ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΣΑΛΟΣ ΔΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ




Την εποχή του αντάρτικου, όλη η οικογένειά μου είχαμε φύγει από το χωριό κι είχαμε πάει στήν Καλαμάτα.

Μέναμε κοντά στον Άγιο Δημήτριο του Συντάγματος.

Μια μέρα που είμαστε στο σπίτι, ήρθε ο Χαραλάμπης και κάθησε στο πηγάδι.

Τότε μου είπε: -Θέλω να μου καθαρίσεις δυο φραγκόσυκα, εσύ κι όχι άλλος.

Εγώ πήγα μέσα στην κουζίνα, που ο πατέρας μου συζητούσε με τον Λάμπρο τον Παπαμικρουλέα και είπα,

ότι έξω στο πηγάδι ήταν ο Χαραλάμπης κι ήθελε να φάει δυο φραγκόσυκα,

αλλά ήθελε να του τα καθαρίσω μόνο εγώ.

Ο Λάμπρος μου είπε: -Φέρ' τα εδώ να τα καθαρίσω εγώ.

Πού θα με δει ο Χαραλάμπης;

Μόλις ο Λάμπρος τα καθάρισε, τα πήρα εγώ και του τα πήγα.

Μόλις με είδε, μου είπε: -Πέτα τα, πέτα τα- σ'αυτόν τον βλάστημο, στό μαγαρισμένο έδωσες να τα καθαρίσει;

Ο Παπαμικρουλέας το άκουσε,

αλλά δεν έβγαλε μιλιά.

Θυμάμαι ότι, όταν το 1935 πέρασε από τον Άγιο Κωνσταντίνο, που μέναμε όλη η οικογένειά μου,

κατεβήκαμε μαζί στην Καστανέα.

Ο Χαραλάμπης πήγε στην εκκλησία του χωριού.

Μόλις μπήκε μέσα, ο παππάς, που διάβαζε το Ευαγγέλιο, σταμάτησε να διαβάζει

 και είπε στον επίτροπο να τον βγάλει έξω από την εκκλησία.


Ο Χαραλάμπης,όμως ξαναμπήκε.Ο επίτροπος τον ξαναέπιασε και τον έβγαλε έξω για δεύτερη φορά. Τότε ο Χαραλάμπης τους είπε:-Καταραμένοι,φέτος κάνατε σιτάρι και τρώτε. Άλλη χρονιά δεν πρόκειται να ξανακάνουτε.Είπε στον παππά:-Η τελευταία ψυχή θα σε κόψει κι εσύ θα βρωμίσεις.Και στον επίτροπο είπε:-Θα λάβεις θάνατο από άνέλπιστα χέρια και η γη δεν θα σε λιώνει.Όλα πραγματοποιήθηκαν!Στο χωριό δεν ξανάγινε σιτάρι.Ο παππάς είχε εννέα παιδιά.Του πέθαναν όλα και του είχε μείνει ένα κορίτσι,που τ' αγαπούσε πολύ.Αρρώστησε όμως.Γι' αυτό και πέθανε.Ο παππάς ήταν απαρηγόρητος.Αρρώστησε και ο ίδιος από προστάτη.Τότε του έκαναν εγχείρηση και του έβαλαν σωληνάκι από το πλάι,για να βγαίνουν τα ούρα, με αποτέλεσμα να βρωμάει.Στή Δίμιοβα,οι αντάρτες σκότωσαν τον έπίτροπο. Μετά από τρία χρόνια,που πήγαν στην Δίμιοβα να τον ξεθάψουν και να πάρουν τα οστά του στο χωριό,τον βρήκαν άλυωτο.Όταν ο Χαραλάμπης πήγε στην εκκλησία που έγιναν τα πιο πάνω,έφυγε και περπατούσε σ'ένα δρόμο του χωριού κουνώντας τα χέρια του και λέγοντας:-Ιδού γαρ και λέγομεν και λέγομεν,γαρ,γαρ,γαρ.Εγώ είχα ξεχώσει κάτι και γύρισα να το πάρω.Μόλις με είδε ο Χαραλάμπης,μου είπε:-Το βλέπεις αυτό το σπίτι;Εδώ θα γίνουν τρεις φόνοι σε μια μέρα.Πράγματι,την εποχή του αντάρτικου,κάποιος μπήκε σ' αυτό το σπίτι και σκότωσε την μάννα με τις δύο κόρες της.Κάποτε είχα πάει με τον πάτερ Δημήτριο στους Αγίους Αναργύρους στην Θούρια να κάνουμε αγρυπνία κα Λειτουργία.Το πρωί που ξημέρωνε η γιορτή των Αγίων,είχε έρθει και ο Χαραλάμπης.Κοιμήθηκε όμως έξω από την πόρτα της εκκλησίας.Τό πρωί,μετά την Λειτουργία,μου έδωσε ένα μπουκάλι με Αγίασμα,απ' αυτό που στάζει μέσα στην εκκλησία και μου είπε:-Κράτα το αυτό,θα σου χρειαστεί.Μετά από λίγο αρρώστησε το παιδί του αδερφού μου.Είχε πάθει το αυτί του κι' έτρεχε στους γιατρούς της Καλαμάτας και της Αθήνας.Μάταια όμως.Τό παιδί δεν άκουγε καθόλου.Τότε κι' εγώ πήρα τον Αγιασμό,που μου είχε δώσει ο Χαραλάμπης και του έρριξα λίγο.Αμέσως το αυτί του ξεβούλωσε και το παιδί έγινε καλά.

 


ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ



Η Κωνσταντίνα Γεωργακοπούλου,64 ετών,κάτοικος Καλαμάτας, θυμάται:Κατάγομαι από την Μεγαλόπολη και όλη η οικογένειά μου ακολουθούσε το Ορθόδοξο Εορτολόγιο.Όταν ήμουν κοπέλλα,είχα άκούσει για τον Χαραλάμπη κι είχα έπιθυμία να τον γνωρίσω.Ο αδερφός μου ο Ευάγγελος μου έλεγε ότι,όταν έβγαινε από τό Ιερό με την λαμπάδα-βοηθούσε τον Ιερέα στην Θεία Λειτουργία-ο Χαραλάμπης τον σκαμπίλιζε.Αυτό το είχε κάνει επανειλημμένα,και ταυτόχρονα, μετά την Λειτουργία,τον έπαιρνε και του έλεγε:-Ιδού γαρ και λέγομεν και λέγομεν.Έλα να μου γράψεις αράβικα.


Ο αδερφός μου είχε ξεχάσει το σκαμπίλι και εκτελούσε ό,τι του έλεγε ο Χαραλάμπης.Το σκαμπίλι του το έδινε,επειδή φορούσε πουκάμισο με κοντό μανίκι.Ένα μεσημέρι πήγα να πάρω με μια στάμνα νερό από το πηγάδι του μοναστηριού και σκεφτόμουν,πότε θα δω κι εγώ τον Χαραλάμπη.Ανεβαίνοντας το τελευταίο σκαλί τον είδα μπροστά μου.Τρόμαξα πολύ.Είδα έναν άνθρωπο ξυπόλητο,μ' ένα σακκί στην μέση του,τα μαλλιά του γεμάτα κολλητσίδες και αχτένιστα.Άρχισε να μου λέει:-Ιδού γαρ και λέγομεν και λέγομεν.Να κάνεις Λειτουργίες,Λειτουργίες,Λειτουργίες.Ενώ πήγα να τον ρωτήσω,πού να τις κάνω τις Λειτουργίες,τότε αυτός άρχισε να μου μιλάει αράβικα και αυτομάτως τον έχασα.Κοίταξα παντού,αλλά δεν τον είδα πουθενά.Μετά τον θάνατο του πατέρα μας,το 1954,μετακομίσαμε στην Καλαμάτα.Μέναμε σε δικό μας σπίτι,κοντά στο μοναστήρι του Παναγουλάκη.


Ο Χαραλάμπης ερχόταν τακτικά στο σπίτι μας,πάντα με την ίδια εμφάνιση,έτρωγε μόνο ρύζι νερόβραστο και κοιμόταν στην αυλή με το σκαλοπάτι για μαξιλάρι. Κάποια μέρα μου έδωσε λίγα κέρματα,δεκάρες και δραχμές και μου είπε να τα φυλάξω.Εγώ τα έβαλα σ'ένα σακκουλάκι μέσα στο μπαούλο μας και τα κλείδωσα, γιατί έτσι με είχε διατάξει.Έφερνε συνέχεια και μου έδινε δραχμούλες ή δεκάρες. Αυτό γινόταν για δυο χρόνια περίπου.Στό τέλος ήρθε και μου είπε:-Να μου δώσεις τα χρήματα.Τόσα είναι.Εγώ του είπα να τα μετρήσω,γιατί δεν ήξερα πόσα ήταν και,ούτε τα είχα μετρήσει ποτέ μου.Όταν τα έβγαλα από το μπαούλο και τα μέτρησα,ήταν πράγματι τόσα,όσα μου είχε πεί.Τό γεγονός αυτό,μου έκανε μεγάλη εντύπωση.Όταν πέθανε η μητέρα μας,καθόταν κι έκλαιγε απαρηγόρητος.Τότε του είπαν οι γείτονες.-Μπάρμπα Χαραλάμπη,γιατί δεν πηγαίνεις να συλλυπηθής τα κορίτσια για την μητέρα τους;Τότε είπε:-Λυπάμαι,λυπάμαι,συγκινούμαι.


Δεν μπορώ να πάω. 'Εστειλε όμως ένα μπουκάλι λάδι, για ν΄ανάβουμε το καντήλι της μητέρας μας σαράντα ημέρες,ακοίμητο. Πάντα μας έστελνε με τις γειτόνισσες πορτοκάλια,σαρδέλλες κι΄ άλλα μικροπράγματα και τους έλεγε να έρχονται να μας παρηγορούνε, γιατί αυτός δεν άντεχε να έρθει.Πολύ σεβόταν κι εκτιμούσε την μητέρα μας.Όταν έμαθε,ότι ήταν ετοιμοθάνατη στο Νοσοκομείο της Καλαμάτας, πήγε να την δει και της πρόσφερε κι' ένα κλωνάρι βασιλικό.Όπου βρισκόταν μιλούσε για την Ορθοδοξία,για το «Παλαιό».Εκτιμούσε πολύ την μητέρα μου.Ήταν κήρυκας της Ορθοδοξίας.Εκκλησιαζόταν στο μοναστήρι του Παναγουλάκη και δεν πήγαινε να κοιμηθεί σε κάποιο κελλί,αλλά σ' έναν αχυρώνα του μοναστηριού.Τό 1951 οι Νεοημερολογίτες έκαναν διωγμό εναντίον μας. Έστελναν έξορία τους ιερείς μας και τους μοναχούς μας,τους αποσχημάτιζαν και τους έστελναν στα σπίτια τους.


Τότε λοιπόν,ήρθε στο σπίτι μας στην Μεγαλόπολη ο μοναχός Αγαθάγγελος Βούρδουλας από το μοναστήρι του Παναγουλάκη και μου διηγήθηκε ένα περιστατικό,που το είδε με τα ίδια του τα μάτια.Ένα βράδυ,όπως βγήκε έξω από το κελλί του,βλέπει τον Χαραλάμπη να περπατάει πάνω από το έδαφος,να πετάει!Αριστερά και δεξιά του είδε δύο φώτα.Αυτό του έκανε μεγάλη εντύπωση και σε μια συζήτηση,που είχε με την ηγουμένη Καλλινίκη,μοναχή της Αγίας Παρασκευής,της είπε,ότι είδε αυτό,το εντυπωσιακό γεγονός.Αυτή του είπε:-Εγώ τον έχω δει πολλές φορές.Ακόμη θυμάμαι,ότι κάποια μέρα ήρθαν οι γειτόνισσες και μου είπαν:-Έλα να δεις τον Χαραλάμπη,που χορεύει επάνω στο τραπέζι του καφενείου.Εγώ όμως δεν πήγα να δω,αλλά,όταν ήρθε στο σπίτι μας, του έκανα παρατήρηση.Δεν μου είπε απολύτως τίποτα.


Η κυρία Διαμαντούλα Καλογερέα,που πήγαινε με το Παλαιό Εορτολόγιο,μου είχε πεί,ότι μια μέρα ο Χαραλάμπης πήγε στο σπίτι της και της έδωσε δύο αγγούρια για να τα πάει σε δύο Εγγλέζους,που νοσηλεύονταν στο Αλεξανδράκειο Νοσοκομείο Καλαμάτας. Αυτή ντράπηκε να πάει δυο αγγούρια στους Εγγλέζους και τα έβαλε στο μπαούλο της για να μην τα πάρουν τα παιδιά της και τα φάνε.Πέρασε καιρός.Πήγε ο Χαραλάμπης στο σπίτι της και της είπε:-Δεν φτάνει που δεν πήγες τ' αγγούρια στους Εγγλέζους,δεν τα έδινες τουλάχιστον στα παιδιά σου να τα φάνε,που τα έβαλες στο μπαούλο και σαπίσανε;Η κυρία Διαμαντούλα έλεγε και αναρωτιόταν, πως ήξερε ο Χαραλάμπης,ότι τ' αγγούρια δεν τα πήγε και,ότι τα είχε βάλει στο μπαούλο...


ΤΟ ΚΑΚΟ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ


Έχω ακούσει,ότι από το 1924 ο Χαραλάμπης άρχισε την ζωή του ερημίτη,όταν δηλαδή γύρισε το Ημερολόγιο και μετά.Ο Χαραλάμπης ήταν συγγενής του πατέρα μου.Η γιαγιά μου ήταν το γένος Ρούμπου και καταγόταν από το Νιοχώρι Αρκαδίας,ενώ ο Χαραλάμπης από το Δυρράχι Αρκαδίας.Ερχόταν συχνά στο σπίτι μας με τα μαλλιά του άπλυτα και αχτένιστα και μ' ένα σακκί στην μέση του. Πολλές φορές έτρωγε και συζητούσε με τον πατέρα μου.Κάποιες φορές του έριχνα νερό να λουστεί και θυμάμαι κάποτε,που του έριχνα νερό,του είπα:-Να, που με αξίωσε ο Θεός να λούσω έναν προφήτη.Αυτός μου απάντησε:-Το έχεις καταλάβει;Τού έδωσα καινούργια,καθαρή πετσέτα να σκουπιστεί και μου είπε:-Σ'εμένα,το κτήνος,θα το δώσεις αύτό;Δεν ήθελε να φορέσει,ούτε να σκουπιστεί με καινούργιο ρούχο.Ταπείνωνε πολύ τον εαυτό του.


Κάποιο Πάσχα, τον είχε καλέσει στο σπίτι του κάποιος με το επώνυμο Δημητρακόπουλος. Το παρατσούκλι του ήταν Καραχάλιος. Αφού έκαναν Ανάσταση, ο Δημητρακόπουλος ή Καραχάλιος του έλεγε να καθήσει κι' άλλες ημέρες.Τότε ο Χαραλάμπης του είπε:-Θα φύγω,δεν πρέπει να μείνω.Αλλά θα φύγω στις δύο την νύχτα.Σήκω να με δεις.Πράγματι ο Δημητρακόπουλος σηκώθηκε,και τον είδε να φεύγει...χωρίς να πατάει στο έδαφος.Περπατούσε στον αέρα!Μια Κυριακή,μετά την Λειτουργία,έξω στην αυλή της εκκλησίας,με πλησίασε και μου είπε:-Βράσε μου ρύζι με ντομάτα,αλλά να μην βάλεις λάδι.Του είπα:-Σίγουρα θα έρθεις; -Ναι, στη μία θα είμαι εκεί, μου είπε.Το φαγητό του ήταν τσάι και ρύζι. Πήγα στο σπίτι μου κι άρχισα να μαγειρεύω. Έριξα περισσότερο ρύζι,για να βγει περισσότερο φαγητό. Μόλις είπα της αδερφής μου,ότι ο Χαραλάμπης μου είπε να μην του ρίξω λάδι,μου είπε:-Τον μουρλό, ρίχτου λάδι.Σήμερα είναι Κυριακή.


Τρώνε και λάδι και κρέας,απ' όλα τρώνε. Εγώ, όμως του ετοίμασα για φαγητό δύο πιάτα, ένα μεγάλο κι ένα μικρό, χωρίς να του ρίξω λάδι.Όταν ήρθε,έκανε τον σταυρό του,κάθισε στο τραπέζι και μου είπε: -Ας γίνει συχώριο. Με ρώτησε:-Μήπως έβαλες λάδι στό φαγητό; Εγώ του είπα: -Όχι, Χαραλάμπη.Αμέσως μου είπε:-Ξέρεις,γιατι στο λέω; Γιατί η αδελφή σου,σου είπε να ρίξεις λάδι και με είπε μουρλό!Κάποιο βαρύ χειμώνα,ο Χαραλάμπης ήταν στο σπίτι του κουμπάρου μας του Βλαχογιώργη και καθόταν δίπλα στο τζάκι.Κάποια στιγμή πήγα μαζί με την κουμπάρα μας να του στρώσουμε,να κοιμηθεί.Μόλις είδα τα κουρελιασμένα λιόπανα,που θα κοιμόταν,τον λυπήθηκα τόσο πολύ,που η καρδιά μου άρχισε να χτυπά με ταραχή.Είπα μέσα μου:-Το κακόμοιρο...Αμέσως κατάλαβε το,πως αισθανόμουν και τον λογισμό,που είχα και μου είπε:-Έτσι ζούσαν oι προφήτες κι όλοι οι Άγιοι.


Ο διευθυντής του Σανατορίου στον Προφήτη Ηλία ήξερε Γαλλικά. Κάποια μέρα βλέποντας τον Χαραλάμπη,άρχισε να του μιλάει στα Γαλλικά. Αμέσως ο Χαραλάμπης άρχισε να του μιλάει κι αυτός στα Γαλλικά! Μόλις τον άκουσε ο διευθυντής,τα έχασε και ταράχτηκε πολύ. Κάποια φορά είχε κυκλοφορήσει μια φήμη,ότι ο Χαραλάμπης πέθανε.Ήταν Μεγάλη Σαρρακοστή.Οι φήμες έλεγαν,ότι πέθανε στον Άγιο Χαράλαμπο και βρωμούσε. Εγώ το άκουσα, αλλά δεν πίστεψα τίποτα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και είδα τον Χαραλάμπη.Του είπα:-Χαραλάμπη, καλά είσαι; Μου είπε: -Καλά είμαι. Όλοι είπαν, ότι πέθανα,μόνο εσύ δεν το πίστεψες.Όταν τον είδε ο πάτερ Χριστόφορος,του είπε:-Χαραλάμπη,που ήσουν;Εγώ σε μνημόνευα για πεθαμένο.-Καλύτερα,είπε με ταπείνωση.


Κάποιος Έλληνας Καλαματιανός, που κατοικούσε στην Αμερική, έδωσε σε κάποιον Ιωάννη Χανδρινό καινούργια και ακριβά παπούτσια,για να τα δώσει στον Χαραλάμπη. Αυτός σκέφτηκε,ότι ο Χαραλάμπης δεν θα τα φορούσε, και πήγε και του αγόρασε άλλα,πιο φθηνά,από την Καλαμάτα.Μια μέρα βρίσκει τον Χαραλάμπη και του είπε:-Χαραλάμπη,έχω να σου δώσω κάτι παπούτσια.Τα έστειλε ο τάδε από την Αμερική.Τότε του είπε: -Θέλω τά παπούτσια από την Αμερική, όχι αυτά που αγόρασες από την Καλαμάτα! Όταν είχε αρρωστήσει ο αείμνηστος Σεβασμιώτατος Χρυσόστομος Πουλουπάτης, πήγε να τον δει και ο αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος, ο οποίος είχε εξωμόσει και γυρίσει με το Νέο Ημερολόγιο. Δίπλα στο κρεββάτι του Σεβασμιωτάτου ήταν ο πάτερ Αντώνιος και ο Χαραλάμπης. Μόλις ο πάτερ Αντώνιος είδε τον Ίωήλ,είπε: -Τό αίμα νερό δεν γίνεται... Ο Χαραλάμπης είπε στον Ιωήλ: -Αύτός (γιά τό Σεβασμιώτατο) κάθησε εδώ, ενώ εσύ είσαι αρνητής τού Χριστού!


Όταν ένας από τ’ αδέλφια μου,

ο Ηλίας, έφυγε για στρατιώτης, ο Χαραλάμπης ήρθε στο σπίτι μας και μου είπε:

-Πάμε μέσα ν' ανάψουμε το καντήλι του σπιτιού, για να πάει φως στον στρατιώτη.

Πράγματι,άναψε ο ίδιος το καντήλι με το δικό του λάδι και μου είπε:-Θα περάσει καλά στο στρατό και θα βρει έναν συγγενή σας με κορώνα. 

Ο αδερφός μου παρουσιάστηκε στην Καλαμάτα και μόνο αυτός πήρε απόσπαση για την Αθήνα.

Στην Μονάδα που πήγε,

βρήκε δεύτερο εξάδερφο της μητέρας μου, συγγενή μας αξιωματικό,ονόματι Χριστόφορο Βαλσαμάκη.

Και πράγματι, όπως είχε πεί ο Χαραλάμπης, πέρασε πολύ καλά.

Ένας οδηγός, ονόματι Μαλαβάζος, έλεγε,ότι ερχόταν στην Καλαμάτα με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ,

που εργαζόταν και είπε στον εισπράκτορα:

-Φώναξε τον Χαραλάμπη να έρθει μέσα, γιατι θα γίνει μούσκεμα από την βροχή.

Όταν ο Χαραλάμπης ανέβηκε στο λεωφορείο,

όλοι είδαν με έκπληξη, ότι δεν είχε βραχεί καθόλου!

Στο σπίτι μου έχω μια εικόνα χάρτινη, την Σταύρωση του Χριστού, την οποία 

η μητέρα μου είχε αγοράσει από κάποιον πλανόδιο,ο οποίος έλεγε,

ότι οι εικόνες που πουλούσε ήταν από το Άγιον Όρος. 

Μιά μέρα,

που ο Χαραλάμπης ήρθε στο σπίτι μας, είδε μια εικόνα απ' αυτές και μου είπε:

-Αυτή η εικόνα πρέπει να είναι σε εκκλησία, γιατι έχει έρθει από άγιο μέρος!...

Συνεχίζεται...



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, στο μονοτονικό σύστημα ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπάσματα από το βιβλίο 
''ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ''
Έκδοση της Ιεράς Μονής Παναγουλάκη Μεσσηνίας
Έτος 1993
Δεύτερη έκδοσις 1994
Τρίτη 1998
Ιερά Μονή Παναγουλάκη, Καλαμάτα, 241 00
Εισαγωγή, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Χαραλάμπης ο διά Χριστόν Σαλός


Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΠΡΟΟΡΑΤΙΚΟΣ ΣΑΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ




Ένα βράδυ του άναψα τη φωτιά και κάθισα να του κάνω παρέα.

Αποκοιμήθηκε όμως ο Χαραλάμπης,και μετά από λίγο τον άκουσα,

πού έλεγε:

-Χρήν χρέν μη χρέν ναί χρέν.

-Τις ει; -Αρχιστράτηγος! -Τί ζητάς; -Να ανοίξει ή κόλαση!

-Δεν ανοίγει.

-Ποιοι είναι αυτοί πού κολάζονται; -Μάγοι, μάγισσες και αυτοί πού δεν ελεούν.

-Ποιόν να ελεήσουν;

Τον ζητιάνο. -Ποιος είναι ο ζητιάνος; Πετάγομαι εγώ και του λέω:

-Παπουλάκη, είναι ο Χριστός!

Αμέσως ξύπνησε και μου λέει:

-Λύθηκε το πρόβλημα. Αυτή ή συζήτηση, πού είχε ο Χαραλάμπης στον ύπνο του και,

κατ' οικονομία Θεού, πήρα μέρος κι' εγώ, πού ήμουν ξύπνιος, με συγκλόνισε και αναλύθηκα σε πολλά δάκρυα.

Ένα άλλο βράδυ κοιμόμουν στο σπίτι μου.

Γύρω στα μεσάνυχτα ξύπνησα και είχα μεγάλη ανησυχία.

Ό λογισμός μου μου έλεγε να πάω γρήγορα στο Χαραλάμπη.

Σηκώνομαι και πηγαίνω στην καλύβα του,

τον βρίσκω πεσμένο από το κρεβάτι και ταλαιπωρημένο.

Προσπα­θούσε πολλή ώρα ν' ανέβει στο κρεβάτι και δεν μπο­ρούσε· 

τον σήκωσα,

τον έβαλα να ξαπλώσει και θυμάμαι μου είπε:

-Η Παναγία σε έφερε!


Κάποια μέρα μου είπε:-Στείλε μου το παιδί σου τον Αντώνη,να του δώσω να διαβάσει μια παράκληση για τον παππού του το Σωτήρη,πού είναι άρρωστος στο νοσοκομείο.Έστειλα τον Αντώνη,το γυιο μου,στο Χαραλάμπη,του έδωσε την παράκληση και του είπε να πάει στον Άγιο Μόδεστο να τη διαβάσει.Εγώ πήγα στο σπίτι και,όταν επέστρεψα, ο Χαραλάμπης μου είπε:-Την ώρα πού διάβαζε το παιδί την παράκληση,έ­λαβα μήνυμα από τα Ουράνια,ότι ο παππούς του θα γίνει καλά.Όπως το είπε,έτσι και έγινε.Ό παππούς βγήκε πολύ σύντομα από το νοσοκομείο και γιατρεύτηκε από την αρρώστια πού τον ταλαιπωρούσε.Πολλές φορές του έλεγα να μ' αφήσει να του πλύνω τα πόδια,αρνιόταν όμως επίμονα και μου έλεγε:-Άλλη φορά.Ένα βράδυ,πού του ξαναζήτησα να μ' αφήσει να του πλύνω τα πόδια,αφού αρνήθηκε πρώτα,μου είπε:-Θα 'έρθει άλλος από την Αθήνα και θα μου τα πλύνει.


Άλλη μέρα πού πήγα στην καλύβα του Χαραλάμπη,ήρ­θε ένας κύριος,του έκοψε τα νύχια και του έπλυνε τα πόδια.Όταν τελείωσε,ζήτησε να κρατήσει τα νύχια του για ευλογία. Ό Χαραλάμπης γύρισε προς εμένα και με ρώτησε:-τι λες,να του τα δώσουμε;-Παπουλάκη,του λέω,αφού σου έπλυνε τα πόδια,να τον τα δώσεις.Μετά έμαθα,ότι αυτός ο κύριος ήταν καθηγητής από την Αθήνα,είχε μεγάλη αγάπη στο Χαραλάμπη και πίστευε,ότι ο παπουλάκης ήταν άγιος άνθρωπος.Κάποια ήμερα με ρώτησε:-Αχ,θα γίνω άραγε καλά;Είχε φοβερούς πόνους στα πόδια του και το πρόβλημα αυτό δημιουργήθηκε από τις πολλές μετάνοιες και οδοιπορίες πού έκανε.-Παπουλάκη,του λέω,την Κυριακή θα φάμε στο σπίτι μου και μετά,ότι πει ο Θεός ας γίνει.


Την Κυριακή τον πήγα κρατώντας τον στο σπίτι μου και,αφού φάγαμε,τον άφησα κάτω από μια συκιά,για να πάω σε κάποια δουλίτσα μου. Όταν γύρισα μου φωνάζει:-Έλα εδώ,έλα εδώ γρήγορα.Πήγα αμέσως,για να δω τι με θέλει.-Κάθισε να σου πω· αυτή τη στιγμή μόλις έφυγε ή Παναγία· μου είπε να μην ξαναπάω στην καλύβα πού μένω,γιατί θα με σκοτώσουν με το τσεκούρι και θα ενοχοποιήσουν εσένα,πού μ' ανάβεις τη φωτιά.Πήγαινε να ειδοποιήσεις τον Ηλιόπουλο να με πάρει στο σπίτι του.Εγώ,για να μην πάθω ότι έπαθα με το τραίνο,πήγα τρέχοντας,ειδοποίησα τον Ηλιόπουλο και τον πήρε στο σπίτι του. Στο σπίτι του Ηλιόπουλου,πού έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του,πήγαινα συχνά και τον έβλεπα.Κάποια μέρα είχαν πάει πολλές γυναίκες να τον δουν,ο παπουλάκης όμως δεν μιλούσε μαζί τους και αυτές,όταν με είδαν,μου παραπονέθηκαν.Ρώτησα τον παπουλάκη,γιατί δεν μιλάει στις γυναίκες,πού ήλθαν να τον δουν και μιλάει μόνο σε μένα.


Με κοίταξε και μου είπε:-Εσύ έρχεσαι μαζί με την Παναγία.Άλλη φορά,πού είχα πάει να τον δω,μου είπε:-Ήρθε άγγελος και μου είπε:Έκανες μεγάλο αγώνα και σε ένα μήνα θα αναπαυθείς.Ό πεθερός μου Αθανάσιος Δημητρακόπουλος, κάποιο βράδυ φιλοξένησε τον παπουλάκη στο σπίτι του.Ό Χαραλάμπης του είχε πει να τον ξυπνήσει στις δύο μετά τα μεσάνυχτα.Ό πεθερός μου έβαλε και το ρολόι,για να μην αποκοιμηθεί.Μόλις χτύπησε το ρολόι,σηκώθηκε για να πάει να ξυπνήσει το Χαραλάμπη.Τον είδε όμως να φεύγει περπατώντας πολύ ψηλά πάνω από το έδαφος.Αυτό τον συγκλόνισε και το έλεγε παντού.Στην κηδεία του Χαραλάμπη ο πεθερός μου φώναζε:-Είναι Άγιος,Άγιος!Τον είδα να περπατάει πάνω από το έδαφος!Θυμάμαι μια βραδιά,είχε έρθει ο Χαραλάμπης στου πεθερού μου το σπίτι,για να πυρωθεί. Ό κουνιάδος μου ο Γιάννης έριχνε στη φωτιά μπαρούτι με τις χούφτες.Οι φλόγες της φωτιάς ήταν πολύ ισχυρές,ο Χαραλάμπης καθόταν πολύ κοντά,ο κουνιάδος μου συνέχιζε να ρίχνει μπαρούτι,για να γελάει με το Χαραλάμπη.Εγώ τον μάλωνα να σταματήσει,για να μην καούμε.


Ό Χαρα­λάμπης γυρίζει και μου λέει:-Άφησέ τους,να καούνε μια ώρα αρχύτερα.Άκουσα από άλλους,ότι πέρασε από μια στάνη και δυο τσοπαναρέοι του έδωσαν σε πιάτο μυτζήθρα να φάει.Ό Χαραλάμπης, αφού έφαγε,ευλόγησε τα πρόβατα και οι δυο τσοπαναραίοι είδαν ότι από τότε τα πρόβατα είχαν πολύ γάλα.Είπαν στο Χαραλάμπη να περνάει τακτικά,για να του δίνουν γάλα,τυρί,μυτζήθρα και ότι άλλο ήθελε.Κάποια μέρα τον είδαν να περνάει έξω από τη στάνη περπατώντας πολύ ψηλά πάνω από το έδαφος.Οι τσοπαναραίοι τον θαύμασαν και του φώναζαν να τους πλη­σιάσει,αλλά ο Χαραλάμπης εξακολουθούσε να φεύγει χωρίς να πατάει στο έδαφος.Την εποχή της κατοχής οι Γερμανοί είχαν πολλούς κρα­τουμένους στο παλαιό Σύνταγμα και υπήρχε φήμη, ότι πολύ σύντομα θα τους εκτελέσουν.Μια γυναίκα έκλαιγε για τον άντρα της, πού τον είχαν κρατούμενο οι Γερμανοί.Πέρασε ο Χαραλάμπης από τη γειτονιά της και την είδε πού έκλαιγε,τη ρώτησε το λόγο και εκείνη του είπε για τον άντρα της.-Μην κλαις,θα πάω να σου τον φέρω εγώ τον άντρα σου,της είπε.Πήγε στο Σύνταγμα,πέρασε τους Γερμανούς σκοπούς χωρίς να τους φοβηθεί και χωρίς εκείνοι να τον εμπο­δίσουν.


Βρήκε τους κρατουμένους,πήρε αυτόν πού ήθελε και τον πήγε στο σπίτι του.Κάποια φορά είχα πάει στο πανηγύρι στο χωριό Χαραυγή. Στο σπίτι πού πήγα,ήρθε και ο Χαραλάμπης.Σε κάποια στιγμή μπήκε στο χορό και χόρευε με τις κοπέλες.Τον πλησίασα και του είπα:-Παπουλάκη,γιατί χορεύεις με τα κορίτσια;Λένε,ότι δεν είναι σωστό αυτό πού κάνεις.-Κάνω τον Ανδρέα το σαλό,μου είπε και συνέχισε το χορό. Ένας οδηγός,πού είχε φορτηγό,μου είχε πει, ότι πη­γαίνοντας κάποτε με το αυτοκίνητο στην Καλαμάτα,συνάντησε στο δρόμο το Χαραλάμπη, στο χωριό Αρφαρά. Όταν έφτασε όμως στην Καλαμάτα,βρήκε το Χαραλάμπη πάνω στη γέφυρα του παλαιού ΚΤΕΛ. Ό οδηγός αναρωτιόταν,πώς ο Χαραλάμπης περπατώντας και χωρίς ν' ανέβει σε αυτοκίνητο ή μηχανάκι έφτασε στην Καλαμάτα γρηγορότερα από αυτόν.Του οδηγού,του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση αυτό και το συζητούσε στο καφενείο του Ασπροχώματος.Άκουσα την εποχή της κατοχής,ότι ο Χαραλάμπης πήγαινε με το φαναράκι του ν' ανάψει τον Άγιο Ιωάννη στον Άντικάλαμο.


Οι Γερμανοί είδαν το φως και άρχι­σαν να τον πυροβολούν με τα πολυβόλα τους από τη Σπερχογεία.Καμιά όμως σφαίρα δεν τον πήρε.Βλέ­ποντας οι Γερμανοί,ότι το φως δεν σβήνει,έτρεξαν να τον φτάσουν. Μόλις τον έφτασαν,άρχισε ο αξιωματικός τους να του δίνει κλωτσιές.Όταν σταμάτησε,ο Χαραλάμπης του είπε:-Δεν θα γυρίσει κανένας από σας στο σπίτι τον στην Γερμανία!Ό ίδιος μου είπε,ότι κάποια φορά είχε πάει σ' ένα μονα­στήρι στη Μάνη.Το βράδυ ξάπλωσε να κοιμηθεί στην αυλή του μοναστηρίου.Όλη τη νύχτα οι δαίμονες δεν τον άφησαν να κλείσει μάτι,τον χτυπούσαν και τον έπιαναν από το λαιμό να τον πνίξουν.Μου είπε ακόμη:-Ή λέξη τέρας δεν ταιριάζει ποτέ σε άνθρωπο·ούτε σε ζώο·ταιριάζει στο διάβολο,γιατί αυτός είναι τέρας.Ο Χαραλάμπης κοιμήθηκε τον Οκτώβριο του 1974.Ή κηδεία του έγινε στο μοναστήρι του Παναγουλάκη,και θυμάμαι είχε πάρα πολύ κόσμο.


Ποτέ δε θα ξεχάσω την ασκητική μορφή και την αγιότητα αυτού του ανθρώπου.Παπουλάκη, αιωνία σου ή μνήμη!Πηνελόπη Λάσκαρη,από το Φλομοχώριο Λακωνίας, κάτοικος Καλαμάτας,αναφέρει χαρακτη­ριστικά:Το Χαραλάμπη,τον θυμάμαι από το 1936,ήταν νέος τότε και πολύ ωραιότατος.Πάντοτε ξυπόλητος και αχτένιστος, φορούσε παντελόνι και πουκάμισο,αλλά στη μέση ήταν ζωσμένος ένα σακί.Στο λαιμό του είχε ξύλινο Σταυρό και στο ένα του χέρι κρατούσε άλλο Σταυρό,με τον οποίο σταύρωνε τον κόσμο.Εγώ από τότε πίστευα,ότι αγιόφερνε,ενώ άλλοι τον έλεγαν τρελλό,συγκεκρι­μένα τον έλεγαν Ζουρλοχαραλάμπη.Τον θυμάμαι στην Καλαμάτα,στο δρόμο πού ήταν το μεταξουργείο του Χριστόπουλου,έβαζε κήρυγμα και είχε μαζευτεί κόσμος.Παντού και πάντοτε έλεγε λόγια χριστιανικά και προφητικά,ακολουθούσε το Παλαιό Εορτολόγιο,εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε μόνο στο Παναγουλάκη το μοναστήρι.


Όταν πήγαινα για μπάνιο,τον έβλεπα να κηρύττει στους λουόμενους και μερικούς να τους ελέγχει.Γύριζε όλα τα εξωκλήσια και άναβε τα καντήλια.Μια φορά,πού είχα στο σπίτι μου τα μικρά παιδιά της αδελφής μου,πέρασε ο Χαραλάμπης και μου άφησε κάτι ρεταλάκια.-Πάρτα αυτά.Και έφυγε σαν σίφουνας.Εγώ τα φύλαξα μέσα στο μπα­ούλο μου. Μετά από δύο χρόνια ήλθε ο Χαραλάμπης και μου είπε:-Δώσ' μου εκείνα τα ρεταλάκια,θέλω να τα πάω κάπου.Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε στο κουμπάρου μου του Ηλιόπουλου.Σχεδόν κάθε μεσημέρι του πήγαινα φρέσκο φαγητό και θυμάμαι μου έλεγε:-Οι αμαρτίες των ανθρώπων έχουν φτάσει μέχρι το λαιμό και μια μέρα θα τους κουκουλώσουν και θα καταστραφούνε.Μια μέρα πήγα πολύ στεναχωρημένη και του είπα:-Πατερούλη είμαι πολύ στεναχωρημένη, γιατί δεν έχω καμιά είδηση για το παιδί της κουμπάρας μου,πού υπηρετεί στο Πεζικό.


Λέω στους γονείς του,πού με παίρνουν τηλέφωνο από το εξωτερικό,ότι είναι καλά.Τι θα γίνει πατερούλη,λέω πολλά ψέματα και αυτό δεν μου αρέσει.-Μη στεναχωριέσαι,σήμερα θα λάβεις γράμμα του.Πήγα μετά στο σπίτι μου και βρήκα γράμμα από το στρατιώτη.Πατερούλη,είπα μέσα μου,πώς το ήξερες,ότι θα λάβω γράμμα;Επειδή δεν μπορούσα να πηγαίνω συνέχεια να τον κα­θαρίζω, συνεννοηθήκαμε μαζί με άλλες κυρίες και δίναμε κάποιο χρηματικό ποσό σε μια κυρία Σταθούλα και τον περιποιόταν.Με έλεγε «μανούλα μου» και τον ρώτησα,-Γιατί με λες «μανούλα μου»;-Γιατί ή μάννα μου με εγκατέλειψε μικρό και το 'χω παράπονο,δεν έπρεπε να με εγκαταλείψει ή μανούλα μου.Εσείς οι Μανιάτες κάποτε είσαστε οι καλύτεροι άνθρωποι,τώρα χαλάσατε,γίνατε οι χειρότεροι.Πολλά μου έλεγε,πού δεν τα θυμάμαι.



Κάποια φορά,

πού είμαστε πολλές γυναίκες στο δωμάτιο του Χαραλάμπη, είπε στην κουμπάρα μου:

-Πήγαινε ν' ανάψεις το καντήλι, γιατί έσβησε.

Πήγε και το βρήκε σβηστό, ενώ ή ίδια προ ολίγου το είχε ανάψει.

Όλες οι κυρίες αναρωτιόμαστε,

πώς το είδε ο Χαραλάμπης ότι έσβησε.

Δύο μέρες, επειδή είχα κάποιες δουλειές, δεν πήγα να τον ιδώ.

Κάποια στιγμή,

μια γειτόνισσα μου φώναξε:

-Πηνελόπη, ήρθε ο Χαραλάμπης.

Βγαίνω στο μπαλκόνι και τον βλέπω να στέκει στον τοίχο.

-Είσαι καλά; με ρώτησε. Δεν ήρθες και ανησύχησα. Θα έκανε ώρα να φτάσει στο σπίτι μου.

Περπατούσε σαν το μικρό παιδάκι, βήμα-βήμα, ακουμπώντας τα χέρια του στους τοίχους,

για να μην πέσει...

Όταν τον παραστέκαμε να πεθάνει, ερχόντουσαν από διαφόρους τόπους γυναίκες και έλεγαν κλαίγοντας:

-Χαραλάμπη,

εσύ μας έθρεψες, εσύ μας έντυσες... εσύ μεγάλωσες τα παιδιά μας... 

Κάποια άλλη φορά μου είπε:

-Θα γίνει πόλεμος μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας, θα νικήσει ή Αμερική,

αλλά δε θα βρεθούν χέρια να τη χειροκροτήσουν.

Όταν πέθανε, τον στόλισαν σαν γαμπρό, τον κηδέψαμε στο μοναστήρι του Παναγουλάκη 

και θυμάμαι ήταν λαο­θάλασσα ο κόσμος στην κηδεία του!...

Συνεχίζεται...



Αποσπάσματα από το βιβλίο ''ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ''
Έκδοση της Ιεράς Μονής Παναγουλάκη Μεσσηνίας
Έτος 1993.Δεύτερη έκδοσις 1994
Τρίτη 1998
Ιερά Μονή Παναγουλάκη, Καλαμάτα,241 00
Εισαγωγή, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Χαραλάμπης ο Δια Χριστόν Σαλός


Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ




Υπάρχουν άραγε σήμερα Άγιοι;

Αναρωτιέται μυστικά κάθε ορθόδοξη και ευλαβής ψυχή.

Κρίσιμο το ερώτημα και δύσκολη στ' αλήθεια η απάντηση,αφού στην ζοφερή πνευματικά εποχή μας,

όπου επλήθυναν η ανομία,

η πλάνη και η ασέβεια,

φαίνεται ταυτόχρονα να έλειψαν και οι μεγάλες άγιες μορφές του παλαιού καιρού,

εκείνοι οι πύρινοι στύλοι της Θείας Χάριτος, οι Άγιοι οι θαυμαστοί,

που ήσαν ιερά σκεύη και δοχεία του Αγίου Πνεύματος, κατοικητήρια της Αγίας Τριάδος,

πηγές θαυμάτων,

ζώντες και μετά θάνατον, οι προορατικοί, οι ιαματικοί, οι ταπεινοί, οι ασκητικοί,

όλοι εκείνοι οι χαρισματούχοι και θαυματουργοί.

Σήμερα μοιάζει να χάθηκαν πια αυτά τα φώτα των ανθρώπων,

η ελπίδα και παρηγοριά των ευλαβών χριστιανών,

οι Άγιοι,

που οι προσευχές τους κρατούσαν τον Κόσμο.

Σύμπτωμα κι αυτό, χαρακτηριστικό της προδρομικής της Αντίχριστου εποχής μας,

προφητευμένο άλλωστε πριν πολλούς αιώνες ή άκριβέστερα χιλιετηρίδες από το Πνεύμα το Άγιο,

για μας τους σημερινούς ογδοήτες 

και τούς προσυντελειακούς καιρούς,

όπου όλα τα σημάδια δείχνουν ότι εισερχόμαστε σιγά-σιγά.



Σ' έναν από τους πρώτους μόλις ψαλμούς του Δαυίδ,τον ενδέκατο,βλέπουμε ως τίτλο την εσχατολογική επιγραφή «Εις το τέλος υπέρ της όγδοης»,ενώ αμέσως μετά αρχίζει ο ψαλμός με μια προσευχή-προφητεία:«Σώσον με,Κύριε,ότι εκλέλοιπεν όσιος».Είναι τόσο σαφής εδώ η αναφορά ατους τελευταίους καιρούς (εις το τέλος),στον όγδοο και τελευταίο αιώνα (υπέρ της ογδόης) και στην τότε απουσία των Αγίων (εκλέλοιπεν όσιος),που κάθε σχόλιο περιττεύει.Τί λοιπόν;Εγκατέλειψε ο Θεός το σημερινό κόσμο εξ' αιτίας της αποστασίας του από Αυτόν;Εξαντλήθηκαν άραγε η άφατη μακροθυμία Του και το άμετρο έλεός Του;


Είπε μήπως πάλι ο Κύριος με άγανάκτηση «Ώ γενεά άπιστος καί διεστραμμένη!έως πότε έσομαι μεθ΄υμών;έως πότε ανέξομαι υμών;» (Μτθ. ιζ' 17),όπως και τότε που ήταν επί της γης σωματικώς;Θέλουμε να πιστεύουμε πως όχι ή τουλάχιστον όχι ακόμα.Κι αυτό,επειδή βλέπουμε να συνεχίζεται αμείωτος καθημερινά ο χείμαρρος των ευεργεσιών Του προς εμάς τους αναξίους και αχαρίστους και αμαρτωλούς.Μία από τις οποίες είναι ότι ακόμα και σήμερα-ω της απείρου ευσπλαχνίας σου Κύριε!-αναδεικνύει και μας χαρίζει άγιες και προφητικές μορφές για φωτισμό,έλεγχο και καθοδήγησή μας.Ναι, αναμφισβήτητα,ακόμα και σήμερα,χάρη στο έλεος του Θεού υπάρχουν Άγιοι! Αρκεί-εμείς να έχουμε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής,για να τους βλέπουμε.Και αυτός είναι ο σκοπός αυτού του βιβλίου.Να τοποθετήσει μπροστά στα μάτια-τα αισθητά,όσο καί τά νοητά του ευρύτερου κοινού,την πιο παράξενη ίσως οσιακή μορφή των καιρών μας:Τον Χαραλάμπη,τον διά Χριστόν σαλόν,που έζησε και έδρασε στα Αρκαδικά και Μεσσηνιακα χώματα,στα τρία πρώτα τέταρτα του αιώνα μας.Πιθανόν αρκετοί να έχουν ήδη ακούσει γι'αυτόν.Οι περισσότεροι όμως σίγουρα όχι.


Έτσι,με την παρουσίαση του βίου του σε βιβλίο,εκπληρώνουμε ταυτόχρονα ελάχιστο διπλό χρέος,αφ' ενός τιμής προς την μνήμη εκείνου,αφ'έτέρου αγάπης προς τον άγνωστο,αλλά πλησίον μας αναγνώστη.Από εκεί και μετά είναι θέμα του τελευταίου να μπορέσει να «δει» και να γνωρίσει τον άγιο του Θεού,ώστε να ωφεληθεί.«Ο έχων...οφθαλμούς οράν...βλεπέτω».Σε μας δεν απομένει παρά να δοξάσουμε και να ευχαριστήσουμε εκ βαθέων τον Κύριο,που μας τον έστειλε και μας τον χάρισε στην σημερινή εποχή του πνευματικού σκότους και της απελπισίας,ώστε να φωτισθούμε,να ευφρανθούμε και να παρηγορηθούμε,έστω καί προς ώρας,στο φως του λύχνου του.«Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ α' 21).



Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ


Μυθογραφία μυθιστορηματική δεν γράφουμε,ούτε διηγήσεις τερπνές και κατάλληλες για περιδιάβαση καί ψυχαγωγία αρμαθιάζουμε!Γεγονότα ιστορικά παραθέτουμε,όπως βγήκαν από το στόμα εκείνων που τον είδαν,τον άκουσαν και τον γνώρισαν.Ο λόγος για τον «Ζουρλοχαραλάμπη,τον κολλητσιδιάρη»,όπως τον ονομάτιζαν περιπαίζοντάς τον,όσοι επιφανειακά και επιπόλαια τον αντίκρυσαν. Θά΄ταν άδικο,όσα είπε και έκαμε να παραδοθούν στην λησμονιά,χωρίς να καταγραφούν για τούς νεώτερους.Φαίνεται βέβαιο,πως γεννήθηκε στο Αρκαδικό Δυρρόχι το 1896,και πάντως μετά τον θάνατο του πατέρα του Χαραλάμπη,και γι' αυτό,όπως συνηθιζόταν,πήρε τ'όνομά του:«Χαραλάμπης».


Η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε στα Χριστοφιλαίικα, Μεσσηνιακό χωριό κοντά στον Άγιο Φλώρο, αφήνοντάς τον σε συγγενείς στο πατρικό σπίτι. Ακολούθησε λίγες τάξεις στο Δημοτικό Σχολείο, ασχολήθηκε μεγαλώνοντας σε αγροτικές εργασίες. «Ανυπότακτος» ο Χαραλάμπης Παπαδόγιαννης το 1916, «αγνώστου διαμονής» το 1920, «ουδαμού ανευρέθη» το 1940. Εκοιμήθη την 10η Οκτωβρίου του 1974. Όμως κάτι πρέπει να τον συγκλόνισε στα ενδιάμεσα νεανικά του χρόνια. Λεπτομέρειες δεν είναι γνωστές, μαρτυρίες εξακριβωμένες δεν υπάρχουν. Ό,τι και να πει κανείς βρίσκεται σε περιοχή αμάρτυρη και αβέβαιη. Το καλύτερο είναι ν' αφήσουμε να μιλήσουν εκείνοι, που τον γνώρισαν, όσοι και όπως τον κατάλαβαν...

     


ΟΣΟΙ ΤΟΝ ΕΙΔΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΚΟΥΣΑΝ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ...ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΠΑΘΑΤΕ ΤΟ ΚΑΚΟ ΓΥΡΙΣΑΤΕ;


Παναγιώτα Σωτηράκου,70 ετών,κάτοικος Καλαμάτας,διηγείται τα εξής:Απ' αυτά που θα πω,άλλα ξέρω προσωπικά η ίδια κι' άλλα τα έχω ακούσει από την μητέρα μου.Ο Χαραλάμπης ερχόταν συχνά στο σπίτι μας,πάντα ξυπόλητος και μ' ένα σακκί στη μέση.Φορούσε ένα μεγάλο ξύλινο Σταυρό και τα μαλλιά του ήταν αχτένιστα και άλουστα. Μια φορά, θυμάμαι, όταν ήμουν μικρή, δέκα με δεκαπέντε ετών, αρρώστησα και ήμουν στο κρεββάτι με σαράντα πυρετό.Ο Χαραλάμπης πέρασε από το σπίτι μας.Ήταν,θυμάμαι,κρεατινές απόκριες.Όταν με είδε,είπε στην μητέρα μου:-Τί έχει το κορίτσι;-Είναι άρρωστο,έχει πυρετό,του είπε.-Φέρε μου ένα ποτήρι καθαρό νερό,της είπε.Έβαλε τον Σταυρό μέσα στο νερό του ποτηριού και συγχρόνως έλεγε κάτι,αλλά δεν ακούγαμε.


Καταλάβαμε όμως,ότι έκανε προσευχή.Μόλις έβγαλε τον Σταυρό,μου έδωσε να πιω από το νερό του ποτηριού κι έρριξε και λίγο στο κεφάλι του.Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και σηκώθηκα αμέσως.Αισθανόμουν εντελώς καλά.Μια άλλη φορά είχε φέρει στο σπίτι μας ένα κοφίνι άπλυτα μπουκάλια κι ένα μπουκάλι Αγιασμό.Τότε είπε στην μητέρα μου:-Αυτά τα μπουκάλια να τα πλύνεις όλα καθαρά και θα περάσω να τα πάρω.Το μπουκάλι με τον Αγιασμό να το βάλεις στο μπουφέ σου και να μην το πειράξει κανένας.Εκεί στην γειτονιά μας αρρώστησε ένας άνθρωπος (τρελλάθηκε).Πήρε η μητέρα μου σ' ένα ρακοπότηρο λίγο απ'τόν Αγιασμό κι έδωσε στον άρρωστο να πιει.Έπειτα από τρία χρόνια πέρασε ο Χαραλάμπης να πάρει τα μπουκάλια και τον Αγιασμό.Μόλις είδε τον Αγιασμό,γύρισε και είπε στην μητέρα μου:-Λείπει Αγιασμός από το μπουκάλι.Τίνος έδωσες;-Χαραλάμπη μου,δεν έδωσα σε κανέναν,απάντησε η μητέρα μου.-Μωρή παράλυτη,πήγες κι'έδωσες στον συφιλιδικό,Αγιασμό;'Οταν ακούσαμε αυτό που είπε,όλοι στο σπίτι τα χάσαμε.


Άλλη φορά η μητέρα μου πήγαινε στο κτήμα της στην Μικρομάνη με τό γαιδουράκι της.Ήταν νύχτα.Στον δρόμο,από μακρυά και προς τα εμπρός της έβλεπε ένα μεγάλο φως.Χτυπούσε γρήγορα το γαιδούρι,για να φτάσει τον άνθρωπο με το φώς και να βαδίζουν παρέα.Η μητέρα μου νόμιζε,ότι αυτός ο άνθρωπος κρατούσε λάμπα ασετυλίνης.Αφού τον έφτασε,είδε τον Χαραλάμπη και τον ρώτησε:-Πού είναι το φως,που κρατούσες Χαραλάμπη;-Δεν κρατούσα φως,της απάντησε.Και είδε η μητέρα μου στο ένα του χέρι να έχει ένα σακκί στον ώμο με πράγματα και στ' άλλο,το ραβδάκι του.Θυμάμαι πάλι,όταν είχε έρθει ένα απόγευμα στο σπίτι μας και μου είπε:-Την γιαγιά σου,να την αγαπάτε.-Τήν αγαπάμε,του είπα.-Γιατί σας έδωσε το αίμα της καρδιάς της και σας έγραψε την περιουσία της.Αναρωτιόμαστε στο σπίτι,πως ήξερε ο Χαραλάμπης,ότι η γιαγιά μου είχε γράψει την περιουσία της στον πατέρα μας.


Πριν γυρίσουμε με το Παλαιό (Ορθόδοξο Εορτολόγιο),ερχόταν στο σπίτι μας και μας έλεγε:-Να γυρίσουτε με το Παλαιό,γιατι θα πόθουτε μεγάλο κακό.Μετά από λίγα χρόνια μας φώτισε ο Θεός και γυρίσαμε στην Ορθοδοξία.Μια μέρα,που πήγαινα με την μητέρα μου στην εκκλησία,στο μοναστήρι του πάτερ Ηλία Παναγουλάκη,μας συνάντησε στην σκάλα της εκκλησίας και μας είπε:-Τώρα,που πάθατε το κακό,γυρίσατε;Η μητέρα μου του είπε:-Χαραλάμπη μου,τι κακό πάθαμε;Αυτός της απάντησε:-Μωρή μουρλή απ'ό,τι έπαθες υπάρχει άλλο χειρότερο;Εκείνη την χρονιά είχαν πεθάνει ένας αδελφός μου και μια αδελφή μου.Όταν ήμουν μικρή,θυμάμαι,ότι έγινε μεγάλη πλημμύρα στην Μικρομάνη.Η έκκλησία «η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ» γέμισε λάσπη.


Έπειτα από λίγο καιρό,η μητέρα μου και η αδελφή μου πήγαν κι' έβγαλαν την ξεραμένη λάσπη από την εκκλησία.Λίγο από το χώμα έρριξαν στο Ιερό και το έστρωσαν,για να μην έχει λακκούβες.Μετά από χρόνια,ο Χαραλάμπης μου είπε έξω από την εκκλησία:-Να πας στην «ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ» να βγάλεις το χώμα από το Ιερό,που έρριξε η μάννα σου και η αδελφή σου.-Χαραλάμπη μου,δεν μπορώ να πάω,γιατι, αν με δούνε,θα νομίσουν ότι έχω κρύψει κάτι και ψάχνω να το βρώ.-Θα το κανονίσω εγώ,μου είπε.Άλλη φορά,θυμάμαι,έξω από την εκκλησία με πλησίασε και μου είπε:-Ό,τι ξέρουτε για μένα και για το φως,που είδε η μάννα σου,να μην πεις τίποτα τώρα.Να τα πεις όμως,μετά τον θάνατό μου!...



Η μοναχή Κικιλία Παυλίδου, 70 ετών, κάτοικος Λεύκτρου-Καστανέας Μάνης, αφηγείται:

Μένω στο μοναστήρι του Αγίου Κωνσταντίνου, που συνάμα είναι και πατρικό μου σπίτι απ' όταν γεννήθηκα.

Τον Χαραλάμπη, τον γνώρισα το 1935, τότε, που είχε πάει στον Προφήτη Ηλία και μετά ερχόταν για τον Άγιο.

Από το αλώνι μέχρι τον Άγιο ερχόταν με τα γόνατα.

Όταν τόν είδαν τα σκυλιά, γαύγιζαν.

Ο Χαραλάμπης τους έκανε το σημείο του Σταυρού και σταμάτησαν αμέσως να του γαυγίζουν.

Πήγε μέσα στον Άγιο,

προσευχήθηκε κι' ύστερα βγήκε έξω και κάθησε στον ίσκιο, γιατί ήταν καλοκαίρι.

Σέ λίγο έφτασε και ο πατέρας μου.

Όταν τον είδε ο Χαραλάμπης, του είπε: 

-Γιατι,καταραμένε,έκοψες τά δέντρα;

Ο Χαραλάμπης, το είπε αυτό, γιατι ο πατέρας μου είχε κόψει και πουλήσει δυο καρυδιές πολλών χρόνων,

που ήταν του μοναστηριού.

Κάποτε, θυμάμαι, με καμμιά δεκαπενταριά ορθοδόξους πήγαμε στον Προφήτη Ηλία, στον Ταύγετο.

Εκεί, την ώρα του Εσπερινού, είδαμε λάμψη.

Βγήκαμε έξω και είδαμε τρεις ακτίνες και λάμψη πάνω στο εκκλησάκι,

περισσότερο από τέταρτο της ώρας.

Αφού τελειώσαμε τον Εσπερινό, κάναμε και αγρυπνία.

Μετά από δέκα μέρες πήγα στην Καλαμάτα.

Ανεβαίνοντας στο πρώτο σκαλί της Ευαγγελίστριας, στο μοναστήρι Παναγουλάκη,

με είδε ο Χαραλάμπης και μου είπε:

-Σάς πλησίασε η Αγία Τριάδα!...

Συνεχίζεται...



Αποσπάσματα από το βιβλίο ''ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ''
Έκδοση της Ιεράς Μονής Παναγουλάκη Μεσσηνίας
Έτος 1993
Δεύτερη έκδοσις 1994, Τρίτη 1998
Ιερά Μονή Παναγουλάκη, Καλαμάτα,241 00
Εισαγωγή, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Χαραλάμπης ο διά Χριστόν Σαλός


Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΩΝ




Θα 'έρθει καιρός, πού θα δεις τα σκυλιά δεμένα με τα λουκάνικα.

Ηθική δε θα υπάρχει!

Αγάπη δε θα υπάρχει!

Εμπιστοσύνη πουθενά δε θα υπάρχει!

Ό κόσμος θα πέσει σε μεγάλη ανηθικότητα, χωρίς όρια, ούτε συγγενικά.

-Και ποιος θα κρατάει Ορθοδοξία μπάρμπα-Χαραλάμπη;

-Βλέπεις αυτό το βουνό και δίπλα το άλλο;

Θα μείνει μια γιδούλα στο ένα και μια στο άλλο και θα χτυπάει το κουδουνάκι της τσίν, τσίν, τσίν.

Τόσοι θα μείνουτε, πολύ λίγοι...

Θαυμαστά γεγονότα διηγείται ή Ουρανία Κωνσταντοπούλου, 70 ετών,

από το Λατζωνάτο Τριφυλλίας,

κάτοικος Καλαμάτας:

Το Χαραλάμπη τον θυμάμαι από τότε πού ήμουν κορι­τσάκι του Δημοτικού σχολείου.

Ερχόταν στο χωριό μου και άναβε όλα τα καντήλια των εκκλησιών.

Είχε ξανθά, μακριά μαλλιά, φορούσε παντελόνι και πουκάμισο με γιλέκο.

Δίδασκε τους συγχωριανούς μου και θυμάμαι,

πού τους έλεγε: -Γυρίστε με το Παλαιό, το Παλαιό είναι το Ορθόδοξο Εορτολόγιο.

Αργότερα παντρεύτηκα και έφυγα από το χωριό μου.


Στην Καλαμάτα,στο σπίτι πού έμενα,ερχόταν πολύ συχνά και,επειδή είχα πολλά παιδιά και ήμουν πολύ φτώχεια,μου έφερνε χρήματα, τυριά,ψωμιά,λαχανικά,φρούτα και οτιδήποτε άλλο μπορείτε να φανταστείτε σε τρόφιμα.Μια φορά ήρθε στο σπίτι μου,έφερε δύο φανάρια,καντηλήθρες και λάδι, τα έδωσε στον άντρα μου και του είπε:-Αντώνη,όταν πάς στο χωριό σου,στο Σελά,να πάς στο μοναστήρι του Άγιου Μηνά και να ανάψεις αυτά τα δύο φανάρια. Κάποιες φορές, μαζί με τον άντρα μου, έπαιρναν το γαϊ­δούρι, πήγαιναν στα περιβόλια,το φόρτωναν πορτοκάλια,λεμόνια,λαχανικά και τα πήγαιναν στον Προφή­τη Ηλία στους φυματικούς.


Ένα μεσημέρι ήλθε στο σπίτι και μου είπε:-Ό άντρας σου που είναι;Μαγειρέψατε;-Μπάρμπα-Χαραλάμπη, δεν έχουμε τι να μαγειρέ­ψουμε και ο άντρας μου λείπει. -Έχεις κατσαρόλα και κρεμμύδι; Φέρτα εδώ. Του έδωσα την κατσαρόλα, έκοψε το κρεμμύδι,έριξε λάδι,καθάρισε ένα πολύ μικρό κουνουπιδάκι, έριξε αλάτι,ένα κατσαρολάκι νερό,το έβαλε στη φωτιά και μου είπε:-Ασ΄ το να βράσει.Έβρασε το κουνουπίδι, γέμισε ή κατσαρόλα, φάγαμε τα έξη παιδιά μου,ο Χαραλάμπης,εγώ,και έμεινε και για τον άντρα μου. Θυμάμαι καλά αυτό το περιστατικό,γιατί μου είχε κάνει από τότε μεγάλη εντύπωση.Και αναρωτιό­μουνα το πώς μ' αυτό το μικρό κουνουπιδάκι γέμισε ή κατσαρόλα και φάγαμε τόσα άτομα. 


Ή δε νοστιμιά του ήταν απερίγραπτη. Είχα έξη κορίτσια, ήθελα αγόρι, στεναχωριόμουνα και έκανα προσευχή στην Παναγία να μου δώσει αγόρι. Έ­μεινα έγκυος και την προηγούμενη μέρα από τη γέννα πέρασε ο Χαραλάμπης από το σπίτι μου,αλλά, επειδή εγώ είχα πάει να φέρω νερό,δεν με βρήκε.Είδε τις μικρές κόρες μου και τους είπε:-Πείτε στη μάννα σας ότι,αυτό πού ζήτησε,θα της το δώσει ο Θεός σε λίγες ώρες.Πράγματι,την άλλη μέρα γέννησα το γιο μου τον Ευ­στάθιο.Μετά αναρωτιόμαστε με τον άντρα μου,πώς ο Χαραλάμπης ήξερε την ήμερα πού θα γένναγα και ότι το παιδί θα ήταν αγόρι!Κάποια φορά κάναμε αγρυπνία στο μοναστήρι της Κοιμή­σεως της Θεοτόκου. Έκανε πολύ κρύο και χιόνιζε.Ό Χαραλάμπης κάποια στιγμή έφυγε από την αγρυπνία και βγήκε έξω.Όταν τελείωσε ή αγρυπνία και βγήκαμε από την εκκλησία,τον είδαμε ξαπλωμένο κατά γης·κοιμόταν πολύ βαθιά και επάνω του ήταν ένα παχύ στρώμα από χιόνι.Όλοι οι Χριστιανοί τον λυπηθήκαμε και τον ξυπνή­σαμε-αυτός,θυμάμαι,μας είπε το έξης θαυμαστό:-Αχ...τι μου κάνατε... Ήμουνα παρέα με τους αγ­γέλους! Πήγαν κάποιοι στην ηγουμένη Καλλίνικη και της είπαν ότι ο Χαραλάμπης δεν είναι καλός άνθρωπος,γιατί δέ­χεται και του ρίχνουν νερό τα κορίτσια και λούζεται και γιατί χορεύει στα πανηγύρια.


Όταν πήγε ο Χαραλάμπης στο μοναστήρι, ή ηγουμένη τον μάλωσε και του είπε να μην ξαναπατήσει στο μοναστήρι. Ό Χαραλάμπης, αφού την άκουσε με προσοχή, μετά από λίγο της είπε: -Κάνω τον Ανδρέα τον σαλό. Μου χρειάζεται ταπεί­νωση,γι' αυτό κάθομαι να με χλευάζουν.Τί θέλεις;Να φορέσω κουστούμι και γραβάτα και να κάνω τον κύριο;Ή ηγουμένη Καλλίνικη,όταν άκουσε αυτά,του ζήτησε συγχώρεση και του έβαλε μετάνοια.Στην κορυφή του Ταΰγετου είναι ένα εκκλησάκι Προφή­της Ηλίας· θυμάμαι κάποτε μου είχε πει:-Με πήρε σύννεφο,με πήγε στο εκκλησάκι και άνα­ψα τα καντήλια,ούτε κατάλαβα πώς πήγα...Την εποχή της κατοχής πήγαινε προς τον Αλμυρό και στο χέρι του κρατούσε το φαναράκι του.Οι Γερμανοί,όταν τον είδαν του φώναξαν «"Αλτ..."Αλτ..."Αλτ...», αλλά αυτός συνέχιζε το βάδισμα· του έριξαν πολλές σφαίρες και θυμάμαι μου είπε:-Γέμισε το σακάκι μου,αλλά δεν με πήρε καμία...Οι Γερμανοί τον πλησίασαν,τον σταμάτησαν και τον κοίταξαν,ο Χαραλάμπης τους είπε:-Να πιστεύετε στο Χριστό.Ιδού γαρ και λέγομεν και λέγομεν,γαρ... γαρ... γαρ.Και συνέχισε το δρόμο του.


Οι Γερμανοί έμειναν ακίνητοι και τον κοίταζαν με απορία και θαυμασμό. Κάποια φορά,πού ήταν άρρωστος,τον φιλοξενούσα στο σπίτι μου.Έτρωγε πολύ λίγο,νήστευε πολύ,ακόμη και το νερό.Δε δεχόταν να κοιμηθεί σε κρεββάτι, διπλωνό­ταν με ένα σακί,έβγαινε έξω από το σπίτι και κοιμόταν στην αυλή. Κάποιες φορές με κοίταζε και μου έλεγε:-Ήμουν στη Μακεδονία και δεν ξέρω με ποιο τρό­πο,ούτε με λεωφορείο,ούτε με ζώο,ούτε με τα πό­δια,βρέθηκα στην Ομόνοια στην Αθήνα.Όλοι οι θεοφοβούμενοι άνθρωποι τον σεβόντουσαν και τον αγαπούσαν,λίγοι ασεβείς τον κορόιδευαν και τον έλε­γαν Ζουρλοχαραλάμπη, κολλητσιδιάρη.Ό Χαραλάμπης απ` όπου και αν περνούσε κήρυττε την Ορθοδοξία και έλεγε δυνατά:-Σήμερα είναι ή τάδε γιορτή με το Παλαιό,μετανοείτε,γυρίστε στην Ορθοδοξία.Κάποια εποχή είχα πάει με την οικογένεια μου στην Αθή­να και εκεί δούλευα.Όταν ήρθα για κάποιο λόγο στην Καλαμάτα,έμαθα ότι ο Χαραλάμπης είναι πολύ άρρω­στος στο σπίτι του Ηλιόπουλου.Ξεκίνησα και πήγα να τον δω.Μόλις με είδε χάρηκε και μου είπε:-Σήμερα σε περίμενα,ήξερα ότι θα έρθεις.


Για μένα ο Χαραλάμπης ήταν ο σωτήρας μου,αυτός μου ανάστησε τα παιδιά μου με τα τρόφιμα πού μου έφερνε.Ήταν άγιος άνθρωπος,κήρυκας της Ορθοδοξίας και πολύ ελεήμων,αιωνία του ή μνήμη!Πληθωρική ή διήγηση του Ιωάννη Ανδριόπουλου,γεμάτη θαυμαστά και παράδοξα:Κατάγομαι από το Λατζωνάτο Τριφυλλίας και κατοικώ στο Ασπρόχωμα Καλαμάτας.Τον Χαραλάμπη τον θυμάμαι από παιδάκι,γιατί ερχόταν στο χωριό μου και άναβε τα καντήλια στα εξωκλήσια.Στα χωριά πού περνούσε,σε γνωστούς και σε αγνώστους έλεγε:-Γυρίστε με το Παλαιό.Σήμερα είναι αυτή ή γιορτή με το Παλαιό.Το Παλαιό Εορτολόγιο είναι το σω­στό και αυτό να ακολουθήσετε.Εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε μόνο στο μοναστήρι του Παναγουλάκη και στον Άγιο Ισίδωρο. Θυμάμαι κάποια φορά,πού ήμουν στο καφενείο του Ανδρόνικου Καραμπάγια, ήρθε εκεί και ο Χαραλάμπης.


Τον φώναξα στο τραπέζι μου,τον κέρασα και του είπα: -Παπουλάκη,λέω να πάω αύριο στον Άγιο Γεώργιο στους Χρόνους.-Να πάς, αλλά να μην αφήσεις φράγκο στην εκ­κλησία,γιατί τα παίρνει αυτός ο μπεκρής και μας ξεφτιλίζει.-Παπουλάκη,δεν μπορώ να πάω και να μην αφήσω κάτι στην εκκλησία.-Εκείνο πού σου λέω εγώ να κάνεις,γιατί θα δια­τάξω και θα σε κόψει το τραίνο,αλλά δεν θέλω να σε κόψει,να σε σούρει όμως να γελάσει ο κόσμος.Έφυγα από το καφενείο,πήγα σε μια εξαδέλφη μου στο Νέο Κόσμο και μετά πήγα στη στάση,για να πάρω το τραίνο να πάω στο σπίτι μου.Εκεί πού περίμενα,χωρίς να το καταλάβω,βρέθηκα κοντά στις ράγες.Πέρασε το τραίνο με έσουρε,μου έσκισε το παντελόνι και,όπως είπε ο Χαραλάμπης,γέλασε ο κόσμος!



Πριν πάει στο σπίτι του Ηλιόπουλου,έμενε στην καλύβα των Καραχαλαίων στο Ασπρόχωμα.

Τα βράδια πήγαινα συχνά,

άναβα τη φωτιά και του έκανα παρέα.

Κάποια ημέρα πήγα γύρω στα μεσάνυχτα, τον είδα να κοιτάζει προς τα επάνω,

δεν ανέπνεε όμως καθόλου,ήταν σαν νεκρός.

Επειδή πίστευα και πιστεύω ότι ο Χαραλάμπης δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος,

αλλά ένας μεγάλος ασκητής της εποχής μας, κάθισα και περίμενα να δω το απο­τέλεσμα.

Μετά από αρκετή ώρα άκουσα ένα «χράκ» από το στόμα του και αμέσως μου λέει:

-τί υπέροχα ήταν εκεί!

-τί είδες παπουλάκη;του είπα.

-Είδα χιλιάδες Αγγέλους, Αγίους, Αγίες και την Παναγία μας να υμνούν το Χριστό.

Ό Χριστός δεν βλέπεται, γιατί λάμπει· και ή Παναγία μας λάμπει,

αλλά βλέπεται.

Έλεγε και άλλα σε μια ξένη γλώσσα, πού εγώ δεν κατα­λάβαινα· τον ρώτησα,

τι σημαίνουν αυτά και μου είπε:

-Είναι οι επτά λέξεις πού μου έδωσε ο Χριστός!

Είπε τις λέξεις, αλλά ήταν ξενικές και δεν τις συγκράτησα.

Συνεχίζεται...



Αντιγραφή από το Ιστολόγιο ''ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ''
Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Χαραλάμπης ο Δια Χριστόν Σαλός


▲ ▼
Print Friendly and PDF