ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ 2020




Υπό του Αρχιμανδρίτου π. Ευθυμίου Μπαρδάκα 

στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Ν. Φιλαδέλφειας


Σεβασμιώτατοι Αγιοι Αρχιερείς,
Αγαπητοί μου Αδελφοί και Συλλειτουργοί,
Εν Χριστώ Διακονία, 
Οσιότατοι Μοναχοί και Μοναχές,
Αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί,

Συναντηθήκαμε σήμερα εδώ, για να θυμηθούμε μερικά από τα σωτηριολογικά μηνύματα του Αποστόλου των Εθνών και να υποκλιθούμε σ΄Αυτόν, που το πέρασμά του από την Ελλάδα και τα Έθνη, μάς έβγαλε από τον λαβύρινθο της ειδωλολατρίας, του ψεύτικου Δωδεκάθεου, και άλλαξε την ζωή των λαών. Και μέσα από τον γραπτό του λόγο μάς πρόσφερε ουσιαστικά μία μόνον αλήθεια ζωής, τον Χριστό και την Ανάστασή Του. Θα ξεκινήσω με μια συνοπτική αναφορά στη ζωή και την κλήση του από τον Κύριο.


Ο Απόστολος Παύλος γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας μεταξύ του 5 και 15 μ.Χ. από ευσεβείς Ιουδαίους γονείς. Καταγόταν από τη φυλή Βενιαμίν κι άνήκε στην τάξη των Φαρισαίων (Φιλιππ. γ΄ 5). Ο πατέρας του ήταν Ρωμαίος πολίτης και προερχόταν από τα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας της Κιλικίας. Από τον πατέρα του κληρονόμησε ο Παύλος και την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Το εβραϊκό του όνομα ήταν Σαούλ. Η ιουδαϊκή του καταγωγή, η ελληνική παιδεία και η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη τον καθιστούσαν ως τον πιο κατάλληλο για να μεταφέρει το χριστιανικό μήνυμα στον κόσμο της εποχής του. Ο Παύλος έπασχε από κάποια ασθένεια, η οποία πρέπει να ήταν μάλλον επώδυνη, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατό να εξακριβωθεί ακριβώς ποιο ήταν το σωματικό του πρόβλημα και μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν γι’ αυτό.



Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΣΚΛΗΡΟΣ ΔΙΩΚΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ


Τόσο η φαρισαϊκή ευσέβειά του όσο και ο ζήλος για την τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου διαμόρφωσαν τη συμπεριφορά και τη στάση του έτσι ώστε να καταστεί ένας από τους πιο σκληρούς και φανατικούς διώκτες των οπαδών του Χριστού. Έλαβε μέρος στο λιθοβολισμό του Στεφάνου, φυλάσσοντας στα πόδια του τα ιμάτια που άφησαν οι λιθοβολήσαντες Ιουδαίοι. Ύστερα από αυτή την εμπειρία ο Παύλος καταδίωκε με μίσος τους Χριστιανούς με κάθε τρόπο. Είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των Χριστιανών. Τον μετά μανίας διωγμό των Χριστιανών από τον Παύλο ομολογεί ο ίδιος στην πρός Α΄Κορ. ιε΄ 9, ενώ το επιβεβαιώνει και ο Ευαγγελιστής Λουκάς στις Πράξεις.



Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ 

(Πράξεις θ΄,1-19)


Για το γεγονός της μεταστροφής του Παύλου προς το Χριστιανισμό, εκτός από τις αναφορές στις επιστολές υπάρχουν και τρεις παράλληλες διηγήσεις στις Πράξεις των Αποστόλων (θ΄,1-29.καί κστ΄,9-21). Σύμφωνα με τις παραπάνω μαρτυρίες που έχουν πηγή τον ίδιο τον Απόστολο Παύλο, έγινε χριστιανός από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό ο οποίος τον κάλεσε στο Ευαγγελικό έργο και στο Αποστολικό αξίωμα. Ο ίδιος ομολογεί (Γαλ. α΄,15) ότι, ο Θεός τον προόριζε για Απόστολο του Ευαγγελίου πριν ακόμη γεννηθεί, και μετέτρεψε το ζήλο του για τον Νόμο, σε ζήλο για τη διάδοση του Ευαγγελίου. "ότε δε ευδόκησεν ο Θεός, ο άφορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου και καλέσας δια της χάριτος αυτού, αποκαλύψαι τον Υιόν αυτού εν έμοί ίνα ευαγγελίζομαι αυτόν εν τοις έθνεσιν" (Γαλ. α΄15).


Το 36 μ.Χ. περίπου, καθώς πήγαινε προς τη Δαμασκό επικεφαλής μιας καλά οπλισμένης ομάδας, ξαφνικά λίγο προτού να φτάσει στην πόλη, τον περιέβαλε ένα παράδοξο κι εκτυφλωτικό φως, το οποίο τον έριξε από το άλογο και τον τύφλωσε. Τότε άκουσε από τον ουρανό μια φωνή να τον αποκαλεί με το εβραϊκό του όνομα και του είπε: «Σαούλ, Σαούλ γιατί με καταδιώκεις;». Ο Παύλος έπεσε κάτω από τον φόβο του και ρώτησε «Ποιος είσαι Κύριε;» Και ο Κύριος απάντησε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς, αυτός τον όποιο εσύ καταδιώκεις. Αλλά σήκω επάνω, πήγαινε στην πόλη κι εκεί θα σου φανερωθεί, τι πρέπει να κάνεις» (Πράξεις θ΄,1-18). Οι συνοδοί του έκπληκτοι τον οδήγησαν στη Δαμασκό και τον άφησαν στο σπίτι κάποιου ονόματι Ιούδα.


Τρεις ημέρες έμεινε ο Παύλος χωρίς να φάει και να πιεί κάτι. Βυθισμένος στο σκοτάδι, γιατί δεν έβλεπε ακόμη, προσευχόταν στον Κύριο και ζητούσε συγγνώμη για την προηγούμενη διαγωγή του. Ο Θεός της αγάπης τον είχε πια συγχωρήσει. Στη Δαμασκό ζούσε ένας ευλαβής Χριστιανός, ο Ανανίας. Ο Ανανίας με θάρρος πήγε και βρήκε τον Παύλο να προσεύχεται. Με καλοσύνη κι αγάπη έβαλε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του Παύλου και του είπε: «Σαούλ, αδελφέ μου, ο Κύριος που σου παρουσιάστηκε στο δρόμο, με έστειλε για ν’ αποκτήσεις το φως σου και να γεμίσεις με Άγιο Πνεύμα».


Τότε με άλλο θαύμα έπεσαν από τα μάτια του Παύλου κάτι σαν λέπια και ήρθε το φως του. Αφού σηκώθηκε δέχτηκε το Άγιο Βάπτισμα και έφαγε κάτι για να βρει τις σωματικές του δυνάμεις. Μα πιο πολύ απόκτησε το φωτισμό του Θεού και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, για ν' αναδειχτεί αργότερα ο μεγάλος Απόστολος της Οικουμένης. Ο Παύλος από τρομερός διώκτης του Χριστιανισμού έγινε τώρα ο θερμότερος και ο μεγαλύτερος κήρυκας του Ευαγγελίου, θυσιάζοντας μάλιστα και την ζωή του γι’ αυτό.


ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ 


Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος ήλθε σε μία Αθήνα, όπου μεγαλούργησαν δύο μεγάλοι Φιλόσοφοι, ο Αθηναίος Πλάτωνας και ο Μακεδόνας Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα. Οι Φιλόσοφοι εκείνης της εποχής και μεταγενέστεροι μιλούσαν για την ύπαρξη μιας Ανωτέρας Δύναμης τελείως απρόσωπης και απρόσιτης, απροσέγγιστης και απροσπέλαστης. Αντιθέτως, ο Απόστολος Παύλος δίδαξε έναν Θεό, ο Οποίος πρώτος Εκείνος μάς προσπελάζει, έχοντας λάβει μορφή ανθρώπου, «μορφήν δούλου λαβών» Φιλιπ. 2, 7., και με τον Οποίο έχουμε πλέον έκτοτε κοινωνία σαρκική, κατά το «ο τρώγων μου την σάρκα…» (Ιω. στ΄, 54-58).


Όταν έφτασε στην Αθήνα, επισκέφτηκε πρώτα τους Ναούς, παρατηρών μετά προσοχής το πλήθος των αγαλμάτων και των Ιερών. Εκεί άρχισε να συζητή μετά των Αθηναίων στην αγορά και να κηρύτει την νέαν Πίστιν. Οι Αθηναίοι εκάλεσαν τον Απόστολον να μιλήσει επί του Αρείου Πάγου. Εκεί εξεφώνησε ενώπιον μεγάλης συγκεντρώσεως θεόπνευστον λόγον. «Επισκεπτόμενος τά Ιερά σας, άνδρες Αθηναίοι, εύρον και βωμόν, αφιερωμένον «αγνώστω θεώ». Αυτόν ακριβώς τον Θεόν, τον οποίον σείς αγνοούντες λατρεύετε, Αυτόν εγώ σας κηρύττω.


Ο Θεός ο ποιήσας τον κόσμον και πάντα τα εν αυτώ, ούτος ουρανού και γής Κύριος υπάρχων ουκ εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί, ουδέ υπό χειρών ανθρώπων θεραπεύεται προσδεόμενος τινός, αυτός διδούς πάσι ζωήν και πνοήν και τά πάντα, εποίησέ τε εξ ενός αίματος πάν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γής, ορίσας προτεταγμένους καιρούς και τάς οροθεσίας της κατοικίας αυτών, ζητείν τον Κύριον, ει άραγε ψηλαφήσειεν αυτόν και εύροιεν, καίτοι γε ού μακράν από ενός εκάστου ημων υπάρχοντα. Εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν. Τους μέν ουν χρόνους της αγνοίας υπεριδών ο Θεός τά νύν παραγγέλει τοις ανθρώποις πάσι πανταχού μετανοείν, διότι έστησεν ημέραν, εν ή μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνη, εν ανδρί ώ ώρισε, πίστιν παρασχών πάσιν, αναστήσας αυτόν εκ νεκρών».


Πολλοί εκ των Αθηναίων δεν έδωσαν σημασία, άλλοι τον εχλεύασαν και λίγοι εννόησαν και επίστευσαν, μεταξύ αυτών και μία γυνή ονομαζομένη Δάμαρις και ένας επίσημος Αθηναίος, ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος. Ἡ σημερινή εόρτιος πνευματική μας σύναξη μᾶς δίνει τήν δυνατότητα γιά μία ακόμη φορά νά αναπέμψουμε ύμνους καί δοξολογίες πρός τόν Άγιο Θεό καί νά ευχαριστήσουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας τήν Παναγία Τριάδα, διότι αυτόν εδώ τόν τόπο, αυτήν τήν γή, πρίν ἀπό είκοσι περίπου αιώνες, τήν ευλόγησε ἡ παρουσία καί τὸ κήρυγμα του Ἁγίου ενδόξου Ἀποστόλου Παύλου, ιδρυτού της ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας. Ευλογία Θεού ὁ ερχομός του Ἀποστόλου Παύλου στήν Ἀθήνα τόν 1ο μετά Χριστόν αἰώνα, στήν πρωτεύουσα της δημοκρατίας, στήν Ἀκρόπολη της φιλοσοφίας, στό ζυμωτήριο των ὑπαρξιακών αναζητήσεων.


Ευλογία Θεού, που οι προπάτορές μας «Αθηναίοι και οι επιδημούντες ξένοι εις ουδέν έτερον ευκαίρουν ή λέγειν τι και ακούειν καινότερον» (Πράξεις ιζ΄, 21) και έτσι το 51 μ.Χ. οδήγησαν τον Απόστολο Παύλο στον Ιερό Βράχο, στον 'Αρειο Πάγο, στον χώρο και στον τρόπο που η κοινωνία των Αθηναίων πολιτωήν ιερουργούσε τό λειτούργημα της δικαιοσύνης, γιά νά γνωρίσουν «τίς ἡ καινή ὑπό αὐτού λαλουμένη διδαχή» (Πράξεις ιζ,20΄). Στάθηκε στό Ιερό Βήμα των Αθηνών ο Απόστολος Παύλος, για να βεβαιώσει περίτρανα ότι το Ευαγγέλιο του Χριστού, το Ευαγγέλιο της ειρήνης και της αγάπης, απευθύνεται με απεριόριστο σεβασμό στον άνθρωπο με σεβασμό στην πίστη του και στα σεβάσματά του.


Αυτός ο Απόστολος, όπου, ενώ «παρωξύνετο το πνεύμα αυτού εν αυτώ θεωρούντι κατείδωλον ούσαν τήν πόλιν» (Πράξεις 17,16), εν τούτοις προσεγγίζει με μεγαλειώδη αρχοντιά, ευγένεια καί λεπτότητα την θρησκευτική ετερότητα της τότε Αθήνας: «άνδρες Αθηναίοι, κατά πάντα ως δεισιδαιμονεστέρους υμάς θεωρώ» (Πράξεις ιζ΄, 22). Η αλλαγή του Αποστόλου Παύλου αλλάζει την πορεία όλης της ανθρωπότητας: «σκεύος εκλογής μοι έστιν ούτος του βαστάσαι το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων υιών τε Ισραήλ· εγώ γαρ υποδείξω αυτώ όσα δει αυτόν υπέρ του ονόματός μου παθείν» (Πράξεις θ΄, 15-16). Γίνεται πλέον ζηλωτής της ρητής εντολής του Κυρίου: «πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθαίος κη΄, 19). Δεν πτοείται ούτε από την προκατάληψη που βιώνει ούτε από τις εναντίον του επιβουλές ούτε από τους κινδύνους, καθώς από την πρώτη στιγμή της μεταστροφής του γίνεται στόχος θανάτου.


ΦΘΟΡΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ


Τον φόβον του ο Απόστολος Παύλος εκφράζει εις την Β’ προς Κορινθίους επιστολή του, «μήπως φθαρούν τα νοήματα» των Χριστιανών, που έχουν σχέση με ζητήματα της ηθικής ζωής των πιστών. Και η οποία συντελείται και στους καιρούς μας. Ο φόβος όμως του Αποστόλου αναφέρεται κυρίως εις «φθοράν νοσημάτων», που έχουν στενή σχέση με την Πίστη. Με το Δόγμα. Είναι δε παρόμοιος φόβος δικαιολογημένος και σήμερα, στην εποχή μας. Γιατί και σήμερα παρουσιάζονται διδάσκαλοι διάφοροι, που κηρύττουν πράγματα ξένα προς την πίστιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που είναι η μόνη Αλήθεια. Και με τις διδαχές των «φθείρουν τα νοήματα» των Ορθοδόξων πιστών.


Μεγάλη φθορά γίνεται με τά μεταπατερικά «νοήματα» που γέννησε η επάρατη Σύνοδος της Κρήτης (2016), που κυκλοφορούν στην εποχή μας. Π.χ. ότι: Με τους Μονοφυσίτες, τους Κόπτες, τους Αρμένιους, τους Λατίνους, τους Προτεστάντας και ολες σχεδόν τις αιρέσεις, δεν μας χωρίζουν σπουδαία θέματα πίστεως από όλους αυτούς…. «Να ενωθούμε μαζί τους για να γίνουμε πολλοί οι Ορθόδοξοι…. και να υπάρξη μεγάλος αριθμός Χριστιανών, ώστε να μπορέσουμε έτσι να επιβληθούμε και να επιβάλωμε την ειρήνην στον κόσμο»… «Είναι όλοι αδελφοί μας… δεν πρέπει να τους λέμε αιρετικούς….». «Ανήκουν και αυτοί στην Εκκλησία…». «Ας μη είμαστε φανατικοί απέναντι τους…». «Ας ενωθούμε και κατόπιν διώχνουν τις αιρέσεις των…»!!!....


Πολλά τέτοια και άλλα παρόμοια λέγονται, γράφονται, ακούονται. Και με την συνδρομή των Μέσων Μαζικής Συγχύσεως, γίνεται προσπάθεια «να φθαρούν τα νοήματα» των αγνοούντων και να παρασυρθούν σε πεποιθήσεις ξένες προς την ορθόδοξη πίστη. Και να εδραιωθεί ένωσις μετά των αιρετικών, καθ’ ην στιγμήν οι αιρετικοί θα μένουν προσηλωμένοι στίς πλάνες των. Ούτε θα αναγνωρίζουν την ορθόδοξη πίστη ως την μόνην αληθή. Και την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ως την πραγματικήν και μόνην Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν του Χριστού. Δυτυχώς τέτοια «φθορά νοημάτων» έχει γίνει εις όλα τά επίσημα Πατριαρχεία, τα οποία εκήρυξαν ένωσιν με τους αιρετικούς, χωρίς εκείνοι να αρνηθούν τας αιρετικάς των διδασκαλίας.

Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε πως την μεγάλη αλήθεια, ότι «παρ’ ημιν (τοις Ορθοδόξοις) ούτε Πατριάρχαι, ούτε Σύνοδοι εδυνήθησάν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας εστίν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός όστις θέλει το θρήκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού….» (Απάντησις των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής προς τον Πάπαν Πίον Θ’ 1848). Η αλήθεια αυτή τονίζει την ευθύνην του πιστού λαού του Θεού, κυρίως όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών, ανδρών και γυναικών, μεγάλων και μικρών, που ανοίκουν εις τον Ιερόν Αγώνα του Παλαιου Ημερολογίου, ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ, να ανθίστανται εις κάθε φθοράν της Πίστεως, από όποιους και αν προέρχεται.


Η ΣΤΑΣΙΣ ΜΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ


Ένα πλήθος αιρετικών κυκλοφορούν σήμερα στην Ελλάδα. Δυστυχώς ομοιάζει η Ελλάδα μας προς ''αμπέλι ξέφραγο'', στο οποίο μπορεί ελεύθερα να κινήται κάθε αλλόδοξος και να ασκεί την προπαγάνδα του ανενόχλητος. Έτσι, όλο το συνονθύλευμα των αιρέσεων. αγωνίζονται να διαδώσουν τίς διδασκαλίες των με κάθε τρόπον και να παρουσιάσουν τον εαυτόν των ως χριστιανό ορθόδοξο, που δεν διαφέρει τίποτε από τους Ορθοδόξους. Την στάσιν των Ορθοδόξων πιστών, των μελών της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού, έχουν καθορίσει οι δυο μεγάλοι Απόστολοι του Κυρίου, ο Απόστολος Παύλος και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.


Ο μεν πρώτος δίδει την εντολήν : «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τιτ. γ’ 10). Η αγάπη επιβάλλει να δείξωμε στον αιρετικό την πλάνην του, μήπως την εννοήσει και επιστρέψει στην αλήθεια και σωθεί. Και την συμβουλή να την επαναλάβουμε και δια δεύτερη φορά. Όταν όμως παραμένει προσκολλημένος στην αίρεσίν του, τότε παράτησέ τον και απόφευγέ τον. Και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης «μην λαμβάνετε αυτόν (τον αιρετικόν), εις οικίαν, και χαίρειν αυτώ μη λέγετε» (β΄ επιστ.Ιω.10). Ακόμη εντονώτερα, μη τον δέχεσθε στο σπίτι σας και μη τον χαιρετάτε!... Συνιστούν λοιπόν οι Απόστολοι του Κυρίου αυστηρή στάση έναντι των αιρετικών. Στάση η οποία ίσως στην εποχή μας, που όλα τα δικαιολογεί, φαίνεται σκληρή και αποκρουστική. ΄Ομως οι Απόστολοι αιτιολογούν την θέσιν των.


Ο μεν Απόστολος Παύλος βεβαιώνει ότι, όταν ο αιρετικός δεν πείθεται και επιμένει εις τας πεποιθήσεις του, «εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος». Έχει διαστραφεί και έχει διαφθαρεί τελείως ο άνθρωπος αυτός. Δεν έχει την δικαιολογίαν, ότι δεν του είπε κανείς δια την πλάνην του, ότι δεν τον συμβούλευσε κανείς. Επομένως μένει πεισματικά εις αυτήν και με την θέλησί του δεν έρχεται στην αλήθεια και την αληθινή Εκκλησίαν. Ο δε Ευαγγελιστής Ιωάννης αιτιολογεί την αυστηρή στάση του ακόμη εντονότερα. «Ο λέγων αυτώ χαίρειν κοινωνεί τοις έργοις αυτού τοις πονηροίς». Πολλοί Ορθόδοξοι πιστοί δεν τηρούν τίς οδηγίες των αγίων Αποστόλων, από ανθρωπαρέσκεια. Δια το «τι θα πη ο κόσμος» δια να μην τον θεωρήσουν φανατικό δια να μη δεχθεί επικρίσεις και ειρωνείες. Άλλ΄ ο Απόστολος Παύλος διαμαρτύρεται γιά παρόμοιες ακριβώς περιπτώσεις: ''ει ανθρώποις ήρεσκον Χριστού δούλος ουκ αν ήμην'' (Γαλ. α΄10). Εάν προσπαθούσα να αρέσω εις ανθρώπους, δεν θα ήμουν δούλος του Χριστού.


Ο Ορθόδοξος πιστός έχει καθήκον να αγαπά όλους τους ανθρώπους και αυτούς τους αιρετικούς. Και να προσεύχεται δι΄αυτούς, όπως μετανοήσουν και επιστρέψουν εις την αλήθειαν της Ορθοδοξίας. Δεν μπορεί όμως να αγαπά την πλάνην των και να σχετίζεται μαζί της, κατ' ουδένα τρόπον. Πέραν δε όλων αυτών, το να λέμε ότι οι άγιοι Απόστολοι διατάσσουν αυστηρά και σκληρά μέτρα, είναι ως να λέμε ότι δεν είχαν αγάπη και ήσαν άνθρωποι ασυμπαθείς και σκληροί. Όμως ήσαν το εντελώς αντίθετο. Ο Απόστολος Παύλος ήτο εκείνος που έγραψε: «ήδιστα δαπανήσω και εκδαπανηθήσομαι υπέρ των ψυχών υμών» (Β΄Κορ. ιβ 15). Αι συμβουλαί και το παράδειγμα των αγιων Αποστόλων ας γίνουν δείκτης πορείας και δι΄ημάς τους Ορθοδόξους πιστούς σήμερα, στην αλλοπρόσαλλη και συγχυσμένη εποχή μας, έναντι των αιρετικών που μας περικυκλώνουν.


Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ


Παύλος!!! Η μεγάλη μεταστροφή!!! Η μεγάλη μετάνοια!!! Η ευγενής καρδία που μετέφερε εις την ζωήν του την ζωήν του Χριστού. Και εδόξασε τον Θεόν, όσον ελάχιστοι. Γνώρισμά του υπήρξε ο υπέρ Χριστού ζήλος. Εφλέγετο η καρδία του από ζήλο δια τον Χριστόν. Διά την διάδοση του Ευαγγελίου Του. Δια την δόξαν της Εκκλησίας Του. Δια την επικράτηση της Βασιλείας Του, «ως εν ουρανώ και επι της γής». Την ημέρα της Πεντηκοστής ο Πέτρος επί κεφαλής των άλλων Αποστόλων κηρύσσει με δύναμιν και θάρρος πολύ, τον Χριστόν Λυτρωτήν και Σωτήρα και τον αναμενόμενον Μεσσίαν. Με λόγους γεμάτους πίστιν μαστιγώνει το έγκλημα των Ιουδαίων και καλεί εις μετάνοια. Και σχηματίζετε έτσι η πρώτη Εκκλησία των τριών χιλιάδων πιστών.


Με θαρραλέα κηρύγματα, με θαύματα, με διωγμούς που υφίσταται, αγωνίζεται δια την εξάπλωση της Εκκλησίας και την δόξα του Θεού.  Γεμάτος ζήλο είναι πάντοτε στην πρώτη γραμμή του αγώνος. Ο ζήλος του τον οδήγησε δύο φορές εις την φυλακή.  Την πρώτη με τους άλλους Αποστόλους, την δευτέρα μόνον του. Ο ζήλος του έκαμε να γράψει τίς δυο ωραίες επιστολές του προς τους Εβραίους Χριστιανούς «Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ασίας και Βιθυνίας».Και τέλος τον οδήγησε εις την Ρώμη, όπου μετά χαράς εδέχθη τον σταυρικό θάνατον, κατά το παράδειγμα του Κυρίου του, τον Οποίον υπηρέτησε με ζήλο και αφοσίωση μέχρι τέλους. Δια θανάτου σταυρού, με την κεφαλήν προς τα κάτω. Ο ζήλος του Παύλου φαίνεται ευθύς αμέσως μετά την θαυματουργική επιστροφή του. Έμεινε εις την Δαμασκό «ημέρας τινάς, και ευθέως εν ταις συναγωγαίς εκήρυσσε τον Ιησούν ότι ούτος εστίν ο Υιός του Θεού» (Πραξ. θ' 20). Και έκτοτε, επί τριάντα σχεδόν χρόνια, ο ζήλος του υπέρ Χριστού τον έφερε εις ολόκληρον την γνωστήν τότε οικουμένην.


Εν μέσω δυσκολιών, κινδύνων, διωγμών. Με μιαν ζωήν στερημένη, σκληρά. Εργαζόμενο «εν κόπω και μόχθω» ημέραν και νύκτα. Εκήρυξε το Ευαγγέλιον, ίδρυσε Εκκλησίες, εφώτισε τον κόσμον. Ο ίδιος ομολογεί ότι «περισσότερον πάντων εκοπίασεν» (Α΄ Κορ. ιε΄ 10). Περισσότερον από άλλους Αποστόλους εκοπίασε. Ο ζήλος του έκανε, ώστε και δέσμιος ακόμη εις αυτήν την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας να κηρύττει και εκεί Χριστόν. Και ακόμη τον οδήγησε πιθανώς και εις αυτήν την Ισπανίαν, που εθεωρείτο τότε «το τέρμα της δύσεως». Και τέλος έφθασε μέχρι του μαρτυρίου. Και απέθανε τον δια ξίφους θάνατον. Η γνωστή περικοπή της Β' προς Κορινθίους επιστολής (ια' 23-30) είναι η ωραιοτέρα και περισσότερο συγκινητική μαρτυρία δια τον ζήλον του Αποστόλου. Όπως και η ολιγολόγος ομολογία του : «καθ΄ημέραν αποθνήσκω δια τον Χιστόν» (Α΄ Κορ. ιε΄ 31).


Ο ζήλος του Αποστόλου δια τον Χριστόν και το Ευαγγέλιόν Του στέκει ως φωτεινό μετέωρο και καθοδηγεί κάθε χριστιανόν εις τον δρόμον του καθήκοντος. Διότι κάθε πιστός χρέος έχει να αναπτύσσει παρόμοιο ζήλο δια τον Κύριον και δια την εξάπλωση της Βασιλείας Του επί της γης. Το καθημερινό αίτημα, που απευθύνομε εις τον Θεόν, «ελθέτω η Βασιλεία Σου», πρέπει να μη μένη μόνον λόγος, αλλά να μετατρέπεται συνεχώς και όσον το δυνατόν περισσότερο εις έργον. Προς κάθε άνθρωπο και προς κάθε κατεύθυνση οι Χριστιανοί να έχομε τον ζήλο να ομιλούμε για τον Χριστό και να προσκαλούμε εις την σωτηρία, που Αυτός μόνον χαρίζει. Ιδιαιτέρως θα έλεγε κανείς, χρειάζεται τούτο εις την εποχή μας, που είναι εποχή αποστασίας και ηθικής παραλυσίας. Ανάγκη είναι να ξυπνήσουν οι άνθρωποι από την νάρκη, που τους έχει ρίψει η αλλοφροσύνη και οι απολαύσεις της κατωτέρας ζωής. Αυτό όμως θα επιτευχθεί από τον ζήλο των Χριστιανών.


Με θάρρος, με «πνεύμα δυνάμεως» να μεταφέρομε παντού το κήρυγμα του Ευαγγελίου και το όνομα του Ιησού Χριστού. Χωρίς πτόηση, χωρίς φόβο. «Ου γαρ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας αλλά δυνάμεως...» (Β΄ Τιμ. α΄7). Ο Χριστιανός δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος παίρνει πνεύμα δυνάμεως, δια του οποίου δεν φοβάται απειλές ή διωγμούς. Και συγχρόνως αντέχει τίς δυσκολίες, τίς αντιδράσεις, τους πειρασμούς. Δι΄αυτού δε του πνεύματος της δυνάμεως ανανεώνει συνεχώς το θάρρος του και την παρρησία του. Και είναι αλήθεια ότι, όταν καλλιεργείται ο ζήλος, όταν δεν αφήνονται να χαθούν οι ευκαιρίες ομολογίας της πίστεως του Κυρίου, τότε ο ζήλος θερμαίνεται και αυξάνεται. «Ο σπουδήν παρεχόμενος πλείονα επισπάσεται δωρεάν», λέγει ο ιερός Χρυσόστομος. Το άγιον παράδειγμα του Αποστόλου, ο φλογερός ζήλος του, θερμαίνουν τίς καρδιές μας και τίς κινούν πάντοτε υπέρ του ονόματος του Κυρίου μας και της εξαπλώσεως της Βασιλείας Του εις τους καιρούς μας.


ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ


Μια θερμή παράκληση διατυπώνεται επάνω στο χαρτί της επιστολής από τον δέσμιο Απόστολο. Τι ζητεί με την παράκλησή του εκείνην; Μήπως να φροντίσουν οι αγαπητοί του Χριστιανοί της Εφέσου να εύρουν τρόπο να του στείλουν εφόδια για τίς στερήσεις του, που αντιμετώπιζε στο δεσμωτήριο; Μήπως να ενδιαφερθούν να λυθή και να απαλλαγή από τα δεσμά του; Μήπως να επιτύχη την αθώωσή του δια των φροντίδων των; Όχι. Τίποτε από αυτά δεν παρακαλεί ο ηρωϊκός αγωνιστής. Άλλη παράκληση διατυπώνει, άλλο πράγμα ζητεί από τους αγαπητούς του Εφεσίους. «Παρακαλώ υμάς εγώ ο δέσμιος εν Κυρίω αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ής εκλήθητε» (Εφεσ. δ’ 1). Σας παρακαλώ εγώ, που είμαι φυλακισμένος δια το όνομα του Κυρίου, να πολιτευτείτε κατά τρόπον άξιον της υψηλής κλήσεως, εις την οποίαν προσεκλήθητε από τον Θεόν.


Πόσες φορές, όταν τους μετέδιδε το θέλημα του Θεού, δεν θα τους είχε αναπτύξει την σημασία του ονόματος «Χριστιανός», αλλά και τίς μεγάλες υποχρεώσεις, που έχουν απέναντι του Θεού όσοι φέρουν το τιμητικό όνομα. Να τολμήσουμε να αναλύσουμε κάπως τί ζητούσε ο δέσμιος Απόστολος, όταν έγραφε την συγκλονιστική αυτή φράση; Ονομάζεστε Χριστιανοί. Πρέπει να καταβάλλετε προσπάθεια συνεχή, ώστε να ζείτε σαν πραγματικοί Χριστιανοί. Εκλήθητε εις την Βασιλεία και την δόξα του Θεού. Πρέπει την βασιλεία αυτή να σκέπτεστε και να συμπεριφέρεστε ως κληρονόμοι αυτής. Οφείλετε όχι απλώς να ομολογείτε την χριστιανική σας ιδιότητα, αλλά να την ζείτε. Να σας συνοδεύει η σκέψη αυτή παντού, στις συναναστροφές σας, στα έργα σας, στο επάγγελμά σας. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή της ζωής σας να έχει επάνω της την σφραγίδα της υψηλής σας κλήσεως.


Και ήταν τόση ανάγκη να επιστήσει ο Απόστολος την προσοχή των Εφεσίων επί του σπουδαίου αυτού θέματος. Γιατί είναι αυτή η φύσις του ανθρώπου να χαλαρώνει τίς προσπάθειές του και να λησμονεί το ύψος της κλήσεώς του. Και χρειάζεται να υπάρχουν άνθρωποι, που θα τον κεντρίζουν και θα του υπενθυμίζουν την μεγάλη του ευθύνη, ώστε να γρηγορεί και να συγκεντρώνει τις δυνάμεις του προς επιτυχία του σκοπού του. Αλλά υπήρχε και άλλος λόγος γιά τον οποίον ήτο απαραίτητη η υπενθύμιση και η ζωηρά επιθυμία και παράκλησις του Αποστόλου. Στην Έφεσο ήταν μεν ζώσα και οργανωμένη η χριστιανική Εκκλησία δια των κόπων και των αγώνων του Αποστόλου, ήκμαζε όμως ακόμη και η ειδωλολατρία. Η ειδωλολατρία με όλες τίς κατώτερες εκδηλώσεις της και την ζωή της αμαρτίας, αλλά και με τίς προκλητικές θρησκευτικές τελετές της, οι οποίες έκαναν ζωηρή εντύπωση στα πλήθη.


Εκτός αυτών πολλοί γνωστοί και συγγενείς και φίλοι και ομότεχνοι των Χριστιανών εξακολουθούσαν να είναι προσηλωμένοι στην παλαιά θρησκεία, ασφαλώς δέ θα αποτελούσαν πειρασμό δια τους Χριστιανούς, οι οποίοι περιφρονούνταν από Ιουδαίους και ειδωλολάτρες, αλλά και εδιώκοντο. Φυσικό, λοιπόν, ήτο να κλονίζονται και να έχουν ανάγκην ενισχύσεως, δια να παραμένουν σταθεροί εις την κλίση των. Και μπορεί κανείς να φαντασθεί πόσον ο λόγος του Αποστόλου θα τους ενίσχυσε και πόσες φορές θα διάβασαν την επιστολή και θα έλαβαν αφορμήν αλληλοενισχύσεως εις τον πνευματικόν τους αγώνα. «Αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε», επαναλαμβάνει και σήμερα ο θεόπνευστος Απόστολος προς κάθε Χριστιανόν, προς τον Ιερόν Κλήρον και προς τον καθένα πιστόν χωριστά. Ναι. Εγώ «ο δέσμιος εν Κυρίω» σας παρακαλώ. Μη ξεχνάτε την κλήσιν σας. Μη λησμονείτε, ότι ο Χριστός πολλά περιμένει από σας. Θυμηθείτε ποία δώρα σας χάρισε πόσο σας αγάπησε και μείνετε πιστοί εις την κλήσιν σας. Και είναι όλως ιδιαιτέρως σήμερα ανάγκη να ακουστεί η φωνή του.


Σήμερα, που όλα έχουν υποβαθμιστεί που η ιδιότητα η χριστιανική συγκεντρώνει τας ειρωνείας και την απαξίωση των ανθρώπων του υλισμού και της απιστίας που τα ποικίλα συνθήματα, ότι η θρησκεία είναι κάτι το ξεπερασμένο και από τον Θεόν δεν έχομε πλέον ανάγκη, που ο χείμαρρος της κοσμικής ζωής κινδυνεύει να κατακλύσει το πάν και πολλοί Χριστιανοί κλονίζονται στίς πεποιθήσεις των, σήμερα πρέπει δυνατή να ακουστή η φωνή της φυλακής: Προσέχετε Χριστιανοί. Μη παρασύρεσθε από τας ιδέας του κόσμου που παρέρχεται και φεύγει. Μείνετε σταθεροί στην κλήση σας. Έχετε το τιμητικότερο όνομα, το όνομα του Χριστιανού. Τιμήσατέ το. Κάνετε τον Χριστόν κέντρον της ζωής σας. Τίποτε μακριά από τον Χριστό δεν θα γεμίσει το εσωτερικό σας. Περιφρονήστε τις πλάνες φωνές και τα απατηλά συνθήματα. Σας περιμένει δόξα μεγάλη και τιμή αιωνία.


Ποτέ μη λησμονάτε τη μεγάλη φωνή του φυλακισμένου Αποστόλου: «Παρακαλώ υμάς εγώ ο δέσμιος εν Κυρίω αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε».



ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΙ ΣΑΥΛΟΣ 

ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΘΑ ΣΤΗΝ ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΔΑΜΑΣΚΟΥ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥ ΛΙΘΟΒΟΛΙΣΜΟΥ 

(Πράξ. στ΄8- η΄ 2)


Σεβασμιώτατοι Αγιοι Αρχιερείς, Αδελφοί μου και συλλειτουργοί, Εν Χριστώ Διακονία, Αγαπητοί μου αδελφοί, Στο τέλος της ομιλίας μου με θέμα τον Απόστολο των Εθνών Παύλο, άφησα ένα συγκινητικό κομμάτι από τη ζωή του, σχετικά με τη συμμετοχή του στο λιθοβολισμό του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, όπως αυτό καταγράφετε στίς Πράξεις στ΄ 8 - η΄ 2). Ο Νομοδιδάσκαλος Σαύλος, ήταν επόπτης στη φονική πράξη. Όταν ο δεύτερος επόπτης έριξε την πρώτη πέτρα πάνω στην καρδιά του Στεφάνου και δεν κατόρθωσε να τον αφήσει στον τόπο, σύμφωνα με τον Νόμο (Δευτερονόμιο ιζ΄ 7) ερχόταν η σειρά του όχλου. Οι άνδρες άφηναν τά ιμάτιά τους στα πόδια του Σαύλου. Ο Στέφανος συγκεντρώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, σηκώθηκε όρθιος. Σηκώνοντας τα χέρια του προς τον Ουρανό, προσεύχεται : «Κύριε Ιησού, δέξαι το πνεύμα μου».


Κτυπημένος θανάσιμα, στρέφει τα μάτια του προς τον Σαύλο καί άφησε μια φωνή που συγκλόνιζε : «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Αυτό που συνέβη ήταν ένα είδος λυντσαρίσματος. Για τον Σαύλο, αυτή η ημέρα έμεινε αξέχαστη. Σ΄ ολόκληρη τη ζωή του, βλέπουμε να τον ελέγχουν οι τύψεις της συνειδήσεως, κάθε φορά, ο λιθοβολισμός του Στεφάνου ξαναγυρίζει στη μνήμη του : «Ουκ ειμί ικανός καλείσθαι απόστολος, διότι εδίωξα την Εκκλησίαν του Θεού». Ο θάνατος του Αγίου Στεφάνου ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει η αρχαία Εκκλησία, κερδίζοντας και τον μεγαλύτερο Απόστολό της. Ο Θεός κάποτε αφήνει τους συνεργάτες του να εξαφανιστούν, το έργο τους όμως το προάγει. Στέφανος, η μεγάλη ελπίδα της Εκκλησίας, είναι νεκρός. Αλλ΄ η Αλήθεια δεν μπορεί να πεθάνει, γιατί πίσω της κρύβεται ο Θεός! Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί, όταν λιθοβολούσαν τον Στέφανο, ότι μέσα σε ένα χρόνο ο φονιάς του θα ερχόταν να πάρει τη θέση του!!! Και ποιος αμφιβάλει πως οι πρώτες σταγόνες αίματος του Μάρτυρα δεν ήταν αυτές που πότισαν πρώτες την καρδιά και τη συνείδηση του Παύλου?


ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ !!!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF