν με πολλή ευλάβεια λέγοντας: “Αληθινά, είσαι Υιός του Θεού”)». Βλέπεις με ποιον τρόπο σιγά σιγά τους ανέβαζε υψηλότερα; Πραγματικά, από το γεγονός ότι βάδισε ο Ίδιος επάνω στη θάλασσα και από το ότι και σε άλλον έδωσε την εντολή να κάνει το ίδιο και τον έσωσε όταν κινδύνευσε, αυξήθηκε κατά πολύ η πίστη αυτών. Τότε, βέβαια, επιτίμησε τη θάλασσα, τώρα όμως, δεν την επιτιμά, αλλά με άλλον τρόπο αποδεικνύει περισσότερο τη δύναμή Του. Γι' αυτό και έλεγαν: «Αληθινά, είσαι Υιός του Θεού». Τι λοιπόν; Τους μάλωσε επειδή είπαν αυτόν τον λόγο; Όχι βέβαια, αλλά αντίθετα, και επιβεβαίωσε τους λόγους τους, με το να θεραπεύει με μεγαλύτερη εξουσία όσους ασθενείς βρίσκονταν κοντά Του και όχι όπως προηγουμένως.


«Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ. καὶ ἐπιγνόντες αὐτὸν οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου ἐκείνου ἀπέστειλαν εἰς ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας, καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν μόνον ἅψωνται τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· καὶ ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν(:και αφού πέρασαν απ’ το ένα μέρος της λίμνης στο άλλο, ήλθαν στη χώρα Γεννησαρέτ. Όταν οι άνθρωποι του τόπου εκείνου Τον αντιλήφθηκαν, έστειλαν απεσταλμένους σε όλη την περιφέρεια εκείνη για να ειδοποιήσουν τους κατοίκους της για την άφιξή Του, και Του έφεραν όλους τους ασθενείς Και Τον παρακαλούσαν να τους αφήσει να αγγίξουν μόνο την άκρη του εξωτερικού Του ενδύματος.Και όσοι Τον άγγιξαν, θεραπεύτηκαν τελείως)».[Ματθ.14,34-36]. Πραγματικά, δεν πήγαιναν κοντά Του, όπως προηγουμένως, που Τον καλούσαν στα σπίτια και ζητούσαν να αγγίξει με το χέρι Του τους ασθενείς και να δώσει εντολή για τη θεραπεία· τώρα Τον πλησιάζουν με υψηλότερο φρόνημα και με μεγαλύτερη ευσέβεια και με μεγαλύτερη πίστη ζητούν και επιτυγχάνουν τη θεραπεία· διότι η αιμορροούσα γυναίκα που με βαθιά πίστη είχε αναζητήσει τη θεραπεία της απλά και μόνο με το άγγιγμα του ενδύματός Του, τους δίδαξε όλους να φιλοσοφούν.


Για να δείξει επίσης ο ευαγγελιστής ότι για πολύ χρόνο παρέμεινε στα μέρη εκείνα λέγει ότι «Όταν οι άνθρωποι του τόπου εκείνου Τον αντιλήφθηκαν έστειλαν απεσταλμένους σε όλη την περιοχή εκείνη για να ειδοποιήσουν τους κατοίκους της περί της αφίξεώς Του και Του έφεραν όλους τους ασθενείς». Και όμως, η μακρά παραμονή Του σε αυτούς όχι μόνο δεν παρέλυσε την πίστη τους, αλλά την έκανε μεγαλύτερη και την κράτησε σε ακμή. Ας αγγίξουμε λοιπόν και εμείς το άκρο του ενδύματός Του. Ή μάλλον, εάν θέλουμε, Τον έχουμε ολόκληρο κοντά μας· διότι και το σώμα Του έχει παρατεθεί τώρα μπροστά μας. Όχι μόνο το ένδυμα, αλλά και το σώμα. Όχι να το αγγίξουμε μόνο, αλλά να το φάγουμε και να χορτάσουμε. Για τον λόγο αυτόν ας Τον πλησιάσουμε με πίστη, καθένας μας που υποφέρει από κάποια ασθένεια· διότι εάν εκείνοι, που άγγιξαν το άκρο του ενδύματός Του, πήραν τόσο μεγάλη δύναμη, πόση θα λάβουμε εμείς που Τον έχουμε ολόκληρο;


Αλλά το να πλησιάσουμε τον Χριστό με πίστη, δεν σημαίνει να λάβουμε μόνο τη Θεία Κοινωνία, αλλά να τη δεχτούμε με καθαρή την καρδιά και να βρισκόμαστε σε τέτοια ψυχική διάθεση, σαν να βαδίζουμε προς τον Ίδιο τον Χριστό. Διότι, τι σημασία έχει, αν δεν ακούμε τη φωνή Του; Βλέπεις τον Ίδιο να σου προσφέρεται. Ή μάλλον ακούς και τη φωνή Του, αφού σου ομιλεί διαμέσου των ευαγγελιστών. Πιστέψτε λοιπόν ότι και τώρα εκείνο το δείπνο γίνεται στο οποίο και ο Ίδιος παρευρισκόταν· διότι αυτό δεν διαφέρει σε τίποτε από εκείνο. Ούτε βέβαια, αυτό μεν το παραθέτει άνθρωπος, ενώ εκείνο ο Κύριος, αλλά και το ένα και το άλλο το παρασκευάζει ο Ιησούς. Συνεπώς, όταν θα δεις τον ιερέα να σου το προσφέρει, να μην έχεις τη γνώμη ότι ο ιερέας το κάνει αυτό, αλλά να πιστεύεις ότι το χέρι που απλώνεται είναι του Χριστού· διότι όπως όταν βαπτίζεσαι, δεν είναι ο ιερέας που σε βαπτίζει, αλλά ο Θεός που σου αγγίζει το κεφάλι με αόρατη δύναμη, και ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος, ούτε κανείς άλλος δεν τολμά να πλησιάσει και να σε αγγίξει, κατά όμοιο τρόπο και τώρα.


Πραγματικά, όταν ο Θεός αναγεννά κάποιον, η δωρεά είναι αποκλειστικά και μόνο του Θεού. Δεν βλέπεις εκείνους που υιοθετούν εδώ στη γη ότι δεν αναθέτουν τη διαδικασία της υιοθεσίας στους δούλους τους, αλλά προσέρχονται οι ίδιοι στο δικαστήριο; Κατά όμοιο τρόπο και ο Θεός δεν ανέθεσε στους αγγέλους τη διαχείριση της δωρεάς Του, αλλά παρευρίσκεται ο Ίδιος και μας συμβουλεύει και μας λέγει: «καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατήρ ὑμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(:και κανέναν επάνω στη γη να μην τον ονομάσετε πατέρα σας με κύρος και εξουσία απεριόριστη και απόλυτη· διότι ένας είναι ο Πατέρας σας, Εκείνος που είναι στους ουρανούς)»[Ματθ.23,9]. Και το λέγει αυτό όχι για να μην αποδίδεις τις πρέπουσες τιμές στους γονείς σου, αλλά για να θέσεις επάνω από όλα Εκείνον που σε δημιούργησε και σε συμπεριέλαβε στα παιδιά Του· διότι εκείνος που έδωσε το σπουδαιότερο, δηλαδή προσέφερε θυσία τον εαυτό Του, πολύ περισσότερο δεν θα απαξιώσει να σου δώσει και το σώμα Του.


