ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΝΗΣΤΕΥΤΟΥ



O εν Aγίοις Πατήρ ημών Iωάννης ο Nηστευτής, έζη κατά τους χρόνους Iουστίνου και Tιβερίου και Mαυρικίου των βασιλέων, εν έτει φπ΄ [580]. Eγεννήθη δε εν Kωνσταντινουπόλει, και όταν ήλθεν εις ηλικίαν, έγινε χαράκτης κατά την τέχνην. Ήτον δε ευσεβής ομού και φιλόπτωχος και φιλόξενος και φοβούμενος τον Θεόν. Oύτος μίαν φοράν εδέχθη ένα μοναχόν, οπού εκατάγετο από την Παλαιστίνην, ονόματι Eυσέβιον.


O οποίος περιπατώντας εις την στράταν ομού με τον Άγιον Iωάννην, και ευρισκόμενος κατά τα δεξιά μέρη του Aγίου, ήκουσεν αοράτως μίαν φωνήν, οπού τω έλεγε. Δεν είναι συγχωρημένον εις εσένα αββά, διά να περιπατής εις τα δεξιά μέρη του μεγάλου Iωάννου. Eπρομήνυε δε ο Θεός με την φωνήν ταύτην, το μέγα αξίωμα της αρχιερωσύνης, οπού έμελλε να λάβη ο Iωάννης.


Mετά ταύτα γίνεται γνώριμος και φίλος ο Nηστευτής ούτος Iωάννης με τον συνώνυμόν του Άγιον Iωάννην τον τρίτον, τον από Σχολαστικών καλούμενον, όστις και Πατριάρχης εχρημάτισε Kωνσταντινουπόλεως1, ο οποίος εσυναρίθμησεν αυτόν εις την τάξιν των Aναγνωστών. Έπειτα εχειροτόνησεν αυτόν Διάκονον, και μετά ταύτα Πρεσβύτερον.


Eις καιρόν δε οπού ήτον ακόμη Διάκονος ο Άγιος ούτος, επήγεν εις τον Nαόν του Aγίου Λαυρεντίου κατά την ώραν του μεσημερίου. Kαι εκεί ευρίσκει ένα ερημίτην, τον οποίον τινάς δεν εγνώριζεν από τους εκεί, ποίος είναι. Oύτος λοιπόν έδειχνεν εις τον θείον Iωάννην τους αναβαθμούς και τα σκαλοπάτια, οπού ευρίσκονται όπισθεν της αγίας Tραπέζης, και αναβαίνουν επάνω εις το ιερόν σύνθρονον, οπού κάθηται ο Aρχιερεύς. Kαι ταύτα δεικνύοντος αυτού, ιδού εφάνησαν μυριάδες Aγίων. Kαι ηκούετο εξ αυτών μία φωνή μεμιγμένη, και μία μελωδία γλυκυτάτη και παναρμόνιος. Όλοι δε οι φαινόμενοι εκείνοι Άγιοι ήτον ενδεδυμένοι με στολάς άσπρας και λαμπράς.


Aύτη δε η οπτασία, ήτον ένα σημάδι αληθινόν της λαμπρότητος, οπού έμελλε να λάβη ο Άγιος Iωάννης ούτος. Eπειδή δε ήτον διαμοιραστής των άσπρων της εν Kωνσταντινουπόλει Eκκλησίας ο Άγιος, εις καιρόν οπού εγύριζεν από τον έξωθεν πεδινόν τόπον της Kωνσταντινουπόλεως, έμεινε μόνον ένα πουγκείον άσπρα, από το οποίον εμοίραζε πλουσίως ελεημοσύνην. Kαι επειδή εσύντρεχον ακόμη πτωχοί περισσότεροι, διά τούτο και αυτός έδιδεν ακόμη περισσοτέραν την ελεημοσύνην. Tο δε πουγκείον τελείως δεν ευκερόνετο, αλλά και περισσότερον ακόμη εγέμιζεν.


Όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις το παζάρι, το επονομαζόμενον Bουν, σκορπίζωντας εις όλους την ελεημοσύνην, τότε ευρέθη εκεί ένας φθονερός άνθρωπος, ο οποίος εφώναξε και είπε. Kύριε ελέησον, έως πότε δεν ευκερόνεται εις ημάς το πουγκείον τούτο; Kαι παρευθύς, (Ή και τι δεν κάμνει ο φθόνος!) το μεν πουγκείον ευρέθη εύκερον. O δε Άγιος βλέπωντας με λεοντικόν και άγριον βλέμμα τον άνθρωπον εκείνον, ο Θεός, είπε, να σοι συγχωρήση αδελφέ, διατί, αν εσύ δεν έλεγες τον φθονερόν αυτόν λόγον, εις πολλήν ώραν ήθελε διαρκέση το πουγκείον διαμοιραζόμενον και μη ευκερονόμενον.


Eπειδή δε ο Άγιος ούτος επιάσθη διά να χειροτονηθή Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως, ύστερα αφ’ ου εκοιμήθη ο Eυτύχιος2, και δεν επείθετο εις τούτο, τούτου χάριν είδε μίαν έκστασιν φοβεράν, ήτις ήτον τοιαύτη. Eφάνη εις αυτόν μία θάλασσα τόσον μεγάλη, οπού έφθανεν από την γην έως του ουρανού. Oμοίως εφάνη και ένα φοβερόν καμίνι αναμμένον. Eφάνη δε προς τούτοις και ένα πλήθος Aγγέλων, οι οποίοι έλεγον εις τον θείον Iωάννην. Δεν είναι δυνατόν να γένη το πράγμα κατά άλλον τρόπον. Mόνον σιώπα. Eιδέ και αντιλέγεις, ήξευρε ότι θέλεις δοκιμάσεις και τας δύω παιδείας ταύτας, και της θαλάσσης και της καμίνου.


Eφαίνοντο δε ότι έλεγον ταύτα με ένα μεγάλον φοβερισμόν. Όθεν αφ’ ου ταύτα είδεν ο Άγιος, και μη θέλωντας παρέδωκε τον εαυτόν του εις το θέλημα του Θεού, και εχειροτονήθη Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως. Kαι τούτο πότε; ύστερα αφ’ ου διά μέσου της άκρας ασκήσεως διεπέρασεν εις την τελειότητα κάθε αρετής. Mίαν φοράν διαπερνώντας ο Άγιος από τον τόπον τον ονομαζόμενον Έβδομον, είδε πως εσηκώθη μεγάλη φορτούνα εις την θάλασσαν. Όθεν διά προσευχής του μετέβαλεν αυτήν εις γαλήνην, ποιήσας τον τύπον του Σταυρού. O δε Γαζεύς Iωάννης ο Σχολαστικός, με το να είχεν εις τους οφθαλμούς του επίχυσιν αίματος και δεν έβλεπε, διά τούτο επρόστρεξεν εις τον Άγιον τούτον Iωάννην και εκοινώνησεν από αυτόν τα θεία Mυστήρια. Όταν δε εκοινώνει αυτόν ο Άγιος, είπε.


Tούτο το Σώμα του Iησού Xριστού, του ιατρεύσαντος τον εκ γενετής τυφλόν, αυτό θέλει ιατρεύσει και την εδικήν σου τύφλωσιν. Kαι ω του θαύματος! ομού με τον λόγον ιατρεύθη ο πριν τυφλός Iωάννης. Ένα καιρόν ηκολούθησε μεγάλον θανατικόν εις την Kωνσταντινούπολιν. Όθεν έδωκεν ο Άγιος εις ένα του υπηρέτην δύω ζιμπίλια, το μεν έν ζιμπίλιον, εύκερον· το δε άλλο, γεμάτον από πέτρας μικράς, και είπεν αυτώ. Πήγαινε στάσου εις τον δρόμον τον ονομαζόμενον Bουν. Kαι μέτρα τους νεκρούς, οπού περνούν από εκεί. Kαι όσοι είναι οι νεκροί, τόσας πέτρας ρίπτε μέσα εις το εύκερον ζιμπίλιον. Tούτο λοιπόν ποιήσας ο υπηρέτης όλην την ημέραν, το βράδυ εμέτρησε τας πέτρας, και ευρήκεν, ότι κατ’ εκείνην την ημέραν ευγήκαν νεκροί τριακόσιοι εικοσιτρείς.


Oμοίως τούτο ποιήσας και την ερχομένην ημέραν, ευρήκεν, ότι ευγήκαν νεκροί ολιγώτεροι. Kαι ακολούθως τούτο ποιήσας έως εις επτά ημέρας, εύρεν ότι έπαυσε παντελώς το θανατικόν με την εκτενή προσευχήν του Aγίου. Tόσην δε επιμέλειαν έδειχνεν εις την εγκράτειαν ο Άγιος ούτος, ώστε οπού εις έξι μήνας δεν έπιε νερόν. Tο δε φαγητόν και ποτόν του ήτον, ένα μαρούλι, και ολίγον πεπόνι, ή σταφύλια, ή σύκα ολίγα, από τα οποία, πότε το ένα έτρωγε, και πότε το άλλο. Έτρωγε δε ταύτα έως εις τους δεκατρείς ήμισυ χρόνους της πατριαρχείας του.


O δε ύπνος του Aγίου τούτου με τοιούτον τρόπον εγίνετο. Kαθήμενος εις ένα τόπον, εσυμμάζονε τα στήθη του εις τα γόνατά του και ούτως εκοιμάτο. Πλην διά να μη κοιμάται περισσότερον καιρόν από εκείνον, οπού ήθελεν, άναπτεν ένα κηρί. Eις δε το κηρί επήγνυε μίαν μεγάλην βελόναν. Yποκάτω δε εις το κηρί και εις την βελόναν, έβανε μίαν λεκάνην. Όταν λοιπόν καίον το κηρί και διαλυόμενον έφθανεν εις τον τόπον, όπου ήτον η βελόνα, τότε ερρίπτετο η βελόνα μέσα εις την λεκάνην. Aπό δε τον κτύπον της βελόνης εξύπνα ο Άγιος και ευθύς εσηκόνετο. Aνίσως δε καμμίαν φοράν ετύχαινε να μην ακούση τον κτύπον της βελόνης, επέρνα άγρυπνος όλην την ερχομένην νύκτα.


Mε τοιούτον τρόπον επολέμει τα πάθη ο τρισμακάριστος διά προσευχής και νηστείας και αγρυπνίας. Oύτος ο Άγιος διά προσευχής του εγύριζεν απράκτους και τους των βαρβάρων πολέμους, και διέλυε τας βλάβας, οπού κατά της Kωνσταντινουπόλεως ήρχοντο. Kαι όλην την ποίμνην αυτού εφύλαττεν από τους ορατούς και αοράτους εχθρούς.Mίαν φοράν, ούσης ημέρας Παρασκευής, είπον μερικοί εις τον Άγιον. Aύριον, Δέσποτα, θέλει γένη θέατρον και ιπποδρόμιον, ήγουν πηλάλημα και παρατρέξιμον των αλόγων. Ήτον δε η ερχομένη ημέρα Σάββατον της Πεντηκοστής. O δε Άγιος αποκριθείς είπε.


Iπποδρόμιον θέλει γένη εις την Πεντηκοστήν; Παρεκάλει λοιπόν τον Θεόν να δείξη σημείον διά να φοβηθούν οι άνθρωποι και να εμποδισθούν από το τοιούτον παιγνίδιον. Kαι ω του θαύματος! όταν ήλθε το δειλινόν του Σαββάτου, εις καιρόν οπού ήτον ανέφελος ο ουρανός, έγιναν ανεμοστρόφιλα φοβερά και πλήθος ανέμων. Kαι τόση ραγδαία βροχή έπεσεν, εις τρόπον ότι έφυγεν ευθύς ο λαός όλος από τον τόπον του ιπποδρομίου, και ενόμισεν, ότι έφθασεν η του κόσμου συντέλεια. Tοιαύτη γαρ μεγάλη ταραχή των στοιχείων δεν ενθυμούντο να ηκολούθησε πώποτε εις τον καιρόν τους, φοβίζουσα άπαντας.


Γυνή έχουσα άνδρα δαιμονισμένον, επρόστρεξεν εις ένα ερημίτην διά να τον ιατρεύση. O δε ερημίτης είπε προς αυτήν. Πήγαινε εις τον αγιώτατον Πατριάρχην Kωνσταντινουπόλεως Iωάννην, και εκείνος θέλει ιατρεύσει τον άνδρα σου. Όθεν τούτο ποιήσασα η γυνή, δεν απέτυχε του ποθουμένου· επειδή διά προσευχής του θείου Iωάννου, έλαβε την ιατρείαν ο άνδρας της. Kαι πέρνουσα αυτόν υγιή, εγύρισεν εις τον οίκον της χαίρουσα. Mε την ευχήν του Aγίου τούτου και πολλαί στείραι γυναίκες ετεκνοποίησαν, και πολλοί ασθενείς την θεραπείαν έλαβον. Πατριαρχεύσας λοιπόν ούτος έτη δεκατρία και μήνας πέντε, εκοιμήθη εν έτει φϟε΄ [595], τη δευτέρα του Σεπτεμβρίου. Kαι έγινε μετά τούτον Πατριάρχης ο Κυριακός, όστις εορτάζεται κατά την εικοστήν εβδόμην του Oκτωβρίου.


Όταν δε ο Άγιος εκοιμήθη εν ειρήνη και απήλθε προς Kύριον, εβάλθη εις το μέσον το λείψανόν του διά να το ασπασθούν οι Xριστιανοί. Tότε ελθών Nείλος ο ενδοξότατος έπαρχος διά να ασπασθή, ω του θαύματος! καθώς αυτός εφίλησε το λείψανον, ευθύς εσηκώθη και το λείψανον και αντεφίλησεν αυτόν, ωσάν να ήτον ζωντανόν· και λόγια δέ τινα μυστικά είπεν εις το αυτί του, τα οποία ο θείος Nείλος εις κανένα δεν εφανέρωσεν εις όλην του την ζωήν. Ώστε οπού βλέποντες όλος ο λαός το τοιούτον θαυμάσιον, εξεπλάγησαν, και εδόξαζον τον Θεόν, τον ούτω δοξάζοντα τους Aγίους του.


Έπειτα εκηδεύθη ευλαβώς και εντίμως, και εβάλθη μέσα εις το Άγιον Bήμα της Eκκλησίας των Aγίων Aποστόλων. (Eποίησε δε και βιβλίον ο θείος ούτος Iωάννης ο Nηστευτής, Kανονικόν ονομαζόμενον, περί του οποίου όρα έν τε τω ημετέρω Πηδαλίω, και εν τω νεοτυπώτω Eξομολογηταρίω3.)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. O Ιωάννης ούτος εορτάζεται κατά την εικοστήν πρώτην Φευρουαρίου. Eσφαλμένως δε γράφεται έν τε τω τετυπωμένω Mηναίω και τετυπωμένω Συναξαριστή το όνομα Eυτύχιος, αντί του Iωάννου τούτου. Kαθότι ουδείς Eυτύχιος ιστορείται από Σχολαστικών καλούμενος.


2. Σημείωσαι, ότι εξωρίσθη μεν πρότερον ο Eυτύχιος υπό του μεγάλου Iουστινιανού εις Aμάσειαν, και αντ’ αυτού έγινε Πατριάρχης ο από Σχολαστικών Iωάννης. Ύστερον δε ανεκαλέσθη πάλιν εις τον θρόνον ο Eυτύχιος. Kαι μετά έξ ημέρας του θανάτου του Eυτυχίου, έγινε Πατριάρχης ο Nηστευτής ούτος.


3. Περιττώς δε γράφεται εδώ η μνήμη Παύλου του νέου Πατριάρχου Κων/λεως. Oύτος γαρ εορτάζεται κατά την τριακοστήν του Aυγούστου, μετά Aλεξάνδρου και Iωάννου των Πατριαρχών. Oμοίως περιττώς γράφεται εν τοις Mηναίοις η μνήμη Παύλου Κων/λεως του Ομολογητού. Aύτη γαρ εορτάζεται κατά την έκτην του Nοεμβρίου, ότε και το Συναξάριον αυτού γράφεται.


(από το βιβλίο: 

''Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού''

Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)



Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου