ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ''ανάπηροι'' στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές κι είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

''Η ΧΤΥΠΗΜΕΝΗ'' ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ





Εις του Γιάννη της Παντελούς το στενό έβγαινε μία καντίνα, 

με τον λευκόν φερετζέν και το γιασμάκι της, 

και τούτο πολύ συχνά, 

σχεδόν κάθε μήνα. 

Την είδε δύο φορές με τα μάτια της η γριά Παντελού, και ο υιός της ο Γιάννης, 

και διάφοροι άλλοι γείτονες. 

Ήτον ένα κατάλυμα, 

παλαιά οικία καταρρεύσασα, χωριζόμενη δια του στενού από της οικίας 

εν η κατώκει η γραία μετά του υιού της και της νύμφης της, 

είτα ένας αυλόγυρος έρημος, μ’ ένα φούρνον, 

τον οποίον από πολλού έπαυσε να κολλά η γερόντισσα, 

και δύο ετοιμόρροποι οικίσκοι ακατοίκητοι, όλα έρημα και σκοτεινά. 

Της νύμφης της, της Γιάνναινας, «της είχεν έρθει άτυχα», εβεβαίου η γριά Παντελού. 

Μίαν εσπέραν, 

οπού είχε καταβή εις το κατάλυμα μοναχή της, 

βλέπει έξαφνα την καντίναν, λευκόπεπλον, με το μέτωπον, την ρίνα και τας σιαγόνας σκεπασμένα, 

με τα όμματα σπινθηροβολούντα, 

κι εκάθητο ως καλή νοικοκυρά εις την αγκωνήν του ερειπίου, 

επί τινος λίθου, καπνίζουσα το μικρό τσιμπουκάκι της· 

και πως της έπρεπε τω όντι! 

Ήτον άλλως η μόνη οικοκυρά του μέρους, 

διότι, αφού ο χώρος είχε μείνει από ετών έρημος ανθρώπων, 

επόμενον ήτο να ευρεθή μία καντίνα να λάβη κατοχήν.


Η παράδοσις έλεγεν ότι, το πάλαι, ότε είχον οικήσει Τούρκοι εν τη νήσω, ο χώρος ούτος και πολλά κύκλω οικόπεδα ανήκον εις έναν Αράπην, όστις έτρεφεν ουκ ολίγας γυναίκας, και το κατάλυμα τούτο ήτον ακριβώς το χαρέμι του. Είναι αληθές ότι των Τούρκων οι νεκροί γίνονται την νύκτα ζωντανοί σκύλοι, αλλ’ ίσως η μία των γυναικών του Αράπη να ήτο εις το κρυπτόν χριστιανή, και αν και εξεβαπτίσθη διά της μετά του απίστου κοινωνίας, δεν είχε κατορθώσει να γίνει εντελώς Τούρκισσα. Άμα είδε το απίστευτον θέαμα η πτωχή γυνή, έτρεξε με τρεμούσας κνήμας, με την γλώσσαν κρεμάμενην έξω, λευκή ως σινδών, έτρεξεν επάνω εις την οικίαν, κι έπεσεν αμέσως εις την στρωμνήν, πυρέσσουσα. «Της ήρθε άτυχα». 


Είχε χτυπηθή. Και δεν της επήρε μεν η καντίνα την μιλιά της, διότι με την γλώσσαν παραλυθείσαν δεν εδυνήθη ν’ αρθρώση κραυγήν, αλλ’ έμεινε τραυλή διά βίου. Επί τρεις μήνας και πλέον την εδιάβαζεν ο ιερεύς της Παναγίας της Κεχρεάς, και κατ’ αρχάς αι φωναί της ήσαν ακατάληπτοι. Ύστερον όμως ο τραυλισμός εμετριάσθη, και ηδύνατο μετά δυσκολίας να εκφράζη τι επεθύμει. Αλλά πέπλος βαθύς ηπλώθη επί της διανοίας της, όμοιος μ’ εκείνον, όστις έκρυπτε τους χαρακτήρας της μορφής της καντίνας. Η πενθερά της «την είχε ’μόσιμο», τόσο πολύ την ηγάπα. Και την ηγάπα δημόσια, εις το φανερόν, δεν το έκρυπτεν. Η γειτόνισσά της η γρηά Περμάχου, ηγανάκτει και διεμαρτύρετο κατά της τόσης αδυναμίας της ομήλικός της προς την ασθενήν νύμφην. 


