ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΣΗΦ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ (4ο ΜΕΡΟΣ)

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση: <<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>, β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 72-79.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
<<Υπάρχουν μεγάλες μορφές στην ιστορία της Εκκλησίας μας που αγνοήθηκαν ή ακούστηκαν πολύ λίγο, σε σχέση με την αξία τους,
επειδή έτυχε να ζήσουν κοντά σε κάποιον μεγάλο άγιο ή σε ονομαστό ασκητή.
Είναι εκείνοι που έζησαν για να διακονήσουν, κατά το παράδειγμα του Σωτήρα μας, αυτοί που προτίμησαν να παραμείνουν έσχατοι σ' αυτόν τον κόσμο,
για να είναι πρώτοι στη βασιλεία των ουρανών.
Δεν πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε το γεγονός, πως σ' αυτό θα συνετέλεσε σίγουρα κι η προσπάθεια που καταβάλλουν οι άγιοι άνθρωποι
για να ζήσουν στην αφάνεια και στην άγνοια, που 'ναι το προσφιλές καταφύγιο της αγιότητας. [...]
(Από τον πρόλογο του μεταφραστή)






Αυτή την εποχή ο Γέροντας αποφάσισε να επεκτείνουν λίγο το κελλί στον κάτω όροφο, όπου ο π. Ιωσήφ άρχισε να δέχεται τους επισκέπτες του. Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου (1888), ο μπάτιουσκα Αμβρόσιος έδωσε ευλογία στον π. Ιωσήφ να πάει να προσκυνήσει στο Κίεβο.


Έτσι, μετά από τριάντα περίπου χρόνια, εκπληρώθηκε η παλιά του επιθυμία. Εύκολα μπορούσε να φανταστεί κανείς με πόση ευλάβεια έφτασε εκεί, πόσους αλάλητους στεναγμούς άφησε και πόσες προσευχές έκανε η αγνή ψυχή του στον ιερό αυτό τόπο. Ηγούμενος τότε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου ήταν ο αρχιμανδρίτης Ιουβενάλιος Πολόφτσεφ, που παλαιότερα ζούσε στη Λαύρα, πήγε να τον συναντήσει, για να του δώσει τους  χαιρετισμούς του γέροντα Αμβροσίου.


Έτυχε ο ηγούμενος να λείπει, κι οι υποτακτικοί του, συνηθισμένοι να υποδέχονται σπουδαίους και διακεκριμένους επισκέπτες, έκριναν πως ο άγνωστος μοναχός έπρεπε να περιμένει στην είσοδο. Έπρεπε να περιμένει πολύ. Οι μοναχοί ούτε που του έδωσαν σημασία, ώσπου ήρθε η ώρα για την τράπεζα. Τότε οι μοναχοί θυμήθηκαν τον επισκέπτη τους και τον κάλεσαν μέσα για να φάει.


Πριν από το φαγητό, σύμφωνα με μια καθιερωμένη συνήθεια, του πρόσφεραν κάτι να πιει. Ο π. Ιωσήφ όμως δεν είχε βάλει στο στόμα του ποτέ κρασί κι αρνήθηκε μ' επιμονή. Οι μοναχοί γέλασαν μαζί του και τον χλεύασαν, τελικά όμως τον άφησαν ήσυχο. Μετά άρχισαν να τρώνε και να συζητούν ελεύθερα, χωρίς να δίνουν την παραμικρή σημασία στην παρουσία του ξένου.


Στο μεταξύ ήρθε ο ηγούμενος κι ένας υποτακτικός του ανέφερε πως τον περίμενε κάποιος μοναχός από την Όπτινα. Μόλις ο ηγούμενος είδε τον π. Ιωσήφ, αναφώνησε: -Μπα, ποιόν βλέπω; Μάλιστα, να ο μελλοντικός Γέροντας. Κι αμέσως έτρεξε να τον αγκαλιάσει, κάνοντας μεγάλη χαρά και τιμώντας τον ιδιαίτεα. Οι μοναχοί τά' χασαν, μούδιασαν από την έκπληξη.


Ο ηγούμενος τον πήρε στο κελλί του, έδωσε εντολή στους μοναχούς να μεταφέρουν τα πράγματα από το αρχονταρίκι και να του ετοιμάσουν ένα κελλί κοντά στο δικό του. Συζήτησε μαζί του ως αργά το βράδυ και θυμήθηκε τον καιρό που ήταν στην Όπτινα, που την αγαπούσε πολύ. Όταν ο π. Ιωσήφ πήγε στο δωμάτιο που του είχαν ετοιμάσει, βρήκε τους δύο μοναχούς να τον περιμένουν εκεί.


Έπεσαν στα πόδια του, του ζητούσαν συγγνώμη για την αγένειά τους και τον παρακάλεσαν να μην αναφέρει τίποτα στον ηγούμενο για τη συμπεριφορά τους. Ο ταπεινός π. Ιωσήφ τους αγκάλιασε και τους διαβεβαίωσε με μεγάλο χαμόγελο κι αγάπη πως δε θα το κάνει. Το γεγονός αυτό το διηγήθηκε ο ένας από τους παραπάνω μοναχούς, που αργότερα έγινε ιερομόναχος σ΄ένα από τα μοναστήρια του Κιουρσκ.


Και πρόσθεσε: -Νιώσαμε σαν να μας ρίξανε καυτό νερό. Σκεφτήκαμε πως θα τ' αναφέρει όλα στον ηγούμενο κι είμασταν χαμένοι. Μας άφησε όμως κατάπληκτους με την πραότητα και την ταπείνωσή του. Μας μιλούσε με τόση ευγένεια, που νιώσαμε μεγάλη ντροπή για τη συμπεριφορά μας. Στο Κιουρσκ επισκέφτηκε τον πρωτοπρεσβύτερο, που είχε γνωρίσει από την παιδική του ηλικία.


Εκείνος χάρκε πάρα πολύ που είδε το γιο του φίλου του. Δεν ήξερε πως να δείξει την αγάπη του στον π. Ιωσήφ. Σε κάποια στιγμή τον είπε Ιβάν Ευθύμοβιτς κι αργότερα Ευθύμιο Εμιλιάνοβιτς (τ' όνομα του πατέρα του). Ήθελε μ' αυτόν τον τρόπο να δείξει πως ευλαβείτο τον πατέρα του, τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε πολύ. Βαδίζοντας το δρόμο του γυρισμού, ο π. Ιωσήφ πέρασε επίσης από το μοναστήρι Μπορίσοφσκ, όπου ζούσε η αδελφή του, η μητέρα Λεωνίδα.


Η καϋμένη παρά λίγο ν' αρρωστήσει από τη χαρά της. Δεν χόρταινε να θαυμάζει το <<μικρό αδελφό>>της. Της φαινόταν πως όσο και να μιλούσε μαζί του θά' ταν λίγο. Δεν κουραζόταν να τον κοιτάζει. Θυμήθηκαν πως είχε έρθει στο μοναστήρι με τον τρουβά του και καθάριζε τις σκάλες κοντά στο κελλί της. Πόσο ανησυχούσε μέσα της τότε γι' αυτόν! Τώρα όλ' αυτά πέρασαν.


Μπροστά της βρισκόταν ο ιερομόναχος που όλοι σέβονταν, ο βοηθός του μεγάλου Γέροντα. Η χαρά της δε, θά' ταν ολοκληρωμένη αν δεν τον έβλεπε να λειτουργεί! Η ηγουμένη κι οι μοναχές τον παρακάλεσαν πολύ γι' αυτό. Ο π. Ιωσήφ όμως αρνήθηκε. Δεν είχε αναλάβει ακόμα τις δυνάμεις του μετά την αρρώστια που πέρασε. Ακόμα, το μακρύ ταξίδι τον είχε καταπονήσει και δεν αισθανόταν πολύ καλά. Τον θερμοπαρακάλεσε με πολλά δάκρυα και τελικά ο π. Ιωσήφ υπέκυψε.


Η λειτουργία άρχισε. Ακριβώς πριν από το Ευαγγέλιο επικράτησε μια ασυνήθιστη ησυχία. Ο π. Ιωσήφ αισθάνθηκε ζαλάδα και την λειτουργία την τελείωσε ένας ιερέας που συλλειτουργούσε μαζί του. Η μητέρα Λεωνίδα παρακολουθούσε τη λειτουργία και πήρε είδηση για την ταραχή που γινόταν μέσα στο ιερό. Έβγαλε το συμπέρασμα πως σίγουρα κάτι έπαθε ο αδελφός της. Λιποθύμησε και με δυσκολία τη συνέφεραν.


Όταν ο π. Ιωσήφ συνήλθε, πήγε κοντά της και με το συνηθισμένο του χαμόγελο της είπε: -Έλα τώρα, να, η παρηγοριά σου. Η μητέρα Λεωνίδα άρχισε τότε να τον παρακαλεί: -Σε ικετεύω, πήγαινε στην Όπτινα. Φύγε γρήγορα, γιατι αν πεθάνεις εδώ, δε θα μπορέσω να το αντέξω. Ο γέροντας Αμβρόσιος χάρηκε πάρα πολύ που γύρισε ο βοηθός του. Χωρίς αυτόν τά' φερνε πολύ δύσκολα με τους επισκέπτες.


Η ζωή και των δύο αυτών αγωνιστών βρήκε πάλι το συνηθισμένο ρυθμό της. Ο Γέροντας κάθε καλοκαίρι πήγαινε για τρεις εβδομάδες στο Σαραντίνο. Κι ο πιστός φίλος του, ο π. Ιωσήφ, ήταν ο αχώριστος συνοδός του. Το καλοκαίρι του 1890 έφτασε. Άρχισαν οι συνηθισμένες προετοιμασίες για το ταξίδι στο Σαμορντίνο. Ξαφνικά ο Γέροντας είπε στον π. Ιωσήφ: -Αυτή τη φορά δε θα σε πάρω μαζί μου' θα μείνεις εδώ, σε χρειάζονται περισσότερο εδώ.


Στα τριάντα χρόνια που ζούσαν μαζί, ήταν η πρώτη φορά που ο π. Αμβρόσιος πήγαινε κάπου χωρίς αυτόν. Ακόμα, ο π. Αμβρόσιος έδωσε εντολή στον π. Ιωσήφ να μετακομίσει στο κελλί του και να μεταφέρει τη μεγάλη εικόνα της Παναγίας στο δωμάτιο υποδοχής. Ο π. Ιωσήφ λυπήθηκε για όλες αυτές τις αλλαγές. Η καρδιά του ήταν βαριά. Από το νου του πέρασε σαν αστραπή η σκέψη πως ο Γέροντας δεν θα ξαναγυρίσει. Ο Γέροντας έφυγε. Το καλοκαίρι πέρασε.


Ο π. Αμβρόσιος σκέφτηκε πολλές φορές να γυρίσει στην Όπτινα, κάθε φορά όμως ένα αόρατο χέρι τον εμπόδιζε. Με το έμπα του φθινοπώρου, όλες οι προσπάθειές του για γυρισμό στην Όπτινα πήραν τέλος. Η σκέψη του π. Ιωσήφ βγήκε αληθινή. Ο Γέροντας δεν ξαναγύρισε ποτέ πια στη σκήτη του. Στην αρχή ο π. Ιωσήφ ένιωσε πολύ μόνος χωρίς το Γέροντα.


Αισθάνθηκε σαν ορφανός από μάννα και πατέρα, κατάμονος. Τον βοήθησε πολύ όμως η απόλυτη υποταγή που είχε στο θέλημα του Θεού και του Γέροντα. Έτσι, σύντομα συμβιβάστηκε με τη νέα του κατάσταση. Μια φορά το μήνα πήγαινε στο Γέροντα. Ο Αμβρόσιος φρόντιζε πάντα με πατρική στοργή να του στέλνουν μια κλειστή άμαξα. Το κελλί του Γέροντα ήταν κοντά στο ηγουμενείο.


Κάθε φορά που ο π. Ιωσήφ πήγαινε στο Γέροντα, ποτέ δεν αισθανόταν οικείος και ποτέ δεν έμπαινε στο κελλί του προτού τον αναγγείλει ο διακονητής του.


Συχνά έτυχε να περιμένει ώρες ολόκληρες, γιατι, ταπεινός όπως ήταν, άφηνε τους άλλους να περνούν πρώτοι. Ακόμα κι οι άλλοι μοναχοί πού' ρχονταν στο Σαμορντίνο για να δουν το Γέροντα ήταν τολμηρότεροι και πιο ελεύθεροι, κι έτσι περνούσαν περισσότερη ώρα κοντά του.


Ωστόσο ο Γέροντας εκτιμούσε τη βαθιά, απεριόριστη και ανιδιοτελή αγάπη του π. Ιωσήφ. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του ο Γέροντας συχνά στενοχωριόταν πολύ και καταπονιόταν με τις υποθέσεις και τις ελλείψεις του γυναικείου μοναστηριού. Οι συνεχείς συζητήσεις για τις υποθέσεις αυτές πολλές φορές τον εξαντλούσαν τελείως. Κι όταν τέλειωναν, αρνιόταν να φάει οτιδήποτε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί καθόλου. 


Εκείνοι που βρίσκονταν κοντά του τον άκουγαν συχνά να λέει: -Μόνο όταν βλέπω τον π. Ιωσήφ μπορώ να τρώω και να κοιμάμαι κανονικά. Ήθελε να πει μ' αυτό ο Γέροντας, πως μόνο ο π. Ιωσήφ δεν τον στενοχωρούσε. Ο π. Ιωσήφ απόφευγε να μιλήσει στο Γέροντα ακόμα για τη λύπη που είχε εξ αιτίας του χωρισμού τους, μόνο και μόνο για να μην τον στενοχωρήσει. Αυτό έγινε γνωστό συμπτωματικά.


Μια από τις πνευματικές θυγατέρες του π. Ιωσήφ είχε διαπιστώσει πόσο λυπημένος και στενοχωρημένος ήταν και είπε στο Γέροντα: -Μπάτιουσκα, πόσο στενοχωριέμαι που βλέπω έτσι τον π. Ιωσήφ! Είναι πάρα πολύ στενοχωρημένος που βρίσκεται μακριά σου. Ο Γέροντας της απάντησε, αναστενάζοντας βαριά: -Δε μιλάει καθόλου γι' αυτό σε μένα. Στο μεταξύ στην Όπτινα, επειδή έλειπε ο Γέροντας, οι μοναχοί άρχισαν να πηγαίνουν στον π. Ιωσήφ και πολλοί να εξομολογούνται σ' αυτόν.


Είχαν συνηθίσει να καθοδηγούνται από το Γέροντα και τώρα τους έλλειπε. Ο ηγούμενος ήταν ηλικιωμένος και τό' βρισκε πολύ δύσκολο το χειμώνα να πηγαίνει στο Σαμορντίνο για να δει το Γέροντα, κάθε φορά που ήθελε να εξομολογηθεί. Έτσι διάλεξε τον π. Ιωσήφ για εξομολόγο και του συμπεριφερόταν με πολύ σεβασμό. Κάθε φορά πήγαινε στη σκήτη ο ίδιος, εξομολογιόταν και μετά καθόταν αρκετή ώρα για να συζητήσει μαζί του.


Ήταν συγκινητικό να βλέπει κανείς τον ασπρομάλλη ηγούμενο να πηγαίνει στο μοναχό, που ο ίδιος είχε χειροτονήσει, να γονατίζει μπροστά στις άγιες εικόνες και να μετανοεί για τις εκούσιες αμαρτίες του. Όταν έφτασε η νηστεία των Χριστουγέννων, ο π. Αμβρόσιος, που είχε στο μεταξύ εξασθενήσει τελείως, άρχισε να στέλνει τα πνευματικά του παιδιά από το Σαμορντίνο στην Όπτινα, για να εξομολογηθούν στον π. Ιωσήφ. Για τις μοναχές στην αρχή αυτό ήταν πολύ δύσκολο.


Είχαν συνηθίσει να εμπιστεύονται τα πνευματικά μυστικά τους στο Γέροντα και πήγαιναν πολύ διστακτικά στον καινούργιο τους πνευματικό πατέρα. Μερικές φορές ο Γέροντας εξομολογούσε ο ίδιος κάποια μοναχή και μετά την έστελνε στην Όπτινα, στον π. Ιωσήφ, για να της διαβάσει τη συγχωρετική ευχή. Σ' αυτές τις ενέργειες του Γέροντα μπορούσε κανείς να διακρίνει ένα βαθύτερο νόημα.


Έστελνε τα πνευματικά του παιδιά στον π. Ιωσήφ, για να δείξει πως δεν τα εμπιστευόταν σε κανέναν άλλο, παρά μόνο σ' εκείνον. Η ενέργειά του αυτή έπαιξε σπουδαίο ρόλο αργότερα, όταν κοιμήθηκε ο Γέροντας και δημιουργήθηκε το πρόβλημα της διαδοχής του. Αφηγείται μια μοναχή:


-Περίπου ένα χρόνο προτού κοιμηθεί ο Γέροντας, μου έδωσε ευλογία να εξομολογηθώ στον π. Ιωσήφ, αλλά εγώ δεν ήθελα. Ο π. Αμβρόσιος μου είπε: -Κι όταν πεθάνω εγώ σε ποιον θα πηγαίνεις; -Δεν ξέρω' εκτός από σένα δεν υπάρχει κανένας στον οποίο θα μπορούσα να πάω να εξομολογηθώ, είπα κλαίγοντας. Εκείνος τότε απάντησε: -Ωραία, εγώ σ' εμπιστεύομαι στον π. Ιωσήφ. Έλα σ' επαφή μαζί του και γράψε όσα έχεις να του πεις, όπως κάνεις μαζί μου. Έτσι λοιπόν, πήγαινε τώρα να εξομολογηθείς.


Πήγα απρόθυμα. Ο π. Ιωσήφ καθόταν στο ισόγειο. Ζήτησα την ευχή του και του είπα πως ο π. Αμβρόσιος με είχε στείλει σ' εκείνον να εξομολογηθώ, αλλά εγώ δεν ήθελα. Με κοίταξε και μου είπε: -Όπως θέλεις. Αν σ' έστειλε ο μπάτιουσκα... Και μ' αυτά τα λόγια μ' άφησε κι έφυγε. Λίγο αργότερα ο μπάτιουσκα Ιωσήφ μπήκε πάλι κι άρχισε η εξομολόγηση. Πόσο άνετα κι ευχάριστα ένιωσα!


Τέλειωσα την εξομολόγηση και ξαναπήγα στον π. Αμβρόσιο. Με δέχτηκε σύντομα. Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη κι ο Γέροντας, πού' ταν κι αυτός χαρούμενος, με υποδέχτηκε μ' αυτά τα λόγια: -Λοιπόν, εξομολογήθηκες; -Ναι, του είπα. -Τα είπες όλα στον π. Ιωσήφ, μετάνοιωσες για όλα; -Όλα, του απάντησα. -Ωραία, τώρα λέγε, εξομολογήσου.


Άρχισα πάλι να εξομολογούμαι. Ο μπάτιουσκα άκουγε προσεχτικά, αλλά κοίταζε κάπου πίσω από το κεφάλι μου και χαμογελούσε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαινε αυτό. Κοίταξα γύρω μου, και τι είδα; Ο μπάτιουσκα Ιωσήφ στεκόταν πίσω μου και χαμογελούσε. Ο π. Αμβρόσιος χαμογέλασε και κείνος και μου είπε: -Ωραία, πήγαινε τώρα. Ο Κύριος να σε βοηθήσει.




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση:
<<Στάρετς Ιωσήφ της Όπτινα>>,
β' έκδοση, Αθήνα 2000, σελ. 72-79.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF