«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΩΝ
Στις 22 Φεβρουαρίου 1821,
ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο σημαίνοντας την έναρξη του αγώνα.
Στο Ιάσιο ο Υψηλάντης κήρυξε επίσημα την επανάσταση και ο Γεωργάκης Ολύμπιος
έσπευσε να ενωθεί μαζί του (26 Φεβρουαρίου).
Στον έρανο που επακολούθησε συγκεντρώθηκε ποσό ενός εκατομμυρίου γροσίων,
ενώ ο Καντακουζηνός ανέλαβε την αρχηγία του Ιερού Λόχου,
που τον αποτέλεσαν 500 νέοι σπουδαστές.
Στις 17 Μαρτίου ο Υψηλάντης ύψωσε την ελληνική σημαία στην πρωτεύουσα της Βλαχίας,
το Βουκουρέστι·
στο Γαλάτσι οι Έλληνες με επικεφαλής τον Καρπενησιώτη συγκρούστηκαν για πρώτη φορά με τους Τούρκους
και κατόρθωσαν να διασπάσουν τις γραμμές τους.
Στο Δραγατσάνι όμως ο Ιερός Λόχος συνετρίβη και στη μονή του Σέκου ο Γεωργάκης Ολύμπιος
και οι συμπολεμιστές του ανατινάχτηκαν μαζί με την πυριτιδαποθήκη για να μην παραδοθούν.
Σύντομη και άτυχη υπήρξε η πρώτη προσπάθεια των αγωνιστών στη Μολδοβλαχία. Διευκόλυνε όμως παρ' όλα αυτά και προετοίμασε την έκρηξη της επανάστασης στο Μοριά,στη Ρούμελη,στην Ήπειρο,στη Μακεδονία,στη Θεσσαλία και στα νησιά. Μετά την αποτυχία του Υψηλάντη, πρώτη εξεγέρθηκε η Πελοπόννησος. Στις 22 Μαρτίου 1821 επιτεύχθηκε η άλωση της Καλαμάτας, ως επίσημη όμως έναρξη του αγώνα θεωρείται η 25η Μαρτίου, ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την παράδοση,στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης, η οποία απλώθηκε σαν πυρκαγιά σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Στις 26 Μαρτίου επαναστάτησαν οι Σπέτσες, στις 27 τα Σάλωνα με τον Πανουργιά, στις 28 ο Δήμος Καλτσάς κατέλαβε το Λιδορίκι, στις 29 ο Διάκος ξεσήκωσε τη Λιβαδειά, στις 31 επαναστάτησε η Αταλάντη, την 1η Απριλίου η Θήβα,στις 8 η Λαμία. Οι Τούρκοι ανησύχησαν σοβαρά και θέλοντας να τρομοκρατήσουν τους επαναστατημένους Έλληνες απαγχόνισαν τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ (10 Απριλίου). Την ίδια όμως ημέρα επαναστάτησαν τα Ψαρά και στις 15 οι Έλληνες νίκησαν τους Τούρκους στο Λεβίδι.
Στην Ύδρα ο Α. Οικονόμου κήρυξε την επανάσταση (16 Απριλίου) και στις 24 μαρτύρησε ο Διάκος στη Λαμία, στις 25 καταλήφθηκε η Αθήνα και οι Τούρκοι κλείστηκαν στην Ακρόπολη, στις 7 Μαΐου ο Άνθιμος Γαζής κήρυξε την επανάσταση στη Μαγνησία και στις 8 ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ανδραγάθησε στο Χάνι της Γραβιάς με εκατό μαχητές, που έκοψαν το δρόμο 8.000 στρατιωτών του Μεχμέτ και του Ομέρ Βρυώνη. Η επανάσταση εξαπλώθηκε στη Μακεδονία και στις 16 Μαΐου εξεγέρθηκε η Χαλκιδική και το Άγιο Όρος με αρχηγό τον Σερραίο Εμμανουήλ Παππά. Στις 20 Μαΐου επαναστάτησε το Μεσολόγγι, ενώ στην Πελοπόννησο άρχισε η πολιορκία της Τριπολιτσάς.
Στις 23 Μαΐου οι Έλληνες είχαν την πρώτη "σε παράταξη" νίκη στο Βαλτέτσι με τον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο, στις 26 οι πρόκριτοι του Μοριά συγκρότησαν την "Πελοποννησιακή Γερουσία", την πρώτη δηλ. αρχή της επαναστατημένης Ελλάδας, και στις 28 οι επαναστάτες μπήκαν στο Αγρίνιο. Συγχρόνως στο Αιγαίο οι στόλοι των νησιών άρχισαν πολεμική δράση,στην οποία πήραν μέρος η Κρήτη,η Σάμος, η Μύκονος, η Κάλυμνος, η Κάσος και άλλα νησιά και ανδραγάθησαν οι Παπανικολής, Μαντώ Μαυρογένους κ.ά. Τέλος, στις 23 Σεπτεμβρίου οι Έλληνες κατέλαβαν την Τριπολιτσά και έτσι εδραιώθηκε η επανάσταση, ενώ στις 30 Δεκεμβρίου συνήλθε στην Επίδαυρο η Α΄ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων υπό την προεδρία του Μαυροκορδάτου.
Κατά τα τρία πρώτα χρόνια της Επανάστασης σημειώθηκαν σημαντικές επιτυχίες, ο εμφύλιος πόλεμος, όμως που ξεσπά μεταξύ των οπλαρχηγών και των κοτζαμπάσηδων για την ηγεσία του Αγώνα προκαλεί σοβαρότατα προβλήματα και φέρνει τον Αγώνα σε οριακό σημείο. Η απουσία μιας ηγετικής μορφής, που θα κατάφερνε να συμφιλιώσει τις αντίθετες πλευρές είναι φανερή. Παρά την άφιξη του Δημήτριου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο το 1821 ως ανώτατου πληρεξούσιου της Φιλικής Εταιρείας δημιουργούνται από τους κοτζαμπάσηδες με την υποστήριξη των Φαναριωτών Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και Θεόδωρου Νέγρη τοπικές Γερουσίες (Πελοποννησιακή Γερουσία, Γερουσία της Δυτικής Στερεάς, Άρειος Πάγος), ενώ ο αρχιστράτηγος Κολοκοτρώνης πασχίζει να επιβληθεί στους άτακτους στρατιώτες,άμαθους σε κάθε μορφής οργάνωση και πειθαρχία, που διοικούνται από αρχηγούς με έντονο το αίσθημα του τοπικισμού και του εγωισμού.
Παράλληλα η ευρωπαϊκή διπλωματία κρατά εχθρική στάση απέναντι στην Επανάσταση, καθώς η Ιερή Συμμαχία φοβάται την εξάπλωση των επαναστατικών ιδεών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στις 14 Ιανουαρίου 1822 κυριεύτηκε ο Ακροκόρινθος, στις 19 Φεβρουαρίου επαναστάτησε η Νάουσα με τον Καρατάσο, στις 20 ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης νίκησε τον τουρκικό στόλο στον κόλπο της Πάτρας, στις 18 Μαρτίου ο Λυκούργος Λογοθέτης με 2.000 Σαμίους κατέλαβε τη Χίο,αλλά η τουρκική αρμάδα αποβίβασε 30.000 άνδρες, οι οποίοι προέβησαν στην τρομερή σφαγή της Χίου.
Ο Κανάρης εκδικήθηκε για τη σφαγή με την ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας (7 Ιουνίου). Ο Χουρσίτ πασάς πολιόρκησε τους Σουλιώτες, σε βοήθεια των οποίων σπεύδουν ο Μαυροκορδάτος και ο Κυρ. Μαυρομιχάλης. Στο Κομπότι οι Έλληνες και πολλοί φιλέλληνες νικούν,ακολουθεί όμως η μεγάλη καταστροφή του Πέτα. Ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης εισβάλλει στην Πελοπόννησο, αλλά στις 26 Ιουλίου το στράτευμά του έπαθε μεγάλη καταστροφή από τον Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια, όπου ο Νικηταράς, για δεύτερη φορά, αναδείχτηκε τουρκοφάγος. Από τις 8-11 Σεπτεμβρίου ο ελληνικός στόλος συγκρούστηκε στο Ναύπλιο με τον τουρκικό, ο οποίος αναγκάστηκε να καταφύγει στη Σούδα. Στις 24 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στην Κρήτη,για να κάμψουν την αντίστασή της. Στις 25 Οκτωβρίου ο Κιουταχής και ο Βρυώνης στρατοπέδευσαν έξω από το Μεσολόγγι.
Στις 27 ο Κανάρης πυρπόλησε στην Τένεδο την υποναυαρχίδα του τουρκικού στόλου, ο οποίος κατέφυγε στον Ελλήσποντο,και ο Στάικος Σταματόπουλος κυρίευσε το απόρθητο Παλαμήδι. Στις 31 Δεκεμβρίου οι Τούρκοι αναγκάστηκαν, να λύσουν την πολιορκία του Μεσολογγίου. Στις 15 Ιανουαρίου 1823 ο Καραϊσκάκης απώθησε τους Τούρκους από τα Άγραφα. Στις 29 Μαρτίου συνήλθε η Β΄ Εθνική Συνέλευση στο Άργος.
Τον Μάιο νίκησαν τους Τούρκους ο Κριεζιώτης στην Κάρυστο, ο Μ. Μπότσαρης στη Βόνιτσα και ο Καρατάσος στο Τρίκερι. Στις 21 Αυγούστου ο Μάρκος Μπότσαρης με 350 Σουλιώτες νίκησε τον Μουσταή στο Καρπενήσι, αλλά σκοτώθηκε και ο ίδιος. Ο εμφύλιος πόλεμος όμως συνεχίζεται, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος διορίζεται πρόεδρος του Εκτελεστικού και αφαιρείται ο βαθμός του αρχιστράτηγου από τον Θ. Κολοκοτρώνη, οπότε σχηματίζονται δύο κυβερνήσεις από τον Γ. Κουντουριώτη και τον Θ. Κολοκοτρώνη. Παράλληλα η αλλαγή κυβέρνησης στην Αγγλία φέρνει στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών τον φιλέλληνα Γ. Κάνινγκ (1822), ο οποίος αποφασίζει να υποστηρίξει την ελληνική επανάσταση, με σκοπό να εκμεταλλευτεί προς όφελος της Αγγλίας την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η αλλαγή στη στάση της αγγλικής πολιτικής παρακινεί τον τσάρο να αναλάβει πρωτοβουλίες και να υποβάλει στην Πύλη υπόμνημα με το οποίο προτείνεται η δημιουργία τριών αυτόνομων ελληνικών επαρχιών υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου. Το σχέδιο αυτό όμως απορρίπτεται τόσο από την Πύλη και τους εμπόλεμους Έλληνες, όσο και από την Ιερή Συμμαχία. Στις 5 Ιανουαρίου 1824 η άφιξη του Λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι εμψυχώνει τους αγωνιστές και προκαλεί πανευρωπαϊκό ενδιαφέρον, στις 7 Απριλίου, όμως ο Μπάιρον πέθανε στην ίδια πόλη. Στις 7 Ιουνίου οι Αιγύπτιοι, τους οποίους κάλεσαν για ενίσχυση οι Τούρκοι, κατέστρεψαν την Κάσο.
Στις 9 Ιουνίου κυριεύτηκε το ηρωικό νησί των Ψαρών. Προς το τέλος του Ιουλίου οι Σαχτούρης, Κανάρης, Ματρόζος, Βατικιώτης και Ραφαλιάς σημείωσαν σημαντικές επιτυχίες στη θάλασσα και στις 29 Αυγούστου σημείωσε νέα λαμπρή επιτυχία στον Γέροντα. Στις 22 Σεπτεμβρίου πυρπολήθηκαν δύο εχθρικά πολεμικά κοντά στη Χίο και την 1 Νοεμβρίου, ύστερα από σφοδρή σύγκρουση κοντά στο Ηράκλειο, αναγκάστηκε ο στόλος του Ιμπραήμ να υποχωρήσει. Στις 12 Φεβρουαρίου 1825, ο Ιμπραήμ αποβιβάστηκε στη Μεθώνη και στις 16 Απριλίου στο Σχοινόλακκα της Μεσσηνίας, ο Καρατάσος με τους Μακεδόνες του αντιμετώπισε με επιτυχία τους Αιγύπτιους. Στη Σφακτηρία, όμως νίκησαν οι Αιγύπτιοι και σκοτώθηκαν οι Τσαμαδός, Σαχίνης, Αναγνωσταράς και ο φιλέλληνας Σανταρόζα. Στις 23 Απριλίου άρχισε η Β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου. Στις 20 Μαΐου σκοτώθηκε ηρωικά ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι.
Πιεσμένη από τη λαϊκή κατακραυγή και πανικόβλητη από την προέλαση του Ιμπραήμ η κυβέρνηση πείθεται τελικά να απελευθερώσει τους αιχμάλωτους οπλαρχηγούς και αναθέτει ξανά στον Κολοκοτρώνη τη στρατιωτική αρχηγία του Αγώνα. Στους Μύλους στις 13 Μαΐου ο Μακρυγιάννης και ο Κ. Μαυρομιχάλης αναχαίτισαν τον Ιμπραήμ, που προχώρησε για το Ναύπλιο. Τον Δεκέμβριο ο Ιμπραήμ πήγε στο Μεσολόγγι για να πάρει μέρος στην πολιορκία. Στις 10 Απριλίου 1826 πραγματοποιείται η έξοδος του Μεσολογγίου.
Οι πολιορκημένοι, αποκλεισμένοι για μήνες από στεριά και θάλασσα χωρίς δυνατότητα ανεφοδιασμού από τον ελληνικό στόλο και αποδεκατισμένοι από την πείνα και τις αρρώστιες, επιχειρούν έξοδο από το Μεσολόγγι. Το σχέδιο όμως των πολιορκημένων είχε προδοθεί στους Τούρκους και η ηρωική έξοδος κατέληξε σε σφαγή. Όσοι από τους Μεσολογγίτες καταφέρνουν να επιζήσουν καταφεύγουν στα νησιά του Ιονίου, ενώ ο ηρωισμός των "Ελεύθερων Πολιορκημένων" (κατά την έκφραση του Διονυσίου Σολωμού) προκαλεί για μια ακόμη φορά έξαρση του φιλελληνικού κινήματος στην Ευρώπη.
Στις 22 και 24 Ιουνίου οι Μανιάτες αποκρούουν τους Οθωμανούς στη Βέργα. Στις 27 και 28 οι Αιγύπτιοι νικούνται στη Μανιάκοβα και το Πολυτσάραβο. Στις 3 Αυγούστου ο Κιουταχής κατέλαβε την Αθήνα και πολιόρκησε την Ακρόπολη. Οι Καραϊσκάκης και Φαβιέρος στρατοπέδευσαν στο Χαϊδάρι και στις 8 Αυγούστου συγκρούστηκαν με τους Τούρκους. Στις 3 Σεπτεμβρίου οι Έλληνες απέκτησαν το πρώτο πολεμικό ατμόπλοιο το "Καρτερία" και τον Δεκέμβριο τη φρεγάτα "Ελλάς". Στην Ακρόπολη σκοτώθηκε ο Γκούρας και διορίστηκε φρούραρχος ο Κριεζιώτης,που ανέβηκε στον Ιερό Βράχο με 500 πολεμιστές. Στην Αράχοβα ο Καραϊσκάκης συνέτριψε τους Οθωμανούς (18-23 Νοεμβρίου) και την 1 Δεκεμβρίου ο Φαβιέρος ανέβηκε στην Ακρόπολη με 500 άνδρες.
Στο μεταξύ, μετά την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, διαμορφώνονται στην Ελλάδα το ρωσικό, το αγγλικό και το γαλλικό κόμμα, οι οπαδοί των οποίων προσβλέπουν στη βοήθεια των αντίστοιχων ξένων δυνάμεων, ενώ η Δ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εκλέγει ως κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια και διορίζει αρχιστράτηγο τον Άγγλο Τζορτζ και αρχιναύαρχο τον επίσης Άγγλο Κόχραν. Στις 18 Ιανουαρίου 1827, οι Σουλιώτες απέκρουσαν στο Δίστομο τον Κιουταχή και ελευθέρωσαν το φρούριο των Σαλώνων. Ύστερα απ' αυτό ο Κιουταχής στράφηκε στην Αττική και στις 30 Ιανουαρίου επιτέθηκε εναντίον του Γκόρντον στην Καστέλλα. Στο Κερατσίνι διεξήγαγε σφοδρούς αγώνες ο Καραϊσκάκης κατά του Κιουταχή, ενώ στο Φάληρο αποβιβάστηκε ο αρχιναύαρχος Κόχραν και ο αρχιστράτηγος Τσορτς.
Από 8 μέχρι 13 Απριλίου διεξάγονταν καθημερινά μάχες και στις 23 τραυματίστηκε θανάσιμα ο Καραϊσκάκης. Επακολούθησε σειρά αποτυχιών και στις 27 Μαΐου η Ακρόπολη παραδόθηκε στον Κιουταχή. Στις 24 Ιουνίου οι υπερασπιστές του Μεγάλου Σπηλαίου (600) απέκρουσαν τους στρατιώτες του Ιμπραήμ (3.000) και τους υποχρέωσαν να υποχωρήσουν. Η εξέλιξη των πραγμάτων ανάγκασε επιτέλους τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να ενδιαφερθούν για τη λήξη του πολέμου και την τύχη του Ελληνισμού. Η Επανάσταση βρίσκεται σε οριακό σημείο, καθώς ο στρατός του Ιμπραήμ θριαμβεύει σε ξηρά και θάλασσα, η επέμβαση των ξένων δυνάμεων, όμως έσωσε την κατάσταση. Μετά από συνεννοήσεις των τριών Μεγάλων Δυνάμεων υπογράφεται το πρωτόκολλο του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827), το οποίο αναγνωρίζει την αυτονομία της Ελλάδας, ενώ οι μοίρες του συμμαχικού στόλου καταπλέουν στις ελληνικές θάλασσες.
Η ναυμαχία του Ναυαρίνου στις 8 Οκτωβρίου έκρινε οριστικά την τύχη του Αγώνα,
καθώς ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος υφίσταται πανωλεθρία από τον στόλο των Κόδριγκτον, Δεριγνύ και Χέυδεν.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας,που έφτασε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828
με τις διπλωματικές του ενέργειες επιτάχυνε τις εξελίξεις, καταφέρνοντας να κρατήσει ίσες αποστάσεις από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις.
Η Ρωσία προσπάθώντας να στρέψει την κατάσταση προς όφελός της και να κάμψει την τουρκική αδιαλλαξία,κηρύσσει τον πόλεμο στην Τουρκία,
ενώ η Γαλλία φροντίζει να στείλει στην Πελοπόννησο ένα εκστρατευτικό σώμα αποτελούμενο από 14.000 άνδρες
με επικεφαλής τον στρατηγό Μαιζόν
για να απομακρύνει τα τελευταία στρατεύματα του Ιμπραήμ.
Η Ιερά Συμμαχία δεν υπήρχε πια και
η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία υπέγραψαν τη συμφωνία του Λονδίνου,
με την οποία ρυθμίστηκε το ελληνικό ζήτημα.
H ώρα ήλθεν, ω ʼνδρες Έλληνες! Προ πολλού οι λαοί της Eυρώπης πολεμούντες υπέρ των ιδίων Δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών μας επροσκάλουν εις μίμησιν, αυτοί, καίτοι οπωσούν ελεύθεροι, επροσπάθησαν όλαις δυνάμεσι, να αυξήσωσι την ελευθερίαν,και δι' αυτής πάσαν αυτών την Ευδαιμονίαν. (...) Eίναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον Ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα,να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον, δια να υψώσωμεν το σημείον, δι ου πάντοτε νικώμεν: λέγω τον Σταυρόν,και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών Καταφρόνησιν. Mεταξύ ημών ευγενέστερος είναι, όστις ανδρειοτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος και ωφελιμοτέρως την δουλεύση. Tο έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους Δημογέροντάς του, και εις την ύψιστον ταύτην Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις. (...) Eις τα όπλα, λοιπόν, φίλοι, η Πατρίς Mας Προσκαλεί!
Aλέξανδρος Yψηλάντης
Tην 24ην Φεβρουαρίου 1821
Ο ΑΓΡΙΟΣ ΑΝΑΣΚΟΛΟΠΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ
Οδεύοντας προς τον τόπο του μαρτυρίου,
η παράδοση φέρει τον Διάκο να μονολογεί με πίκρα ατενίζοντας την ανοιξιάτικη φύση:
«Για ιδέ καιρόν που διάλεξεν ο χάρος να με πάρει.
Τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάν’ η γη χορτάρι».
Ο Διάκος τελικά οδηγήθηκε απέναντι από την καλύβα του γερο-Μπακογιάννη στην πλατεία Λαού,
εκεί που βρίσκεται σήμερα το κενοτάφιο.
Πως,
όμως γινόταν ο ανασκολοπισμός από τους Τούρκους;
Μια λεπτομερής περιγραφή βρίσκεται στο Γαλλικό Grand Dictionnaire:
«To βασανιστήριο του διοβελισμού ένα από τα φοβερότερα εφευρήματα της ανθρώπινης θηριωδίας,
είναι το σούβλισμα του κατάδικου σε ξύλινο πάσσαλο.
Ξαπλώνουν το θύμα καταγής μπρούμυτα με τα πόδια πολύ ανοικτά και τα χέρια δεμένα στην ράχη. Για να ακινητοποιηθεί εντελώς και να μη διαταράσσεται η εργασία του δημίου στερεώνεται στη ράχη του μελλοθάνατου ένα σαμάρι επάνω στο οποίο κάθεται ένας από τους βοηθούς του. Ο δήμιος, αφού προετοιμάσει την είσοδο με λίπος, πιάνει το παλούκι με τα δύο του χέρια και το μπήγει όσο βαθύτερα μπορεί και ύστερα το χτυπάει με κόπανο, ώστε να εισχωρήσει πενήντα ή εξήντα εκατοστά.
Ανασηκώνει τότε τον σουβλισμένο και το στερεώνει στο χώμα αφήνοντας το θύμα να ξεψυχήσει καρφωμένο. Καθώς ο δύστυχος δεν μπορεί να κρατηθεί από πουθενά το παλούκι βυθίζεται, εξαιτίας του βάρους του σώματος, όλο και πιο πολύ και τελικά βγαίνει ή από τη μασχάλη ή από το στήθος ή από το στομάχι. Κι ο θάνατος, που θα τερματίσει το αποτρόπαιο μαρτύριο αργεί. Αναφέρονται περιπτώσεις παλουκωμένων, που έζησαν τρεις ημέρες σ αυτή την θέση.
Η διάρκεια του βασανισμού εξαρτάται από την σωματική διάπλαση του ατόμου και την κατεύθυνση που δίνεται στον πάσαλο. Αυτό εξηγείται εύκολα. Από έναν εκλεπτυσμό της φρικαλέας θηριωδίας τους φροντίζουν μα μην είναι αιχμηρό το παλούκι αλλά αμβλύ και κάπως στρογγυλεμένο στην άκρη. Γιατί η αιχμή θα περνούσε τα όργανα κατά την διολίσθηση του παλουκιού και θα προκαλούσε τον άμεσο θάνατο. Η στρογγυλεμένη, όμως απόληξη του πασσάλου παραμερίζει τα σπλάχνα, τα μετακινεί χωρίς να εισχωρεί στους ευαίσθητους ιστούς… παρά τους εφιαλτικούς πόνους, που προκαλεί η συμπίεση των νεύρων, η ζωή παραμένει για ορισμένο χρόνο.
Γιατί είναι προφανές, ότι αν το παλούκι,αντί να ακολουθήσει τον άξονα του σώματος, εισχωρήσει λοξά δεν θα βγει από το στέρνο ή την μασχάλη, αλλά θα τρυπήσει το υπογάστριο. Κι έτσι αφού παραμείνει άθικτη η θωρακική χώρα και δεν πλήττονται βασικά όργανα η ζωή θα παραταθεί περισσότερο». Παρ’ ότι ο ανασκολοπισμός του Διάκου είναι αδιαμφισβήτητος, εν τούτοις οι πληροφορίες, που αφορούν τον τόπο και τις ώρες του μαρτυρίου του, είναι συγκεχυμένες.
Η επικρατέστερη άποψη είναι, ότι ο Διάκος σουβλίστηκε στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το κενοτάφιο. Υπάρχει όμως και η άποψη, ότι μεταφέρθηκε στην Αλαμάνα κι αφού σουβλίστηκε, τον έστησαν όρθιο και τον αποτελείωσαν οι Τούρκοι με πυροβολισμούς. Κατά μία άλλη εκδοχή, «Ζων ο κατάδικος ετίθετο επί ανεστραμμένου σάγματος ύπτιος, δεμένος χείρας και πόδας, δύο ρωμαλέοι δήμιοι εκάθoντο επ’ αυτού, τρίτος εστήριζεν εις τον πρωκτόν ξύλινον οβελόν όμοιον με τας σούβλας ας μεταχειριζόμεθα δια το ψήσιμον των αρνιών του Πάσχα, και τέταρτος δια σιδηράς ή ξυλίνης σφύρας εκτύπα του οβελού το οπίσθιον, εωσούν η ακωκή εξήρχετο εκ της κεφαλής ή θατέρας των ωμοπλατών καθ’ ην τυχαίως ελάμβανεν διεύθυνσιν.
Εάν ο οβελός εξήρχετο εκ της αριστεράς ωμοπλάτης, ο ούτω βασανιζόμενος απέθνησκε μετ ολίγον, εάν δε εκ της δεξιάς έζη και τρεις και τέσσερας ημέρας. Τρεις όλας ημέρας εβασανίσθη ούτως ο αείμνηστος Διάκος και ήθελεν βασανισθή έτι πλέον, εάν οίκτου δεν τω έθραυε δια σφαίρας το κρανίον εις άτακτος».
Σύμφωνα πάντως με τον παππού του γιατρού Κουνούπη, ο οποίος δήλωνε αυτόπτης μάρτυρας του μαρτυρικού θανάτου του Διάκου, μετά το σούβλισμα, ο όχλος άναψε φωτιά επί της οποίας τοποθέτησαν τον κατακρεουργημένο, αλλά ζωντανό ακόμα ήρωα για να τον ψήσουν. Τότε κάποιος ονόματι Θανάσης Μάνθος, έδεσε στην άκρη ενός ξύλου ένα βρεγμένο πανί και το έφερε με τρόπο στο στόμα του Διάκου. Μόλις υγράνθηκαν τα χείλη του, ο Διάκος ξεψύχησε.
Το ψήσιμο του Διάκου, το οποίο θεωρείται από μερικούς αμφισβητήσιμο, αναφέρεται και στην επίσημη έκθεση της Κρατικής Επιτροπής Αποκαταστάσεως Αγωνιστών, η οποία του απονέμει τιμητικά μετά θάνατον τον βαθμό του Στρατηγού. Οι Τούρκοι, μετά από 6 ημέρες (κατ’ άλλους 3-5), όταν η δυσωδία από το σώμα του Διάκου, αλλά κι από τα κεφάλια των άλλων αγωνιστών, που ήταν περιστοιχισμένα γύρω του, άρχισε να γίνεται αφόρητη, διέταξαν τους Λαμιώτες Κεφάλα και Φαροδήμο να ξεσουβλίζουν τον Διάκο και μαζί με τα υπόλοιπα μαρτυρικά κορμιά να τα πετάξουν.
Όπως μαρτυρά ο ανηψιός του Διάκου, Κωνσταντίνος Κούστας, το σκήνωμα του ήρωα πετάχτηκε σε έναν μεγάλο σκουπιδόλακκο, βορειοδυτικά της Λαμίας, ανάμεσα στον λόφο του Αγίου Λουκά και το σημερινό στρατόπεδο της Μεραρχίας Υποστηρίξεως. Κατόπιν ρητής εντολής του πασά, το άψυχο σώμα σκεπάστηκε με κοπριές, αφ΄ ενός για να λιώσει πιο γρήγορα κι αφ’ ετέρου για να επιτείνει τον εξευτελισμό τόσο της σορού του Διάκου, όσου και της κεφαλής του Δεσπότη Σαλώνων, που είχε πεταχτεί στον ίδιο λάκκο. Το τι απέγινε η σορός του Διάκου και, που ετάφη αν ετάφη, παραμένει, εώς σήμερα ένα ερωτηματικό.
Η παράδοση λέει, πως κάποιος πήγε κρυφά μετά από μερικές μέρες και ξέθαψε το σώμα. Το μετέφερε και το έθαψε κοντά σε ένα μικρό ερημοκκλήσι της Λαμίας, εκεί όπου αργότερα χτίστηκε το σπίτι του Παπαδογιώργου. Το σημείο αυτό τοποθετείται κοντά στην πλατεία Διάκου στην νότια πλευρά, προς τα σκαλιά που οδηγούν στην οδό Καρπενησίου. Το Δημοτικό Συμβούλιο της Λαμίας, με ψήφισμά του στις 10 Αυγούστου 1843 αποφάσισε και ενέκρινε δαπάνη 150 δραχμών για «…την ανακομιδή των λειψάνων του αοίδομου πρωτομάρτυρος και πρωταγωνιστού Αθανασίου Διάκου και την μεταφοράν και εναπόθεσιν αυτών περί ώραν…».
Όπως αναφέρει αργότερα ο Θ. Λάσκαρης, «…το μέρος ηρευνήθη, αλλ’ ουδέν ίχνος ευρέθη». Στην Εθνική Βιβλιοθήκη, υπάρχει έγγραφο με θέμα μια αίτηση (η οποία έγινε δεκτή) προς την Κρατική Επιτροπή Αποκαταστάσεως Αγωνιστών, την οποία είχε υποβάλλει ο αγωνιστής του 1821 και πρώην διερμηνέας του Ομέρ Βρυώνη, Παναγιώτης Σκορδής. Ο Σκορδής ζητά την οικονομική βοήθεια της πολιτείας, καθώς ξόδεψε όλη του την περιουσία στον Αγώνα. Ανάμεσα στις πράξεις τις οποίες γράφει και πιστεύει,ότι θα πρέπει να εκτιμηθούν, αναφέρει και την εξαγορά έναντι 5.000 γροσίων απ’ τους Τούρκους της σορού του Αθανάσιου Διάκου, με 130 ακόμα «κεφαλάς», καθώς και την απελευθέρωση 24 αιχμαλώτων.
Το έγγραφο αυτό, αν και δεν διευκρινίζεται εδώ, που ακριβώς έθαψε ο Σκορδής τις σορούς, υποστηρίζεται από ανάλογο του συνταγματάρχη Ζαφειρόπουλου, το οποίο αναφέρει τα εξής: «Πιθανότατα ακόμη, αν ο Δήμος Λαμιέων επανέλθει επί του ψηφίσματος της 16-8-1843, μια νέα έρευνα επί του σημείου της ταφής του Διάκου, να είναι επιτυχής.
Αν σκεφτούμε μάλιστα πως στην περιοχή αυτή, εκτός του σώματος του ήρωα ερρίφθησαν και τα κεφάλια 130 αγωνιστών,τότε μάλλον πρέπει να υποθέσουμε πως πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο ομαδικό τάφο». Ο βάναυσος τρόπος θανάτου του Διάκου στα χέρια των Τούρκων τρομοκράτησε αρχικά το λαό της Ρούμελης, αλλά η γενναία στάση του κοντά στις Θερμοπύλες, που θυμίζει την ηρωική άμυνα του Λεωνίδα απέναντι στους Πέρσες, τον έκανε μάρτυρα για τον απελευθερωτικό σκοπό.
Ένα μνημείο στέκεται τώρα κοντά στη γέφυρα της Αλαμάνας, το σημείο της τελικής μάχης του… Στο σημείο του μαρτυρικού του θανάτου, στην οδό Καλύβα Μπακογιάννη (πλησίον της πλατείας Λαού) στην πόλη της Λαμίας, υπάρχει σήμερα ένα κενοτάφιο για να μας θυμίζει αυτόν τον μεγάλο και πραγματικό ήρωα.
Το 1886 με πρόταση του ταγματάρχου Ρούβαλη και αργότερα (1889) με
ενέργειες του δημάρχου Λαμιέων,
Σκληβανιώτου,
κατασκευάστηκε σε ανάμνηση της τραγικής θυσίας του Αθανασίου Διάκου.
Είναι ένας Γολγοθάς,
δηλαδή συσσώρευση μεγάλων λίθων πού έχει στην κορυφή του μαρμάρινο σταυρό
τον οποίο περιβάλλουν φύλλα δάφνης.
Στην πρόσοψη του Γολγοθά υπάρχει η επιγραφή:
«Ούτος ο τόπος ενθα τήν 23ην Απριλίου 1821 υπό των Τούρκων ανασκολοπισθείς
εμαρτύρησε υπέρ Πίστεως και Ελευθερίας ο Αθανάσιος Διάκος»!
Αντιγραφή από το ιστολόγιο ''HISTORY''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αθανάσιος Διάκος
Τρίτη 24 Μαρτίου 2015
ΦΤΙΑΞΤΕ ΤΑ ΤΑΜΠΟΥΡΙΑ ΣΑΣ ΚΛΕΙΣΤΑ ΕΙΣ ΣΤΟ ΒΑΛΤΕΤΣΙ
Για το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη δεν χρειάζεται να μιλήσουμε εδώ.
Μιλάει γι' αυτόν η νεότερη ελληνική ιστορία.
Ο Κολοκοτρώνης, πρωταγωνιστής στον αγώνα της ανεξαρτησίας, δεν μπορούσε να καταγράψει αυτά
που έζησε και για άλλους λόγους,αλλά και γιατί οι γραμματικές του γνώσεις ήταν ελάχιστες.
Η μαρτυρία του θα είχε χαθεί, αν ο Επτανήσιος ποιητής και δικαστής στη
γνωστή δίκη του Κολοκοτρώνη Γεώργιος Τερτσέτης δεν τον έπειθε,
να ιστορήσει τα έργα του.
Με την επιχειρηματολογία του κατόρθωσε να κάμψει τις αντιρρήσεις και τους δισταγμούς του Γέρου.
Σχετικά με τα λιγοστά γράμματα του είπε:
«Λες δεν ηξεύρεις γράμματα-και πολλά ηξεύρεις.
Τα λόγια είναι γράμματα, μίλειε κι εγώ γράφω».
Η αφήγηση εκδόθηκε σε βιβλίο το 1851 με τίτλο Διήγησις Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836.
Υπαγόρευσε
Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης.
Άπο το βιβλίο αυτό δίνουμε παρακάτω
ένα απόσπασμα που αναφέρεται στην μάχη στο Βαλτέτσι.
(12-13 Μαΐου 1821).
Η μάχη στο Βαλτέτσι
Σε δέκα ημέρες περάσοντας τους έγραψα εις το Λεοντάρι,ότι «να έλθητε να πιάσουμε το Βαλτέτσι». Και τότε εκίνησε ο Μπεϊζαντές,οι Πετροβαίοι και Μεσσήνιοι 1200, Παπατσώνης. Επήγα και εγώ εις το Βαλτέτσι, τους λέγω: «Να φτιάσετε τα ταμπούρια κλειστά. Εις την άκρη του χωριού ήτον μία εκκλησιά, να γένει ταμπούρι,καθώς και δύο καταράχια, που εδιαφέντευαν το χωριό, οπού,αν έλθουν οι Τούρκοι,να κλεισθείτε μέσα». Μου απεκρίθηκαν εκείνοι: «Χανόμεθα». «Εσείς κλεισθείτε και εγώ σας έρχομαι μεντάτι, σας παίρνω εις τον λαιμό μου».
Εκείνη την ίδια ώρα, οπού ημείς εφτιάναμε αυτό, ήλθεν ο Κεχαιάς με 4000 εις την Βοστίτσα από τα Γιάννινα, έκαψε την Βοστίτσα, επέρασε εις τα Μαύρα Λιθάρια ατουφέκιστος, έκαψε την Κόρινθο. Ο Φλέσας έκαψε τα σπίτια του Κιαμήλ μπέη, έκαψε το Άργος ο Κεχαϊάς, επέρασε από το Τουρνίκι, εμπήκε εις την Τριπολιτσά. Μπαίνοντας εις την Τριπολιτσά, του ιστόρησαν τον πόλεμο τον πρώτον του Βαλτετσιού, που εκυνηγήσαμεν τους Ρωμαίους και επαινέματα τούρκικα.
Του είπαν οι παλαιοί Τούρκοι: «Ήτον Ρούσοι, τους κυνηγήσαμεν εις τον κάμπο του Σινάνου, επροσκύνησαν».Το αυτό σχέδιον ήθελον να κάμουν. Την αυγήν οπού εκίνησαν οι Τούρκοι διά το Βαλτέτσι, οι βάρδιες ήτον διά νυκτός απερασμένες εις τες τοποθεσίες. Εγώ εκοιμούμουν εις το Βαλτέτσι, εγευμάτιζα εις την Πιάνα και εδείπναγα εις το Χρυσοβίτσι και επεριφερόμουν στα τρία ορδιά και έντεσα εκείνη την ημέρα να είμαι εις το Χρυσοβίτσι. Εις την Πάνω Χρέπα, απάνω από την Τριπολιτσά, είχαμε βάρδιες και έδιναν είδηση πόθεν πάνε οι Τούρκοι.
Εκείνην την ημέρα μας έκαμαν σινιάλο, ότι οι Τούρκοι πάνε εις το Βαλτέτσι, μας έκαμαν φωτιές, ότι οι Τούρκοι πάνε εις το Βαλτέτσι. Ευθύς εκίνησα με τους 800 και έκαμα διαταγή ν' ακολουθήσουν κι οι άλλοι. Όσο να έλθουν οι Τούρκοι εις το Βαλτέτσι, εφθάσαμε και ημείς. Άνοιξε ο πόλεμος του Βαλτετσιού. Τους δικούς μας τους πολιόρκησαν οι 5000.
Ανοίγοντας το τουφέκι εφθάσαμεν και ημείς εις τες πλάτες των Τούρκων, ρίξαμε μια μπαταριά να εμψυχωθούν οι μέσα, και οι μέσα εχάρηκαν και έριξαν κι εκείνοι,έριξαν και οι Τούρκοι, έγινε κρότος μεγάλος. Οι Τούρκοι, οι εμπροστινές φύλαξες, περίμεναν να φύγουν οι Έλληνες, καρτερώντας ώρες και ακούοντας φρικτόν πόλεμον οπίσω, επείκασαν, ότι οι Έλληνες εκλείσθηκαν και πολεμάν.
Ήλθαν και εκείνοι εις την πολιορκίαν των Ελλήνων, έπιασαν ένα καταράχι δέκα μπαιράκια και εμπόδιζαν την κοινωνία μας με τους μέσα. Ημείς οι 800 ενδυναμώσαμεν τον τόπον, για να μη μας πάρουν τα οπίσθια οι Τούρκοι. Ο Κεχαϊάς εκαρτέρεσε και αυτός, δεν είδε τίποτες, ήλθε εις το Βαλτέτσι με δύο κανόνια. Πολεμούν οι Έλληνες οι κλεισμένοι. Έφθασε και ο Κολιόπουλος, έκλεισε τον Ρουμπή με τους 5000 και δεν είχε ανταπόκριση με τους άλλους Τούρκους. Τους έβαλε (ο Ρουμπής) το κανόνι, πλην δεν τους έκανε ζημία. Ο πόλεμος εστάθη σφοδρός όλην την ημέραν.
Οι Τούρκοι επρόσμεναν εις τα ψηλώματα να αδειάσουν το Βαλτέτσι οι κλεισμένοι, και ημείς ακαρτερούσαμεν να φύγουν οι Τούρκοι.Το βράδυ παίρνω μερικούς και πάγω εις το καταράχι, όπου ήτον οι σημαίες των Τούρκων. Επήγα κοντά,τους τουφέκισα, με δίδουν τέσσερα τουφέκια, οι Έλληνες οπίσω δεν εκατάλαβαν: «Ζωντανούς θα σας πιάσω, εγώ είμαι ο Κολοκοτρώνης».- «Τι είσαι συ;»- «Ο Κολοκοτρώνης».- Άδειασαν τον τόπον.
Τότε εμβήκαμεν εις το Βαλτέτσι, εδώσαμε φυσέκια, ψωμί, ό,τι αναγκαία ήτον εις εκείνους. Εις τες δύο ώρες της νυκτός ήλθαν 200 εδικοί μας και έριξαν μία μπαταριά, ενομίζαμε ότι είναι Τούρκοι, και ήτον Έλληνες. Εξενυκτίσαμε και τα δύο μέρη, ο ένας πώς να φύγει ο άλλος. Εξημερώσαμεν εις τον πόλεμον.
Βάνω το κιάλι και τηράω, βλέπω τους Τούρκους εις ένα μέρος, ο Ρουμπής ήτον αποκλεισμένος. Την αυγή ο Κεχαϊάς έβαλε το κανόνι εις το ταμπούρι του Μπεϊζαντέ του Ηλία. Το κανόνι προσπέρναε το ταμπούρι του Ηλία και έπαιρνε το ταμπούρι του Ρουμπή. Αν το χαμήλωνε, θα τον έπαιρνε. Ο Ρουμπής εστενοχωρήθη να γυρίσει με γιουρούσι, ανάμεσα των δύο ταμπουριών των Ελλήνων. Επείκασα ότι θέλει να φύγει, τον εζυγώσαμεν κοντά. Κάνει γιουρούσι ο Ρουμπής, από την τρομάρα τους αφήνουν τουφέκια.
Πέφτουν ανάμεσα των δύο,του σκοτώνουν ως 300, ημείς από πίσω. Επέσαμε από κοντά, επετάχθηκαν και οι κλεισμένοι Έλληνες, τους μάσαμε μπλάστρι, τους μονομεριάσαμε, τους ακολουθούσαμεν. Οι Έλληνες έπεσαν εις τα λάφυρα και εις τους σκοτωμένους και δεν ακολουθούσαν με προθυμία. Ο Νικηταράς έντεσε να είναι εις τα Βέρβενα με 800, έρχεται, δεν έφθασε εις ώρα, τους εκυνηγήσαμεν έως που τους εβγάλαμε εις τον κάμπον. Εκείνος ο πόλεμος εστάθη η ευτυχία της Πατρίδος. Αν εχαλιόμεθα, εκινδυνεύαμε να μη κάμομε ορδί πλέον.
Αντιγραφή από το ιστότοπο
''Διαδραστικά Σχολικά Βιβλία''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Κυριακή 22 Μαρτίου 2015
ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ
Ο κατά της αληθείας διωγμός υπό των εργατών του ψεύδους και της πλάνης έχει πολύ παλαιάν ιστορίαν.
Από την εποχήν του Κυρίου μας, όταν οι Γραμματείς και Φαρισαίοι είδαν, ότι δεν κατόρθωσαν να εμποδίσουν τον λαό από του να παρακολουθεί και θαυμάζει την διδασκαλία του Ιησού, και επειδή δεν μπόρεσαν δια του διαλόγου ν' αποδείξουν τον Κύριο, λαοπλάνον, ως ήθελαν, κατέφυγαν εις την βίαν.
Απεφάσισαν δηλαδή ''να γένηται αποσυνάγωγος'', όποιος ομολογήσει τον Ιησούν ότι είναι ο Χριστός.
Με άλλα λόγια τον αφόριζαν, ώστε να μην έχει δικαίωμα να συμπροσευχηθεί με τους άλλους χωριανούς του εις την συναγωγήν, ούτε να προσφέρει θυσίαν εις τον Ναόν των Ιεροσολύμων.
Παρά ταύτα η έλξη της αληθείας δεν τους άφηνε.
Χιλιάδες Ιουδαίοι,ζώντος του Κυρίου, αλλά και μετά το κήρυγμα των Αποστόλων, άρχισαν να γίνονται Χριστιανοί, χλευάζοντες τις κατάρες των Φαρισαίων και τους αφορισμούς των.
Και τούτο διότι ''η αλήθεια μεγάλη και ισχυρότερα παρά πάντα''.
(Έσδρας,Α΄,4,35).
Έκτοτε, και μάλιστα μετά την παύση των διωγμών, η ποικίλη κακοδοξία των διαφόρων αιρετικών άρχισε να πολεμά δυνατά την Εκκλησία του Χριστού. Άνδρες που λαλούσαν διεστραμμένα και δεν ''εφείδοντο'' του ποιμνίου, όπου έβλεπαν, ότι η πλάνη και η αίρεσή τους έβρισκε αντίσταση από τα γνήσια της Εκκλησίας τέκνα, εφήρμοζαν την βίαν και τον διωγμόν προκειμένου να επικρατήσουν. Α.
Έτσι, όταν ο πατριάρχης Κων/λεως Νεστόριος (δ΄αιών) άρχισε να κηρύττει βλάσφημα κατά της Θεοτόκου, αμέσως κλήρος και λαός διεμαρτυρήθησαν δημοσία, διακόψαντες πάσαν εκκλησιαστικήν μετ΄αυτού κοινωνίαν, προτού καν να συνέλθει σύνοδος δια να τον κρίνει. Ο Νεστόριος αντέδρασε διά αφορισμών, καθαιρέσεων, μαστιγώσεων, φυλακίσεων, χωρίς όμως να κατορθώσει τίποτα (Σπ.Μήλια, Πρακτικά Συνόδων, α΄σ. 442 εξ).
Και τούτο, διατι αγρυπνούσαν άλλοι καλοί ποιμένες, οι οποίοι έσπευσαν με ζήλο και αυταπάρνηση να συμμαχήσουν με το ευσεβές ποίμνιον και να καθαιρέσουν εν συνεχεία τον υβριστήν της Παναγίας. (MANSI, 4, 1081 εξ). Β. Το ίδιο έγινε αργότερα,με την περίπτωση του αγίου Χρυσοστόμου. Ο εχθρός του αγίου, Θεόφιλος Αλεξάνδρειας, ήλθε εις την Κωνσταντινούπολιν και συνεργάσθηκε με φανερούς αντιπάλους του καλού ποιμένος και όλοι μαζί συγκρότησαν μίαν ''σύνοδον'' και καθήρεσαν τον άγιον,χωρίς να υπάρχει ο παραμικρός λόγος.
Οι ορθόδοξοι όμως της Κων/λεως δεν ελογάριασαν την άδικον απόφασίν της ληστρικής αυτής συνόδου και εβεβαίωσαν τον Βασιλέα,ότι ''Ιωάννης ου καθήρηται''. Το ίδιο έπραξε και ο πάπας Ρώμης Ιννοκέντιος,απορρίψας την άδικον απόφασιν της συνόδου εκείνης. Το αποτέλεσμα ήταν οι μεν εχθροί του αγίου να καταισχυνθούν,αυτός δε να λαμπρυνθεί έτι περισσότερον. Γ. Την εποχήν της εικονομαχίας (8ος αιών) όλοι σχεδόν οι επίσκοποι του Βυζαντίου ηκολούθησαν τον εικονομάχον-αυτοκράτορα και εδίωξαν τους ολίγους ορθοδόξους κληρικούς και λαικούς,που αντιστάθηκαν στην αίρεσή τους.
Επειδή ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δια ισχυρών λόγων του επολέμησε την κακοδοξία, στην σύνοδο που έκαναν οι εικονομάχοι το 754 τον αναθεμάτισαν με τους εξής λόγους: ''Μανσούρ τω κακωνύμω και σαρακηνόφρονι,ανάθεμα. Τω της ευσεβείας διδασκάλω και παρερμηνευτή της Θείας Γραφής,ανάθεμα''. (MANSI,13,356). Το ίδιο έκαναν και με τον άγιον Γερμανόν Κων/λεως.
Δ. Τον 18ον αιώνα επίσης στο Άγιον Όρος, μοναχοί μεγάλης αρετής και παιδείας, αποκληθέντες από τους αντιπάλους τους χλευαστικώς Κολλυβάδες, αφορίσθησαν αυτοί και οι οπαδοί τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείον αντικανονικώς,καίτοι ακολουθούσαν πιστώς την Ιεράν Παράδοσιν. Οι πνευματικοί αργηγοί των Κολλυβάδων,Μακάριος Κορίνθου και Νικόδημος Αγιορείτης αγίασαν και άλλων τα οστά ευωδίασαν, ως του πνευματικού του Όρους Παρθενίου, ενώ άλλοι ανεδείχθησαν κορυφαίοι διδάσκαλοι του Γένους, ως ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης και Αθανάσιος ο Πάριος. Ε. Το 1930, για να έλθουμε στις μέρες μας, ο Χρυσόστομος τιμωρεί και πάλι εννέα Μοναχές της αυτής Μονής Κεχροβουνίου.
Τρεις μεν εξ΄αυτών, τας Μοναχάς Καλλιστράτην, Πελαγίαν και Μαγδαληνήν, επειδή τον ήλεγξαν σθεναρώς κατά την δίκην (6 Απριλίου 1930),με αποβολή του μοναχικού σχήματος, τας δε υπολοίπους έξι, με εξορίαν εις διαφόρους Μονάς της Χώρας, η οποία ουδέποτε επραγματοποιήθη. ΣΤ.
Ο αυτός αρχιεπίσκοπος με την συνοδόν του το 1935 καθήρεσε και εξώρισε τον πρώτον ηγέτην των παλαιοημερολογιτών, τον πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον Καβουρίδην, διότι ομού μετ΄άλλων δύο ιεραρχών απεκήρυξαν την καινοτόμον εκκλησία του Παπαδοπούλου.
Αδιαφορίσας ούτος δια ''τας καθαιρέσεις'' των σχισματικών, εξηκολούθησε επί μίαν εικοσαετίαν να ποιμαίνει το ποίμνιον των γνησίων Ορθοδόξων μετά πάσης πραότητος και στοργής,προγνωρίσας και τον θάνατόν του. Ζ. Το δε 1974, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον επιβάλλει την ποινήν της καθαιρέσεως και του αποσχηματισμού εις τον ηγούμενον της Ι. Μονής Εσφιγμένου, Αθανάσιον, ως επίσης και τον αποσχηματισμόν εις τρεις συνεργάτας του Μοναχούς, τον Εφραίμ, Χαρίτωνα και Κυριακόν, λόγω της σθεναράς των αντιδράσεως κατά της αιρέσεως του Οικουμενισμού.
Σύνολον σχεδόν το Άγιον Όρος αντιδρά δια την ιεσόσυλον αυτή απόφαση του Πατριαρχείου, τον αποσχηματισμόν, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η εφαρμογή του. Από τα ολίγα παραδείγματα που αναφέραμε, γίνεται ολοφάνερο, ότι, όπου υπάρχει βία, εκεί συντροφιά είναι το ψεύδος και η κακοδοξία.
Ο Χριστός είπε: ''Όστις θέλει'', οι σχισματικοί νεοημερολογήτες τον διορθώνουν και δια της βίας φωνάζουν: ''Θέλεις δεν θέλεις θα με ακολουθείς, διαφορετικά θα σε αφορίσω, καθαιρέσω και με συνεγασία του Καίσαρα θα σε εξορίσω''! Ιδού οι καρποί της καινοτομίας και κακοδοξίας. Διαστροφή της αληθείας και του πνεύματος του Χριστιανισμού, ο οποίος δι' αυτών βλασφημείται ενώπιον εθνικών και αιρετικών στις ημέρες μας.''Ώσπερ όρνεα πέτονται και στρουθοί, ούτως αρά ματαία ουκ επελεύσεται ουδενί''. (Παροιμ.26,2).
Αυτά λέει η Αγία Γραφή περί των αδίκων αφορισμών και ποινών, ότι ''αι άδικοι αραί και αναθέματα'', όπως λέει και ο λαός μας ''δεν πιάνουν'', έστω και αν συνηφαίνονται τεχνηέντως με αγιογραφικά ρητά. Ομοιάζουν κατά την Γραφήν με μαύρα και γαμψώνυχα όρνεα, τα οποία πεινώντα πετούν ανά τους αιθέρας, αλλά τελικώς επιστρέφουν εις την κεφαλήν εκείνου, όστις τόσον αφρόνως εκφέρει αυτάς''.
Και, πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει διαφορετικά; Αλλοίμονο αν το θείον υπηρετούσε τας ανόμους επιθυμίας επισκόπων. Ο άγιος Διονύσιος ο Αεροπαγίτης γράφει: ''Τους μεν ουν ενθέους ιεράρχας, ούτω και τοις αφορισμοίς και πάσαις ταις ιεραρχικαίς δυνάμεσι χρηστέον, όπως αν η τελετάρχις αυτούς θεαρχία κινήσοι''.
Ερμηνεύων ταύτα ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει:Εάν παρά τον σκοπόν αφορίσει ο Ιεράρχης, δεν θα έχει σύμφωνον το θείον κρίμα, διότι μόνον εν συμφωνία με το Θείον πρέπει να αφορίζει, και όχι κατά το θέλημά του''.(Πηδάλιον,σ.36). Και ο ''ατρόμητος ομολογητής των θεανθρωπίνων ορθοδόξων αληθειών'', ο μέγας Θεόδωρος ο Στουδίτης, προσθέτει: Ουδεμία εξουσία έχει δοθεί στους ιεράρχες να παραβαίνουν τους Ιερούς Κανόνες, παρά μόνον να συμφωνούν με τα νομοθετηθέντα και να ακολουθούν τα καλώς προηγηθέντα.
Και το να δένουν και να λύνουν, δεν έχουν εξουσίαν να το πράτουν, ως έτυχεν, αλλά μόνον, όταν είναι σύμφωνοι με τον γνώμονα της αληθείας.(P.G.99,985). Και προσθέτουν αι Αποστολικαί Διαταγαί: ''Ώσπερ η πεμπομένη ειρήνη, μη ευρούσα άξιον υποδοχέα, επιστρέφει εις αυτούς που την έστειλάν, έτσι, μάλλον δε και πολύ περισσότερον η κατάρα,μη υπάρχοντος αξίου προς τον οποίον εστάλη, λόγω της αθωότητός του, επιστρέφει εις την κεφαλήν του αδίκως αυτήν αποστείλαντος''.(Βιβλ.Γ.κφ.ιε΄).
Ο δε άγιος Φώτιος γράφει:
''Ήτο κάποτε φοβερόν το ανάθεμα,
όταν εχρησιμοποιείτο από τους κήρυκας της ευσεβείας, εναντίον των ενόχων της ασεβείας.
Αφ΄ ότου δε η αδιάντροπος των ασεβών παραφροσύνη,
το ανάθεμα, το οποίον έχουν αυτοί οι ίδιοι επί των κεφαλών τους εζήτησαν να γυρίσει αυθαδώς εναντίον των αγωνιζομένων υπέρ της Ορθοδοξίας...
το φρικτόν αυτό ανάθεμα κατήντησε παιχνίδι, μάλλον δε και το προτιμούν οι ευσεβείς, εφ΄ όσον εφέρεται υπό των ασεβών''. (Προς Ιγνάτιον Κλαυδιουπόλεως).
Τα ανωτέρω εβεβαίωσε και η Ζ΄Οικουμενική Σύνοδος, διακηρύξασα εις τα πέρατα της Οικουμένης,
ότι το ανάθεμα το οποίον εξεφώνησαν οι 339 κακόδοξοι επίσκοποι εναντίον του αγίου Δαμασκηνού και λοιπών εικονόφιλων πιστών,
έμεινεν επί των κεφαλών τους εις τον αιώνα.
''Το γαρ ανάθεμα ο αυτοί εληρώδησαν εν αυτοίς μένει εις τον αιώνα''!
(MANSI,13,341).
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, τίτλος και επιμέλεια κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Απόσπασμα από το βιβλίου του αειμνήστου π. Θεοδωρήτου Μαύρου,
''ΟΤΑΝ ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΠΡΟΔΙΔΟΥΝ'',
σελίδες 137-141, έκδοση περιοδικού Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Αθήνα 2001.
Η εικόνα της νεομάρτυρος Αγίας Αικατερίνας της εν Μάνδρα,
ενός εκ των πρώτων θυμάτων των Ορθοδόξων του Πατρίου Ημερολογίου,
ενός εκ των πρώτων θυμάτων των Ορθοδόξων του Πατρίου Ημερολογίου,
που δολοφονήθηκε από τις αστυνομικές αρχές,
σε σύμπραξη και συνενοχή μετά της καινοτόμου εκκλησίας.
σε σύμπραξη και συνενοχή μετά της καινοτόμου εκκλησίας.
Αείμνηστος Ιερομόναχος π. Θεοδώρητος Μαύρος
ΒΑΣΙΛΕΥ! Η ΠΑΤΡΙΣ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Όταν ήρθε ως βασιλεύς στην Ελλάδα ό δεκαεπταετής ακόμη Όθων, συνοδευόμενος από τρεις Βαυαρούς αντιβασιλείς, πού θα κυβερνούσαν,ως την ενηλικίωση του, πολλοί Έλληνες χαιρέτισαν με ενθουσιασμό την άφιξή του. Μεταξύ αυτών και ό αγωνιστής της Ελληνικής Επαναστάσεως Ιωάννης Μακρυγιάννης. Γρήγορα όμως διαψεύστηκαν οι ελπίδες του γνήσιου αυτού Έλληνα από την τακτική πού ακολούθησε ή Αντιβασιλεία απέναντι στους αγωνιστές. Ό στρατός, κύριο κέντρο της βαυαροκρατίας, μεταβλήθηκε σε τακτικός.Στα τέλη του 1834 είχαν ενταχθεί σ' αυτόν 5.000 περίπου Βαυαροί και ελάχιστοι Έλληνες, ενώ απορρίφθηκαν με την πρόφαση, ότι ήταν υπεράριθμοι οι 10.000 Έλληνες, πού μέχρι τότε αποτελούσαν τα στρατιωτικά σώματα, πού κατήγαγαν εκπληκτικούς θριάμβους κατά των Τούρκων και των Αιγυπτίων. Οι αγωνιστές αυτοί,στερούμενοι τακτικού επαγγέλματος,κατάντησαν ζητιάνοι ή και ληστές. Ό Μακρυγιάννης, εκλεγμένος τότε δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων, απευθύνει στον βασιλέα μια επιστολή, πού φανερώνει την ανιδιοτέλεια και το ψυχικό του μεγαλείο. Δεν διστάζει όχι μόνο να ασκήσει αυστηρή κριτική στην Αντιβασιλεία,αλλά και να παρακαλέσει να κοπεί ό μισθός του όλος και να δοθεί σε δυστυχείς συναγωνιστές του. Λόγος με καταφανείς τις προεκτάσεις στο παρόν...
Έπιστολή προς τον Βασιλέα
Βασιλεύ!
Ως ένας και εγώ αγωνιστής εις τα περασμένα δεινά της πατρίδος μου, έγνώρισα εις πολλά μέρη ανδρείους στρατιωτικούς και τιμίους πολίτας, όπου έθυσίαζον και την κατάστασίν τους και την ιδίαν ζωήν τους με μεγάλην εύχαρίστησιν διά να ιδούν μίαν ήμέραν την πατρίδα τους έλευθέραν. Πολλοί από αυτούς έσκοτώθηκαν είς τόν πόλεμον, άλλοι έμειναν αιχμάλωτοι και άλλοι έπληγώθηκαν, και τώρα μετά την έλευθέρωσιν της πατρίδος τούς βλέπω να περιπατούν είς τούς δρόμους, γυμνοί και ξυπόλυτοι. Βλέπω χήρας και ορφανά να ζητούν έλεος διά να παρηγορήσουν την πείναν τους, και με τα δάκρυα εις τα μάτια να περιφέρωνται και να προξενούν έντροπήν εις την άχάριστον πατρίδα, διά την οποίαν έχασαν τούς άνδρας των, έχασαν τούς γονείς των. Εκείνοι, όπού τούς γνωρίζουν και ημπορούν να πληροφορήσουν την Κυβέρνησιν, κρύπτουν την άλήθειαν και φροντίζουν μόνον να δώσουν τάς άνταμοιβάς είς τούς δούλους και κόλακας των, είς ανθρώπους αναξίους, είς τούς οποίους ή πατρίς δέν γνωρίζει κανένα χρέος.
Είς μέν τούς καλούς και δυστυχείς άγωνιστάς λέγουν, ότι ή πατρίς είναι πτωχή, είς δέ τούς κόλακας των την αποδεικνύουν πλουσίαν. Έάν είναι πτωχή, καθώς και είναι βέβαια, έπρεπε να είναι πτωχή είς όλους, και όχι μόνον διά εκείνους,όπού έδοκίμασαν τόσους αγώνας, και ήλθαν είς έλεεινήν κατάστασιν διά την έλευθερίαν της. Ή τοιαύτη αδικία κάμνει σήμερον πολλούς Έλληνας να αγανακτούν εναντίον της πατρίδος, και να βλέπουν ό ένας τόν άλλον ως έχθρόν, χειρότερον από τόν Τούρκον. Εγώ όμως, Υψηλή Αντιβασιλεία, δέν είμαι άδικος, αλλά ως ευαίσθητος είς την δυστυχίαν τόσων αγωνιστών, παρακινούμαι να φανερώσω την άδικίαν πρός την κυβέρνησιν μου,την οποίαν μετά Θεόν σέβομαι και τιμώ και αγαπώ, καθώς χρεωστεί να κάμνη κάθε άνθρωπος άφωσιωμένος είς την πατρίδα του.
Άν ή πατρίς μας είναι πτωχή, διατί ημείς μερικοί Έλληνες να παίρνωμεν από χίλιες δραχμές και κάτω τόν μήνα, οι δέ συνάδελφοι μας να ψωμοζητούν και να περιπατούν γυμνοί και ξυπόλυτοι; Διά την τιμήν και ύπόληψιν και της πατρίδος και τού Βασιλέως μου κρίνω δίκαιον να κόψωμεν ένα μέρος από τόν μισθόν μας, διά να δοθή και είς αυτούς τούς δυστυχείς. Εγώ, όταν έπληγώθην είς τούς Μύλους τού Ναυπλίου, έλαβα δώρον από την πατρίδα μου, το όποιον είναι περίπου εκατόν πενήντα δραχμάς τόν μήνα" τώρα λαμβάνω πολύ περισσότερον μηνιαίον μισθόν, δηλαδή σχεδόν τριακόσιας έβδομήκοντα δραχμάς. Όθεν εγώ πρώτος παρακαλώ την Άντιβασιλείαν να διάταξη να κοπή αυτός ό μισθός μου όλος, έως ότου ή Κυβέρνησις να λάβη καιρόν να εύθετήση τα πράγματα και να τα θεραπεύση κατά το καλύτερον, και να με δοθούν πάλιν κατά μήνα αί εκατόν πενήντα δραχμαί έκείναι, καθώς έξ αρχής μ' έκρινεν άξιον ή πατρίς μου", ό δέ μισθός μου άς δοθή είς άλλους δυστυχείς συναγωνιστάς μου, των οποίων ή γύμνωσις και απελπισία, μά την πατρίδα μου και μά τόν Βασιλέα μου, δέν μ' αφήνει να κοιμηθώ ήσύχως όλην την νύχτα.
Άν δέν είχα τόσην φαμιλίαν, άν δέν ήμουν ασθενής τόν περισσότερον καιρόν, και άν δέν είχα ικανά χρέη, δέν ήθελα να δώσω και αυτό το ολίγον βάρος είς την πατρίδα μου. Δεν είναι αμφιβολία, ότι όλοι οι Έλληνες έχουν καλά αισθήματα και μεγάλην αγάπην είς τόν Βασιλέα μας. Επιθυμώ όμως να μή ύπάρχη κανένας, όπού να νομίζη, ότι έχει δίκαια παράπονα είς την αθωότητά του και είς την καλωσύνην του. Επιθυμώ να είναι όλοι ευχαριστημένοι από την πατρίδα, και να μή είναι είς άλλους πτωχή ή πατρίς και είς άλλους πλουσία, αλλά να άνταμείψη όλους εκείνους, όπού έπαθαν διά την έλευθερίαν της. Παρακαλώ με το ανήκον σέβας την Άντιβασιλείαν, αφού διάταξη από το παρόν την παύσιν τού μισθού μου, να διατάξη να με δίδεται το παλαιόν της πατρίδος σιτηρέσιον.
Έν Αθήναις τή 15 Δεκεμβρίου 1834
Στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης
ΟΣΙΟΣ ΕΡΑΣΜΟΣ Ο ΕΥΠΡΕΠΙΖΩΝ ΤΟΝ ΟΙΚΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Η καλή διαχείριση του πλούτου είναι θεία επιταγή.Γιατί ο πλούτος «δόξα Θεού εστίν».Δεν κάνουν όμως όλοι οι άνθρωποι θεάρεστη χρήση των δώρων του Θεού.Πολλοί καταστράφηκαν εξαιτίας του πλούτου:«Εδόθησαν εις πτώμα χάριν χρυσίου».Με δυο κυρίως τρόπους μπορεί να επενδυθεί το χρήμα για την ωφέλεια της ψυχής μας:ή με την ελεημοσύνη ή με την ανέγερση και τον ευπρεπισμό ιερών ναών και καθιδρυμάτων.Ο όσιος Έρασμος διάλεξε το δεύτερο τρόπο.Ενώ ήταν πλούσιος και ένδοξος στον κόσμο,όταν άκουσε τον άγιο Χρυσόστομο να προσεύχεται στη θεία Λειτουργία του για «τους αγαπώντας την ευπρέπειαν του οίκου» του Κυρίου,διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του για το στολισμό και την ευπρέπιση του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων.Έπειτα έγινε κι ο ίδιος μοναχός εκεί,κι άρχισε να στολίζει τον εαυτό του με τις αρετές,σαν ναό του Αγίου Πνεύματος και ζωντανή εικόνα του Θεού.Ο ψυχοκτόνος διάβολος όμως έστησε μιαν ολέθρια παγίδα στο δούλο του Θεού.Όταν πια όλο το χρυσάφι του είχε χρησιμοποιηθεί για την εκκλησία της Παναγίας,ο μακάριος Έρασμος σκέφτηκε ότι μάταια το ξόδεψε γι' αυτό το σκοπό.«Αλίμονό μου!»,συλλογιζόταν. «Κανένα μισθό δεν θα λάβω.Χαμένα πήγαν τα χρήματα μου.Έπρεπε να τα μοιράσω στους φτωχούς».Ο όσιος δεν κατάλαβε,πως οι λογισμοί αυτοί ήταν πειρασμικοί.Έπεσε σε αθυμία και απόγνωση. Ούτε οι προσπάθειες του ηγουμένου, ούτε η συμπαράσταση και οι συμβουλές των αδελφών στάθηκαν ικανές να τον βοηθήσουν και να τον παρηγορήσουν.Άρχισε να ζει απρόσεκτα και αταίριαστα για μοναχό.Σπαταλούσε το χρόνο της ζωής του άσκοπα,χωρίς πνευματικό αγώνα, χωρίς προσευχή,χωρίς υπακοή,βυθισμένος στην ψυχόλεθρη ακηδία και την αμέλεια.Όταν είδαν οι πατέρες,ότι τα λόγια τους,όχι μόνο δεν τον ωφελούσαν, αλλά τον εξερέθιζαν κιόλας,σταμάτησαν πια να του μιλούν και ρίχτηκαν στην προσευχή.Ο φιλάνθρωπος Κύριος δεν άφησε να πάνε χαμένοι οι προηγούμενοι κόποι και οι αρετές του δούλου Του.Παραχώρησε λοιπόν να τον βρει μια βαριά αρρώστια.Ο όσιος έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου.Για επτά μέρες ήταν αναίσθητος,μη μπορώντας να πάρει τροφή ή να επικοινωνήσει με κανένα.Την όγδοη μέρα ο ηγούμενος κάλεσε όλη την αδελφότητα γύρω στην κλίνη του. Βλέποντας οι πατέρες,πως δεν έβγαινε η ψυχή του,στέναζαν κι έλεγαν:- Συμφορά στον αδελφό!Πέρασε τη ζωή του με αμέλεια και ραθυμία.Και τώρα η ψυχή του βασανίζεται και δεν μπορεί να βγει από το σώμα.Εκείνη τη στιγμή όμως — ω των θαυμάσιων Σου,Χριστέ! — ο ετοιμοθάνατος Έρασμος συνήλθε,ανασηκώθηκε και κάθισε στο κρεβάτι.—Αδελφοί και πατέρες!είπε δυνατά,σαν να μην ήταν άρρωστος.Αλήθεια λέτε! Είμαι αμαρτωλός κι έζησα ράθυμα.Ο θάνατος με βρήκε αμετανόητο.Ενώ,όμως ο διάβολος με χαρά περίμενε το τέλος μου, παρουσιάστηκαν οι όσιοι πατέρες μας Αντώνιος και Θεοδόσιος και μου είπαν: «Αδελφέ,προσευχηθήκαμε για σένα στον Κύριο. Κι Εκείνος,σαν πολυεύσπλαχνος, σου χάρισε καιρό μετανοίας».Μετά είδα και την Κυρία Θεοτόκο.«Έρασμε!», μου είπε.«Επειδή στόλισες την εκκλησία μου και την πλούτισες με ωραίες εικόνες και πολύτιμα σκεύη,μεσολάβησα για σένα στον Υιό μου.Θα σε αμείψω για την πράξη σου.Γιατί τους φτωχούς,πάντοτε τους έχετε κοντά σας και πάντοτε μπορείτε να τους βοηθήσετε.
Η εκκλησία μου όμως, μια φορά γίνεται και εξωραΐζεται.Σήκω τώρα,μετανόησε βαθιά για τις αμαρτίες σου και λάβε έπειτα το μεγάλο αγγελικό σχήμα.Σε τρεις ημέρες θα σε πάρω κοντά μου,επειδή αγάπησες την ευπρέπεια του οίκου μου».Μόλις διηγήθηκε το όραμά του ο μακάριος Έρασμος,άρχισε με κλάματα και συντριβή να εξομολογείται τις αμαρτίες του χωρίς ντροπή μπροστά σ' ολόκληρη την αδελφότητα.Μετά σηκώθηκε και πήγε στην εκκλησία.Εκεί ο ηγούμενος τον έκειρε αμέσως,δίνοντάς του το μεγάλο αγγελικό σχήμα.Τέλος,ο όσιος απομονώθηκε και ρίχτηκε στην προσευχή.Την τρίτη μέρα,κατά τη διαβεβαίωση της Κυρίας Θεοτόκου,αναχώρησε ειρηνικά για τον ουρανό!...
|
Πηγή: ''Πηγή Ζωής''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