Διότι η πτωχή Γιάνναινα, τριακοντούτις γυνή, ωχρά, αναιμική εξ αρχής, εφύλαττε την στρωμνήν επί μήνας, επί μήνας πολλούς, μετά την όψιν του φαντάσματος. Της έλεγεν· - Ε! σαν πεθάνη, και τι τάχα; Θα ξελευτερωθή…. Αλλ’ η γραία Παντελού ούτε αστεϊσμού χάριν ηδύνατο ν’ ακούση τοιαύτην ευχήν εκφερομένην. Ν’ αποθάνη η νύμφη της; Μη γένοιτο! Και είχεν άλλην νύμφην; Και όμως μ’ όλους τους απαίσιους κρωγμούς της γριάς Περμάχου, η Παντελού δεν έπαυε να την έχη έμπιστον, να της λέγη όλα τα μυστικά της. Μιαν πρωίαν, έλθουσα παρά την θύραν της καλύβης, όπου κατώκει η απαίσιος γραία, υπό την φυλλορροούσαν κληματαριάν, της είπεν ότι η νύμφη της είχε περάσει τη νύκτα πολύ άσχημα, ότι δις ήλθεν εις κίνδυνον, ότι «ακόμη λίγο και θελά σώσει», ότι εξύπνησαν τα μεσάνυκτα τον εφημέριον διά να την μεταλάβη, και ότι μόλις τώρα τα χαράγματα ησύχασεν ολίγον και απεκοιμήθη. 


Αλλ’ ότι ακόμη είναι φόβος, φόβος και κίνδυνος. Στρέψασα τότε η γριά Περμάχου πολυσήμαντον βλέμμα προς την συνηλικιώτιν και ομότριχά της, της λέγει· - Σα σ’ ακούω γειτόνισσα! Θα φάη κι άλλη ψωμί!.. Εν τούτοις η ταλαίπωρος γυνή υπέφερε και ήτον αξία οίκτου. Έπασχεν από συνεχή πνιγμονήν, είχε λήρους, λιποθυμίας, παραμιλήματα, έκλαιε κι εκόπτετο άνευ αιτίας, παννυχί, υπό τον σκληρόν εφιάλτην. Ετραύλιζεν, ετραύλιζε πάντοτε. Εφώναζε αίφνης: «Να την! την βλέπω!». Εφαντάζετο ότι βλέπει πάντοτε την καντίνα με τον φερετζέν και με το τσιμπουκάκι της. Έκραζεν, έξυπνος ή κοιμώμενη, την κόρην της, παιδίσκην επταετή: «Έλα, μικλό μου! Κατελνιώ μου! καλδιά μ’ πονεί…». Και η μικρά ήρχετο πλησίον της και την ενηγκαλίζετο. Η κορασίς αυτή ήτο απαράλλακτον αντίτυπον της μητρός της, μικρογραφία της αυτής εικόνος. Μακρά, ισχνή, λευκοτάτη, κηρόπλαστος. 


Εν τούτοις η μάμμη της δεν την ηγάπα. Επροτίμα τον αδελφόν της, τον μικρόν Πολυχρονάκην, τετραετές παιδίον «με τέσσερα μάγουλα», ακριβές αντίγραφον του πατρός του. Ο χρηστός ούτος νοικοκύρης, γεωργοκτηματίας εκ των πρώτων της νήσου, επαρχιακός σύμβουλος, βραχύσωμος, παχύς, προγάστωρ, επανήρχετο πάντοτε την εσπέραν από το χωράφι (συνήθως ήρχετο πολύ μετά την δύσιν του ήλιου, ενίοτε δύο ώρες νύχτα), κουρασμένος, πεινασμένος, ολιγόλογος, αλλ’ όχι και οργίλος ούτε παράξενος. Δεν ηρώτα ποτέ την πάσχουσαν πώς επέρασε την ημέραν, αλλά και δεν εγόγγυζε ποτέ ούτε παρεπονείτο διατί να είναι άρρωστη. Είχεν εργασίας, είχε σχέδια, ειργάζετο ο ίδιος, αλλά και δεν έπαυε να έχει παραγυιούς, να δανείζεται και να πληρώνει ημεροκάματα. Είχε δύο- τρείς ελαιώνας λαμπρούς, φθονετούς, κι εύρισκε τους δανειστάς προθύμους. Εφαντάζετο ότι η προθυμία αυτή ήτο εκ σεβασμού και αβροφροσύνης προς αυτόν, ως πρόκριτον εκ καλής οικογενείας του τόπου. 


Όλον τον χρόνον δεν του έλειπαν οι εργάται. Είχε δύο βουνά ολόκληρα να καλλιεργήση. Είχε να ξανοίξη, να ξεσκαλώση, να θαμνέψη, να βοτανίση, να φυτέψη, να θηλιάση, να οργώση. Έπειτα είχε να συγκομίση τους καρπούς, να εκθλίψη τα έλαια, να πατήση τας σταφυλάς. «Καιρός του φυτεύσαι και καιρός του εκτίλαι». Εδανείζετο λοιπόν κι επλήρωνε. Έλεγε «παίρνοντας και δίνοντας». Συνήθειαν δεν είχε να λογαριάζεται ποτέ, αν και έδιδεν εις τους τόκους ό,τι του επερίσσευεν. Οι δανεισταί του, ως εκ της οφειλομένης αβροφροσύνης προς αυτόν, ως εκ προγόνων προεστώτα του τόπου, δεν τω έλεγαν ποτέ: «Έλα να λογαριασθής». 


Δεν εφαντάζετο ότι όλα και όλα τα χρέη του θα υπερέβαινον ποτέ τα χίλια τάλληρα. Εις την πρώτην ελαιοφορίαν είχε σκοπόν να τα εξοφλήση όλα. αλλά μίαν εσπέραν πολύ δυσαρέστως εξεπλάγη όταν, επανελθών από το χωράφι, εύρεν εις την θύραν του τοιχοκολλημένην αγωγήν «περί πληρωμής δραχ. 19.892 και 85% εντόκως, από της επιδόσεως μέχρι εξοφλήσεως». Ο αυθάδης κλητήρ, όστις μόνος αυτός ετόλμησε να λησμονήση την οφειλομένην προς τον απόγονον των προεστώτων αβρότητα, παρεπονέθη ότι δεν εύρισκε ποτέ τον εναγόμενον, ότι ήτον αιωνίως εις το χωράφι, ότι ποτέ ούτε κατά Κυριακήν δεν κατέβαινεν εις την αγοράν, και επειδή αι γυναίκες δεν ήξευραν να υπογράψουν ούτε ήθελαν να δεχθούν το έγγραφον, προεικάζουσαι ότι θα ήτο φοβερόν τι, εκόλλησε την αγωγήν επί της θύρας, κι επήγε να πίη το ορεκτικόν του. Και είναι παραδεδεγμένον ότι μία δυστυχία δεν έρχεται ποτέ μόνη της.


Μόλις είχε παρέλθει μην από του ανεξηγήτου παθήματος της γυναικός του, και η αγωγή τού εκοινοποιήθη. Εννοείται ότι, αν και ήτο επαρχιακός σύμβουλος, δεν ενόει τίποτε από δικαστικά πράγματα, και οι δικολάβοι τον εξεμεταλλεύοντο όπως ήθελαν αυτοί. Έπαυσε τους εργάτας δια να πληρώνη τους δικηγόρους. Η γριά Παντελού ήλθεν εις την ακμήν να μετανοήση ότι έπαυσε να κολλά τον φούρνον, ας ήτο και μήτηρ συμβούλου επαρχιακού. Δεν της ήρκουν τα άλλα βάσανα, είχε και την γραίαν στρίγλαν την γειτόνισσάν της, ήτις δεν έπαυε να επαναλαμβάνει την σκληράν επωδόν: «Θα φάει κι άλλη ψωμί!» Και αυτή, την νύμφην της, «την είχε ’μόσιμο». Ηδύνατο ν’ ακούει τοιούτον κακόηχον κρωγμόν; 


Μίαν ημέραν έχασε την υπομονήν και της λέγει˙ - Για να σου πω γειτόνισσα, δε μ’ αρέσει να μ’ το λες αυτό. Τότε η γραία στραφείσα τής απεκρίθη˙ - Το ξέρω δα πως αμόνεις στ’ όνομά της, γειτόνισσα˙ μα ησύχασε, το όνομα της δε θα χαθή! Ήτον ημέρα Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως, και η γριά Παντελού, επιστρέψασα εκ της λειτουργίας, όπου είχεν ακούσει τις «γενεές δεκατέσσαρες» ανέβη εις την οικίαν. Η ασθενής ανέκειτο επί της στρώμνης παρά την εστίαν, και η μικρά Αικατερίνη καθημένη παρά το προσκέφαλόν της τής εκράτει την χείρα. Η γριά Περμάχου είχεν έλθει να κάμει την συνήθη πρωϊνήν επίσκεψιν, να δώση κανέν ψευτογιατρικόν εις την πασχούσαν και να πίη την φασκομηλιά της με το πετιμέζι. Οκλάζουσα εις μίαν γωνίαν αντίκρυ της εστίας, ομοία με την κουκουβάγια, προσήλου τους μεγάλους οφθαλμούς της επί την ασθενή, και κατεμέτρει τους προϊόντας βαθμούς της φθοράς επί του προσώπου της. 


Είτα ηγείρετο και κατέβαινεν εις την καλύβην της, και η γριά Παντελού, την προέπεμπε συνήθως μέχρι της κλίμακος. Τότε η Περμάχου επανελάμβανε ταπεινή τη φωνή την προφητείαν της, «ότι θα φάη κι άλλη ψωμί», η δε γραία διεμαρτύρετο ασθενώς κατά της επιμονής της. Και την ημέρα εκείνην το αυτό συνέβη, και το παράδοξον, ότι μόλις εσηκώθη η Περμάχου, ευχομένη «περαστικά» κατά το σύνηθες, και η ασθενής εστήλωσε τα ώτα, προσβλέπουσα δια της ημικλείστου μεινάσης θύρας προς τον εξώστην, καθ’ ην διεύθυνσιν εξήλθον αι δύο γραίαι. Ήκουσε τους ψιθυρισμούς των, και η όψις της έγινε πελιδνοτέρα ή όσον ήτο. Διέκρινεν άρα την δύσηχον φράσιν της γραίας κακομάντιδος; Στραφείσα τότε προς την κόρην της, μετά κόπου και δυσκολίας της είπε τραυλίζουσα˙ - Αχ ! παιδί μου, εγώ έχω ως τώλα πεθελά, και συ από δω κι εμπλός θα έχεις… Και εστάθη. -Τι θα έχω; ηρώτησε μετά παιδικής περιέργειας η παιδίσκη. Η ασθενής ανένευσεν, ως να ήθελε να είπη· «Άφησέ τα τώρα, δεν είναι καιρός». 


Αλλ’ η μικρά επέμεινε· - Τι θα έχω, μητέρα; - Τι να σου πω, παιδί μου, εψιθύρισεν η πάσχουσα, ο Θεός ξέλει... Ίσως ήθελε να είπη «μητρυιάν», αλλά δεν είχε το θάρρος ν’ αρθρώση την λέξιν. - Γιατί, μητέρα, επανέλαβεν η παιδίσκη, είπες πως έχεις πεθερά, σαν να μην είσ’ ευχαριστημένη. Και δε σ’ αγαπάει η μαμίτσα μου; Η ασθενής έσεισε την κεφαλήν , αλλά δεν είπε λέξιν. - Η μαμίτσα μου, μητέρα, την ακούω εγώ πολλές φορές, που λέει της θεια-Περμάχους πως σ’ έχει ’μόσιμο. Δεν μου λες, μητέρα, τι θα πει αυτό, να έχει κανείς έναν άνθρωπο ’μόσιμο; - Θα πη, παιδί μου, εμορμύρησεν η ημίπληκτος, πως αμόνει τάχα στ’ όνομά του. Η κορασίς δεν ενόησεν εντελώς. - Και τι θα πη ν’ αμόνει στ’ όνομά του; - Θα πη να παίλνη όλκο στ’ όνομά του, πώς λένε καμπόσοι μα το Θεό, μα την Παναγιά…. - Α! κι η μαμίτσα μου αμόνει στ’ όνομά σου; - Θεός ξέλει…. - Την άκουσα, μητέρα, να το λέει της θεια-Περμάχους, κι η θεια-Περμάχου της έλεγε… 


Η ασθενής έκαμε κίνημα όχι περιεργείας ή ανυπομονησίας δια ν’ ακούση, αλλά μάλλον αποτροπιασμού όπως μη ακούση τα λεγόμενα. Η μικρά εξηκολούθησε χωρίς να εννοήση· - …Της έλεγε: «Ε! γειτόνισσα, γειτόνισσα! θα φάη κι άλλη ψωμί….». Δε μου λες, μητέρα, τι θα πη να φάη κι άλλη ψωμί; Αλλ’ η δύστηνος γυνή είχε γίνει πελιδνοτάτη, και τα όμματά της είχον την αλαμπή εκείνην στιλπνότητα, την οποίαν ο λαός ονομάζει βασίλεμα των ματιών, και οι οδόντες της έμειναν συνεσφιγμένοι. - Τι έχεις, μητέρα, τι έχεις ; έκραξεν η Αικατερίνη. Την στιγμήν εκείνην επέστρεψεν η γραία Παντελού, αφού είχε προπέμψει μέχρι της κλίμακος την γηραιάν φίλην της. - Κουράγιο, νυφούλα μου, κουράγιο, είπεν ιδούσα την έκτακτον ωχρότητά της, και μη μαντεύουσα τι είχε λεχθή. Η ασθενής κατέβαλεν υπεράνθρωπον αγώνα, και συνήλθε. Δεν εξέφερε κανέν παράπονο. 


Εβίασεν εαυτήν να μειδιάση προς την πενθεράν και προς το θυγάτριόν της. Η γραία επανέλαβε και πάλιν· - Δεν έχεις τίποτε. Κουράγιο νυφούλα μου, κουράγιο ! Πτωχή γυνή! Υπέφερεν ως μάρτυς. Είχε γίνει θύμα της άγαν ταύτης φιλοστοργίας της πενθεράς της. Τόσον την ηγάπα, ώστε την είχεν απομακρύνει από τους εξ αίματος συγγενείς της. Δεν επέτρεπεν εις την μητέρα και τας αδελφάς της να έλθωσι να την νοσηλεύσωσιν. Αυταί αι ίδιαι παρεπονούντο πικρώς κατά της ομαίμονος, την απεκάλουν ξεχωρισμένην. Έλεγαν ότι η πενθερά της κατώρθωσε να την ξεχωρίση από τον κόσμο. Η γραία έβαλε μαναφούκια και εις τα δύο μέρη. Εις εκείνας έλεγεν ότι η νύμφη της δεν τας θέλει να έρχωνται και ότι είναι μία παράξενη, μία ανάποδη… Εις ταύτην παρίστα ότι η μήτηρ της και αι αδελφαί της την εδυσφήμουν πάντοτε, και διά τούτο τας κατηράτο εξ όλης ψυχής: «Οι λοχεμένες, οι στειρεμένες, οι αχρόνιαστες. 


Αντί να χαρούν που μπήκε σε τέτοιο σπίτι η αδελφή τους, την εζηλοφθονούσαν…» κτλ. Την νύκτα η γραία έρρεγχε, καθώς ο Ιωνάς εν καιρώ της τρικυμίας, και δεν εσηκώνετο να δώση το ιατρικόν εις την νύμφην της, ή να της ψήση τουλάχιστον εν θερμόν ποτόν. Τον υιόν της τον είχε πείσει ότι δεν ήτο ανάγκη να καλέση τον ιατρόν εις την οικίαν. «Οι γιατροί δεν ξέρουνε τι τους γίνεται, καλλίτερα τα καταφέρνουν οι γυναίκες. Με τα ψευτογιατρικά είδαμε πολλούς να γιατρευτούν». Και ήρχοντο καθ’ έκαστην τρείς ή τέσσαρες ψευτογιάτρισσες εις την οικίαν, ων μία ήτο η γραία Περμάχου, ήτις έλεγεν ότι με τας αλοιφάς θεραπεύονται αυτά τα νοσήματα, και όχι με τας επωδάς και τα περίαπτα, καθώς ισχυρίζονται αι άλλαι. 


Και σχεδόν καθ’ εκάστην την έτριβε με κηραλοιφήν, και της ήλειφε τα πλευρά, επιφωνούσα: « Κηραλοιφίτσα να το γιάνη! » Θλιβερά ανέτειλαν τα Χριστούγεννα δια την μικράν Αικατερίνην. Ο κόσμος εώρταζε και η μήτηρ της εψυχομαχούσε! Και ο πατήρ της δεν έπαυσε να δικάζεται με τους δανειστάς, και άφησε την οικίαν άνευ οψωνίων, δια να πληρώση τους δικολάβους.


Και η γραία Παντελού ήτο απαρηγόρητος, 

λέγουσα ότι δεν ήθελε να χάσει τη νυφούλα της, όπου την είχε «’μόσιμο!» 

Και η γειτόνισσά της η Περμάχου ηγωνίζετο να την παρηγορήση επαναλαμβάνουσα 

ότι «θα φάη κι άλλη ψωμί!» 

Εκοιμήθη η δυστυχής υπό την κυπάρισσον αντικρύ του ωραίου περιβολιού του συζύγου της, 

του συγκειμένου εξ ελαιώνος, αμπέλου και κήπου, 

το οποίον οι δανεισταί θα εξέθετον μετά ένα μήνα εις πλειστηριασμόν. 

Ουδέν ήττον, η γριά Περμάχου, 

διακαώς ποθούσα να εύρη παρηγορίαν διά την λευκότριχον φίλην της 

(ήτις έχασε την νυφούλα της, όπου την είχε ’μόσιμο) 

ήρχισε να τρέχη δεξιά και αριστερά, προς αναζήτησιν συζύγου διά τον Γιάννη της Παντελούς. 

- Και αν εφοβέριζαν να βγάλουν τα υποστατικά του στη δημοπρασία, 

τάχα τι; 

Αυτός είχε πολύ βιο, ήτον και προκομμένος… 

 Και η μικρά Αικατερίνη είχεν ακριβώς τόσην ηλικίαν, 

όση ήρκει διά να αισθάνεται την δυστυχίαν της και να κλαίη. 

Η μήτηρ της, δια των πραγμάτων, 

δεν είχε βραδύνει να της δώσει απάντησιν εις την αφελή ερώτησίν της περί του 

«τι θα πει να φάη κι άλλη ψωμί».



Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ''Η Χτυπημένη'' δημοσιεύτηκε τα Χριστούγεννα του 1890 στο περιοδικό ''Αττικόν Μουσείον''. 
Είναι ένα από τα δραματικότερα διηγήματα του Σκιαθίτη συγγραφέα και τεχνικά ένα από τα τελειότερα. 
Επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου