ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή 26 Μαΐου 2019

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΦΡΟΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΡΟΝΤΑ





Ο δέ Κύριος κηρύττοντας τό εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας πρίν ἀπό τό πάθος καί δεικνύοντας στούς μαθητάς ὅτι δέν θά γίνη μόνο ἀνάμεσα στούς ᾿Ιουδαίους ἡ ἐκλογή τῶν ἀξίων τῆς πίστεως καί τῆς ἀπό αὐτόν προτεινομένης ἀΐδιας κληρονομίας ἀλλά καί ἀνάμεσα στούς ᾿Εθνικούς, κατά τήν σήμερα ἀναγινωσκομένη στήν ἐκκλησία περικοπή τοῦ εὐαγγελίου (᾿Ιω. 4,5-30) “ἔρχεται σέ μιά πόλι τῆς Σαμαρείας, πού λέγεται Σιχάρ, πλησίον τοῦ τόπου πού ἔδωσε ὁ ᾿Ιακώβ στόν υἱό του ᾿Ιωσήφ.


'Εκεῖ ἦταν ἡ πηγή τοῦ ᾿Ιακώβ”. Πηγή φυσικά ὀνομάζει τό φρέαρ, διότι εἶχε ὕδωρ πηγαῖο, ὅπως θά φανῆ ἀπό τήν συνέχεια τοῦ λόγου.ἦταν δέ τοῦ ᾿Ιακώβ, ἐπειδή ἐκεῖνος τό εἶχε ἀνοίξει. ῾Ο δέ τόπος πού ἔδωσε ὁ ᾿Ιακώβ στόν ᾿Ιωσήφ εἶναι τά Σίκημα. Διότι εἶπε πρός αὐτόν, ὅταν ἔπνεε τά ἔσχατα στήν Αἴγυπτο καί ἔκαμε διαθήκη.


'Ιδού ἐγώ πεθαίνω, ἐνῶ ἐσᾶς θά σᾶς ἐπαναφέρη ὁ Θεός ἀπό αὐτή τή γῆ στή γῆ τῶν πατέρων μας. ᾿Εγώ δίδω τά Σίκημα κατ᾿ ἐξαίρεσι ἀπό τούς ἀδελφούς σου σέ σένα, τά ὁποῖα ἔλαβα ἀπό τούς ᾿Αμορραίους μέ τό ξίφος καί τό τόξο μου”.


Γι᾿ αὐτό τά μέν Σίκημα κατοικοῦνταν ὕστερα ἀπό τήν φυλή τοῦ ᾿Εφραίμ, ὁ ὁποῖος ἦταν πρωτότοκος υἱός τοῦ ᾿Ιωσήφ, τόν δέ τόπο γύρω ἀπό αὐτά κατοικοῦσαν οἱ δέκα φυλές τοῦ ᾿Ισραήλ, τίς ὁποῖες ἐκυβέρνησε ὁ ἀποστάτης ῾Ιερουβοάμ.


'Αφοῦ δέ αὐτοί προσέκρουσαν στόν Θεό πολλές φορές καί ἐγκαταλείφθηκαν ἀπό αὐτόν πολλές φορές, ὕστερα ἔγιναν ὅλο τό γένος αἰχμάλωτοι, ὁπότε ἀντί αὐτῶν ὁ ἡγέτης τῶν ᾿Ασσυρίων ἐγκατέστησε στόν τόπο ἔθνη πού συνάθροισε ἀπό διάφορα μέρη καί τούς ὠνόμασε Σαμαρεῖτες ἀπό τό ὄρος Σομόρ.


'Οπως δέ ὁ ᾿Ιακώβ περνώντας ἀπό ἐκεῖ ὑπέταξε τά Σίκημα, καθώς λέγει ἡ ἱστορία, ἔτσι περνώντας ὁ Χριστός τώρα ὑπέταξε τή Σαμάρεια. ᾿Αλλά ἐκεῖνος μέν τό ἔκαμε, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, μέ τήν ρομφαία καί τό τόξο του, δηλαδή πρός ἐξολόθρευσι καί καταστροφή τῶν παλαιῶν κατοίκων, ὁ δέ Χριστός μέ λόγο καί διδασκαλία, δηλαδή γιά σωτηρία.“Διότι ὁ ᾿Ιησοῦς”, λέγει, “κουρασμένος ἀπ᾿ τήν ὁδοιπορία, καθόταν ἔτσι δίπλα στό πηγάδι. Ἡ ὥρα ἦταν περίπου ἕκτη”.


Καί ἡ ὥρα καί ὁ κόπος καί ὁ τόπος ἐπέβαλλαν νά καθήση καθένας πού ἔχει σῶμα σάν τό δικό μας. Θέλοντας λοιπόν νά ἐπιβεβαιώση τοῦτο καί προβλέποντας τό μελλοντικό κέρδος, ἐκαθόταν, λέγει, ἔτσι δίπλα στό πηγάδι, δηλαδή ἀφελῶς κάτω, μόνος του σάν ἕνας ὁδοιπόρος ἀπό τούς πολλούς, διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν φύγει στήν πόλι, γιά ν᾿ ἀγοράσουν τροφές. Καθώς λοιπόν ἐκαθόταν ἔτσι μόνος του δίπλα στό πηγάδι, ἔρχεται μιά γυναῖκα ἀπό τήν Σαμάρεια νά πάρη νερό.


'Ο δέ Κύριος, ὡς ἄνθρωπος διψώντας καί βλέποντας νά ἔρχεται κάποια ἀνθρωπίνως διψῶσα, γιά νά σταματήση τή δίψα της, ὡς Θεός δέ βλέποντας καί τήν καρδιά της νά διψᾶ γιά σωτήριο ὕδωρ, χωρίς ὅμως νά γνωρίζη αὐτόν πού μπορεῖ νά τῆς τό προσφέρη, ἐπείγεται ν᾿ ἀποκαλύψη τόν ἑαυτό του στήν ποθοῦσα ψυχή, διότι ποθεῖ καί αὐτός τούς ποθοῦντας κατά τά γεγραμμένα, ἀρχίζει δέ ἀπό ἐκεῖ πού θά γίνη εὐπρόσδεκτος.


καί τῆς λέγει, “δός μου νερό νά πιῶ”. Αὐτή δέ, καθώς ἦταν εὐφυής καί ἀντελήφθηκε καί ἀπό μόνο τή στολή καί τό σχῆμα καί τήν ἔκδηλη ἐξωτερική κοσμιότητα ὅτι εἶναι ᾿Ιουδαῖος καί φύλακας τοῦ νόμου, εἶπε, θαυμάζω πῶς ζητεῖς ἀπό Σαμαρείτιδα νερό, ἐνῶ οἱ ᾿Ιουδαῖοι δέν ἐπικοινωνοῦν μέ τούς Σαμαρεῖτες ὡς ἐθνικούς.


Ο δέ Κύριος. παίρνοντας ἀπό αὐτό ἀφορμή, ἀρχίζει νά ἀποκαλύπτη τόν ἑαυτό του πρός αὐτήν λέγοντας. “Ἄν ἐγνώριζες τήν δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ποιός εἶναι αὐτός πού σοῦ λέγει, δός μου νά πιῶ νερό, ἐσύ θά τοῦ ἐζητοῦσες καί θα σοῦ ἔδινε ζωντανό ὕδωρ”.


Βλέπεται ἐπιβεβαίωσι περί τοῦ ὅτι, ἄν ἐγνώριζε, θά ἐζητοῦσε ἀμέσως καί θά ἐγινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανοῦ ὕδατος, ὅπως ἔπραξε καί ἀπήλαυσε ὅταν ἔμαθε ὕστερα, ἐνῶ τό συνέδριο τῶν ᾿Ιουδαίων, πού ἐρώτησαν κι᾿ ἔμαθαν σαφῶς, ἔπειτα ἐσταύρωσαν τόν Κύριο τῆς δόξης (Α’ Κορ 2,8); ᾿Αλλά ποιά εἶναι ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ; “διότι”, λέγει, “ἄν ἐγνώριζες τή δωρεά τοῦ Θεοῦ”.


Γιά ν᾿ ἀφήσωμε τά ἄλλα, καί μόνο τοῦτο, τό ὅτι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός δέν βδελύσσεται τούς θεωρουμένους ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους βδελυκτούς καί ἀκοινωνήτους ἀκόμη καί γιά ἕνα ποτήρι νερό, πόσο μεγάλη δωρεά καί χάρις δέν εἶναι;


Τό δέ νά τούς θεωρῆ τόσο ἀγαπητούς, ὥστε ὄχι μόνο νά δέχεται τά διδόμενα ἀπό αὐτούς, ἀλλά νά μεταδίδη σ᾿ ἐκείνους ἀπό τά ἴδια τά θεῖα χαρίσματά του (τί λέγω τά χαρίσματα; Διότι προσφέρει τόν ἑαυτό του καί καθιστᾶ τούς πιστούς σκεύη δεκτικά τῆς θεότητός του, ἀφοῦ, ὅπως προβλέποντας ἐπαγγέλλεται, δέν εἶναι δυνατό νά ἔχουν ἀλλιῶς μέσα τους πηγή, πού νά τρέχη στήν αἰώνια ζωή), ποιός νοῦς θά τό καταλάβη;


Ποιός λόγος θά ἐκφράση τό ὑπερβάλλον τῆς δωρεᾶς; ῾Η Σαμαρεῖτις, ἐπειδή δέν κατάλαβε ἀκόμη τό μεγαλεῖο τοῦ ζωντανοῦ ὕδατος, πρῶτα μέν ἀπορεῖ, ἀπό πού θά εὕρη τό ὕδωρ πού ὑπόσχεται ὁ συνομιλητής, ἀφοῦ κουβᾶ δέν ἔχει καί τό πηγάδι εἶνα βαθύ.


'Επειτα ἐπιχειρεῖ νά τόν συγκρίνη μέ τόν ᾿Ιακώβ, τόν ὁποῖο ἀποκαλεῖ καί πατέρα, ἐξυμνώντας τό γένος ἀπό τόν τόπο, καί ἐξαίρει τό νερό τοῦ πηγαδιοῦ, μέ τή σκέψι ὅτι δέν μπορεῖ νά εὑρεθῆ καλύτερο ἀπό αὐτό.


'Οταν δέ ἄκουσε τόν Κύριο νά λέγει ὅτι “τό ὕδωρ πού θά σοῦ δώσω ἐγώ, θά γίνη γιά τόν δεχόμενο πηγή πού τρέχει πρός αἰώνια ζωή”, ἄφησε λόγο ψυχῆς πού ποθεῖ καί ὁδηγεῖται πρός τήν πίστι, ἀλλά δέν μπόρεσε ἀκόμη νά κυττάξη καθαρά πρός τό φῶς.“δός μου”, λέγει, “Κύριε, τό ὕδωρ τοῦτο, γιά νά μήν διψῶ κι᾿ οὔτε νά ἔρχωμαι ἐδῶ νά παίρνω”.


'Ο δέ Κύριος, θέλοντας ἀκόμη νά ἀποκαλύπτεται λίγο λίγο, τήν προστάσσει νά φωνάξη καί τόν ἄνδρα της. Καθώς δέ ἐκείνη, κρύβοντας τή διαγωγή της καί συγχρόνως σπεύδοντας νά πάρη τό δῶρο, ἔλεγε, “δέν ἔχω ἄνδρα”, ἀκούει πόσους ἄνδρες εἶχε δικούς της ἀπό παιδί καί ἐλέγχεται ὅτι τώρα ἔχει ἄνδρα πού δέν εἶναι δικός της. Δέν στενοχωρεῖται ὅμως ἀπό τόν ἔλεγχο, ἀλλά ἀμέσως, ἀντιληφθεῖσα ὅτι εἶναι προφήτης ὁ συνομιλητής, ἐπιλαμβάνεται ὑψηλοτέρων ζητημάτων.


Βλέπεται πόση εἶναι ἡ μακροθυμία καί ἡ φιλομάθεια τῆς γυναικός; Διότι, λέγει, “οἱ πατέρες μας προσκύνησαν στό ὄρος τοῦτο καί σεῖς λέγετε ὅτι ὁ τόπος ὅπου πρέπει νά προσκυνοῦμε εἶναι στά ᾿Ιεροσόλυμα”. Βλέπετε πόση συλλογή εἶχε στήν διάνοιά της καί πόση γνώσι τῆς Γραφῆς εἶχε;


Πόσοι τώρα ἀπό τούς γεννημένους πιστούς καί τροφίμους τῆς ᾿Εκκλησίας ἀγνοοῦν ὅ,τι ἐγνώριζε ἡ Σαμαρεῖτις, ὅτι οἱ πατέρες μας, ὁ ᾿Ιακώβ δηλαδή καί οἱ ἀπό αὐτόν πατριάρχες, προσκύνησαν τόν Θεό στό ὄρος τοῦτο; Αὐτήν τή γνῶσι καί τήν βαθειά μελέτη τῆς θεόπνευστης Γραφῆς δεχόμενος ὁ Χριστός σάν ὀσμή εὐωδίας, ἐπέμεινε συζητώντας εὐχαρίστως μέ τή Σαμαρείτιδα.


'Οπως δηλαδή, ἄν ἐπάνω στούς ἄνθρακες τοποθετήσης κάτι εὔοσμο, ἐπαναφέρεις καί συγκρατεῖς τούς πλησιάζοντας, ἄν ὅμως βάλης κάτι βαρύ καί δύσοσμο, τούς ἀπωθεῖς καί τούς ἀπομακρύνεις, ἔτσι καί στήν διάνοια. Ἄν ἔχεις ἱερά μελέτη καί σπουδή, καθιστᾶς τόν ἑαυτόν σου ἄξιον θείας ἐπιστασίας, διότι αὐτή εἶναι ἡ ὀσμή εὐωδίας πού ὀσφραίνεται ὁ Κύριος.


ν ὅμως τρέφης μέσα πονηρούς καί ρυπαρούς καί γηίνους λογισμούς, ἀπομακρύνεσαι ἀπό τήν θεία ἐπιστασία, καθιστώντας τόν ἑαυτό σου ἄξιον τῆς ἀποστροφῆς, ἀλλοίμονο, τοῦ Θεοῦ.


Διότι “δέν θά παραμείνουν παράνομοι ἀπέναντι στούς ὀφθαλμούς σου”, λέγει πρός τόν Θεό ὁ ψαλμωδός προφήτης (Ψαλμ. 5,5). ᾿Αφοῦ ὁ νόμος διατάσσει “νά μνημονεύης διαπαντός τόν Κύριο τόν Θεό σου, ὅταν κάθεσαι καί ὅταν βαδίζης, ὅταν εἶσαι ξαπλωμένος καί ὅταν εἶσαι ὄρθιος”, τό δέ εὐαγγέλιο λέγει, “ἐρευνᾶτε τίς Γραφές”,


διότι σ᾿αὐτές θά εὑρῆτε ζωή αἰώνια (᾿Ιω. 5,39), καί ὁ ἀπόστολος παραγγέλει, “νά προσεύχεσθε ἀδιαλείπτως” (Α´ Θεσσ. 5,17), αὐτός πού ἀσχολεῖται ἐπίμονα μέ γηίνους λογισμούς εἶναι ὁπωσδήποτε παράνομος, πολύ περισσότερο αὐτός πού ἀσχολεῖται μέ πονηρούς καί ρυπαρούς.


Αλλά πότε προσκύνησαν τόν Θεό σ᾿ αὐτό τό ὄρος οἱ πατέρες μας; ῞Οταν ὁ πατριάρχης ᾿Ιακώβ, ἀποφεύγοντας τόν φοβερό ἀδελφό του ᾿Ησαῦ καί πειθαρχώντας στίς συμβουλές τοῦ πατρός ᾿Ισαάκ, ἀνεχώρησε πρός τή Μεσσοποταμία καί ὅταν ἐπανῆλθε ἀπό ἐκεῖ μέ γυναῖκες καί τέκνα.


Κατά τήν ἐπάνοδο, ὅταν ὁ ᾿Ιακώβ ἔπηξε σκηνές σ᾿ αὐτόν περίπου τόν τόπο, ὅπου ὡμιλοῦσε ὁ Κύριος μέ τήν Σαμαρείτιδα, μετά τό ἐπεισόδιο τῆς Δείνας καί τήν ἅλωσι τῶν Σικήμων, τοῦ εἶπε ὁ Θεός, ὅπως γράφεται στή Γένεσι. “Σήκω καί πήγαινε στήν Βαιθήλ καί κατασκεύασε ἐκεῖ θυσιαστήριο στόν Θεό πού σοῦ ἐμφανίσθηκε ὅταν ἀπέδρασες ἀπό τήν παρουσία τοῦ ἀδελφοῦ σου ᾿Ησαῦ”.


Μετά τά λόγια αὐτά ὁ ᾿Ιακώβ ἐσηκώθηκε καί ἀνέβηκε στό παρακείμενο ὄρος καί οἰκοδόμησε ἐκεῖ, λέγει, θυσιαστήριο καί ἐκάλεσε τό ὄνομα τοῦ τόπου Βαιθήλ. Διότι ἐκεῖ τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτό λέγει ἡ Σαμαρεῖτις ὅτι οἱ πατέρες μας προσκύνησαν στό ὄρος τοῦτο, ἀκολουθώντας τούς ἀρχαίους ἐκείνους.διότι οἱ σχετικές διατάξεις γιά τόν ναό τῶν ᾿Ιεροσολύμων ἐνομοθετήθηκαν ὕστερα.


Καί ἐπειδή βέβαια ὁ τόπος ἐκεῖνος ὠνομάσθηκε ἀπό τόν ᾿Ιακώβ οἶκος Θεοῦ, διότι τοῦτο σημαίνει τό ὄνομα Βαιθήλ ἑρμηνευόμενο, αὐτή ἀπορεῖ ποθώντας νά μάθη, πῶς δέν λέγετε ὅτι ἐκεῖ εἶναι μᾶλλον ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά στά ᾿Ιεροσόλυμα, ὅπου νομίζετε ὅτι πρέπει νά θυσιάζετε καί νά προσκυνῆτε τόν Θεό.


Ο δέ Κύριος, ὁλοκληρώνοντας ἤδη τόν σκοπό τῶν λόγων του καί προφητεύοντας περί τῆς γυναικός, ὅτι θά εἶναι τέτοια καθώς τήν ζητεῖ καί τήν δέχεται ὁ Θεός, καί ἀποκρινόμενος πρός τούς λόγους της λέγει, “γυναῖκα, πίστευσέ με, ὅτι ἔρχεται ὥρα, ὁπότε οὔτε στό ὄρος τοῦτο οὔτε στά ᾿Ιεροσόλυμα θά προσκυνῆτε τόν Πατέρα”, καί ἔπειτα ἀπό λίγο, “τέτοιους ζητεῖ ὁ Θεός αὐτούς πού τόν προσκυνοῦν”.


Βλέπετε ὅτι καί γι᾿ αὐτήν βεβαιώνει ὅτι θά γίνη τέτοια, ὅπως τήν θέλει ὁ Θεός, καί ὅτι θά προσκυνῆ τόν ῞Υψιστο Πατέρα, ὄχι τοπικῶς ἀλλά εὐαγγελικῶς, (διότι πρός αὐτήν ἀπευθύνεται ὁ λόγος ὅτι οὔτε στό ὄρος τοῦτο οὔτε στά ᾿Ιεροσόλυμα θά προσκυνῆτε τόν Πατέρα), συγχρόνως δέ προαναγγέλλει σ᾿ αὐτήν φανερά καί τήν μετάθεσι τοῦ νόμου; Διότι, ἀφοῦ θά μετατεθῆ ἡ προσκύνησις, ἀναγκαίως θά γίνη μετάθεσις καί τοῦ νόμου.


Αλλά καί τό ἐνδιάμεσο κείμενο “σεῖς προσκυνεῖτε ὅ,τι δέν γνωρίζετε, ἐμεῖς προσκυνοῦμε, ὅ,τι γνωρίζομε, ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους”, εἶναι ἀπόκρισις πρός τόν λόγο ἐκείνης, ἀλλά συγχρόνως ἀποτελεῖ συνέπεια τῶν λόγων του. Διότι λέγει ὅτι κατά τοῦτο ἐμεῖς οἱ ᾿Ιουδαῖοι (διότι τοποθετεῖ καί τόν ἑαυτό του μ᾿ ἐκείνους, ἀφοῦ κατά σάρκα εἶναι ἀπό ἐκείνους).


μεῖς λοιπόν, λέγει, πού δέν διαψεύδομε τό ὄνομα, ἀλλά γνωρίζομε τά ἰδικά μας, κατά τοῦτο διαφέρομε στήν προσκύνησι ἀπό σᾶς τούς Σαμαρεῖτες, ὅτι γνωρίζομε πώς ὁρίζεται νά τελῆται στήν ᾿Ιουδαία ἡ προσκύνησις γιά τόν λόγο ὅτι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους θά προέλθη ἡ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, δηλαδή θά ἔλθη ὁ Χριστός.


Επειδή δέ δέν πρόκειται νά ἔλθη στό μέλλον, διότι ἦταν αὐτός ὁ ἴδιος, δέν εἶπε ὅτι ἡ σωτηρία θά εἶναι ἀπό τούς ᾿Ιουδαίους, ἀλλ᾿ ὅτι εἶναι. “᾿Αλλά ἔρχεται ὥρα”, λέγει, “καί εἶναι τώρα”.


Καί αὐτά εἶναι προφητικά.τό ἔρχεται χρησιμοποιήθηκε διότι δέν ἐτελέσθηκε ἀκόμη, ἀλλά θά τελεσθῆ, τό δέ “τώρα εἶναι”, χρησιμοποιήθηκε ἐπειδή τήν ἔβλεπε ἔτοιμη νά πιστεύση σύντομα καί νά προσκυνῆ πνευματικῶς καί ἀληθῶς.“ἔρχεται λοιπόν”, λέγει, “ὥρα, καί τώρα ἀκριβῶς εἶναι, ὁπότε οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί θά προσκυνοῦν τόν Πατέρα κατά Πνεῦμα καί ἀλήθεια”.


διότι ὁ ὕψιστος καί προσκυνητός Πατήρ, εἶναι Πατήρ αὐτοαληθείας, δηλαδή τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ, καί ἔχει Πνεῦμα ἀληθείας, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν κατ᾿ αὐτούς, τό πράττουν διότι ἔτσι πιστεύουν καί διότι ἐνεργοῦνται δι᾿ αὐτῶν.


Διότι, λέγει ὁ ἀπόστολος, τό Πνεῦμα εἶναι αὐτό διά τοῦ ὁποίου προσκυνοῦμε καί διά τοῦ ὁποίου προσευχόμαστε (Βλ. Ρωμ. 8,26), καί “κανείς δέν ἔρχεται πρός τόν Πατέρα παρά μόνο δι᾿ ἐμοῦ”, λέγει ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ (᾿Ιω. 14,6).


Αὐτοί λοιπόν πού προσκυνοῦν ἔτσι κατά τό Πνεῦμα καί τήν ἀλήθεια τόν ὕψιστο Πατέρα, αὐτοί εἶναι οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί. ᾿Αφοῦ δέ ἐξέβαλε καί τά ᾿Ιεροσόλυμα καί τήν Σαμάρεια, γιά νά μή νομίση κανείς ὅτι πρόκειται νά εἰσαχθῆ ἀντί γι᾿ αὐτά ἄλλος τόπος, στήν συνέχεια ἀπομακρύνει πάλι τόν ἀκροατή ἀπό κάθε σωματική ἔννοια καί τόπο καί προσκύνησι,


λέγοντας, “Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός, καί αὐτοί πού τόν προσκυνοῦν πρέπει νά προσκυνοῦν κατά Πνεῦμα καί ἀλήθεια”, δηλαδή ἐννοώντας τόν ἀσώματο ἐντελῶς ἔξω ἀπό σώματα.διότι ἔτσι θά τόν ἰδοῦν καί ἀληθινῶς παντοῦ μέσα στό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του. ῾Ως πνεῦμα δηλαδή πού εἶναι ὁ Θεός εἶναι ἀσώματος, τό δέ ἀσώματο δέν εὑρίσκεται σέ τόπο οὔτε περιγράφεται μέ τοπικά ὅρια.





Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς


Τετάρτη 22 Μαΐου 2019

ΣΥΛΛΑΒΕΤΕ ΤΟΥΣ ''ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΣ'' ΑΘΟΡΥΒΩΣ!






ΚΑΘΑΙΡΕΣΕΙΣ, ΑΠΟΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ, ΦΥΛΑΚΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΞΟΡΙΕΣ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ



Μέρος 9ον


Τα ειδεχθή και αποκρουστικά γεγονότα της Μονής Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας αμαύρωσαν την εικόνα των Ορθοδόξων του πατρίου ημερολογίου και προκάλεσαν αισθήματα φρίκης και αποτροπιασμού! Ο Τύπος, όσο και να ενδιαφερόταν να μεγεθύνει τα γεγονότα, έπεφτε μπροστά στις παγερές, όσο και απροκάλυπτες δηλώσεις της ηγουμένης Μαριάμ Σουλακιώτη, που δήλωνε: ''όλα αυτά, τα δημιούργησαν άνθρωποι της Μονής προκειμένου να πάρουν υπό τον έλεγό τους τη διαχείρισή της ''. ''Η Μαριάμ απολογηθείσα εν συνεχεία ετόνισεν, ότι όλαι αι εναντίον της κατηγορίαι είναι διαδόσεις και αποτελούν σκευωρίαν ορισμένων ανθρώπων επιζητούντων να αναλάβουν την διοίκησιν και την διαχείρισην της Μονής και διά τον λόγον αυτόν εδημιούργησαν τα ''μυθεύματα'' αυτά. (''ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ'' 18-11-1950) 


Επί δύο μήνες (Δεκέμβριος 1950 και Ιανουάριος 1951) και σε καθημερινή βάση έβγαιναν στο φως της δημοσιότητας, όλα, όσα διαδραματίζονταν στην Μονή και από ανθρώπους, Μοναχούς και Μοναχές της ίδιας της Μονής! 


Η ελληνική κοινωνία -στο σύνολό της - δεν μπορούσε βέβαια να διακρίνει τον τίμιο και ιεροπρεπή αγώνα των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, από τους σφετεριστές, σχισματικούς και αυτοανακηρυχθέντες ως Επισκόπους -υπό τον Ματθαίο- παρασυνάγωγους. Έτσι, στο ίδιο καλάθι συγκαταριθμήθηκε η αποτείχιση με την διαίρεση και η ιερακανονική λειτουργία με την ιδιοτελή και ''διαλάμπουσα'', εκκλησιαστική εκτροπή! Οι αγωνιστές των Πατρώων παραδόσεων παρουσιάστηκαν -συλλήβδην- ως ''μιάσματα'' και ''μεσαιωνκά κατάλοιπα'', ''αναρχικοί'', ''αντάρτες'' και ''χρηματοσυλλέκτες''!... Η Ιερά Σύνοδος της επισήμου Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να βρει μεγαλύτερη και ιδανικότερη ευκαιρία προκειμένου να πατάξει τους αποτειχιζόμενους! 


τσι με ανακοίνωσή της (24-11-1950) τονίζει ανάμεσα στ' άλλα: ''Τον περιβόητον Ματθαίον Καρπαθάκη εχειροτόνισεν αντικανονικώς και παρανόμως εις ψευδεπίσκοπον, ο ανωτέρω καθηρημένος Χρυσόστομος Καβουρίδης, καίτοι κατά τον χρόνον της αντικανονικής ταύτης χειροτονίας ήτο γνωστός, ως αμαθής και φανατικός και υπόπτου βίου ταραξίας Ιερομόναχος, επανειλημμένως παρασχών πράγματα εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος και εις το Άγιον Όρος και τιμωρηθείς δι' αυτά''. (''ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ'' 25-11-1950). Η Ιερά Σύνοδος υπό του πρώην Φλωρίνης, κ. Χρυσοστόμου Καβουρίδη συσταθείσα, εξέδωσε ανακοίνωση: ''Η Πανελλήνιος Θρησκευτική και Εθνική Ορθόδοξος Κοινωνία'' αντιπροσωπεύουσα τους ανά την Ελλάδα και Ξένην Γνησίους Ορθοδόξους Χριστιανούς δι' ανακοινωθέντος της διαμαρτύρεται διά την ''μελετημένην, παράνομον, ανελεύθερον, αντισυνταγματικήν, αντιθρησκευτικήν και αντιπολιτιστικήν δίωξιν των μελών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ., της προεδρευομένης υπό του πρώην Μητροπολίτου Φλωρίνης κ. Χρυσοστόμου''. 


Εις την ανακοίνωσιν τονίζεται επίσης, ότι ουδεμία σχέσιν και επικοινωνίαν ευρίσκεται η ''Θρησκευτική και Εθνική και Ορθόδοξος Κοινωνία'' μετά της εν Κερατέα Μονής, ης τα εν αυτή γενόμενα κατ' επανάληψιν απεδοκίμασεν και κατήγγειλεν''. (''ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ'' 6-12-1950) Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα ανακοινώσεων και άμετρης προπαγάνδας εκ μέρους της επισήμου Εκκλησίας δημοσιεύθηκαν στον ελληνικό Τύπο και τα μέτρα, που πρότεινε ''δια τους ''Παλαιοημερολογίτας'': ''Ζητείται, όπως περιορισθούν εις Μονάς οι παλαιοημερολογίτες επίσκοποι, ήτοι ο Μητροπολίτης, πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος εις την Μονήν της Χοζεβιωτίσσης εις την Αμοργόν και ο Κυκλάδων Γερμανός εις την Μονήν Καθαρών Ιθάκης, ως καθαιρεθέντες υπό της Εκκλησίας. Επίσης ζητείται, όπως αι αρμόδιαι Αρχαί προβούν εις ανακρίσεις κατά των Παλαιοημερολογιτών Επισκόπων Διαυλείας και Χριστιανουπόλεως και ληφθούν κατ' αυτών μέτρα, δεδομένου, ότι οι ανωτέρω εξακολουθούν να εμφανίζονται ως Επίσκοποι, ενώ η Εκκλησία χαρακτηρίζει αυτούς, απλώς ''πρεσβυτέρους''. 


Επίσης ελήφθη απόφασις, όπως δι' εγγράφου προς τους ανά το κράτος μητροπολίτας ζητηθεί από αυτούς, να διατάξουν όλους τους ανά τας διαφόρους επαρχίας μοναχούς, τους προερχομένους εξ' Αγίου Όρους, να εγκαταλείψουν τας περιοδείας των και να επανακάμψουν εις τας μονάς των. {...} Πληροφορούμεθα επίσης, ότι η Πρυτανεία του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατόπιν προτάσεως της Θεολογικής Σχολής απεφάσισεν, όπως μη... επιτρέπεται εις τους τελειοφοίτους θεολόγους να προσέρχονται εις επί πτυχίω εξέτασιν, εάν δεν δηλώσουν υπευθύνως, ότι... δεν είναι παλαιοημερολογίται (!)...(''ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ'' 13-12-1950). 


Στις 13-12-1950, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης της κυβέρνησης Σοφοκλή Βενιζέλου, Α. Θεολογίτης, δήλωνε, ότι: ''θεωρεί ταύτην (την κατάστασιν) εντελώς άσχετον και ξένην με τα αποκαλυφθέντα σκάνδαλα της Μονής Κερατέας, υποσημειώσας, ''ότι δεν είναι δυνατόν να ευθύνονται αι παλαιοημερολογίται εις το σύνολόν των εις τα σκάνδαλα ταύτα''! (''ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ'' 14-12-1950). Παράλληλα και με σύντομες διαδικασίες, η Ι. Σύνοδος της καινοτόμου Εκκλησίας καθαίρεσε του Επισκόπους Διαυλείας Πολύκαρπο και Χριστιανουπόλεως Χριστόφορο. ''Συνήλθε σήμερον το Συνοδικόν Δικαστήριον, το οποίον εδίκασεν τους Παλαιοημερολογίτας επισκόπους Διαυλείας και Χριστιανουπόλεως και επέβαλεν εις αυτούς την ποινήν της καθαιρέσεως. Το δικαστήριο αποτελείτο εκ των Μητροπολιτών Μεσσηνίας, Κασσανδρείας, Παροναξίας και Αργολίδος''. (''ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ'' 5-1-1951)


Δύο εβδομάδες αργότερα, ο αυτός υπουργός... ανακοίνωνε διά του Τύπου, τις Αστυνομικές Διώξεις κατά των Ορθοδόξων του πατρίου ημερολογίου...


''Απεφασίσθη: 1). Να εκτελεσθούν οι νομίμως εκδοθείσαι υπό των αρμοδίων Εκκλησιαστικών δικαστηρίων και Αρχών αποφάσεις κατά... των αντιποιούμενων την ιδιότητα του κληρικού της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας Παλαιοημερολογιτών, να εκτελώνται δε αμέσως και αι τυχόν εκδιδόμεναι νεότεραι τοιαύται. 2). Να αποσχηματισθούν οι άνευ κανονικής και νομίμου χειροτονίας εκ μέρους των κανονικών Αρχιερέων της Ορθοδόξου Εκκλησίας φέροντες το Ιερατικόν σχήμα, παλαιοημερολογίται, δήθεν κληρικοί. 3). Να διαταχθεί η σύλληψις και η αποστολή εις τας μονάς των ακολουθούντων το παλαιόν ημερολόγιον μοναχών, ο αποσχηματισμός δε και η παραπομπή εις τας αρμοδίους δικαστικάς αρχάς των εξ' αυτών παρανόμως και αντικανονικώς φερόντων το μοναχικόν σχήμα και 4). Να αποδοθούν εις την επίσημον Εκκλησίαν, οι υπό των παλαιοημερολογιτών παρανόμως και αυθαιρέτως καταληφθέντες κανονικοί Ναοί, ως και οι υπ' αυτών παρανόμως και αυθαιρέτως κατεχόμεναι κανονικαί Μοναί... {...} 


Επίσης αποφασίζεται, όπως γίνει αποδεκτή, η πρότασις του κ. Αντιπροέδρου περί καταρτισμού Επιτροπών εις τας έδρας των Νομών, αποτελουμένων εκ των οικείων, Μητροπολίτου, Νομάρχου, Εισαγγελέως, Γυμνασιάρχου και Διοικητού Χωροφυλακής, οίτινες και θα εισηγούνται την λήψιν των σκοπιμοτέρων μέτρων διά την περιστολήν του παλαιοημερολογιτισμού και τον χειρισμόν των παλαιοημερολογιτικών ζητημάτων τοπικώς!'' (''ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ'' 17-1-1951)


Μέσα σε καθεστώς ανέκφραστου φόβου και απίστευτης τρομοκρατίας εκ μέρους της επισήμου Εκκλησίας, συνεργαζόμενης μετά των Αρχών της χώρας, οι Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν πτοήθηκαν και λίγες ημέρες μετά, εόρτασαν στο Π. Φάληρο την μεγάλη Δεσποτική εορτή των Θεοφανείων! Ο ημερήσιος, αθηναικός Τύπος ανέβασε τον αριθμό των συμμετασχόντων κατά την μεγάλη αυτή εορτή γύρω στους επτά χιλιάδες, αριθμός εντυπωσιακός, αν αναλογισθεί κανείς το περιρρέον κλίμα της εποχής που διανύουμε. Ένα σημαντικό στοιχείο, που χρησιμοποιήθηκε κατά το δοκούν από την διοικούσα Εκκλησία (θα το εξετάσουμε σε άλλη εργασία μας) ήταν και ο αριθμός των Ορθοδόξων, των ακολουθούντων το πάτριο, εκκλησιαστικό ημερολόγιο. Οι πρώτοι αποτειχισθέντες Γνήσιοι Ορθόδοξοι κατά τις εκτιμήσεις των πατέρων της ''Θρησκευτικής Κοινότητας'' ανήρχοντο στο ένα εκατομμύριο πιστούς σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Η επίσημη Εκκλησία τους κατέβαζε στους πενήντα χιλιάδες, ενώ το Κράτος διά των επισήμων αρχών του στις αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες. Την ίδια εποχή, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Α. Θεολογίτης -διά του Τύπου- επισημαίνει, πως ''αι αρμόδιαι Κρατικαί Αρχαί υπολογίζουν τους ανά την χώραν παλαιοημερολογίτες εις εκατοντάδας χιλιάδας Ελλήνων''. (''ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ'' 14-12-1950)


''Οι Παλαιοημερολογίται εόρτασαν χθες τα Θεοφάνεια και προέβησαν εις την κατάδυσιν του Τιμίου Σταυρού εις το Παλαιόν Φάληρον, καίτοι δεν είχε δοθεί σ' αυτούς άδεια συγκεντρώσεως παρά της αστυνομικής αρχής. Από πρωίας πλήθη παλαιοημερολογιτών, ιδίως γυναικοπαίδων, συνέρρευσαν εις το Παλαιόν Φάληρον και εις μίαν μικρήν εκκλησίαν, την ''Κοίμησιν της Θεοτόκου''. Τα μέλη έμειναν έξωθεν του ναού,εκτός δε αυτού εψάλλη λειτουργία υπό των τεσσάρων ''ψευδεπισκόπων'' των παλαιοημερολογιτών, εναντίον των οποίων έχουν εκδοθεί προ καιρού εντάλματα συλλήψεως παρά των δικαστικών αρχών, μη εκτελούμενα. Επίσης παρίσταντο πεντήκοντα περίπου ιερείς των παλαιοημερολογιτών. Κατά την λειτουργίαν τα πλήθη εισήλθον εις την παραλίαν παρά τον ''Φλοίσβον'', όπου την μεσημβρίαν ερρίφθη εις την θάλασσαν ο σταυρός υπό των ''ψευδεπισκόπων''. Οι παλαιοημερολογίται, οι οποίοι ανήρχοντο εις επτά και οκτώ χιλιάδας, μετά την κατάδυσιν του σταυρού, επιστρέφοντες εις την εκκλησίαν εστάθησαν εις την πλατείαν του Π. Φαλήρου και ανέπεμπον δέησιν προ του αστυνομικού τμήματος, κατόπιν δε διελύθησαν ησύχως. Οι περισσότεροι παλαιοημερολογίται προήρχοντο από την Σαλαμίνα''. (''ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ'' 20-1-1951)


Τις ίδιες ημέρες, οι ομογενείς από την Αμερική, προκειμένου και αυτοί να υπερασπιστούν με τον τρόπο τους τον τίμιο αγώνα των αποτειχισθέντων Ορθοδόξων του πατρίου ημερολογίου στέλνουν υπόμνημα στην Κυβέρνηση του Σοφοκλή Βενιζέλου, ως είναι το ακόλουθο.




Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος



  ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ (1951) by ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ on Scribd



Κυριακή 19 Μαΐου 2019

ΣΥΛΛΑΒΕΤΕ ΤΟΥΣ ''ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΣ'' ΑΘΟΡΥΒΩΣ!





''ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΝ ΣΥΝΟΔΟΙ'' ΚΑΙ ΕΠΙΒΑΤΗΡΙΟΙ ΛΟΓΟΙ ''ΑΛΑΝΑΣ''


Πολιτεία Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνα Βλάχου συνέχεια... Σε παλαιότερα σημειώματά μας έχουμε επισημάνει την συνεχή και ...συνήθη αντικανονικότητα της καινοτόμου Εκκλησίας από την επιβολή ''αριστείδην συνόδων'' που επέβαλε η συνεργασία της με τα ''επαναστατικά'', στρατιωτικά καθεστώτα της εποχής -και όχι μόνο- αρξαμένης από την ''εκλογή'' του Επιβάτου του Μητροπολιτικού Θρόνου Αθηνών Μελετίου Μεταξάκη και εντεύθεν.


Έτσι, μετά τον Μελέτιο Μεταξάκη, τη σειρά θα πάρουν Αρχιεπίσκοποι που ανέβηκαν στον Αρχιεπισκοπό Θρόνο με ''αριστείδην συνόδους'', με διορισμένες δηλαδή ''συνόδους'' που σχηματίσθηκαν από κοινού με μερίδα Μητροπολιτών της επισήμου Εκκλησίας: ο Χρυσόστομος (Παπαδόπουλος), που επέβαλλε διά εγκυκλίου το νέο ημερολόγιο στα εκκλησιαστικά ειωθότα, ο Χρύσανθος (Φιλιππίδης) αντί του Δαμασκηνού Παπανδρέου που επιβλήθηκε από το Μεταξικό καθεστώς, ο Δαμασκηνός (Παπανδρέου), καταχρηστικά και αντικανονικά Αντιβασιλέας και Πρωθυπουργός, που όρκισε την κατοχική και δωσιλογική κυβέρνηση Τσολάκογλου, ο Σπυρίδων (Βλάχος) που εξετάζουμε, ο μέγας διώκτης των Γνησίων Ορθοδόξων, μέχρι και τον Σεραφείμ (Τίκα).


Οι ''επαναστατικές'' κυβερνήσεις του μεσοπολέμου -όπως και οι μετακατοχικές- συνεργάζονταν με την επίσημη Εκκλησία σε κυβερνητικό επίπεδο και -από κοινού- εξέλεγαν τον αρεστό Αρχιεπίσκοπο κατά το δοκούν και κατά το... εξυπηρετείν! Ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων Βλάχος, ήδη ''προεκλεγμένος'' στα γραφεία της κυβέρνησης του Θεμιστοκλή Σοφούλη και με συνεννόηση με μερίδα Μητροπολιτών της Ι. Συνόδου ''εκλέχθηκε'', ως ο ιδανικότερος: ένας άνθρωπος με αμείλικτο, αδίστακτο και ανένδοτο ''δεσποτοκρατικό'' φρόνημα, που από την πρώτη κιόλας ομιλία του σε συνεδρίαση της Ι.Σ έθεσε επί τάπητος την προτεραιότητα της αντορθόδοξης ποιμαντορίας του: τον αφανισμό και την καταστροφή του ''παλαιοημερολογιτισμού'', ''ως επικινδυνοτέρου και αυτού του κομμουνισμού''...!


Ο τέως Πρόεδρος της χώρας και ακαδημαικός Κων/νος Τσάτσος, πολιτικός, που στο παρελθόν είχε συνεργαστεί στενά με τον Σπυρίδωνα, στο βιβλίο του ''Λογοδοσία μιας ζωής'', Εκδόσεις των Φίλων, 2001, περιγράφει την εκλογική διαδικασία Αρχιεπισκόπου, ως μια ''θεομπαιχτική συνάθροιση ανθρώπων, που οι περισσότεροι... ήξεραν εκ των προτέρων, ποιος θα εκλεγεί''! Το 1949 άλλωστε είχε αναλάβει για πρώτη φορά κυβερνητική θέση: αυτή του υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων και είναι ο αυτός άνθρωπος, που πρότεινε και ''εγκατέστησε'' τον Σπυρίδωνα Βλάχο από την Μητρόπολη των Ιωαννίνων στην Αρχιεπισκοπή της Αθήνας!


Ο Βίος και η Πολιτεία του ανδρός (Σπυρίδωνα Βλάχου) ενδεικτικά παρουσιάζεται μέσα από το βιβλίο του άλλοτε στενού συνεργάτη του και Γενικού Γραμματέα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθανασίου Ναθαναήλ: ''Αλκιβιάδης Κοντοπάνος - Σπυρίδων Βλάχος'' ...Η Απομυθοποίηση. Αλλά δεν θα ασχοληθούμε με αυτό.


Είναι όμως ενδεικτικός ο λόγος του -από τους συνήθεις βέβαια που χρησιμοποιούσε-  κατά την πρώτη συνεδρίαση της Ι. Συνόδου της επισήμου Εκλησίας, όταν αναφέρθηκε στους Ορθοδόξους του Πατρίου Ημερολογίου, αποκαλώντας τους ''αλήτες'', ''αγύρτες'', ''χειροβοσκούς'' και τις εκκλησίες και τα μοναστήρια αυτών, ''ως μύκητες εξεφύτρωνον και κατεσπίλουν το ιερόν εδάφιον της ενδόξου γης δήθεν «Ναοί» και «Μοναί» παλαιοημερολογιτικαί, εν τη πραγματικότητι δε καταγώγια και λησταρχεία, άνευ ουδενός ελέγχου και ουδεμιάς ουδαμόθεν αδείας''!...


Στην πρώτη του αυτή ομιλία, του απάντησε δεόντως με προσοχή, σύνεση και διάκριση, μα με προπαντώς με ορθόδοξο, πνευματικό λόγο, ο διωκόμενος και κατόπιν εξορισθείς πρόεδρος των ''παλαιοημερολογιτών'', πρώην Φλωρίνης, Άγιος Χρυσόστομος Καβουρίδης ΕΔΩ: ''Όντως ο Μακαριώτατος Πρόεδρος, δι' ολίγων μεν, αλλά λίαν καυστικών λόγων, παρά την διακρίνουσαν αυτόν σύνεσιν και συντηρητικότητα εις τας εκφράσεις του, εχαρακτήρισεν ουδέν ήττον, ουδέν έλαττον, τον μεν παλαιοημερολογιτισμόν ως πληγή της Κρατούσης Εκκλησίας, τους δε ακολουθούντας το πάτριον εορτολόγιον, συλλήβδην ως αλήτας και αγύρτας, υπονομεύοντας το κύρος της Εκκλησίας και διαταράττοντας την ειρήνην και την αρμονίαν της Εκκλησίας''.


Ακολουθεί υπόμνημα των τριών Αρχιερέων των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, του Προέδρου, πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδη, Χριστιανουπόλεως Χριστοφόρου και Διαυλείας Πολυκάρπου προς τον Βασιλιά Παύλο τον Α', στις 14 Αυγούστου 1951 ν. ημ. Σε αυτήν διακρίνεται οφθαλμοφανώς η αγωνία, το δράμα, μα και η ανυποχώρητη Ομολογία των διωκόμενων έναντι των διωκτών τους! 


Σημείωση σημαντική και ουχί αμελητέα: τα γνωστά γεγονότα της Μονής Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας (Δεκέμβριος 1950) που αναφέρονται στην κάτωθι επιστολή, αλλά και το ίδιο το σχίσμα και η απερίγραπτη προδοσία της Ματθαιικής Παρασυναγωγής, αποτέλεσαν το ιδανικότερο εφαλτήριο για τον Σπυρίδωνα Βλάχο, προκειμένου να ξεκινήσει έναν επικό διωγμό εναντίον των Ορθοδόξων του πατρίου ημερολογίου! Από τότε, οι διώκτες πατούσαν πάνω στην διαίρεση των Γνησίων Ορθοδόξων, που προκάλεσε εξαρχής η αχειραγώγιτη φιλαυτία και η μνημειώδης υπερηφάνεια του Ματθαίου Καρπαθάκη, που διαμοίρασε το ποίμνιο των Γνησίων Ορθοδόξων, προκειμένου -ως άλλος Πάπας- να ονομάσει εαυτόν και τους επιγόνους του, ως τους μόνους και κατ' αποκλειστικότητα ''Ορθοδόξους'' επί γης! 



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος



Μέρος 8ον



Προς
την Αυτού Μεγαλειότητα
τον Βασιλέα των Ελλήνων Παύλον τον Α'




Μεγαλειότατε



Κατώδυνοι εκ της επί οκτάμηνον ασκουμένης βίας καθ΄ημών και εξηντλημένοι ψυχικώς εκ των διώξεων, των φυλακίσεων και της εξορίας, πρπαγόμεθα διά του παρόντος να καθικατεύσομεν την Υμετέραν Θεοφρούρητον Μεγαλειότητα, όπως αγαθυνθεί και ακούσει μετ' ευνοίας και καλοσύνης την ικέτιδα φωνήν τριών αναξιοπαθούντων Ελλήνων Ιεραρχών, τριακοσίων ιερέων και ενός εκατομμυρίου Εθνικόφρονος, νομοταγούς και πιστώς αφοσιωμένου προς τον Θρόνον της Κραταιάς Βασιλείας, Ελληνικού Λαού. 



Μεγαλειότατε


Από του παρελθόντος Ιανουαρίου ε. ε. αποφάσει του Υπουργικού Συμβουλίου της Κυβερνήσεως της Υμετέρας Μεγαλειότητος, εκηρύχθη καθ΄ημών αμείλικτος διωγμός, αποτέλεσμα του οποίου υπήρξαν τα κατωτέρω.


Ημείς, οι Αρχιερείς να καταδικασθώμεν εις εξορίαν, εξ' ων ο πρώτος, ο ογδοηκονταπεντούτης Επίσκοπος Κυκλάδων Γερμανός, προσενεγκών πολυτίμους υπηρεσίας εν τε τη Εκκλησία, τη Παιδεία και τω Βασιλικώ Οίκω του αειμνήστου Πάππου της Υμετέρας Μεγαλειότητος Γεωργίου του Α', υπέκυψεν εις το μοιραίον, μη δυνηθείς να φέρει τας κακουχίας και τα δεινά της διώξεως, δίκην δε κοινού εγκληματίου ετάφη άνευ και της στοιχειώδους διά πάντα νεκρόν τιμής. 


Ο δεύτερος, ο επίσης Πρεσβύτης ηλικίας ογδοήκοντα δύο ετών Μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, συλληφθείς εξωρίσθη και ευρίσκεται ήδη εξόριστος εις την εν Μυτιλήνη ιεράν Μονήν του Υψηλού, δοκιμάζων τας πικρίας της εξορίας, κατόπιν πολλαπλών υπηρεσιών, ας προσήνεγκεν τω Έθνει ημών και τη Εκκλησία κατά την διάρκειαν της τριαντακονταετούς Αρχιερατείας αυτού, γενόμενος συμπαθέστατος τω αειμνήστω Βασιλεί Κωνσταντίνω, Πατρί της Υμετέρας Μεγαλειότητος, διά τας αξιολόγους Εθνικάς υπηρεσίας του.


Ο τρίτος Επίσκοπος Χριστιανουπόλεως Χριστοφόρος, διωκόμενος κρύπτεται, μη συλληφθείς εισέτι και υφίσταται σοβαρούς της υγείας αυτού κλονισμούς, αμοιβόμενος ούτω διά τας πολλαπλάς και εξαιρέτους υπηρεσίας, ας προσήνεγκεν τω Ελληνικώ Στρατώ ως εφημέριος και Ιεροκήρυξ, ένεκεν των οποίων ετιμήθη διά των χειρών του αειμνήστου Βασιλέως Κωνσταντίνου, Πατρός της υμετέρας Μεγαλειότητος, Ούτινος και απέσπασεν τον έπαινον με το παράσημον το χρυσούν της ανδρείας, κατά την Μικρασιατικήν Εκστρατείαν.


Και ο τέταρτος Επίσκοπος Διαυλείας Πολύκαρπος, διωκόμενος και ούτος κρύπτεται μη συλληφθείς εισέτι και κατ' επανάληψιν, λόγω των κακουχιών της διώξεως, εκινδύνευσε να υποκύψει εις το μοιραίον, αμοιβόμενος ούτω, διά τας πολυτίμους και εξαιρέτους υπηρεσίας, ας προσέφερεν εις την Ελληνικήν Κοινωνίαν, ιδρύσας δύο καλλιμάρμαρα ορφανοτροφεία αρρένων και θηλέων, άτινα κοσμούσι την πόλιν του Πειραιώς, δι' α και έλαβε το βραβείον αρετής εκ της Ακαδημίας Αθηνών.


Οι ιερείς να υποστώσι παντοειδείς εξευτελισμούς κατά τρόπον προσβάλλοντα, ουχί μόνον τον ανθρωπισμόν, αλλά και τον πολιτισμόν της Ελλάδος. 


Και τέλος, ο εξ' ενός εκατομμυρίου αποτελούμενος, ως εξάγεται εκ των παρ' ημίν τηρουμένων απογραφικών πινάκων, Ελληνικός Λαός, να στενάζει υπό το βάρος της στερήσεως της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως αυτού, χάριν της οποίας προσέφερεν τα πάντα και είναι πρόθυμος να προσφέρει ό,τι τω εναπέμεινεν.


Τον διωγμόν τούτον Μεγαλειότατε, εκήρυξε καθ' ημών η της Υμετέρας Μεγαλειότητος Κυβέρνησις, επί τη αιτιολογία ότι ακολουθούμεν το Ιουλιανόν ημερολόγιον εν τη ιερά Λατρεία. Πώς δύναται να θεωρηθεί το τοιούτον αξιόποινος πράξις, εφόσον υφίσταται, μήπω ανακληθέν, το Βασιλικόν Διάταγμα, το εκδοθέν υπό του αειμνήστου Αδελφού της Υμετέρας Μεγαλειότητος Βασιλέως Γεωργίου του Β', κατά το έτος 1923, δι' ου καθορίζεται, όπως η μεν Πολιτεία ακολουθείν το Γρηγοριανόν ημερολόγιον, η δε Εκκλησία το Ιουλιανόν τοιούτον;


Κατόπιν πάντων τούτων Μεγαλειώτατε, ποιούμεθα έκκλησιν θερμοτάτην και υψούμεν φωνήν ικέτιδα προς την Υμετέραν Θεοφρούρητον Μεγαλειότητα,  όπως αγαθυνθεί Αύτη και Υψηλή Επιταγή Αυτής, ανακληθώσι τα καθ' ημών βάρβαρα, ανελεύθερα και αντισυνταγματικά μέτρα και αφεθώμεν ελεύθεροι, ίνα λατρεύσομεν τον Θεόν της αγάπης, ως παρελάβομεν εκ των Πατέρων ημών και προσφέρομεν ευχάς προς τον Ύψιστον υπέρ του Κραταιούς Άνακτος ημών, της Μεγαλειώτάτης Ανάσσης ημών του Υψηλού Διαδόχου και απάσης της Βασιλικής οικογενείας.


Σημειωτέον επί τούτοις, ότι οι διά του παρόντος εμφανιζόμενοι προς την Υμετέραν Μεγαλειότητα, ουδεμίαν σχέσιν έχομεν με τα αδόμενα έκτροπα της Μονής Κερατέας. 


Όθεν διά γλυκείας έχοντες ελπίδος, ότι ο Ορθοδοξότατος και Κραταιός Βασιλεύς ημών θέλει περιβάλλει πιστούς και αφοσιωμένους υπηκόους Αυτού, μετά συμπαθείας και στοργής, ην προσφέρει δαψιλώς προς πάντας τους υπηκόους Αυτού, ευχόμεθα από βαθυτάτης καρδίας, όπως Κύριος ο Θεός ημών κρατύνει και διαφυλάξει αδιάσειστον τον Θρόνον, ον κλείζει η δόξα και η καλοσύνη λαοφιλεστάτου Άνακτος Παύλου του Α'.


Διατελούμεν πιστοί Υπήκοοι της Υμετέρας Μεγαλειότητος.




Οι Αρχιερείς

και αντ' Αυτών

ο Επίσκοπος


+ ο Διαυλείας Πολύκαρπος




ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: Η ΠΡΟΒΑΤΙΚΗ ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ ΤΗΣ ΒΗΘΕΣΔΑ



Στό χρυσωρυχεῖο οὔτε τήν πιό ἀσήμαντη φλέβα δέν θά δεχόταν νά περιφρονήση κανένας κι ἄς προξενῆ πολύν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καί στίς θεῖες Γραφές δέν εἶναι χωρίς βλάβη νά προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μιά κεραία. Ὅλα πρέπει νά ἐξετάζωνται. Τό ἅγιο Πνεῦμα τά ἔχει πεῖ ὅλα καί τίποτα δέν εἶναι ἀνάξιο σ̉ αὐτές. Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ: Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία.


Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη «δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν. Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν δεῖ πολλά καί θαυμάσει. Ὕστερ̉ ἀπ̉ αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων.


Ποιά ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ̉ τή μιά γιά νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ̉ τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό ἁπλῶν.


πάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος - κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας; Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; 


Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον. Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης. Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει; Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη.


Τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα, προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα τέτοια.


Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς μποῦμε στό θέμα μας. Πρῶτα λοιπόν ὅπως εἶπα πρωτύτερα, μολυσμούς σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ νερό. Γιατί θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ βαπτίσματος δέν θεραπεύει τούς μολυσμούς μονάχα ἀλλά καί ἀσθένειες.


Γιατί οἱ πλησιέστερες πρός τήν ἀλήθεια εἰκόνες καί σχετικά μέ τό βάπτισμα καί τό πάθος καί τά ἄλλα ἦσαν καθαρώτερες ἀπό τίς παλαιότερες. Γιατί ὅπως οἱ κοντινοί τοῦ βασιλιᾶ δορυφόροι εἶναι λαμπρότεροι ἀπό τούς πιό μακρινούς, ἔτσι γίνεται καί σχετικά μέ τούς τύπους.


Κι ὁ ἄγγελος καταβαίνοντας ἀνατάραζε τό νερό καί τοῦ ἔδινε θεραπευτική δύναμη, γιά νά μάθουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πολύ περισσότερο ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων μπορεῖ νά θεραπεύση ὅλα τά νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἀλλά ὅπως ἐδῶ ἡ θεραπευτική δύναμη δέν ἦταν φυσική ἰδιότητα τοῦ νεροῦ, γιατί τότε θά ἐκδηλωνόταν ἀδιάλειπτα, ἀλλά παρουσιαζόταν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου, ἔτσι καί πάνω σ̉ ἐμᾶς δέν ἐνεργεῖ ἁπλᾶ τό νερό ἀλλά ὅταν δεχτῆ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τότε διαλύει ὅλες τίς ἁμαρτίες.

Γύρω ἀπ̉ αὐτή τήν κολυμβήθρα κοίτονταν ἕνα μεγάλο πλῆθος ἄρρωστοι τυφλοί, κουτσοί, λεπροί πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ καί τότε ἡ ἀσθένεια γινόταν ἐμπόδιο σ̉ ἐκεῖνον πού ἤθελε νά θεραπευτῆ. Μά τώρα εἶναι κύριος ὁ καθένας νά προσέλθη. Γιατί δέν ἀναταράζει κάποιος ἄγγελος ἀλλά εἶναι τῶν πάντων ὁ Κύριος αὐτός πού τά ἐκτελεῖ ὅλα καί δέν εἶναι δυνατό νά πῆ ὁ ἀσθενής«μόλις πάω νά κατεβῶ, ἄλλος κατεβαίνει πρίν ἀπό μένα».


λλά, κι ἄν ἔρθη ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἡ χάρη δέν ξοδεύεται, οὔτε ἡ ἐνέργεια δαπανᾶται ἀλλά ἴδια καί ἀπαράλλακτη μένει ὅπως πρῶτα. Κι ὅπως οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες καθημερινά δίνουν τό φῶς τους καί δέν δαπανῶνται οὔτε λιγοστεύει ἡ λάμψη τους ἀπό τήν ἄφθονη παροχή των, ἔτσι καί πολύ περισσότερο ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, δέν ἐλαττώνεται μ̉ ὅλο τό πλῆθος πού τήν ἀπολαμβάνει.

Αὐτό συνέβαινε, μέ τό σκοπό ἐκεῖνοι πού ἔμαθαν ὅτι εἶναι δυνατό μέ τό νερό νά θεραπευτοῦν πολλά σωματικά νοσήματα καί ἀσκήθηκαν στή γνώση αὐτή πολύν καιρό, νά πιστέψουν εὔκολα ὅτι μπορεῖ νά θεραπεύση καί νοσήματα τῆς ψυχῆς. Καί γιατί τέλος πάντων ὁ Ἰησοῦς ἄφησε ὅλους τούς ἄλλους καί ἦρθε σ̉ αὐτόν, πού εἶχε τριάντα ὀχτώ χρόνια καί γιατί τόν ρώτησε ἄν θέλη νά γίνη ὑγιής.

χι γιά νά μάθη, αὐτό ἦταν περιττό, ἀλλά γιά νά δείξη τήν ὑπομονή τοῦ παραλυτικοῦ καί γιά να καταλάβωμε ὅτι γι̉ αὐτό ἄφησε τούς ἄλλους καί πῆγε σ̉ αὐτόν. Κι ὁ ἀσθενής τοῦ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε:«Κύριε δέν ἔχω κάποιον νά μέ βάλη στήν κολυμβήθρα, ὅταν ταραχθῆ τό νερό. Κι ἐνῶ πηγαίνω ἐγώ, κατεβαίνει ἄλλος πρίν ἀπό μένα». Γι̉ αὐτό ρώτησε, ἄν θέλη νά γίνη γερός. Γιά νά πληροφορηθοῦμε αὐτά τά πράγματα. Δέν τοῦ εἶπε θέλεις νά σέ κάμω καλά; - Γιατί δέν φανταζόταν ἀκόμα τίποτα σπουδαῖο γι̉ αὐτόν - ἀλλά θέλεις νά γίνης καλά;


Ξαφνιάζεται ὁ καρτερικός παράλυτος. Ἔχοντας τριάντα ὀχτώ ἔτη τήν ἀσθένεια καί κάθε χρόνο ἐλπίζοντας ὅτι θά γλύτωνε ἀπ̉ αὐτή, ἔμενε μόνιμα ἐκεῖ καί δέν ἀπομακρυνόταν. Χωρίς τήν καρτερία του ἄν ὄχι τά περασμένα, δέν θά ἦσαν ἱκανά τά μέλλοντα νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό κεῖ; Σκέψου σέ παρακαλῶ πῶς ἦταν φυσικό καί οἱ ἄλλοι ἄρρωστοι νά εἶναι ἥσυχοι. Γιατί μήτε ἡ ὥρα δέν ἦταν φανερή πού ταραζόταν τό νερό. Καί στό κάτω-κάτω οἱ κουτσοί καί οἱ κουλλοί μποροῦσαν νά παρατηρήσουν. Οἱ τυφλοί ὅμως πού δέν ἔβλεπαν; Ἴσως τό καταλάβαιναν ἀπό τό θόρυβο.


ς νιώσωμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ντροπή καί ἄς στενάξωμε γιά τήν πολλή ἀδιαφορία μας. Τριάντα ὀχτώ χρόνια ἔμεινε στό ἴδιο μέρος ἐκεῖνος καί, μ̉ ὅλο πού δέν πετύχαινε ὅ,τι ἤθελε, δέν ἀπομακρυνόταν. Καί δέν πετύχαινε ὄχι ἀπό ἀδιαφορία δική του ἀλλά γιατί τόν ἐμπόδιζαν καί τόν παραμέριζαν οἱ ἄλλοι. Καί ὅμως δέν ἀπογοητευόταν.


μεῖς ὅμως δέκα ἡμέρες, ἄν μείνωμε κάπου καί παρακαλέσωμε γιά κάτι χωρίς νά πετύχουμε στό τέλος βαρυόμαστε νά δείξωμε τόν ἴδιο ζῆλο. Καί στούς ἀνθρώπους κάποτε μένουμε κοντά τόσο διάστημα ὑποφέροντες τίς ταλαιπωρίες τῆς ἐκστρατείας καί ἐκτελώντας ἐργασίες δουλοπρεπεῖς, χωρίς νά ἐκπληρώνεται πολλές φορές ἡ ἐλπίδα μας.


Στόν Κύριο ὅμως τό δικό μας, ὅπου θά πάρωμε ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη ἀπό τούς κόπους μας ἀμοιβή - ἡ ἐλπίδα, γράφει, δέν ἀπογοητεύει - δέν θέλομε νά μείνωμε κοντά του μέ τό ζῆλο πού πρέπει. Πόση τιμωρία ἁρμόζει σ̉ αὐτή τή στάση; Ἀκόμη κι ἄν δέν ἦταν δυνατό νά πάρουμε τίποτα, αὐτή τήν ἀδιάκοπη συνομιλία μαζί του δέν ἔπρεπε νά τήν θεωροῦμε ἄξια ἄπειρων ἀγαθῶν; Ἀλλά εἶναι κουραστική ἡ ἀδιάκοπη προσευχή; Ἀλλά καί ποιά ἀρετή δέν εἶναι κοπιαστική;


Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀπορία: ὅτι μαζί μέ τήν κακία κληρώθηκε ἡ εὐχαρίστηση, ἐνῶ μέ τήν ἀρετή ὁ πόνος. Πολλοί ἀναζητοῦν τήν αἰτία. Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός ἀπ̉ τήν ἀρχή ζωή ἐλεύθερη ἀπό φροντίδες καί κόπους. Ἡ ἀργία ὡδήγησε στή διαστροφή καί χάσαμε τόν παράδεισο. Γι̉ αὐτό ἔκαμε ἐπίπονη τή ζωή μας, σάν νά δικαιολογοῦνταν στό γένος τῶν ἀνθρώπων λέγοντας. Σᾶς ἔβαλα μέσα στήν τρυφή, ἀλλά ἡ ἀπιστία σᾶς ἔκαμε χειρότερους.


Γι̉ αὐτό διέταξα νά δοκιμάζετε τόν πόνο καί τόν ἱδρῶτα. Ἐπειδή ὅμως οὔτε αὐτός ὁ πόνος δέν συγκράτησε τόν ἄνθρωπο, μᾶς ἔδωσε νόμο μέ πολλές ἐντολές βάζοντάς μας, ὅπως στό δύσκολο ἄλογο, δεσμά καί χαλινάρια.


Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἀλογοδαμαστές. Γι̉ αὐτό εἶναι ἐπίπονη ἡ ζωή μας. Ἡ ζωή ἡ χωρίς κόπο συνήθως διαφθείρει. Ἡ φύση μας δέν δέχεται τήν ἀργία, εὔκολα κλίνει στήν κακία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κόπους ὁ φρόνιμος καί ἐνάρετος γενικά, ἀλλά ἐπιτυγχάνουν τό κάθε τι ἀκόμα καί κοιμισμένοι. Τήν ἄνεση πού θά προέκυπτε ποῦ θά τή χρησιμοποιούσαμε; Ὄχι στήν ἀνοησία καί τήν ὑπερηφάνεια;


λλά γιατί ἔχει συζευχθῆ μέ τήν κακία πολλή εὐχαρίστηση καί μέ τήν ἀρετή πολύς κόπος καί ἱδρῶτας; Καί τί χάρη θά εἶχε καί τί μισθό θά ἔπαιρνε, ἄν τό πρᾶγμα δέν ἦταν κοπιαστικό; Ἔχω νά σᾶς δείξω πολλούς πού ἀποστρέφονται ἐκ φύσεως τό γάμο καί τόν ἀποφεύγουν μέ σιχαμάρα. Αὐτούς θά τούς ποῦμε φρόνιμους καί θά τούς στεφανώσωμε καί θά τούς ἀνακηρύξωμε πανηγυρικά; Καθόλου.


Γιατί ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐγκράτεια καί ὑπερίσχυση πάνω στίς ἡδονές ὕστερα ἀπό μάχη. Καί τά πολεμικά τρόπαια εἶναι λαμπρότερα, ὅταν οἱ ἀγῶνες εἶναι σκληροί, ὄχι ὅταν οἱ ἀντίπαλοι δέν ἀντιστέκονται.


Εἶναι πολλοί νωθροί ἀπό τή φύση. Αὐτούς δέ θά τούς ποῦμε ἐνάρετους. Γι' αυτό ὁ Χριστός ἀναφέροντας τρεῖς τρόπους εὐνουχισμοῦ τούς δύο τούς ἀφήνει ἀβράβευτους καί τόν ἕναν μόνο βραβεύει μέ τή βασιλεία. Σᾶς λέω καί γιατί χρειάζεται ἡ κακία. Ποιός ἄλλος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κακίας ἀπό τή θεληματική ἀδιαφορία; Κι οἱ ἀγαθοί ἔπρεπε νά εἶναι μόνοι. Ποιό εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀγαθοῦ, ἡ νηφαλιότητα καί ἡ ἀγρυπνία ἤ ὁ ὕπνος καί τό ροχαλητό; Καί γιατί φαινόταν γιά ἀγαθό τό νά ἐπιτυγχάνης χωρίς κόπο;


Φέρνεις ἐνστάσεις πού θά ἔφεραν ζωντανά καί λαίμαργοι καί ἄνθρωποι πού νομίζουν Θεό τήν κοιλιά τους. Ἀποκρίσου μου ὅτι αὐτοί εἶναι λόγοι ἀδιαφορίας. Ἄν ὑπάρχη βασιλέας καί στρατηγός, κι ἐνῶ ὁ βασιλιάς κοιμᾶται καί μεθᾶ, ὁ στρατηγός μέ ταλαιπωρίες τήν ἕκτη ὥρα στήνει τά τρόπαια, σέ ποιόν θά ἀπέδιδες τήν νίκη; Καί ποιός χάρηκε τή χαρά τῆς νίκης; Βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή κλίνει σ̉ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖον κοπίασε; Γι̉ αὐτό καί τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς τή συνώδεψε μέ κόπους, ἐπειδή ἤθελε νά ἐξοικειώση τήν ψυχή μ̉ αὐτή.

Γι̉ αὐτό τήν ἀρετή κι ἄν ἀκόμα δέν τήν πραγματοποιήσωμε τή θαυμάζομε, ἐνῶ τήν κακία μ̉ ὅλη τή γλυκύτητα τήν καταδικάζομε. Κι ἄν ἐρωτήσης, γιατί δέ θαυμάζομε πιό πολύ τούς ἐκ φύσεως ἀγαθούς ἀπό ἐκείνους πού εἶναι ἀγαθοί μέ τήν θέλησή τους; Ἐπειδή εἶναι δίκαιο νά προτιμᾶται αὐτός πού κοπιάζει. Καί γιά πιό λόγο τώρα κοπιάζομε; Ἐπειδή τήν ἔλλειψη τοῦ κόπου δέν τήν ἐκρατήσαμε ὅπως ἔπρεπε. Κι ἄν τό καλοεξετάση κανένας, ἡ ἀργία πάντα μᾶς ἔβλαψε καί δημιούγησε πολύν κόπον.


Κι ἄν θέλης, ἄς κλείσουμε κάποιον σ̉ ἕνα σπίτι κι ἄς ἱκανοποιοῦμε μόνο τή λαιμαργία του, χωρίς νά τόν ἀφήνουμε οὔτε νά βαδίζη οὔτε στήν ἐργασία νά τόν βγάζουμε. Ἀλλά ἄς χαίρεται τό φαγητό καί τόν ὕπνον καί ἄς γλεντᾶ ἀδιάκοπα. Ὑπάρχει ἀθλιώτερη ζωή ἀπ̉ αὐτήν; Εἶναι ἄλλο ὅμως νά ἐργάζεσαι καί ἄλλο νά κοπιάζης. Ἦταν στό χέρι μας τότε νά ἐργαζώμαστε χωρίς κόπους. Μά εἶναι δυνατό; Βέβαια εἶναι, κι αὐτό θέλησε ὁ Θεός, ἀλλά δέν τό ἐβαστάξαμε ἐμεῖς. Γι̉ αὐτό μᾶς ἔβαλε νά καλλιεργοῦμε τόν Παράδεισο, ὁρίζοντάς μας τήν ἐργασία χωρίς νά ἀναμείξη τόν κόπο.


Γιατί βέβαια ἄν ὁ ἄνθρωπος κοπίαζε ἀπό τήν ἀρχή δέν θά πρόσθετε ἔπειτα τόν κόπο σάν τιμωρία. Γιατί εἶναι δυνατόν νά ἐργάζεται κανείς καί νά μήν κοπιάζει, ὅπως οἱ ἄγγελοι. Γιά νά πεισθῆτε ὅτι ἐργάζονται, ἀκοῦστε τί λέγει: Μποροῦν μέ τή δύναμή τους νά ἐκτελέσουν τό λόγο του. Τώρα ἡ ἔλλειψη τῆς δυνάμεως προξενεῖ πολλή κούραση. Τότε ὅμως αὐτό δέ γινόταν. Αὐτός πού μπῆκε στήν περίοδο τῆς ἀναπαύσεώς του, ἀναπαύθηκε λέει, ἀπό τά ἔργα του, ὅπως ἀπό τά δικά του ὁ Θεός. Ἐδῶ δέν ἐννοεῖ ἀργία ἀλλά ἔλλειψη κόπου. Γιατί ὁ Θεός καί τώρα ἀκόμη ἐργάζεται καθώς λέγει ὁ Χριστός.


πατέρας μου ὡς τώρα ἐργάζεται κι ἐργάζομαι κι ἐγώ. Γι̉ αὐτό συμβουλεύω ἀφοῦ ἐγκαταλείψεται κάθε ἀδιαφορία νά ζηλέψετε τήν ἀρετή. Γιατί ἡ εὐχαρίστηση τῆς κακίας εἶναι σύντομη ἐνῶ ἡ λύπη παντοτινή. Τῆς ἀρετῆς ἀντίθετα, ἀγέραστη εἶναι ἡ χαρά καί πρόσκαιρος ὁ κόπος. Ἡ ἀρετή ξεκουράζει τόν ἐργάτη της καί πρίν ἀπό τή βράβευσή του, συντηρῶντας τον μέ τίς ἐλπίδες, ἐνῶ ἡ κακία τιμωρεῖ τόν δικό της ἐργάτη, πιέζοντας τή συνείδηση καί τρομοκρατῶντας την καί προδιαθέτοντας σέ ὑποψία ἐναντίον ὅλων. Κι αὐτά βέβαια ἀπό πόσους κόπους καί ἱδρῶτες εἶναι χειρότερα.


Κι ἄν στή θέση τους ὑπῆρχε μόνο εὐχαρίστηση, τί χειρότερο ὑπάρχει ἀπό τήν εὐχαρίστηση αὐτή; Τήν ἴδια ὥρα φανερώνεται καί μαραμένη χάνεται καί φεύγει πρίν τήν πιάση κανένας, κι ἄν πῆς τήν ἀπόλαυση τῶν σωμάτων ἤ τοῦ γλεντιοῦ ἤ τῶν χρημάτων. Δέν παύουν νά γερνοῦν καθημερινά. Κι ὅταν ἡ ἡδονή συνεπάγεται κόλαση καί τιμωρία, ποιός θά ἦταν πιό ἀξιολύπητος ἀπό αὐτούς πού τήν ἐπιδιώκουν;


ς τά ξέρωμε αὐτά κι ἄς ὑποφέρωμε τά πάντα γιά χάρη τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἔτσι θά χαροῦμε καί τήν ἀληθινή ἀπόλαυση μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζί μ̉ ἐκεῖνον καί στόν Πατέρα καί στό ἅγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.





Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


Σάββατο 18 Μαΐου 2019

ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ





Οἱ δύο Μαθητές πρός Ἐμμαούς

Ποιός εἶναι αὐτὸς πού δὲν κατονομάζεται;» (Λουκ. κδ’, 12-13)


« Πέτρος σηκώθηκε καὶ ἔτρεξε στὸ μνῆμα· καὶ ἀφοῦ ἔσκυψε εἶδε τά σάβανα μόνα τους (χωρὶς τὸ σῶμα) καὶ ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του θαυμάζοντας τὸ γεγονός. Τὴν ἴδια ἡμέρα, δύο ἀπὸ αὐτοὺς (τοὺς μαθητὲς) πήγαιναν σὲ κάποιο χωριό, πού ἀπεῖχε ἕνδεκα περίπου χιλιόμετρα ἀπό τήν Ἱερουσαλὴμ καὶ λεγόταν Ἐμμαούς».


ζωηφόρος ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, δὲν ἀποδεικνύεται στοὺς ἐκλεκτοὺς μαθητές του ἀπὸ τὸ παραπάνω σημεῖο, ἀλλὰ πρῶτα ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν αὐτὴν οἱ μαθήτριες πού μετέφεραν τὰ ἀρώματα. Ὕστερα δὲ ἀπὸ αὐτὲς οἱ μαθητὲς τῶν μαθητῶν, δύο ἀπό τούς ὁποίους ἦταν αὐτοὶ πού βάδιζαν πρὸς τὸ χωριὸ Ἐμμαούς τὴν ἴδια ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεργήθηκε τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς ἀναστάσεως.


Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ ἑνός, ἐνῶ ἀπέκρυψε τὸ ὄνομα τοῦ ἄλλου, ἔκανε πολλοὺς νὰ κάνουν διαφόρους συλλογισμοὺς γιὰ τὸ ὄνομα. Ἄλλοι ὑποστήριξαν μὲ βεβαιότητα ὅτι εἶναι ὁ Ναθαναὴλ ὁ Κανανίτης, ἄλλοι ὁ Σίμωνας καὶ ἄλλοι ἄλλος. Φαίνεται ὅμως ὡς πιὸ πιθανό, ὅτι εἶναι ὁ Λουκᾶς (τὸ πρόσωπο πού ἀποκρύβεται), ὁ συγγραφέας αὐτῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ συστολὴ ἀπέκρυψε τὸ ὄνομα.


Καὶ γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε ὅτι μαντεύουμε κάτι παράλογο, ἂς φέρουμε ἐδῶ ὡς ἀξιόπιστο μάρτυρα τὸν Συμεών, ὁ ὁποῖος συνέθεσε τὶς μεταφράσεις μὲ μεγάλη ἐπιτυχία. Αὐτὸς λοιπὸν ἀναφέρει αὐτὸ στὸ ὑπόμνημά του στὸν ἱερὸ Λουκᾶ.


«Οἱ δύο Μαθητές συζητοῦν λυπημένοι». (Λουκ. κδ’, 14) Αὐτοὶ λοιπὸν βάδιζαν τὸ δρόμο πρὸς τὴν Ἐμμαούς. Ἦταν θορυβημένοι γι’ αὐτὸ πού εἶχε συμβεῖ στὸν Κύριο, γεμάτοι ἀνήσυχες σκέψεις καὶ βυθισμένοι στὴ λύπη. Συνηθίζει δέ, σὲ παρόμοιες περιστάσεις, ἡ διήγηση ὅσων ἔχουν συμβεῖ νὰ καταπραύνει τὴ σφοδρότητα τῆς λύπης,


μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φυγαδεύεται (ἡ λύπη) κάπως, ὅταν φέρνουμε στὴ μνήμη καὶ διηγούμαστε αὐτὰ πού ἔχουν συμβεῖ, πράγμα πού καὶ αὐτοὶ ἔκαναν καθὼς βάδιζαν, ζωντανεύοντας τὰ γεγονότα στὴ μνήμη τους καὶ μετριάζοντας τὸ βάρος τῆς λύπης συζητώντας γι’ αὐτά. «Καί αὐτοί», λέει, «μιλοῦσαν μεταξύ τους, γιὰ ὅλα αὐτὰ πού εἶχαν συμβεῖ».


« Ἰησοῦς πλησιάζει τους δύο Μαθητὲς καὶ συνομιλεῖ μαζί τους» (Λουκ.κδ’, 15· 16· 17· 18) Ἀλλ’ αὐτὸς πού βρίσκεται παντοῦ πορευόταν συγχρόνως μαζὶ μὲ αὐτοὺς χωρὶς νὰ φαίνεται, ἀκούγοντας προσεκτικὰ τὰ λόγια πού προέρχονταν ἀπὸ ὀλιγοψυχία. Ἔπειτα ἀποκαλύπτει σ’ αὐτοὺς τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ νὰ γίνει θεατός.


Δὲν ἀποκαλύφθηκε, βέβαια, ὥστε νὰ τὸν γνωρίζουν ποιὸς ἀκριβῶς ἦταν, ἀλλ’ ἀφοῦ πλησίασε σὰν κάποιος ξένος ὁδοιπόρος βάδιζε μαζί τους ἀπὸ κοντά. «Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς τοὺς πλησίασε καὶ βάδιζε μαζί τους», καὶ, σὰν νὰ ἀγνοοῦσε, ζητοῦσε νὰ μάθει τὴν αἰτία τῆς λύπης.


«Τί εἶναι αὐτὰ τά λόγια πού συζητᾶτε μεταξύ σας περπατώντας καί γιατί εἶστε περίλυποι»;Ἐκεῖνοι, ὅμως, νομίζοντας ἀπὸ τὴ φωνὴ καὶ τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση ὅτι βλέπουν κάποιον ἄνδρα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, τὸν ἐπιτιμοῦν, γιατί εἶναι τόσο ἀνόητος, ἐπειδὴ ἀγνοοῦσε αὐτὰ πού ἦταν σὲ ὅλους προφανῆ καὶ γνωστά. Ὁ ἄλλος, ὅμως, ἀπὸ αὐτούς, ὁ Κλεόπας, τὸν ὁποῖο τὰ Πανάρια τοῦ Ἐπιφανίου ἀναφέρουν ὡς ἀνηψιὸ τοῦ Κυρίου, τὸν ἐπιτίμησε.


Αὐτός, λοιπόν, ρίχνοντάς του ἕνα βλοσυρὸ βλέμμα (τοῦ εἶπε)· «Ἐσύ εἶσαι ὁ μόνος πού κατοικεῖ στήν Ἱερουσαλήμ καί δέν ἔμαθες αὐτά πού ἔγιναν σ’ αὐτήν αὐτές τίς ἡμέρες;». Δὲν λέει αὐτό, ὅτι εἶσαι προσωρινὸς κάτοικος πού ἦλθες ἀπὸ ξένα μέρη καὶ διαμένεις στὴν πόλη. Διότι ὑποψιαζόταν ὅτι δὲν εἶναι προσωρινός, ἀλλά μόνιμος πολίτης.


λέξη ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοια· «Σύ εἶσαι ὁ μόνος πού κατοικεῖς στὴν Ἱερουσαλήμ, καὶ δὲν ἔμαθες αὐτὰ πού ἔγιναν σ’ αὐτήν;». Βέβαια, ἦταν προσωρινὸς κάτοικος, πού ἀντάλλαξε τὴν γήινη προσωρινὴ κατοικία του μὲ τὴν οὐράνια κατοικία, γιὰ νὰ ἐπαναφέρει στὴν οὐράνια πατρίδα τὴν ἀνθρώπινη φύση, πού ἀπέλαβε τὴν γήϊνη πατρίδα μετὰ τὴν πτώση, καὶ πού γι’ αὐτὸ θρηνεῖ μαζὶ μὲ τὸν Δαυίδ, λέγοντας: «Ἀλλοίμονο. Γιατί ἡ παραμονή μου στὴν ξένη γῆ παρατάθηκε γιὰ πολύ».


«Διαψεύδονται οἱ ἀντιλήψεις τῶν Μαθητῶν περὶ κοσμικοῦ Μεσσία-ἐλευθερωτῆ» (Λουκ.κδ’, 19, 20, 21). Καὶ αὐτὸς τοὺς εἶπε• «Ποῖα;» Καί ἐκεῖνοι Τοῦ ἀπάντησαν· «Τά σχετικά μέ τὸν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο, ὁ ὁποῖος ἦταν προφήτης». Αὐτὸς ὅμως προσποιούμενος ἀκόμα ἄγνοια ἀντέταξε· «Ποιά;» Τότε ὁ Κλεόπας ἀρχίζει νὰ διηγεῖται καὶ νὰ ἀπαριθμεῖ ὅλα, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη πού εἶχαν (γι’ αὐτά). «Προφήτης», γιατί αὐτὸ νόμιζαν, ἐπειδὴ δὲν ἔφταναν σὲ ὑψηλότερη γνώμη (γιὰ τὸν Χριστὸ).


«Δυνατὸς στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια». Ἐδῶ ἀναφέρεται στὴν παρρησία τῆς διδασκαλίας καὶ στὴ δύναμη τῶν θαυμάτων. Γιατί τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ τὰ χαρακτήριζε μιὰ γλυκειά πειστικότητα, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἔλεγχε τοὺς Γραμματεῖς καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη σαγήνευε τοὺς ὄχλους, ὥστε καὶ οἱ ἀντίθετοι νὰ φτάνουν στὸ συμπέρασμα· «Ποτὲ στὸ παρελθὸν δὲν μίλησε ἔτσι ἄνθρωπος».


Τὰ ἔργα, ἐπίσης, τὰ ἀκολουθοῦσε κάποια θεϊκὴ δύναμη, ἡ ὁποία θεράπευε τὶς ἀσθένειες μόνο μὲ ἕνα νεῦμα καὶ μὲ τὴ σφοδρότητα τῆς θελήσεως, ὥστε πάλι νὰ ἀναβοοῦν οἱ ὄχλοι· «Ποτὲ δὲν εἴδαμε τέτοια πράγματα». Καὶ τὸ «ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ὁλόκληρου τοῦ λαοῦ», σημαίνει ὅτι ἀγαθοὶ θεωροῦνται πολλὲς φορὲς αὐτοὶ πού δείχνουν ὑποκριτικὰ μιὰ ἐξαιρετικὴ διαγωγή, εἶναι ὅμως μισητοὶ ἀπέναντι στὸν Θεό. Τὸ νὰ ἔχει ὅμως κάποιος καὶ τὴ μαρτυρία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μαρτυρία τοῦ λαοῦ, εἶναι χαρακτηριστικὸ μόνο τῶν τελείων.


πειτα, διηγεῖται τὴν παράδοση (τοῦ Χριστοῦ) στὸν ἡγεμόνα καὶ τέλος τὸ σταυρικὸ θάνατο καὶ ὅτι διαψεύσθηκαν οἱ πολὺ μεγάλες ἐλπίδες πού εἶχαν. «Ἔμεῖς, ὅμως», λέει, «ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς εἶναι (ὁ Μεσσίας) πού πρόκειται νά ἐλευθερώσει τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ». Γιατί πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος διαφορετικὲς ἀντιλήψεις εἶχαν σχετικὰ μὲ τὸν Χριστὸ· νόμιζαν, δηλαδή, ὅτι θὰ βασίλευε σὲ μιὰ ἐπίγεια βασιλεία καὶ ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ θὰ ἀνέτρεπε τὴν ἐπικράτεια τῶν Ρωμαίων.


Γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγαν ὅτι, «Ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ (ὁ Μεσσίας) πού πρόκειται νὰ ἐλευθερώσει τό λαό τοῦ Ισραήλ». Ὅταν ὅμως, εἶδαν αὐτὸν νὰ ἒχει καταδικαστεῖ κατὰ ἀτιμωτικὸ τρόπο καὶ νὰ δέχεται ἕναν ἐπονείδιστο θάνατο, ἔφταναν σὲ διαφορετικὰ συμπεράσματα καὶ αὐτὸ εἶχε σὰν συνέπεια νὰ κατηγοροῦν τοὺς ἑαυτούς τους ὅτι στὸ παρελθὸν εἶχαν ξεγελαστεῖ ἀπὸ μάταιες ἐλπίδες.


Οἱ δύο Μαθητές δυσπιστοῦν στὴ μαρτυρία τῶν γυναικῶν γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ» (Λουκ. κδ’, 21• 22• 23• 24). «Ὅμως σήμερα εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τότε πού ἔγιναν αὐτά». Σχεδὸν ἰσχυρίζεται αὐτό, ὅτι χάθηκε γιὰ μᾶς κάθε ἐλπίδα· γιατί ἡ αὐτὴ εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα ἀπὸ τότε πού σταυρώθηκε καὶ θὰ πρέπει νὰ ἔχει ἀρχίσει κιόλας ἡ σήψη τοῦ σώματος. Ἔπειτα, ἀναφέρει καὶ τὶς ὀπτασίες τῶν γυναικῶν, διηγώντας τες χωρὶς λεπτομέρειες.


«λλά καί μερικές γυναῖκες ἀπό τόν κύκλο μας μᾶς ξάφνιασαν, γιατί, ὅταν πῆγαν πολὺ νωρὶς τὸ πρωὶ στὸν τάφο καὶ δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα του, ἦρθαν καὶ εἶπαν ὅτι εἶδαν καὶ μιὰ ὀπτασία ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς ζεῖ». Ὀνομάζει «ἔκσταση» τὸ εὐχάριστο ἄγγελμα, σὰν κάποιο θέαμα φανταστικὸ πού προξενεῖ ταραχή. «Μερικοὶ ἀπό τούς δικοὺς μας πῆγαν (στό μνημεῖο) καί βρῆκαν τά πράγματα ἔτσι». Ἐδῶ ὑποδηλώνει τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη, οἱ ὁποῖοι εἶδαν βέβαια τὰ σάβανα, αὐτὸν ὅμως δὲν τὸν εἶδαν.


« Κύριος ἐπιτιμᾶ τοὺς δύο Μαθητές». (Λουκ.κδ’ 25, 26·27·28). Ἀπαλλάσσοντας αὐτοὺς ὁ Σωτήρας ἀπὸ τέτοιου εἴδους σκέψεις, τοὺς ἐπιτιμᾶ ἔντονα καὶ τοὺς ψέγει μὲ δριμύτητα ὡς βραδύνοες καὶ ἀνόητους ἀνθρώπους πού τοὺς εἶχε νικήσει ἡ νωθρότητα καὶ ἀγνοοῦσαν καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς λέει· «Ὢ ἀνόητοι (ἀστόχαστοι), πού ἡ καρδιὰ σας εἶναι βραδυκίνητη (νωθρὴ) καί άργεῖ νὰ πιστέψει ὅλα ὅσα εἶπαν οἱ προφῆτες».


πειτα ἀποσαφηνίζει ὅσα ἔχουν προφητεύσει οἱ θεολόγοι σχετικὰ μὲ αὐτὸν καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπομείνει σταυρικὸ θάνατο μὲ σκοπὸ νὰ εὐεργετηθεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση. Ἀφοῦ καθάρισε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ κάλυμμα τῶν νοητῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἀφοῦ διέλυσε τὶς ἀνόητες σκέψεις πού τοὺς κυρίευαν καὶ ἐνῶ ἡ μέρα τελείωνε, ὅταν πλησίασε στὸ χωριό, προσποιήθηκε ὅτι πηγαίνει πιὸ μακριά.


« Κύριος δειπνεῖ μὲ τοὺς δύο μαθητές». (Λουκ.κδ’, 29, 30· 31·32) Ἀλλ’ ὁ Κλεόπας ὅμως καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς πού ἦταν μαζί του, ἐπειδὴ εἶχαν ζεσταθεῖ οἱ ψυχές τους ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς διδασκαλίας καὶ εἶχαν ἐνισχύσει τὸ νοῦ τους ἀπὸ τὴν ἱερή πειστικότητα, ἔφερναν ἐμπόδια στὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Κυρίου, καὶ τὸν πίεζαν νὰ διανυκτερεύσει μαζί τους, προβάλλοντας ὡς δικαιολογία τὴν περασμένη ὥρα.


«Μεῖνε μαζί μας, γιατί πλησιάζει τὸ βράδυ καὶ ἡ μέρα ἤδη τελειώνει». Κι ἐκεῖνος δεχόταν μὲ τὴ θέληση του τὴν ἧττα, ἔχοντας ὡς σκοπὸ νὰ τοὺς εἰσάγει σὲ πιὸ ὁλοκληρωμένη γνώση. Ἐκεῖ τοῦ παραθέτουν τρὰπεζα μαζὶ μὲ ἄζυμο ψωμί. Διότι ἦταν ἡ Τρίτη μέρα ἀπὸ τὸ ἰουδαϊκὸ Πάσχα, περίοδος πού ἀπαγορευόταν ἡ χρήση ἔνζυμου ἄρτου.


Καὶ τότε, ἐπειδὴ ἀναγνωρίστηκε κατὰ τὸν τεμαχισμὸ τοῦ ἄρτου φανερώνει τὸν ἑαυτό Του, καὶ ἀφοῦ φανερώθηκε πάλι κρυβόταν. Καὶ ἕνα παράδοξο πάθος εἶχε καταλάβει τοὺς μαθητές, πού μοιραζόταν ἀνάμεσα στὴ χαρὰ καὶ στὰ δάκρυα. Διότι αὐτὸν πού ζητοῦσαν, τὸν εἶχαν καὶ ταυτόχρονα αὐτὸν πού εἶχαν, τὸν ἀγνοοῦσαν, καὶ αὐτὸν πού βρῆκαν τὸν ἔχασαν. Χαίρονταν γιατί τὸν εἶδαν, καὶ ἔκλαιγαν ἔπειδὴ τὸν στερήθηκαν.


Στενοχωροῦνταν ἐπειδὴ δὲν τὸν ἀναγνώρισαν, μετάνιωναν γιὰ ὅσα ἀσυλλόγιστα τοῦ ἒλεγαν. Ὅπως ἦταν φύσικό, κατηγοροῦσαν τοὺς ἑαυτούς τους γιὰ τὴ νωθρότητα πού ἐπέδειξαν, γιατί οὔτε ἡ χάρη ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου τοὺς ὁδήγησε στὴν ἀναγνώρισή Του. «Ἡ καρδιά μας δὲν ἔκαιγε μέσα μας, καθὼς μᾶς μιλοῦσε στὸ δρὸμο καὶ μᾶς ἑρμήνευε τίς Γραφές;»


Πῶς ἑρμηνεύεται αὐτό; Τὰ λόγια τοῦ Σωτήρα τὰ συνὸδευε κάποια ἀνέκφραστη καὶ φλογερὴ δύναμη, πού ζέσταινε τὸ νοῦ τῶν ἀκροατῶν καὶ ἐναπέθετε κάποια ἐρωτικὴ σπίθα πειστικότητας. Ἀπὸ αὐτὸ βέβαια καὶ τότε, καθὼς Ἐκεῖνος τοὺς ἑρμήνευε τὶς Γραφές, συνήθως ἔνιωθαν μιὰν ἐσωτερικὴ θερμότητα, γοητευμένοι ἀπὸ τὴ θεϊκὴ ἕλξη πού ἐξασκοῦσε. Ἦταν, λοιπόν, μετανιωμένοι, ἐπειδὴ δὲν κατόρθωσαν νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν ἀπὸ αὐτὸ τὸ συνηθισμένο σῆμεῖο. Οἱ Μαθητές διασταυρώνουν τίς πληροφορίες γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου» (Λουκ.κδ’, 33·34).


«Καὶ ἀφοῦ σηκώθηκαν τὴν ἴδια ὥρα γύρισαν στὴν Ἱερουσαλήμ καί βρῆκαν συγκεντρωμένους τοὺς ἕνδεκα (μαθητὲς) καί τούς ἄλλους πού ἦταν μαζί τους, πού τούς ἔλεγαν ὅτι, πραγματικά, ὁ Κύριος ἀναστήθηκε καὶ ὅτι φανερώθηκε στό Σίμωνα». Ἡ φωτιὰ τοῦ πόθου δὲν τοὺς ἄφησε νὰ ἠρεμήσουν, οὔτε νὰ περιμένουν τὴν ἑπόμενη μέρα· ἀλλά ἀφοῦ σηκώθηκαν τήν ἴδια ὥρα, καὶ ἐνῶ τὸ λαμπρὸ φῶς τῆς σελήνης φώτιζε τὰ πάντα (διότι ἦταν τρίτη μέρα μετὰ τὴν πανσέληνο), ἔτρεχαν μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις, ἐπειδὴ μετέφεραν μηνύματα χαρᾶς.


λλά τούς προφθάνει στὴν ταχύτητα ὁ Χριστός, καὶ ἐμφανίζεται στὸν Σίμωνα, ἐπειδὴ θέλει νὰ πιστέψουν οἱ ἄλλοι ἐξ αἰτίας τοῦ μεγαλύτερου ἀξιώματος πού εἶχε μεταξὺ τῶν μαθητῶν. Ἐπειδὴ δηλαδὴ θεώρησαν ὅτι ἡ μαρτυρία τῶν γυναικῶν ἦταν ἀνόητο πράγμα, φανερώνεται στὸν Πέτρο.


ν καὶ βέβαια οἱ εὐαγγελιστὲς ἀποσιωποῦν καὶ τὸ γεγονὸς καὶ τὸν τόπο καὶ τὸν τρόπο πού φανερώθηκε στὸν Σίμωνα ὁ Κύριος, ὅμως ἒχουμε τὴν ἀξιόπιστη μαρτυρία τοῦ μεγάλου Παύλου σχετικὰ μὲ τὴ φανέρωση αὐτή, ἡ φωνὴ τοῦ ὁποίου μᾶς λέγει· «Ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, καί ὅτι ἐτάφη καὶ ὅτι ἀναστήθηκε τὴν τρίτη μέρα καὶ ὅτι ἐμφανίσθηκε στὸν Κηφᾶ (Πέτρο)».


πίλογος: «Ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀρετῆς καὶ ἡ συμπαράσταση τοῦ Λόγου». Ἑπομένως καὶ ἐμεῖς, φιλόθεη σύναξη, ἂς μιμηθοῦμε τὴ δυάδα αὐτὴ τῶν μαθητῶν καὶ ἐγκαταλείποντας τὴν Ἱερουσαλὴμ ἐκείνη πού φόνευσε πρῶτα τούς προφῆτες καὶ ὕστερα τὸν Χριστό, τὴν ὁποίαν ἐλεεινολογεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς φόνισσα τῶν προφητῶν, καὶ ὡς ἐκείνην πού λιθοβολοῦσε τοὺς ἀποστόλους.


ς εἶναι, λοιπόν, αὐτὴ ἡ κακία ἡ ἀντίθετη τῆς ἀρετῆς, αὐτὴ πού σταύρωσε τὸν Κύριο τῆς ἀληθείας, αὐτὴ πού ἀπωθεῖ τὰ προφητικὰ καὶ ἀποστολικὰ λόγια. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν κακία ἀποφεύγοντας, ἂς προσπαθήσουμε μὲ προθυμία νὰ φτάσουμε στὸ χωριὸ Ἐμμαούς, δηλαδὴ στὴν πρακτικὴ ἀρετή, πού ἀπέχει ἑξήντα στάδια.


ἀριθμὸς ἑξήντα δηλώνει τὴν δεκαπλάσια ἑξάδα τῶν ἐντολῶν, μὲ τὶς ὁποῖες οἱ δίκαιοι κληρονομοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Διότι ἡ πρακτικὴ ἀρετή, ὅταν πολλαπλασιαστεῖ μὲ τὴν ἐργασία, αὐξάνεται σὲ ἑξήντα, ὅπως μάθαμε καὶ στὴν παραβολὴ τοῦ σπόρου. Αὐτήν, λοιπόν, ἀφοῦ διανύσουμε σὰν τὴν πορεία τῶν ἑξήντα σταδίων, θὰ δοῦμε τὸν Κύριο σὰν νὰ πορεύεται μαζί μας νοερὰ καὶ νὰ διαλέγεται μαζί μας.


Διότι στὸν ἄνθρωπο, πού ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, ἔρχεται ὁ Λόγος ὡς συναγωνιστής, διώχνοντας τὴν ὀκνηρία καὶ παρέχοντας τὴ δική του δύναμη, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ κατορθωθεῖ κανένα θεάρεστο ἔργο.


Στὴν ἀρχή ὁ Λόγος πλησιάζει καὶ κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία του ἀμυδρά, ἀργότερα ὅμως φανερώνεται πιὸ καθαρά. Διότι οἱ ψυχὲς τῶν ἐνάρετων, ὅσο περισσότερο καθαρίζονται, τόσο περισσότερο γνωρίζουν καὶ τὸν Θεό. Περισσότερο μάλιστα ἀποκαλύπτεται σ’ αὐτοὺς κατὰ τὸν τεμαχισμὸ τοῦ ἄρτου, στὴ μετάληψη δηλαδὴ τῶν φρικτῶν Μυστηρίων.


Καὶ μὴν ἀπορήσεις, ἐάν, ἐνῶ φανερώνεται στοὺς μαθητές, ἀμέσως γίνεται ἄφαντος. Γιατί τέτοιο εἶναι τὸ Θεῖο κάλλος. Ἀπὸ τὴ μιὰ φωτίζει τὸ νοῦ αὐτῶν πού ἒχουν καθαριστεῖ, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὑποχωρεῖ ἀμέσως σὰν ἀστραπὴ καὶ γὶνεται ἄπιαστο. Αὐτὸ (τὸ Θεῖο κάλλος) ὅταν καταλαμβάνει τὴν ψυχὴ πού ἀγαπᾶ, τῆς δημιουργεῖ ἕνα πόθο καὶ τὴν προσελκύει σὲ κὰτι ἀνώτερο.


Εὔχομαι νὰ ἀνυψωθεῖτε πρὸς τὶς θεῖες ἀναβάσεις, καὶ νὰ ποθήσετε μὲ ἐσωτερικὴ θέρμη τὸν κατ’ ἐξοχὴν ἥμερο, τὴν αἰώνια ἐπιθυμία, τὴν μία φύση, τὴν μακαρία θεὸτητα· στὴν Ὁποία ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ κάθε εἴδους δόξα καὶ ὕμνος καὶ μεγαλοπρέπεια, τώρα καὶ πάντοτε, καὶ σὲ ὅλους τούς αἰῶνες. Ἀμήν.



Ἀπό τό βιβλίο: ''ΤΑ ΕΝΔΕΚΑ ΕΩΘΙΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ''
π. Σ.Τρικαλιώτη. Ἐκδόσεις, ΤΗΝΟΣ.


Θεοφάνης Κεραμεύς

Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.