ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

ΟΙ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΙΕΡΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ



Ο σύγχρονος Άγος Γλυκέριος ο Ομολογητής της Ρουμανίας ανήκει στον χορό των Αγίων, που αντιστάθηκαν στην Ημερολογιακή Καινοτομία, φυλακίστηκε και βασανίστηκε άγρια από τα πολιτικά καθεστώτα της χώρας, συνεργούσης και αυτής της επισήμου Ρουμανικής εκκλησίας. Επί τη ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου ''Οι κατά Θεόν αγώνες και τα θαυμαστά παλαίσματα του Ομολογητού Ιεράρχου Αγίου Γλυκερίου εν Ρουμανία (1891-1985) από τον θεοφιλέστατο Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμεντα της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, προβαίνουμε σε συνεχείς, αποσπασματικές αναρτήσεις από το εν λόγω βιβλίο. Μέσα από αυτό αναδύεται η εικόνα ενός επίκαιρου Ομολογητή της Πατερικής Παράδοσης, που εκδιωγμένος επί χρόνια στις οπές της γης και στις φυλακές ενός ''Καίσαρα, ''κατέστησε σ' εμάς εμφανές, πως οι καρποί των πνευματικών αθλήσεων ''κόποις και βασάνοις κτώνται.'' Και, όπως γράφει και ο συγγραφέας του βιβλίου: ''Ουσιαστικά προβαίνουμε σε μια διακριτική ''ξενάγηση'' στον ανθώνα μιας εκπληκτικής μαρτυρίας, η οποία περιέχει πληθύν οδυνηρών, αλλά και ενδόξων θαυμαστών στοιχείων και περιστατικών.'' Η ευχή και ευλογία του εν Αγίοις Πατρός ημών Γλυκερίου του εκ Ρουμανίας του Ομολογητή είη μετά πάντων ημών!


Γ. Δ. Δ.


Μετά τὴν Κοίμησι ἐν Κυρίῳ τοῦ Μητροπολίτου Γαλακτίωνος καὶ σύμφωνα μὲ τὴν θέλησι 

καὶ ἐντολή του, διάδοχός του ὡρίσθηκε ὁ Ἅγιος Ἱεράρχης Γλυκέριος, ὁ ὁποῖος συνεδύαζε 

Μοναχικὴ ἁπλότητα καὶ τελειότητα μὲ διοικητικὰ καὶ πνευματικὰ χαρίσματα. 

Ἐφ’ ὅσον σχεδὸν ἅπαντες οἱ Κληρικοί, τοὺς ὁποίους εἶχε χειροτονήσει ὁ μακαριστὸς 

Ἱεράρχης Γαλακτίων γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου εἶχαν συλληφθῆ 

καὶ φυλακισθῆ - ἐκτοπισθῆ, ὑπῆρχε μεγάλη ἔλλειψις Κληρικῶν καὶ ἔπρεπε ἐξ ἀνάγκης

 νὰ ἀποστέλλωνται Ἱερομόναχοι γιὰ τὴν κάλυψι τῶν ποιμαντικῶν ἀναγκῶν στὶς Ἐνορίες. 

Ἡ κατάστασις ἐξομαλύνθηκε μόλις τὸ 1963-1964, ὁπότε οἱ Κληρικοί, λόγῳ τῆς ἀμνηστίας ποὺ ἐδόθη τότε, 

ἐπέστρεψαν στὶς Ἐνορίες τους καὶ ἀνέλαβαν καὶ πάλι τὰ καθήκοντά τους. 

Ἔκτοτε, αὐτὴ ἡ εὐλογημένη τάξις διετηρήθη στὴν Γνησία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ρουμανίας,

 ὅπου ὅλοι οἱ ἐφημεριακοὶ Ἱερεῖς εἶναι ἐκ τοῦ ἐγγάμου Κλήρου, οἱ δὲ Ἱερομόναχοι διαμένουν ὁπωσδήποτε σὲ Μονή, ἀποστελλόμενοι στὴν ἐξυπηρέτησι τῶν Γυναικείων Ἱερῶν Μονῶν, 

ἡ δὲ παρουσία τους σὲ Ἐνορίες γίνεται μόνον σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις ἀνάγκης, 

προσωρινῶς, χωρὶς νὰ διαμένουν εἰς αὐτὲς καὶ γενικὰ στὸν κόσμο.


Ἅγιος Γλυκέριος ἦταν ἰδιαίτερα ἀπαιτητικὸς ὡς πρὸς τὴν χειροτονία Κληρικῶν· γιὰ νὰ χειροτονήση κάποιον ἔπρεπε νὰ τὸν γνωρίζη πολὺ καλά, μὲ μεγάλη δὲ ἐπιμέλεια ἐφρόντιζε νὰ προωθοῦνται ἄνθρωποι χωρὶς οὐσιαστικὰ κωλύματα. Κώλυμα, ἰδίως μάλιστα γιὰ τοὺς ἀγάμους Κληρικούς, ἐθεωρεῖτο ἡ ἔνδειξις τάσεων γιὰ δημουργία ταραχῶν, σκανδάλων ἤ χωρισμῶν καὶ σχισμάτων, ἄν καὶ ὁ Ἅγιος δὲν χειροτονοῦσε γενικῶς ἀγάμους.


Γι’ αὐτό, καὶ σὲ μία τόσο δύσκολη ἐποχή, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου Ρουμανίας παρέμεινε ἀρραγῶς ἑνωμένη, ἄνευ χωριστικῶν τάσεων καὶ σχισμάτων. Ὁ Ἅγιος Γλυκέριος μὲ Κληρικοὺς σὲ ἐκκλησιαστικὴ Πανήγυρι. 


Μία δὲ μικρὴ μερίδα κάποιων ἀκραίων «ἀναβαπτιστῶν», οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀποστασιοποιηθῆ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γλυκέριο πρὸ ὑπάρξεως Ἐπισκόπων, θεωρεῖται ἀνάξια λόγου ἀρρωστημένη περιθωριακὴ κατάστασις, στερούμενη κάθε σοβαρότητος καὶ ἐγκυρότητος, ὡς καὶ προσβάσεως καὶ ἀποδοχῆς μεταξὺ τοῦ εὐλαβοῦς Ποιμνίου τῶν Ἀκαινοτομήτων τῆς Ρουμανίας.


Ἅγιος Ἱεράρχης Γλυκέριος, παρὰ τὸ φιλήσυχον καὶ πρᾶον τοῦ χαρακτῆρος του, ἐγνώριζε νὰ εἶναι «μαχητὴς» ὅταν τὸ ἀπαιτοῦσε ἡ περίστασις, ἰδίως μάλιστα ἔναντι τῶν ἀναισχύντων ἀθεϊστῶν. Τὸ μένος τους ἐναντίον τοῦ Ἁγίου καὶ γενικὰ ἐναντίον τῶν ἀκολούθων τὸ Πάτριον, Γνησίων Ὀρθοδόξων ἦταν πολὺ μεγάλο, διότι συναντοῦσαν πάντοτε ἀπόλυτη ἄρνησι ὁποιουδήποτε συμβιβασμοῦ μαζί τους.


ταν πλήρως ἀσυμφιλίωτοι, ὡς ἀνήκοντες σὲ διαφορετικοὺς χώρους καὶ ὑπηρετοῦντες διαφορετικοὺς «κυρίους». 


ταν τὸ 1958 οἱ ἀθεϊσταὶ διέταξαν ὅλοι οἱ Μοναχοὶ κάτω τῶν 60 ἐτῶν καὶ ὅλες οἱ Μοναχὲς κάτω τῶν 55 ἐτῶν νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς Μονές τους καὶ νὰ ζήσουν στὸν κόσμο ἀποβάλλοντες τὸ Σχῆμα τους, καὶ ἡ ἀνόσια διαταγὴ θὰ ἔπρεπε νὰ φαίνεται ὅτι προέρχεται δῆθεν ἀπὸ τοὺς ἰδίους τοὺς Ἀρχιερεῖς (!), ὁ Ἅγιος Γλυκέριος ἀντιτάχθηκε στερρῶς καὶ δήλωσε ὅτι εὐχαρίστως θὰ πήγαινε στὴν φυλακὴ ἄλλη μία φορά, παρὰ νὰ ἐπρόδιδε τὶς ψυχὲς ὅσων ὑπήγοντο στὴν πνευματική του εὐθύνη καὶ προστασία.


Οἱ ἀθεϊσταὶ δὲν ἐπέμειναν, ἀλλὰ συνέχισαν μὲ κάθε τρόπο νὰ πιέζουν τὶς Μονὲς τοῦ Πατρίου καὶ κάποιες ἀπὸ αὐτὲς νὰ τὶς κλείνουν διὰ τῆς βίας (Γκαγκέστι-1960, Βουκουρέστι-1984). Μία τέτοια ἀπαίσια ἀπόπειρα συνέβη τὸ 1960 στὴν ἴδια τὴν Μονὴ τῆς Σλατιοάρας. Ἕνας ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργείου Θρησκευμάτων ἐμφανίσθηκε μὲ τρεῖς ἄνδρες τῆς μυστικῆς ἀστυνομίας καὶ διέταξαν ἰταμῶς τὸν Ἅγιο Γλυκέριο νὰ διώξη ὅλους τοὺς Μοναχοὺς τῆς Μονῆς! 


Ἅγιος ἀπήντησε θαρραλέως, ὅτι ὅπως δὲν τοὺς ἔφερε διὰ τῆς βίας στὴν Μονή, δὲν εἶχε οὔτε τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὴν ἐπιθυμία, νὰ τοὺς διώξη ἀπὸ Αὐτήν! Τότε οἱ ἄνομοι, συγκέντρωσαν ὅλους τοὺς Μοναχοὺς σὲ μία Αἴθουσα καὶ τοὺς διέταξαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Μονὴ ἀμέσως. Ὅλοι ἀρνήθηκαν ἀποφασιστικῶς.


Τότε οἱ ἀθεϊσταὶ ἔφυγαν κατησχυμμένοι, ἀλλὰ ἄν ἔβλεπαν Μοναχὸ τοῦ Πατρίου ἐκτὸς Μονῆς νὰ φέρη Μοναχικὰ ἐνδύματα, τὸν συνελάμβαναν ἀμέσως, ὡς δῆθεν «προσποιούμενο τὸν Μοναχό»!... Στὶς 23.5.1961 ἐκ.ἡμ., ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ Ἱερομόναχος π. Δαυῒδ (Μποτέσκου), ὁ ἀγαπητὸς Συνασκητὴς ἀπὸ 40ετίας τοῦ Ἁγίου Γλυκερίου τὸν ὁποῖον εἶχε ὁρίσει Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σλατιοάρας ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς της.


π. Δαυῒδ ἦταν ἰδιαίτερα συμπαθὴς γιὰ τὴν συνεπῆ Μοναχικὴ ζωή του, γιὰ τὴν καλωσύνη του καὶ γιὰ τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη του, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων, ὄχι μόνον τῆς Ἀνδρώας Μονῆς, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν Μονῶν τοῦ Πατρίου. Συνεδύαζε προσευχητικότητα, ἐργατικότητα καὶ ὑπευθυνότητα καὶ ἦταν ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς στὸν Ἅγιο, ὡς ὁ πλέον ἱκανὸς καὶ ἀναγκαῖος συνεργάτης καὶ βοηθός του. 


Μαζὶ εἶχαν ζήσει ἁρμονικὰ καὶ ἀδιατάρακτα σὲ Μονή, σὲ Σκήτη, στὴν Ἔρημο, στὸ Ἅγιον Ὄρος, στοὺς Ἁγίους Τόπους, σὲ ταξίδια, στὴν φυλακή, στὰ βάσανα, στὶς κακουχίες, στὶς ἐξορίες, στοὺς ἀγῶνες, στὶς ἐλάχιστες χαρὲς καὶ στὶς πάμπολλες λῦπες.


ταν πραγματικὰ σὰν μία ψυχὴ σὲ δύο σώματα, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος λυπήθηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν Κοίμησι τοῦ προσφιλοῦς Ἀδελφοῦ του ἐν Κυρίῳ. Ἔκτοτε, δὲν ὥρισε Ἡγούμενο στὴν Μονὴ τῆς Σλατιοάρας, ἀλλὰ ὁ ἴδιος διατηροῦσε τὴν πνευματική εὐθύνη καὶ καθοδήγησι τῆς Ἀδελφότητος καὶ ἐξέλεγε κάποιον ἱκανὸ Ἀδελφὸ ὡς Ἐπιστάτη - Διοικητή, γιὰ τὴν διεκπεραίωσι τῶν ποικίλων ἀναγκῶν της. Τὸ 1968 ὁ Ἅγιος Γλυκέριος ἐχειροτόνησε τὸν Ἀρχιμανδρίτη Σίλβεστρο (Ὀνοφρέϊ) ὡς Βοηθὸ Ἐπίσκοπό του.


κτοτε, ὁ Ἅγιος ἔλαβε τὸν τίτλο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ Μητροπολίτου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου Ρουμανίας. Τὸ 1977 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ Ἐπίσκοπος Μεθόδιος καὶ τὸ 1978 ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος ὁ Κοσμᾶς (Λόστουν).


Τὸ 1979 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ Ἐπίσκοπος Εὐλόγιος στὸ Βουκουρέστι καὶ τὸ 1981 ὁ Ἅγιος ἐχειροτόνησε Ἐπίσκοπο τὸν Ἀρχιμ. Δημοσθένη (Ἰονίτσα), πρὸς χαρὰν καὶ ἱκανοποίησίν του ἀπὸ τὴν παρατηρουμένη πρόοδο τῆς Ἐκκλησίας, τὴν σταθερότητα καὶ τὴν καλὴ κατάστασι Κλήρου καὶ Λαοῦ, Ἐνοριῶν καὶ Μονῶν. 


Ο Άγιος Γλυκέριος, προικισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ δῶρα καὶ χαρίσματα, ἦταν ἕνας «εὐγνώμων δοῦλος» καὶ «καλὸς Οἰκονόμος» αὐτῶν, ὥστε νὰ τὰ διατηρῆ καὶ νὰ τὰ αὐξάνη πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ οἰκοδομὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν πιστῶν. Διατελοῦσε ἐν ἐγρηγόρσει, χωρὶς νὰ ὑπνώττη καὶ χωρὶς νὰ ραθυμῆ, μέχρι δὲ τὰ βαθειὰ γεράματά του ἐφύλασσε τὸ ἴδιο νεανικὸ σφρῖγος καὶ μία ὑποδειγματικὴ ζέσι στὴν Λατρεία τοῦ Θεοῦ, τὴν καλλιέργεια τοῦ ἔσω ἀνθρώπου διὰ τῆς προσευχῆς καὶ τῶν ἀρετῶν, ὡς καὶ τὴν διακονία τῶν ἀδελφῶν καὶ τοῦ πλησίον.


ταν φανερό, ὅτι ἡ προσοχή του ἦταν τεταμένη στὴν διαφύλαξι τῶν λογισμῶν καὶ τῆς καρδίας του ἐν καθαρότητι καὶ ὁσιότητι. Ἡ ἐγκράτειά του, ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερική, ἐδείκνυε βαθειὰ συναίσθησι τῆς ἰδιότητος καὶ ἀποστολῆς του. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ἀποτελοῦσε ἠχηρὴ ἐξαίρεσι σὲ αὐτὸ ποὺ οἱ συμπατριῶτες του θεωροῦν ἐντελῶς φυσικὸ καὶ «ἀδιάβλητο», ἀποφεύγων συστηματικὰ τὴν κατανάλωσι οἴνου καὶ γενικῶς κάθε ποτοῦ.


ὀλιγότητα τῶν ἅλατι ἡρτυμένων λόγων του ἀπεδείκνυε τὴν ἀδιάλειπτη ἐσωτερικὴ συνομιλία του μὲ τὸν Κύριον τῆς Δόξης, καὶ τὴν πνευματικὴ καὶ ψυχολογικὴ ἰσορροπία τῆς εὐλογημένης προσωπικότητός του. 


φυλακὴ τῶν αἰσθήσεών του φανέρωνε ἐσωτερικὸ ἀγῶνα καὶ ὕπαρξι Χάριτος ἐντός του· ἡ Χάρις αὐτὴ ἐξεδηλώνετο καὶ ἐξωτερικά, ἐφ’ ὅσον τὸ πρόσωπό του ἐφαίνετο σὰν νὰ ἐφωτίζετο ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ φῶς. Τὸ φῶς αὐτὸ κάποτε, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἐπιτέλεσι τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐδυνάμωνε καὶ ἐλαμπρύνετο, ὥστε νὰ γίνεται αἰσθητὴ ἡ καλὴ ἀλλοίωσίς του ὑπὸ τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου!...


γνησιότης τοῦ Ἁγιοπνευματικοῦ φρονήματός του ἐμφαίνετο ἀπὸ τὴν βαθειὰ ταπείνωσί του, τὸ ἁπλοῦν, ἀνυπόκριτον καὶ ἀπροσποίητόν του, τὴν ὑπομονὴ καὶ καρτερία του στὶς στερήσεις καὶ τὶς ἐλλείψεις· ὅλα του ἦσαν ἁπλᾶ καὶ ταπεινά: τὸ κελλάκι, ἡ στρωμνή, ἡ ἐνδυμασία, τὰ ἄμφια, ἡ δίαιτα, ἡ ὁμιλία, οἱ ἀσχολίες, οἱ σχέσεις, οἱ ἐπιδιώξεις, τὰ πάντα.


ργαζόταν σιωπηλά, ὅπως εἶχε συνηθίσει ἀπὸ τὴν νεότητά του, ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν Δόκιμος Μοναχός, ἀλλὰ καὶ νωρίτερα· ἡ ἀγαπημένη του ἐνασχόλησις, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγκατέλειψε ἕως τὰ βαθειά του γεράματα, ἦταν ἡ ἐργασία στοὺς κήπους.


Τοῦ ἄρεσε τὸ Κοινοβιακὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖο ἐπίσης μέχρι τέλους τοῦ βίου του τηροῦσε ἀπαρέγκλιτα: τὸ βράδυ ἦταν πάντοτε παρὼν στὴν Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου· ἐνωρὶς τὸ πρωῒ στοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας, στὶς Ὧρες καὶ στὴν Θ. Λειτουργία· ἐφ’ ὅσον μάλιστα εἰσερχόταν συνήθως πρῶτος στὸν Ναό, ἄρχιζε νὰ ἀνάπτη τὶς κανδῆλες καὶ τὰ κεριά... 


Μετὰ τὴν Θ. Λειτουργία ἐργαζόταν στοὺς κήπους, ὅταν ὁ καιρὸς τὸ ἐπέτρεπε. Τηροῦσε τὸν Μοναχικὸ Κανόνα προσευχῆς στὸ κελλάκι του, μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ, ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ πάντοτε ἐντὸς αὐτοῦ ἦταν εἴτε μὲ τὸ κομβοσχοίνι του στὸ χέρι, εἴτε μὲ τὸ ὑπεραγαπημένο του Ψαλτήριο. 


πήγγειλε ἐπανειλημμένα τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας καθημερινῶς. Μετέβαινε στὸν Ναὸ γιὰ τὸν Ἑσπερινό, συμμετεῖχε πάντοτε στὴν κοινὴ Τράπεζα τῆς Ἀδελφότητος, παρακολουθοῦσε τὸ Ἀπόδειπνο καὶ προετοιμαζόταν γιὰ τὴν βραδυνὴ Ἀκολουθία. Ἔτσι γενικὰ κυλοῦσαν οἱ ἡμέρες του, ἐνσωματωμένες στὸν προσευχητικὸ ρυθμὸ τοῦ Ἠγαπημένου Νυμφίου τῶν ψυχῶν, σὰν πορεία πρὸς τὴν ἀτελεύτητη Βασιλεία Του...


Ἅγιος ἀπέφευγε τὴν ἀργολογία καὶ δὲν τὴν ἐπέτρεπε ἐνώπιόν του· ἐπίσης, ἀπέφευγε τὶς κρίσεις καὶ κατακρίσεις. Δὲν ἐδέχετο μεμονωμένως Μοναχές, ἀλλὰ τὶς παρέπεμπε στὴν Γερόντισσά τους, διότι μόνο μὲ τὶς Γερόντισσες τῶν Μονῶν συζητοῦσε τὰ ἀπαραίτητα.


Ἅγιος ἐπεδείκνυε ἐνδιαφέρον, κατανόησι καὶ ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἀλλὰ ἦταν ἀπαιτητικὸς στὴν ἐκπλήρωσι τῶν καθηκόντων ἑκάστου καὶ μάλιστα στὴν ὑπακοή· ὅποιος τοῦ ἔκανε ὑπακοὴ εἶχε μεγάλη ὠφέλεια καὶ τὸν ἀνέπαυε, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ παραδείγματα πολλῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτιμωρήθησαν παραδειγματικὰ ὅταν παρέβαιναν τὶς ἐντολές του. 


Γενικά, ὁ Ἅγιος παρεῖχε ἔξοχο παράδειγμα ἀκριβείας καὶ ἀξιοσύνης σὲ ὅλους, γινόμενος «τύπος» τῶν πιστῶν «ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ» (Α’ Τιμ. δ’ 12). Ἐξήρχετο ἀπὸ τὴν Μονὴ σπανίως, ἰδίως γιὰ τὴν τέλεσι ἱ. Ἐγκαινίων σὲ Ἐνοριακοὺς Ναούς, ἀναπληρούμενος συνήθως ἀπὸ τοὺς λοιποὺς Ἐπισκόπους στὸ ποιμαντικὸ ἔργο μεταξὺ τοῦ Ποιμνίου.


Διασώζεται ἕνα χαριτωμένο περιστατικὸ ἀπὸ μία τέτοια ἔξοδό του, τὸ ὁποῖο παραθέτουμε: Κάποια Κυριακή, εἶχε κανονίσει νὰ μεταβῆ στὸ χωριὸ Μπρούστουρι, γιὰ τὴν ἐπιτέλεσι τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ, θὰ ἔρχονταν ἀπὸ ἄλλη Ἐνορία δύο καλοὶ Ἱεροψάλτες, ὥστε νὰ λαμπρύνουν μὲ τοὺς ὕμνους τους τὴν ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία. Ὅμως, ἐπικρατοῦσε δριμὺ ψῦχος καὶ οἱ δύο Ἱεροψάλτες πρὶν νὰ φθάσουν στὸν Ναό, αἰσθάνθηκαν ὅτι εἶχαν κρυώσει καὶ ὅτι οἱ φωνές τους ἄρχισαν νὰ «κλείνουν».


Σημειωτέον, ὅτι ὡς καλλίφωνοι εἶχαν λίγη ὑπερηφάνεια γιὰ τὶς φωνές τους. Ἔτσι, πρὶν νὰ εἰσέλθουν στὸν Ναὸ γιὰ νὰ ψάλουν, ἀπεφάσισαν νὰ σπεύσουν νὰ πιοῦν ἀπὸ ἕνα ποτήρι χλιαρὸ οἶνο (τὸ «φάρμακο» γιὰ ὅλες τὶς «παθήσεις» γιὰ τοὺς Ρουμάνους Ἀδελφούς!), γιὰ νὰ «ἀνοίξη» ἡ φωνή τους καὶ νὰ ψάλουν ἀνεμπόδιστα καὶ ὡραῖα. Αὐτὸ πράγματι συνέβη, χωρὶς ἐννοεῖται νὰ τὸ ἀντιληφθῆ κάποιος ἄλλος... 


μως, δὲν διέφυγαν τὸν διορατικὸ ὀφθαλμὸ τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος ἐφωτίζετο ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα! Διότι, μόλις εἰσῆλθαν στὸν Ναὸ καὶ πρὶν νὰ προλάβουν νὰ πάρουν θέσι στὸ Ἀναλόγιο καὶ νὰ ἀνοίξουν τὰ ψαλτικὰ βιβλία τους, ὁ Ἅγιος ἐξῆλθε ἀπότομα ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ τοὺς εἶπε μὲ αὐστηρότητα: «Σήμερα δὲν θὰ ψάλετε! Ξέρετε γιατί!»... Καὶ ἀμέσως εἰσῆλθε πάλι ἐντὸς Αὐτοῦ.


Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ θείου Κηρύγματος, ὁ Ἅγιος χωρὶς νὰ τοὺς κατονομάση, γιὰ νὰ μὴ τοὺς προσβάλη, ἀναφέρθηκε στὴν τιμὴ τῆς Κυριακῆς ἡμέρας, στὸ μεγαλεῖο τῆς Θ. Λειτουργίας καὶ εἰδικὰ στὸ γεγονός, ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βρέφη, ἅπαντες οἱ λοιποὶ πρέπει νήστεις νὰ προσέρχωνται στὸν Ναὸ καὶ νὰ συμμετέχουν στὴν Λατρεία, ὥστε νὰ λαμβάνουν ἐπαξίως τὶς θεῖες δωρεὲς καὶ εὐλογίες καὶ τὰ θεῖα ἁγιάσματα.


Οἱ δύο Ἱεροψάλτες κατενόησαν τὸ λάθος τους καὶ ἀπεκάλυψαν ἀργότερα τὶ εἶχε ἀκριβῶς συμβῆ... Ὁ Ἅγιος Γλυκέριος ὅταν ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήση, προετοιμαζόταν μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια, χωρὶς σχεδὸν νὰ κοιμᾶται καθόλου. Μετέβαινε πρῶτος στὸν Ναό, ἐλάμβανε Καιρό, εἰσήρχετο στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ κατόπιν ἄρχιζαν νὰ ἐμφανίζωνται οἱ λοιποὶ Κληρικοί! Ἦταν πολὺ ἤρεμος καὶ δὲν στενοχωροῦσε κανέναν. 


ταν μνημόνευε ὀνόματα στὴν Ἁγία Πρόθεσι καὶ «ἔβγαζε» μερίδες, καλοῦσε ὅλους τοὺς συλλειτουργούς, Ἱερεῖς καὶ Διακόνους, νὰ ἵστανται γύρω του, προτρέπων αὐτοὺς νὰ μνημονεύουν τοὺς ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους τους, καὶ αὐτὸς συνέχιζε νὰ «βγάζη» μερίδες. Ποτὲ δὲν ἀπευθυνόταν σὲ κάποιον μὲ τρόπο προστακτικὸ ἤ ἀγενῆ, ἀλλὰ πάντοτε προσφωνοῦσε μὲ τιμὴ καὶ εὐγένεια, ἀκόμη καὶ τοὺς Δοκίμους Μοναχούς. Νουθετοῦσε ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη πεῖρα του λέγων:


«Νὰ ζῆτε μὲ ἀγάπη, νὰ ἔχετε ἀγάπη μεταξύ σας, νὰ ἔχετε εὐχαριστία, νὰ δοξάζετε τὸν Θεὸ πάντοτε»!... Στὴν Ἐξομολόγησι ἦταν ἰδιαίτερα καταδεκτικὸς καὶ ἐπεδείκνυε μεγάλη συγκατάβασι στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Δὲν ἔβαζε μεγάλους Κανόνες (Ἐπιτίμια), οὔτε ἀποθάρρυνε τοὺς πιστοὺς μὲ ἀπειλές. Ἔλεγε: «Νά κάνης ὅ,τι μπορεῖς, ἀλλὰ νὰ τὸ κάνης μὲ τὴν καρδιά σου. Ἄν μπορῆς νὰ χύσης ἕνα δάκρυ, εἶναι σὰν νὰ ἔχης νηστεύση μία ὁλόκληρη ἡμέρα»... 


μως, σὲ περίπτωσι προκλήσεως σκανδαλισμοῦ, ἦταν αὐστηρὸς καὶ θεωροῦσε κάτι τέτοιο «φωτιά». Ἐπίσης, ἦταν αὐστηρὸς σὲ θέματα διαζυγίου καὶ ἰδίως σὲ περίπτωσι ἐκτρώσεων. Σὲ περίπτωσι ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν ὑπόσχεσι νὰ γίνουν Μοναχοὶ καὶ διατελοῦσαν ἐπὶ μακρὸν Δόκιμοι σὲ Μονή, δὲν ἐπέτρεπε τὴν τέλεσι Γάμου σὲ αὐτοὺς ἄν ἐπέστρεφαν στὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀκόμη οὔτε καὶ νὰ ψάλλουν στὴν Ἐκκλησία, σὲ περίπτωσι ποὺ ἐγνώριζαν ψαλτικὴ καὶ ἐπιθυμοῦσαν νὰ καταλάβουν Ἀναλόγιο. 


Πρὸς τὸ τέλος τοῦ βίου του, ἐξωμολογοῦσε σπάνια μόνον μερικοὺς Ἱερεῖς. Ἔλεγε: «Ἀρκετὰ ἔχω ἐξομολογήσει. Ἔχω τὸ δικό μου βάρος στὴν πλάτη, ἄς μὴ φορτωθῶ πλέον καὶ τὰ τῶν ἄλλων»!... Ἐπέτρεπε τὴν τέλεσι δευτέρου Γάμου μόνον σὲ περίπτωσι χηρείας. Ἔλεγε: «Ἐδῶ οἱ Λατῖνοι δὲν τελοῦν δεύτερο Γάμο σὲ περίπτωσι χωρισμοῦ, νὰ τὸ κάνουμε ἐμεῖς;»...


Προέτρεπε στὴν ἐκμάθησι τῶν προσευχῶν, καὶ μάλιστα τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας, ὥστε νὰ δύνανται οἱ πιστοὶ νὰ τοὺς ἀπαγγέλλουν συχνά. Προέτρεπε: «Κτυπᾶτε τὴν θύρα τοῦ Οὐρανοῦ! Θὰ σᾶς ἀνοίξη ἡ Παναγία μας στὸ τέλος! Ἐκείνη εἶναι πίσω ἀπὸ τὴν θύρα καὶ σᾶς ἀκούει»!... Στοὺς Κληρικοὺς ἐπέβαλε ἰδιαίτερο πρόγραμμα προσευχῆς καὶ μάλιστα ἤθελε νὰ διαβάζουν καὶ τὸ Θεοτοκάριο μαζὶ μὲ τὸ Ἀπόδειπνο.


πίσης, ἐπέμενε σὲ αὐτοὺς νὰ τελοῦν τὶς Ἀκολουθίες καὶ τὰ ἱερὰ Μυστήρια μὲ προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια, σύμφωνα μὲ τὴν Τάξι τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς αὐθαιρεσίες καὶ λάθη. Ἐπέμενε στὴν προσευχὴ καὶ στὴν Λατρεία τοῦ Θεοῦ. Στὶς Ἀκολουθίες συμμετεῖχε κάνοντας σταυροὺς καὶ ἱστάμενος ὀρθός, ὅταν δὲ λόγῳ ἡλικίας δὲν ἄκουγε καλά, γονάτιζε ἐνώπιον τῆς Εἰκόνος τῆς Παναγίας καὶ διάβαζε μὲ ἕνα κεράκι τὰ γράμματα μόνος του. 


ταν ὑπέφερε ἀπὸ πόνους στὸ τραυματισμένο πόδι του, πήγαινε ἀναγκαστικὰ στὸ κελλί, ἅπλωνε τὸ πόδι ψηλὰ γιὰ νὰ ἀνακουφισθῆ καὶ διάβαζε τὸ Ψαλτήριο ἤ τὸ Ὡρολόγιο. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις ἔλεγε χαριτολογῶν, ὅτι εἶναι πολὺ καλά, μόνο ποὺ τὸ πόδι του «δὲν τοῦ κάνει ὑπακοή»!... Τὴν πρώτη ἑβδομάδα τῆς Τεσσαρακοστῆς δὲν ἔτρωγε τίποτε μέχρι τὸ Σάββατο.


Τὶς ὑπόλοιπες ἑβδομάδες Αὐτῆς ἔτρωγε κάθε δεύτερη ἡμέρα. Τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα δὲν ἔτρωγε τίποτε, τὸ Πάσχα κοινωνοῦσε καὶ κατόπιν, πήγαινε στὴν Τράπεζα καὶ ζητοῦσε μόνον λίγο ψωμὶ μὲ γάλα, στὸ ὁποῖο ἔρριχνε λίγο κακάο, ἔπινε μία κούπα, καὶ αὐτὸ ἦταν τὸ Πασχαλινό του φαγητὸ μετὰ τὴν ἀναστάσιμη Θεία Λειτουργία! Στὶς Νηστεῖες γενικά, ἐλάμβανε Ἀντίδωρο στὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ κατόπιν πήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς λοιποὺς στὴν τράπεζα γιὰ τὸ λιτὸ φαγητό του.



Ὅταν συνέπιπτε Ἑορτὴ σὲ νηστήσιμη ἡμέρα καὶ οἱ Ἱερεῖς τὸν ἐρωτοῦσαν ἄν ὑπάρχη 
εὐλογία γιὰ κατάλυσι, αὐτὸς ἀπαντοῦσε:
 «Σεῖς τιμᾶτε τὶς ἡμέρες, δὲν τιμᾶτε τοὺς Ἁγίους! 
Οἱ πιστοὶ τὴν προηγούμενη καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα καταλύουν· ὁπότε εἶναι καλὸ νὰ μὴ χαλοῦμε τὴν νηστεία! 
Ἄλλωστε, διὰ νηστείας οἱ Ἅγιοι ἡγίασαν»! 
Ὅποιος κατέλυε τὴν νηστεία χωρὶς εὐλογία καὶ χωρὶς σοβαρὸ λόγο, αὐτὸς 
- σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γλυκέριο - 
δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ κοινωνήση ὁλόκληρο τὸν χρόνο, μέχρις ὅτου τηρήση ὅλες τὶς λοιπὲς Νηστεῖες ἐπιμελῶς. 
Ἔλεγε:
 «Αὐτὸ ποὺ λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δὲν δύναμαι νὰ τὸ λύσω, παρὰ μόνον σὲ περίπτωσι ἑτοιμοθανάτου». 
Ἄν κάποιος ἔπρεπε γιὰ λόγους ὑγείας νὰ καταλύη κάποια ἀρτύσιμη τροφή, θὰ ἔπρεπε
 ἔστω καὶ λίγες ἡμέρες νὰ ἐγκρατευθῆ, προκειμένου νὰ προσέλθη στὴν Θεία Κοινωνία.
 Σὲ κάποιον ποὺ τοῦ ἀντέταξε ὅτι θὰ κινδυνεύση νὰ πεθάνη,
 ὁ Ἅγιος ἀπήντησε: 
«Ἄν θὰ πεθάνης, θὰ πεθάνης μάρτυρας»!
 Στὰ παιδιὰ ἐπέβαλε 
- προκειμένου νὰ κοινωνήσουν - 
νὰ τηροῦν μία ἐλαφρὰ Νηστεία ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν τριῶν ἐτῶν!





Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF