«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017
Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017
Ο ΤΙΜΙΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΜΑΣ
''Υπέρ του κοινού κτήματος του πατρικού θησαυρού της υγιαινούσης πίστεως εστήκαμεν αγωνιζόμενοι''.
(Μ. Βασιλείου επ. 234)
''Κρείσσων επαινετός πόλεμος ή ειρήνης χωριζούσης Θεού.
(Απολογ. Αγίου Γρηγορίου Νανζιανζού).
Σχίσμα προφανές και πανθολογούμενον προκάλεσαν
εις το ενιαίον σώμα της Μίας, Ορθοδόξου Αγίας του Χριστού Εκκλησίας
οι εισηγηταί της καινοτομίας του Γρηγοριανού Ημερολογίου,
ως εγράψαμεν εις το αμέσως προηγούμενον φύλλον.
Του μεγάλου δε τούτου κακού δια την Εκκλησίαν, την μείζονα ευθύνην φέρει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών
μετά σπουδής αδικαιολογήτου συνεργήσας εις την επιβολήν της καινοτομίας ταύτης,
την οποίαν επιφανής ιεράρχης, ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας κ. Ειρηναίος,
εν τω προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος υποβληθέντι υπομνήματί του (1929)
χαρακτηρίζει ως αντικανονικήν,
αντικειμένην δηλ. προς αυτούς τους θείους και ιερούς της Ορθοδοξίας κανόνας.
Αλλ' είναι αναμφισβήτητον,
ότι ο νεωτερισμός ούτος του ημερολογίου, ως κατεδείχθεη εν τοις προηγουμένοις,
ανέτρεψε την αρχαίαν εκκλησιαστικήν τάξιν και παράδοσιν
και παρεβίασεν αυτό το πανάρχαιον της Εκκλησίας έθος
και σεβάσμιον από Θεοφόρων Πατέρων διαμεμορφωμένον αυτής καθεστώς!
Εν τοιαύτη δε περιπτώσει οι καινοτομήσαντες δεν κατεπολέμησαν απλώς την υπό των αγίων Οικουμενικών Συνόδων προιούσαν και εξωτερικήν της Εκκλησίας ενότητα, αλλά προσέκρουσαν προς ρητάς διατάξεις της τε αγίας Γραφής και ιερών Συνόδων και αγίων Πατέρων, αντέστησαν δηλαδή προς αυτήν την διδασκαλίαν του Αγίου Πνεύματος! Το πράγμα καταντά ομολογουμένως παράδοξον! Και όμως είναι αληθές και επεξηγείται, όταν λάβει τις υπ' όψει υπό ποιου πνεύματος διεπνέοντο οι κήρυκες της εκκλησιαστικής παρ' ημίν μεταρρυθμίσεως περί του οποίου εγράψαμεν εις το Α΄ημών άρθρον.
Αυτός ο των εθνών απόστολος ουρανοβάμων Παύλος τω Θείω Πνεύματι κινούμενος όρισεν ως απαράβατον εντολήν δια πάντας τους Χριστιανούς την απαραμείωτον τήρησιν των παραδόσεων εντειλάμενος: ''Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι' επιστολής ημών'' (Θεσ. β' 15). Την εντολήν ταύτην ως κόρην οφθαλμού διφύλαξεν η Ορθοδοξία, από της οποίας εξέκλιναν και την εντολήν επομένως κατεπάτησαν πάντες οι νεωτοροποιοί, οι νεωτερίσαντες είτε αιρέσει, είτε σχίσματι.
Προ αυτής της εντολής συνετρίβησαν και συνεθλάσθησαν αι πύλαι του Άδου, είτε των αιρετικών κακοδόξων και σχισματικών τα στόματα! Δια τούτο η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι πολυσέβαστος και εις αυτούς τους ξένους προς αυτήν κληρικούς ως διατηρούσα αλώβητον την υπό αυτήν των αγίων Αποστόλων παράδοσιν εμμένουσα απαρεγκλίτως εις όσα παρέλαβε παρ' αυτών δια μέσου των Θεοφόρων Πατέρων, συμφώνως προς παρομοίαν εντολήν του Θείου Παύλου ''Μένε εν οις έμαθες και επιστώθης ειδώς παρά τινος έμαθες'' (Β' προς Τιμ. γ' 14). ''Αν πρόκειται να φύγω ποτέ από την Εκκλησίαν μου (έλεγε ποτέ εν Λονδίνω άγγλος ανώτερος κληρικός) θα προσέλθω εις την πολιάν και πολυσέβαστον Ανατολικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, όχι εις την καινοτόμον Ρώμην''. Και η γνώμη αύτη, προσέθετε το περιοδικόν ''Εκκλησία,'' είναι των πλείστων άγγλων κληρικών (βλ. υπ' αρ. 42/1924).
Οι σημερινοί όμως αρχηγέται της εκκλησιαστικής καινοτομίας διεκήρυξαν, ότι η παράδοσις αναφέρεται εις μόνα τα της πίστεως. Περιόρισαν δηλ. την παράδοσιν οι νεοκήρυκες ούτοι εις μόνον τα πιστευτέα και ελησμόνησαν, ότι εκ παραλλήλου αύτη αναφέρεται τόσον εις την ηθικήν της χριστιανικής πίστεως διδασκαλίαν, ήτοι εις τα πρακτέα περί της οποίας λέγει ο Ιερός Παύλος, ''όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα, ει τις αρετή και ει τις έπαινος ταύτα λογίζεσθε α και εμάθετε και παρελάβατε και ηκούσατε και είδετε εν εμοί, ταύτα πράσσετε. και ο Θεός της ειρήνης έσται μεθ' ημών'' (Φιλιπ. δ' 8-9) όσο και εις αυτήν την λατρείαν του Θεού, την εξωτερικήν ταύτην της πίστεως εκδήλωσιν.
Ταύτην την ιεράν της Εκκλησίας παράδοσιν περί την θείαν λατρείαν ονομάζει άγραφον έθος ο βαθυνούστατος εκκλησιαστικός Πατήρ Βασίλειος ο Μέγας, όστις αποδίδει τοιαύτην σημασίαν εις το έθος τούτο, ώστε να γράφει προς τον μακάριον Αμφιλόχιον: ''...Ει γαρ επιχειρήσαιμεν τα άγραφα των εθών, ως μη μεγάλην έχοντα την δύναμιν, παραιτείσθαι, λαθοίμεν αν εις αυτά τα καίρια ζημιούντες το Ευαγγέλιον, μάλλον δε εις όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ηλπικότας κατασημαίνεσθαι, τις ο δια γράμματος διδάξας; Το προς ανατολάς τετράφθαι κατά την προσευχήν, ποιον ημάς εδίδαξε γράμμα''; (Ράλλη και Ποτλή Σύνταγ. ιερών καν. τόμ. 4 σελ. 283).
Ίσως να έχει τις οιανδήποτε αμφιβολίαν ότι η εκκλησιαστική παράδοσις αναφέρεται και εις αυτήν την νηστείαν και εορτήν ή την τάξιν της εκκλησίας. Την ενδεχομένην αμφιβολίαν εξαφανίζει απολύτως ο μέγας εν Πατριάρχαις και ομολογηταίς άγιος Νικηφόρος, όστις καθορίζων σαφώς την εκκλησιαστικήν παράδοσιν γράφει τα κάτωθι σημαντικά... ''Έστι δε ιδείν καν ταις ιεραίς συνάξεσι, κατά την θείαν λειτουργίαν ή και εν άλλοις καιροίς επιτελούμενα ουκ ολίγα ημών αγράφως παραδεδομένα και κρατούμενα και αυτών των θεισμένοις τόποις ή και άλλως γιγμομένων, α δη εκ της αγράφου και άνωθεν μέχρις ημών κατίοντα συνήθους παρειλήφαμεν παραδόσεως και πάντα τιμώμεν και περιέπομεν και ασπαζώμεθα και κατέχομεν ουδέν έλαττον ή τα εν γραφαίς ημίν νομοθετούμενα, ων αμφοτέρων το ασφαλές παρά της αποστολικής διδασκαλίας περιλέγομεν. Πάντα γαρ έθος εστί το βεβαιούν επεί και το έργον λόγου επικρατέστερον. Τι γαρ έστι νόμος ή άγραφον έθος ως αυ πάλιν έθος άγραφος νόμος''. (Αγίου Νικηφόρου Πατριάρχου Κων/λεως, εκ του γ' αντιρρητικού).
Ώστε κατά τον θείον Νικηφόρον η εκκλησιαστική παράδοσις, η εξ έθους ημών υφισταμένη και συνεχιζομένη από των αρχαίων της Εκκλησίας χρόνων είναι ισοδύναμος και ομότιμος δια πάντα Χριστιανό προς αυτά ''τα εν Γραφαίς ημών νομοθετούμενα'', διότι ενός και του αυτού Αγίου Πνεύματος είναι έργον, είτε παράδοσις εκκλησιαστική και η της Αγίας Γραφής διδασκαλία.
Δια τούτο, ο ιερός και σοφός Μελέτιος ο Πηγάς εν τη μεγάλω Συνόδω του 1593
εν Κων/πόλει εισηγούμενος μεταξύ άλλων την καταδίκην του γρηγοριανού ημερολογίου
λέγει τα περισπούδαστα εκείνα:
''...Επειδή τοίνοιν το τέλειον είλαφεν η των Ορθοδόξων Εκκλησία
κατά της Θεογνωσίας και ευσεβείας δόγματα,
αλλά κατά των εκκλησιαστικών πραγμάτων κατάστασιν δίκαιον έστι
και ημάς πάντα νεωτερισμόν των της εκκλησίας περιβόλων περιορίζειν
ειδότες υπαιτίους γεγονέναι αεί τους νεωτερισμούς της των Εκκλησιών συγχήσεως και διαστάσεως''... (Τόμ. Αγάπης, Δοσιθ. σ. 542).
Φανερά λοιπόν η πλήρης και τελεία αντίθεσις των καινοτομησάντων
εν τω ζητήματι του εκκλησιαστικού ημερολογίου
προς την των εκκλησιαστικών παραδόσεων διδασκαλίαν του Αγίου Πνεύματος,
περί της οποίας θα συνεχίσωμεν εις το επόμενον.
Αθήναι 6 Ιουλίου 1932
Εισαγωγή το διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του ιστορικού, ορθοδόξου περιοδικού ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ,''
του μακαριστού Επισκόπου Πενταπόλεως της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών κ. Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου.
του μακαριστού Επισκόπου Πενταπόλεως της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών κ. Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου.
Έτος Γ', αριθμός τεύχους 9, Ιανουάριος - Μάρτιος 1978, σελίδες 63 - 66.
Στην φωτογραφία της ανάρτησης ο πνευματώδης θεολόγος και ταπεινός Επίσκοπος Έτνα και Πόρτλαντ κ. Αυξέντιος.
Στην φωτογραφία της ανάρτησης ο πνευματώδης θεολόγος και ταπεινός Επίσκοπος Έτνα και Πόρτλαντ κ. Αυξέντιος.
Μακαριστός Μοναχός Μάρκος Χανιώτης
Διευθυντής της εφημερίδος ''Ο Κήρυξ Των Ορθοδόξων''.
Η ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ
ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ (ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΤΩΝ-ΜΟΝΟΕΝΕΡΓΗΤΩΝ) ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΑΥΤΩΝ.
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΥΤΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ;
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
Τα πρώτα χρόνια. O Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη την βασιλίδα των Πόλεων, στα τέλη του 6ου αιώνα γύρω στο 580 μ. X. από ευγενείς και ευσεβείς γονείς. Από μικρό παιδί αγαπούσε πολύ τον Θεό. Οι γονείς του, λόγω του ότι ήταν πολύ εύποροι, φρόντισαν και του έδωσαν πλούσια παιδεία. Ο Άγιος Μάξιμος σπούδασε πολλές επιστήμες, όπως ρητορική, φιλοσοφία, γραμματική, μουσική, ποίηση και άλλες πολλές τέχνες της εποχής εκείνης. Τόσο πολύ δε διαδόθηκε η φήμη του, τα χαρίσματά του, το τάλαντό του, η ρητορεία του, τα γραπτά του, η ευσέβειά του και γενικά η όλη προσωπικότητα του Αγίου Μαξίμου, όπου γρήγορα ο βασιλεύς Ηράκλειος, που ήταν Αυτοκράτορας την εποχή εκείνη, τον συμπάθησε, τον αγάπησε και τον πήρε κοντά του για να τον έχει ως αρχιγραμματέα του και σύμβουλό του, στα διάφορα θέματα του. Όμως, ο Άγιος Μάξιμος, ενώ είχε τα πάντα δίπλα στον Αυτοκράτορα, και παρ’ όλες αυτές τις δόξες, τις τιμές και τα μεγαλεία που είχε, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν στάθηκαν ικανά να τον συγκινήσουν, και να τον δελεάσουν, για να παραμείνει κοντά στην κοσμική και υλική αυτή ζωή. Αλλά, εγκαταλείποντάς τα όλα, έφυγε από τα ανάκτορα για να πραγματοποιήσει αυτό το οποίο ήθελε και επιθυμούσε από μικρό παιδί και ήταν, το να προσέλθει κοντά στο Θεό, και να τον υπηρετήσει. Να απαρνηθεί τα εγκόσμια, τα υλικά και προσωρινά αγαθά, και να αγωνιστεί για τα πνευματικά και αιώνια αγαθά. Έτσι λοιπόν, αφού πήρε την άδεια από τον Αυτοκράτορα, έφυγε και πήγε και έγινε Μοναχός, σ’ ένα Μοναστήρι απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, στην Χρυσούπολη, στο σημερινό Σκούταρι, (Ουσκουδάρι, στὰ τουρκικά). Εκεί λοιπόν εκάρη Μοναχός (δηλαδή έγινε μοναχός) και μέσα σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα έφτασε σε πολύ υψηλά μέτρα αγιότητας, μέσα από μεγάλη άσκηση. Τόσο, που οι Μοναχοί οι οποίοι ήταν στο μοναστήρι τον αγάπησαν και τον σεβάστηκαν τόσο πολύ, που τον παρακαλούσαν συνέχεια να δεχθεί να γίνει ο Πνευματικός τους Πατέρας και Καθηγούμενός τους, για να τους καθοδηγεί «εις εύδιον λιμένα». O Άγιος Mάξιμος όμως από ταπείνωση δεν ήθελε να δεχτεί, αλλά αρνιόταν αυτή την πρόσκληση και την τιμή, ώσπου κάποια στιγμή συγκινήθηκε από την αγάπη των αδελφών του, των μοναχών και σκέφτηκε ότι, δεν έχει το δικαίωμα να κρύπτει όλη αυτή τη χάρη και την ευλογία την οποία του είχε χαρίσει ο Θεός και τα χαρίσματα και όλες αυτές τις αρετές, αλλά έπρεπε, όπως τοποθετούμε το φως πάνω στο τραπέζι και φωτίζει όλο το δωμάτιο, έτσι και εκείνος έπρεπε να φωτίσει τον κόσμο ολόκληρο και να σταθεί ψηλά, ως άλλος Άτλας θα λέγαμε, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, και να σώσει εκείνη τη περίοδο την Εκκλησία από την ύπουλη, φοβερή και τρομερή αίρεση των Μονοθελητών και Mονοενεργητών.
Η αίρεση των Mονοθελητών και Mονοενεργητών και η διδασκαλία της
Τι ακριβώς συνέβει εν συντομία; Τον 7ο αιώνα, το 617 περίπου, ο βασιλεύς Ηράκλειος γνώριζε κάποιον μεγάλο, επίσημο αρχιερέα στην Αντιόχεια, του οποίου είχε μολυνθεί η καρδιά, με την αίρεση αυτή των Μονοθελητών και Mονοενεργητών. Tί είναι αυτή η αίρεση; Eίναι εκείνοι οι αιρετικοί οι οποίοι πρέσβευαν ότι ο Xριστός μας είχε μόνο μία θέληση και μόνο μία ενέργεια. Όπως ξέρουμε ο Xριστός είχε δύο Φύσεις. Την Θεία και την Ανθρώπινη. Ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Λίγο πιο πριν, τον 5ο αιώνα υπήρχε η αίρεση των Mονοφυσιτών, που έλεγαν ότι ο Xριστός είχε μόνο μία Φύση. Και άλλοι μέν από τους Mονοφυσίτες έλεγαν ότι είχε μόνον την Ανθρώπινη Φύση, άλλοι δε έλεγαν ότι είχε μόνο την Θεϊκή Φύση, και ότι τελικά η Θεία Φύση Του απορρόφησε την Ανθρώπινη και έμεινε μόνο η Θεϊκή. Aυτή λοιπόν η αίρεση των Mονοφυσιτών, εκλόνησε και ταλαιπώρησε την Εκκλησία για πολλά χρόνια, δημιουργώντας πολλά και διάφορα προβλήματα, σε όλη την Αυτοκρατορία. Επειδή λοιπόν υπήρχε μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ των πιστών, κληρικών και λαϊκών, κάποιοι "σοφοί" κληρικοί και λαϊκοί, κυρίως όμως αρχιερείς, για να κατευνάσουν δήθεν τα πνεύματα και για να ηρεμήσουν τις παρατάξεις αυτές, τους ορθοδόξους και τους αιρετικούς, βρήκαν αυτή την δοξασία, αυτό το ψευδό-δόγμα, του Μονοθελητισμού και Μονοενεργητισμού. Έλεγαν λοιπόν, ότι: Εντάξει! Δεχόμαστε, συμβιβαζόμαστε ότι ο Χριστός είχε δύο Φύσεις, ήταν και τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος. Το πιστεύουμε αυτό το δόγμα. Μην μας λέτε όμως ότι είχε και δύο θελήσεις και δύο ενέργειες, ως Θεός και ως Άνθρωπος. Ότι είχε δηλαδή και την θεϊκή θέληση και την ανθρώπινη θέληση και ότι είχε την θεϊκή ενέργεια και την ανθρώπινη ενέργεια και ότι ενεργούσε και σαν Θεός, ενεργούσε και σαν άνθρωπος. Αυτό δεν το δεχόμαστε με τίποτε! Και έτσι γεννήθηκε, δημιουργήθηκε, η μεγάλη αυτή αίρεση των Μονοθελητών και των Mονοενεργητών που πίστευαν δηλαδή μόνο σε μία θέληση και μία ενέργεια του Χριστού. Και βέβαια, το δόγμα αυτό ήταν τελείως βλάσφημο και ξένο με την Αλήθεια και την Ορθοδοξία. Ήταν δε ταυτόχρονα τόσο ανόητο και αστείο, που ο Άγιος Μάξιμος τους αποστόμωνε μόνο με μία του φράση. Δεν σας λέμε πολλά γιατί δεν είναι επί του παρόντος, επειδή ο χρόνος κυλάει, μόνο αυτό να θυμηθείτε που τους είπε ο Άγιος Mάξιμος: «Oὐκ ἔστι φύσις ἀνενέργητος καί ἐνέργεια ἄνευ φύσεως». Δηλαδή, «δεν υπάρχει καμμία φύση που δεν έχει ενέργεια και ούτε πάλι μπορεί να υπάρξει καμμά ενέργεια χωρίς φύση».
Εύστοχα παραδείγματα εναντίον της αιρέσεως από τον Άγιο Μάξιμο
Βρείτε μου, τους έλεγε ο Άγιος Μάξιμος, μία φύση η οποία να είναι «ἀνενέργητος» δηλαδή, ανενεργός. Δεν υπάρχει καμμιά περίπτωση. Οποιοδήποτε πράγμα πάρετε επί της γης, γήινο, που έχει μία ουσία, αποτελείται από μία ουσία, ταυτόχρονα έχει και κάποια ενέργεια. H φωτιά παραδείγματος χάριν. Η φύση, η ουσία της φωτιάς είναι αυτή που γνωρίζουμε, δηλαδή η ελεγχόμενη καύση για την παραγωγή ενέργειας. Ποια όμως είναι η ενέργεια; H ενέργεια της φωτιάς είναι το φως, η ζέστη, είναι το κάψιμο και άλλα παράγωγα που βγαίνουν από τη φωτιά, και την ενέργεια της. Έχουμε το νερό. Η φύση του νερού είναι αυτή που γνωρίζουμε, είναι η ένωση του υδρογόνου και του οξυγόνου. Έχει όμως και την ενέργεια του. Τρέχει, κυλάει, ανεβαίνει, κατεβαίνει, είναι δροσερό, κρύο, ζεστό, πικρό, γλυκό, αλμυρό κ.λπ. Έτσι και η ανθρώπινη φύση, η δική μας φύση. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε μία φύση, μία ουσία. Αυτή η φύση-ουσία λοιπόν, έχει και ενέργεια. Ποια είναι η ενέργεια; Μιλάμε, ενεργούμε. Γράφουμε, ενεργούμε. Προχωράμε, ενεργούμε. Τρώμε, ενεργούμε. Χτυπάμε παλαμάκια, ενεργούμε, και άλλα πολλά που πράττει και ενεργεί ο άνθρωπος στην ζωή του. Έτσι λοιπόν, τους έλεγε ο Άγιος Μάξιμος, δεν μπορεί να υπάρξει φύσις ανενέργητος δηλαδή, ανενεργός. Και άρα λοιπόν, αφού δέχεστε ότι είχε δύο φύσεις, πρέπει να δεχθείτε ότι είχε και δύο θελήματα και δύο ενέργειες. Εάν δεν δέχεστε ότι είχε δύο θελήσεις και δύο ενέργειες δεν μπορείτε να λέτε και να δέχεστε ότι είχε και δύο Φύσεις. Ή δέχεσθε λοιπόν και τα μεν και τα δε, ή μην δεχτείτε τίποτε από τα δύο και πηγαίνετε στην ευχή του Θεού. Αυτό όμως, δυστυχώς δεν ήθελαν να το καταλάβουν όλοι οι τότε αρμόδιοι και υπεύθυνοι. Και τι έγινε; Προσέξτε τι έγινε. Μιλάμε τώρα για φοβερά πράγματα, τα οποία ίσως να τα βρούμε μπροστά μας και γι’ αυτό σας τα λέμε αυτά τα πράγματα, γιατί θα τα βρούμε μπροστά μας και σύντομα και ίσως γι’ αυτό να σας κουράζουμε. Μπορεί να έχετε ορισμένοι κουραστεί, αλλά δεν πειράζει, εμείς θα συνεχίσουμε σήμερα. Αλλά αυτά όμως που θα ακούσετε θα είναι πολύ σημαντικά και όσοι θέλετε κάποια στιγμή θα τα χρησιμοποιήσετε και θα τα εφαρμόσετε, προς ωφέλεια πνευματική και σωτηρία της ψυχής σας. Όσοι δεν θέλετε είναι δικαίωμά σας. Tί έγινε, προσέξτε! Μιλάμε τώρα για φοβερές εξελίξεις, αφού όλα τα τότε Πατριαρχεία, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Aλεξανδρείας, Aντιοχείας, Iεροσολύμων και το Πατριαρχείο Pώμης, όταν η Ρώμη ήταν ενωμένη με την Ανατολή, τα πέντε τότε Πρεσβυγενή Πατριαρχεία, αυτά ήταν τα μόνα Πατριαρχεία τότε, όλα λοιπόν αυτά τα Πατριαρχεία με τους Πατριάρχες τους, με τους αρχιερείς τους, με τους κληρικούς τους, με τον λαό τους, όλα μα όλα είχαν πέσει στην αίρεση αυτή!
Η αίρεση μάστιζε το πλήρωμα της Εκκλησίας επί εξήντα ολόκληρα χρόνια
ΟΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΕΚ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΤΥΦΛΟΣ
῾Η ῾Υπεραγία Θεοτόκος προνοεῖ γιά τό ψυχικό παρά γιά τό σωματικό ὄφελος τῶν δούλων Της
᾿Από τόν Βίο τοῦ ῾Οσίου ᾿Ανθίμου τοῦ Τυφλοῦ
(† 4.9.1782)
Πρώτος σταθμὸς τοῦ ῾Οσίου ᾿Ανθίμου ὑπῆρξε ἡ Χίος, τὸ ἁγιονῆσι τοῦ Αἰγαίου. Στὸ ἴδιο νησὶ κατέφυγαν κι ἄλλοι κολλυβάδες Πατέρες, διωγμένοι ἀπὸ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος. ᾿Απὸ τὸ συναξάρι τοῦ ῾Οσίου πληροφορούμεθα ὅτι γιὰ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο ἀσκήθηκε μέσα στὴν ἐκκλησία τῆς ῾Αγίας Ματρώνης τῆς Χιοπολίτιδος, δίχως νὰ διευκρινίζεται ὅμως σὲ ποιά τοποθεσία τῆς νήσου βρισκόταν... ῾Ο ῞Οσιος Πατὴρ ἐδίδασκε τὸν Εὐαγγελικὸ λόγο στοὺς πιστοὺς μὲ ἀποτέλεσμα τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν καλὴν ἀλλοίωση καὶ μετάνοια πολλῶν ψυχῶν. ῎Εφθασε σὲ μεγάλα ἀσκητικὰ μέτρα. Συνήθιζε πάντοτε νὰ τρώγει λίγο ξερὸ ψωμὶ καὶ νὰ πίνει νερὸ μόνον μετὰ τὴν δύση τοῦ ἡλίου.
Κοιμόταν ἐλάχιστα πάνω στὰ ψυχρὰ μάρμαρα τῆς ἐκκλησίας, ἐνῶ τὶς ὑπόλοιπες ὧρες τῆς νυκτὸς καλλιεργοῦσε τὴν νοερὰ προσευχὴ τοῦ γλυκυτάτου ᾿Ιησοῦ του... Κάποια νύχτα, ἐνῶ προσευχόταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου, ἀποκοιμήθηκε καταπονημένος. Τότε ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὴν ἀκόλουθη ὀπτασία: Παρουσιάσθηκαν μπροστά του δυὸ λαμπροφόροι νέοι, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶπαν: «῎Ανθιμε, ἀκολούθησέ μας γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσουμε ἐκεῖ ποὺ μᾶς διέταξε ἡ Κυρία τοῦ παντός». ῞Οταν πέρασαν ἀπὸ σκοτεινοὺς καὶ δυσώδεις τόπους, ὅπου ἀκούγονταν οἰμωγὲς καὶ θρῆνοι αὐτῶν ποὺ προγεύονταν τὴν κόλαση, ὁ ῞Οσιος ὀλιγοψύχησε. ῞Ομως οἱ ῎Αγγελοι ποὺ τὸν συνόδευαν, τοῦ ἔδωσαν θάρρος καὶ τὸν ὁδήγησαν σὲ τόπο φωτεινὸ καὶ εὐωδέστατο.
᾿Εκεῖ σὲ θρόνο ὑψηλὸ ἀντίκρισε τὴν ὑπερτέραν πάσης κτίσεως ῾Υπεραγία Θεοτόκο. Σπεύδοντας νὰ προσκυνήσει τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἄκουσε τὴν βροντερὴ φωνή Της νὰ τὸν καθηλώνει στὴ θέση του. «Μακριά, μακριὰ ἀπὸ μένα, διότι ἐναντίον τοῦ συμφέροντός σου μὲ παρακαλεῖς συνεχῶς γιὰ νὰ σοῦ δώσω τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν σου». Τὴν φοβερὴ ἐκείνη ὥρα παρουσιάστηκαν δυὸ ἄλλοι φωτοειδεῖς νέοι (οἱ ῞Αγιοι Γεώργιος καὶ Παρασκευή), οἱ ὁποῖοι κάνοντας ἐδαφιαία μετάνοια στὴν Βασίλισσα τοῦ κόσμου, εἶπαν παρακλητικά: «Δέσποινα καὶ Κυρία τοῦ παντός, γιὰ τὸ αἷμα ποὺ χύσαμε ὑπὲρ τοῦ γλυκυτάτου Υἱοῦ σου καὶ Δεσπότου ἡμῶν, καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴν ὁποία ἔχεις πρὸς Αὐτόν, δέξου τὸν δοῦλον σου ῎Ανθιμο, ὁ ὁποῖος ἔχει σκοπὸ νὰ κτίσει Μοναστήρια πρὸς τιμήν μας».
Τότε ὁδήγησαν μὲ σεβασμὸ τὸν ῞Οσιο μπροστὰ στὴν Θεομήτορα, ἡ ὁποία τοῦ εἶπε: «῎Ανθιμε, ἐγὼ γιὰ τὴν μεγάλη σου εὐλάβεια καὶ γιὰ τὶς πολλές σου παρακλήσεις, ἀποφάσισα νὰ σοῦ δώσω λίγο φῶς. Γνώριζε ὅμως, ὅτι ἐὰν λάβεις αὐτὸ τὸ πρόσκαιρο, θὰ στερηθεῖς τὸ αἰώνιο». ῾Ο ῞Οσιος ἀμέσως δέχθηκε μὲ ταπείνωση καὶ δάκρυα χαρᾶς τὴν ἀπόφαση, παρακαλῶντας τὴν ῾Υπεραγία Θεοτόκο νὰ πρεσβεύει στὸ θρόνο τῆς Χάριτος γιὰ τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς του, ὥστε νὰ καταταχθεῖ εἰς τὰς αἰωνίους Μονὰς ὅπου οἱ δίκαιοι ἀναπαύονται. ῎Ετσι ὁ Μοναχὸς ῎Ανθιμος παρέμεινε ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀόμματος.
Κωνσταντίνου Π. Κανέλλου, Διδασκάλου, ῞Οσιος ῎Ανθιμος ὁ ἐκ Κεφαλληνίας ὁ Τυφλὸς ῾Ιεραπόστολος τοῦ Αἰγαίου'',
Βίος καὶ ᾿Ασματικαὶ ᾿Ακολουθίαι, σελ. 29-31, ᾿Ιθάκη 2005.
Αναδημοσίευση από το περιοδικό '''Αγιος Κυπριανός,'' αριθμός τεύχους 340, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2007, σελ. 88.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017
ΦΩΤΑ ΟΛΟΦΩΤΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη,
πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων,
έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη
και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους,
εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει.
Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο.
Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα,
δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα,
είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες.
Του κάκου.
Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της,
και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν
εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του,
ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος,
νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν,
ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής,
έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί,
αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους.
Εκινδύνευε ν’ αποθάνει από τους πόνους η Μαχώ, η γυναίκα του Κωσταντή του Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Η Πλανταρού, η πεθερά της, είχε καλέσει από το βράδυ της προλαβούσης ημέρας την μαμμήν την Μπαλαλίναν και την εμπροσθινήν την Σωσάνναν. Αι δύο γυναίκες, τεχνίτισσαι εις το είδος των, και η μήτηρ του συζύγου της κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός, επροσπάθουν, όσον το δυνατόν, να ανακουφίσουν τους πόνους της ωδινούσης.
Και είχεν ανατείλει ήδη η άλλη ημέρα και ακόμη η γυνή εκοιλοπόνει, και η μαμμή, η εμπροσθινή και η πενθερά συνεπόνουν με αυτήν, και ο καλογερόπαπας του Μετοχίου του Αγίου Σπυρίδωνος είχε λάβει εντολήν να ψάλει μικράν και μεγάλην Παράκλησιν προς βοήθειαν της ωδινούσης. Το σπιτάκι έκειτο επάνω εις την κορυφήν του μικρού νησιδίου προς μεσημβρίαν. Την πρωίαν της Παρασκευής, η βάρκα του Πλαντάρη είχε φανεί αντικρύ, αγωνιώσα εις τα κύματα, και δύο παιδία του γιαλού, απ’ εκείνα που περνούν τον καιρόν των κάτω από τον αρσανάν, μη γνωρίζοντα επί της ξηράς άλλην διατριβήν από τας συρμένας έξω φελούκας, ούτε άλλο παιγνίδι από την θάλασσαν, ήλθαν να πάρουν τα συχαρίκια της Πλανταρούς, ακούσαντα την είδησιν από πορθμείς, οι οποίοι είχον αναγνωρίσει μακρόθεν την βάρκαν.
Και τότε η Πλανταρού είδε, κι εκατάλαβεν από την τρικυμίαν, όπου ήτο εις το πέλαγος, ότι η βάρκα ανεβοκατέβαινεν εις τα κύματα κι εκινδύνευε να βουλιάξει, και τότε ενόησε τι θα ’πει να ’χει κανείς «δυο χαρές και τρεις τρομάρες». Διότι διπλή μεν χαρά θα ήτο να έφτανεν αισίως ο υιός της, να εγέννα με το καλόν και η νύμφη της· τριπλή δε τρομάρα ήτο ο κίνδυνος του υιού της, ο κίνδυνος της νύμφης της και ο κίνδυνος του προσδοκωμένου νεογνού. Ίσως δε θα ήτο τετραπλή η τρομάρα, αν προσετίθετο και ο φόβος μήπως τυχόν και η νύμφη της γεννήσει …θήλυ. Επάνω εις την κορυφήν του λόφου, ευρίσκετο μονήρες το σπιτάκι, και κάτω εις την ακρογιαλιάν ήτο κτισμένον το χωρίον. Διακόσια σπίτια αλιέων, πορθμέων και ναυτών.
Έν μίλιον απείχε το σπιτάκι από το χωρίον. Υπήρχε μικρός επισφαλής όρμος, αλλά δεν ήτο λιμήν. Έβλεπε μόνον προς μεσημβρίαν. Η αγωνία της βάρκας του Πλαντάρη ήτο ορατή από την πολίχνην, ορατή και από τον μεμονωμένον οικίσκον. Η Πλανταρού ήρχισε τότε να μέμφεται πικρώς τον υιόν της δια την τόλμην και την αποκοτιά του. Τι ήθελε, τι γύρευε τέτοιες μέρες να κάμει ταξίδι; Δεν άκουε, ο βαρυκέφαλος, τη μάννα του, τι του έλεγε. Ακόμη τα Φώτα δεν είχαν έλθει. Ο Σταυρός δεν είχε πέσει στο γιαλό. Τον αβάσταχτο είχε; Δεν εκαρτερούσε, ο απόκοτος, δύο τρεις ημέρες, να φωτισθούν τα νερά, να αγιασθούν οι βρύσες και τα ποτάμια, να φύγουν τα σκαλικαντζούρια; Καλά να πάθει, γιατί δεν την άκουσε. Όσον υψώνετο ο ήλιος προς το μεσουράνημα, τόσον ηύξανε και η αγωνία της Πλανταρούς.
Η νύμφη της, υποστηριζομένη όπισθεν από την Μπαλαλού και κρεμαμένη έμπροσθεν από τον τράχηλον της Σωσάννας, εμούγκριζεν ως αγελάδα. Ο άνεμος εκεί κάτω, εις το πέλαγος, εφαίνετο ότι απεμάκρυνε το πλοιάριον αντί να το προσεγγίσει εις την ακτήν. Η βάρκα ολονέν εξέπεφτε μακρύτερα, αισθητώς εις το βλέμμα. Εις την νύμφην της η Πλανταρού εφυλάχθη να είπει τίποτα. Μόνον εξήρχετο συχνά εις τον εξώστην, προσποιουμένη ότι ήθελε να κουβαλήσει το εν και το άλλο, και έμενεν επί μακρόν κι εκοίταζε. Δεν επανήρχετο ειμή αν την ανεκάλει η μαμμή, η Μπαλαλού. Επλησίαζεν ήδη η μεσημβρία και η αγωνία της Πλανταρούς έφθασεν εις το κατακόρυφον. Δεν εφαίνετο πλέον να υπάρχει ελπίς. Ο υιός της θα επνίγετο εκεί εις το άσπλαχνον πέλαγος, και την νύμφην της ομού με το έμβρυον θα την εσκέπαζεν η «μαύρη γης».
Τέλος, η γραία απέκαμε. Η βάρκα έγινεν άφαντη…Και η σύζυγος του υιού της εγέννησεν ….άρρεν. Ω! το στρίγλικο, το κακοπόδαρο, ω! το γρουσούζικο, οπού ψωμόφαγε τον πατέρα του! Πνίξτε το! Σκοτώστε το! Τι το φυλάτε; Πετάτε το στο γιαλό, να πα να βρει τον πατέρα του! Κ’αυτή, η γουρουνοποδαρούσα η μάννα του, αυτή η πρωτάρα, η στερεμένη, αυτή η λεχώνα η λοχεμένη!... Ημπορείς, μαμμή, να την καρυδοπνίξεις, κειδά που θα ψοφολογήσει, στο κρεβάτι της, να στραμπουλήξεις με τη χεράρα σου και της κλήρας το λαιμό, να πούμε πως εγεννήθηκε παθαμένο το παιδί, και πως η μάννα ετελείωσε, καθώς κάθισε στα σκαμνιά, ημπορείς; Δεν την εσκέπασεν η μαύρη γης την ταλαίπωρον μητέρα ομού με τον καρπόν των σπλάχνων της, και το πέλαγος ίλεων δεν έπνιξε τον πατέρα. Ο Πλαντάρης είχε τελειώσει προ πολλού την προσευχήν του, και ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχε φορέσει εκ νέου το υποκάμισον και την περισκελίδα του. Ο ζωέμπορος ο Πραματής επείσθη ότι ήτο καλός χριστιανός και ότι ήτο προωρισμένος να ταφεί εις ευλογημένον χώμα.
Ο άνεμος είχε κοπάσει περί το δειλινόν, και ο κυβερνήτης ανέλαβε το κράτος του επί του μικρού σκάφους. Έπιασε δυνατά το τιμόνι και με τα πολλά ορτσαρίσματα ήλθεν η φελούκα εις μέρος απαγγερόν, δίπλα εις την ξηράν, ολίγα μίλια απώτερον του μικρού όρμου. Δια τούτο η βάρκα είχε γίνει άφαντος εις τα όμματα της Πλανταρούς, ήτις δεν είχε παύσει ν’αγναντεύει από το ύψος του εξώστου. Έφθασε δε ασφαλώς εις τον όρμον, ευθύς ως έπεσεν εντελώς ο άνεμος, βασίλευμα ηλίου. Δεύτερα συχαρίκια επήραν της Πλανταρούς. Ο υιός της, αποστάζων άλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, έφθασεν εις το σπιτάκι, άμα ενύκτωσε, κι εκεί μόνον έμαθε την ευτυχή είδησιν, ότι η συμβία του τού είχε γεννήσει κληρονόμον. Την επαύριον ήσαν Φώτα. Την άλλην ημέραν Ολόφωτα.
Την εσπέραν της μεγάλης εορτής, άμα τη τριημερεύσει της λεχούς και του παιδίου, έβαλαν την σκαφίδα κάτω εις το πάτωμα και εγέμισαν με χλιαρόν νερόν βρασμένον με δάφνας και με μύρτους. Επρόκειτο να τελέσουν τα «κολυμπίδια» του παιδίου. Η καλή μαμμή, η Μπαλαλού, εξήπλωσε το βρέφος μαλακά επί των ηπλωμένων κνημών της και ήρχισε να λύει τα σπάργανα. Είχε νυκτώσει. Μία λυχνία και δύο κηρία έκαιον επί χαμηλής τραπέζης. Το παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, με αόριστον ροδίζοντα χρώτα, με βλέμμα γαλανίζον και τεθηπός, ανέπνεε και ησθάνετο άνεσιν, καθ’όσον απηλλάσσετο των σπαργάνων. Εμειδία προς το φως, το οποίον έβλεπε, κι έτεινε την μικράν χείρα δια να συλλάβει την φλόγα. Την άλλην χείρα την είχε βάλει εις το στόμα του, κι επιπίλιζε, επιπίλιζε. Τι ησθάνετο; Απερίγραπτον.
Η καλή μαμμή αφήρεσεν όλα τα σπάργανα, απέσπασεν αβρώς την φουστίτσαν και το υποκάμισον του βρέφους και το έρριψεν απαλώς εις την σκαφίδα. Ήρχισε να το πλύνει και να αφαιρεί τα άλατα, με τα οποία το είχε πιτυρίσει κατά την στιγμήν της γεννήσεως, αφού το είχε αφαλοκόψει. Αφήρεσε και το βαμβάκιον, με το οποίον είχε περιβάλει τας παρειάς και την σιαγόνα του παιδίου, δια να κάμει άσπρα γένεια. Έλαβε την «μασά», την σιδηράν λαβίδα, από την εστίαν και την έβαλε μέσα εις την σκάφην, δια να γίνει το παιδίον σιδεροκέφαλον. Το βρέφος ήρχισε να κλαυθμυρίζει, ενώ η μαμμή εξηκολούθει να το πλύνει μαλακά και να το υποκορίζεται άμα: «Όχι, χαδούλη μ’, όχι, χαδιάρη μ’! όχι κεφαλά μ’, πάπο μ’, χήνο μ’!» Και συγχρόνως ο πατήρ, η μήτηρ, η μαμμή, η Πλανταρού και άλλοι συγγενείς και φίλοι παρόντες, έρριπτον αργυρά νομίσματα, δια ν’ ασημώσουν το παιδίον.
Τα απέθετον αβρώς επί του στέρνου και της κοιλίας του βρέφους, και ολισθαίνοντα έπιπτον εις τον πάτον της σκάφης. Το παιδίον δεν έπαυε να κλαίει, και η μαμμή το εκολύμβιζεν ακόμη, το εκολύμβιζεν. Κολύμβα, τέκνον μου, εις την σκάφην σου, κολύμβα και απόβαλε την άλμην σου εις το γλυκόν νερόν. Θα έλθει καιρός ότε θα κολυμβάς εις το αλμυρόν κύμα, καθώς εκολύμβησεν όλος, χθες ακόμη, ο πατήρ σου με την σκάφην του. «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων, ο Θεός της δόξης εβρόντησε, Κύριος επί των υδάτων πολλών». Την επαύριον, εορτήν της Συνάξεως του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, έμελλε να βαπτισθεί το παιδίον, επειδή είχε συμβεί να γεννηθεί ούτω τας παραμονάς της εορτής, πριν περάσουν όλως τα Φώτα. Αλλά την εσπέραν, μετά τα κολυμπίδια, δείπνον παρετέθη εις την οικίαν. Η μαμμή εμάζωξε μετά προσοχής, όλα τα αργυρά κέρματα, ημιτάλληρα και σβάντζικα και δραχμάς, τα εκομβόδεσεν εις το μανδήλιόν της, ενώ οι παρεστώτες εφώναζαν γύρωθεν: «Να ζήσει! σιδεροκέφαλος!» και επηύχοντο εις την μαμμή «καλή ψυχή».
Είτα η Μπελαλού εσπόγγισε καλώς το παιδίον με μέγα λευκόν προσόψιον, του εφόρεσε καινούργιον καθαρόν υποκάμισον και ποδίτσαν, το ανέκλινεν επί των κνημών της, και ήρχισε να το περιβάλλει με τα σπάργανα. Ο ζωέμπορος, ο Πραματής, είχεν έλθει εις τα κολυμπίδια, και εδήλωσεν ότι επεθύμει να γίνει ανάδοχος του βρέφους, εις μνήμην του προχθεσινού εν θαλάσση κινδύνου και της διασώσεως. Ο μικρός ναύτης, ο Τσότσος, είχεν έλθει έως την θύραν, και ίστατο θεωρών μακρόθεν την τελετήν του κολυμβήματος.
Ο γείτων, ο Δημήτρης ο Σκιαδερός, πρωτοξάδελφος του Κωνσταντή του Πλαντάρη, δεν είχε φανεί εις την οικίαν από πέρυσι, από την ημέραν του γάμου. Αλλά την εσπέραν ταύτην επήρε την γυναίκα του την Δελχαρώ και τα παιδιά του, εκ των οποίων δύο εκράτει αυτός αρμαθιαστά από την μίαν χείρα, το εν πενταετές και το άλλο τετραετές, τρίτον διετές, έφερεν υπό την μασχάλην, εν πενταμηνίτικον βρέφος εβύζαινεν εις τους κόλπους της η γυνή του, και δύο άλλα επτά και οκτώ ετών την ηκολούθουν κρατούμενα από το φουστάνι της, κι επαρουσιάσθη χαμογελών, χαίρων δια την χαράν του συγγενούς του, γεμάτος ευχάς και συγχαρητήρια.
Εκάθισαν όλοι εις την τράπεζαν. Δεξιά η Μπαλαλού, η μαμμή, αριστερά η μπροσθινή, η Σωσάννα, καταμεσής ο πατήρ του νεογνού. Δεξιόθεν της Σωσάννας η Πλανταρού, κατόπιν ο ζωέμπορος ο Πραματής και δύο τρεις άλλοι.
Το λοιπόν του χώρου κατείχετο
από τον Δημήτρην τον Σκιαδερόν και από την φαμελιά του.
Ήρχισαν να τρώγουν.
Τα παιδιά του Δημήτρη του Σκιαδερού δεν εταιριάζοντο εύκολα.
Εφώναζαν, εγρίνιαζαν, κι εθορυβούσαν.
Το ένα ήθελε τσιτσί, δεν ήθελε μαμμά.
Το τρίτον, κλαυθμηρίζον, εζήτει βρυ.
Το τέταρτον ήθελε γλυκό, δεν του ήρεσε το τυρί.
Η ταλαίπωρος η λεχώ υπέφερε κάπως από τον θόρυβον.
Ήρχισαν αι προπόσεις.
Ηύχοντο εις τον πατέρα να του ζήσει, και εις την λεχώ «καλή σαράντιση».
Πρώτη έπιεν η μαμμή, δεύτερος ο πατήρ, τρίτη η γραία Σωσάννα, η μπροσθινή.
Όταν ήλθεν η σειρά της Πλανταρούς να πίει εις την υγείαν της νύμφης της,
ευχήθη με τρεις διάφορους τόνους φωνής·
– Εβίβα, νύφη, με το καλό να σαραντίσεις…
Κι ό,τι είπα, παιδάκι μ’…αστοχιά στο λόγο μου!
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Ομιλία του Γέροντος π. Μεθοδίου, ηγουμένου της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου Αγίου Όρους, επί τη εορτή των Χριστουγένων του Σωτηρίου Έτους 2016.
Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017
Η ΠΑΝΩΛΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
Η Ρώμη αποσχισθείσα της Ανατολής το 1054
ηκολούθησε έκτοτε ιδικήν της πορεία εις πλείστα θέματα πίστεως καί λατρείας,
αλλ' εσυνέχιζε να διατηρεί το Ιουλιανόν Ημερολόγιον.
Το 1582 ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' άλλαξε το ημερολόγιον δημιουργήσας το Γρηγοριανόν,
το οποίον ανέτρεπε τον Πασχάλιον Κανόνα της Α' Οικουμενικής Συνόδου.
'Οταν αντελήφθη,
ότι οι Ορθόδοξοι δεν ηκολούθησαν την καινοτομίαν του
και έτσι μόνος του έθεσε ένα ακόμη φραγμόν μεταξύ Ορθοδοξίας και παπισμού,
ηθέλησε διά διαφόρων πρεσβειών, επιστολών και δώρων
να παρασύρει τό Οικουμενικόν Πατριαρχείον προς το μέρος του.
Ο τότε Πατριάρχης Ιερεμίας Β' αντέκρουσε επιτυχώς τα επιχειρήματα των παπικών
και εν συνεχεία συνεκάλεσε Πανορθόδοξον Σύνοδον εις Κων/πολιν τό 1853,
όπου μετείχαν και οι Πατριάρχαι Αλεξάνδρειας Σύλβεστρος και Ιεροσολύμων Σωφρόνιος,
κατά την οποίαν κατεδικάσθη η ημερολογιακή αλλαγή.
Το αυτό έπραξε ο Ιερεμίας και το 1587 και το 1593,
λόγω της εμμονής των παπικών να παρασύρουν τους Ορθοδόξους.
Τα έτη περνούσαν, αλλά η παπική προπαγάνδα εσυνεχίζετο, δια τούτο το 1848 ο Κων/λεως 'Ανθιμος εξέδωκε Εγκύκλιον που υπεγράφετο και υπό των λοιπών τριών πατριαρχών, δια της οποίας κατεδικάζετο κάθε νεωτερισμός, ως «υπαγόρευμα του διαβόλου». Το 1902 ανεκινήθη και πάλιν το θέμα δια της πραγματείας του εκ Σμύρνης μαθηματικού Πολυδώρου, ο οποίος ισχυρίζετο, ότι το Γρηγοριανόν ημερολόγιον είναι επιστημονικώς ορθότερον και συνεπώς προτιμητέον. Η Επιτροπή που εξήτασε το θέμα απέρριψε απάσας τας θέσεις του Πολυδώρου, υποστηρίξασα, ότι «...ευπροσδέκτως τω Θεώ εορτάζουσιν ουχί οι αστρονομικήν ακρίβειαν επιτηδεύοντες περί την τήρησιν των καιρών, αλλ’ οι άκριβείς περί την ευσέβειαν».
Ο πατριάρχης Ιωακείμ εζήτησε εν συνεχεία και την γνώμην των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών δια την Εισήγησιν Πολυδώρου, αι οποίαι με την σειράν των, την απέρριψαν. Η σπουδαιοτέρα όμως καταδίκη τού Γρηγοριανού ημερολογίου εγένετο υπό του πατριάρχου Ιωακείμ Γ' εις τήν ανταπάντησίν του προς τους προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπου γράφονται και τα εξής σημαντικά: «...το δε παραφυλάσσοντας το Ιουλιανόν εορτολόγιον ημών αμετακίνητον υπερπηδήσαι μόνον δεκατρείς ημέρας, ώστε συμπίπτειν τας μηνολογίας ημών τε και των ετέρω (Γρηγοριανώ) ημερολογίω κατακολουθούντων, ανόητον και άσκοπον είναι... Ημείς γαρ ουδαμώς από εκκλησιαστικής απόψεως υποχρεούμεθα μεταλλάττειν ημερολόγιον». (Ι. Καρμίρη, ΔΣΜ, Β', 946 ιβ).
Αλλά και εσχάτως η Εισήγησις της Εκκλησίας της Ελλάδος προς την μέλλουσαν να συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον, αναφέρουσα το ανωτέρω κείμενον, συμπεραίνει: ''Ατυχώς η φωνή αύτη της συνέσεως ηγνοήθη και μηδενός Εκκλησιαστικού λόγου συνωθούντος διωρθώθη το Ιουλιανόν Ημερολόγιον και η Εκκλησία διηρέθη εις δεχομένας την διόρθωσιν και αποριπτούσας αυτήν», (σελ. 31). Όπως είδαμε μέχρι το 1902 το Οικ. Πατριαρχείον, όχι μόνον απέρριπτε κάθε πρότασιν αλλαγής του ημερολογίου, αλλά σθεναρώς και μετά παρρησίας ομολογούσε, ότι η Ορθοδοξία αποτελεί την Εκκλησίαν, την μοναδικήν και σώζουσαν.
Εις την ανωτέρω ανταπάντησιν του παριάρχου Ιωακείμ γράφονται και τα εξής σημαντικά, υπενθυμίζοντα ημέρας δόξης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. ''Εξ ημών (των Ορθοδόξων) δέον να υπάρχει στερεά ομολογία της αληθείας, της ημετέρας Οικουμενικής Εκκλησίας, ως του μόνου φύλακος της κληρονομιάς του Χριστού και της μόνης σωτηρίου κιβωτού της θείας Χάριτος''. ''Το της χάριτος κράτος... τη Εκκλησία αυτού προς κυβέρνησιν παραδοθέν, κυβερνάται μόνον υπό της Εκκλησίας της τηρησάσης αμόλυντον την πίστιν και την ομολογίαν''. ''Εν και μόνον είδος εισόδου υπάρχει εις την οδόν, την αλήθειαν και την ζωήν, και τούτο έστιν η ειλικρινής πίστις αμόλυντος και σταθερά, όπως παρελάβομεν αυτήν παρά του Κυρίου και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και των αγίων Αυτού μαθητών δογματισθείσαν εν ταις επτά εκείναις Οικουμενικαίς Συνόδοις, τόσο υπό την άποψιν της διδασκαλίας, όσον και υπό την άποψιν της εκκλησιαστικής κανονικής πειθαρχίας...
Η επιθυμία ημών εστίν η αυτή, όπως πάντες οι ετερόδοξοι έλθωσιν εις τον κόλπον της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού), της μόνης δυναμένης δούναι αυτοίς την σωτηρίαν''. Και αλλού: «Εν τω παρόντι εσμέν ηνηγκασμένοι, ίνα σκεπτώμεθα ου τοσούτον περί της απαλύνσεως των ημετέρων σχέσεων προς τους χριστιανούς της Δύσεως και της φιλαδέλφου προσελκύσεως των κοινοτήτων αυτών εις την μεθ' ημών ενότητα, όσον περί ακαταπαύστου και άγρυπνου υπερασπίσεως των πεπιστευμένων ημίν λογικών προβάτων από των αδιαλείπτων επιβουλών και πολυειδών δελεασμάτων των λατίνων και των Προτεσταντών''. Τα ανωτέρω μας υπενθυμίζουν άριστα το πνεύμα της Εγκυκλίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου του έτους 1895 προς τον πάπα της Ρώμης Λέοντα.
Η αυτή ομολογία, ο αυτός παλμός! Πώς κατόπιν αυτών κατωρθώθη η αντικανονική αλλαγή του ημερολογίου; Τί εμεσολάβησε; Καθ' ημάς δύο σπουδαία γεγονότα, που απετέλεσαν σταθμούς δια την μετέπειτα ανορθόδοξον πορείαν του Φαναρίου: Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1920 και το ''Πανορθόδοξον'' Συνέδριον του 1923 εις Κων/λιν. Πριν τα δούμε όμως λεπτομερέστερον θα πρέπει να γνωρίσωμε, τι είναι η λεγόμενη Οικουμενική Κίνησις ή Οικουμενισμός, καρπός των οποίων είναι τα ανωτέρω γεγονότα. Οδηγός μας στην γνωριμία μας με τον Οικουμενισμόν θα είναι το έργον: ''Ο Οικουμενισμός χωρίς μάσκα'' του γνωστού νεοημερολογίτου αρχιμ. Χαραλ. Βασιλοπούλου (+), ώστε να μην νομίσει κανείς εκ των αναγνωστών μας, ότι υπερβάλλομεν ή ότι τα βλέπομεν τα πράγματα «στενά», εκ της παλαιοημερολογιτικής και μόνο σκοπιάς. ''Ο θρησκευτικός Οικουμενισμός της σήμερον είναι Κίνησις δια την ένωσιν των αιρετικών ομολογιών τής Δύσεως μετά της Ορθοδοξίας κατ' αρχάς και εις δεύτερον στάδιον δια την ένωσιν όλων των θρησκειών εις ένα τερατώδες κατασκεύασμα, εις μίαν Πανθρησκείαν.
Τελικόν όμως σκοπόν έχει να εξαφανίσει μέσα σ' αυτό το χωνευτήρι τον Χριστιανισμόν και ιδίως την Ορθοδοξίαν, που κατέχει την αλήθειαν. Σκοπεύει δε εις την τελική φάση του σκοτεινού του σχεδίου να αντικαταστήσει την λατρεία του ενός Θεού με την λατρεία του Σατανά! Αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως απίστευτο. Και όμως, αυτό κυρίως επιδιώκει ο πολυδαίδαλος μηχανισμός της οικουμενικής Κινήσεως, δια την δραστηριότητα της οποίας, τόσον συχνά ακούμε στις ημέρες μας να γίνεται λόγος''. Ο Οικουμενισμός, όπως αποδεικνύεται από στοιχεία σοβαρά και αδιάσειστα, που θα διαβάσεις, αναγνώστα, στην συνέχεια, είναι ένα σατανικό κατασκεύασμα των σκοτεινών Δυνάμεων. Είναι μια μεγάλη, φοβερή και τρομερή αίρεσις ή μάλλον παναίρεσις.
Είναι μία σύνθεσις θρησκειών, φιλοσοφιών και παραδόσεων σε μια τραγελαφική ενότητα. Είναι μια δολία πλάνη, καταστρωμένη με σατανικό σχέδιο, η οποία υποστηρίζει, ότι πουθενά δεν υπάρχει η μοναδική, η απόλυτος, η ενιαία αλήθεια. Ούτε και στην Ορθοδοξία! Έτσι ο Οικουμενισμός καταντά ένα τέρας, που καταβροχθίζει τα πάντα. Καταντά ένα καμίνι, που προσπαθεί να χωνέψει και συγκεράσει όλες τις θρησκείες. Είναι ένας νεώτερος αιρετικός Συγκρητισμός, που υπόσχεται να λύσει όλα τα προβλήματα. Ο δε Θεός για τον Οίκουμενισμό, είναι ένας αόριστος θεός, που δέχεται εξ' ίσου την λατρείαν όλων των θρησκειών. Για τον Οικουμενισμόν δεν υπάρχει προσωπικός Θεός.
Ο Οικουμενισμός δεν πιστεύει τίποτε, αλλά και τίποτε δεν απορρίπτει στο ανακάτεμα και στην νέα σύνθεση της θρησκείας, την οποίαν επιδιώκει να κατασκευάσει. Δεν υπάρχουν για τον Οικουμενισμό Θρησκείες και Πατρίδες. Με τρόπο επιδέξιο και δήθεν για λόγους ειρηνικής συνεργασίας προβάλλει έμμεσα το σύνθημα: ''Κάτω τα σύνορα!'' 'Ολα λοιπόν συνθλίβονται, αφομοιώνονται και εξαφανίζονται στο αβυσσαλέο στόμα του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός είναι μια φοβερή λαίλαψ, που προετοιμάζεται να ξεθεμελιώσει, όπως φαντάζεται, την ''Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν'' του Χριστού. Είναι άγριος τυφών των δυνάμεων του σκότους, που συγκεντρώνει την καταστροφική του μανία εναντίον κυρίως της Ορθοδοξίας, με τον σκοτεινό του πόθο να την εκμηδενίσει και να την αφανίσει.
Και τούτο, διότι γνωρίζει, ότι μόνη η Ορθοδοξία κρατεί ανόθευτη την Αλήθεια και Μόνη αυτή μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. ''Τις πέτρες, τις πετούν στις καρυδιές, που έχουν καρύδια'', έλεγε παραστατικά ο Κολοκοτρώνης. Έτσι και ό Οικουμενισμός χτυπά την Ορθοδοξία, διότι αυτή έχει αξία, κατέχει τον θησαυρό της Αλήθειας. Αλλά, ενώ είναι τόσο τρομερά τα σχέδια του Οικουμενισμού, εν τούτοις τα κρύβει επιμελέστατα κάτω από ένα αριστοτεχνικό μανδύα αθωότητος. 'Ολα προχωρούν με μελέτη, με σύστημα, με οργάνωση. Ο Οικουμενισμός σήμερα είναι η εξέλιξις του φοβερού σχεδίου των οργάνων του Σατανά στο πιο κρίσιμο σημείο. Με τον Οικουμενισμό χτυπούν σήμερα με όλας τας δυνάμεις την Εκκλησία του Χριστού οι άσπονδοι και δόλιοι εχθροί της.
Σκοτεινές δυνάμεις και αόρατα επιτελεία έχουν συγκεντρώσει τα πυρά τους στο σκοπό αυτό. Πόλεμος γίνεται και πόλεμος μεγάλος, που δυστυχώς οι πολλοί δεν τον έχουν πάρει καν είδηση. ''Όλοι οι εχθροί του Χριστού ενωμένοι κάτω από έναν αόρατο επιτελείο, που κρύβεται πίσω από ωραίες λέξεις, σοβαροφανείς οργανισμούς και ενωτικά συνθήματα αγάπης, δουλεύουν ημέρα και νύχτα, για να αφανίσουν την αγίαν Του Εκκλησίαν, να νοθεύσουν την Αλήθεια που μας απεκάλυψε ο Θεάνθρωπος και να ματαιώσουν έτσι την σωτηρία του ανθρώπου, να βάλουν δε στην θέση του Χριστού, ως αρχηγό του κόσμου, τον διάβολο, ''ώστε αυτόν εις τον Ναόν του Θεού, ως Θεόν καθίσαι, αποδεικνύοντα εαυτόν, ότι εστί Θεός''. (Β' Θεσσ. β' 4). Αι δυνάμεις του σκότους έθεσαν τελευταίως σε ενέργεια όλα τα μέσα για να μπορέσουν να ξεθεμελιώσουν την Εκκλησία τού Χριστού.
Γενική, λοιπόν, επίθεση επιχειρούν εναντίον της Εκκλησίας εφ' όλων των μετώπων κάτω από την αθώα επωνυμία του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός με λίγα λόγια, είναι ένα καταχθόνιο παγκόσμιον Κίνημα, πολιτικόν και θρησκευτικόν, με σκοπόν την υποταγήν της ανθρωπότητος κάτω από μίαν παγκόσμιον Κυβέρνησιν... και την ένωσιν όλων των θρησκειών εις μίαν Πανθρησκείαν, ώστε να έξαφανισθεί ο Χριστιανισμός, να εξαφανισθεί η σώζουσα Ορθόδοξος πίστις και να λατρεύεται στο τέλος, αντί του αληθινού Θεού ο Σατανάς. Δεν εξηγείται διαφορετικά αυτό το πάθος της ενώσεως, αυτή η ασάφεια του ''Διαλόγου της αγάπης'', αυτή η τρομερή απομάκρυνσις από το δόγμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Δεν μπορεί διαφορετικά να εξηγηθεί αυτός ο καλλιεργούμενος σήμερα κλονισμός της Πίστεως στην Παράδοση και η αθέτησις των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων.
Ο Αρχιεπίσκοπος του Μόντρεαλ και Καναδά Βιτάλιος, στην Έκθεσή του προς την Σύνοδο των Επισκόπων της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς, έγραφε παλαιότερα: ''Αυτοί οι τρεις οργανισμοί: ''Χριστιανική Αδελφότης Νέων (Χ.Α.Ν.), Προσκοπισμός και Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), είναι έως σήμερον οι τρεις στύλοι επί των οποίων στηρίζεται ολόκληρος η Οικουμενική Κίνησις και εκ των οποίων σταθερώς συμπληρώνει τους πυρήνες των συνεργατών της, των εργατών της και γενικώς το σύνολον του λαού, το οποίον διάκειται ευμενώς προς αυτήν''.
Και εις άλλην περίπτωσιν, προς τους αυτούς επισκόπους: ''Εν τω Παγκοσμίω Συμβουλίω των Εκκλησιών, ως δια ταχυδακτυλουργίας έχουν συνδεθεί και ενωθεί όλαι αι βλασφημίαι, πλάναι και αντιθέσεις ολοκλήρου της πνευματικής ιστορίας της ανθρωπίνης φυλής από του Κάιν και Χαμ, μέχρι του Ιούδα του προδότου, Καρλ Μαρξ, του διαφθορέως Φρόυδ και γενικώς όλων των μικροτέρων και μεγαλυτέρων συγχρόνων βλασφήμων''. Και ποιός κρύβεται πίσω από την Οικουμενικήν Κίνησιν; Πίσω από αυτούς τους Οργανισμούς, Χ.Α.Ν., Προσκοπισμός, Π.Σ.Ε. δουλεύει η Μασωνία και στην τελευταία ανάλυση ο Διεθνής Σιωνισμός. Διότι μη ξεχνάτε, ότι δημιούργημα του Σιωνισμού είναι η Μασωνία και εκείνου το έργον υπηρετεί...
Η μασωνία λοιπόν,
το όργανο αυτό του Διεθνούς Σιωνισμού,
κατευθύνει με τα δυσδιάκριτα νήματα του Οικουμενισμού επιδιώξεις
και σκοπούς,
που είναι εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού.
Την συνταρακτική αυτή αλήθεια δεν την κρύβουν οι Μασώνοι,
αλλά με υπερηφάνεια την διακηρύσσουν φανερώς και δημοσίως.
Στο περιοδικό ''Le temple,''
που εκδίδεται στο Παρίσι και που είναι επίσημο όργανο της
Μασωνίας του Σκωτικού τελετουργικού
εδημοσιεύθη το 1946 άρθρο με θέμα:
''η ένωσις των Εκκλησιών'',
εις το οποίον μεταξύ των άλλων εγράφετο:
''... Το πρόβλημα το οποίον ηγέρθη υπό του σχεδίου της ενώσεως των
Εκκλησιών,
αι οποίαι ομολογούν τον Χριστόν,
ενδιαφέρει ζωηρώς την Μασωνίαν και είναι συγγενές προς την
Μασωνίαν,
καθ' όσον περιέχει εν εαυτώ την ιδέαν της παγκοσμιότητος''!...
Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Απόσπασμα εκ του βιβλίου
του μακαριστού Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου:
''Παλαιόν και Νέον.''
Από την ημερoλoγιακή καινοτομία του 1924 στην σημερινή συγκρητιστική αίρεση του Οικουμενισμού.
Σελίδες 9 - 17, Άγιον Όρος - Αθήνα 2000.
Στην φωτογραφία της ανάρτησης
ο Άγιος Φιλάρετος, Μητροπολίτης Ν. Υόρκης και Ανατολικής Αμερικής,
της Ρωσικής Διασποράς (ROCOR).
Ιερομόναχος π. Θεοδώρητος Μαύρος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

















