ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ Ζ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ Ζ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ: Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ




Οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποτελούν τις χαρισματικές συνάξεις ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος που συνεκλήθησαν κατά καιρούς, προκειμένου να δηλωθεί η ενότητά του στην παραδεδομένη πίστη της Εκκλησίας.


Λειτουργούν ως μηχανισμός εξισορρόπησης των διαφορών των τοπικών εκκλησιών σε θέματα κοινωνίας και πίστης αλλά και ως μηχανισμός διακήρυξης της ενότητας και πίστης ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος και ανάδειξής του σε Καθολική Εκκλησία.


Η συνοδική συνείδηση υπήρξε μια μόνιμη λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος, κορυφαία έκφραση της ήταν η ενεργοποίηση του θεσμού της Οικουμενικής Συνόδου για την αποκατάσταση της αλήθειας και της ορθής πίστης στην Εκκλησία. Η σύγκληση των Οικουμενικών Συνόδων υπήρξε έκτακτο γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας και συνδέθηκε με την έγερση κάποιου σοβαρού ζητήματος, που απειλούσε την αυθεντικότητα της Παράδοσης ή την πνευματική αποστολή της Εκκλησίας.


Ο θεσμός της Οικουμενικής Συνόδου υπήρξε για την Εκκλησία το ανώτατο διδακτικό, νομοθετικό, διοικητικό και δικαστικό όργανο της. Βέβαια, η Οικουμενική Σύνοδος δεν αποτελεί μόνιμο θεσμό της Εκκλησίας, όπως είναι οι Τοπικές Σύνοδοι, αλλά περιστασιακό, και συγκαλείται όπως αναφέραμε όταν παρίσταται ανάγκη και δυνατότητα. Γενικά, ο συνοδικός θεσμός συνέβαλε στην ανάπτυξη και διαμόρφωση της διοικητικής και κανονικής δομής της Εκκλησίας.


Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως ο αυθεντικός ερμηνευτής της Αποστολικής Παράδοσης, αλλά και το μέσο διευθέτησης θεμάτων κανονικού δικαίου και εκκλησιαστικής ευταξίας. Από εκκλησιολογικής απόψεως οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποτελούν ύψιστο γεγονός κοινωνίας και ενότητας των τοπικών εκκλησιών σε ολόκληρη την Οικουμένη.


Ασφαλώς κάθε Σύνοδος, είτε τοπική είτε οικουμενική, σημαίνει την παρουσία όλου του πληρώματος της Εκκλησίας, γι’ αυτό και οι αποφάσεις μιας τοπικής Συνόδου αυτονόητα μπορεί να έχουν οικουμενικό χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει ότι αναγνωρίζονται κι από άλλες τοπικές Εκκλησίες και ότι μπορούν να αναγνωριστούν επίσημα από μια Οικουμενική Σύνοδο.


Πρώτη Σύνοδος υπήρξε η Σύνοδος των Αποστόλων. Στην ζωή της Εκκλησίας συνεκλήθησαν επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, μεταξύ των ετών 325 και 787. Αιτίες συγκλήσεως ήταν οι κατά καιρούς εμφανιζόμενες αιρέσεις και κακοδοξίες στους κόλπους της Εκκλησίας. Έργο τους ήταν η ακριβής διατύπωση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και η αυθεντική και αλάθητη ερμηνεία της θείας Αληθείας.


Ο χαρακτήρας των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων είναι διττός. Άλλες αναφέρονται στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας και στη διατύπωση των Όρων της Ορθοδόξου Πίστεως, και ονομάζονται δόγματα, όροι, τόμοι και εκθέσεις, ενώ άλλες αναφέρονται στη διοίκηση, διαποίμανση, ευταξία, στο εσωτερικό πολίτευμα της Εκκλησίας, όπως και στη χριστιανική ζωή των πιστών και ονομάζονται κανόνες.


Οι αποφάσεις του ανωτάτου αυτού οργάνου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι υποχρεωτικές για κάθε επί μέρους Ορθόδοξη Εκκλησία, ως προς τα δογματικά αμετάβλητες και αλάθητες, ως προς τα διοικητικά – ποιμαντικά αμετάκλητες, και οποιαδήποτε τροποποίηση τους ως προς τους Κανόνες είναι δυνατή μόνον κατόπιν αποφάσεως νέας Οικουμενικής Συνόδου.


Η Ορθόδοξη Εκκλησία μετρά στην επί γης ιστορική της πορεία επτά Οικουμενικές συνόδους, οι οποίες διατύπωσαν ερμηνευτικά την καθολική πίστη της Εκκλησίας και συνέταξαν τους ιερούς κανόνες που διέπουν την εκκλησιαστική ζωή και ευταξία.


Στη συνέχεια του άρθρου μας θα προσπαθήσουμε συνοπτικά μα παρουσιάσουμε τις Οικουμενικές Συνόδους που σε έκτακτες και σημαντικές στιγμές συνεκάλεσε η Εκκλησία για να διαφυλάξει την διδασκαλία της και το ποίμνιο της από τις αιρέσεις και για κανονίσει τα του οίκου της ως προς την λειτουργική και ποιμαντική της ζωή.


Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος διήρκεσε δύο μήνες και δώδεκα ημέρες και πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Συνεκλήθη από τον Μέγα Κωνσταντίνο στις 20 Μαΐου του 325 και έλαβαν μέρος 318 επίσκοποι. Κύριος λόγος σύγκλησής της υπήρξε η διδασκαλία του Αρείου ενάντια στη θεότητα του Ιησού Χριστού. Η Σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου και διακήρυξε την ομοουσιότητα του Υιού με τον Πατέρα. Εξέδωσε είκοσι κανόνες συμπεριλαμβανομένου του Συμβόλου της Νικαίας (α’ μέρος του Συμβόλου της Πίστεως) και κανόνισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα.


Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Θεοδόσιο Α’ τον Μέγα στην Κωνσταντινούπολη το 381 και συμμετείχαν 150 ορθόδοξοι επίσκοποι και 36 Μακεδονιανοί. Καταδίκασε τους οπαδούς του Μακεδονίου, οι οποίοι αμφισβητούσαν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος (πνευματομάχοι), για ακόμη μια φορά τον Άρειο και τις διδασκαλίες του, και συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως (Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως).


Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στην Έφεσο το 431 από τον Θεοδόσιο Β’. Συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ως προεδρεύων. Καταδίκασε τις διδαχές του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό.


Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος».


Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Μαρκιανό και τη σύζυγό του Πουλχερία στις 8 Οκτωβρίου 451 στη Χαλκηδόνα. Αποτελούνταν από 650 επισκόπους και καταπολέμησε τη διδασκαλία του Μονοφυσιτισμού. Συγκεκριμένα ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής, δίδασκε ότι η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε πλήρως την ανθρώπινη.


Το μεγαλύτερο μέρος των πιστών υιοθέτησε τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και αποδοκίμασε τις απόψεις του Μονοφυσιτισμού. Ένα άλλο μέρος πιστών, οι οπαδοί του Μονοφυσιτισμού, δεν αναγνώρισαν αυτές τις αποφάσεις και αποκόπηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία, γνωστοί σήμερα ως Προχαλκηδόνιοι ή Αντιχαλκηδόνιοι.


Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος έλαβε χώρα από τις 5 Μαΐου έως τις 21 Ιουνίου του 553 στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή 165 επισκόπων, υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ευτυχίου.


Την συγκάλεσαν ο Ιουστινιανός Α΄ και η σύζυγός του Θεοδώρα. Επαναβεβαίωσε τα ορθόδοξα δόγματα περί της Αγίας Τριάδoς και του Ιησού Χριστού και καταδίκασε πλήθος μη ορθοδόξων συγγραμμάτων καθώς και ορισμένους αιρετικούς συγγραφείς.


Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη από το 680 μέχρι το 681 από τον Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο και παραβρέθηκαν από 150 έως 289 επίσκοποι. Η Σύνοδος επιβεβαίωσε την πλήρη και αληθινή ενανθρώπηση του Ιησού έναντι της αντίθετης διδασκαλίας των Μονοθελητών.


Η Σύνοδος αυτή διατύπωσε ότι ο Χριστός έχει Θεία και Ανθρώπινη θέληση. Yπάρχουν δύο φύσεις, η θεία και η ανθρωπίνη, υπάρχουν και δύο φυσικές θελήσεις και δύο φυσικές ενέργειες, η θεία και η ανθρωπίνη, που ενεργούσαν «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως», χωρίς να επικρατεί αντιπαλότητα μεταξύ τους.


Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ το 691 στο ανακτορικό δωμάτιο του Τρούλλου, από όπου έλκει και την ονομασία «Εν Τρούλλω Σύνοδος». Συμμετείχαν 211 επίσκοποι και το έργο της ήταν συμπληρωματικό αυτού των Ε’ και ΣΤ’ Συνόδων. Συστηματοποίησε και ολοκλήρωσε το έργο των δύο προηγουμένων Συνόδων και γι’ αυτό ονομάσθηκε «Πενθέκτη».


Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία στη Νίκαια της Βιθυνίας, στο Ναό της Αγίας Σοφίας, το 787 κατόπιν αίτησης του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Αποφάσισε την αναστύλωση των εικόνων καταδικάζοντας την Εικονομαχία.


Η Σύνοδος εξέφρασε το δόγμα ότι η εικονογράφηση του Χριστού και των Αγίων εδράζεται στην ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού και διευκρινίστηκε ότι η τιμή προς τις εικόνες αναφέρεται στο πρόσωπο που αυτή απεικονίζει και όχι στο υλικό από το οποίο είναι αυτή φτιαγμένη.


Τέλος υπάρχουν άλλες δύο Σύνοδοι, που συγκεντρώνουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά ώστε να αναγνωριστούν ως οικουμενικές. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε το 879-880 μ.Χ. στη Κωνσταντινούπολη.


Συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα Βασίλειο τον Μακεδόνα. Ηγήθηκαν ο Ορθόδοξος τότε Πάπας της Ρώμης Ιωάννης Η΄ (872-882) και ο Πατριάρχης της Κων/πόλεως Νέας Ρώμης Μεγάλος Φωτιος (858-867, 877-886). Επεκύρωσε τις αποφάσεις της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, και καταδίκασε το Φιλιόκβε, που μόλις τότε είχε αρχίσει να επιβάλλεται.


Η δεύτερη έλαβε χώρα το 1351 μ.Χ. Δογμάτισε για την άκτιστη Ουσία και την άκτιστη Ενέργεια του Θεού, καθώς επίσης και για τον Ησυχασμό, καταδικάζοντας τον αιρετικό Βαρλαάμ τον Καλαβρό. Έτσι η Σύνοδος αυτή ασχολήθηκε με θεολογικά ζητήματα, συνεκλήθη από αυτοκράτορα, εξέδωσε τον Συνοδικό Τόμο του 1351 και οι αποφάσεις της έγιναν δεκτές από ολόκληρη την Εκκλησία.


Έργο των Οικουμενικών Συνόδων ήταν και είναι ο καθορισμός του δόγματος επί τη βάσει των κανόνων της Αγίας Γραφής και της εκκλησιαστικής Παράδοσης, ο καθορισμός της διοίκησης της Εκκλησίας, η άσκηση της δικαστικής εξουσίας επί εκκλησιαστικών προβλημάτων και η επίλυση ποιμαντικών ζητημάτων.


Σκοπός, επομένως, των Οικουμενικών συνόδων είναι η κοινωνία όλων των τοπικών Εκκλησιών ανά την Οικουμένη (διοίκηση, ευταξία αλλά κυρίως ανανέωση της εν Χριστώ σχέσης των Εκκλησιών με κοινή έκφραση της ορθής πίστεως) και δεύτερον η μορφοποίηση του δόγματος της Εκκλησιαστικής Πίστεως (κοινή εξαγωγή Όρων πίστεως) και η διατήρηση αυτής ανόθευτης από αιρέσεις και δοξασίες.


Στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας λοιπόν, ο συνοδικός θεσμός είναι εξαιρετικά θεμελιώδης, καθώς έτσι φανερώνεται σαφέστατα ο χαρακτήρας της ως κοινωνίας. Είναι η συγκέντρωση των επισκόπων της Εκκλησίας προς εξέταση και ρύθμιση γενικών εκκλησιαστικών ζητημάτων. Μέσα από τον συνοδικό θεσμό, την σύναξη αυτή των Επισκόπων της Εκκλησίας, λύνονται όλα τα ανακύπτοντα ζητήματα, με τη μνήμη της υποσχέσεως του Κυρίου προς τους μαθητές Του, ου γαρ εισι δύο η τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμι εν μέσω αυτών.


Με πρότυπο κάθε συνοδικής σύναξης την Αποστολική Σύνοδο και έχοντας συνείδηση της θείας συμπαραστάσεως, τα μέλη της συνόδου διεκήρυτταν πάντοτε, αυτό που πρώτοι οι άγιοι Απόστολοι διεκήρυξαν, έδοξε γαρ τω Αγίω Πνεύματι και ημίν.


Πηγή: https://www.pemptousia.gr


ΟΡΟΙ ΕΠΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ




Οι πρώτες 7 Άγιες Οικουμενικές Σύνοδοι, οι Όροι Πίστεως και Ιεροί Κανόνες αυτών είναι Δόγμα για την Εκκλησία. Σύμφωνα με Όρο των Θεοφόρων Πατέρων των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, δεν μπορεί έως της συντέλειας του αιώνος να συνέλθει άλλη Οικουμενική Σύνοδος και να αλλάξει ή να αθετήσει το παραμικρό, από τα ήδη γραφόμενα και θεσπισμένα που είναι μέσα σε Αυτές, διότι εκπίπτει και γίνεται Αιρετική.


Οι Θεόπνευστοι Οικουμενικοί διδάσκαλοι μας, είναι πολύ αυστηροί με τις Αιρέσεις και τους αμετανόητους Αιρετικούς. Στα Πρακτικά της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου οι Πατέρες ορίζουν σχετικά :


«Η Αίρεσις χωρίζει από την Εκκλησία κάθε άνθρωπο. Όλοις τοις Αιρετικοίς, ανάθεμα. Ημείς τη αρχαία θεσμοθεσία της Καθολικής Εκκλησίας επακολουθούμεν, ημείς τους προστιθέντας τι ή αφαιρούντας εκ της Καθολικής Εκκλησίας Αναθεματίζομεν».


Τα κριτήρια ελέγχου της Εκκλησίας, το τι είναι ψευδές και Αιρετικό, και το τι είναι αληθές και Ορθόδοξο, είναι οι Αποφάσεις και οι Ιεροί Κανόνες των Αγίων 7 Οικουμενικών Συνόδων. Μαζί με αυτές τις 7,η Εκκλησία δέχεται επίσης ως έγκυρες, τις δύο Τοπικές Συνόδους Οικουμενικού κύρους, την Η’ του Αγίου Φωτίου, και την Θ’ του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά διότι συμφωνούν με τις Αποφάσεις και τους Ιερούς Κανόνες των Αγίων Πατέρων, των πρώτων 7 Οικουμενικών Συνόδων.


Αν δεν συμφωνούσαν με τις αποφάσεις και τους Ιερούς Κανόνες των Θεουμένων Πατέρων μας των πρώτων 7 Οικουμενικών Συνόδων, τώρα αυτές οι Σύνοδοι θα ήταν Αιρετικές και όχι Ορθόδοξες, και οι Άγιοι Φώτιος και Γρηγόριος Παλαμάς θα ήταν Αιρετικοί και όχι Άγιοι.


Γιατί η Σύνοδος της Κρήτης για εμάς τους Χριστιανούς είναι Αιρετική και αδυνατούμε να την δεχτούμε για Ορθόδοξη; Διότι δε συμφωνεί, με τις Αποφάσεις και τους Ιερούς Κανόνες των Αγίων της Εκκλησίας των 7 Οικουμενικών Συνόδων, του Αγίου Φωτίου και του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αντιθέτως τις καταφρονεί.


Με τους Αντίχριστους Οικουμενιστικούς Όρους των Πατέρων, (εκτός ολίγων εξαιρέσεων) της Συνόδου της Κρήτης ότι, «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασία άλλων ετερόδοξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών… προς αποκατάστασιν της ενότητός των Χριστιανών…εις τον διηρημένον χριστιανικόν κόσμον…», αθετούντο Σεβάσμιο και Σωτήριο Σύμβολο της Πίστεως μας, παραβαίνουν το Σοφό αυτό Σύμβολο που θέσπισαν και έγραψαν οι Αλάθητοι Οκουμενικοί Πατέρες μας.Δεν αποδέχονται την Ενότητα τις Μοναδικής Ουσιαστικής, και Μοναδικής Ιστορικής, Καθολικής και Αποστολικής Αγίας Εκκλησίας Του Χριστού, και την αποκλειστικότητα του Βαπτίσματος Αυτής.


Πληροφορούμε τους καλούς Πατέρες της Αιρετικής Συνόδου της Κρήτης, ότι δεν νοείται ούτε λογικά, ούτε βέβαια δογματικά, αβάπτιστος-χριστιανός, ούτε βεβαίως βεβαίως, βάπτισμα δίχως ιεροσύνη, και ιεροσύνη έξω από Εκκλησία. Λοιπόν, για να μπορέσουμε εμείς οι Χριστιανοί να αποδεχτούμε τη Σύνοδο της Κρήτης ως Ορθόδοξη και όχι ως Αιρετική, και τους Επισκόπους και όσους αποδέχονται τους Όρους της Συνόδου της Κρήτης, για Ορθοδόξους και όχι για Οικουμενιστές Αιρετικούς, που επιφέρουν Σχίσμα στην Εκκλησία Του Χριστού με τις Αιρετικές κακόδοξες διδασκαλίες τους,


θυμίζοντας τους και τον φοβερό λόγο του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου,»το σχίσμα στην Εκκλησία είναι τέτοια αμαρτίαπου δεν συγχωρείται ούτε με το αίμα του μαρτυρίου», πρέπει να μας πούνε σύμφωνα με ποια απόφαση Οικουμενικής Συνόδου έως και του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, βάσει ποιου Όρου, ποιου Ιερού Κανόνος, ποιου Κειμένου από Πρακτικά, έστω ποιας προτάσεως ποιας λέξεως, που το βρήκαν τέλος πάντων κάπου να γράφεται αυτό. Να μας διαβεβαιώσουνοι Πατέρες, ποια Οικουμενική Σύνοδος ήταν η πηγή της πληροφορίαςτους, όπως είχαν χρέος και δικαίωμα να ήταν, ότι δηλ. η ιστορική ονομασία των βλάσφημων Αιρέσεων είναι χριστιανικές εκκλησίες;


Ότι οι Αναθεματισμένοι αμετανόητοι αβάπτιστοι Αιρετικοί είναι βαπτισμένοι χριστιανοί ωσάν τους Ορθοδόξους, και οι Οικουμενιστές Πατέρες με την περίσσια αγάπη που έχουν, περισσότερο δε και από τους Θεοφόρους Αγίους, και από τον ίδιο τον Χριστό θέλουν να μας ενώσουν για να μην είμαστε χωρισμένοι μεταξύ μας και στεναχωρημένοι;!!!


Γιατί λέτε Χριστιανοί μου χρειαζοταν να γίνει αυτή η Σύνοδος, που την ετοίμαζαν οι Οικουμενιστές εδώ και 100 χρόνια, αν υπήρχαν γραπτοί στις Οικουμενικές Συνόδους οι Όροι, Αιρετικές-ετερόδοξες Χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες, ή αιρετικοί Χριστιανοί; Δεν υπήρχαν, γι΄ αυτό χρειαζόταν να γίνει αυτή η Σύνοδος της Κρήτης, διότι αυτοί οι Όροι δεν έχουν γραφτεί ούτε σε μια λεξούλα από τους θεοσόφους Οικουμενικούς Πατέρες μας στις Οικουμενικές Συνόδους, αντιθέτως υπάρχουν Όροι Οικουμενικών Συνόδων και Ιεροί Κανόνες που ορίζουν ότι, οι Αιρετικοί μήτε Χριστιανοί είναι, μήτε Χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες, αλλά αβάπτιστοι αναθεματισμένοι λαϊκοί.


Δηλαδή οι χριστιανοί τους θεοδίδακτους Οικουμενικούς Αγίους Πατέρες μας θα τους περιφρονήσουμε; Θα τους καταργήσουμε; Το ήξεραν οι Οικουμενιστές αυτό, ότι δεν υπήρχαν γραμμένοι αυτοί οι Όροι, είχαν πρόβλημα, δεν μπορούσαν να ενωθούν, δεν ήταν επίσημη θέση Εκκλησίας αυτές οι κακοδοξίες τους, έπρεπε να διατυπωθούν Συνοδικώς Όροι, να γίνει επίσημη γραμμή της Εκκλησίας. Στην Αντιπατερική και Ανορθόδοξη Σύνοδοτης Κρήτης το πέτυχαν, τώρα οι Οικουμενιστές θα ενωθούν, είναι θέμα χρόνου.


Χριστιανοί μου, ο Οικουμενισμός είναι η τελευταία αίρεση της Εκκλησίας, δεν θα υπάρξει άλλη. Με αυτή την παναίρεση όπως την κατονομάζει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, θα φέρουν, οι ανά τον κόσμο Οικουμενιστές, τον Αντίχριστο. Προς απόδειξη αυτών που λέμε,οι παρακάτω φωτογραφίες είναι μετά την Αιρετική Σύνοδο της Κρήτης όπου πλέον αναγνωρίστηκαν Συνοδικώς οι Αιρέσεις Χριστιανικές εκκλησίες, και οι αιρετικοί βαπτισμένοι χριστιανοί.  *Εκ του ιστολογίου <<ekklisiaonline.gr>> της 12.1.2017. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Πέμπτη 17 Ιουλίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ Ζ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ




Οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποτελούν τις χαρισματικές συνάξεις ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος που συνεκλήθησαν κατά καιρούς, προκειμένου να δηλωθεί η ενότητά του στην παραδεδομένη πίστη της Εκκλησίας. Λειτουργούν ως μηχανισμός εξισορρόπησης των διαφορών των τοπικών εκκλησιών σε θέματα κοινωνίας και πίστης αλλά και ως μηχανισμός διακήρυξης της ενότητας και πίστης ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος και ανάδειξής του σε Καθολική Εκκλησία. Η συνοδική συνείδηση υπήρξε μια μόνιμη λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος, κορυφαία έκφραση της ήταν η ενεργοποίηση του θεσμού της Οικουμενικής Συνόδου για την αποκατάσταση της αλήθειας και της ορθής πίστης στην Εκκλησία. Η σύγκληση των Οικουμενικών Συνόδων υπήρξε έκτακτο γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας και συνδέθηκε με την έγερση κάποιου σοβαρού ζητήματος, που απειλούσε την αυθεντικότητα της Παράδοσης ή την πνευματική αποστολή της Εκκλησίας. Ο θεσμός της Οικουμενικής Συνόδου υπήρξε για την Εκκλησία το ανώτατο διδακτικό, νομοθετικό, διοικητικό και δικαστικό όργανο της. Βέβαια, η Οικουμενική Σύνοδος δεν αποτελεί μόνιμο θεσμό της Εκκλησίας, όπως είναι οι Τοπικές Σύνοδοι, αλλά περιστασιακό, και συγκαλείται όπως αναφέραμε όταν παρίσταται ανάγκη και δυνατότητα. Γενικά, ο συνοδικός θεσμός συνέβαλε στην ανάπτυξη και διαμόρφωση της διοικητικής και κανονικής δομής της Εκκλησίας.




ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: Ο ΜΟΝΟΣ ΕΙΔΙΚΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΙΔΙΚΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ (1995)


ΟΡΟΙ ΕΠΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ


ΟΣΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΕΛΕΥΚΕΙΑΣ: ΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΑΡΤΩΝ ΤΡΑΦΕΝΤΕΣ ΠΕΝΤΑΚΙΣΧΙΛΙΟΙ


Η ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: «ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ»


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ: Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



Στη ζωή της Εκκλησίας μας, ο συνοδικός θεσμός είναι εξαιρετικά θεμελιώδης, καθώς έτσι φανερώνεται σαφέστατα ο χαρακτήρας της ως κοινωνίας. Είναι η συγκέντρωση των επισκόπων της Εκκλησίας προς εξέταση και ρύθμιση γενικών εκκλησιαστικών ζητημάτων. Με τη συνοδική μέθοδο, ευθύς εξ αρχής, λύνονται όλα τα ανακύπτοντα ζητήματα, με τη μνήμη της υποσχέσεως του Κυρίου προς τους μαθητές Του:


«Ού γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών» (Ματθ. ιη,20). Πρότυπο κάθε συνοδικής σύναξης απετέλεσε η αποστολική σύνοδος, η συγκληθείσα στα Ιεροσόλυμα το 48 μ.Χ., για να επιλύσει το θέμα της παραδοχής των εθνικών που μεταστρέφονταν στον χριστιανισμό. Έχοντας συνείδηση της θείας συμπαραστάσεως, τα μέλη της συνόδου εκείνης διεκήρυξαν με τόλμη: «Έδοξε γαρ τω Πνεύματι τω αγίω και ημίν» (Πράξ. ιε, 28).


Τοπικές και επαρχιακές σύνοδοι συγκαλούνται όχι μόνο για τη συζήτηση και την επίλυση των αναφυομένων προβλημάτων σε επαρχιακή κλίμακα, αλλά και για την εκλογή και χειροτονία νέων επισκόπων, για την επίλυση διενέξεων, για τον έλεγχο και την επιβολή κυρώσεων στους πρεσβυτέρους και τους επισκόπους κ.ά.


Οι Οικουμενικές Σύνοδοι ήταν μεγάλες συνελεύσεις των επισκόπων της χριστιανικής οικουμένης, προς κοινή συνδιάσκεψη και απόφανση επί σημαντικών δογματικών, θεολογικών και άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων που αναφέρονταν σε όλη την Εκκλησία, από την οποία αναγνωρίζονταν και γίνονταν δεκτές οι αποφάσεις που λαμβάνονταν σε αυτές.


Οι Οικουμενικές Σύνοδοι έγιναν το όργανο της επίσημης διατύπωσης και διακήρυξης της διδασκαλίας της Εκκλησίας, της κοινής πίστης και παράδοσης που οφείλουν να ακολουθούν όλες οι κατά τόπους εκκλησιαστικές κοινότητες. Αποτελούν την ύψιστη αυθεντία της Εκκλησίας του Χριστού. Ταυτόχρονα οι Οικουμενικές Σύνοδοι καταδίκασαν τις διάφορες αιρέσεις, που παρουσιάστηκαν και απείλησαν την ενότητα της Εκκλησίας.


Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη στη Νίκαια της Βιθυνίας το έτος 325, επί αυτοκρατορίας Μεγάλου Κωνσταντίνου. Πήραν μέρος 318 Πατέρες, εκ των οποίων και οι Άγιος Αθανάσιος, Άγιος Σπυρίδωνας και Άγιος Νικόλαος. Η Σύνοδος διατύπωσε την ορθόδοξη δογματική διδασκαλία περί του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και καταδίκασε την αίρεση του Αρείου, ο οποίος ηρνείτο τη θεότητα του Χριστού.


Η Σύνοδος χρησιμοποίησε τον όρο «ομοούσιος», για να διατρανώσει πως ο Υιός είναι της αυτής ουσίας με τον Πατέρα, κατά φύσιν Θεός και φύσει μέτοχος της θείας ουσίας. Καρπός της Συνόδου και η διατύπωση των 7 πρώτων άρθρων του «Συμβόλου της Πίστεως». Η Σύνοδος απεφάσισε ακόμη τον εορτασμό του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας και αρνήθηκε την υποχρεωτική αγαμία όλου του κλήρου.


Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 381 επί αυτοκρατορίας Μεγάλου Θεοδοσίου. Πήραν μέρος 150 Πατέρες, μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Μελέτιος Αντιοχείας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος, ενώ ιδιαίτερα διακρίθηκε ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης.


Η Σύνοδος συνέχισε και συμπλήρωσε τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και καταδίκασε τις κακοδοξίες του Μακεδόνιου και των πνευματομάχων (οι οποίοι αμφισβητούσαν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος), καθώς και του Απολιναρίου (υπερτόνιζε το θείο στοιχείο στον Χριστό, αποκλείοντας την ύπαρξη ανθρώπινης ψυχής κατά την ενανθρώπηση Του). Επίσης συνέταξε και τα υπόλοιπα άρθρα του «Συμβόλου της Πίστεως», το οποίο ονομάζεται και «Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως», εκ των πόλεων των δύο Οικουμενικών Συνόδων κατά τις οποίες συνεγράφη.


Η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος έγινε στην Έφεσο το έτος 431 επί αυτοκρατορίας Θεοδοσίου Β’. Πήραν μέρος 200 Πατέρες μεταξύ των οποίων και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, ενώ ιδιαίτερα διακρίθηκε ο Ιωάννης Αντιοχείας. Σε αυτήν καταδικάσθηκε ο Νεστόριος, ο οποίος ισχυριζόταν πως η Παναγία γέννησε τον Χριστό μόνον ως άνθρωπο, διότι «πώς μπορεί άνθρωπος να γεννήσει τον Θεό;», γι’ αυτό και την αποκαλούσε «χριστοτόκο».


Η Σύνοδος, επικυρώνοντας τις απόψεις του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας ωνόμασε την Παρθένο Μαρία «Θεοτόκο». Η Εκκλησία επέμεινε στην πλήρη και ασύγχυτη εν Χριστώ ένωση Θεού και ανθρώπου τόσο, ώστε να ονομάση τη Μητέρα του Ιησού όχι απλώς «χριστοτόκο», όπως ήθελε ο Νεστόριος, αλλά αληθινά και πραγματικά «Θεοτόκο». Κι αυτό γιατί αν πράγματι δεν ενώθηκε πλήρως ο Θεός με τον άνθρωπο, πώς είναι δυνατόν να τον σώση;


Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος έγινε στη Χαλκηδόνα το έτος 451 επί αυτοκρατορίας Μαρκιανού. Πήραν μέρος 630 Πατέρες και καταδικάσθηκε η αίρεση του μονοφυσιτισμού υπό τον αιρεσιάρχη Ευτυχή. Η Σύνοδος συνέταξε το περίφημο «δόγμα της Χαλκηδόνας», δηλ. διατύπωσε ορθοδόξως το χριστολογικό δόγμα, κηρύσσοντας ότι οι δύο φύσεις του Χριστού (θεία και ανθρώπινη) ενώθηκαν ασυγχύτως και αδιαιρέτως στο ένα πρόσωπο (υπόσταση) του Θεού Λόγου.


Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 553 επί αυτοκρατορίας Ιουστινιανού Α'. Πήραν μέρος 165 Πατέρες και καταδικάσθηκαν κάποιες θέσεις (τρία κεφάλαια) του Ωριγένη και ο Μονοφυσιτισμός.


Η Στ’ Οικουμενική σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 681 επί αυτοκρατορίας Κωνσταντίνου Δ’ του Πωγωνάτου. Πήραν μέρος 150 Πατέρες μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Η Σύνοδος καταδίκασε τον Μονοθελητισμό και τον Μονοενεργητισμό και εξέδωσε την ορθόδοξη διδασκαλία περί των δύο θελήσεων και των δύο ενεργειών του Χριστού, με βάση κυρίως τη χριστολογία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού. Ονομάστηκε επίσης η «εν Τρούλλω» επειδή οι εργασίες της πραγματοποιήθηκαν σε αίθουσα των βασιλικών ανακτόρων, η οποία είχε τρούλο.


Tην Πενθέκτη σύνοδο συνεκάλεσε το 691-2 στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός B' και πήραν μέρος σε αυτήν 211 Πατέρες. Πρόεδρός της ήταν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Παύλος Γ'. Ονομάστηκε έτσι επειδή το κύριο έργο της ήταν ότι συμπλήρωσε τις αποφάσεις των δύο προηγουμένων συνόδων, της πέμπτης και της έκτης. Εξέδωσε μόνο κανόνες.


Η Ζ’ Οικουμενική σύνοδος, Β' Εν Τρούλλω, έγινε στην Νίκαια της Βιθυνίας το έτος 787 επί αυτοκρατορίας Κωνσταντίνου Στ΄ και Ειρήνης της Αθηναίας. Πήραν μέρος 367 Πατέρες και κύριο μέλημα της ήταν η καταδίκη των Εικονομάχων. Η Σύνοδος εξέδωσε δογματικό όρο στον οποίο εκθέτει την ορθόδοξη διδασκαλία γύρω από τις άγιες εικόνες, επί τη βάσει της διδασκαλίας του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. *Εκ του ιστολογίου <<faneromenihol.gr>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Σάββατο 30 Ιουλίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ





ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ, Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Στη ζωή της Εκκλησίας μας, ο συνοδικός θεσμός είναι εξαιρετικά θεμελιώδης, καθώς έτσι φανερώνεται σαφέστατα ο χαρακτήρας της ως κοινωνίας. Είναι η συγκέντρωση των επισκόπων της Εκκλησίας προς εξέταση και ρύθμιση γενικών εκκλησιαστικών ζητημάτων. Με τη συνοδική μέθοδο, ευθύς εξ αρχής, λύνονται όλα τα ανακύπτοντα ζητήματα, με τη μνήμη της υποσχέσεως του Κυρίου προς τους μαθητές Του: «Ού γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών» (Ματθ. ιη,20). Πρότυπο κάθε συνοδικής σύναξης απετέλεσε η αποστολική σύνοδος, η συγκληθείσα στα Ιεροσόλυμα το 48 μ.Χ., για να επιλύσει το θέμα της παραδοχής των εθνικών που μεταστρέφονταν στον χριστιανισμό.


Έχοντας συνείδηση της θείας συμπαραστάσεως, τα μέλη της συνόδου εκείνης διεκήρυξαν με τόλμη: «Έδοξε γαρ τω Πνεύματι τω αγίω και ημίν» (Πράξ. ιε, 28). Τοπικές και επαρχιακές σύνοδοι συγκαλούνται όχι μόνο για τη συζήτηση και την επίλυση των αναφυομένων προβλημάτων σε επαρχιακή κλίμακα, αλλά και για την εκλογή και χειροτονία νέων επισκόπων, για την επίλυση διενέξεων, για τον έλεγχο και την επιβολή κυρώσεων στους πρεσβυτέρους και τους επισκόπους κ. ά.


Οι Οικουμενικές Σύνοδοι ήταν μεγάλες συνελεύσεις των επισκόπων της χριστιανικής οικουμένης, προς κοινή συνδιάσκεψη και απόφανση επί σημαντικών δογματικών, θεολογικών και άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων που αναφέρονταν σε όλη την Εκκλησία, από την οποία αναγνωρίζονταν και γίνονταν δεκτές οι αποφάσεις που λαμβάνονταν σε αυτές.


Οι Οικουμενικές Σύνοδοι έγιναν το όργανο της επίσημης διατύπωσης και διακήρυξης της διδασκαλίας της Εκκλησίας, της κοινής πίστης και παράδοσης που οφείλουν να ακολουθούν όλες οι κατά τόπους εκκλησιαστικές κοινότητες. Αποτελούν την ύψιστη αυθεντία της Εκκλησίας του Χριστού. Ταυτόχρονα οι Οικουμενικές Σύνοδοι καταδίκασαν τις διάφορες αιρέσεις, που παρουσιάστηκαν και απείλησαν την ενότητα της Εκκλησίας.


Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη στη Νίκαια της Βιθυνίας το έτος 325, επί αυτοκρατορίας Μεγάλου Κωνσταντίνου. Πήραν μέρος 318 Πατέρες, εκ των οποίων και οι Άγιος Αθανάσιος, Άγιος Σπυρίδωνας και Άγιος Νικόλαος. Η Σύνοδος διατύπωσε την ορθόδοξη δογματική διδασκαλία περί του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και καταδίκασε την αίρεση του Αρείου, ο οποίος ηρνείτο τη θεότητα του Χριστού.


Η Σύνοδος χρησιμοποίησε τον όρο «ομοούσιος», για να διατρανώσει πως ο Υιός είναι της αυτής ουσίας με τον Πατέρα, κατά φύσιν Θεός και φύσει μέτοχος της θείας ουσίας. Καρπός της Συνόδου και η διατύπωση των 7 πρώτων άρθρων του «Συμβόλου της Πίστεως». Η Σύνοδος απεφάσισε ακόμη τον εορτασμό του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας και αρνήθηκε την υποχρεωτική αγαμία όλου του κλήρου.


Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το έτος 381 επί αυτοκρατορίας Μεγάλου Θεοδοσίου. Πήραν μέρος 150 Πατέρες, μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Μελέτιος Αντιοχείας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος, ενώ ιδιαίτερα διακρίθηκε ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης.


Η συνέχεια εδώ.




ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ: Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 



Οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποτελούν τις χαρισματικές συνάξεις ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος που συνεκλήθησαν κατά καιρούς, προκειμένου να δηλωθεί η ενότητά του στην παραδεδομένη πίστη της Εκκλησίας.


Λειτουργούν ως μηχανισμός εξισορρόπησης των διαφορών των τοπικών εκκλησιών σε θέματα κοινωνίας και πίστης αλλά και ως μηχανισμός διακήρυξης της ενότητας και πίστης ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος και ανάδειξής του σε Καθολική Εκκλησία.


Η συνοδική συνείδηση υπήρξε μια μόνιμη λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος, κορυφαία έκφραση της ήταν η ενεργοποίηση του θεσμού της Οικουμενικής Συνόδου για την αποκατάσταση της αλήθειας και της ορθής πίστης στην Εκκλησία. Η σύγκληση των Οικουμενικών Συνόδων υπήρξε έκτακτο γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας και συνδέθηκε με την έγερση κάποιου σοβαρού ζητήματος, που απειλούσε την αυθεντικότητα της Παράδοσης ή την πνευματική αποστολή της Εκκλησίας.


Ο θεσμός της Οικουμενικής Συνόδου υπήρξε για την Εκκλησία το ανώτατο διδακτικό, νομοθετικό, διοικητικό και δικαστικό όργανο της. Βέβαια, η Οικουμενική Σύνοδος δεν αποτελεί μόνιμο θεσμό της Εκκλησίας, όπως είναι οι Τοπικές Σύνοδοι, αλλά περιστασιακό, και συγκαλείται όπως αναφέραμε όταν παρίσταται ανάγκη και δυνατότητα. Γενικά, ο συνοδικός θεσμός συνέβαλε στην ανάπτυξη και διαμόρφωση της διοικητικής και κανονικής δομής της Εκκλησίας.


Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως ο αυθεντικός ερμηνευτής της Αποστολικής Παράδοσης, αλλά και το μέσο διευθέτησης θεμάτων κανονικού δικαίου και εκκλησιαστικής ευταξίας. Από εκκλησιολογικής απόψεως οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποτελούν ύψιστο γεγονός κοινωνίας και ενότητας των τοπικών εκκλησιών σε ολόκληρη την Οικουμένη.


Ασφαλώς κάθε Σύνοδος, είτε τοπική είτε οικουμενική, σημαίνει την παρουσία όλου του πληρώματος της Εκκλησίας, γι’ αυτό και οι αποφάσεις μιας τοπικής Συνόδου αυτονόητα μπορεί να έχουν οικουμενικό χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει ότι αναγνωρίζονται κι από άλλες τοπικές Εκκλησίες και ότι μπορούν να αναγνωριστούν επίσημα από μια Οικουμενική Σύνοδο.


Πρώτη Σύνοδος υπήρξε η Σύνοδος των Αποστόλων. Στην ζωή της Εκκλησίας συνεκλήθησαν επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, μεταξύ των ετών 325 και 787. Αιτίες συγκλήσεως ήταν οι κατά καιρούς εμφανιζόμενες αιρέσεις και κακοδοξίες στους κόλπους της Εκκλησίας. Έργο τους ήταν η ακριβής διατύπωση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και η αυθεντική και αλάθητη ερμηνεία της θείας Αληθείας.


Η συνέχεια εδώ.




ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: «ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ» (2008)


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.