ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ''ανάπηροι'' στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές κι είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ




ἐφετινή περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς διανύεται σὲ ξεχωριστὲς συνθῆκες γιὰ ὅλους μας, ἐξ αἰτίας τῆς γνωστῆς πανδημίας ποὺ πλήττει τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ ἑορτὴ τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας μᾶς παρέχει διδάγματα χρήσιμα κάθε φορά, ἀλλὰ εἰδικὰ ἐφέτος μᾶς δίνει θάρρος καὶ δύναμη γιὰ νὰ ἐκμεταλλευθοῦμε τὶς ἰδιαίτερες περιστάσεις τοῦ παρόντος, ὄχι μόνο χωρίς ψυχικὴ ζημία, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλαπλάσιο πνευματικὸ ὄφελος.


Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος μᾶς καθοδηγοῦν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση: «…καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. Ε´, 3-4), καὶ «Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν· ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Ἰακ. Α´, 12). Ἂς δοῦμε ὅμως πῶς ἡ σημερινὴ ἑορτὴ μᾶς διδάσκει νὰ ἀξιοποιήσουμε τὴν παροῦσα δυσχερῆ περίσταση πρὸς ψυχική μας ὠφέλεια.


α) Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς παρὰ τὴν μεγάλη ἀρετή του καὶ τὰ χαρίσματα ποὺ εἶχε ἀποκτήσει, εἶχε ἀκόμη ἀνάγκη ἐπιπλέον διδαχῆς καὶ περαιτέρω τελειοποιήσεως, γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τοῦ διδάξει ὅτι πρέπει νὰ ἔχει ταπεινὸ φρόνημα, τὸν ὁδήγησε στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ στὸν ποταμὸ Ἰορδάνη. Ἂν ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς ποὺ εἶχε φθάσει σὲ τόσο ὗψος ἀρετῆς, ὥστε νὰ δέχεται θεῖες ἀποκαλύψεις, εἶχε ἀνάγκη διδαχῆς καὶ καθοδηγήσεως, πῶς πρέπει νὰ αἰσθανόμαστε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι μόλις διακόψουμε λίγο τὶς βαρειὲς ἁμαρτίες καὶ πλησιάσουμε τὴν Ἐκκλησία, νομίζουμε ὅτι πρέπει νὰ γίνουμε διδάσκαλοι τῆς Οἰκουμένης;


Τὸ διαδίκτυο καὶ τὰ ἱστολόγια σήμερα εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ τέτοιου εἴδους αὐτόκλητους «φωστῆρες». Αὐτοὶ ποὺ μόλις χθὲς περιδιάβαιναν στὰ μονοπάτια τῆς πονηρίας, θέλουν σήμερα νὰ μᾶς διδάξουν τὴν Ὀρθοδοξία, ἀγνοῶντας καὶ τὰ στοιχειώδη τῆς πίστεως. Ἀδελφοί, ἀπέχετε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τὰ γραφόμενά τους.


β) Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ γνώρισε ἐνάρετους Μοναχούς, ποὺ εἶχαν τὴν ἁγία συνήθεια κατὰ τὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς νὰ φεύγουν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι καὶ νὰ ζοῦν στὴν ἔρημο μὲ ἀπομόνωση, δίχως συναναστροφές, μόνο προσευχόμενοι καὶ νηστεύοντες. Καὶ ἐμεῖς σήμερα καλούμεθα νὰ περάσουμε τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔγκλειστοι στὰ σπίτια μας μὲ σχετικὴ ἀπομόνωση. Δὲν ἔχουμε τὴν δύναμη νὰ κάνουμε ἀκριβῶς τὴν ἴδια ἄσκηση, ἀλλὰ μποροῦμε κάπως νὰ τὴν μιμηθοῦμε σὲ ἕναν μικρὸ βαθμό. Ἔστω καὶ λίγο ἂν τὸ πετύχουμε, ὠφελημένοι θὰ εἴμαστε.


γ) Οἱ ἀσκητὲς ἐκεῖνοι ζοῦσαν ὅλη τὴν Ἁγία Τεσσαρακοστὴ σὲ ἡσυχία. Ὅταν λέγουμε ἡσυχία δὲν ἐννοοῦμε τόσο ἀπουσία θορύβων, ἀλλὰ ἔλλειψη περισπασμῶν τῆς διανοίας. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβοῦμε στὴν ἔρημο. Δὲν ἔχει σημασία ὁ τόπος, ἀλλὰ ὁ τρόπος. Μποροῦμε νὰ ἔχουμε αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἡσυχία ὅταν κλειστοῦμε στὸ δωμάτιό μας γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος: «σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸν ταμιεῖόν σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων σε ἐν τῷ κρυπτῷ, ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.» (Ματθ. ΣΤ´, 6). Ἂς ἀπομακρυνθοῦμε λίγο ἀπὸ τὶς τηλεοράσεις καὶ τοὺς ὑπολογιστές, ἄς ἀφήσουμε ἔξω ἀπὸ τὸ δωμάτιό μας τὰ κινητὰ τηλέφωνα τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ ἂς ἐπικοινωνήσουμε μὲ τὸν Θεὸ ἀπερίσπαστοι ὅσο μποροῦμε.


δ) Ὅταν ὁ Ὅσιος Ζωσιμᾶς συνάντησε τὴν Ἁγία στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη τὴν εἶδε νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ὑπερίπταται ἕναν πῆχυ ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἔδαφος. Ἡ Ἁγία τὸν ἀποκάλεσε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ ὁ Ἀββᾶς σεβόμενος τὴν ἁγιότητά της γονάτισε καὶ ζήτησε τὴν εὐχή της. Ταυτόχρονα ὅμως καὶ ἡ Ὁσία γονάτισε ζητῶντας τὴν εὐλογία τοῦ Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ὁ ὁποῖος ἔφερε καὶ τὴν Ἱερωσύνη. Παρέμειναν καὶ οἱ δύο γονυκλινεῖς «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον». Αὐτὸ διδάσκει τοὺς μὲν λαϊκοὺς νὰ ἔχουν σεβασμὸ στὴν Ἱερωσύνη, τοὺς δὲ Κληρικοὺς νὰ ἔχουν καὶ ἐκεῖνοι σεβασμὸ στὴν ἀρετὴ τῶν λαϊκῶν καὶ ταπεινὸ φρόνημα.


ε) Ἡ Ἁγία, ἔπειτα ἀπὸ τόσα χρόνια στὴν ἔρημο, ἐνδιαφέρθηκε νὰ ἐρωτήσει τὸν Ἀββᾶ πῶς ζοῦσαν οἱ Χριστιανοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πῶς οἱ Βασιλεῖς καὶ πῶς ἦταν ἡ Ἐκκλησία. Ὁ Ὅσιος ἀρκέσθηκε νὰ πεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε χαρίσει σὲ ὅλους εἰρήνη καὶ ζήτησε ἀπὸ τὴν Ὁσία νὰ κάνει προσευχὴ τόσο γιὰ ἐκεῖνον ὅσο καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ἐκείνη ἡ ἐποχὴ ἦταν τὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανός καὶ ἡ γυναῖκα του Θεοδώρα εἶχαν βίο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τροφοδοτήσει ἑκατοντάδες σελίδες σημερινῶν ἱστολογίων μὲ σχόλια, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ζωὴ τῶν τότε Χριστιανῶν, ὅπως καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, διότι ποτὲ τὰ σκάνδαλα δὲν ἔλειψαν σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ οἱ Ἅγιοι μᾶς διδάσκουν νὰ μὴν ἀσχολούμαστε μὲ «κουτσομπολιὰ» καὶ περιττοὺς λόγους, παρὰ νὰ στρέφουμε τὸν λόγο σὲ ὅ,τι ὀφελεῖ τὴν ψυχή μας.


στ) Ἡ Ὁσία τότε ἐξομολογήθηκε τὶς ἁμαρτίες τοῦ βίου της στὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο μᾶς διδάσκει ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν εἶχε περάσει 47 χρόνια στὴν ἔρημο μὲ τόσο μεγάλη ἄσκηση καὶ ἂν εἶχε φθάσει σὲ τέτοια μέτρα ἀρετῆς, ὥστε νὰ ὑπερίπταται τοῦ ἐδάφους ὅταν προσευχόταν, ἤ νὰ περνάει τὸν Ἰορδάνη ποταμὸ σὰν νὰ βαδίζει σὲ στερεὸ ἔδαφος, ἐν τούτοις καὶ πάλι εἶχε τὴν ἀνάγκη τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐξομολογήσεως. Ἐμεῖς ὅλοι, οἱ μὴ ἔχοντες καμία ἀρετὴ, ἤ τέλος πάντων εὑρισκόμενοι σὲ κατάσταση ἀρχαρίου στὰ πνευματικά, πόσο λοιπὸν περισσότερο ἔχουμε τὴν ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ σωστικοῦ μυστηρίου;


ζ) Ἡ Ὁσία ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε τὶς ἁμαρτίες της διηγήθηκε τὸ θαῦμα, τὸ ὁποῖο τὴν ὁδήγησε ἀπὸ τὴν ἔκλυτη ζωὴ τῆς ἀσωτίας σὲ μετάνοια. Ἕνας ἀόρατος τοῖχος τὴν ἐμπόδιζε ἀπὸ τὸ νὰ εἰσέλθει στὸν πανίερο Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως στὰ Ἱεροσόλυμα ὅπου εἶχε πάει ἀπὸ περιέργεια. Μόλις μετενόησε εἰλικρινά, τότε ἔφυγε τὸ ἀόρατο ἐμπόδιο καὶ εἰσῆλθε στὸν Οἶκο τοῦ Κυρίου καὶ προσκύνησε τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ τὸν Πανάγιο Τάφο. Καὶ ἐμεῖς σήμερα ἐμποδιζόμαστε ἀπὸ τὴν κοινὴ λατρεία στοὺς Ἱερούς Ναούς. Ἂς ἀναλογισθοῦμε, μήπως οἱ ἁμαρτίες μας εἶναι ἡ αἰτία αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Μήπως χρειαζόμαστε εἰλικρινῆ μετάνοια;


Μήπως δὲν εἴχαμε ἐκτιμήσει ὅπως ἔπρεπε τὴν παρουσία μας στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ μάλιστα στὶς Θεῖες Λειτουργίες πρὶν τὴν δοκιμασία αὐτή; Μήπως ὑπολογίζαμε πότε θὰ τελειώσει ἡ Λειτουργία γιὰ νὰ πᾶμε λίγο πρὶν τὸ τέλος, ἄλλος 15 λεπτὰ, ἄλλος μισὴ ἢ μία ὥρα; Μήπως καὶ πάλι ἀδημονούσαμε ἄν ὑπῆρχε κάποια καθυστέρηση ἤ τὸ θεῖο Κήρυγμα ἦταν λίγο ἐκτενές; Μήπως λοιπόν, ἔπρεπε νὰ στερηθοῦμε κάποια οὐσιώδη πράγματα γιὰ νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν ἀξία τους; Αὐτὰ εἶναι ἐρωτήματα ποὺ πρέπει νὰ ὑποβάλλουμε στὸν ἑαυτό μας. Ἂς δείξουμε καὶ ἐμεῖς εἰλικρινῆ μετάνοια καὶ τὰ ἐμπόδια θὰ ἐξαφανιστοῦν.


η) Ἡ Ἁγία διηγήθηκε πῶς ἔπειτα ἀπὸ τὴν μεταστροφή της πῆγε στὴν ἔρημο, μὲ προτροπὴ τῆς Παναγίας μας, γιὰ νὰ βρεῖ ἀνάπαυση, μὴ ὑπολογίζοντας τὸ πῶς θὰ ζήσει ἐκεῖ, ἀλλὰ ἔχοντας πλήρη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Ἐμεῖς πόσες φορὲς δὲν ἔχουμε ἀκούσει τὴν παραίνεση τοῦ λειτουργοῦ νὰ ἐνθυμηθοῦμε τὴν Παναγία καὶ ὅλους τοὺς Ἁγίους καὶ νὰ ἐμπιστευθοῦμε στὸν Χριστὸ καὶ Θεό μας «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν»; Ἆρά γε, ἔχουμε κι ἐμεῖς πλήρη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει ἀλλὰ ἐπιτρέπει τὴν κάθε δοκιμασία, ἀκόμη καὶ τὴν πιὸ σκληρή, γιὰ τὸ ψυχικό μας συμφέρον;


θ) Ἡ Ὁσία Μαρία, ζῶντας στὴν ἔρημο μυριάκις πολεμήθηκε ἀπὸ τοὺς λογισμούς. Ἐνθυμήσεις, παραστάσεις καὶ φαντασίες τοῦ παρελθόντος, τὶς ὁποῖες ὑποκινοῦσε ὁ πειρασμός, προσπαθοῦσαν νὰ τὴν μεταστρέψουν ἀπὸ τὴν ἀπόφασή της νὰ ζήση κατά Θεόν. Ἡ Ἁγία πολέμησε τοὺς λογισμούς, κατεφρόνησε τὶς προτροπὲς τοῦ πειρασμοῦ καὶ παρέμεινε σταθερὴ στὴν ἀπόφασή της νὰ ἀκολουθήσει ἀποφασιστικὰ τὸν κατὰ Θεὸν τρόπο ζωῆς καὶ ἔτσι ἀπέδειξε ὅτι ἡ μετάνοιά της ἦταν πραγματική. Ἀπὸ αὐτὸ ἄς παραδειγματισθοῦμε καὶ ἐμεῖς.


ι) Τέλος ὁ Ὁσία ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ νὰ ἔλθει πάλι κατὰ τὸ ἑπόμενο ἔτος σὲ ἕνα σημεῖο κοντὰ στὸν Ἰορδάνη ποταμό μεταφέροντας τὴν Θεία Κοινωνία, προκειμένου νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἔπειτα ἀπὸ 47 χρόνια σκληρῆς ἀσκήσεως ζήτησε τὴν Θεία Κοινωνία ὄχι ἀμέσως, ἀλλὰ ἔπειτα ἀπὸ ἄλλον ἕνα χρόνο! Ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς κατὰ τὸ ἑπόμενο ἔτος πῆγε πράγματι στὸν ποταμό Ἰορδάνη ἔχοντας μαζί τὸ Ἅγιο Ποτήριο καὶ κοινώνησε τὴν Ἁγία. Ἡ Ὁσία Μαρία τὴν ἴδια ἐκείνη ἡμέρα παρέδωσε τὴν ψυχή της στὸν Κύριο. Αὐτὸ μᾶς διδάσκει τὴν μεγάλη ἀξία τῆς Θείας Κοινωνίας. Τοῦ μυστηρίου τὸ ὁποῖο πολεμεῖται μὲ τόση μανία κατὰ τὴ σημερινὴ ἐποχὴ ἀπὸ τοὺς ἀθέους, ἀλλὰ καὶ ἀμφιβάλλεται ἀπὸ τοὺς ὀλιγοπίστους.


μεῖς ὅμως διδασκόμαστε νὰ μετέχουμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἔπειτα ἀπὸ κατάλληλη προετοιμασία, σύμφωνα μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Πνευματικοῦ μας Πατρός, ἔχοντας τὴν ἀκράδαντη πίστη ὅτι ἀποτελεῖ τὸ Ἄχραντον Σῶμα καὶ τὸ Τίμιον Αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔστω καὶ ἄν χρειασθεῖ μικρὸ ἤ μεγάλο διάστημα χρόνου γιὰ νὰ συμμετάσχουμε, ἐκπληρώνοντας κάποιον πιθανὸ Κανόνα ποὺ ὁ Κύριος μᾶς βάζει γιὰ τὸ καλό μας. Κοινωνοῦντες τῆς Θείας Εὐχαριστίας γινόμαστε ἕνα σῶμα μὲ τὸν Χριστό, ὅπως καὶ μὲ τοὺς ὁμοπίστους ἀδελφούς μας, καὶ συγκληρονόμοι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.


Εἴθε, διὰ πρεσβειῶν τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας ἀλλὰ καὶ τοῦ Ὁσίου Ζωσιμᾶ, νὰ τύχουμε ὅλοι τῆς Οὐρανίου Βασιλείας, ἐκμεταλλευόμενοι κάθε περίσταση ποὺ παραχωρεῖ ὁ Κύριος πρὸς μετάνοιαν καὶ διόρθωσίν μας καὶ πρὸς σωτηρίαν αἰώνιον. Ἀμήν!





Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου