ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

ΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ

 



Καί τίς ὁ τρόπος τῆς διακρίσεως; 

Ποῖον τό ὅριον τό χωρίζον τούς πρώτους ἀπό τῶν δευτέρων; 

Μήπως εἶναι τά φαρδομάνικα; - Ἀλλά τά φαρδομάνικα εἶναι κακόζηλα, 

καί δέν ἁρμόζουν περισσότερον εἰς τούς ἱερεῖς τῶν πόλεων ἢ ὅσον εἰς τούς ἱερεῖς τῶν χωρίων. 

Μήπως εἶναι τά πράσινα ἢ κόκκινα ζωστικά; 

- Ἀλλά τά πράσινα ἢ κόκκινα ζωστικά εἶναι ἀνοίκεια, 

καί πρέπει, οἱ ἀρχιερεῖς πρῶτοι, εἶτα οἱ ἱερεῖς, νά τά καταργήσωσι. 

Μήπως εἶναι τό ἔγγαμον ἢ ἡ ἀγαμία τῶν κληρικῶν; 

Διότι εἰς τάς Ἀθήνας, τήν μεγίστην πόλιν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, 

βλέπω πλείστους ἱερομονάχους ἐφημερεύοντας, 

θά ὑπάρχωσι δέ τοὐλάχιστον δωδεκάς τούτων φέροντες τό ὀφφίκιον «ἀρχιμανδρῖται». 

- Ἀλλ᾿ ἱερομόναχοι ἢ ἀρχιμανδρῖται ὀφείλουσι ν᾿ ἀπέλθωσιν εἰς τάς Μονάς των, 

καί ν᾿ ἀφήσωσι τάς κατά πόλεις ἐφημερίας εἰς τούς ἐγγάμους κληρικούς, 

εἰς οὓς καί μόνους ἀνήκουσιν αὗται. 

Ἂν ἄλλως εἶχε, 

δέν θά ἐπετρέπετο ποτέ ὁ γάμος εἰς τόν Κλῆρον.


Μανθάνω περί τινος νομοσχεδίου, ὁρίζοντος περὶ μισθοδοσίας τῶν ἐφημερίων, καὶ τὸ ὁποῖον διαιρεῖ τοὺς ἱερεῖς εἰς τρεῖς τάξεις, α´, β´ καὶ γ´, ἀπαράλλακτα ὅπως τοὺς γραμματοκομιστὰς ἢ τοὺς κλητῆρας. Τὸ πρᾶγμα μοῦ φαίνεται ἀνάρμοστον, καὶ μάλιστα κακόδοξον. Πῶς νὰ διαιρεθῶσιν οἱ ἱερεῖς εἰς τάξεις; Ἐκτὸς ἂν ἡ διάκρισις γίνῃ κατὰ τὸ μῆκος τῶν περιχειρίδων, ὡς εἶπα ἐν ἀρχῇ, ἢ κατὰ τὸ χρῶμα τῶν ἐνδυμάτων. Φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία νὰ δίδῃ μισθὸν εἰς τοὺς ἱερεῖς. Ἔχει ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν ν᾿ ἀποδώσῃ ὅσα κατὰ καιροὺς αὐθαιρέτως ἐδήμευσεν ἢ ἐσφετερίσθη ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, διὰ νὰ ἱδρυθῇ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. 


Καὶ ἐκ τοῦ ταμείου τούτου, πλουτιζομένου καὶ δι᾿ ἄλλων πόρων, νὰ δίδωνται συντάξεις καὶ βοηθήματα εἰς γέροντας, ἀσθενεῖς ἢ ἀνικάνους ἱερεῖς, εἰς χήρας καὶ ὀρφανὰ ἱερέων. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς νέους καὶ ἱκανοὺς νὰ ἐκτελῶσι τὰ χρέη των ἱερεῖς, δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ δοθῇ μισθὸς εἰς αὐτούς. Ἀρκετὰ τοὺς ἔχουν ἐξευτελίσει ἤδη. Μὴ ζητοῦν νὰ τοὺς ὑποδουλώσουν καὶ ὅλως διόλου εἰς τὴν πολιτικήν. Ἂς μὴ προσποιοῦνται ὅτι κήδονται τῆς τύχης τοῦ Κλήρου, καὶ ὅτι θέλουν τὸ καλὸν τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἐκήδοντο τοῦ Κλήρου καὶ τῆς Ἐκκλησίας, οἱ πολιτευταὶ δὲν θὰ ὑπέσχοντο καὶ τὴν ἱερωσύνην ὡς ρουσφέτι εἰς τὰς ἐκλογάς, καὶ δὲν θὰ ἐπίεζον τοὺς ἐπισκόπους νὰ χειροτονῶσι φαύλους καὶ ἀγραμμάτους. Καὶ οἱ σεβασμιώτατοι ἐπίσκοποι, ἂν περισσότερον ἐπόνουν καὶ οὗτοι, δὲν θὰ προέβαινον ποτὲ εἰς χειροτονίαν ἀναξίων, εἴτε ἀφ᾿ ἑαυτῶν, εἴτε ὑπείκοντες εἰς πιέσεις. Τοῦτο καὶ μόνον ὀφείλουν νὰ πράξωσι. Νὰ μὴ χειροτονῶσιν ὑπεραρίθμους, παρ᾿ ἐνορίαν καὶ ὑπὲρ ἐνορίαν. 


ἀριθμὸς τῶν οἰκογενειῶν, τῶν ἀποτελουσῶν ἐνορίαν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἱερέων, δύο ἢ τριῶν τὸ πολύ, δι᾿ ἕκαστον ἐνοριακὸν ναόν, νὰ εἶναι ὡρισμένος, ἀλλὰ νὰ μὴ ὑπερπηδᾶται ποτέ. Καὶ ὅταν αἱ ἐνορίαι εἶναι κανονισμέναι, καὶ αἱ θέσεις τῶν ἱερέων μόνιμοι, τότε οἱ χριστιανοί, οἱ μὲν ἐκ τοῦ περισσεύματος, οἱ δὲ ἐκ τοῦ ὑστερήματος, θὰ δίδωσιν εἰς τοὺς ἱερεῖς των ὅσα ἀρκοῦσιν, ἄνευ ἀπρεποῦς πολυτελείας, διὰ νὰ ζήσωσιν αὐτοὶ καὶ τὰ τέκνα των. Ἀλλ᾿ ὁμιλοῦσι περὶ μορφώσεως τοῦ Κλήρου. Τί ἐννοοῦσι μόρφωσιν λέγοντες; Μὴ ἐννοοῦσι τὰ πολλὰ γράμματα; Οἱ πρὸ τῆς παρούσης γενεᾶς ἱερεῖς ἤξευραν ὀλίγα κολλυβογράμματα. Δὲν ἦσαν εὐπαίδευτοι, ἀλλ᾿ ἦσαν μορφωμένοι. Μορφωμένοι διὰ τὸ ἔργον των. Ἦσαν σεβάσμιοι καὶ ἐνάρετοι. Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἐκφωνοῦν λόγους; Τόσον τὸ καλύτερον δι᾿ αὐτοὺς καὶ διὰ τοὺς πιστούς. Ἐδίδασκον διὰ τοῦ παραδείγματος. Ἔφευγον τὰς μωρὰς ζητήσεις καὶ τὰς ἐπιδείξεις, τὰς ἀπηγορευμένας ὑπὸ τῆς ἱερᾶς Γραφῆς. Ἐάν τινες ἐξ αὐτῶν ἤξευραν ὀλίγα ἑλληνικὰ γράμματα, ὡμίλουν διὰ βραχέων, ἔλεγον ὀλίγα, ἀλλ᾿ ἐνεποίουν βαθεῖαν ἐντύπωσιν. 


λλὰ χρειάζονται, λέγει, ἱερατικαὶ σχολαὶ διὰ νὰ μορφωθῇ ὁ Κλῆρος. Ὑπῆρχον τρεῖς ἢ τέσσαρες ἱερατικαὶ σχολαί, ὑπῆρχε, καὶ ὑπάρχει ἀκόμη ἡ Ριζάρειος. Ἀπὸ τὰς ἱερατικὰς σχολὰς ἐβγῆκε σμῆνος δικολάβων, δημοδιδασκάλων, δικαστικῶν κλητήρων καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀπὸ τὴν Ριζάρειον ἐβγῆκεν ὁλόκληρος σφηκιὰ δικηγόρων, ἀγέλη καθηγητῶν, ἰατρῶν, χρηματιστῶν καὶ πολιτευομένων. Ποῦ ἠκούσθη αὐτό, μοναστήρια νὰ ἔχωσιν ὑποτρόφους εἰς τὴν Εὐρώπην δικηγόρους, καὶ μάλιστα ἰατρούς, διὰ νὰ διδάσκωνται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸν πίθηκον, κατερχόμενοι δὲ νὰ διδάσκωσι καὶ εἰς ἄλλους τὰ σοφὰ ταῦτα; Μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα γίνονται αὐτά. Ἀλλὰ καὶ τί δὲν γίνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἀπὸ τὰς ἱερατικὰς σχολάς, καὶ ἀπὸ τὴν Ριζάρειον, ἐβγῆκαν ὀλίγιστοι καλοὶ ἱερεῖς, περισσότεροι ἴσως ὄχι πολὺ καθὼς πρέπει. Μὴ πλανᾶσθε. 


Τὸ ράσον δὲν κάμνει τὸν μοναχὸν καὶ τὸ ἱεροδιδασκαλεῖον δὲν κάμνει τὸν ἱερέα. Πρέπει ὁ ἱερεὺς νὰ ἔχῃ κλίσιν μὲ ἰῶτα καὶ πρὸ πάντων κλῆσιν μὲ ἦτα... Πρέπει νὰ ἔχῃ πῦρ μέσα του. Τίς θὰ κλέψῃ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ αὐτὸ τὸ πῦρ; Τίς θὰ ἐμφυσήσῃ τὴν πίστιν, τὴν πνοήν, τὴν ζωήν; Τίς θὰ θερμάνῃ τὴν τέφραν; Διὰ τοῦ μισθαρίου θὰ μορφωθῇ ὁ Κλῆρος; Διὰ μισθαρίου καὶ δοξαρίου διεφθάρησαν ἤδη τὰ πολλά. Νὰ τοὺς φωτίσῃ ὁ Θεός, ν᾿ ἀφήσουν τὰ πράγματα ὅπως εἶναι μὴν τὰ κάμουν χειρότερα. Μὴ κίνει κακὸν εὖ κείμενον. Μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων ἱερέων ὑπάρχουσιν ἀκόμη πολλοὶ ἐνάρετοι καὶ ἀγαθοί, εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ χωρία. Εἶναι τύποι λαϊκοί, ὠφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ἂς μὴν ἐκφωνῶσι λόγους. Ἠξεύρουσιν αὐτοὶ ἄλλον τρόπον πῶς νὰ διδάσκωσι τὸ ποίμνιον. Γνωρίζω ἕνα ἱερέα εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἶναι ὁ ταπεινότερος τῶν ἱερέων καὶ ὁ ἁπλοϊκώτερος τῶν ἀνθρώπων. Διὰ πᾶσαν ἱεροπραξίαν ἂν τοῦ δώσῃς μίαν δραχμὴν ἢ πενῆντα λεπτὰ ἢ μίαν δεκάραν, τὰ παίρνει. 


ν δὲν τοῦ δώσῃς τίποτε, δὲν ζητεῖ. Διὰ τρεῖς δραχμὰς ἐκτελεῖ ὁλόκληρον παννύχιον ἀκολουθίαν. Ἀπόδειπνον, Ἑσπερινόν, Ὄρθρον, Ὥρας, Λειτουργίαν. Τὸ ὅλον διαρκεῖ ἐννέα ὥρας. Ἂν τοῦ δώσῃς μόνον δύο δραχμάς, δὲν παραπονεῖται. Κάθε ψυχοχάρτι, φέρον τὰ μνημονευτέα ὀνόματα τῶν τεθνεώτων, ἀφοῦ ἅπαξ τοῦ τὸ δώσῃς, τὸ κρατεῖ διὰ πάντοτε. Ἐπὶ δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε ἔτη ἐξακολουθεῖ νὰ μνημονεύῃ τὰ ὀνόματα, δι᾿ εἴκοσι λεπτὰ τὰ ὁποῖα τοῦ ἔδωκες εἰσάπαξ. Εἰς κάθε προσκομιδὴν μνημονεύει δύο ἢ τρεῖς χιλιάδας ὀνόματα. Δὲν βαρύνεται ποτέ. Ἡ προσκομιδὴ παρ᾿ αὐτῷ διαρκεῖ δύο ὥρας. Ἡ Λειτουργία ἄλλας δύο. Εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς Λειτουργίας, ὅσα κομμάτια ἔχει ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ, ἀπὸ πρόσφορα ἢ ἀρτοκλασίαν, τὰ μοιράζει ὅλα εἰς ὅσους τύχουν. Δὲν κρατεῖ σχεδὸν τίποτε. Μίαν φορὰν ἔτυχε νὰ χρεωστῇ μικρὸν χρηματικὸν ποσόν, καὶ ἤθελε νὰ τὸ πληρώσῃ, εἶχε δέκα ἢ δεκαπέντε δραχμάς, ὅλα εἰς χαλκόν, ἐπὶ δύο ὥρας ἐμετροῦσεν, ἐμετροῦσε καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὰ εὕρῃ πόσα ἦσαν. 


Τέλος εἷς ἄλλος χριστιανὸς ἔλαβε τὸν κόπον καὶ τοῦ τὰ ἐμέτρησεν. Εἶναι ὀλίγον τι βραδύγλωσσος, καὶ περισσότερον ἀγράμματος. Εἰς τὰς εὐχάς, τὰς περισσοτέρας λέξεις τὰς λέγει ὀρθάς, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τὰς περισσοτέρας ἐσφαλμένας. Θὰ εἰπῆτε, διατί ἡ ἀντίθεσις αὕτη; Ἀλλὰ τὰς εὐχὰς τὰς ἰδίας ἀπαγγέλλει καθ᾿ ἑκάστην, ἐνῷ τὴν δεῖνα περικοπὴν τοῦ Εὐαγγελίου θὰ τὴν ἀναγνώσῃ ἅπαξ ἢ δὶς ἤ, τὸ πολύ, τρὶς τοῦ ἔτους, ἐξαιρέσει ὡρισμένων περικοπῶν συχνὰ ἀλλ᾿ ἀτάκτως ἐπανερχομένων, ὡς εἰς τοὺς Ἁγιασμοὺς καὶ τὰς Παρακλήσεις. Τὰ λάθη, ὅσα κάμνει εἰς τὴν ἀνάγνωσιν, εἶναι πολλάκις κωμικά. Καὶ ὅμως ἐξ ὅλων τῶν ἀκροατῶν του, ἐξ ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος, κανείς μας δὲν γελᾷ. Διατί; Τὸν ἐσυνηθίσαμεν, καὶ μᾶς ἀρέσει. Εἶναι ἀξιαγάπητος. Εἶναι ἁπλοϊκὸς καὶ ἐνάρετος. 


Εἶναι ἄξιος τοῦ πρώτου τῶν Μακαρισμῶν τοῦ Σωτῆρος. Τώρα, ὑποθέσατε δύο ὑποθέσεις, μίαν ἀδύνατον, καὶ μίαν δυνατήν, ὑποθέσατε ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἱερεὺς εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ ἱεροδιδασκαλεῖον, παλαιὸν ἢ νέον· θὰ εἶχε διαφορὰν ἐπὶ τὸ βέλτιον; Θὰ ἦτο πασσαλειμμένος μὲ ὀλίγα ἀτελῆ, κακοχώνευτα καὶ συγκεχυμένα γράμματα, μὲ περισσοτέραν οἴησιν καὶ ἀξιώσεις. Θὰ ἦτο διὰ τοῦτο καλύτερος; Θὰ ἐξεφώνει λόγους ἐπ᾿ ἐκκλησίας; - Ἐὰν οἱ λόγοι ὡμοίαζον μὲ ὅσους ἔχω ἀκούσει κατὰ καιροὺς ἀπὸ πολλοὺς ἱερωμένους μὲ ἀξιώσεις, μὲ διπλώματα, μὲ πράσινα καὶ μὲ γαλάζια ζωστικά, ὑποψηφίους ἀρχιερεῖς, καὶ τὰ λοιπά, καλύτερον ὁποὺ λείπουν. Πρέπει νὰ τηρηθῇ κατὰ γράμμα ὁ ἱερὸς κανών. Ἐὰν ὑπάρχῃ κάπου ἱερεύς τις μὲ ἀληθῆ παιδείαν καὶ μὲ ἀληθῆ ἀρετήν, ἂς ὁμιλῇ. Ἄλλως ἂς ἀναγινώσκωνται ἐπ᾿ ἐκκλησίας αἱ ὁμιλίαι τῶν Χρυσοστόμων καὶ Βασιλείων μεταφρασμέναι εἰς τὸ ἁπλοῦν, τὰ Κυριακοδρόμια τοῦ Θεοτόκη, κτλ. 


Αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερον, τὸ προχειρότερον καὶ τὸ ἀσφαλέστερον. Τώρα, ὑποθέσατε, σχετικῶς μὲ τὸν ἱερέα περὶ οὗ ἀνωτέρω ὁ λόγος, καὶ μίαν ὑπόθεσιν δυνατήν. Ὑποθέσατε ὅτι μισθοδοτοῦνται πράγματι οἱ ἱερεῖς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ὑποθέσατε ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος λαμβάνει τὸν μισθόν του, εἰς χαρτίον ἢ εἰς χαλκόν. Δὲν θὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ τὰ μετρήσῃ, καὶ γινόμενος εὐπορώτερος, δὲν θὰ γίνῃ καλύτερος. Τὸ χειρότερον εἶναι ὅτι θὰ πλάσῃ διακρίσεις μεταξὺ ἱερέων καὶ ἱερέων τὸ μωρὸν αὐτὸ σχέδιον τῆς διαιρέσεως τῶν ἐφημερίων εἰς τάξεις, θὰ ὑποθάλψῃ ἀντιζηλίας, παραλόγους ἀξιώσεις καὶ ὑπεροψίαν. Ἐλπίζομεν ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῇ, ὅπερ πιθανὸν -διότι τόσα καὶ τόσα τερατώδη ψηφίζονται-, ὅμως δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Τώρα, ἴσως εἴπῃ τις: - Ὅλα αὐτὰ δυνατὸν νὰ εἶναι καλά, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον σου εἶναι ἀρνητικὸν καὶ ὄχι θετικόν. 


Οἱ παλαιοὶ ἱερεῖς ἦσαν ἀγράμματοι, ἀλλ᾿ ἦσαν ἁπλοϊκοὶ καὶ ἐνάρετοι. Σήμερον ἡ ἁπλότης καὶ ἡ ἀρετὴ ἐξέλιπε, μόνον δὲ ἡ ἀγραμματωσύνη πλεονάζει. Ἐπὶ τίνος βάσεως στηρίζεις τὴν βελτίωσιν τοῦ Κλήρου; Μήπως ἐπὶ μόνης τῆς ἀγραμματωσύνης; Μὴ γένοιτο. Δὲν εἶπα ὅτι ἀποκρούω καθόλου πᾶσαν ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως γινομένην ἀπόπειραν. Καλὰ εἶναι καὶ τὰ ἱεροδιδασκαλεῖα, καλὸν καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον πρὸς χορηγίαν βοηθημάτων εἰς τοὺς ἀνικάνους καὶ εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τοῦ Κλήρου. Πλὴν ὅλα ταῦτα μόνον σχετικὴν ἀξίαν ἔχουσι. Πολὺ οὐσιωδέστερα καὶ λυσιτελέστερα εἶναι ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν σφαῖραν τῆς νομοθετικῆς προνοίας, ἀλλ᾿ εἶναι ὅλως ἠθικὰ καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιβάλλονται. 


Νὰ παύσῃ π.χ. ἡ συστηματικὴ περιφρόνησις τῆς θρησκείας ἐκ μέρους πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐπιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων καὶ ἄλλων. Ἡ λεγομένη ἀνωτέρα τάξις νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰ ἔθιμα τῆς χώρας, ἂν θέλῃ νὰ ἐγκλιματισθῇ ἐδῶ. Νὰ γίνῃ προστάτις τῶν πατρίων, καὶ ὄχι διώκτρια. Νὰ ἀσπασθῇ καὶ νὰ ἐγκολπωθῇ τὰς ἐθνικὰς παραδόσεις. Νὰ μὴ περιφρονῇ ἀναφανδὸν ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τι ἑλληνικόν. 



Νά καταπολεμηθῇ ὁ ξενισμός, 

ὁ πιθηκισμός, 

ὁ φραγκισμός. 

Νά μή νοθεύωνται τά θρησκευτικά καί τά οἰκογενειακά ἔθιμα. 

Νά καλλιεργηθῇ ἡ σεμνοπρεπής βυζαντινή παράδοσις εἰς τήν λατρείαν, 

εἰς τήν διακόσμησιν τῶν ναῶν, τήν μουσικήν καί τήν ζωγραφικήν. 

Νά μή μιμώμεθα πότε τούς Παπιστάς καί πότε τούς Προτεστάντας. 

Νά μή χάσκωμεν πρός τά ξένα. 

Νά στέργωμεν καί νά τιμῶμεν τά πάτρια. 

Εἶναι τῆς ἐσχάτης ἐθνικῆς ἀφιλοτιμίας νά ἔχωμεν κειμήλια, 

καί νά μή φροντίζωμεν νά τά διατηρήσωμεν. 

Ἂς σταθμήσωσι καλῶς τήν εὐθύνην των οἱ ἔχοντες τήν μεγίστην εὐθύνην. 

Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, 

ἂς εὐχηθῶμεν μόνον οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας 

νά εἶναι ἄξιοι τοῦ εὐκλεοῦς παρελθόντος, 

καί διά τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἐν Χριστῷ παιδείας ν᾿ ἀναδειχθῶσιν ἱκανοί 

ὅπως διδάσκωσι τόν χριστώνυμον λαόν, 

καί διά τοῦ λόγου, 

ἀλλά πρό πάντων διά τοῦ παραδείγματος, τάς ὁδούς τοῦ Κυρίου.



(1896)



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF