ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ




Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴ μνήμη μίας πολὺ μικρῆς ὁμάδας μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτὼ γλυκεῖς, εὐώδεις καὶ ἀμάραντους καρπούς.


Μιὰ μικρὴ ἀλλά ἐκλεκτὴ ὁμάδα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τριακόσιοι δεκαοκτὼ ἅγιοι πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τὸ 325 μ. Χ., τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, γιὰ τὴν ὑπεράσπιση, ἀποσαφήνιση καὶ βεβαίωση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.


Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν Ἐκκλησία εἶχαν ἐμφανιστεῖ «λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. κ' 29), πού φοροῦσαν ροῦχα ὅμοια μὲ τῶν ποιμένων. Αὐτοὶ εἶχαν ἔκλυτη ζωὴ καὶ γι' αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν μέσα τους τόπο γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἔπεσαν κι οἱ ἴδιοι, ἀλλά παρέσυραν καὶ τοὺς πιστοὺς σὲ πλάνες.


διδασκαλία τους ἦταν διαβρωτική, ὅπως κι ἡ ζωή τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λοιπὸν σύναξε τοὺς ἁγίους αὐτοὺς τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰ Σύνοδο, ὥστε νὰ φανοῦν οἱ ἀληθινοὶ διδάσκαλοι τοῦ Χριστοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πλανεμένους· νὰ φανεῖ ἡ δύναμη ἐκείνων πού ἀγωνίζονται γιὰ τὸν Χριστὸ ἐναντίον ἐκείνων πού τὸν πολεμοῦν καὶ νὰ διακριθεῖ ὁ γλυκὺς καρπὸς τοῦ καλοῦΔέντρου, πού εἶναι ὁ Χριστός, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σάπιους καὶ πικροὺς καρποὺς τοῦ δέντρου τοῦ πονηροῦ.


Οἱ ἅγιοι πατέρες ἔλαμψαν στὴ Νίκαια ὅπως τὰ ἄστρα στὸν οὐρανό, πού παίρνουν τὸ φῶς τους ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι φωτίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ κι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἦταν Χριστοφόροι ἄνθρωποι, ὁ Χριστὸς ζοῦσε κι ἔλαμπε μέσα ἀπὸ τὸν καθένα τους.


ταν οὐρανοπολίτες μᾶλλον παρὰ πολίτες τῆς γῆς, ἀγγελόμορφοι, ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ ἀγγέλους παρὰ μὲ ἀνθρώπους. Ἦταν πραγματικὰ «ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β' Κόρ. στ' 16).


Πιστεύω πώς εἶναι ἀρκετὸ ν' ἀναφερθῶ σὲ τρεῖς μόνο ἀπ’αὐτούς· ἐκείνους πού σοῦ εἶναι οἱ πιὸ γνωστοί, γιὰ νὰ 'χεις μιὰ ἰδέα πῶς ἦταν κι οἱ ὑπόλοιποι τριακόσιοι δεκαπέντε. Κι ἀναφέρομαι στὸν ἅγιο πατέρα Νικόλαο, στὸν ἅγιο Σπυρίδωνα καὶ στὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μέγα. Πολλοὶ ἀπό τούς ἅγιους πατέρες ἔφτασαν στὴ Σύνοδο φέροντας στὸ σῶμα τους τραύματα πού εἶχαν δεχτεῖ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ.


Ο ἅγιος Παφνούτιος, γιὰ παράδειγμα, εἶχε χάσει τὸ ἕνα του μάτι ὅταν τὸν βασάνιζαν. Ὅλοι τους ἔλαμπαν ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ φῶς πού προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεό, ἕνα φῶς ὅπου διακρινόταν καθαρὰ ἡ ἀλήθεια. Ὡς ἀκόλουθοι τοῦ Ἐσταυρωμένου δὲν λογάριαζαν τὰ βασανιστήρια.


ἀφοβία τους στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας ἦταν μέγιστη, ἀπεριόριστη. Μὲ τὴ θεόσδοτη γνώση τῆς ἀλήθειας πού κατεῖχαν καὶ τὴν τόλμη τους στὴν ὑπεράσπισή της, οἱ ἅγιοι αὐτοὶ πατέρες ἀναίρεσαν καὶ συνέτριψαν τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ καθιέρωσαν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, πού κρατοῦμε ὡς σήμερα καὶ ὁμολογοῦμε ὡς τὴ μόνη σωστικὴ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.


Tό σημερινὸ εὐαγγέλιο δέν μᾶς μιλάει γιὰ τὴ Σύνοδο αὐτή, ἀλλά γιὰ τὴν τελευταία προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή; Ἐπειδὴ δείχνει τὴν ἐπιρροή του στὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.


Μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς αὐτῆς ὁ Θεὸς ἐνίσχυσε τοὺς ἁγίους πατέρες τῆς Συνόδου καὶ τοὺς ἔκανε ἀτρόμητους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας, νικητὲς στὶς ἀμφισβητήσεις καὶ τὴν κακία ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων. Νά, πῶς ἀρχίζει ἡ προσευχὴ αὐτή:


«Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε» (Ἰωάν. ιζ' 1). Ὅλα ὅσα δίδαξε ὁ Κύριος στοὺς ἀνθρώπους, τὰ εἶχε ἐφαρμόσει ὁ ἴδιος. Εἶχε διδάξει τοὺς ἀνθρώπους πῶς νὰ προσεύχονται: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς...» (Ματθ. στ' 9).


ἴδιος σήκωσε τὸ βλὲμμα Του στοὺς οὐρανούς, ὅπου κατοικεῖ ὁ Πατέρας Του καὶ εἶπε: «Πάτερ!» Δὲν εἶπε «Πάτερ ἡμῶν», ὅπως κάνουμε ἐμεῖς, ἀλλά ἁπλά «Πάτερ!» Μόνο Αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ «Πατέρα μου».


Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ, ἀφοῦ Αὐτὸς μόνο εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱός τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, ὁ μόνος ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τόσο κατὰ τὴν ὕπαρξη ὅσο καὶ κατὰ τὴν οὐσία· ὁ μοναδικὸς Υἱός τοῦ μοναδικοῦ Πατέρα. Ἐμεῖς εἴμαστε μόνο υἱοί ἐξ υἱοθεσίας, μὲ τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν.


Δέν σήκωσε μόνο τὰ σωματικά Του μάτια ἀλλά καὶ τὰ πνευματικά, κυρίως αὐτά. Ὁ Ἄσωτος «οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι» (Λουκ. ιη' 13), γιατί αἰσθανόταν τὴν ἁμαρτωλοτητά του. Ὁ Κύριος ὅμως ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν ἐλεύθερα, γιατί ἦταν ἀναμάρτητος.


ὥρα Του -ἡ ὥρα τοῦ μεγάλου πάθους- πλησίαζε. Μόνο Αὐτὸς ἔβλεπε τὴν ὥρα αὐτή, τὴν πιὸ φοβερὴ ἀπὸ καταβολῆς καὶ ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μόνο Αὐτὸς τὴν ἔβλεπε καθαρὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν προεῖπε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ μίλησε γι' αὐτὴν στοὺς μαθητές Του. Οἱ μαθητὲς Του ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν αὐτό, δὲν τὸ ἔβαλαν στὴν καρδιά τους, δὲν τὸ ἔκαναν δικό τους, ὡς τὴ στιγμὴ πού ἡ ὥρα δὲν ἀπεῖχε πιὰ μέρες, ἀλλά λεπτά.


«Δόξασόν σου τὸν υἱόν!» Δόξασέ Τον τὴ φοβερὴ αὐτὴ ὥρα, ὅπως τὸν δόξασες μέχρι τώρα. Δόξασέ Τον στὸ θάνατο, ὅπως τὸν δόξασες στὴ ζωή. Δόξασέ Τον στὴν ταπείνωση καὶ στὰ πάθη Του, ὅπως τὸν δόξασες μέ τούς δυνατοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα Του. Δόξασέ Τον στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸν εἶχες δοξάσει ἀπὸ τὴν ἀρχή στοὺςἀγγέλους Σου. Δόξασε τὸν Υἱόν Σου «ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε».


ν ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος τῆς πρότασης φαίνεται πώς ὁ Υἱός εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα, στὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος βλέπουμε καθαρὰ τὴν ἰσότητά Τους καὶ τὴν ἀμοιβαία συμμετοχὴ στὴν ἴση δύναμή Τους. Ὁ Πατέρας δοξάζει τὸν Υἱό καὶ ὁ Υἱός δοξάζει τὸν Πατέρα, μὲ ἀδιαίρετη δύναμη καὶ ἀδιαίρετη ἀγάπη. «Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει» (Α' Ἰωάν. β' 23). Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱὸ στὸν κόσμο· ὁ Υἱός φανέρωσε τὸν Πατέρα στὸν κόσμο.


Τίποτα δέν θὰ ξέραμε γιὰ τὸν Υἱό χωρὶς τὸν Πατέρα, οὔτε γιὰ τὸν Πατέρα χωρὶς τὸν Υἱό, ὅπως δέν θὰ γνωρίζαμε γιὰ τὸ φῶς, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἥλιος. Μὰ οὔτε καὶ γιὰτὸν ἥλιο θὰ ξέραμε ἂν δὲν τὸν φανέρωνε τὸ φῶς.


ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ τὴ σύγκριση αὐτὴ καὶ ὀνομάζει τὸν Χριστὸ «ἀπαύγασμα τῆς δόξης (τοῦ Πατρὸς)» (Ἑβρ. α' 3). Ὁ Κύριος δέν ζητᾶ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα γιὰ χάρη τοῦ ἰδίου, μὰ γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τ' ἀκόλουθα λόγια:


«Καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. ιζ' 2). Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴδόξα Του: μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος! Τὸ κάνει, γιὰ νὰ γίνει τὸ μέσον πού θὰ χαρίσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν αἰώνια ζωή. Αὐτὸ εἶναι πού ζητᾶ ἀπὸ τὸν Πατέρα Του.


Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα πού ζητάει. Τὴ στιγμὴ πού οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἑτοιμάζουν ἕνα πικρὸ ποτήρι θλίψεων, γεμάτο μὲ βάσανα, ἱδρῶτα καὶ αἷμα, Ἐκεῖνος προσεύχεται γιὰ νὰδώσει στοὺς ἀνθρώπους αἰώνια ζωή. Ἡ ἀπάντησή Του στὴν πιὸ βαριὰ πέτρα, εἶναι τὸ γλυκύτερο ψωμί.


Κι ἀνέφερε ἀρκετὲς φορὲς ὅτι ὁ Πατέρας τοῦ ἔδωσε δύναμιν ἐπὶ πάσης σαρκός. «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια' 27), εἶπε. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ' 15). Ἀλλά καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, ὅταν φανερώθηκε στοὺς μαθητὲς Του εἶπε: «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη' 18).


πως λοιπὸν εἶχε λάβει ἐξουσία πάνω σὲ κάθε ὕπαρξη, ὁ Κύριος ζητάει τώρα ἀπὸ τὸν Πατέρα Του ἐξουσία στὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὶς ψυχὲς ἐκεῖνες πού τὸν εἶχαν ἐμπιστευτεῖ, νὰ τοὺς χαρίσει δηλαδὴ τὴν αἰωνιότητα. Ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ ἔχεις ἐξουσία πάνω στὸν ὑλικὸ καὶ φθαρτὸ κόσμο κι ἄλλο νὰ ἔχεις στὴ δικαιοδοσία σου τὴν αἰώνια ζωή.


ταν στὴν ἀρχή θέλησε ὁ Θεὸς νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, ζωντανὸ καὶ ἀθάνατο, στὴ δημιουργία ἔλαβε μέρος ἡ Ἁγία Τριάδα, ὅπως διαβάζουμε στὴ Γένεση (α' 26): «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν». Τώρα, πού ὁ Λυτρωτὴς καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου θέλει νὰ δώσει αἰώνια ζωὴ στοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους, προσφεύγει στὸν Πατέρα, ἐνῶ εἶναι αὐτονόητη καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν περίπτωση αὐτή, ὅπως καὶ στὴ δημιουργία, ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀποκλειστικὸ χάρισμα τῆς Ἁγίας Τριάδας.


Καὶ στὴ μιὰ περίπτωση καὶ στὴν ἄλλη, ἡ αἰώνια ζωὴ δηλώνεται πώς εἶναι τὸ μέγιστο ἀγαθὸ πού χαρίζει ὁ Θεός. Ἡ στιγμὴ πού ὁ ἄνθρωπος ἀποκαθίσταται στὴν αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀνυπέρβλητη, μοναδική, ὅπως κι ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν πηλό. Τὸ νὰ κάνεις ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο ἀθάνατο εἶναι τόσο μεγαλειώδης καὶ θεϊκὴ πράξη, ὅσο κι ἡ δημιουργία ἀπὸ τὸν πηλό.


«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ' 3). Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν ἐπίγεια ζωὴ μας εἶναι ἀπαρχὴ καὶ πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ μᾶς πού ζοῦμε ἀκόμα στὴ γῆ.


Πῶς ὅμως θὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ στὴ μέλλουσα κατάστασή μας; «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α' Κορ. β' 9). Αὐτὸ τὸ ἀποκάλυψε πνευματικὰ ὁ Θεὸς σ' αὐτὸν τὸν κόσμο μόνο σὲ κείνους πού Τὸν εὐαρέστησαν.


μεγαλύτερη εὐφροσύνη ὅμως στὴν αἰώνια ζωή, στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πρέπει νὰ συνίσταται στὴ μέγιστη γνώση τοῦ Θεοῦ, στὴ θέα τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὰ παιδιὰ εἶχε πεῖ: «... οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ιη' 10).


ἀκόρεστη θέαση τοῦ Θεοῦ, ἡ διαρκής ζωὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, μέσα σὲ μιὰν ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση καὶ χαρά, ἀέναη δοξολογία κι ἀγάπη, δὲν εἶναι ζωὴ ἀγγελική, πού ἁρμόζει καὶ στοὺς ἁγίους στὸν ἄλλο κόσμο; Δὲν εἶναι ζωὴ μὲ γνώση τοῦ Θεοῦ; Ὅσο ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτόν, στὴ γῆ, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «βλὲπομεν δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α' Κορ. ιγ' 12).



Πηγή: https://alopsis.gr




Icon by Serhei  Vandalovskiy



Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ 
ΚΑΙ ΟΤΙ Η ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΟΡΘΟ ΒΙΟ 

ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΣΑΝ 




Αδελφοί και Πατέρες, 


Σήμερα είναι μια εορτή μεταξύ δύο φωτεινών και σωτηρίων εορτών (της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής). Σήμερα, μεταξύ δύο μεγάλων μέχρι τον ουρανό πανηγύρεων παρουσιάζονται οι πολύφωτοι αστέρες.


Σήμερα, μεταξύ των δύο αρμάτων που έχουν δρόμο τον ουρανό, εμφανίζονται τριακόσιοι δεκαοκτώ αρματηλάτες, όχι βέβαια για να διευθύνουν την ορμή αυτών των δύο κατευθυνομένων αρμάτων, αλλά για να διευθύνουν αυτούς που απιστούν για Εκείνους που έχουν ανεβεί επάνω στα άρματα, και να τους οδηγήσουν στην πίστη,


για το ότι το μεν ένα άρμα ανέβασε από τη γη προς τις ουράνιες αψίδες και τους κόλπους του Πατέρα από τη γη τον σαρκοφόρο Θεό Λόγο, το δε άλλο άρμα, ότι τον «άλλο Παράκλητο» (Ιω. ιδ’ 16) (το Άγιο Πνεύμα), αντί για τον Χριστό που αναλήφθηκε, Τον κατέβασε από τον ουρανό «σαν άνεμος που φυσούσε δυνατά» (Πράξ. β’ 3), για να εκπληρωθεί ο λόγος του Χριστού που έλεγε ότι «σας συμφέρει να φύγω εγώ. 


Γιατί, αν εγώ δεν φύγω, δεν θα έλθει σ’ έσας ο Παράκλητος, ενώ αν πάω εκεί θα Τον στείλω σ’ εσάς. Και όταν έλθει Εκείνος, θα ελέγξει τους ανθρώπους για την αμαρτία, για τη δικαιοσύνη και για την κρίση» (Ιω. ιε’ 7-8).


Αυτά, λοιπόν, που συνέβησαν με την απόφαση του Πατέρα, δηλαδή ο μεν Χριστός που ανέβηκε με απερίγραπτο τρόπο με τη σάρκα Του επάνω σε άρμα νέφους, το δε Πνεύμα που κατέβηκε με ακατάληπτο τρόπο με ήχο «σαν άνεμος που φυσούσε δυνατά» (Πράξ. β’ 2) και μοίρασε πύρινες γλώσσες στους μυημένους της Χάριτος, αυτά έπρεπε να ερμηνευθούν για να έχει ορθή πίστη «κάθε άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο» (Ιωάν, α’ 9). 


Όμως αυτό το καλό το φθόνησε ο σατανάς και το σκότισε πολύ και έσπειρε ζιζάνια ποικίλων αιρέσεωνκαι συνέλαβε έτσι πάρα πολλούς και αντί «όλοι να γίνουν και να είναι και να λέγονται Χριστιανοί», αποφάσισαν να είναι και να λέγονται αιρετικοί, δηλαδή Αρειανοί και Νεστοριανοί, Μακεδονιανοί και Ιακωβίτες και αυτοί κι εκείνοι, των οποίων τα δυσώδη ονόματα και μιαρά δόγματα δεν είναι αυτής της στιγμής να τα λέμε και να τα γράφουμε. Γιατί τότε υπήρχε μεταξύ των πιστών και των απίστων πολύς καπνός, διαμάχη και έριδα και σκάνδαλα. 


Γι’ αυτό και μεταξύ της Αναλήψεως του Χριστού και της καθόδου του Παρακλήτου συγκεντρώθηκαν, κινούμενοι από τον Θεό και με διαταγή του βασιλιά, στη μητρόπολη της Νίκαιας, οι ένδοξοι αυτοί Πατέρες, σαν φωτεινοί αστέρες και δραστήριοι γεωργοί και ενάρετοι κυβερνήτες και καλοί ποιμένες, και μείωσαν βέβαια αυτοί οι αστέρες το σκοτάδι της ασεβείας, αλλά ξερίζωσαν και ως γεωργοί τα αγκάθια της βλασφημίας


και αντιμετώπισαν ως κυβερνήτες τα κύματα των αιρέσεων και έβγαλαν έξω ως ποιμένες και αφόρισαν και έδιωξαν μακριά από τα πρόβατα τους λύκους και δικαίως, ρίχνοντάς τα κάτω, καταπάτησαν τα φλύαρα δόγματά τους. Δεν επέτρεψαν να λέγονται ο Υιός και το Πνεύμα κτίσματα, όπως όρισαν εκείνοι με το κακό τους φρόνημα, αλλά καλά και άγια, με το Σύμβολο της Πίστεως, με δυνατή φωνή και ομόφωνα κήρυξαν τον Υιό και το Πνεύμα κτίστη και συντηρητή του κόσμου και ομοούσιο με τον Πατέρα. 


Και εμείς έτσι πιστέψαμε και πιστεύουμε, σύμφωνα με τη θεόπνευστη παράδοσή τους. Και είναι βέβαια η πίστη μας καλή και ορθή και άμεμπτη και εκτός από αυτήν δεν υπάρχει άλλη. Η ορθή πίστη όμως χρειάζεται και έργα άξια της πίστεως, ώστε όπως ακριβώς δυο εκλεκτά βόδια που τα έχει ζέψει ο Θεός, τα έργα να συμφωνήσουν με την πίστη, κι από αυτά να γίνεται ζωηφόρα η καλλιέργεια.


Όταν όμως δεν έχουμε ορθή πίστη και είναι ρυπαρός ο βίος μας, τότε μοιάζουμε με κάποιον πολύ άφρονα άνθρωπο που έζεψε χοίρο με βόδι και προσπαθεί να σπείρει και να καλλιεργήσει και να τραφεί απ’ αυτά και να ζήσει και να γλιτώσει από τον θάνατο. Αυτόν, οι άνθρωποι που φοβούνται τον Θεό και ζουν στη γη, και οι Άγγελοι, βλέποντάς τον θα γελάσουν και θα πουν: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που είναι εκτός εαυτού και παράφρονας, πώς έζεψε στο βόδι, χοίρο και νομίζει ότι θα σπείρει και θα καλλιεργήσει μ’ αυτά και θα ζήσει». 


Και εάν του πουν: «Τι κοπιάζεις άδικα, άνθρωπε; Δεν καταλαβαίνεις τι κατηγορία και γέλιο προξενείς για τον εαυτό σου; Πρέπει να ξέρεις ότι δεν συμφωνεί το βόδι να καλλιεργεί με τον χοίρο.


Διότι μόνο του βοδιού έργο είναι το να σέρνει το άροτρο και να ανοίγει αυλάκι και να γίνεται η σπορά και η καλλιέργεια, του δε χοίρου τέχνη είναι το να σκάβει με τη μύτη του και να κυλιέται στον βόρβορο και όταν έλθει ο καιρός, να σφάζεται με μαχαίρι». 


Και εκείνος, αντί να δεχτεί τα όσα του είπαν και να ξεχωρίσει το ζευγάρι, μάλλον κοροϊδεύοντας και όλος ευχαρίστηση, λέει: «Ναι, ναι, εσείς δεν γνωρίζετε τι ηδονή και ευχαρίστηση μου δίνει αυτό το ζευγάρι». 


Έτσι, λοιπόν, παρομοιάζονται αυτοί που στην ορθή πίστη έζεψαν τον ρυπαρό βίο του χοίρου και υποδουλώθηκαν στην αμαρτία. Ευχαρίστηση και ηδονή λογαριάζουν την αμαρτία, η οποία προξενεί πικρή κόλαση, και όσους τους συμβουλεύουν να μετανοήσουν, πολλές φορές και τους εχθρεύονται ή από πώρωση κοροϊδεύουν τα λόγια τους και τους περιπαίζουν, ή και δεν προσέχουν καθόλου στη δύναμη των λεγομένων.


Όμως, λέει ο Θεός με το στόμα του Ησαΐα πως «παχύνθηκε η καρδιά αυτού του λαού και με τα αυτιά τους άκουσαν βαριά και έκλεισαν τα μάτια τους, για να μη δουν με τα μάτια τους και ακούσουν με τα αυτιά τους και τα εννοήσουν με την καρδιά τους και μετανοήσουν και τους θεραπεύσω», αλλά θέλουν, λέει, να παραμείνουν έτσι στην αμαρτία μέχρι που «να ερημωθούν οι πόλεις γιατί δεν θα έχουν κατοίκους και η γη θα εγκαταλειφθεί έρημη» (Ησ. στ’ 10-11).


Αυτό ακριβώς βλέπουμε ότι έπαθε και το νησί μας αυτό, η Κύπρος, και πολλά σπίτια και όλες σχεδόν οι κωμοπόλεις έμειναν έρημες από ανθρώπους και ακατοίκητες. Υπάρχουν, λέει, «σπίτια μεγάλα και ωραία, και δεν θα υπάρξουν κάτοικοι γι’ αυτά, και όποιος σπέρνει έξι αρτάβες θα λάβει ως απόδοση το μισό απ’ αυτές, τρία μέτρα» (Ησ. ε’ 9-10).


Και αυτό για πολλά χρόνια εμείς το πάθαμε, όμως ούτε έτσι αναγνωρίσαμε τι καρποφόρησαν τα χέρια μας, ούτε κατανοήσαμε μέσα στην καρδιά μας από πού άραγε και με ποιο τρόπο μας συνέβη αυτή η κάκωση, ούτε ακούσαμε Αυτόν που μας καλούσε και έλεγε «επιστρέψτε προς Εμένα και θα στραφώ προς εσάς» (Ησ. με’ 22, Ζαχ. α’ 3, Μαλ γ’ 7), αλλά ο καθένας έταξε στον εαυτό του ως νόμο δικό του το δικό του θέλημα και αμαρτάνει όπως θέλει, και δεν φέρνει στη μνήμη του ούτε τον θάνατο, ούτε τον Θεό, ούτε την κρίση.


Και αυτά τα γράφουμε όχι λέγοντάς τα τυχαία, αλλά από καρδιά γεμάτη θλίψη, που επιθυμεί τη σωτηριώδη επιστροφή του καθενός και τη μετάνοια, για να μη λυπείται, αλλά μάλλον να ευφραίνεται ο Θεός για τα έργα μας και να μας αναδείξει με τη χάρη Του μετόχους της αιώνιας ευφροσύνης και βασιλείας Του, γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει κάθε δοξολογία, τιμή και προσκύνηση, στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα συνεχώς, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.



Πηγή: https://alopsis.gr



Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου
Συγγράμματα, τόμος Β’,
εκδ. Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Νεοφύτου, 
Πάφος 1998, σσ. 269-272. 
Απόσπασμα από το βιβλίο 
''Από την Ανάσταση του Χριστού στην Πεντηκοστή'', 
Μετάφραση: Γεώργιος Β. Μαυρομάτης, Εκδόσεις ''Αρμός''.



Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος


ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ





«Αὐτά εἶπεν ὁ Ἰησοῦς καί ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν καί εἶπε. Πάτερ, ἦλθεν ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου». 1. «Αὐτός πού ἐφαρμόζει τάς ἐντολάς σου καί τάς διδάσκει», λέγει, «αὐτός θά ὀνομασθῇ μέγας εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 19). Καί πολύ εὔλογα· διότι τό νά φιλοσοφῇ κανείς μέ λόγια εἶναι εὔκολον, ἐνῷ τό νά παρουσιάζῃ μέ ἔργα αὐτά πού λέγει, εἶναι γνώρισμα ἀνθρώπου γενναίου καί μεγάλου.


Διά τοῦτο καί ὁ Χριστός, ὁμιλῶν περί ἀνεξικακίας, ἀναφέρει τόν ἑαυτόν του, προτρέπων ἀπό αὐτόν νά λαμβάνωμεν τά παραδείγματα. Διά τοῦτο καί μετά ἀπό αὐτήν τήν παραίνεσιν, ἔρχεται εἰς τήν προσευχήν, διδάσκων ἡμᾶς κατά τάς δοκιμασίας, ἀφήνοντες κατά μέρος ὅλα, νά καταφεύγωμεν εἰς τόν Θεόν. Ἐπειδή δηλαδή εἶπεν, «Εἰς τόν κόσμον θά ἔχετε θλῖψιν» (Ἰω. 16, 33), καί ἐνέβαλεν ἀνησυχίαν εἰς τάς ψυχάς των, μέ τήν προσευχήν ἀνιστᾷ πάλιν τό φρόνημά των· διότι μέχρι τότε τόν ἐπρόσεχαν ὡσάν ἄνθρωπον.


Καί δι’ ἐκείνους κάμνει τά ἴδια, ὅπως ἀκριβῶς καί εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ Λαζάρου, καί λέγει τήν αἰτίαν, ὅτι δηλαδή «Τό εἶπα διά τό παρευρισκόμενον πλῆθος, διά νά πιστεύσουν ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες» (Ἰω. 11,42). Ναί, λέγει· ἀλλά διά μέν τούς Ἰουδαίους ἐγίνοντο αὐτά πολύ εὔλογα, διά ποῖον λόγον ὅμως ἐγίνοντο καί διά τούς Μαθητάς; Καί διά τούς Μαθητάς ἐγίνοντο κατά πολύ φυσικόν λόγον·


διότι αὐτοί, πού μετά ἀπό τόσα ἔλεγον, «Τώρα γνωρίζομεν ὅτι ὅλα τά γνωρίζεις» (Ἰω. 16, 30), ἐχρειάζοντο περισσότερον ἀπό ὅλους τήν ἐπιβεβαίωσιν. Ἄλλωστε δέ οὔτε προσευχήν ὀνομάζει ὁ εὐαγγελιστής τό πρᾶγμα, ἀλλά τί λέγει; «Ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν», καί ἀποκαλεῖ αὐτό μᾶλλον συνομιλίαν μέ τόν Πατέρα.


άν δέ εἰς ἄλλην περίπτωσιν τήν ὀνομάζῃ προσευχήν, καί δείχνει αὐτόν ἄλλοτε μέν νά γονατίζῃ, ἄλλοτε δέ νά ὑψώνῃ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν, μή θορυβηθῇς· μέ αὐτά διδασκόμεθα τό ἀκατάπαυστον τῆς προσευχῆς, ὥστε καί ὅταν ἱστάμεθα νά βλέπωμεν ὄχι μόνον μέ τούς ὀφθαλμούς τῆς σαρκός, ἀλλά καί τῆς διανοίας, καί διά νά γονατίζωμεν συντρίβοντες ἔτσι τή καρδίαν μας·


διότι ἦλθεν ὁ Χριστός, ὄχι μόνον διά νά μᾶς δείξῃ τόν ἑαυτόν Του, ἀλλά καί νά μᾶς διδάξῃ τήν ἀνεκδιήγητον ἀρετήν. Αὐτός δέ πού διδάσκει πρέπει νά διδάσκῃ ὄχι μόνον μέ λόγια, ἀλλά καί μέ τά ἔργα. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τί λέγει ἐδῶ. «Πάτερ, ἦλθε ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου».


Πάλιν μᾶς δείχνει ὅτι δέν ἔρχεται εἰς τόν Σταυρόν χωρίς τήν θέλησίν Του. Διότι πῶς δέν θά ἤρχετο μέ τήν θέλησίν του αὐτός πού καί εὔχεται αὐτό νά συμβῇ καί δόξαν ὀνομάζει τό πρᾶγμα, ὄχι μόνον αὐτοῦ πού θά ἐσταυρώνετο, ἀλλά καί τοῦ Πατρός; Καί πράγματι ἔτσι ἔγινε· καθ’ ὅσον δέν ἐδοξάσθη μόνον ὁ Υἱός, ἀλλά καί ὁ Πατήρ· διότι πρίν ἀπό τόν σταυρόν οὔτε οἱ Ἰουδαῖοι τόν ἐγνώριζον (διότι λέγει «Ὁ Ἰσραήλ δέν μέ ἐγνώρισεν» (Ἠσ. 1, 3), μετά ὅμως τόν Σταυρόν ὅλη ἡ οἰκουμένη ἔτρεξε κοντά Του.


πειτα λέγει καί τόν τρόπον τῆς δόξης, καί πῶς θά τόν δοξάσῃ. «Σύμφωνα μέ τήν ἐξουσίαν πού τοῦ ἔδωσες ἐπί ὅλων τόν ἀνθρώπων, ὥστε νά μή χαθῇ κανείς ἀπό αὐτούς πού τοῦ ἔδωσες». Διότι τό νά εὐεργετῇ πάντοτε, ἀποτελεῖ δόξαν διά τόν Θεόν. Τί σημαίνει δέ «Καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Κατ’ ἀρχήν δείχνει ὅτι τό κήρυγμά του δέν περιορίζεται μόνον μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καί εἰς ὅλην τήν οἰκουμένην καί προετοιμάζει τήν κλῆσιν τῶν ἐθνικῶν.


πειδή δηλαδή εἶπεν, «Μή πηγαίνετε πρός τούς ἐθνικούς» (Ματθ. 10, 5), πρόκειται εἰς τήν συνέχειαν νά εἰπῇ, «Πηγαίνετε καί κάμετε μαθητάς μου ὅλα τά ἔθνη» (Ματθ. 28,19), δείχνει, ὅτι καί ὁ Πατήρ τό θέλει αὐτό· καθ’ ὅσον αὐτό ἐσκανδάλιζε πάρα πολύ τούς Ἰουδαίους, ἀλλά καί τούς μαθητάς· διότι οὔτε μετά ἀπό αὐτά ἠνείχοντο εὔκολα νά ἐπικοινωνοῦν μέ τούς ἐθνικούς, μέχρι ὅτου ἔλαβον τήν διδασκαλίαν τοῦ Πνεύματος·


καθ’ ὅσον δέν ἐγίνετο αὐτό μικρόν σκάνδαλον εἰς τούς Ἰουδαίους. Μετά λοιπόν τήν τόσον μεγάλην ἐπίδειξιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐλθών ὁ Πέτρος εἰς τά Ἰεροσόλυμα, μόλις κατώρθωσε νά διαφύγῃ τάς κατηγορίας, ὅταν ἀνέφερε τά σχετικά μέ τήν σινδόνα (Πράξ. κεφ. 11). Τί σημαίνει δέ, «Ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Πότε λοιπόν, θά ἐρωτήσωμεν τούς αἱρετικούς, ἔλαβεν αὐτήν τήν ἐξουσίαν; πρίν πλάσῃ αὐτούς ἤ ἀφοῦ τούς ἔπλασεν;


Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει μετά τήν Σταύρωσιν καί τήν Ἀνάστασιν. Τότε δηλαδή λέγει.«Μοῦ ἐδόθη κάθε ἐξουσία» (Ματθ. 28, 18), «πηγαίνετε καί κάμετε μαθητάς μου ὅλα τά ἔθνη» (Ματθ. 28, 19). Τί λοιπόν; δέν εἶχεν ἐξουσίαν ἐπί τῶν ἰδικῶν του ἔργων, ἀλλ̉ ἔδωσε μέν ἐξουσίαν εἰς αὐτούς, ὁ ἴδιος δέ μετά τό γεγονός αὐτό δέν εἶχεν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτῶν;


(Καί ὅμως φαίνεται ὅλα αὐτός νά τά κάμνῃ καί κατά τήν παλαιάν ἐποχήν, ἄλλους μέν τιμωρῶν ἐπειδή ἡμάρτανον, ἄλλους ἐπιστρέφοντας νά τούς διορθώνῃ· διότι λέγει· «δέν θά κρύψω ἀπό τόν υἱόν μου Ἀβραάμ, αὐτό πού πρόκειται νά κάμω» (Γεν. 18, 17), ἄλλους δέ ἐκτελοῦντας τάς ἐντολάς του νά τούς τιμᾷ)· ἔπειτα, τότε μέν εἶχεν ἐξουσίαν, μετά δέ τήν ἔχασε καί πάλιν τήν ξαναέλαβεν; Καί ποῖος δαίμων θά ἦτο δυνατόν νά εἰπῇ αὐτά;


άν δέ εἶναι ἡ ἴδια ἐξουσία καί τότε καί τώρα (διότι λέγει. «Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Πατήρ ἀνιστᾷ τούς νεκρούς καί τούς ζωοποιεῖ, ἔτσι καί ὁ Υἱός του ζωοποιεῖ ὅποιους θέλει» (Ἰω. 5, 21)· τί σημαίνει αὐτό πού ἐλέχθη; Ἐπρόκειτο νά στείλῃ αὐτούς εἰς τά ἔθνη· διά νά μή νομίσουν λοιπόν αὐτό ὡς καινοτομίαν ἐπειδή ἔλεγε. «Δέν ἀπεστάλην δι’ ἄλλο τίποτε, παρά διά τά χαμένα πρόβατα τοῦ οἴκου Ἰσραήλ» (Ματθ. 5, 24), δείχνει ὅτι αὐτό εἶναι ἐπιθυμητόν καί εἰς τόν Πατέρα.


άν δέ τό λέγῃ αὐτό μέ πολύ ταπεινά λόγια, δέν εἶναι καθόλου ἀξιοθαύμαστον· διότι ἔτσι καί ἐκείνους ἐπαίδευε τότε καί τούς μετά ταῦτα, καί, ὅπως προανέφερα, πάντοτε μέ τήν ὑπερβολικήν χρῆσιν ταπεινῶν ἐκφράσεων ἔπειθε πάρα πολύ ὅτι τά λόγια Του αὐτά ἐλέγοντο ἀπό συγκατάβασιν. 2. Τί σημαίνει δέ «πάσης σαρκός»;


Διότι, βέβαια, δέν ἐπίστευσαν ὅλοι. Καί ὅμως, ὅσον ἐξηρτᾶτο ἀπό Αὐτόν, ὅλοι ἐπίστευσαν· ἄν δέ δέν ἐπρόσεχαν εἰς τά λεγόμενά Του, ἡ κατηγορία δέν ἀνήκει εἰς τόν διδάσκαλον, ἀλλ̉ εἰς ἐκείνους πού δέν ἐδέχθησαν τά λόγια του. «Ὥστε νά δώσῃ ζωήν αἰώνιον εἰς τόν καθένα ἀπό ἐκείνους πού τοῦ ἔδωσες». Ἐάν δέ καί ἐδῶ ὁμιλῇ ἀνθρωπινώτερα, μή θαυμάσῃς·


διότι τό κάμνει αὐτό καί διά τούς λόγους πού ἔχομεν εἰπεῖ, καί διότι ἀποφεύγει πάντοτε ὁ Ἴδιος νά λέγῃ κάτι τό σπουδαῖον διά τόν ἑαυτόν Του, ἐπειδή αὐτό θά προσέκρουεν εἰς τήν σκέψιν τῶν ἀκροατῶν του, ἀφοῦ εἰς τήν ἀρχήν δέν ἐφαντάζοντο τίποτε τό ὑψηλόν περί αὐτοῦ. Ὁ Ἰωάννης λοιπόν, ὅταν ὁμιλῇ ἀπό μόνος του, δέν κάμνει τό ἴδιον, ἀλλά ἐκφράζεται κατά ὑψηλότερον τρόπον, λέγων τά ἑξῆς.


«λα δι’ αὐτοῦ ἔγιναν, καί τίποτε δέν ἔγινε χωρίς αὐτόν» (Ἰω. 1, 3), καί ὅτι «ἦτο ζωή» (Ἰω. 1, 4), καί ὅτι «ἦτο φῶς» (Ἰω. 1, 9), καί ὅτι «ἦλθεν εἰς τούς ἰδικούς του» (Ἰω. 1, 11)· ὄχι ὅτι δέν θά εἶχεν ἐξουσίαν, ἐάν δέν ἐλάμβανεν, ἀλλ̉ ὅτι καί εἰς ἄλλους ἔδωσεν «ἐξουσίαν νά γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 12). Καί ὁ Παῦλος ὁμοίως τόν ὀνομάζει ἴσον μέ τόν Θεόν (Φιλιπ. 2, 6). Αὐτός ὅμως παρακαλεῖ τόν Πατέρα ἀνθρωπινώτερον, λέγων τά ἑξῆς.


«Διά νά δώσω ζωήν αἰώνιον εἰς τόν καθένα πού μοῦ ἔδωσες. Αὐτή δέ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, τό νά γνωρίσουν ἐσένα ὡς τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καθώς καί τόν Ἰησοῦν Χριστόν πού ἔστειλες εἰς τόν κόσμον». Τό «Μόνον ἀληθινόν Θεόν» τό λέγει πρός διάκρισιν ἀπό τούς μή πραγματικούς θεούς· καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο νά στείλῃ αὐτούς εἰς τά ἔθνη.


άν ὅμως δέν τό δεχθοῦν μέ αὐτό καί μόνον ἀρνοῦνται τόν Υἱόν ὡς ἀληθινόν Θεόν, προχωροῦντες δέ ἔτσι θ’ ἀρνηθοῦν καί ὅτι εἶναι Θεός· καθ̉ ὅσον λέγει. «Δέν ζητεῖτε τήν τιμήν πού προέρχεται ἀπό τόν μόνον Θεόν» (Ἰω. 5, 44). Τί λοιπόν; Δέν εἶναι ὁ Υἱός Θεός; Ἐάν δέ ὁ Υἱός εἶναι Θεός καί ὀνομάζεται μόνος τοῦ Πατρός, εἶναι φανερόν ὅτι εἶναι καί ἀληθινός καί ὀνομάζεται μόνος ἀληθινός.


Τί δέ; ὅταν ὁ Παῦλος λέγῃ, «Ἤ μόνος ἐγώ καί ὁ Βαρνάβας;» (Α´ Κορ. 14, 6), ἆρά γε ἀρνεῖται τόν Βαρνάβαν; Καθόλου· διότι τό «μόνος» χρησιμοποιεῖται πρός διάκρισιν ἀπό ἄλλους. Ἐάν δέ δέν εἶναι ἀληθινός Θεός, πῶς εἶναι ἀλήθεια; (Ἰω. 14,6) διότι ἡ ἀλήθεια δέν διαφέρει τοῦ ἀληθινοῦ. Τί θά εἰποῦμεν ὅτι δέν εἶναι κἄν ἄνθρωπος; Κατά τόν ἴδιον τρόπον, ἐάν ὁ Υἱός δέν εἶναι ἀληθινός Θεός πῶς εἶναι Θεός; πῶς ἐμᾶς μᾶς κάμνει θεούς καί υἱούς, χωρίς νά εἶναι ἀληθής;


λλά δι’ αὐτά ἐλέχθησαν εἰς ἐσᾶς λεπτομερέστερον εἰς ἄλλους λόγους, διά τοῦτο ἄς προχωρήσωμεν εἰς τήν συνέχειαν. «Ἐγώ σέ δόξασα ἐπάνω εἰς τήν γῆν». Καλῶς εἶπεν, «Ἐπί τῆς γῆς»· διότι εἰς τόν οὐρανόν εἶχε δοξασθῆ, ἔχων καί εἰς τήν φύσιν Του τήν δόξαν καί προσκυνούμενος ὑπό τῶν Ἀγγέλων. Δέν ὁμιλεῖ λοιπόν δι’ ἐκείνην τήν δόξαν, πού εἶναι συνηνωμένη μέ τήν οὐσίαν Του (διότι ἐκείνην τήν δόξαν, καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν δοξάσῃ, ἐξακολουθεῖ νά τήν ἔχει πλήρη), ἀλλ̉ ὁμιλεῖ δι̉ αὐτήν πού προέρχεται ἀπό τήν λατρείαν τῶν ἀνθρώπων.


στε λοιπόν τό «δόξασόν με» ἔχει αὐτήν τήν σημασίαν. Καί διά νά μάθῃς ὅτι αὐτόν τόν τρόπον τῆς δόξης ἐννοεῖ, ἄκουσε τά ἐν συνεχείᾳ. «Τό ἔργον τό ἐτελείωσα πού μοῦ ἔδωσες νά κάνω»· μολονότι βέβαια ἀκόμη τό ἔργον του εὑρίσκετο εἰς τήν ἀρχήν, μᾶλλον δέ οὔτε εἰς τήν ἀρχήν.


Πῶς λοιπόν λέγει, «ἐτελείωσα»; Ἤ ἐννοεῖ ὅτι ἔκαμα ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἀπό ἐμένα, ἤ ὀνομάζει ὡς νά ἔγινεν ἐκεῖνο πού ἐπρόκειτο νά γίνῃ ἤ αὐτό πού κυρίως ἠμποροῦμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι τό πᾶν ἦτο πλέον τετελεσμένον, ἐφ’ ὅσον εἶχε τοποθετηθῆ ἡ ρίζα τῶν ἀγαθῶν, ἀπό τήν ὁποίαν ὁπωσδήποτε κατ̉ ἀνάγκην ἐπρόκειτο νά προέλθουν οἱ καρποί καί ὅτι θά ἦτο παρών καί συνηνωμένος μέ ἐκείνους πού θά ἤρχοντο εἰς τό μέλλον.


Διά τοῦτο πάλιν λέγει μέ τρόπον συγκαταβατικόν. «Αὐτό πού μοῦ ἔδωσες». Διότι, ἐάν βέβαια ἐπερίμενε νά ἀκούσῃ καί νά μάθῃ, θά ἀπεῖχον αὐτά πολύ ἀπό τήν δόξαν του· τό ὅτι λοιπόν αὐτό τό ἔκαμε μέ τήν θέλησίν Του εἶναι φανερόν ἀπό πολλά. Ὅπως, ὅταν λέγῃ ὁ Παῦλος ὅτι «τόσον πολύ μᾶς ἠγάπησεν, ὥστε νά παραδώσῃ τόν ἑαυτόν του πρός χάριν μας» (Ἐφ. 5, 2), καί «ἐταπείνωσε τόν ἑαυτόν του, λαβών μορφήν δούλου» (Φιλιπ. 2, 7), καί πάλιν·


«πως ἀκριβῶς μέ ἠγάπησεν ὁ Πατήρ μου καί ἐγώ ἠγάπησα ἐσᾶς» (Ἰω. 5, 9). «Δόξασέ με, Πάτερ, μέ τήν δόξαν ἐκείνην πού εἶχα πρίν ἀκόμη ὁ κόσμος ἔλθῃ εἰς τήν ὕπαρξιν». Καί ποῦ εἶναι ἐκείνη ἡ δόξα; Ἔστω λοιπόν ὅτι πλησίον τῶν ἀνθρώπων πολύ εὔλογα ἦτο χωρίς δόξαν ἐξ αἰτίας τῆς ἐνδυμασίας Του, πῶς ζητεῖ νά δοξασθῇ πλησίον τοῦ Θεοῦ;


Τί λοιπόν ἐννοεῖ ἐδῶ; Ἐδῶ ὁ λόγος γίνεται περί τοῦ ἔργου τῆς θείας οἰκονομίας· διότι ἀκόμη δέν εἶχε δοξασθῆ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις του οὔτε εἶχεν ἀπολαύσει ἀφθαρσίας, οὔτε εἶχε λάβει μέρος εἰς τόν βασιλικόν θρόνον. Διά τοῦτο δέν εἶπεν, «Ἐπί τῆς γῆς», ἀλλά «πλησίον σου». 3. Αὐτήν τήν δόξαν θά ἀπολαύσωμεν καί ἡμεῖς κατά τό ἰδικόν μας μέτρον, ἐάν εἴμεθα προσεκτικοί. Διά τοῦτο καί ὁ Παῦλος λέγει.


«άν βέβαια πάσχωμεν μαζί του, διά νά δοξασθῶμεν μαζί του» (Ρωμ. 8, 17). Ἑπομένως εἶναι ἄξιοι μυρίων δακρύων ἐκεῖνοι πού, ἄν καί ὑπάρχει ἔμπροσθέν των τόση δόξα, ἐξ αἰτίας τῆς ὀκνηρίας των καί τῆς ἀδιαφορίας των προκαλοῦν κακά εἰς τόν ἑαυτόν των, καί, ἐάν δέν ὑπῆρχε γέεννα, θά ἦσαν ἀθλιώτεροι ἀπό ὅλους, καθ̉ ὅσον, ἐνῷ ἠμποροῦν νά βασιλεύσουν καί νά δοξασθοῦν μαζί μέ τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ἀποστεροῦν τόν ἑαυτόν των ἀπό τόσα ἀγαθά·


διότι, ἐάν ἐχρειάζετο νά κατασφαγοῦν, ἐάν ἐχρειάζετο νά ὑποστοῦν μυρίους θανάτους, ἐάν ἐχρειάζετο νά παραδώσουν ἀπείρους ψυχάς καί τόσα ἄλλα σώματα καθημερινῶς, δέν ἔπρεπε νά ὑποστοῦν ὅλα αὐτά χάριν τῆς τόσον μεγάλης δόξης;


Τώρα ὅμως οὔτε τά χρήματα περιφρονοῦμεν, τά ὁποῖα ἀργότερον θά τά ἀποχωρισθοῦμεν καί χωρίς νά τό θέλωμεν· δέν περιφρονοῦμεν τά χρήματα, πού μᾶς περιβάλλουν μέ ἀμέρτητα κακά, καί πού μένουν ἐδῶ καί δέν εἶναι ἰδικά μας (διότι διαχειριζόμεθα ἐκεῖνα πού δέν εἶναι ἰδικά μας καί ἄν ἀκόμη τά ἔχωμεν ἀπό πατρικήν κληρονομίαν)· ὅταν ὅμως καί γέεννα ὑπάρχῃ καί σκώληξ αἰώνιος καί ἄσβεστον πῦρ καί τρυγμός τῶν ὀδόντων, εἰπέ μου, πῶς θά τά ὑποφέρωμεν αὐτά;


Μέχρι πότε θά εἴμεθα ἀπρόσεκτοι καί θά δαπανῶμεν τό πᾶν εἰς καθημερινάς διαμάχας καί φιλονεικίας καί λόγους ἀνωφελεῖς, τρέφοντες τήν γῆν, παχαίνοντας τό σῶμα, καί ἀδιαφοροῦντες διά τήν ψυχήν, διά μέν τά ἀναγκαῖα μή κάμνοντες κανένα λόγον, διά δέ τά περιττά καί ἀνώφελα δεικνύοντες πολλήν φροντίδα;


Καί οἰκοδομοῦμεν μέν λαμπρούς τάφους καί ἀγοράζομεν πολυτελεῖς οἰκίας καί ἀκολουθούμεθα ἀπό ἀγέλας παντός εἴδους ὑπηρετῶν καί ἐπινοοῦμεν διαφόρους οἰκονόμους, ἀγρῶν, οἰκιῶν, διαχειριστάς χρημάτων καί καθιστῶντες ἄρχοντες ἀρχόντων, διά δέ τήν ψυχήν μας πού ἔχει μείνει τελείως ἔρημη δέν δείχνομεν καμμίαν φροντίδα. Καί ποῖο θά εἶναι τό τέλος αὐτῶν; δέν γεμίζομεν μίαν γαστέρα;


Δέν ἐνδύομεν ἕνα σῶμα; διατί τόσος πολύς θόρυβος δι’ αὐτά τά πράγματα; Διατί τέλος πάντων ὅλα αὐτά καί διατί τήν ψυχήν πού ἐλάβομεν τήν κατασφαγιάζομεν, τήν κατασπαράσσομεν μέ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τάς φροντίδας, ἐπινοοῦντες φοβεράν δουλείαν διά τούς ἑαυτούς μας; Διότι ἐκεῖνος πού ἔχει ἀνάγκην ἀπό πολλά, εἶναι δοῦλος πολλῶν, καί ἄν ἀκόμη φαίνεται ὅτι εἶναι κυρίαρχος αὐτῶν.


Διότι καί τῶν ὑπηρετῶν δοῦλος εἶναι ὁ κύριος καί δημιουργεῖ ἄλλον μεγαλύτερον τρόπον ὑπηρεσίας καί κατ’ ἄλλον τρόπον δέ εἶναι δοῦλος, διότι δέν τολμᾷ χωρίς ἐκείνους νά μεταβῇ εἰς τήν ἀγοράν οὔτε εἰς τό λουτρόν, οὔτε εἰς τόν ἀγρόν, ἐνῷ αὐτοί πολλές φορές παντοῦ πηγαίνουν χωρίς τόν κύριόν των. Ἀλλ̉ ὁ θεωρούμενος ὅτι εἶναι κύριος, ἄν δέν εἶναι παρόντες οἱ δοῦλοι, δέν τολμᾷ νά βγῇ ἀπό τήν οἰκίαν, ἀλλά καί ἄν ἀκόμη συμβῇ νά βγῇ μόνος ἀπό τήν οἰκίαν, θεωρεῖ τόν ἑαυτόν του ὅτι εἶναι διά γέλια.


σως μερικοί μᾶς γελοῦν πού λέγομεν αὐτά, ἀλλ̉ ὅμως ἀκριβῶς δι’ αὐτό θά ἦσαν ἄξιοι μυρίων δακρύων· διότι διά νά διαπιστώσῃς ὅτι αὐτό εἶναι δουλεία, θά σέ ἐρωτοῦσα εὐχαρίστως· ἤθελες νά εἶχεις τήν ἀνάγκην ἐκείνην πού θά ἔθετε τήν τροφήν εἰς τό στόμα σου ἤ θά προσέφερε τό ποτήρι εἰς τά χείλη σου; Δέν θά ἐθεωροῦσες αὐτήν τήν ὑπηρεσίαν ἀξίαν δακρύων;


Τί δέ, ἐάν ἐχρειάζεσο μερικούς διά νά σέ βαστάζουν διαρκῶς διά νά βαδίζῃς, δέν θά ἐθεωροῦσες ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τόν ἑαυτόν σου ἐλεεινόν καί ἀθλιώτερον ἀπό ὅλους; Λοιπόν καί τώρα τέτοιαι ἔπρεπε νά εἶναι οἱ διαθέσεις σου· διότι καθόλου δέν διαφέρει, εἴτε νά παθαίνει αὐτά κανείς ἀπό ἄλογα ζῶα εἴτε ἀπό ἀνθρώπους.


Τί δέ, εἰπέ μου, δέν διαφέρουν ὡς πρός αὐτό οἱ ἄγγελοι ἀπό ἡμᾶς, τό ὅτι δηλαδή δέν ἔχουν τήν ἀνάγκην των ὅσων ἔχομεν ἡμεῖς; Λοιπόν, ὅσον ὀλιγωτέραν ἔχομεν τήν ἀνάγκην, τόσον περισσότερον πλησιάζομεν πρός ἐκείνους, ὅσον δέ περισσοτέραν, τόσον περισσότερον καταπίπτομεν εἰς αὐτόν τόν φθαρτόν βίον. Καί διά νά μάθῃς ὅτι αὐτά ἔχουν ἔτσι, ἐρώτησε τούς γέρους ποῖον βίον μακαρίζουν, ἐκεῖνον πού ἦσαν τότε ὑποδουλωμένοι εἰς αὐτόν ἤ ἐκεῖνον πού εἶναι σήμερα κυρίαρχοι αὐτοῦ;


Διότι ἀκριβῶς δι’ αὐτό ἀνεφέραμεν ἐκείνους, ἐπειδή ἐκεῖνοι πού εἶναι μεθυσμένοι ἀπό τά τῆς νεότητος οὔτε κἄν γνωρίζουν τό ὑπερβολικόν μέγεθος τῆς δουλείας. Τί δέ, αὐτοί πού πάσχουν ἀπό πυρετόν μακαρίζουν τόν ἑαυτόν των, ὅταν αἰσθάνονται μεγάλην δίψαν καί πολλήν πεῖναν καί ἔχουν ἀνάγκην ἀπό πολλά ἄλλα ἤ ὅταν ἀποκτήσουν τήν ὑγείαν των καί ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν ἐπιθυμίαν;


Βλέπεις ὅτι παντοῦ εἶναι ἐλεεινόν καί ξένον πρός τήν φιλοσοφίαν καί ἐπέκτασις τῆς δουλείας καί τῆς ἐπιθυμίας τό νά ἔχῃ κανείς ἀνάγκην ἀπό πολλά πράγματα; Διατί λοιπόν μέ τήν θέλησίν μας μεγαλώνομεν τήν ἀθλιότητα εἰς τόν ἑαυτόν μας; Διότι εἰπέ μου, ἐάν ἦτο δυνατόν νά κατοικῇς χωρίς στέγην καί τοίχους καί χωρίς νά βλάπτεσαι καθόλου, δέν θά ἐπροτιμοῦσες περισσότερον αὐτό; Διά ποῖον λόγον λοιπόν ἐπεκτείνεις τά γνωρίσματα τῆς ἀσθενείας;


Δέν μακαρίζομεν δι’ αὐτό τόν Ἀδάμ, ἐπειδή δέν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό τίποτε, οὔτε ἀπό οἰκήματα, οὔτε ἀπό ἐνδύματα; Ναί, λέγει· ἀλλά τώρα εἴμεθα ὑπό τό κράτος τῆς ἀνάγκης. Διατί λοιπόν αὐξάνομεν τήν ἀνάγκην; Διότι, ἐάν πολλοί περικόπτουν πολλά καί ἀπό τά ἀναγαῖα (ἐννοῶ τούς δούλους, τά οἰκήματα καί τά χρήματα), ποίαν δικαιολογίαν θά ἠμπορούσαμεν νά ἔχωμεν, ὑπερβαίνοντες τήν ἀνάγκην;


Μέ ὅσον περισσότερα περιβάλλεσαι, τόσον περισσότερον δουλικώτερος γίνεσαι· διότι ὅσον περισσότερα χρειάζεσαι, τόσον περισσότερον μειώνεις τήν ἐλευθερίαν σου· καθ̉ ὅσον ἡ μέν πλήρης ἐλευθερία συνίσταται εἰς τό νά μή ἔχωμεν καμμίαν ἀνάγκην, ἐνῷ ἐκείνη πού ἀκολουθεῖ αὐτήν συνίσταται εἰς τό νά ἔχωμεν τήν ἀνάγκην ὀλίγων πραγμάτων, τήν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἄγγελοι πρό πάντων καί οἱ μιμηταί αὐτῶν, ὅμως τό νά τό κατορθώσουν αὐτό ἄνθρωποι πού μένουν μέσα εἰς θνητόν σῶμα σκέψου πόσον μεγάλον ἔπαινον ἔχει αὐτό τό πρᾶγμα.


Αὐτό ἔλεγε καί ὁ Παῦλος γράφων πρός τούς Κορινθίους.«Ἐγώ δέ σᾶς λυποῦμαι» (Α´ Κορ. 7, 28), καί «Διά νά μή ὑποφέρουν αὐτοί εἰς τήν ζωήν» (Αὐτόθι). Διά τοῦτο ὀνομάζονται χρήματα, διά νά τά χρησιμοποιοῦμεν ὅπου χρειάζονται, ὄχι διά νά τά φυλάσσωμεν


καί νά τά κρύπτωμεν μέσα εἰς τήν γῆν· διότι αὐτό δέν δείχνει ὅτι τά ἀπεκτήσαμεν, ἀλλ̉ ὅτι αὐτά ἀπέκτησαν ἡμᾶς· καθ’ ὅσον ἐάν πρόκειται αὐτό νά σκεπτώμεθα, πῶς αὐτά νά τά κάνωμεν πολλά καί ὄχι διά νά τά ἀπολαύσωμεν εἰς τά ἀναγκαῖα πράγματα, ἀνετράπη ἡ τάξις, καί ἐκεῖνα κατέκησαν ἡμᾶς καί ὄχι ἡμεῖς ἐκεῖνα.


ς ἀπαλλαγῶμεν λοιπόν ἀπό αὐτήν τήν φοβεράν δουλείαν· καί ἄς γίνωμεν κάποτε ἐλεύθεροι. Διατί ἐπινοοῦμεν διά τούς ἑαυτούς μας ἀπείρους καί διαφόρων εἰδῶν δεσμούς; Δέν σοῦ ἀρκεῖ ὁ δεσμός τῆς φύσεως καί ἡ ἀνάγκη τῆς ζωῆς καί τό πλῆθος τῶν ἀπείρων πραγμάτων, ἀλλά πλέκεις καί ἄλλα δίκτυα διά τόν ἑαυτόν σου καί δένεις μέ αὐτά τά πόδια σου;


Καί πότε θά σκεφθῇς καί θά φροντίσῃς, διά τόν οὐρανόν καί θά ἠμπορέσῃς νά ἀνεβῇς πρός τό ὕψος ἐκεῖνο; Πρέπει λοιπόν νά θελήσῃ κανείς, νά θελήσῃ νά κόψῃ αὐτά τά σχοινιά διά νά ἠμπορέσῃ νά φροντίσῃ διά τήν οὐράνιον πόλιν· τόσα πολλά ἄλλα ἐμπόδια ὑπάρχουν, πού διά νά τά νικήσωμεν ὅλα πρέπει νά ἀρκούμεθα εἰς τά ὀλίγα·


διότι ἔτσι θά φροντίσωμεν καί διά τήν αἰώνιον ζωήν μέ τήν χάριν καί φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τόν Ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.





Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

«ΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ»: ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α' 1935-2013 (ΟΜΙΛΙΑ 1η)




Απομαγνητοφωνημένες, αποσπασματικές ομιλίες του μακαριστού πνευματικού πατρός ημών, αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α', επί τη συμπληρώσει δέκα ετών εκ της εκδημίας του εις χείρας Κυρίου 17 (30) Μαϊου 2013 εκκλ. ημ.





1985. Κυριακή των αγίων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου.
Βράδυ στο πνευματικό κέντρο της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης στην Αθήνα.
«Η πραγματική Χαρά κρύβεται στην εν Χριστώ ζωή».
Είναι το θέμα της ομιλίας του αειμνήστου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α'.
(Απόσπασμα)





Απομαγνητοφώνηση, επιμέλεια ομιλίας, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Απομαγνητοφωνημένες, αποσπασματικές ομιλίες
αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α',
επί τη συμπληρώσει δέκα ετών εκ της εκδημίας του εις χείρας Κυρίου
17 (30) Μαϊου 2013 εκκλ. ημ.
Ομιλία 1η: «Η πραγματική Χαρά κρύβεται στην εν Χριστώ ζωή».
Ομιλία της Κυριακής των αγίων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου 1985.





«Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΑ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ»


Θα ήθελα επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού, σήμερα αυτή την ώρα που η δωρεά του Θεού -η φιλανθρωπία του Θεού μας- προσφέρει, θα ήθελα ν' αναφερθώ για την χαρά που ακούσατε στην σημερινή ευαγγελική περικοπή, που ήταν ένα από τα αιτήματα που έκανε ο Χριστός μας και μάλιστα εις την αρχιερατική αυτή προσευχή λίγες ώρες πριν το μαρτύριό του.


Ενώ εγνώριζε σαν καρδιογνώστης -εκτός από τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός- τι ακριβώς του συνέβαινε, κι ακόμη πριν έρθει στον κόσμο τα είχε προείπει διά των προφητών του, τις λίγες αυτές ώρες προ του πάθους εκεί στον τόπο στη Γεσθημανή, μέσα στα άλλα αιτήματα που έκανε ως τέλειος άνθρωπος προς τον ουράνιο πατέρα τον Θεό. Διαβάσαμε σήμερα και ακούσαμε στο Ευαγγέλιο «ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς».


Ενώ λοιπόν ο Χριστός ετοιμάζεται για το μαρτύριο, προσεύχεται και παρακαλεί τον ουράνιο Πατέρα για τους μαθητάς του. Και για κείνους που θα πιστέψουν στο κήρυγμα αυτό των αποστόλων του να έχουν -τι να έχουν- την χαράν -λέει- την εμήν. Αυτήν την χαρά λέει, την οποία έχουμε εμείς -την χαράν την εμήν- αυτήν λοιπόν την χαρά να έχουν πεπληρωμένη εν αυτοίς. Βλέπουμε μετά, τον άλλοτε διώκτη, τον φοβερό διώκτη τον απόστολο Παύλο, όταν ο πρώτος μάρτυς για την πίστιν και την αγάπη του Χριστού μας -εξού και πρωτομάρτυς- ο Στέφανος ο Παύλος κρατούσε τότε τα ιμάτια του Στεφάνου.


Ο άλλοτε λοιπόν διώκτης του Χριστιανισμού και μετά Απόστολος των Εθνών και πρώτος, όπως τον ονομάζουν οι πατέρες της Εκκλησίας, λέγει λοιπόν ο απόστολος Παύλος γι' αυτή τη χαρά -εκεί σε μια επιστολή- διαβάζουμε την προς  Γαλάτας, λέγει, ότι αυτή η χαρά η αληθινή και μόνιμος είναι -λέει- καρπός του Αγίου Πνεύματος. Και πάλι, ο ίδιος ο Απόστολος σε μια άλλη επιστολή προς Φιλιππησίους λέγει χαίρετε -να χαίρεστε- όχι την χαρά την κοσμική, «χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε».


Και πάλι ο ίδιος ο Κύριος, εκεί μας εξιστορεί ο μαθητής της Αγάπης -ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος- λέει «ταύτα λελάληκα υμίν ίνα η χαρὰ η εμὴ εν υμίν η και η χαρὰ υμών πληρωθή». Δεν είναι μικρό το δώρο, εάν προσεκτικά μελετήσομε αυτή την ευαγγελική περικοπή, δεν είναι μικρό αυτό το δώρο, το οποίο προσφέρει ο Χριστός μας σ' εμάς. Διότι ό,τι ζητάει -ως τέλειος άνθρωπος από τον Θεό Πατέρα- ο Θεός του το δίνει.


Δεν είναι λοιπόν μικρό το δώρο, το ότι παρακαλεί και μάλιστα επαναλαμβάνω τις ώρες αυτές της αγωνίας, ίνα οι μαθηταί του κι εκείνοι που θα πιστέψουν εις τους μαθητάς, να έχουν αυτήν την μόνιμον -όχι την προσωρινή- την μόνιμον χαράν. Δεν είναι επαναλαμβάνω μικρό το δώρο, είναι πάρα πολύ μεγάλο αυτό το δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο. Και βλέπουμε πραγματικά εις τους ανθρώπους του Θεού να έχουν αυτήν την μόνιμον και την διαρκήν χαράν.


Η χαρά του κόσμου, η χαρά της ηδονής, η χαρά της αμαρτίας, στην πραγματικότητα δεν είναι χαρά, γιατί γλυκαίνει κανείς, χαίρεται κανείς ώσπου να κάνει την αμαρτία, μετά που θα κάμει την αμαρτία είναι σαν το φαρμάκι, που είναι μέσα στο γλυκό που γλυκαίνεται, η γλώσσα γλυκαίνεται, ο λάρυγγας, και μετά από λίγο, από το δηλητήριο δηλητηριάζεται ο άνθρωπος, φαρμακώνεται και αποθνήσκει. Λοιπόν, η χαρά της αμαρτίας στην ουσία δεν είναι χαρά, αλλά είναι δυστυχία. Είναι κόλασις.


Και λένε οι Πατέρες, από αυτόν τον κόσμο ο άνθρωπος προγεύεται ή την κόλαση ή τον Παράδεισο. Όταν σ' αυτόν τον κόσμο έχει κανείς συνεχώς άγχος, έχει θλίψη, έχει κατάθλιψη, έχει μελαγχολία, έχει πίκρα, έχει φαρμάκι, έχει σύγχυση, έχει ταραχή, έχει στενοχώρια, έχει ακηδία, είναι μία πρόγευσις της κολάσεως. Όταν ο άνθρωπος -ο Χριστιανός άνθρωπος- έχει μέσα στη καρδιά του, έχει την ειρήνη, έχει την χαρά, έχει την ανέκφραστη αυτή ψυχική αγαλλίαση, είναι μία πρόγευσις του Παραδείσου.


Τα βάσανα και οι δοκιμασίες δεν μειώνουν αυτήν την χαράν, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος. Γιατί λέει ο απόστολος Παύλος, ο καρπός -λέει- του πνεύματος είναι χαρά, είναι ειρήνη. Αυτός ο καρπός που είναι του Αγίου Πνεύματος, αυτή η εν Χριστώ χαρά δεν μειώνεται επαναλαμβάνω με τας θλίψεις και τας δοκιμασίας του κόσμου τούτου. Θέλετε παράδειγμα; Τί ποιο ζωντανό παράδειγμα από τους μάρτυρας του Χριστού μας!


Ενώ πήγαιναν να μαρτυρήσουν, ενώ μαρτυρούσαν, ενώ ήταν μέσα στις πυρωμένες πυροστιές, ενώ ήταν μέσα στα καρφιά, ενώ ήταν ανάποδα πάνω στο σταυρό, ενώ ήταν μέσα στην πίσσα την βρασμένη, ενώ ήταν μέσα στα ανατριχιαστικά βασανιστήρια που διαβάζουμε μέσα στο συναξάρι της Εκκλησίας, εκείνοι είχαν χαρά ανεκλάλητη. Κανείς δεν μπορεί να εκφραστεί πρεπόντως και κανείς δεν μπορεί να περιγράψει -είτε με τη γλώσσα είτε με την πέννα- αυτή τη χαρά που ένιωθαν οι μάρτυρες του Χριστού, την ώρα, όχι που πήγαιναν να μαρτυρήσουν, αλλά την ώρα που μαρτυρούσαν!


Πολλές φορές και αυτοί οι δήμιοι απορούσαν και εθαύμαζαν το μεγαλείο του Χριστιανισμού. Αυτοί, όχι μόνο οι δοκιμασίες, οποιαδήποτε δοκιμασία -και το μαρτύριο ακόμα και ο θάνατος και ο θάνατος προσφιλεστάτων προσώπων- όταν κανείς έχει την εν Χριστώ ζωή, ζει κανείς την εν Χριστώ ζωή, ακόμα κι αυτός ο θάνατος δεν μειώνει την χαρά! Τό' πα κι άλλες φορές αυτό και το επαναλαμβάνω, γιατί είναι προς τιμήν αυτής της γυναικός! Ενθυμούμαι, ήμουνα λαϊκός τότε και ευρέθηκα στην κηδεία της Μυρτιδιωτίσσης, της κόρης του Πατέρα -του εφοπλιστού του Πατέρα.


Αυτός είχε λευχαιμία και είχε τρία παιδιά: είχε τον Διαμαντή -τους οποίους είχα γνωρίσει- την Καλλιόπη, η οποία ήταν η πρώτη -ο Διαμαντής ήταν δεύτερος και η Ειρήνη ήταν μικρότερη- ήταν τότε δεκαεννιά, είκοσι χρονών. Αυτή -λοιπόν- αγαπούσε πολύ τον πατέρα της και παρακάλεσε τον Χριστό να πάρει την αρρώστια απ' τον πατέρα της και να τη δώσει σ' εκείνη! Και γιατι με πίστη παρακάλεσε τον Χριστό μας, ο Χριστός μας της έκαμε αυτό το χατίρι, εξεπλήρωσε αυτό το αίτημά της και έκανε καλά τον πατέρα της και έδωσε την λευχαιμία σ' εκείνη!...


Είχαν αυτοί -βέβαια- τον τρόπο της ζωής, τον τρόπο με τα χρήματα και την πήγαιναν κάθε τόσο στην Ελβετία και της άλλαζαν το αίμα, διότι είχε το καρκίνο μέσα στο αίμα. Είχε δε φρικτούς πόνους και τότε στο σπίτι τους στο Ψυχικό ήταν ένα εκκλησάκι και εκεί ο π. Φιλόθεος ο Ζερβάκος εφιλοξενείτο και έκανε πολλές λειτουργίες. Και ενθυμούμαι, που σε μία παράκληση που κάναμε με τον π. Φιλόθεο -λαϊκός τότε εγώ- ενθυμούμαι που έλεγα «Υπεραγία Θεοτόκε» -έψαλλα τότε εγώ τη παράκληση-  «θεράπευσον τη δούλη σου» και αυτή ήταν πίσω μου. Σας είπα, περίπου είκοσι ετών, μια ωραιοτάτη κοπέλα.


Είχε φρικτούς πόνους και μια φορά μας έλεγε ο π. Φιλόθεος, την λυπήθηκε και παρεκάλεσε τον Χριστό μας να πάρει τους πόνους από εκείνη για μισή ώρα να την ξεκουράσει και να δώσει τους πόνους αυτούς στον π. Φιλόθεο! Και ο Χριστός ήκουσε την φωνή του γέροντος και του έδωσε τους πόνους! Αυτή ανακουφίστηκε κι ήρθαν οι πόνοι στον γέροντα. Κι ο γέροντας ο καημένος γύριζε το κεφάλι του μέσα στα σίδερα του κρεββατιού κι ήταν τόσο -μας έλεγε- αφόρητοι οι πόνοι που μόνον πέντε λεπτά άντεξε.


Και είπε «Θεέ μου δεν αντέχω άλλο θα ξεψυχήσω πάρε μου τους πόνους». Μόνο πέντε λεπτά άντεξε. Και θαύμασε λοιπόν ο γέροντας, εθαύμασε την υπομονή αυτής της κοπέλας. Και την προέτρεψε ο γέροντας να γίνει μοναχή. Και λέει, μα πως να κάνω εγώ γέροντα, που είμαι άρρωστη και δεν μπορώ να εκπληρώσω τα μοναχικά μου καθήκοντα; Λέει, εσύ κανόνας σου θα είναι να συνεχίσεις να κάμεις υπομονή στους πόνους. Και δέχτηκε κι έγινε μεγαλόσχημη κι από Ειρήνη την βγάλανε Μυρτιδιώτισσα!


Αφού λοιπόν την κάνανε μοναχή, ζήτησε να μείνει στο υπόγειο του σπιτιού στο Ψυχικό και δεν επέτρεψε πλέον στις υπηρεσίες να της ξαναπλύνουν τα ρούχα, να της πάνε το φαγητό, παρά μόνη της εκεί πέρα εμαγείρευε, έπλενε τα ρούχα της και ο Χριστός μας έκανε το θαύμα Του και την έκανε τελείως καλά, αφού έγινε μοναχή! Αλλά για έναν μήνα μόνο. Μετά από ένα μήνα ξανά προσεβλήθη, σαν να της είπε, «ότι βλέπεις μπορώ να σε κάνω καλά και σ' έκανα καλά, αλλά δεν είναι συμφέρον σου. Συμφέρον σου είναι να απέλθεις». Και επανήλθε λοιπόν μετά από ένα μήνα η ασθένεια και βρέθηκα και στη κηδεία της, που έγινε εδώ στον συνοικισμό του Παπάγου, στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο.


Γιατί το ανέφερα αυτό; Γιατί το ανέφερα σαν ένα παράδειγμα, σαν επισφράγισμα στα λόγια που είπα προηγουμένως, ότι ούτε οι δυσκολίες του προσκαίρου βίου, ακόμη ούτε κι ο θάνατος προσφιλών προσώπων μπορεί να μειώσει αυτή τη χαρά, που έχει ο Χριστιανός άνθρωπος μέσα στη καρδιά του. Λοιπόν, δεν ξαναείχα βρεθεί εγώ σε κηδεία μοναχού και έσπευσα να πάω στο μνήμα και να παρακολουθήσω. Την είχαν μέσα στο φέρετρο και έβαλαν τις τριχές και ήταν έτοιμοι, σήκωσαν τις τριχές και την κατέβαζαν κάτω. Η μητέρα, η οποία ήξερε την τάξη την μοναχική -κοσμική τότε η μητέρα της και τώρα είναι κι αυτή μοναχή- είπε, την ήκουσα που είπε, όχι, «όχι, καμία εξαίρεση στο παιδί μου.


Είναι μοναχή, βγάλτε την από το φέρετρο», διότι τους μοναχούς δεν τους θάβουν με το φέρετρο. Μόνο με το σεντόνι και τίποτα παραπάνω. Και μια πέτρα για μαξιλάρι! Και τότε λοιπόν είπαν και την έβγαλαν και βοήθησε ενθυμούμαι ο αείμνηστος Παναγόπουλος, ο οποίος τότε φιλοξενείτο στο σπίτι της Πατέρα στο Ψυχικό και μάλιστα έβαλε μια φωνή, την ώρα που έβαλε τα χέρια του στο φέρετρο, για να βοηθήσει να την σηκώσουν και έβαλε μια φωνή, που φώναξε: «ζεστή, ζεστή, ζεστή».


Ζεστάθηκαν τα χέρια του, όπως τα έβαλε από κάτω για να την σηκώσουν και όπως θα ξέρετε -το λέω γι' αυτούς που δεν τον γνωρίζουν- που κι αυτό είναι ένα δείγμα, πόσο ο Θεός αναπαύεται σ' αυτούς που ακολουθούν την μοναχική πολιτεία. Είναι ένα ιδιαίτερο δώρο αυτό προς τους μοναχούς, για όσους δεν το γνωρίζετε, οι μοναχοί δεν παγώνουν δεν ξυλιάζουν όπως ξυλιάζουν όλα τα λείψανα, παρά μέχρι την ώρα που θα μπουν στο φέρετρο, μπορείς να τους λυγίσεις, όπως λυγίζει το αγνό το κερί που δεν σπάει!


Και την ώρα -λοιπόν- που την πιάσανε βλέπω που γύρισε έτσι το σώμα. Αναφέρω -λοιπόν- όλη αυτή την ιστορία για να καταλήξω στο σημείο αυτό: Την ώρα -λοιπόν- που την έβγαζαν -ενώ βλέπετε σε άλλες κηδείες που δεν υπάρχει αυτή η πίστις με ξεφωνήματα, στριγκλιές, λιποθυμίες- εκεί έβλεπες τη μητέρα να τρέχουν τα δάκρυά της, όπως ο Χριστός εδάκρυσε στο Λάζαρο χωρίς ξεφωνήματα, χωρίς φωνές, χωρίς τίποτα.


Και την ώρα λοιπόν που την βάλανε μέσα, βλέπω και σκύβει η μάννα της -ήμουν ακριβώς εκεί δίπλα στο τάφο που την βάζανε- βλέπω και σκύβει και φωνάζει, απευθύνεται στο λείψανο και λέει: «Καλή Ανάσταση κόρη μου και καλή αντάμωση εις τους ουρανούς»!



Απομαγνητοφωνημένες, αποσπασματικές ομιλίες
αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α',
επί τη συμπληρώσει δέκα ετών εκ της εκδημίας του εις χείρας Κυρίου
17 (30) Μαϊου 2013 εκκλ. ημ.
Ομιλία 1η: «Η πραγματική Χαρά κρύβεται στην εν Χριστώ ζωή».
Ομιλία της Κυριακής των αγίων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου 1985.
Απομαγνητοφώνηση, επιμέλεια ομιλίας, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: «ΠΟΙΟΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΓΙΑ ΔΙΚΟ ΤΟΥ» 2026




Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΧΑΡΑ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ




Ηχητική Ομιλία εκ του ιστοτόπου της 

Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης Φυλής Αττικής
εδώ.


ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ




Η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη στην ιερή μνήμη των 318 θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας που συμμετείχαν στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 325 μ. Χ. για να επιβεβαιώσουν βασικές διδασκαλίες της Εκκλησίας μας που έχουν σχέση με την εν Χριστώ σωτηρία μας.


Οι βασικές αυτές αρχές τονίζονται μέσα από τα πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως μας, το γνωστό «Πιστεύω», που συνεχίζουμε μέχρι σήμερα όλοι οι Χριστιανοί να επαναλαμβάνουμε με φόβο Θεού για να τονίζουμε την πίστη μας στον Θεό Πατέρα ως το Δημιουργό του κόσμου και στον Ιησού Χριστόν ως τον Μονογενή του Υιόν που ήλθε στον κόσμο για να μας σώσει από την αμαρτία και τον θάνατον και να μας οδηγήσει στον Παράδεισον.


Γενικότερα όταν μιλάμε για τους Πατέρες της Εκκλησίας, εννοούμε όσους εκ των κληρικών της Εκκλησίας μας διακρίθησαν σε αγιότητα, οσιότητα και στην διαποίμανση των πιστών. Εννοούμε δηλαδή τους κληρικούς μας που αναλαμβάνουν με επιτυχία την ποιμαντική ευθύνη της πνευματικής προκοπής των πιστών. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας με την ποιμαντική τους φροντίδα και με τον ασκητικό τους αγώνα αγίασαν και έγιναν φωτεινά παραδείγματα για όλους μας.


Με το έργο τους οι Πατέρες εξηγούσαν το Λόγο του Θεού, ερμήνευαν το Πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού υπογραμμίζοντας την αγία Γραφή ώστε να γνωρίζουν οι πιστοί την αλήθεια για να προκόπτουν πνευματικά. Αντίκρουαν με τον προφορικό και τον γραπτόν λόγον τις ύποπτες και τις εσφαλμένες γνώμες και αντιλήψεις διαφόρων αιρετικών και σχισματικών. 


Έτσι οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι φορείς και εκφραστές της αλήθειας που είναι διατυπωμένη στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας. Εκφράζουν την αλήθεια της Παραδόσεως στη γλώσσα της εποχής και μέσω της ιδιομορφίας των ανθρώπων για να είναι κατανοητοί.


Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας ζούσαν και γνώριζαν το θύραθεν πνευματικό κλίμα της εποχής τους χρησιμοποιώντας το αριστοτεχνικά μέσα στην Θεολογία τους για να εκφράσουν τις αλήθειες της Εκκλησίας μας. Πρόκειται περί του είδους της σχέσεως Εκκλησίας και κόσμου.


Και το είδος που εφάρμοσαν οι Πατέρες είναι η πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία. Το αντίθετο αυτού του είδους είναι η εκκοσμίκευση, η πρόσληψη δηλαδή της Εκκλησίας από τον κόσμο, όταν δηλαδή η Εκκλησία γίνεται κοσμική με κίνδυνο να απολέσει τον πνευματικό και σωτηριολογικό χαρακτήρα της.


Αντίθετα όταν έχουμε πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία τότε ο κόσμος γίνεται Εκκλησία, τότε ο κόσμος αγιοποιείται και σώζεται. Όταν όμως συναντούμε το φαινόμενο της εκκοσμίκευσης, τη πρόσληψη δηλαδή της Εκκλησίας από τον κόσμο, τότε η Εκκλησία γίνεται κόσμος, γίνεται κοσμική με κίνδυνο τη διάλυσή της.


Εκεί που έχουμε πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία πορεύεται η Ορθοδοξία, και εκεί που έχουμε πρόσληψη της Εκκλησίας από τον κόσμο πορεύεται, το σχίσμα, η κακοδοξία και τελικά η αίρεση. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δημιούργησαν ως εμπνευσμένοι διαμορφωτές τη Θεολογία, το φρόνημα και το ήθος της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού.


Οι Πατέρες της Εκκλησίας εκπροσωπούν και εκφράζουν τη νέα πνευματική πραγματικότητα, η οποία εμφανίσθηκε με την ενανθρώπιση του θείου Λόγου και συνεκλόνισε και μεταστοιχείωσε πραγματικά σε μεγάλο βαθμό την όλη ανθρωπότητα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι οι μεγάλοι εμπνευστές και δημιουργοί του νέου πνευματικού μέτρου στον κόσμο.


Αυτό όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας αποτελούν τους φορείς της Παραδόσεως και του ήθους της Εκκλησίας που εξ αφορμής κάποιας μεγάλης θεολογικής κρίσεως φωτίζονται από το Άγιο Πνεύμα και εκφράζουν θεολογικά μια ευρύτερη εμπειρία της αλήθειας, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν αποφασιστικά στην αντιμετώπιση της κρίσεως, η οποία αφορά στην αλήθεια και άρα στη σωτηρία του ανθρώπου.


Κοινό γνώρισμα όλων των Πατέρων της Εκκλησίας μας υπήρξε ο πόνος και ο παλμός τους για τα κοινά και για το κοινό καλό της κοινωνίας τους. Η ζωή τους κι η όλη ύπαρξη τους αποτελούσαν έκφραση και πραγμάτωση του όλου σώματος της Εκκλησίας, των πόνων και των ονείρων των ανθρώπων της εποχής τους για ένα καλύτερο κόσμο.


Έτσι οι Πατέρες της Εκκλησίας αποτελούν τα ζωντανά στόματα της Εκκλησίας μέσω των οποίων εκφράζεται η Εκκλησιαστική συνείδηση. Μέσω των Πατέρων της Εκκλησίας εκφράζεται η πίστη της Εκκλησίας μας κι εξακολουθεί να αντηχεί σε μας το Αποστολικό κήρυγμα, η θεία Αποκάλυψη που δόθηκε στην Ανθρωπότητα μέσω του Χριστού και των προσώπων εκείνων που εξέλεξε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός για να καταστήσει στους ανθρώπους την σωτηριολογική αλήθεια του Θεού γνωστήν και προσιτή.


Σήμερα, όπως ήδη αναφέραμε, η Εκκλησία μας τιμά ειδικώτερα τους 318 Θεοφόρους Πατέρες που συμμετείχαν στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, όπου με το Σύμβολον της Πίστεως καταδικάστηκε η αιρετική διδασκαλία του Αρείου και των οπαδών του, που απέρριπταν τη φυσική Θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, λέγοντας ασεβώς ότι υπήρχε εποχή που ο Χριστός δεν ήταν Θεός και κατά συνέπεια ότι ήταν κτίσμα, ένα δηλαδή από τα δημιουργήματα του Θεού.


Οι οπαδοί του Αιρεσιάρχη Αρείου πέτυχαν μάλιστα να επηρεάσουν την πολιτική εξουσία και να κυριαρχήσουν στην Ανατολή με διάφορες μορφές. Σταδιακά όμως οι Αρειανόφρονες δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους και έτσι διασπάσθησαν σε διάφορες αιρετικές παρατάξεις.


Γενικά ο Αρειανισμός προκάλεσε μια από τις σοβαρότερες κρίσεις στην ιστορία της Εκκλησίας γιατί με την άρνηση της φυσικής Θεότητας του Χριστού απέρριπταν την πραγματικότητα του λυτρωτικού χαρακτήρα του Χριστιανισμού.


Ο Άρειος απολυτοποιώντας την ενότητα και την μοναδικότητα του Θεού Πατέρα υποτιμά τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Αυτό είναι άλλωστε και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της κάθε αίρεσης. Η απολυτοποίηση ενός μέρους της αλήθειας σε βάρος της όλης αλήθειας της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας.


Στην πραγματικότητα, σ’ αυτή την περίπτωση, για την αντίληψη του δόγματος, λειτουργεί ένα στοιχείο ανθρωπομορφικό, ανθρωποκεντρικό και ατομοκεντρικό, δηλαδή εγωϊστικό. Είναι μια απολυτοποίηση της λογικής του ανθρώπου και έτσι το δόγμα κατανοείται όχι όπως το κατανοεί η συνείδηση της Εκκλησίας μας, αλλά όπως το αντιλαμβάνεται μια λογική περιορισμένη που έχει την εγωϊστική απαίτηση να νομίζει ότι μπορεί να τα γνωρίζει όλα.


Ο ανθρώπινος λόγος διακονεί τη Θεολογία χωρίς όμως να γίνεται και αφετηρία της Θεολογίας. Ο ανθρώπινος λόγος διακονεί τη σωτηρία του ανθρώπου όταν προϋποθέτει την εκκλησιαστική συνείδηση επειδή ακριβώς η Εκκλησιαστική συνείδηση έχει την έννοια της καθολικής συνείδησης.


Γι’ αυτό η θέση των λαϊκών μέσα στην Εκκλησία είναι να διακονούν την Εκκλησία μας με βάση τις ποιμαντικές οδηγίες του Πατριάρχου, της Ιεράς Συνόδου και του Επισκόπου που εκπροσωπούν τον Πατριάρχη και την Σύνοδο.


Εκεί που συμβαίνει οι λαϊκοί να μη έχουν την εκκλησιαστική αυτή συνείδηση της διακονίας με σεβασμό και υπακοή με βάση τις οδηγίες του Επισκόπου τότε είναι ως να προσπαθούν να βλάψουν την ενότητα του Σώματος της Εκκλησίας, να μετατρέψουν τον χώρο της Εκκλησίας σε κοσμικό ίδρυμα ή σε μια επαγγελματική κερδοσκοπική εταιρεία που χλευάζει τα ιερά και τα όσια αποβλέποντας σε οικονομικά κέρδη. Εκεί που συμβαίνει αυτό και αντιστρατευόμαστε τις οδηγίες του Επισκόπου μας γινόμαστε συνειδητά ή ασυνείδητα θεοπαίκτες.


Όπως λέει ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας, αν θεωρούμε τον Επίσκοπο μας ως τη ζωντανή παρουσία του Χριστού ανάμεσα μας, και τον αγαπούμε και τον υπακούομε, τότε πορευόμαστε την οδό της σωτηρίας. Αν όμως τον φθονούμε και τον πολεμούμε και τον αντιστρατευόμαστε, τότε συνειδητά ή ασυνείδητα έχουμε πέσει στην πλάνη της αμαρτίας που ως όργανα του διαβόλου οδηγούμε και τους εαυτούς μας και τους γύρω μας στην οδό της Κολάσεως.


Γι’ αυτό χαρακτηριστικό γνώρισμα του Χριστιανισμού είναι η συντριβή του εγώ, του εγωϊσμού μας, της ανθρώπινης λογικής. Όταν η ανθρώπινη λογική ταπεινωθεί τότε καρποφορεί μέσα στη ζωή της Εκκλησίας ως διακονία αγάπης που διακονεί τη Θεολογία της Εκκλησίας οδηγώντας τους ανθρώπους στο έργον της εν Χριστώ σωτηρίας.


Η σημερινή Κυριακή που είναι αφιερωμένη στην ιερά μνήμη των Θεοφόρων Πατέρων της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, μας μεταφέρει λοιπόν στους μεγάλους αγώνες τους ενάντια στην αίρεση του Αρείου, που τάραζε, όπως τονίσαμε, την όλη ενότητα της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα όμως οι αγώνες των Πατέρων της Εκκλησίας οδήγησαν στη νίκη της Ορθόδοξης αλήθειας και στη διατήρηση της ενότητας του λαού του Θεού.


Έτσι το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, παρουσιάζοντας στους πιστούς ένα μέρος από την Προσευχή του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού στον κήπο της Γεθσημανής, μας αποκαλύπτει την αγωνία του Ιησού για τους αγίους Μαθητές του και Αποστόλους του και για όλους τους διαδόχους τους και γενικά τους μετέπειτα πιστούς Μαθητές του, τους αγίους μας.


Παρακαλεί ο Ιησούς τον Πατέρα του να προφυλάξει τους Μαθητές του από κάθε τι κακό και πονηρό. Προσεύχεται ο Ιησούς στον Πατέρα του να προφυλάξει τους Μαθητές και να τους προστατεύει στο δύσκολο δρόμο της σωστής διδασκαλίας του Ευαγγελίου.


Παρακαλεί ο Ιησούς τον Πατέρα του να τους αγιάσει μέσα στην αλήθεια και σ΄ αυτήν να αφιερώσουν ολόκληρη τη ζωή τους. Κυρίως όμως ο Ιησούς προσεύχεται για την ενότητα όλων των ανθρώπων που θα πιστέψουν στο όνομά του. Η ενότητα αυτή θα ενισχύεται από την ενότητα που υπάρχει ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιόν. Καρπός της ενότητας αυτής είναι η ορθή πίστη των ανθρώπων στην Αγία Τριάδα.


Σε όλη της την ιστορική πορεία η Εκκλησία αγωνίζεται και παλεύει ενάντια σε αιρέσεις και σχίσματα. Και στη δική μας ακόμη τοπική Εκκλησία, αυτοί που μας δημιουργούν παρόμοια προβλήματα, είναι άνθρωποι που παρουσιάζονται ως μέλη Συμβουλίων, που μας ταλαιπωρούν όλους, εργαζόμενοι το έργον του Αντιχρίστου κατά της ενότητας της Εκκλησίας μας, δηλαδή κατά του Σώματος του Χριστού.


Γι΄ αυτό η Εκκλησία μας στις ιερές ακολουθίες της συνεχίζει να προσεύχεται « για την ενότητα των αγίων του Θεού Εκκλησιών», να «ορθοτομήται ο λόγος της αληθείας του» και όλοι οι πιστοί να «ώσιν έν» όπως είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο πνεύμα, ο Τρισυπόστατος Θεός μας. Έτσι, η χριστιανική ενότητά μας απορρέει από την ύπαρξη της κοινής πίστεως και του κοινού βαπτίσματος σε όσους πιστεύουν ελεύθερα και με φόβο Θεού στο Σωτήρα ημών Ιησού Χριστό.


Βάση της ενότητας της Εκκλησίας είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός που αποτελεί την Κεφαλή της Εκκλησίας. Κι εφ΄ όσον ο Χριστός είναι ένας, ενιαίον είναι και το σώμα του, δηλαδή η Εκκλησία. Η ενότητα της Εκκλησίας συνδέεται με το άγιο Πνεύμα, το οποίο και την εμψυχώνει. Επιπλέον η ενότητα της Εκκλησίας συνάπτεται με τον Θεό Πατέρα ο οποίος αποτελεί την πρώτη αρχή και αιτία της Εκκλησίας.


Η ενότητα της Εκκλησίας είναι συνδεδεμένη με την μία κοινή πίστη των μελών της, με το ένα αγιο Βάπτισμα, στο οποίο βαπτίζονται όσοι γίνονται χριστιανοί και με το ένα μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, με το οποίο οι πιστοί ενσωματώνονται κάθε φορά πληρέστερα με την Εκκλησία. 


Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέει ότι «όταν πάντες ομοίως πιστεύομεν, τότε ενότης εστί». Επομένως κάθε απόκλιση του Χριστιανού από την ακρίβεια της πίστεως συνιστά πράξη διασπάσεως της ενότητας της Εκκλησίας.


Στον καθημερινό πνευματικό μας αγώνα για την χριστοποίησή μας και την αγιοποίησή μας με την χάρη του Θεού, πρέπει να προσευχόμαστε να μας ενισχύει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ζητώντας τις πρεσβείες της Υπερευλογημένης ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και πάντων των αγίων και μάλιστα των αγίων Θεοφόρων Πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, που η Εκκλησία μας τιμά σήμερα την ιερά μνήμη τους.


Ας προσπαθήσουμε λοιπόν κατά τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών να έχουμε ως Αλεξανδρινούς Φάρους να φωτίζουν το δρόμο μας όλες αυτές τις μεγάλες και ηρωϊκές μορφές των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου.


Το παράδειγμά τους μας θυμίζει το μεγάλο χρέος που έχουμε ως χριστιανοί να συνεχίσουμε τον πνευματικό μας αγώνα για την Ορθόδοξη πίστη μας. Έτσι θα παραμείνει ζωντανή η παρουσία του Χριστού μέσα στον κόσμο, για να ελπίζουμε στην εν Χριστώ σωτηρία μας και την είσοδό μας στο Παράδεισο.



Print Friendly and PDF