Ας ακούσουμε, λοιπόν, ιερείς και όλοι οι υπόλοιποι Χριστιανοί, πόσο μεγάλη δωρεά λάβαμε. Ας το ακούσουμε και ας νιώσουμε φρίκη. Μας έδωσε το δικαίωμα να χορτάσουμε με τις αγίες Του σάρκες, πρόσφερε τον ίδιο τον εαυτό Του να θυσιαστεί. Ποια απολογία θα έχουμε, όταν ενώ τρεφόμαστε με την τροφή αυτού του είδους διαπράττουμε τόσο μεγάλες αμαρτίες; Όταν, ενώ τρώγουμε αμνό, γινόμαστε λύκοι; Όταν ενώ τρώγουμε πρόβατο, αρπάζουμε όπως οι λέοντες; Διότι το μυστήριο αυτό μάς δίνει εντολή όχι μόνο να είμαστε τελείως καθαροί από αρπαγή, αλλά και από την απλή έχθρα· διότι το μυστήριο αυτό είναι μυστήριο ειρήνης. Δεν επιτρέπει να το ανταλλάσουμε με χρήματα. Πραγματικά, εάν ο Κύριος δεν λυπήθηκε τον εαυτό Του για εμάς, ποιας τιμωρίας είμαστε άξιοι εμείς, όταν ενδιαφερόμαστε για τα χρήματα και αδιαφορούμε για την ψυχή μας, χάριν της οποίας ο Ιησούς θυσίασε τον εαυτό Του; Στους μεν Ιουδαίους ο Θεός καθόρισε τις ετήσιες εορτές για να θυμούνται τις ευεργεσίες που τους έκανε, ενώ εσένα σου τις υπενθυμίζουν κάθε ημέρα, όπως μπορεί να πει κανείς, τα μυστήρια αυτά.


Συνεπώς, να μην ντρέπεσαι τον σταυρό· διότι αυτά είναι για εμάς τα άξια σεβασμού, αυτά είναι τα μυστήριά μας. Με αυτό το δώρο κοσμούμαστε, με αυτό δοξαζόμαστε. Και αν πω ότι ο Θεός εξέτεινε τον ουρανό, άπλωσε τη γη και τη θάλασσα και απέστειλε τους αγγέλους, δεν θα πω τίποτε το ισάξιο με αυτό· διότι αυτό είναι το αποκορύφωμα όλων των αγαθών, ότι δηλαδή, ο Θεός προσέφερε τον ίδιο τον Υιό Του, για να σώσει τους δούλους Του που απομακρύνθηκαν από κοντά Του. Γι' αυτό ας μην πλησιάζει στην τράπεζα αυτήν κανένας Ιούδας, κανένας Σίμων μάγος[αυτός είχε προσπαθήσει να εξαγοράσει από τον Απόστολο Πέτρο το αποστολικό χάρισμα της μεταδόσεως των δωρεών του Αγίου Πνεύματος και να εμπορευτεί τη Θεία Χάρη, προκειμένου να κερδίσει χρήματα: βλ. Πράξ.8,9-25 εξ.]· διότι και οι δύο χάθηκαν από τη φιλαργυρία τους. Ας αποφύγουμε λοιπόν το βάραθρο αυτό και ας μην νομίζουμε ότι είναι αρκετό για τη σωτηρία μας, το να προσφέρουμε δηλαδή στην Αγία Τράπεζα χρυσό και στολισμένο με πολύτιμους λίθους ποτήριο, ενώ από την άλλη απογυμνώνουμε χήρες και ορφανά με την τρομερή φιλαργυρία μας. Εάν όμως θέλεις να τιμήσεις τη θυσία του Υιού του Θεού, να προσφέρεις την ψυχή σου, για την οποία θυσιάστηκε ο Χριστός. Αυτήν να κάνεις χρυσή. Εάν αυτή, όμως, είναι χειρότερη από το μολύβι και από το όστρακο, ποια είναι η ωφέλεια, και αν ακόμη το σκεύος είναι από χρυσό;


Ώστε ας μη φροντίζουμε μόνο το πώς θα προσφέρουμε στην εκκλησία χρυσά σκεύη, αλλά το πώς η προσφορά μας θα προέρχεται από δίκαιους κόπους και πλούτη· διότι εκείνες οι προσφορές είναι πιο πολύτιμες και από το χρυσάφι, οι οποίες δεν είναι προϊόντα πλεονεξίας. Δεν είναι βέβαια χρυσοχοείο, ούτε αργυροκοπείο η εκκλησία, αλλά πανήγυρη αγγέλων. Για τον λόγο αυτό και ψυχές χρειαζόμαστε αγαθές· διότι και ο Θεός για τις ψυχές τα προσφέρει όλα αυτά. Δεν ήταν, βέβαια, αργυρή τότε η τράπεζα εκείνη, ούτε το ποτήριο χρυσό, με το οποίο έδωσε ο Χριστός το Αίμα Του στους μαθητές Του. Αλλά ήσαν τίμια και φρικτά εκείνα, επειδή ήσαν πλήρη από το Άγιο Πνεύμα. Θέλεις να το τιμήσεις το σώμα του Χριστού; Να μην αδιαφορήσεις όταν είναι γυμνός. Ούτε να Τον τιμήσεις εδώ στον ναό με μεταξωτά ενδύματα, και έξω να Τον περιφρονήσεις, όταν θα βασανίζεται από το ψύχος και τη γυμνότητα· διότι εκείνος που είπε «λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου(:λάβετε και φάτε· αυτό είναι το Σώμα μου)»[Ματθ.26,26] και επιβεβαίωσε με τον λόγο Του το πράγμα, ο Ίδιος θα πει: « ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με(:διότι πείνασα και δεν μου δώσατε να φάω, δίψασα και δεν μου δώσατε λίγο νερό να πιω)»[Ματθ.25,42] και «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε(:αληθινά σας λέω, καθετί που δεν κάνατε σε έναν απ’ αυτούς που ο κόσμος θεωρούσε πολύ μικρούς, ούτε σε μένα το κάνατε)»[Ματθ.25,45]. Το σώμα Του λοιπόν, δεν χρειάζεται ενδύματα, αλλά καθαρή ψυχή, και η καθαρή ψυχή απαιτεί μεγάλη φροντίδα.


Ας μάθουμε, λοιπόν, να φιλοσοφούμε και να τιμάμε τον Χριστό, όπως Αυτός θέλει· διότι για εκείνον που τιμάται η πιο ευχάριστη τιμή είναι εκείνη που ο Ίδιος επιθυμεί και όχι εκείνη που εμείς νομίζουμε ότι επιζητεί. Επειδή και ο Πέτρος νόμιζε ότι τιμά τον Χριστό με το να Τον εμποδίσει να νίψει τα πόδια των μαθητών. Η πράξη του όμως δεν ήταν τιμή, αλλά τελείως το αντίθετο. Έτσι και εσύ να τιμάς τον Ιησού με την τιμή που ο Ίδιος καθόρισε, δηλαδή, με το να ξοδεύεις τα πλούτη σου στους πτωχούς. Πραγματικά, ο Θεός δεν χρειάζεται χρυσά σκεύη, αλλά ψυχές χρυσές. Και αυτά τα λέω όχι για να σας εμποδίσω να κατασκευάζετε αφιερώματα χρυσά στον Θεό, αλλά τα λέγω, επειδή έχω την αξίωση μαζί με αυτά, και μάλιστα πριν από αυτά, να κάνετε ελεημοσύνη· διότι ο Θεός τα δέχεται αυτά, αλλά πολύ περισσότερο δέχεται τα έργα της ελεημοσύνης. Πραγματικά, με τα αφιερώματα στους ναούς θα ωφεληθεί μόνο αυτός που προσφέρει, ενώ με την ελεημοσύνη ωφελείται και αυτός που τη λαμβάνει. Στην πρώτη περίπτωση πιθανόν να θεωρηθεί ότι η προσφορά είναι αφορμή φιλοδοξίας, ενώ στη δεύτερη το παν προέρχεται από την ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία· διότι ποια η ωφέλεια, όταν η τράπεζα του Χριστού είναι γεμάτη από χρυσά ποτήρια, ενώ ο Ίδιος πεθαίνει από την πείνα;


Πρώτα να χορτάσεις αυτόν που πεινά, και ύστερα στόλισε και την τράπεζά του με αφθονία. Φτιάχνεις χρυσό ποτήριο και δεν προσφέρεις ένα ποτήριο κρύο νερό; Και ποια η ωφέλεια; Χρυσοποίκιλτα τραπεζομάντηλα κατασκευάζεις για την Αγία Τράπεζά Του και στον Ίδιο δεν δίνεις ούτε τα αναγκαία ενδύματα; Και ποιο το κέρδος από αυτά; Διότι πες μου, σε παρακαλώ, εάν δεις κάποιον, που δεν έχει ούτε την απαραίτητη για να συντηρηθεί τροφή, και τον αφήσεις μόνο του να αντιμετωπίσει την πείνα, αλλά παράλληλα, στολίσεις την Αγία Τράπεζα με άργυρο, άραγε θα σου χρωστάει ευγνωμοσύνη ο Κύριος ή θα αγανακτήσει πολύ εναντίον σου; Τι λοιπόν; Εάν βλέπεις έναν άνθρωπο, που φορεί κουρέλια και παγώνει από το κρύο, και δεν του δώσεις ενδύματα, αλλά κατασκευάζεις χρυσούς κίονες για τον ναό, ισχυριζόμενος ότι το κάνεις προς τιμή του, δεν θα νομίσει ότι Τον ειρωνεύεσαι και Τον περιπαίζεις και μάλιστα με τον χειρότερο τρόπο; Το ίδιο να σκέπτεσαι και για τον Χριστό, όταν περιφέρεται άστεγος και ξένος και ζητεί στέγη. Εσύ όμως παραλείπεις να Τον υποδεχτείς και καλλωπίζεις το έδαφος και τους τοίχους και τα κιονόκρανα. Και απλώνεις αργυρές αλυσίδες ανάμεσα στις λαμπάδες, ενώ δεν θέλεις ούτε να δεις τον Ίδιο που είναι δεμένος στη φυλακή. Αυτά τα λέγω όχι για να σας αφαιρέσω την προθυμία σας για τις προσφορές αυτές, αλλά για να σας προτρέψω μαζί με αυτά να πράττετε και εκείνα ή μάλλον να προτάσσετε εκείνα από αυτά· διότι κανένας δεν κατηγορήθηκε ποτέ, επειδή δεν έπραξε αυτά, ενώ για εκείνα και με τη γέενα διατυπώθηκε απειλή και με το άσβεστο πυρ και με την τιμωρία με τους δαίμονες. Συνεπώς, να μην αδιαφορείς για τον αδελφό σου που βασανίζεται, ενώ στολίζεις τον οίκο του Θεού, διότι αυτός είναι πιο σπουδαίος ναός από εκείνον. Πραγματικά, αυτά τα κειμήλια θα μπορέσουν να τα αρπάξουν βασιλείς άπιστοι, τύραννοι και ληστές. Όσα όμως θα προσφέρεις στον αδελφό σου που πεινά και είναι ξένος και γυμνός, ούτε ο διάβολος δεν θα μπορέσει να τα διαρπάξει, αλλά θα φυλαχτούν σε θησαυροφυλάκιο ασύλητο.


Τότε γιατί λέγει ο ίδιος ο Ιησούς: «τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε(:διότι τους φτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί σας και μπορείτε οποιαδήποτε ώρα να τους ευεργετήσετε. Εμένα όμως δεν θα με έχετε πάντοτε)»[Ματθ.26,11]; Μα γι' αυτό ακριβώς πρέπει περισσότερο να ελεούμε, επειδή δεν Τον έχουμε πάντοτε να πεινά, παρά μόνο κατά τη διάρκεια της παρούσης ζωής μας. Εάν όμως επιθυμείς να μάθεις εξ ολοκλήρου το νόημα των λόγων αυτών, μάθε ότι αυτά δεν τα είπε προς τους μαθητές Του, αν και εκ πρώτης όψεως έτσι φαίνεται, αλλά τα είπε αποβλέποντας στην αδυναμία της πόρνης γυναίκας που είχε περιλούσει με πολυτίμητο μύρο τα πόδια του Ιησού. Επειδή δηλαδή εκείνη βρισκόταν σε πνευματικά ατελή κατάσταση ακόμη και οι μαθητές την έφεραν σε αδιέξοδο, ο Ιησούς λέγει τους λόγους αυτούς για να την ενισχύσει και να της δώσει θάρρος. Πραγματικά, για να δείξει ότι αυτά τα έλεγε για να την παρηγορήσει, πρόσθεσε: «Τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί; ἔργον γὰρ καλὸν εἰργάσατο εἰς ἐμέ(:Γιατί ενοχλείτε τη γυναίκα; Μην την πικραίνετε. Διότι πράξη καλή έκανε σε μένα. Και η πράξη αυτή είναι προτιμότερη στη περίσταση αυτή και από την ελεημοσύνη και τη βοήθεια των φτωχών)»[Ματθ.26,10].


Ότι επίσης Τον έχουμε πάντοτε κοντά μας το απέδειξε, όταν είπε: «διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν(:διδάσκοντάς τους να τηρούν και να εφαρμόζουν στη ζωή τους όλα τα παραγγέλματα που σας έδωσα ως εντολές. Και ιδού, εγώ που έλαβα κάθε εξουσία, θα είμαι πάντα μαζί σας βοηθός και συμπαραστάτης σας, μέχρι να τελειώσει ο αιώνας αυτός, μέχρι δηλαδή τη συντέλεια του κόσμου. Αμήν)»[Ματθ.28,20]. Από όλα αυτά γίνεται φανερό, ότι για τίποτε άλλο δεν τα έλεγε αυτά, παρά για να μην καταμαράνει η επιτίμηση των μαθητών την πίστη της γυναίκας που βλάστησε μόλις εκείνη τη στιγμή. Αλλά τώρα ας μην ασχολούμαστε με τα λόγια αυτά που ειπώθηκαν τότε για κάποιο σκοπό, αλλά αφού αναγνώσουμε όλους τους νόμους και της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης που κάνουν λόγο για την ελεημοσύνη, να δείξουμε μεγάλη προθυμία για την αρετή αυτήν· διότι αυτή απαλείφει τις αμαρτίες: «Πλὴν τὰ ἐνόντα δότε ἐλεημοσύνην, καὶ ἰδοὺ ἅπαντα καθαρὰ ὑμῖν ἔσται(:δώστε όμως ελεημοσύνη εκείνα που είναι μέσα στο ποτήρι και την πιατέλα, και γίνετε ευεργετικοί στους άλλους με τα αγαθά σας˙ και έτσι, όλα όσα τρώτε τότε θα σας γίνουν καθαρά, έστω και αν τα τρώτε χωρίς να πλυθείτε προηγουμένως)»[Λουκ.11,41]. Αυτή είναι ανώτερη από τη θυσία: «ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν(:διότι εγώ προτιμώ την προς εμένα αγάπη σας και όχι τις τυπικές θυσίες)»[Ωσηέ, 6,6]. Αυτή ανοίγει τον ουρανό: «Αἱ προσευχαί σου καὶ αἱ ἐλεημοσύναι σου ἀνέβησαν εἰς μνημόσυνον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ(:οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν στον ουρανό ως προσφορά ευπρόσδεκτη στον Θεό και ως μια ενθύμηση για να μη σε ξεχνά ποτέ)»[Πράξ.10,4]. Αυτή είναι πιο αναγκαία και από την παρθενία: διότι έτσι εκδιώχτηκαν από τον νυμφώνα οι ανόητες παρθένοι και δι’ αυτής εισήλθαν οι φρόνιμες[πρβλ. Ματθ.25,8: «ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι ἦλθεν ὁ νυμφίος καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα(:όταν όμως οι ανόητης παρθένες πήγαιναν να αγοράσουν λάδι για τα λυχνάριά τους, ήλθε ο γαμπρός. Και έτσι οι συνετές παρθένες μπήκαν μαζί του στην αίθουσα του γάμου και έκλεισε η θύρα)].


Αυτά λοιπόν αφού κατανοήσουμε καλά, ας σπείρουμε με γενναιοδωρία, για να θερίσουμε με αφθονία και για να επιτύχουμε τα μελλοντικά αγαθά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.




ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος









Πηγές:


https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Ν΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11, σελίδες 338-363.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 66, σελ. 198 -203
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 24.8.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.