ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΝΑΣΛΙΜΗΣ (1910-1973) ΑΚΑΤΑΒΛΗΤΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ (ΜΕΡΟΣ 21ον) ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

 



Το βιογραφικό βιβλίο του θεοφιλεστάτου Επισκόπου Γαρδικίου κ. Κλήμεντος της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, υπό τον τίτλο ''ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΝΑΣΛΙΜΗΣ (1910-1973) ΑΚΑΤΑΒΛΗΤΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ'' Τόμος Α', αναφέρεται σε μία μεγάλη, πνευματική προσωπικότητα των καιρών μας, που κόσμισε θεάρεστα το Κίνημα των Γνησίων Ορθοδόξων από το 1924, έως σήμερα.


Επιλέξαμε -αποσπασματικά και μόνο- να μεταφέρουμε κάποιες παραθέσεις του βιβλίου, προς πνευματική ωφέλεια ημών και των αναγνωστών μας, χωρίς να αλλοιώνεται ή και να παρερμηνεύεται ο σκοπός και το πνεύμα του συγγράμματος. Αντί ημετέρων σχολίων, καταγράφουμε από τον πρόλογο της έκδοσης, τα λόγια του κ. Ιωάννη Πολέμη, καθηγητή Βυζαντινής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που μας εισάγει στην ορθόδοξη πνευματικότητα του σύγχρονου αυτού ομολογητή της Εκκλησίας μας.


''Στην εκατόχρονη μαρτυρική πορεία του το Κίνημα των Γνησίων Ορθοδόξων δεν αναζωογόνησε μόνο το τοπίο της καθόλου ορθοδοξίας, τόσο στην χώρα μας όσο και στην αλλοδαπή, αλλά ανέδειξε και μαρτυρικές και ομολογιακές μορφές, εφάμιλλες των παλαιών πατέρων, που αγωνίσθηκαν τον αγώνα τον καλό υπέρ της πατρώας πίστεως. Ανάμεσά τους αναμφίβολα ξεχωρίζει ο Μαγνησίας Χρυσόστομος, του οποίου την βιογράφηση ανέλαβε με ζήλο και ευσυνειδησία ο θεοφιλέστατος επίσκοπος ΓΟΧ Γαρδικίου κ. Κλήμης.


Πρόκειται για μία απόλυτα τεκμηριωμένη και αξιόπιστη εργασία, η οποία με γλαφυρότητα αποτυπώνει τον βίο ενός ομολογητού των ημερών μας. Σε κάθε σελίδα του βιβλίου ο αναγνώστης μπορεί να οσφρανθεί το πολύτιμο μύρο της αγίας πίστεώς μας, το οποίο τόσο γενναιόδωρα σκόρπισε στο πέρασμά του από την εφήμερη τούτη ζωή ο Χρυσόστομος Νασλίμης.


Ο θεοφιλέστατος Γαρδικίου προβάλλει τον ταπεινό ομολογητή επίσκοπο Μαγνησίας ως πρότυπο αγωνιστού και για τις ημέρες μας και για τους σκοτεινούς καιρούς που έρχονται. Είθε ο Κύριος να τον αξιώσει να μας δώσει σύντομα και τον δεύτερο τόμο της βιογραφίας αυτής, η οποία ίσως λειτουργήσει και ως παρότρυνση σε άλλους ερευνητές να καταγράψουν την αγία βιοτή και άλλων μορφών της αγωνιζομένης ορθοδοξίας.


Κάποιοι πρέπει να διασώσουν όποια στοιχεία υπάρχουν ακόμη για τον παπα-Γιάννη Φλώρο, τον παπα-Ευγένιο Λεμονή, τον Κυκλάδων Παρθένιο, τον Φυλής Κυπριανό και τόσους άλλους. Έτσι θα δημιουργηθεί σταδιακά ο νέος Συναξαριστής της πραγματικής ορθοδοξίας και της γνήσιας αγιότητος στον ταραγμένο εικοστό αιώνα''.




ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ






ΙΔ. 5. Η διασπαστική Καινοτομία είχε Οικουμενιστικό χαρακτήρα



Στην εξέταση του Ημερολογιακού, βάσει των κειμένων του βιογραφουμένου μας (π. Χρ. Ν.), αφήσαμε τελευταία την αναφορά στην όπως θα λέγαμε Οικουμενιστική σκοπιμότητα της Μεταρρυθμίσεως.


Επί του θέματος αυτού δεν είχε ακόμη τότε, προ του 1965, υπάρξει ιδιαίτερη αναφορά και επιμονή, διότι δεν ήταν διαθέσιμο το υλικό, το οποίο έγινε γνωστό μεταγενέστερα, αλλά και ο Οικουμενισμός δεν είχε ακόμη δείξει την πρόοδο και εξέλιξη, που είχε κατά τις επόμενες δεκαετίες, και μάλιστα εντός του κατά παράδοσιν ορθοδόξου χώρου.


Για τον λόγο αυτό, οι σχετικές αναφορές ως προς την σύνδεση του Ημερολογιακού θέματος με την αίρεση του Οικουμενισμού είναι σποραδικές, πτωχές και σύντομες.


Αυτό συμβαίνει και με τον βιογραφούμενό μας. Όμως, ακόμα και οι λίγες εκείνες αναφορές αποδεικνύουν την ευαισθησία και την γρηγορούσα συνείδηση των Αγωνιστών της Πατρώας Παραδόσεως και Κληρονομίας.


Το Ορθόδοξο αισθητήριό τους όχι μόνον δεν τους διέψευσε, αλλά και τους δικαίωσε. Ο π. Χρυσόστομος Νασλίμης επισημαίνει το 1950 ότι οι Καινοτόμοι ελαφρά τη συνειδήσει, πάσχοντες προφανώς ως προς την Ορθόδοξη Δογματική Συνείδηση, μετήλλαξαν την Πατροπαράδοτη Εκκλησιαστική Ορθόδοξη Ιδεολογία με την ψευδώνυμη γνώση της Δύσεως και προτίμησαν να συνεορτάζουν τις μεγάλες Χριστιανικές Εορτές με τους αιρετικούς, παρά με τους ομοδόξους Αδελφούς 33.


Σε επίσημο κείμενο της διοικήσεως της Εκκλησιαστικής Επιτροπής της Ελληνικής Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. του 1958, της οποίας αποτελούσε Μέλος και ο βιογραφούμενός μας (π. Χρ. Ν.), προς την Ιεραρχία της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, τονίζεται μεταξύ άλλων και ο προσηλυτιστικός χαρακτήρας της Παπωσύνης έναντι της Ορθοδόξου Ανατολής διά του επινοηθέντος Γρηγοριανού Ημερολογίου.


Η συνεχής και σταθερή απόρριψη των προμάχων της Ορθοδοξίας από του ΙΣΤ' αιώνος και εξής οφείλετο σαφώς στην διαίσθηση, ''ότι ο Πάπας ενεργών ως ενήργει επεδίωκε την πνευματικήν υποταγήν της Ορθοδοξίας και ότι το Ημερολόγιον, ως θεσμός της Ορθοδόξου λατρείας, δεν αποτελεί εξωτερικόν ξηρόν τύπον, αλλά παράγοντα ουσιώδους σπουδαιότητος, παράδοσιν ιεράν και πολύτιμον, τον συνδετικόν κρίκον της εξωτερικής ενότητος της Εκκλησίας 34.


Αυτό όμως, γράφεται, το οποίο δεν πέτυχε η Δύση στους αιώνες της δουλείας του γένους των Ορθοδόξων Χριστιανών, το πέτυχε σε εποχή λαμπρής εθνικής ελευθερίας κατά την πατριαρχία του Μελετίου Μεταξάκη! 


''Ούτος ερωτοτροπών με την Δύσιν και θεωρών το σχήμα της Ορθοδοξίας ως απηρχαιωμένον ηθέλησε να ευθυγραμμίση τον λειτουργικόν και καθόλου (ολόκληρο τον) Εκκλησιαστικόν βίον της Ορθοδόξου Ανατολής με τον Προτεσταντικόν και Παπικόν'' 34.


Αυτός ήταν που συνεκάλεσε το λεγόμενο ''Πανορθόδοξο Συνέδριο'' του 1923 στην Κωνσταντινούπολη, στο οποίο μεταξύ άλλων Καινοτομιών συνεζήτησε και την Ημερολογιακή Μεταρρύθμιση, αποβλέπων όχι στην ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά στην κολακεία των ετεροδόξων της Δύσεως 35


Τις προθέσεις του αποκάλυψε ο ίδιος με ενθουσιασμό κατά την Ε' Συνεδρία της 23ης Μαϊου 1923, απευθυνόμενος προς τον ''τυχαίως παρευρεθέντα'' (!) Αγγλικανό επίσκοπο Γκορ, περί αναδοχής Νέου Ημερολογίου εκ της Δύσεως.


''Τί έτι λοιπόν χρείαν μαρτύρων έχομεν, ώστε να αποδείξωμεν, ότι οι εμπνευσταί και οι εισηγηταί της Ημερολογιακής Μεταρρυθμίσεως ωρμώντο εξ ελατηρίων ξένων και εχθρικών προς τα ύψιστα συμφέροντα και την ενότητα της Ορθοδοξίας;'' 36.


Γι' αυτό και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έσπευσε τότε να προειδοποιήσει ότι ο συνεορτασμός με τους Παπικούς κρίνεται ασύμφορος για την Ορθοδοξία σε σχέση με το τελετουργικό καθεστώς των Προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων.


Και έτσι, άλλες Εκκλησίες δεν εφήρμοσαν τις αποφάσεις του Συνεδρίου εκείνου, αλλά δυστυχώς η Εκκλησία της Ελλάδος αποδέχθηκε την νεωτεριστική ημερολογιακή αλλαγή, για να επαληθευθεί ''ότι ο Πατριάρχης Μελέτιος και οι περί αυτόν ηβουλήθησαν διά του Συνεδρίου εκείνου να ενταφιάσωσι την Ορθοδοξίαν''! 36.


Ταυτόχρονα προς το Υπόμνημα εκείνο της Εκκλησίας μας το 1958, ο βιογραφούμενός μας (π. Χρ. Ν.) σε κείμενά του αναφέρεται επίσης στην Οικουμενιστική σκοπιμότητα της Ημερολογιακής Μεταρρυθμίσεως.


Οι τολμητίες Καινοτόμοι για να δικαιολογήσουν την Μεταρρύθμισή τους, επικαλέσθηκαν εκτός των άλλων και το ότι ''έπρεπε να δώση η Ελλάς πρώτη χείρα προς ένωσιν των Εκκλησιών, αιρουμένων συν τω χρόνω των επιπροσθέντων εμποδίων, εν οις και η ημερολογιακή διαφορά, ήτις κατ' αυτούς (τους Καινοτόμους) δεν εγγίζει τας δογματικάς απόψεις'' 37.


Οι υποστηρικτές της Καινοτομίας θεώρησαν αυτήν επιβεβλημένη χάριν ''και της επιδιωκομένης διά παντός τρόπου προσεγγίσεως και ενώσεως της Ελληνικής Εκκλησίας μετά των Δυτικών Εκκλησιών, αρχής γενομένης της άρσεως της υφισταμένης ημερολογιακής διαφοράς εν τω εορτασμώ των μεγαλυτέρων του Χριστιανισμού Εορτών'' 38.


Η κατάκριτη αυτή σκοπιμότητα ενώ ευνοεί βεβαίως την υπόθεση του Οικουμενισμού, δεν αρκεί φυσικά για την επίτευξη ενώσεως, η οποία θα επέλθει, σύμφωνα με τον βιογραφούμενό μας, μόνον αν τα τεράστια εμπόδια των δογματικών διαφορών αρθούν και οι Παπικές και Προτεσταντικές κακοδοξίες αποκηρυχθούν.


''Άλλως, ένωσις ημών μετ' αυτών επί απεμπολήσει του πολυτίμου θησαυρού της προγονικής ημών Πίστεως κρίνεται ασύμφορος και απαράδεκτος'' 39.


Όπως ασύμφορη και απαράδεκτη ήταν η αρχή της εγκαθιδρύσεως, εφαρμογής και επικρατήσεως του Οικουμενισμού στις Ορθόδοξες Εκκλησίες, μέσω εν πολλοίς και της Ημερολογιακής Μεταρρυθμίσεως, το ίδιο ήταν και είναι η πικρή συνέχειά του, ως σαφής οδός Αποστασίας.


Διά της επιτεύξεως συνεορτασμού με τους αιρετικούς, οι οποίοι κηρύσσονται ''Εκκλησίες Χριστού'', σύμφωνα με το γνωστό Διάγγελμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1920 και του προαναφερθέντος Συνεδρίου επί Μελετίου Μεταξάκη του 1923 στην Κωνσταντινούπολη,


άνοιξε η λεωφόρος για την ακολούθηση της καινοφανούς Οικουμενιστικής οδού, η οποία λειαίνεται και πλατύνεται και με την υποστήριξη/διακράτηση του Παπικού Ημερολογίου, οδηγούσα όχι στην κατά Θεόν ένωση των μακράν της Εκκλησίας ευρισκομένων,


αλλά στην σύγχυση και τον συγκρητισμό, στην έκπτωση από την Αλήθεια της Εκκλησίας όσων συμμετέχουν, συνευδοκούν και συμπλέουν στην μη θεάρεστη αυτή γραμμή και πορεία.





33. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Νασλίμη, ''Η Ημερολογιακή Καινοτομία εξ απόψεως εκκλησιαστικής'', Περιοδ. ''Η Φωνή της Ορθοδοξίας'', αρ.φ. 92/30.10.1950, σελ. 3. Ήδη από του 1931 ο βιογραφούμενός μας (π. Χρ. Ν.) ως λαϊκός ακόμη είχε τονίσει αρκούντως ότι, οι Καινοτόμοι Νεοημερολογίτες απέρριψαν το Ορθόδοξο Ημερολόγιο και προσεταιρίσθηκαν το των αιρετικών και σχισματικών Λατίνων, ώστε να συνεορτάζουν με τους αιρετικούς, πράγμα το οποίο Συνοδικώς πλειστάκις διά φρικτών αφορισμών και αναθεμάτων απαγόρευσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας (βλ. Η Αλήθεια της Ορθοδοξίας εν τη αποδείξει της, ενθ' ανωτ., σελ. 23).

34. Ελληνική Εκκλησία Γ.Ο.Χ., Υπόμνημα προς την Ιεραρχίαν της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος Περί του Παλαιοημερολογιτικού, συνερχομένην την 1ην Νοεμβρίου 1958, σελ. 2.

35. Αυτόθι, σελ. 2-3.

36Αυτόθι, σελ. 3.

37. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Νασλίμη, Η ημερολογιακή καινοτομία εν τη εφαρμογή της..., ενθ' ανωτ., σελ. 6.

38. ΠΘΕΟΚ-Παράρτημα Βόλου, Υπόμνημα αφορών το Παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα, ενθ' ανωτ., Βόλος 1958, σελ. 5.

39. Αρχιμ. Χρυσοστόμου Νασλίμη, Η ημερολογιακή καινοτομία εν τη εφαρμογή της..., ενθ' ανωτ., σελ. 8.



Τ έ λ ο ς



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Σειρά αποσπασμάτων από το βιβλίο του
Επισκόπου Γαρδικίου κ. Κλήμεντος
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
''ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΝΑΣΛΙΜΗΣ (1910-1973)
ΑΚΑΤΑΒΛΗΤΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ'',
τόμος Α', σελ. 468-472, Αθήνα 2019.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

ΕΙΔΙΚΟΙ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΠΑΡΑΓΩΓΗ ΠΑΝΙΚΟΥ






του Παναγιώτη Λιάκου


Αν θέλετε γρήγορη, εύκολη και μπόλικη δυσφορία, παρακολουθήστε κορονοϊοειδικούς να καταστροφολογούν στην τιβί.


Aς ξεκινήσουμε αντίστροφα. Πρώτα το συμπέρασμα κι η σύσταση κι έπειτα η τεκμηρίωση.


Η σύσταση είναι: σταματήστε να «χαζεύετε» συνέχεια στο χαζοκούτι, ακούγοντας τους «ειδικούς» να ηδονίζονται με τρομολαγνικά σενάρια και προτάσεις περιστολών των ελευθεριών σας. Ό,τι είναι σημαντικό να το μάθετε θα το μάθετε και χωρίς να σας κάνουν προκαταβολικώς μαύρη τη ζωή οι «ειδικοί».


Η τεκμηρίωση είναι η ακόλουθη. Ακούγοντας και βλέποντας τους «ειδικούς» έχουμε μάθει ότι έχουν βγει καινούργιες μεταλλάξεις του κορωνοϊού. Μάλλον θα είναι θανατηφόρες. Πολύ θανατηφόρες. Και θα κολλάνε εύκολα. Πολύ πιο εύκολα από τον αυθεντικό Covid-19.


Με λίγα λόγια, υπαινίσσονται ότι μπορεί να νοσταλγήσουμε την πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη φάση της πανδημίας, επειδή η τέταρτη θα είναι αλλιώτικη και πιο πασαλιμανιώτικη από τις προηγούμενες.


Και μπορεί να υπάρχει φάρμακο, φθηνό, η κολχικίνη. Αλλά μπορεί και να μην υπάρχει. Σώζει μεν ζωές, αλλά λένε να μην ενθουσιαζόμαστε – οι «ειδικοί» έχουν δυσανεξία και στην κανονική ζωή και στον ενθουσιασμό.


Με κανονική ζωή και ενθουσιασμό δεν βγαίνουν στα κανάλια. Μόνο με την απειλή μαζικής, άνευ προηγουμένου, βιβλικής καταστροφής ανέχεται το τηλεοπτικό γυαλί τις φάτσες τους χωρίς να ραγίσει.


Και μπορεί να πάμε και σύντομα σε ένα λουκέτο επιπλέον και σε πολύ πιο σκληρά μέτρα.


Έτσι που το πάνε, υποθέτεις ότι δεν αποκλείεται να χρειαστεί να εκτελούνται οι άνθρωποι προτού νοσήσουν, ώστε να μην μπορούν, όντες τέζα, να κολλήσουν και να μεταδώσουν τον αυθεντικό κορωνοϊό ή κάποια μετάλλαξή του στους άλλους.


Και τα μαγαζιά πειράζουν και τα γυμνάσια, τα λύκεια, οι εκκλησίες, το ψάρεμα, το κυνήγι, οι οικογένειες που έχουν μέλη από σάρκα και οστά και όχι φαντάσματα – αλήθεια, στα φαντάσματα έχουν γίνει έρευνες;


Μεταδίδεται ο κορωνοϊός στον Άδη;


Και να καθιερώσουμε διάφορες τάξεις ανθρώπων. Την προνομιούχα, εκείνη στην οποία θα ανήκουν όλοι όσοι έχουν εμβολιαστεί -είτε αν λειτουργεί το εμβόλιο πάνω τους είτε όχι-, και τους μπιθουλαίους, τους τραμπικούς, τους συνωμοσιολόγους και τους λαϊκιστές που δεν έχουν εμβολιαστεί.


Βρε ουστ από ‘δω!




ΑΣΕΒΕΙΣ ΥΠΟΚΡΙΝΟΜΕΝΟΙ ΤΟΥΣ... ΑΣΕΒΕΙΣ!




Ξέρετε τί ὑποκρίνονται σήμερα οἱ πιό πολλοί; Ἐπειδή σήμερα τῆς μόδας δέν εἶναι ἡ εὐσέβεια, εἶναι ἡ ἀσέβεια, ὑποκρίνονται τόν ἀσεβή.


Νά σᾶς πῶ πῶς. Πάει κανείς σ’ ἕνα ἐστιατόριο καί δέν κάνει τόν σταυρό του, ντρέπεται λέει. Περνάει ἔξω ἀπό μία ἐκκλησία καί δέν κάνει τόν σταυρό του, τόν κάνει ἔτσι… κάτω ἀπό τό σακάκι του. Ἔχει μερικούς πού τό κάνουν ἔτσι ἀπό μέσα.


Τί εἶναι αὐτό; Δέν εἶναι ὑποκρισία; Ὑποκρισία εἶναι.


Γιατί; Εἶναι ἐπίδειξη νά κάνεις τόν σταυρό σου στό ἐστιατόριο; Ὄχι. Εἶναι πράξη σωτηρίας, γιατί εὐλογεῖς τό φαγητό σου. Ἄν τό φαγητό σου εἶναι μέ μάγια, θά τά φᾶς καί τά μάγια καί θά φᾶς καί τόν διάβολο μέσα.


Πῶς θά φύγει ὁ διάβολος ἅμα δέν σταυρώσεις τό φαγητό σου; Σοῦ λέει, ντρέπομαι τώρα… μέ βλέπουν.


ἔχει μνημόσυνο ἡ τάδε κυρία Σαρακοστή καί βάζει κρέας. Τί θά κάνεις ἐσύ; Θά φᾶς ἤ δέν θά φᾶς; Μερικοί ἐξυπνάκηδες λένε, θά φᾶμε γιά νά μήν τούς σκανδαλίσουμε.


Μά, ἀκριβῶς, ἐπειδή τρῶς σκανδαλίζεις, πού σέ ξέρουνε κιόλας πώς εἶσαι τάχατες τῆς Ἐκκλησίας… καί σοῦ λέει, νά κι αὐτή πού πάει στήν ἐκκλησία, ἔφαγε, δέν τή λογαριάζει τή νηστεία. Καί ὑποκρίνεται τήν ἀσεβή.


Γι’ αὐτό σᾶς εἶπα εἴμαστε ὑποκριτές, γιατί σήμερα ἔχει πέραση ἡ ἀσέβεια. Κι ἄν ἐσύ εἶσαι ὅπως πρέπει, θά σέ κοροϊδέψουνε.


ν ἡ κοπέλα πάει στό Πανεπιστήμιο μέ φούστα, θά τήν κοροϊδέψουνε. Ὑποκρίνεται λοιπόν κι αὐτή ὅτι συμφωνεῖ.


ἄν μία νέα δέν ἔχει φίλο καί ὅλες οἱ φιλενάδες της τῆς λένε γιά τούς φίλους τους, λέει κι αὐτή ψέματα ὅτι ἔχει φίλο.


 Δέν εἶναι ὑποκρισία αὐτό;


Ξέρετε τί εἶπε ὁ Χριστός γιά τούς ὑποκριτές; Μόνο γιά τούς ὑποκριτές… γιά κανέναν ἄλλον δέν εἶπε. Εἶπε ὀχτώ οὐαί. Ὄχι ἕνα, ὀχτώ οὐαί!


Ξέρετε τί θά πεῖ οὐαί;


λλοίμονο. Μόνο στούς ὑποκριτές εἶπε τά οὐαί! Πού σημαίνει ὅτι εἶναι στόν πάτο τῆς κόλασης, κάτω-κάτω. Δέν εἶναι, λοιπόν, μικρή ἡ ἁμαρτία μας, εἶναι μεγάλη καί πρέπει νά διορθωθοῦν καί ἔτσι θά ἀλλάξει ὁ κόσμος.


Πρίν σαράντα χρόνια, ἄν μία βαφότανε καί ντυνόταν ὅπως οἱ σημερινές, τί ἦταν;


Πές τε μου ἐσεῖς οἱ παλιές. Πές τε το. Κοινή γυναίκα ἦταν, πόρνη.


Σήμερα τί γίνεται;  Ὅλες εἶναι πόρνες;


χι, ἀλλά ὑποκρίνονται. Εἶναι καί πολλές, δυστυχῶς… γιατί βασιλεύει ἡ πορνεία.


Καί οἱ προγαμιαῖες σχέσεις τί εἶναι; Πορνεία εἶναι. Καί ἡ μοιχεία. Δέν εἶναι ὅμως ὅλες, ἀλλά ὑποκρίνονται.


Γιατί ὑποκρίνεσαι κυρία μου; Ἀφοῦ λές ὅτι εἶσαι τοῦ Χριστοῦ… Γιατί φοβᾶται μήν τήν κοροϊδέψουν. Πού σημαίνει ἀπό πίσω τί εἶναι;


Τή νοιάζει τί θά πεῖ ὁ κόσμος, ὄχι τί θά πεῖ ὁ Θεός. Βλέπετε;


Βασιλεύουν, δηλαδή, μέσα μας τά πάθη, ἀνθρωπαρέσκεια, κενοδοξία, καί τά ὑπόλοιπα, ἡ φιλαργυρία, ἡ φιληδονία καί ὅλα αὐτά.





Ιερομόναχος Σάββας Αγιορείτης


ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ (2021)




Αρχιμανδρίτης π. Ευθύμιος Μπαρδάκας


Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΝΑΝΖΙΑΝΖΙΝΟΥ

 





Ἀπόσπασμα ἐκ τῆς ἐργασίας 
«Περὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου τοῦ Ναζιανζηνοῦ» 
τοῦ 
Ἀειμνήστου κυροῦ Χρυσοστόμου Ἐπισκόπου Μαγνησίας



Εἰσαγωγικὰ


ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΜΕ, εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ μεγίστου τούτου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα χαρακτηριστικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐξαίρετη ἐκτενῆ Βιογραφία του, ἡ ὁποία δημοσιεύθηκε σὲ 21 συνέχειες (!) στὸ ἐπίσημο ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας μας «Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας» πρὸ μισοῦ καὶ πλέον αἰῶνος (ἔναρξις: ἀρ.φ. 414-415/1.4.1963· ὁλοκλήρωσις: ἀρ.φ. 445/8.6.1964).


ἐργασία αὐτὴ εἶχε δημοσιευθῆ τότε ἀνωνύμως, ἀλλὰ σὲ ἐγκυκλιῶδες κείμενο τοῦ Προεδρείου τῆς ΠΘΕΟΚ τῆς 8.11.1979, πληροφορούμεθα ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ γραπτὸ συνταχθὲν «ὑπὸ τοῦ Ἀειμνήστου κυροῦ Χρυσοστόμου Ἐπισκόπου Μαγνησίας» (σελ. 1). Ἡ πραγματεία αὐτὴ διακρίνεται γιὰ τὴν καλὴ καὶ ἐπαρκῆ γνῶσι τῶν περιστατικῶν τοῦ Βίου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει μὲ θαυμαστὴ ρητορικότητα καὶ ζωντάνια, ὅπως καὶ τῶν συγγραμμάτων τοῦ Ἁγίου Πατρός, ἐκ τῶν ὁποίων παραθέτει συχνὰ ἀποσπάσματα.


Γιὰ κάποιον δὲ συνηθισμένο στὸν τρόπο γραφῆς τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιερέως Χρυσοστόμου (Νασλίμη) εἶναι φανερό, καὶ ἀπὸ ἐσωτερικὲς ἀκόμη ἐνδείξεις, ὅτι πρόκειται ἀναμφίβολα γιὰ κείμενο τοῦ ὀξυγράφου καλάμου του, ἤτοι τῆς χαρισματικῆς γραφίδος του. Συγκεκριμένα, παραθέτουμε τὴν 8η συνέχεια ἀπὸ τὴν ἐργασία αὐτὴ («Φ.Ὀ.», ἀρ.φ. 423/22.7.1963, σελ. 2-3), στὴν ὁποία περιγράφεται ἡ ποιμαντικὴ δρᾶσις τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, ὅταν ἀνέλαβε μὲ δισταγμὸ ἱερατικὰ καθήκοντα -σὲ ἐποχὴ ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης ἔλαβε διωκτικὰ μέτρα κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ἡ πρόνοια τοῦ Ἁγίου γιὰ τὴν μόρφωσι τῶν παιδιῶν τῶν Χριστιανῶν, καθὼς καὶ ἡ ἐπίδρασίς του σὲ ἄλλες ἱερὲς μορφὲς τῆς ἐποχῆς του.


Κατὰ τὶς προηγούμενες 7 συνέχειες ἐξιστορήθησαν τὰ περὶ τῆς γεννήσεως (328), ἀνατροφῆς, περιβάλλοντος, παιδείας, πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς συγκροτήσεως καὶ μοναχικῆς διαμορφώσεως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, ἡ ἱερατικὴ χειροτονία του καὶ τὰ μετ’ αὐτήν.


Στὶς δὲ ἑπόμενες 13 συνέχειες περιγράφονται οἱ ἀγῶνες κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ, ἡ συνδρομὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου στὸ ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἡ ἐπισκοπικὴ χειροτονία αὐτοῦ, ἡ δρᾶσις του ἀναστηλώσεως τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Κωνσταντινούπολι, οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ δοκιμασίες του, ὁ ἀγῶνας του καὶ ἡ στᾶσις του ἔναντι τῶν φθονερῶν, ἡ παρουσία του στὴν Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ παραίτησίς του ἀπὸ τὸν Θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως χάριν εἰρηνεύσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἡ κατάληξίς τους στὴν Ἀριανζὸ καὶ κατόπιν στὴν Σελεύκεια, τὸ συγγραφικὸ καὶ ποιητικὸ ἔργο του, τὰ γνωρίσματα τῆς ἁγίας προσωπικότητός του, ἡ κοίμησίς του, ὡς καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις περὶ τῆς ἁγιότητός του.


λπίζουμε, σὺν Θεῷ, νὰ παρουσιάσουμε ἀκόμη μία τουλάχιστον συνέχεια ἀπὸ τὴν ἐξαιρετικὴ αὐτὴ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἐργασία, ἀποτίοντες συνάμα φόρο τιμῆς καὶ στὸν Ἀγωνιστὴ Ἱεράρχη Χρυσόστομο Μαγνησίας (+1973), ὁ ὁποῖος ἐκόσμησε τὴν Ἐκκλησία μας καὶ κατέλειπε μνήμη ἀγαθὴ καὶ ἀμάραντη. Ἤδη ὅμως ἄς ἀφήσουμε νὰ ὁμιλήση ὁ ἴδιος:



ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΤΟΥ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΥ


ΤΗΝ εἰς τὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης ἀνύψωσιν τοῦ θείου Γρηγορίου, ὡς συνήθως εἰς τὰ τῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν συμβαίνει, δὲν εἶδον εὐχαρίστως οἱ φθονεροὶ παρὰ τοῖς Ναζιανζηνοῖς καὶ οἱ κακεντρεχεῖς. Καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα, ὅτε ἐπισήμως ἀνελάμβανε τὰ ἱερατικά του καθήκοντα, ὀλίγοι ἀναλόγως εἶχον προσέλθει εἰς τὸν Ναόν. Καὶ τούτου οὐδὲν ἀπογοητευτικώτερον δι’ ἄνδρα ζηλωτὴν καὶ εὐσυνείδητον ἐπιλαμβανόμενον μετὰ ἐπιμόνους ἱκεσίας καὶ παρακλήσεις ἔργου σοβαροῦ. Ὁ δὲ Γρηγόριος πρὸ τοιαύτης συμπεριφορᾶς μὴ ἀδιαφορῶν ἀπευθύνει μετ’ ὀλίγον βραχὺν παραινετικὸν λόγον πλήρη γλυκύτητος καὶ πατρικῆς στοργῆς ἐπιγραφόμενον «Πρὸς τοὺς καλέσαντας ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ μὴ ἀπαντήσαντας τὸν πρεσβύτερον ἐν τῷ Πάσχᾳ».


πειδὴ δὲ καὶ πάλιν δὲν συνετίσθησαν οἱ ἐκ φθόνου καὶ ἀγροικίας ὑπονομεύοντες τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ, ἰδοὺ ἀναλαμβάνει ἔργον ῥητορικῆς καὶ διδασκαλίας ἀνώτερον καὶ ἀπαγγέλλει τὸν περίφημον καὶ θαυμάσιον ἐκεῖνον «Περὶ Ἱερωσύνης» λόγον, ἐν ᾧ ἀπολογούμενος μετ’ ἀπαραμίλλου τέχνης καὶ δυνάμεως πραγματεύεται περὶ τοῦ ὕψους τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματος καὶ περὶ τῶν καθηκόντων τῶν ἐπισκόπων. Ὁ λόγος οὗτος ἀπετέλεσε κειμήλιον ἔκτοτε καὶ κομψοτέχνημα ῥητορικὸν τῆς παλαιᾶς ἐκκλησιαστικῆς φιλολογίας καὶ πρῶτον δοκίμιον ποιμαντικῆς διδασκαλίας, χρησιμεύσας καὶ ὡς βοήθημα ἄριστον διὰ τοὺς μεταγενεστέρους διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας πρὸς καταλλήλους ὑποδείξεις τόσον διὰ τοὺς λαβόντας, ὅσον καὶ διὰ τοὺς θέλοντας λαβεῖν ἱερωσύνην.


θεῖος Γρηγόριος τελῶν τὰ τῆς ἐφημερίας του ὡς πρεσβύτερος ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ 362 ἔτους καταβάλλει ἀόκνους προσπαθείας, ἵνα τὰ πάντα ἀποβαίνωσιν εἰς προκοπὴν τῆς Ἐκκλησίας, πρὸ οὐδεμιᾶς ἀντιστάσεως ὑποχωρῶν. Καλλιεργεῖ τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, προνοεῖ περὶ τῶν κατηχουμένων καὶ διδάσκει αὐτοὺς τὸν λόγον τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας, βοηθεῖ τοὺς ἐνδεεῖς καὶ τοὺς πάσχοντας, ἀνακουφίζει καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ δύναται καὶ δικαιοῦται εἰς τὰ ποιμαντικὰ καθήκοντα τὸν γηραιὸν πατέρα του, ἀνταπεξέρχεται εἰς τὰς ἐπιβουλὰς κατὰ τῆς σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του ἐκ τῶν πολλαπλῶν σχισμάτων, αἱρέσεων, καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐθνικῶν.


ν καιρῷ δὲ μεριμνᾷ καὶ ὑπὲρ ἄλλων Ἐκκλησιῶν καὶ δὴ τῆς Μητροπόλεως Καισαρείας καὶ γενικώτερον ὑπὲρ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ὅτε αὐτὴ ἐπλήττετο ἐκ τῶν διωγμῶν, οὕς κατ’ αὐτῆς ἤγειρον οἱ αὐτοκράτορες Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης καὶ Οὐάλης ὁ ἀρειανόφρων. Ὁ Ἰουλιανός, αὐτοκράτωρ γενόμενος, δὲν ἐξεδήλωσεν εὐθὺς ἀμέσως τὰς ἀντιχριστιανικάς του διαθέσεις, ὑποκριθεὶς ἀνεξιθρησκείαν. Δὲν ἐβράδυνεν ὅμως νὰ φανερώσῃ τὸ ἄσβεστον μῖσος, τὸ ὁποῖον ἔτρεφεν ἐναντίον τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἔχων ἤδη εἰς χεῖράς του τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν ἐπεζήτησε τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων του. Νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν εἰδωλολατρείαν ὡς ἐπίσημον θρησκείαν τοῦ Κράτους διὰ παντὸς τρόπου. Καὶ πρὸς τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ θρησκεία αὕτη ἤδη ἔκειτο νεκρά, διὰ τὴν ἀναζωογόνησίν της ἔδειξε ζῆλον δαιμονιώδη.


Τοὺς ἐρειπωθέντας εἰδωλολατρικοὺς ναοὺς ἀνήγειρε· τὰ μαντεῖα ἀνεστήλωσε· τὰς ὀργιαστικὰς ἑορτὰς ἀνεδιοργάνωσε· τοὺς μάντεις καὶ τοὺς ἱερεῖς τῶν εἰδώλων περισυνέλεξε καὶ αὐτοὺς εἶχε συμβούλους εἰς τὰς τοῦ Κράτους ὑποθέσεις καὶ πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις. Κατὰ δὲ τῶν χριστιανῶν ἐκήρυξεν ἀπηνέστατον διωγμόν, καὶ ἔχυσε ποταμοὺς αἱμάτων μαρτυρικῶν. Πολλοὺς χριστιανικοὺς Ναοὺς μετέβαλεν εἰς εἰδωλικούς, καὶ ἄλλους κατέστρεψε. Λείψανα Ἁγίων καὶ ἄλλα κειμήλια τοῦ Χριστιανισμοῦ κατέκαυσε καὶ ποικιλοτρόπως ἠφάνισεν.


κεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ κορύφωμα τοῦ κατὰ τῶν χριστιανῶν μίσους του εἶναι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς Ἑλληνικῆς μορφώσεως εἰς τοὺς χριστιανόπαιδας. Δι’ αὐτοκρατορικοῦ διατάγματος τὰ τέκνα τῶν χριστιανῶν δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐκπαιδευθοῦν εἰς τὰς σχολὰς τοῦ Κράτους, διότι μόνον οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν θρησκείαν (τὴν εἰδωλολατρικὴν) τῶν Ἑλλήνων, μόνον οὗτοι ἐδικαιοῦντο νὰ τύχουν καὶ Ἑλληνικῆς παιδείας. Οὕτω οἱ χριστιανόπαιδες εἶχον καταδικασθῆ νὰ τελοῦν εἰς τὸ σκότος τῆς ἀπαιδευσίας.


θεῖος ὅμως Γρηγόριος κατανοήσας τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἐναντίον τῆς χριστιανικῆς νεολαίας, διὰ τὴν στέρησιν τῆς μορφώσεως, ἐπεδόθη εἰς τὴν σύνθεσιν ποικίλης διδακτικῆς ὕλης ἀποκλειστικῶς διὰ τοὺς χριστιανόπαιδας, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπηγορεύθη ἡ ἀνάγνωσις τῶν Ἑλλήνων ἀρχαίων κλασσικῶν, καὶ χάρις εἰς τὴν ἔμπνευσιν ταύτην τοῦ θείου Γρηγορίου οἱ νέοι βλαστοὶ τῆς πολεμουμένης Ἐκκλησίας μελετῶντες τὰ συγγράμματα τοῦ θείου Πατρὸς ἐξεπαιδεύοντο κατά τε τὴν ἔξω καὶ τὴν ἔσω σοφίαν.


Οἱ ἐπιγραφόμενοι «Στηλιτευτικοὶ κατὰ Ἰουλιανοῦ» δύο λόγοι τοῦ Γρηγορίου στηλογραφοῦσι πρὸς ἄληστον μνήμην τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία ἀντεμετώπισεν, ἐπὶ τρία καὶ ἥμισυ ἔτη βασιλεύσαντος τοῦ ἀποστάτου Ἰουλιανοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ θεία ὀργὴ κατέφθασε κατὰ Ἰούνιον τοῦ 363 καὶ παρέπεμψεν εἰς Ἅδου κευθμῶνας, ἐν Περσίᾳ πολεμοῦντα. Ὁ θεῖος Γρηγόριος ὡς ἐφημέριος ἐπέδειξε πᾶσαν σπουδὴν ὥστε ἔναντι τῶν καθηκόντων του νὰ παρουσιάσῃ ἀπόδοσιν ἀνταξίαν τῶν μεγάλων καὶ σπανίων χαρισμάτων, δι’ ὧν ἐκοσμεῖτο, χρησιμεύων καὶ ὡς βοηθὸς τοῦ γέροντος ἐπισκόπου πατρός του.


φήμη του ἐξεχύθη πολὺ μακρὰν καὶ ἄνδρες ἐπ’ ἀρετῇ καὶ παιδείᾳ ἐπίσημοι συνῆψαν μετ’ αὐτοῦ ἀλληλογραφίαν, ζητοῦντες λύσιν τῶν ζητημάτων των καὶ ἄλλοι αὐτοπροσώπως μεταβαίνοντες ἐζήτουν τὴν συνδρομήν του εἰς τοὺς πειρασμούς των. Ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Γρηγορίου ἀνεγνώριζε τὸν προσφιλέστερον συναθλητὴν εἰς τὸν κοινὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀκριβέστερον ὀρθόδοξον δογματιστήν. Ὁ Ἱερώνυμος, ὁ φιλομαθέστατος καὶ μέγας τῶν ἱερῶν Γραφῶν μεταφραστής, ἦλθεν εἰς ἐπίσκεψιν τοῦ Γρηγορίου καὶ ἐθαύμασε τὴν σοφίαν αὐτοῦ, ὥστε πολλάκις καυχώμενος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐχρημάτισε τοῦ Γρηγορίου μαθητὴς καὶ παρ’ αὐτῷ ἐξέμαθε τὰς ἁγίας Γραφάς.


ἀσκητὴς καὶ πρεσβύτερος Ἱεροσολύμων Ἡσύχιος, ἐρευνητὴς τῶν θείων Γραφῶν ἄριστος καὶ κήρυξ τοῦ θείου λόγου διαπρύσιος, Εὐδόξιος ὁ χρηματίσας ἐπίσημος ῥήτωρ, παρὰ τοῦ Γρηγορίου ἤντλησαν, ὡς ὡμολόγουν, τὰς θεολογικάς των γνώσεις. Τὸν Ἰουλιανὸν κακῶς τελευτήσαντα τὸν βίον, διεδέχθη ὁ Ἰοβιανὸς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ καλῆς προαιρέσεως. Οὗτος ἀνεκάλεσε τοὺς ὑπὸ Κωνσταντίου καὶ Ἰουλιανοῦ ἐξορισθέντας ἐπισκόπους, ὑπεστήριξε τοὺς ὀρθοδόξους, καὶ ἀπέδωκεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπὸ τῶν ἀρειανῶν ἁρπαγέντας Ναούς.






Αοίδημος Επίσκοπος Μαγνησίας κ. Χρυσόστομος Νασλίμης

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΖΑΚΧΑΙΟΝ ΤΟΝ ΤΕΛΩΝΗΝ

 



σοι ἐπιθυμοῦν τὰ καλά, δέ διαφέρουν ἀπὸ τοὺς διψασμένους, ἀγαπητοί. Ὅσο δὲ βρίσκουν αὐτὸ ποὺ ζητοῦνε, τόσο ἀνάβει ἡ δίψα τους γιὰ ὅ,τι ποθοῦν. Καὶ τὴ νύχτα ὀνειρεύονται σὰ διψασμένοι τίς πηγές τῶν πόθων τους. Κι ὅταν ξημερώση πηγαίνοντας ἀπό τόπο σέ τόπο, μέ ἀεικίνητα μάτια βλέποντας γύρω, ἀναζητοῦν αὐτά πού ποθεῖ ἡ καρδιά τους. Κι ὅπως ὁδοιπόροι, πού σέ ὥρα μεσημεριοῦ διασχίζουν ἄνυδρο τόπο, ἀναγκασμένοι ἀπὸ τὴ δίψα βλέπουν γύρω τους πηγές· καὶ πολλὲς φορὲς θὰ τοὺς δῆς ν’ ἀνεβαίνουν καὶ βουνὰ ὅπου ὑπάρχει πηγή· κι ὅταν ἀπό μακριὰ τὴ δοῦν, χαίρονται καὶ συνεχίζουν τὴν πορεία τους πρὸς αὐτὴ μέ βιάση·


πειτα φθάνουν στὴν πηγὴ καὶ σβήνουν μὲ τὸ νερὸ τὴ δίψα τους· τέτοιοι εἶναι κι οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἡμέρα ἀναζητοῦν τὸν ποθητό τους Χριστὸ μὲ καλά ἔργα καὶ τὴ νύχτα εἶναι κοντά του μὲ τὴν προσευχή κι ὅταν κοιμοῦνται βλέπουν στὸ ὄνειρό τους ὅτι περπατοῦν μαζί του. Ὅταν στὰ ὁράματά τους τὸν ἰδοῦν ἀπὸ μακριά χαίρονται κι ἀναγαλλιάζουν καθὼς οἱ διψασμένοι, ὅταν βροῦν τὶς πηγὲς ποὺ ποθοῦν. Κι ὅταν ξυπνήσουν θέλουν νά ξανακοιμηθοῦν, γιὰ ν’ ἀντικρύσουν στὸν ὕπνο τους τὴν ἴδια πάλι ὁπτασία. Τέτοιος καὶ ὁ Ζακχαῖος ποὺ διαβάσαμε πρὶν ἀπὸ λίγο στὸ Εὐαγγέλιο.


Δῆτε τον ποὺ τρέχει καὶ ὁ θεῖος πόθος τὸν πυρπολεῖ· σκαρφαλώνει στὸ δένδρο καὶ ψάχνει γύρω τὸν Ἰησοῦ, γιὰ νὰ δῆ τὴ ζωοδότρα πηγή. Κι ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἀντίκρυσε τὸν Κύριο, ξεκούρασε τὴν ὅραση του, περισσότερο ὅμως ἀναρρίπισε τὸν πόθο στὴν καρδιά του· «Μπῆκε λοιπόν ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱεριχὼ καὶ περιπατοῦσε στὸν δρόμο. Βρῆκε κάποιον λεγόμενο Ζακχαῖο. Ἦταν ἀρχιτελώνης καὶ πολὺ πλούσιος. Ἤθελε πολὺ νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ». Πρόσεξε, ἀγαπητέ μου, τόν πόθο τῆς ψυχῆς του.


Δέν μποροῦσε ὅμως νὰ δῆ ἀπὸ τὸ πλῆθος, γιατὶ ἦταν μικρὸ τὸ ἀνάστημά του. Τρέχει λοιπὸν μπροστά κι ἀνεβαίνει σὲ μιὰ μουριὰ γιὰ νὰ δῆ τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἦταν νὰ περάση ἀπὸ κεῖ. Ὁ Ζακχαῖος μὲ τὸ μικρὸ ἀνάστημα καὶ τὴν πολλὴ γνώση ζητοῦσε νὰ δῆ τὸν Χριστὸ, ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ μέσα στοὺς ἀνθρώπους πού χάριζε τὸν οὐρανό, ἤθελε νὰ δῆ τὸ δημιουργὸ τῶν ἀγγέλων, νὰ δῆ νὰ βαδίζη μὲ βήματα ἀνθρώπου ὁ φωτοδότης τοῦ οὐρανοῦ, ὑπέργειου φωτός. Ζητοῦσε νὰ δῆ πῶς ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καθισμένος στὸ νέφος πλημμύρισε μὲ φῶς τῶν πιστῶν τὰ ψυχικὰ μάτια.


Ζητοῦσε νὰ δῆ τὸ θεὸ Ἰησοῦ, τὸν ὡραῖο, τὸν ποθητὸ, τὸ γλυκύ, ποὺ μὲ τὄνομά του δηλώνει καὶ τὴν πράξη. Νὰ δῆ τὸ πορφυρόμαλλο πρόβατο, ποὺ τὸ αἶμα του ἔγινε τὸ τίμημα τῆς οἰκουμένης καὶ τὸ μαλλί του ἔντυσε τοὺς γυμνοὺς ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ὡς τὸ τέλος. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ ὁ αἰχμάλωτος στρατιώτης τὸ βασιλιά του, τὸ πρόβατο τὸ βοσκό του, ὁ παραπλανημένος τὸ δρόμο του, ὁ σκοτισμένος τὸ φῶς. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν κήρυκα τῆς εὐσεβείας, αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχε γευτῆ τὴ γλυκύτητα τῆς θεογνωσίας.


Ζητοῦσε νὰ δῆ ὁ ἄρρωστος τὴν ὑγεία του, ὁ πεινασμένος τὴν οὐράνια τροφή, ὁ διψασμένος τὴν ζωοδότρα πηγή. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δῆ τὸν ἐμψυχωτὴ τῶν ἱερέων καὶ τὸν ξυπνητὴ τοῦ Λαζάρου. Ὤ, τὸ θεϊκὸ ἔρωτα! Ὤ, τὴν ἐπιθυμία! Ὤ, τὸ χρυσόφτερο ἔρωτα, ἤ καλύτερα τὸν ἔρωτα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀνεβάζει στὸν οὐρανὸ τὴν ψυχὴ ποὺ τὸν ἔχει. Ὁ θεϊκὸς ἔρωτας ποὺ τὸν ἐσήκωσε ἀπὸ τὴ γῆ, τὸν ἔκαμε κιόλα ν’ ἀνεβῆ στὸ δένδρο. Δὲν τὸν ἄφησε νὰ ἐξακολουθήση νὰ βλέπη τὰ πράγματα τῆς γῆς, οὔτε καὶ νὰ συναστρέφεται τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ τὴ θεία ἀγάπη ποθῶντας στρέφει τὸ βλέμμα στὰ οὐράνια ἀγαθά.


πὸ τὰ γήινα τρέχει πρὸς τὰ οὐράνια, ποὺ προκαλοῦσαν τὴν προθυμία του κι ἀφοῦ σκαρφάλωσε στὸ δέντρο ἔψαχνε γύρω ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ μὲ φαντασία βρισκόταν στὸν οὐρανό. Κι ὅταν εἶδε ὁ Ζακχαῖος τὸ Χριστὸ τοῦ μίλησε ταιριαστά. Σ’ ἐσένα σήκωσα τὰ μάτια μου ποὺ κατοικεῖς στὸν οὐρανό. Εἶδε τὸν Κύριο ὁ Ζακχαῖος καὶ δυνάμωσε ἡ ἐπιθυμία του περισσότερο. Τὸν ἄγγιξε στὴν ψυχή κι ἔγινε διαφορετικὸς ἄνθρωπος· ἀπὸ τελώνης ζηλωτής, ἀπὸ ἄπιστος πιστός, ἀπὸ λύκος πρόβατο σφραγισμένο γιὰ τὴ σφαγή. Ποιός νιώθει τέτοια ἐπιθυμία γιὰ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του, ποιός ἀγάπησε τὴ γυναίκα ἤ τὰ παιδιὰ του, ὅπως ὁ Ζαχκαῖος τὸν Κύριο, ὅπως φανερώνουν τὰ ἴδια τὰ πράγματα;


Μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ τετραπλάσια ἔδωσε σ’ ὅποιους ἐσυκοφάντησε. Συμπεριφορὰ ἄριστη μαθητοῦ, καὶ δασκάλου ἐπιείκεια καὶ δύναμη θεϊκή· ἀπὸ τὴ θέα του μόνο ὁ Ἰησοῦς ὁδηγεῖ στὴν πράξη. Κανένα διδακτικό λόγο δὲν εἶχε πεῖ ὁ Κύριος στὸ Ζακχαῖο, παρουσιάστηκε μόνο σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν ποθοῦσε καὶ ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του τραβιόταν ἐπάνω ἡ δύναμη τῆς πίστεως. Παρόμοιο ἔγινε καὶ στὴν αἱμορροοῦσα· ἦρθε κοντὰ στὸν Κύριο καὶ ζητοῦσε νὰ τὴ θεραπεύση, μὰ δὲ δεχόταν νὰ τοῦ ἀγγίξη τὸ χέρι. Κι ἐκείνη τοῦ ἀγγίζει κρυφά τὴν ἄκρη ἀπ’ τά ροῦχα του.


Καὶ τῆς θεραπείας τὴ δύναμη σὰ σφουγγάρι μὲ τὸ ἄγγιγμά της τὴν τράβηξε. Κι ὁ Ζαχκαῖος ἐνεργοῦσε ἀσυναίσθητα, κινημένος ἀπὸ βία θεϊκὴ καὶ ἀπὸ πνευματικὸν ἔρωτα ἀναμμένος ἀνέβαινε στὴ μουριὰ. Ὁ Κύριος ὅμως ἀνακαλύπτοντας κάποιο μυστικὸ τοῦ λέει, κατέβα. Γνώρισα τὴν ψυχή σου, γνώρισα τὸν ἱερὸ ἔρωτά σου· Κατέβα. Θυμήσου ὅτι κι ὁ Ἀδὰμ ὅταν ἔνιωσε τὴ γυμνότητά του, κρύφτηκε πίσω ἀπὸ τὴ συκιά. Καὶ σὺ ποὺ θέλεις νὰ σωθῆς, μὴν τρέχῃς πάνω στὴ μουριά. Πρέπει νὰ τὴν ξηράνω αὐτὴ τὴ μουριὰ καὶ νὰ φυτέψω ἄλλη, τὸ σταυρό. Ἐκεῖνος εἶναι τὸ εὐλογημένο δέντρο καὶ σ’ αὐτὸ νὰ ὁδηγῆς τὰ βήματα τῆς ψυχῆς σου.


πὸ αὐτὸ ἀκοντίζεσαι ἀμέσως στὸν οὐρανό. Ἐνῶ στῆς μουριᾶς τὰ φύλλα καὶ τὸ φίδι περιπλέκεται, καὶ σ’ αὐτὴ κρύβεται καὶ σ’ αὐτὴν ἐκλώσσησε τὰ μικρά του. Κατέβα γρήγορα, προτοῦ ἀρχίση νὰ ψιθυρίζη στὴν ψυχή σου, ὅπως καὶ στὴν Εὔα ποὺ τὴν ἔπεισε νὰ δοκιμάση τὴ γλυκειὰ ἡδονή. Κατέβα γρήγορα. Ὅσο στέκομαι ἐγώ, κατέβα ἀπ’ αὐτή· ὅταν τὸ βλέπω ἐγώ, ἐκεῖνο φιμώνεται. Κατέβα γρήγορα, δὲ θέλω νὰ σ’ ἀφήσω πάνω στὴ μουριά, δὲ θέλω νὰ χαθῇς. Δικὸ μου πρόβατο εἶσαι, σ’ ἐμένα ἔτρεξες. Κατέβα γρήγορα καὶ περίμενέ με στὸ σπίτι σου. Πρέπει νὰ ξεκουραστῶ ἐκεῖ. Ὅπου ὑπάρχει πίστη, ἐκεῖ ξεκουράζομαι. Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ πηγαίνω. Ξέρω τί θὰ κάμης σὲ λιγο· ξέρω ὅτι θὰ δώσης ὅλα τὰ ὑπάρχοντά σου στοὺς φτωχοὺς καὶ πρῶτα ὅτι θὰ ἐπιστρέψης τὸ τετραπλάσιο σ’ ὅσους ἐσυκοφάντησες. Σὲ τέτοιους ἀνθρώπους μ’ εὐχαρίστηση φιλοξενοῦμε.


Κι ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε βιαστικός, πῆγε στὸ σπίτι του κι ὑποδέχτηκε τὸν Ἰησοῦ. Καὶ γεμᾶτος χαρά, εἶπε ἀφοῦ στάθηκε –οὔτε περπατῶντας, οὔτε καθισμένος ἀλλὰ ἀφοῦ στάθηκε, γιὰ νὰ δείξη τὴν ἀμετάθετη ἀπόφασή του- καὶ ἀφοῦ στάθηκε μίλησε, ὅταν μὲ θερμὴ ψυχὴ κι ἀμεταμέλητη ἀπόφαση ἀποδυόταν στὸν ἀγῶνα.  Ἤξερε ποῦ σπέρνει καὶ ποῦ ἦταν νὰ θερίση καὶ εἶπε· Δίνω στοὺς φτωχοὺς τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ γυρίζω τὸ τετραπλάσιο σ’ ὅσους ἐσυκοφάντησα. Ὤ ἄδολη ἐξομολόγηση, ποὺ βγαίνει ἀπὸ καρδιὰ καθαρή.


ξομολόγηση ἀθάμπτωτη –μπροστὰ στὴν ἀθάμπωτη δόξα τοῦ θεοῦ- πού εἶναι ἡ πίστη ἡ πνοή της κι ἡ δικαιοσύνη τὸ ἄνθος της. Αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης ἄς μᾶς κάμη ἄξιους ὁ Θεὸς τῶν ὅλων μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Μητροπολίτου Τρίκκης καί Σταγῶν Διονυσίου,
''Πατερικόν Κυριακοδρόμιον'',
Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ. 114-118.
Πηγή ηλ. κειμένου: kirigmata.blogspot.com.
Επιμέλεια, παρουσίαση 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ: ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ (ΙΕ' ΛΟΥΚΑ)

 



Ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης με πάρα πολύ μεγάλη ροπή προς τη φιλαργυρία, και σκοπός του ήταν να εισπράττει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα· με αυτό άλλωστε ασχολούνταν οι τελώνες· και αυτήν την πλεονεξία ο Παύλος την ονομάζει ειδωλολατρία, επειδή προφανώς ταιριάζει μόνο σε αυτούς που δεν γνωρίζουν τον Θεό (Κολ. 3, 5 : «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία δι’ ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας»:


Νεκρώστε, λοιπόν, τα μέλη σας που είναι πάνω στη γη (και επιθυμούν τις γήινες απολαύσεις και ηδονές), (νεκρώστε) την πορνεία, την ακαθαρσία, κάθε πάθος και υποδούλωση στο κακό, κάθε κακή επιθυμία και την πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρία (λατρεία στο είδωλο του χρήματος)’’. Εφ. 5, 5: «τοῦτο γάρ ἐστε γινώσκοντες, ὅτι πᾶς πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, ὅς ἐστιν εἰδωλολάτρης, οὐκ ἔχει κληρονομίαν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ.: ‘’Διότι πρέπει να γνωρίζετε καλά και να έχετε στον νου σας τούτο• ότι κάθε πόρνος ή ακάθαρτος ή πλεονέκτης, ο οποίος πλεονέκτης με το να λατρεύει τα υλικά αγαθά είναι ειδωλολάτρης, δεν έχει κανένα απολύτως μερίδιο κληρονομίας στην βασιλεία του Χριστού και Θεού’’.»).


Γι’ αυτό, και πολύ εύλογα, επειδή οι τελώνες είχαν περιβληθεί στην όψη και τη συμπεριφορά τους με μεγάλη αναίδεια, ο Κύριος τους είχε συμπεριλάβει στην ίδια κατηγορία μαζί με τις πόρνες, λέγοντας τα εξής στους διδασκάλους των Ιουδαίων: «λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ: Λέγει σε αυτούς ο Ιησούς• “σας διαβεβαιώνω, ότι οι τελώνες και οι πόρνες, οι οποίοι έδειξαν στην αρχή ανυπακοή προς τον Θεό, τώρα επειδή μετανόησαν, προπορεύονται στην βασιλεία του Θεού από σας, οι οποίοι με τα λόγια μόνον και όχι με τα έργα, δείχνετε υπακοή στον Θεό» Ματθ. 21, 31).


Πλην όμως ο Ζακχαίος δεν έμεινε σε αυτά, αλλά έγινε άξιος της ευσπλαχνίας από τον Χριστό· γιατί Αυτός είναι Εκείνος που καλεί κοντά Του αυτούς που είναι μακριά, και φωτίζει αυτούς που είναι σκοτισμένοι. Εμπρός λοιπόν να δούμε ποιος υπήρξε ο δρόμος της επιστροφής για τον Ζακχαίο. Επιθύμησε να δει τον Ιησού, γιατί βλάστησε μέσα του σπόρος σωτηρίας. Αυτό το είδε ο Χριστός με τα θεϊκά Του μάτια και σηκώνοντας το βλέμμα Του, τον είδε και με τα ανθρώπινα μάτια· και επειδή σκοπός Του ήταν να σωθούν όλοι οι άνθρωποι, προσφέρει την αγαθότητα και ενθαρρύνοντάς τον του λέγει: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι: Ζακχαίε,κατέβα γρήγορα»(Λουκ. 19, 5)· 


επειδή προσπαθούσε να δει τον Ιησού, και τον εμπόδιζε το πλήθος, όχι τόσο πολύ των ανθρώπων, όσο των αμαρτιών του. Αλλά ήταν και μικρός στο ανάστημα, όχι μόνο το σωματικό, αλλά και το πνευματικό· και δε θα μπορούσε να Τον δει με άλλο τρόπο, αν δεν ανέβαινε σε κάποιο ύψος από το έδαφος της γης και δεν ανέβαινε στη συκομουριά, μπροστά από την οποία επρόκειτο να περάσει ο Χριστός. Ο λόγος βέβαια έχει και αλληγορική σημασία: δεν μπορεί δηλαδή κανείς με άλλον τρόπο να δει τον Χριστό και να πιστέψει σ’ Αυτόν, παρά μόνο εάν ανεβεί στη συκομουριά, καταδικάζοντας ως ανόητα τα γήινα μέλη του, δηλαδή την πορνεία, την ακαθαρσία και καθετί που τα ακολουθεί.


Επρόκειτο, λέγει, ο Χριστός να περάσει μπροστά από τη συκομουριά: αφού δηλαδή εφάρμοσε τον τρόπο ζωής που όριζε ο μωσαϊκός νόμος, πράγμα το οποίο συμβολίζει η «συκιά», προτίμησε τα «μούρα», όσα δηλαδή ο κόσμος θεωρεί ανόητες επιλογές, τουτέστιν τον σταυρό και τον θάνατο. Και καθένας που σηκώνει τον σταυρό του και ακολουθεί τον τρόπο ζωής του Χριστού σώζεται, εφόσον εφαρμόζει με σύνεση τον νόμο του Θεού, ο οποίος είναι μια συκιά που δεν κάνει άνοστα σύκα, αλλά εύγευστα μούρα· γιατί στους Ιουδαίους φαίνεται μωρία η κρυμμένη στους πιστούς πνευματική εργασία, όσον αφορά την αποκοπή της κακίας και την αποχή από κάθε κακή πράξη, χωρίς όμως να κάνουν αισθητά την περιτομή στο δέρμα τους και χωρίς να τηρούν την αργία του Σαββάτου.


Κατάλαβε λοιπόν ο Ιησούς ότι αυτός ήταν έτοιμος προς υπακοή και θερμός στην πίστη και έτοιμος εύκολα να μετανοήσει από την κακία και να στραφεί προς την αρετή· και αυτός «σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων: αφού έσπευσε, κατέβηκε γρήγορα και Τον υποδέχθηκε με μεγάλη χαρά», όχι μόνο επειδή Τον είδε όπως επιδίωκε, αλλά και επειδή κλήθηκε από Αυτόν με το όνομά του, και Τον υποδέχθηκε στο ίδιο του το σπίτι, κάτι που δε θα το περίμενε ποτέ. Στ. 5: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι (: Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου.)». Ήταν θεϊκή πρόγνωση αυτή, ήξερε καλά αυτό που επρόκειτο να συμβεί· είδε ότι η ψυχή του ανθρώπου ήταν πανέτοιμη να κλίνει στο να επιλέξει να ζήσει με τρόπο άγιο, και την μετέστρεψε στην ευσέβεια·


«πεδέξατο», λέει, «αὐτὸν χαίρων» (: Τον υποδέχτηκε στο σπίτι του με χαρά), επειδή έτυχε τιμής που δεν την περίμενε. Αλλά ίσως θα μπορούσε κάποιος να πει στον Σωτήρα όλων μας Χριστό: «Μπαίνεις στην αυλή του Ζακχαίου που είναι αρχηγός των τελωνών και ο οποίος δεν απέβαλε ακόμα τη συνήθεια της φιλοκέρδειας;». «Ναι», λέγει· «Το γνωρίζω αυτό, αφού από τη φύση μου είμαι Θεός και παρακολουθώ τις πορείες του καθενός επάνω στη γη, και επιπλέον γνωρίζω αυτά που θα συμβούν. Τον κάλεσα για μετάνοια, επειδή είναι πρόθυμος γι’ αυτό».


Στ. 8 «ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς (: Κύριε, ιδού, τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίδω στους πτωχούς.)» Βλέπεις πως ο προϊστάμενος των τελωνών, ο φιλάργυρος, έγινε αμέσως ελεήμονας και ένθερμος υποστηρικτής της φιλοπτωχίας, υποσχόμενος ότι θα μοιράσει τον πλούτο του στους φτωχούς, και απολογούμενος στους αδικημένους, σύμφωνα με τον νόμο ο οποίος διέτασσε να δίνουν τέσσερα πρόβατα αντί ενός, σύμφωνα με την απόφαση του Δαβίδ, για εκείνον ο οποίος έχει λεχθεί ότι έκλεψε την προβατίνα του φτωχού. Διότι λέγει: «καὶ τὴν ἀμνάδα ἀποτίσει ἑπταπλασίονα, ἀνθ᾿ ὧν ὅτι ἐποίησε τὸ ῥῆμα τοῦτο καὶ περὶ οὗ οὐκ ἐφείσατο: Θα επιστρέψει δε στον αδικηθέντα επτά προβατίνες, διότι έκαμε την κακή αυτήν πράξη, δεν λυπήθηκε δηλαδή τον πτωχό ιδιοκτήτη της μιας προβατίνας» (Β΄Βασ. 12,6).


Στ. 9 «σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο: σήμερα στο σπίτι τούτο ήλθε σωτηρία εκ μέρους του Θεού». Όπου δηλαδή μπαίνει ο Χριστός, εκεί οπωσδήποτε υπάρχει και σωτηρία. Όχι με αναβολές, ούτε με υποσχέσεις, αλλά σήμερα ο Χριστός προσφέρει στον Ζακχαίο τη σωτηρία, γιατί και αυτός πραγματοποίησε αμέσως εκείνο που υποσχέθηκε. Γιατί δεν είπε, «Θα δώσω στο μέλλον τα μισά μου υπάρχοντα για ελεημοσύνη στους φτωχούς, και σε εκείνους που αδίκησα, θα τους επιστρέψω στο μέλλον τα τετραπλάσια», γιατί άκουσε τον Σολομώντα που λέγει: «μὴ εἴπῃς· ἐπανελθὼν ἐπάνηκε, αὔριον δώσω, δυνατοῦ σου ὄντος εὖ ποιεῖν· οὐ γὰρ οἶδας τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα:


Ποτέ να μη του πεις (του φτωχού) “ξαναέλα αύριο να σου δώσω”, εφόσον μπορείς να κάμεις το καλό αμέσως. Διότι δεν γνωρίζεις τι θα παρουσιάσει για εσένα και για εκείνον η αυριανή ημέρα» (Παρ. 3, 28) αλλά είπε: «ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν: «Ιδού (σήμερα) δίνω τα μισά μου υπάρχοντα στους φτωχούς, Κύριε, και αν τυχόν, σαν τελώνης που είμαι, αδίκησα με ψευδείς μαρτυρίες κάποιον και εισέπραξα περισσότερα, του τα επιστρέφω αμέσως τετραπλάσια”.».


Γι΄αυτό και ο Χριστός λέγει: Σήμερα δίνεις, σήμερα σε σένα και η σωτηρία. Έπρεπε λοιπόν οι Ιουδαίοι να αισθάνονταν χαρά για τον Ζακχαίο που είχε σωθεί με τρόπο πέρα από κάθε προσδοκία, γιατί και αυτός συμπεριλαμβανόταν στα τέκνα του Αβραάμ, στα οποία ο Θεός υποσχέθηκε μέσω προφητών αγίων τη λύτρωση μέσω του Χριστού.




Επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Πηγή κειμένου: alopsis.gr.


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΛΩΝΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ (ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΙΕ' ΛΟΥΚΑ)

 



1. Πρωτύτερα ἐπήραμε ἀφορμὴ ἀπὸ τὶς διηγήσεις τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ περὶ τῆς ἰάσεως τῶν λεπρῶν καὶ τυφλῶν κατὰ τὸ σῶμα γιὰ τὴν πνευματικὴ ὁμιλία πρὸς τὴν ἀγάπη σας. Σήμερα θέμα θὰ ἔχωμε τὸν κατὰ τὴν ψυχὴ τυφλὸ Ζακχαῖο πού κατοικοῦσε στὴν Ἱεριχῶ καὶ τὴν ἀναβλεψὶ του κατ' αὐτήν.


Εἶναι δὲ μεγάλο τὸ σχετικὸ μὲ αὐτὸν θαῦμα καὶ ὄχι μικρότερο ἀπὸ τὰ σχετικὰ μ' ἐκείνους. Διότι καὶ αὐτὸς εἶχε σκοτεινούς τους ἐσωτερικοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδιᾶς, ὅπως ὁ τυφλὸς ἐκεῖνος εἶχε σκοτεινούς τους ὀφθαλμοὺς τῆς ἔξω ἀπὸ τὸ πρόσωπο μορφῆς· ἀφοῦ οὔτε αὐτὸς δὲν μποροῦσε κατὰ τὴ διὴγησι νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, ἀπαλλάχθηκε δὲ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ σκότος τοῦ νοῦ μὲ μόνο τὸ λόγο ἐκείνου πού καὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου μὲ μόνο τὸ λόγο συνέστησε τὸ φῶς καὶ κατηύγασε ὅλη τὴν αἰσθητὴ κτίσι.


πως δηλαδὴ τότε, πρὶν νὰ εἰπῆ ὁ Θεός, «ἂς γίνη φῶς, κι' ἔγινε φῶς», ὑπῆρχε σκότος ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο, ἔτσι καὶ τώρα, πρὶν νὰ εἰπῆ πρὸς τὸν Ζακχαῖο ὅτι «σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκο σου», τὸ δεινὸ σκότος τῆς φιλαργυρίας ἦταν καθισμένο ἐπάνω στὴν ψυχὴ τούτου, ἐνῶ ἡ διάνοιά του ἦταν ὁπωσδήποτε παραχωμένη μαζὶ μὲ τὸ χρυσὸ σὲ σκοτεινοὺς τόπους, ὅπου θησαυρίζεται ἀπὸ τοὺς φιλαργύρους ὁ χρυσὸς καὶ ἄργυρος.


2. Ἂς ἰδοῦμε λοιπὸν τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὸν κατὰ τὴ διήγησι. «Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ εἰσῆλθε διερχόταν τὴν Ἱεριχώ. Ποιὸν ἐκεῖνο καιρό; Ὅταν ἐκαθάρισε τοὺς λεπρούς, ὅταν ἐφώτισε τοὺς τυφλούς, ὅταν διὰ τῆς σχετικὰ πρὸς αὐτοὺς φήμης μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους προσείλκυσε καὶ τὸν Ζακχαῖο πρὸς τὸν πόθο τῆς θέας του. «Ἀφοῦ λοιπὸν εἰσῆλθε ὁ Ἰησοῦς διερχόταν τὴν Ἱεριχῶ»• ὄχι δὲ μόνο τὴν Ἱεριχώ, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἰουδαία διερχόταν ὁ Κύριος, καὶ τὴ Γαλιλαία καὶ γενικῶς τὴ γῆ.


Διότι δὲν ἦλθε ἐδῶ γιὰ νὰ παραμείνη σωματικῶς, ἂν καὶ ἔλαβε τὸ σῶμα σὰν τὸ δικό μας ὑπὲρ ἠμῶν, ὅπως εὐδόκησε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ διέλθη κι' ἀνεβῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ ἀπὸ ὅπου κατῆλθε, ἀνεβάζοντας μαζὶ καὶ τὸ δικό μας φύραμα καὶ τοποθετώντας τὸ ἐπάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία• ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς διδασκαλίας διερχόταν περιοδεύοντας ὅλο τὸν τόπο τῆς Παλαιστίνης. Ὅπως δηλαδὴ στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας συνήγαγε σ' ἕνα δίσκο ὅλο τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ ἔκαμε βασιλέα της τὸν ἥλιο, δὲν τὸν ἄφησε δὲ νὰ στέκεται, ἀλλὰ τὸν ἔκαμε νὰ περιπολῆ• 


τσι, συνάπτοντας τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος μὲ τὸ σῶμα καὶ παρουσιάζοντας τὸν ἑαυτὸ τοῦ βασιλέα τοῦ παντὸς πραγματικὰ ἐπίγειο καὶ ἐπουράνιο, ὁρατὸ καὶ ἀόρατο, ἀρκτὸ καὶ ἀΐδιο, δὲν ἐδέχθηκε νὰ κάθεται ἐπάνω σ' ἕνα τόπο, ἀλλ' εὐδόκησε νὰ περιέρχεται ἕως ὅτου ἀπεργασθῆ σωτηρία μόνιμη καὶ ἀδιάκοπη στὸ μέσο τῆς γῆς, καθὼς προανήγγειλε ὁ Δαβὶδ λέγοντας, «ὁ Θεὸς ὁ πρὸ αἰώνων βασιλεύς μας, ἀπεργάσθηκε σωτηρία στὸ μέσο τῆς γῆς»•


διότι αὐτὴν τὴν σωτηρία ἐπετέλεσε ὁ Κύριος περιερχόμενος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἥλιος δὲν περιπολεῖ γενικῶς ὅλον τὸν οὐρανό, ἀλλὰ τὸ μεσαῖο μέρος τοῦ ζωοδιακοῦ πόλου, ἔτσι λοιπὸν καὶ «ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης» Χριστός, περιερχόμενος σὲ ὅση ἔκτασι ἐχρειαζόταν τὸ μέσο τῆς κατοικουμένης ἀπὸ τὰ ζῶα, διερχόταν τὰ μέρη του, κι' ἔτσι ἀφοῦ εἰσῆλθε διερχόταν τὴν Ἱεριχῶ.


3. «Καὶ ἰδού», λέγει, «ἦταν ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ζακχαῖος, πού ἦταν μάλιστα ἀρχιτελώνης. Ἦταν δὲ πλούσιος αὐτὸς κι' ἐζητοῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε ἐξ αἰτίας τοῦ ὄχλου, διότι ἦταν μικρὸς στὸ σῶμα». Ὄχι δὲ μόνο ἦταν μικρός, ἀλλὰ ἦταν καὶ μακριὰ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ• διότι ἂν ἐπλησίαζε, ἔστω καὶ μικρόσωμος, δὲν θὰ ἐστερεῖτο τῆς θέας. Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι τοῦτος ἑλκυόταν καὶ ἀναχαιτιζόταν ἀρρήτως ἀπὸ τὴν θεία δύναμι τοῦ Ἰησοῦ• ἑλκυόταν δηλαδή, ἐπειδὴ εἶχε τρόπο χρηστὸ καὶ ψυχὴ κατάλληλη γιὰ τὴν ἀρετή, γι' αὐτὸ κι' ἐπιθυμοῦσε κι' ἐπιχειροῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ• 


ναχαιτιζόταν δὲ ἀπὸ τὴ θεία δύναμι, διότι αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τὰ ἀντίθετα στὴν πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν τελωνία καὶ τὸν πλοῦτο. Αὐτὰ νομίζω δεικνύοντας καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς στοὺς συνετοὺς μὲ λίγα λόγια, ἐφ' ὅσον μὲν ἦταν θαυμάσιος στοὺς τρόπους, εἶπε γι' αὐτόν, «ἰδοὺ ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ζακχαῖος, ἐφ' ὅσον δὲ ἦταν πιασμένος στοὺς βρόχους τῆς κακίας, πρόσθεσε «καὶ αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης, καὶ βέβαια πλούσιος». 


Πραγματικὰ τὸ μὲν «ἰδοὺ ἕνας ἄνδρας» λέγεται στὶς περιπτώσεις τῶν ἀξιολόγων πού δὲν ἀνήκουν στοὺς πολλούς. Καὶ πρὸς αὐτὸ τείνει ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀνδρός• διότι δὲν ἦταν ἀπὸ ἐκείνους, γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Δαβίδ, «δὲν θὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά τους διὰ τῶν χειλέων μου». Τὸ ὅτι δὲ ἐμαρτύρησε ὅτι δὲν ἦταν μόνο τελώνης, ἀλλὰ καὶ ἀρχιτελώνης καὶ γι' αὐτὸ πλούσιος, ἔδειξε ὅτι ἦταν διακεκριμένος σὲ κακία. Ἀλλ' ἐπειδή, ὡς μικρόσωμος καὶ ἀπομακρυσμένος ὁ Ζακχαῖος, δὲν μποροῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, λέγει, «ἔτρεξε ἐμπρὸς καὶ ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα, γιὰ νὰ τὸν ἰδῆ· διότι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἐπρόκειτο νὰ περάση».


Παρατήρησε τὴν σφοδρότητα τοῦ πόθου καὶ ἀναλογίσου ἀπὸ αὐτὸ ποιὸς ἦταν ὁ τρόπος του. Ὅταν δηλαδὴ δὲν μπόρεσε νὰ διασπάση τὸν ὄχλο, δὲν ἀπογοητεύθηκε, ἀλλὰ μᾶλλον προσέτρεξε καὶ δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πόθο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ὄχλο· καὶ ἀφοῦ προπορεύθηκε, ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα πού ἦταν φυτευμένη στὸ δρόμο, γιὰ νὰ ἰδῆ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ποθούμενο.


4. Κι' ἐκεῖνος ἔκαμε τοῦτες τὶς ἐνέργειες σοφῶς καὶ φιλοθέως μὲ κεντρίσματα πόθου κτυπώμενος καὶ προτρέχοντας στὴν ὁδό, μὲ πτερὰ πόθου ἀνυψούμενος κι' ἀνεβαίνοντας στὸ δένδρο. Τί δὲ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς, ἡ ἐνυπόστατος σοφία τοῦ ἀνάρχου Πατρός, αὐτὸς πού λέγει διὰ τοῦ Σολομῶντος, «ἐγὼ ἀγαπῶ ὅσους μὲ ἀγαποῦν· ὅσοι δὲ μὲ ἀγαποῦν, θὰ εὕρουν χάριν, «ὁ ὁποῖος καὶ στοὺς δρόμους ἀκόμη τοὺς φέρεται μὲ εὐμένεια;».


Φθάνει τὸν Ζακχαῖο, τὸν βλέπει πρῶτος, τὸν προσφωνεῖ φιλικώτατα καὶ τοῦ ὑπόσχεται τὴν ἐπίσκεψι καὶ διαμονὴ στὸν οἶκο του. Διότι, λέγει, «ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στὸν τόπο» (ὅπου δηλαδὴ ἡ συκομορέα ἐβάσταζε τὸν Ζακχαῖο σὰν οὐράνιο καρπὸ λόγω τοῦ ἐνθέου πόθου του) καὶ ἐκύτταξε πρὸς τὰ ἐπάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε»· «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα· διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκό σου». Μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν ἀνεγνώριζαν εὔκολα τὸν Ἰησοῦ ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἀπὸ μόνη τὴ θέα αὐτοὶ πού δὲν τὸν εἶχαν ἰδεῖ προηγουμένως, διότι περιπατοῦσε μὲ λιτότητα καὶ δὲν εἶχε τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπιτύχη κανεὶς τὴ θέα τοῦ κατὰ πρόσωπο ἀπὸ ψηλά, διότι συνήθως ἔσκυβε πρὸς τὸν ἑαυτό του.


Γι' αὐτὸ καὶ ὁ γνωρίζων τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδὼν τὸν ἐνδόμυχο πόθο τοῦ Ζακχαίου τὸν προσφωνεῖ καὶ καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του τοῦτον πού δὲν εἶχε ἰδεῖ ποτὲ προηγουμένως κατ' ὄψι, γιὰ νὰ τοῦ δείξη τὴν ὄψι του ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ νὰ γνωρίση τὸν ἑαυτό του πρὸς τὸν ποθοῦντα φυλοφρόνως καὶ νὰ τοῦ δείξη ὅτι δὲν ποθεῖ μόνο ἀλλὰ καὶ ποθεῖται. Ἐππλέον δὲ καὶ προστάσσει νὰ σπεύση στὸ σπίτι, ὥστε μὲ ἀφθονία νὰ πράξη καὶ νὰ ἀποκομίση τὰ τέλη τῆς θεοφιλίας ἀπὸ αὐτὸν πού δίδει μὲ τὸ παραπάνω ὅσα ζητοῦμε ἢ σκεπτόμαστε.


5. «Αὐτὸς δέ», λέγει, «κατέβηκε καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά». Διότι αὐτὸς πού πρὶν τὸν ἰδῆ τρέχει γιὰ τὴν θέα του καὶ πράττει τὰ πάντα, ὥστε νὰ τὴν ἐπιτύχη, πῶς δὲν θὰ ἔσπευδε, ὅταν τὸν εἶδε καὶ τὸν ἄκουσε, καὶ μάλιστα ὅταν ἐδέχθηκε τέτοια ἐπαγγελία; Μόλις λοιπὸν εἶδε ὅτι καὶ ἡ ἐπαγγελία ἐπραγματοποιήθηκε, αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐχαιρόταν πού συνευρισκόταν μὲ τὸν ποθούμενο καὶ ἤδη ἐγευόταν τὶς ἄφθαρτες χάριτες ἀπὸ τὴν πηγή· οἱ δὲ βλέποντες, ἐπειδὴ δὲν ἔβλεπαν μὲ σύνεσι, λέγει, «ἐγόγγυζαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, λέγοντας ὅτι εἰσῆλθε στὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου».


6. Ἀλλὰ ὁ τελώνης, ἀμιλλώμενος σὲ φιλοτιμία μὲ αὐτὸν πού ὄχι μόνο κατέβηκε ἕως ἐμᾶς μὲ σάρκα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄφατη φιλανθρωπία ἐσήκωσε τὸν ὀνειδισμό μας, «ἀφοῦ ἐστάθηκε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ»• τὸ ὅτι δὲ ἐστάθηκε εἶναι δεῖγμα βεβαίας γνώμης, θαρραλέας καὶ ταπεινῆς συγχρόνως• ἀφοῦ λοιπὸν ἐστάθηκε καὶ ἀποστόμωσε μὲ παρρησία τοὺς κατηγόρους, εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ• ἰδού, Κύριε, δίδω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς πτωχούς, καὶ ἂν ἐξεβίασα κανένα, τοῦ τὰ ἀνταποδίδω στὸ τετραπλό». Καὶ παρουσιαζόμενος μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δίκαιος, διέλυσε τὸν ὀνειδισμὸ τῶν γογγυστῶν πρὸς τὸν Κύριο πού ἔλεγαν, «ὅτι εἰσῆλθε νὰ διαμείνη στὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου»•


διότι, ἀφοῦ ἀπέδωσε νομίμως τετραπλάσια τὰ μὲ ἐκβιασμὸ συναχθέντα ἀπομακρύνθηκε πραγματικὰ ἀπὸ τὸ κακό, ἀφοῦ δὲ διένειμε τὰ ὑπάρχοντα στοὺς πτωχοὺς ἔπραξε τὸ ἀγαθὸ καὶ ἐφάνηκε σὲ ὅλα καθαρμένος. Ὥστε ὁ Κύριος πρὸς μὲν τοὺς Φαρισαίους ἔλεγε, «ἀλλὰ ἂν δώσετε κατὰ δύναμι ἐλεημοσύνη, ὅλα θὰ εἶναι καθαρὰ σὲ σᾶς» τώρα δὲ ἀποφασίζοντας ἐν σχέσει μὲ τέτοιες πράξεις καὶ παίρνοντας ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἀπολογία πρὸς τοὺς ἐναντίον του γογγυστᾶς, λέγει «σήμερα ἦλθε σωτηρία σὲ τοῦτον τὸν οἶκο, ἐφ' ὅσον καὶ ὁ Ζακχαῖος εἶναι υἱὸς τοῦ Ἀβραάμ», ὡς γενόμενος τώρα πιστός, ὡς δίκαιος καὶ φιλόξενος καὶ φιλόπτωχος.


Διότι «ἦλθε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ ζητήση καὶ νὰ σώση τὸ ἀπολωλός», λέγοντας ἐκεῖνο ἀκριβῶς πρὸς τοὺς γογγυστάς, ὅτι εἰσῆλθα μὲν στὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ γιὰ νὰ καταλύσω, ἀλλὰ τὸ ἔκαμα γιὰ νὰ τὸν μετασκευάσω καὶ τὸν σώσω, δεικνύοντάς τὸν ἀντὶ φιλαργύρου φιλόθεο, ἀντὶ ἀδίκου δίκαιο, ἀντὶ μισοξένου φιλόξενο, ἀντὶ ἀσυμπαθοῦς ἐλεήμονα, ὅπως τὸν βλέπετε νὰ γίνεται τώρα.


7. Ἀλλὰ βλέπετε ὅλοι τὸν Ζακχαῖο, πῶς ἀγάπησε καὶ ἐζήτησε, καὶ ἀγαπήθηκε καὶ προσηλώθηκε καὶ ἐξοικειώθηκε μὲ τὸν Χριστό; Ὅποιος λοιπὸν εἶναι τελώνης ἢ ἀρχιτελώνης πού πλουτεῖ ἀπὸ τὸ ἔργο του κακῶς καὶ συνάζει ἀδίκως, ἂς μιμηθῆ τὴν ὁδὸ τοῦ ἀρχιτελώνη τούτου πρὸς τὴν σωτηρία, καὶ ἂς ἀποδίδη καὶ σκορπίζη καλῶς, ὅσα ἐθησαύρισε κακῶς. Ὅποιος εἶναι πτωχός, ἐπειδὴ ἔγινε θῦμα ἁρπαγῆς ἢ γιὰ ἄλλον λόγο, ἂς εἶναι εὐχαριστημένος• διότι ἔχει τὴν σωτηριώδη πτωχεία, μᾶλλον δὲ ἂς τὴν κάμη αὐτὸς σωτηριώδη διὰ τῆς εὐχαριστίας, πρὸς τὴν ὁποία καταφεύγοντας καὶ ὁ πλούσιος τελώνης προθύμως ἐσώθηκε, ὅπως ἀκούσατε τώρα περὶ αὐτοῦ. Αὐτὰ λοιπὸν ὡς πρὸς τὴν διήγησι.


8. Στὴ συνέχεια δὲ παρακολουθήσατε μὲ προσοχὴ ὅσοι ἔχετε διεισδυτικώτερη τὴ διάνοια. Ἐπειδὴ δηλαδὴ τὸ ὄνομα Ζακχαῖος σημαίνει δικαιούμενος, παρακαλῶ νόησε ἀπὸ αὐτὸ τοὺς Φαρισαίους πού δικαιώνουν τοὺς ἑαυτοὺς των, πού εἶναι σὰν νὰ τελωνοῦν κατὰ κάποιον τρόπο, ὅπως λέγει ὁ Κύριος στὰ εὐαγγέλια, «κατατρώγοντας τὰ σπίτια τῶν χηρῶν καὶ προσευχόμενοι ἐπιδεικτικὰ πολλὴ ὥρα». Ὅταν λοιπὸν κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς ποθήση νὰ ἐπιγνώση τὴν ἀλήθεια, ζητεῖ νὰ ἰδῆ καὶ νὰ γνωρίση, ὅπως ἐζητοῦσε ὁ Ζακχαῖος, τὸν Ἰησοῦ, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια· 


μὴ μπορώντας δὲ ὡς μικρόσωμος καὶ μικρόνους, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ μικρόσωμου Ζακχαίου, ἀνεβαίνει σὲ μιὰ συκομορέα, δηλαδὴ στὴν ἀκρίβεια τοῦ νόμου καὶ τῶν ἰουδαϊκῶν ἐθῶν, νομίζοντας ὅτι ἀπὸ αὐτοῦ θὰ ἐπιτύχη τὴν ἀλήθεια τόσο κατὰ τὴ γνῶσι ὅσο καὶ κατὰ τὴν πράξι. Ὁ δὲ Κύριος, πού διερχόταν ἀπὸ τὴν νόμιμη πολιτεία, σὰν ἀπὸ κάποια ὁδό, ἀφοῦ εἶδε τὸν ἀγαθό του σκοπὸ καὶ τὸν πρὸς τὴν ἀλήθεια πόθο, ἀποκαλύπτει σ' αὐτὸν τὸν ἑαυτό του, καὶ τὸν προσφωνεῖ προσκαλώντας καὶ τὸν διατάσσει νὰ κατεβῆ ἀπὸ τὴ συκομορέα, δηλαδὴ νὰ ἐγκαταλείψη τὸν μωσαϊκὸ νόμο πού δὲν καρποφορεῖ τίποτε σπουδαῖο, καὶ νὰ σπεύση στὴν χάρι καὶ τὴν κατὰ τὸ εὐαγγέλιο διαγωγή, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ λάβη ἔνοικο τὸν Θεὸ καὶ νὰ καρπωθῆ τὴ σωτηρία.


9. Αὐτὸς λοιπόν, ἐπειδὴ ὑπήκουσε στὸ Λόγο καθὼς ἐδίδασκε καὶ ἐκαλοῦσε, ὅπως ἐκεῖνος ὁ Ναθαναὴλ (διότι καὶ αὐτὸν τὸν εἶδε ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι κάτω ἀπὸ τὴ σκιά, δηλαδὴ νὰ ζῆ κατὰ τὸν σκιώδη βίο) ἢ ὁ μέγας Παῦλος (διότι κι' αὐτόν, «ἐπειδὴ ἔγινε ἄμεμπτος κατὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου», ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, πρῶτος τὸν ἐκύτταξε καὶ τὸν προσκάλεσε ὁ Χριστός)• ὅποιος λοιπὸν ὑπακούση ἔτσι τὸν Λόγο πού προσκαλεῖ καὶ διδάσκει, γίνεται ἀκριβῶς Ζακχαῖος• καὶ τὰ μισὰ τῶν διδαγμάτων ἀπὸ τὸν νόμο πού κατεῖχε προηγουμένως ἀφήνει στοὺς Ἰουδαίους τοὺς πτωχοὺς κατὰ τὴ διάνοια, δηλαδὴ περιτομές, σαββατισμούς, βαπτισμούς, ζωοθυσίες καὶ γενικῶς ὅλα τὰ ταιριαστὰ στὸ χαμαίζηλο γράμμα.


Παριστώντας δὲ καὶ συνάγοντας ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὰ παραγγέλματα τοῦ νόμου ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἂν ποτὲ ἐσυκοφάντησε κάποιον ἀπὸ τοὺς πιστοὺς λέγοντάς τὸν ἄπιστον ἢ σὰν τέτοιον τὸν ἐκακοποίησε ἀνοικτά, ἀποδίδει πολλαπλασίως θεραπεύοντας πολλοὺς πιστοὺς καὶ ὁδηγώντας πολλοὺς ἀπίστους πρὸς τὴν πίστι στὸν Χριστό. Ἔχομε σύντομα καὶ τὴν ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία.


10. Ἐπειδὴ ὁ Ζακχαῖος κατὰ τὴ διήγησι προηγουμένως ἦταν φιλάργυρος (διότι καὶ ἐσύναζε τὸ χρυσὸ ἀπὸ τὴν τελωνία καὶ κοντὰ του τὸ κρατοῦσε πλουτώντας), ὕστερα ὅμως παρουσιάσθηκε φιλόπτωχος, μᾶλλον δὲ πτωχὸς καὶ ἀκτήμων ἑκουσίως, ἀφοῦ ἄλλα τὰ ἔδωσε καὶ ἄλλα τὰ ἀνταπέδωσε, τώρα ἐμεῖς θὰ ἐπαινέσωμε τὴν ἀρετὴ ἢ θὰ γίνωμε κατήγοροι τῆς κακίας; Διότι τὰ μέτρα τῆς ὁμιλίας δὲν ἐπιτρέπουν νὰ τὰ κάμωμε καὶ τὰ δύο. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ λόγος εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς παρισταμένους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι κανεὶς ἑκούσιος κάτοχος της ἀκτημοσύνης, ἀλλὰ στὴ φιλαργυρία ὑποχωροῦμε σχεδὸν ὅλοι, ἂς εἰποῦμε λοιπὸν λίγα καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ὥρα περὶ φιλαργυρίας, γιὰ νὰ φανερώσωμε τὴν ἀπὸ αὐτὴν φθορά, ἀπαλλάσσοντάς μας ἀπὸ αὐτὴν κατὰ τὴ δύναμί μας.


φιλαργυρία εἶναι αἰτία ὅλων τῶν κακῶν αἰσχροκέρδειας, σφικτοχεριᾶς, γλισχρότητος, ἀστοργίας, ἀπιστίας, μισανθρωπίας, ἁρπαγῆς, ἀδικίας, πλεονεξίας, τόκου, δόλου, ψεύδους, καὶ ὅλων τῶν ὁμοίων μὲ αὐτά. Ἐξ αἰτίας τῆς φιλαργυρίας γίνονται ἱεροσυλίες, λωποδυσίες καὶ κάθε εἶδος κλοπῆς• ἐξ αἰτίας τῆς φιλαργυρίας δὲν ὑπάρχουν μόνο στοὺς δρόμους καὶ στὴν ξηρὰ καὶ στὰ πελάγη ἅρπαγες καὶ λησταὶ καὶ πειραταί, ἀλλὰ καὶ μέσα στὴν πόλι ἄδικα σταθμὰ καὶ ζύγια καὶ διπλὰ μέτρα καὶ περίεργη κουρὰ καὶ παραχάραξις νομισμάτων, ὑπέρβασις ὁρίων, πονηροὶ ἀνταγωνισμοὶ γειτόνων.


Αὐτὴ φέρει ἔθνη ἐναντίον ἐθνῶν καὶ διαλύει δυνατὲς φιλίες καὶ μερικὲς φορὲς διασπᾶ τὴ συγγένεια• ἐξ αἰτίας αὐτῆς προδίδει κανεὶς καὶ τὴν πατρίδα, ἄλλος στρατόπεδο ὁμόφυλο, ἄδικος δικαστὴς τὸ νόμο καὶ μάρτυς τὴν ἀλήθεια, καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα ὁ καθένας τὴν ψυχή του. Ἔτσι κατὰ τὸν θεῖο ἀπόστολο, «ἡ φιλαργυρία εἶναι μητέρα καὶ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν», ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας μερικοὶ πού τὴν ὀρέγονται ἀποπλανήθηκαν ἀπὸ τὴν πίστι καὶ περιπλέχθηκαν σὲ πολλὲς ὀδύνες.


11. Ἀλλὰ προσέξετε μὲ σύνεσι τὴ φωνὴ τοῦ ἀποστόλου• διότι δὲν εἶπε ὅσοι πλουτοῦν ἀποπλανήθηκαν ἀπὸ τὴν πίστι, ἀλλὰ ὅσοι ὀρέγονται τὸν πλοῦτο, ὅπως καὶ ἀλλοῦ λέγει ὅτι «ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ πλουτήσουν πέφτουν σὲ πειρασμοὺς καὶ παγίδες τοῦ Διαβόλου». Νὰ μὴ εἰπῆτε λοιπόν, πτωχοὶ εἴμαστε οἱ περισσότεροι ἐδῶ• τί ὁμιλεῖς κατὰ τῆς φιλαργυρίας πρὸς ἀνθρώπους πού δὲν ἔχομε σχεδὸν χρήματα; Τὸ πράττω διότι ἔχομε τὴ νόσο διὰ τῆς ἐπιθυμίας στὴν ψυχὴ καὶ χρειαζόμαστε γι' αὐτὴν θεραπεία. Ἐὰν δὲ μοῦ εἰπῆς ὅτι δὲν ἔχεις τὴν νόσο, δεῖξε ὅτι δὲν ζητεῖς ν' ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν πτωχεία, ἀλλ' ὅτι τὴν θεωρεῖς ποθεινότερη καὶ πολυτιμότερη ἀπὸ τὸν πλοῦτο καὶ χαίρεις καὶ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ γι' αὐτήν, μὲ τὴν πεποίθησι ὅτι σου καθιστὰ εὐκολώτερη τὴ σωτηρία.


ν δὲ εἶναι κανεὶς πλούσιος, ἂς ἀκούη μὲν ὅτι δύσκολα θὰ εἰσέλθη πλούσιος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀλλὰ ἂς γνωρίζη ἐπίσης ὅτι καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἦταν πλούσιος, καὶ ὅμως ἐσώθηκε (διότι ἦταν φιλόξενος καὶ φιλόπτωχος, ἀλλ' ὄχι φιλάργυρος) καὶ ὁ Ἰὼβ πού ἐδοκιμάσθηκε διὰ πλούτου καὶ πτωχείας, ὅταν ἦταν πλούσιος λέγει γιὰ τὸν ἑαυτό του, «δὲν ἐθεώρησα τὸ χρυσάφι δύναμί μου καὶ δὲν εὐφράνθηκα γιὰ τὸν πολὺ πλοῦτο πού ἀπέκτησα».


12. Ἑπομένως ὁ ἔρως πρὸς τὸν πλοῦτο εἶναι κακό, πού ἂν δὲν προσέχη, καὶ ὁ πτωχὸς καὶ ὁ πλούσιος τὸν παθαίνει ματαίως. Ἐπειδὴ δὲ ὁ πονηρὸς πλοῦτος μερικὲς φορὲς προσλαμβάνει μαζί του καὶ συζυγία πονηρότερη, δηλαδὴ τὴν ὑψηλοφροσύνη καὶ τὴν πεποίθησι στὸν πλοῦτο, γι' αὐτὸ γράφοντας πρὸς τὸν Τιμόθεο ὁ θεῖος Παῦλος λέγει, «στοὺς πλουσίους του παρόντος αἰῶνος παράγγελλε νὰ μὴ ὑψηλοφρονοῦν μήτε νὰ ἐλπίζουν στὴν ἀδηλότητα τοῦ πλούτου, ἀλλὰ στὸν Θεό». Διότι ἡ ταπείνωσις ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἐπίγνωσις ἀληθείας•


ποιος δὲ καυχᾶται γιὰ τὸν πλοῦτο πού εἶναι περισσότερα ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μας ἀληθινὰ γήινος καὶ ἐλπίζει σ' αὐτόν, εἶναι πραγματικὰ ἄφρων καὶ κατὰ τίποτε ἀνόμοιος ἀπὸ τοὺς πλουσίους πού προέβαλε ὁ Κύριος σὲ παραβολή• ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ μὲν ἕνας ἔχοντας στὰ πρόθυρά του τὸν Λάζαρο οὔτε τὸν ἐκύτταζε ἀπὸ ὑψηλοφροσύνη, ὁ δὲ ἄλλος διαλεγόμενος μὲ τὴν ψυχὴ του περὶ τῶν γιὰ πολλὰ ἔτη θησαυρισμένων ἀγαθῶν παρέστησε ποιὰ εἶναι ἡ ἐλπίδα στὸν πλοῦτο• γι' αὐτὸ τὸν μὲν ἕνα ἐδέχθηκε ἄσβεστη φλόγα, τὸν δὲ ἄλλο ἡ ἀναπόφευκτη ἀπαίτησις τῆς ψυχῆς. Βλέπετε τὸ τέλος τῶν προσηλωμένων στὸν πλοῦτο;


Γι' αὐτὸ λέγει ὁ Δαβὶδ «ἐὰν ρέη πλοῦτος, μὴ προσκολλᾶτε σ' αὐτὸν τὴν καρδιά»• ὁ δὲ Σολομῶν λέγει, «ὅποιος ἔχει πεποίθησι στὸν πλοῦτο, θὰ πέση», σὲ ἄλλο δὲ σημεῖο πάλι παρομοιάζει ὅσους χάσκουν στὰ κέρδη μὲ ἅδη καὶ καταστροφὴ λέγοντας, «ὅπως ὁ ἅδης καὶ ἡ καταστροφὴ δὲν χορταίνουν, ἔτσι καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν ἀφρόνων»• ὁ δὲ Κύριος λέγει, «ἀλλοίμονο στοὺς πλουσίους, ἀλλοίμονο στοὺς χορτασμένους».


13. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἀδελφοί, ἂς πλουτήσωμε σὲ ἀγαθὰ ἔργα• ἂς γεμίσωμε μὲ ὅσα ἔχομε τὰ στομάχια τῶν πτωχῶν, ὥστε ν' ἀξιωθοῦμε τὴν ἐπηγγελμένη φωνὴ καὶ εὐλογία καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὴν οὐράνια βασιλεία. Καὶ εἴθε ὅλοι μας νὰ τὴν ἀποκτήσωμε μὲ τὴν χάρι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο πρέπει δόξα, κράτος, μεγαλοσύνη καὶ μεγαλοπρέπεια μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.


Γρηγορίου Παλαμά έργα, 
τόμος 11, Πατερικαί εκδόσεις ''Γρηγόριος ο Παλαμάς'', 
Θεσ/νίκη 1986.
Πηγή ηλ. κειμένου: paterikakeimena.blogspot.gr.
Επιμέλεια, παρουσίαση 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Print Friendly and PDF