ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ Α' ΩΔΗΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ



«νοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλίδι Μητρί· καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρίζων καὶ ᾄσω γηθόμενος ταύτης τὰ θαύματα».


Θ’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσει ἀπὸ Πνεῦμα ἅγιο καὶ θ’ ἀπευθύνω λόγο πρὸς τή βασίλισσα Μητέρα τοῦ Θεοῦ· καὶ θὰ μὲ δοῦν νά πανηγυρίζω μὲ φαιδρότητα, ψάλλοντας μὲ εὐφρόσυνη χαρὰ τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα της.


προφορικὸς λόγος εἶναι ἡ ἐξωτερίκευση τοῦ μυστικοῦ ἐνδιάθετου λόγου. Ἐκφράζεται μὲ τὰ ὄργανα ὁμιλίας· εἶναι λόγος στοματικός. Καὶ οἱ δύο λόγοι -ἐνδιάθετος καὶ προφορικὸς- εἶναι ἐκδηλώματα τῆς πνευματικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἱκανότητα νά διαλέγεται ἐσωτερικὰ μὲ τὸν ἑαυτὸ της καὶ τὸν Θεὸ καὶ νά ἐπικοινωνεῖ ἐξωτερικὰ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Τὰ ὑπόλοιπα ζῶα δέν ἔχουν λόγους. Ἔχουν μοναχὰ ἔνστικτα, φυσικὲς κινήσεις καὶ ὁρμές.


Οἱ λόγοι πού βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἀνθρώπου ἐξωτερικεύουν τὸ ἐσωτερικὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του. Ἡ ποιότητα τοὺς ἐκφράζει τὴν ποιότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ ἤθους τῆς ψυχῆς. Ἔτσι ἀπὸ μία ἀγαθὴ καρδία θὰ προέλθουν λόγοι καλοί καὶ ἀγαθοί, λόγοι ἤπιοι καὶ εἰρηνικοί, καθαροὶ καὶ ἅγιοι· ἐνῶ ἀπὸ μία πονηρὴ καὶ σαλεμένη καρδία θὰ προέλθουν λόγοι ἀγριεμένοι καὶ σκληροί, βρωμεροὶ καὶ ἀναίσχυντοι. Ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ ψυχὴ θ’ ἀκουστοῦν λόγια οἰκοδομῆς, παρακλήσεως καὶ ἀγάπης, λόγια σεμνὰ καὶ εὔφημα. Ὅσα ἁγνὰ καὶ προσφιλῆ, «εἰ τὶς ἀρετὴ καὶ εἰ τὶς ἔπαινος»· ἐνῶ ἀπὸ μία ψυχὴ κυριαρχημένη ἀπὸ τὰ πνεύματα τῆς ἀκαθαρσίας, ποὺ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, θ’ ἀκουστοῦν κατάρες καὶ βλαστήμιες, λόγια ὑβριστικὰ καὶ συκοφαντικά, λόγια δόλια, πικρὰ καὶ μοχθηρά, ποὺ τόσα κακὰ συσσωρεύουν στήν κοινωνικὴ συμβιώση τῶν ἀνθρώπων.


ποιητὴς τοῦ Εἱρμοῦ νιώθει κι αὐτὸς βαθιὰ τὴν ἀνάγκη ν’ ἀνοίξει τὸ στόμα του καὶ νά μιλήσει. Ἡ καρδιά του κατακλύζεται ἀπὸ πλῆθος ἐνδιάθετα λόγια, ποὺ συνωθοῦνται, ζητώντας νά βροῦν διέξοδο ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἐπιθυμεῖ νά ἐκφράσει τοὺς ἐσωτερικοὺς του διαλογισμούς. Οἱ διαλογισμοὶ του ὅμως δέν εἶναι τυχαῖοι καὶ κοινοί. Εἶναι διαλογισμοὶ καρδιᾶς στήν ὁποία κυριαρχεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Προτίθεμαι -λέει- ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, τὸ ὁποῖο θὰ γεμίσει ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (ὅπως γεμάτη ἀπὸ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα εἶναι ἐσωτερικὰ καὶ ἡ ψυχὴ του).


Προτίθεμαι δὲ νά πῶ λόγια ἀνυμνητικὰ πρὸς τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ καὶ μητέρα τῶν πιστῶν, τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁλόκληρης τῆς κτίσεως. Θά πῶ κι ἐγὼ λόγια ἀνυμνητικά, σὰν κι αὐτά πού λέγουν οἱ ἄγγελοι στήν ὁλόφωτη Κόρη τῆς Θείας Βασιλείας! Θὰ εἶναι δὲ τόση ἡ πνευματικὴ εὐφορία τῆς καρδιᾶς μου, τόσος ὁ συνεπαρμὸς τῆς ψυχῆς μου, ὥστε οἱ ἄνθρωποι θὰ διαπιστώσουν πάραυτα τὸ σκίρτημα τῆς χαρᾶς μου, βλέποντάς με νά πανηγυρίζω μὲ φαιδρότητα καὶ μὲ εὐχαρίστηση νά συνθέτω ὕμνους γιά νά τραγουδήσω τὰ πολλὰ θαύματα πού τὴν στεφανώνουν, νά μελωδήσω τίς χάρες της στό πεδίο τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου, στό ὁποῖο ὁ Υἱὸς ἄξια τοποθέτησε τὴν περίσεμνη Μητέρα!


«Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον, ἐσφραγισμένην σὲ Πνεύματι, ὁ μέγας Ἀρχάγγελος, Ἁγνή, θεώμενος, ἐπεφώνει σοι· Χαῖρε χαρᾶς δοχεῖον, δι’ ἧς τῆς προμήτορος ἀρά ληθήσεται». Βιβλίο ἔμψυχο στό ὁποῖο γράφτηκε ὁ Χριστός, βλέποντάς σε, Ἁγνή, ὁ μέγας Ἀρχάγγελος, σοῦ φώναζε· Χαῖρε δοχεῖο τῆς χαρᾶς, διὰ τῆς ὁποίας θὰ λυθεῖ ἡ κατάρα πού ἐπιβλήθηκε (ἀπὸ τὸν Θεὸ) στήν προμήτορα (Εὔα). Στό ἔμψυχο βιβλίο τῆς Μαρίας, δηλαδὴ στήν ἀνθρωπίνη φύση της καὶ εἰδικότερα στό ἄχραντο καὶ πανακήρατο σῶμα της, γράφτηκε, δηλαδὴ καταχωρήθηκε, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τή δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος, χωρὶς τὴν ἀνθρώπινη συνεργεία, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη στή βιολογικὴ διαδικασία κάθε ἄλλης φυσικῆς ἀνθρώπινης συλλήψεως.


ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὁ ὑπηρέτης τοῦ θαύματος, εἶχε σταλεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ γιά νά μεταφέρει τὸ χαρμόσυνο μήνυμα στήν ταπεινὴ Κόρη τῆς Ναζαρέτ. Τὸ θαῦμα πού ἀντίκριζε ὁ Ἄγγελος ἦταν μεγάλο καὶ παράδοξο. Ἀπὸ τή μία μεριά, ἔβλεπε μία Κόρη πάναγνη, γεμάτη ἀπὸ καλοσύνες καὶ χάρες, ἀπαστράπτουσα ἀπὸ ἀρετὲς καὶ χαρίσματα, θέαμα πού καὶ γιά τὸν ἴδιο ἦταν πρωτόγνωρο, καί πού ὑπερέβαιναν σὲ καθαρότητα καὶ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἄυλη φύση του, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἔβλεπε τὸν Πλάστη του, τὸν ἀχώρητο τῆς κτίσεως δημιουργό, τὸν καλύπτοντα παλάμῃ τὰ σύμπαντα καὶ συνέχοντα δρακὶ τὴν κτίση, νά σμικρύνεται τόσο, ὥστε νά χωρέσει στό φωτεινὸ χωρίο τῆς Παρθένου!


Μὴ μπορώντας δὲ νά κατανοήσει τὸ ἀκατανόητο, ξέσπασε στόν ὕμνο τῆς χαρᾶς πού δονοῦσε τὴν ἄυλη φύση του, ἀναφωνώντας· χαῖρε Κόρη πανύμνητε, ποὺ εἶσαι τὸ δοχεῖο τῆς χαρᾶς τόσο τοῦ οὐρανοῦ, τῶν νοερῶν δηλαδὴ ταξιαρχιῶν, ὅσο καὶ τῆς γῆς, τῶν ἀνθρώπων τῆς ὀδύνης, τοῦ μόχθου καὶ τῆς βιοτικῆς κακώσεως. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς τόσο μεγάλης χαρᾶς; Διότι στό προσωπό σου, στό φωτεινὸ χωρίο σου, στή σκηνή σου τὴν πνευματοΰφαντη καὶ θεοχώρητη, θὰ καταργηθεῖ ἡ κατάρα τῆς Προμήτορος. Θὰ καταργηθεῖ ἐκεῖνο πού ἡ πρώτη φυσικὴ μητέρα τῆς ζωῆς, ἡ Εὔα, τόσο ἀλόγιστα καὶ μὲ τὰ ἴδια της τὰ χέρια ἔπλεξε σὰν βαριὰ κληροδοσία γιά ὁλόκληρο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων· ἡ κατάρα πού πῆρε ἀπὸ τὸν Θεὸ γιά τή θλιβερὴ συνέντευξή της μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀποστασίας, μὲ τὴν καταπάτηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, τὴν παρακοὴ της, ποὺ γέμισε τὸ ἀνθρώπινο μὲ πόνο, μὲ δάκρυα καὶ στεναγμούς. Αὐτὴ ἡ λύση ἦταν ἡ μεγάλη αἰτία τῆς χαρᾶς!

«δὰμ ἐπανόρθωσις, χαῖρε Παρθένε θεόνυμφε, τοῦ Ἅδου ἡ νέκρωσις· χαῖρε, Πανάμωμε, τὸ παλάτιον, τοῦ μόνου Βασιλέως, χαῖρε θρόνε πύρινε, τοῦ Παντοκράτορος». Χαῖρε Σὺ Παρθένε, ποὺ εἶσαι ἡ ἐπανορθώση (τοῦ πταίσματος) τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἡ νέκρωση τοῦ Ἅδη. Χαῖρε σὺ Κόρη Πανάμωμε, ποὺ εἶσαι τὸ ἀστραφτερὸ παλάτι τοῦ μόνου Βασιλέως (τοῦ Θεοῦ), ὁ πύρινος θρόνος στόν ὁποῖο κάθεται ὁ Παντοκράτωρ Κύριος. Στήν ὑπόθεση τοῦ ὕμνου τῆς χαρᾶς προβάλλει τώρα καὶ ὁ Ἀδάμ. Ἡ χαρὰ τῆς Παρθένου περιπτύσσεται καὶ τὸν Προπάτορα. Διὰ τοῦ ἀσπασμοῦ τοῦ Ἀγγέλου δέν λυτρώνεται μοναχὰ ἡ Εὔα πού πρωτοστάτησε, στήν τραγωδία τῆς Ἐδέμ, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος ἔμμεσα συνέργησε στό πτωτικὸ ἐκεῖνο δρᾶμα. 


νδρας καὶ γυναῖκα, ὁ κορμὸς τοῦ δέντρου τῆς ζωῆς, ἦσαν ἀλληλέγγυοι στήν τραγικὴ περιπέτεια. Ὅπως μαζὶ γεννήθηκαν, ἔτσι μαζὶ καὶ πέθαναν. Γύρω ἀπὸ αὐτοὺς ἐκτυλίσσεται ἔκτοτε ἡ τραγικὴ ὑπόθεση τῆς ὑπάρξεως, ὁ θάνατος καὶ ἡ ζωή, κουβαλώντας τὴν ἀθλιότητα καὶ τή φθορά τῆς φύσεως. Διὰ τῆς Παρθένου συντελεῖται ἡ ἐπανορθώση τοῦ Ἀδάμ. Αὐτό πού χάλασε στόν Προπάτορα, διορθώνεται στήν ὁλόφωτη καὶ ταπεινὴ Κόρη. Τὸ δρᾶμα τῆς ἀρχαίας Ἐδὲμ βρίσκει τή λύση του στή νέα Ἐδὲμ τῆς Χάριτος, στήν περίσεμνη Νύμφη τοῦ Θεοῦ. Ἡ φύση πού τόσο τραγικὰ ἔπεσε, ἀποβάλλοντας τή θεοείδεια καὶ τή θεομορφία της, ἀναστηλώνεται τώρα, βρίσκοντας τὴν παλαιὰ της εὐγένεια καὶ εὔκλεια, τὴν προπτωτικὴ της καθαρότητα καὶ ὀμορφιά, στή θεοχώρητη μήτρα τῆς Παρθένου, ὅπου ὁ Θεός, ντυμένος τὸν ἄνθρωπο, ὁδηγεῖ τὴν εἰκόνα του στήν ἀρχαία της καθαρότητα, τὴν ὁποία εἶχε τή στιγμή πού βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια του, πρὶν ἀπὸ τή μελάνωση τῆς φθορᾶς καὶ τὴν ἀσχήμια τοῦ θανάτου.


Τὸ θαῦμα τῆς Παρθένου εἶναι συνάμα ἡ νέκρωση τοῦ Ἅδη. Ἡ ἐπανόρθωση τῆς φύσεως ἀντιστοιχεῖ στή νέκρωση τοῦ Ἅδη, ὁ ὁποῖος, ὡς χωρίο ὑποδοχῆς τῶν νεκρῶν, μεταφορικὰ σημαίνει τὸ θάνατο, εἶναι προσωποποίηση τοῦ θανάτου. Ἂν ὁ θάνατος, ὡς φθορὰ καὶ ἀποσύνθεση τῆς ζωῆς, εἶναι τὸ τίμημα τῆς ἁμαρτίας, τὸ ὁποῖο μὲ τή σειρά του ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς, διὰ τῆς ὑπακοῆς τῆς Παρθένου στό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ καὶ κατ’ ἐπέκταση τῆς κενωτικῆς ὑπακοῆς τοῦ Υἱοῦ της στήν προαιώνια λυτρωτικὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ Πατρός, καταλύεται ἡ ἁμαρτία καὶ δι’ αὐτῆς ὁ θάνατος, στά νικημένα λείψανα τοῦ Ἅδη. Ὁ Ἅδης ἡττᾶται καὶ στήν πένθιμή του ἐπικράτεια φυτρώνουν τὰ λουλούδια τῆς χαρᾶς. Ἡ μήτρα τῆς Παρθένου γίνεται ἡ νέα Ἐδὲμ τῆς χάριτος καὶ τῆς χαρᾶς!


Εἶναι περαιτέρω τὸ παλάτιο, τὸ καθαρὸ καὶ ἄμωμο, στό ὁποῖο εὐδόκησε νά κατοικήσει ὁ μόνος Βασιλεύς, εἶναι ὁ θρόνος ὁ πύρινος, ὁ φλογισμένος ἀπὸ τη φωτιὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ πυρωμένος ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς χάριτος, στόν ὁποῖο κάθεται ἐξουσιαστικὰ καὶ ἀναπαύεται καταδεκτικὰ ὁ ποιητὴς καὶ λυτρωτὴς τοῦ σύμπαντος. Δέν εἶναι μικρὴ ἡ χαρὰ αὐτὴ τῆς Παρθένου, ποὺ ἔγινε τὸ μελωδικὸ τραγούδι ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων! «Ῥόδον τὸ ἀμάραντον, χαῖρε, ἡ μόνη βλαστήσασα· τὸ μῆλον τὸ εὔοσμον, χαῖρε ἡ τέξασα· τὸ ὀσφράδιον, τοῦ πάντων Βασιλέως· Χαῖρε ἀπειρόγαμε, κόσμου διάσωσμα». Χαῖρε σύ πού ἀπὸ τή θεοχώρητη σάρκα σου βλάστησε τὸ ῥόδο πού δέν μαραίνεται· ποὺ γέννησες τὸ μῆλο πού μοσχοβολά· ἡ μυρωδιὰ τοῦ Βασιλέως τῶν ὅλων. Χαῖρε Σύ, ποὺ ἔγινες μητέρα, χωρὶς νά γνωρίσεις γάμο, Σύ πού εἶσαι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου.


κάλαμος τοῦ ὑμνῳδοῦ εἶναι ἀκατάσχετος, ἐξυμνώντας τίς χάρες τῆς Πανάγνου. Πλημμυρίζει ἀπὸ αἰσθήματα ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ χαρᾶς. Ἑξακολουθεῖ νά ψάλλει τὸ ἀπερινόητο θαῦμα. Ἀλήθεια, μπορεῖ γλῶσσα ἀνθρώπου νά σταματήσει ποτέ, νά βρεῖ κατάληξη στήν ἀνύμνηση τῶν θαυμασίων τῆς Παρθένου; Μπορεῖ γλῶσσα, καὶ ἡ πιὸ τρανή, νά μελωδήσει ἐπάξια τή χάρη Ἐκείνης; Ἀσθμαίνει ὁ νοῦς καὶ πληγώνεται ὁ λόγος στήν προσπάθειά του νά ὑφάνει ὕμνους «συντόνως τεθειγμένους», καταλλήλους νά ἐξυμνήσουν τὴν ἀπειρία τοῦ μητροπάρθενου κλέους! Στό τροπάριο ὁ στιχουργὸς προσπαθεῖ ν’ ἀνυμνήσει τὴν Παρθένο, χρησιμοποιώντας εἰκόνες καὶ ἐκφράσεις ἀπὸ τή φυσική του ἐμπειρία.


Τὶ ἄλλο μπορεῖ νά προσφέρει ἡ φτωχικὴ πέννα του; Μπορεῖ τάχατες ὁ νοῦς νά δρασκελίσει τὸ θαῦμα, νά φθάσει στούς πυλῶνες τοῦ μυστηρίου, ν’ ἀνοίξει τὸ ἀβυσσῶδες καὶ ἀπόκρυφο καὶ νά νοήσει τὸ ἀπερινόητο καὶ ἀκατάληπτο; Τὶ κατόρθωσε τάχα ὁ μέγας ἐκεῖνος Μωυσῆς στή φανέρωση τοῦ Θεοῦ πάνω στό Ὅρος; Εἶδε, σκεπασμένος στήν πέτρα, τὰ ὀπίσθια μόνον τοῦ Θεοῦ πού περνοῦσε ἀπὸ κοντὰ του, ἕνα μικρὸ μέρος ὄχι τῆς ἀκοινώνητης Θείας οὐσίας του ἀλλὰ τῆς κοινωνητὴς δόξας του. Τὴν χαιρετίζει ὡς βλαστήσασαν «ῥόδον τὸ ἀμάραντον»· τὸν ἁμαράντινο βλαστό πού βγῆκε ἀπὸ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γεννήθηκε ἀϊδίως ἀπὸ τὸν Πατέρα, τοῦ Ὁποίου φέρει ἀπαράλλακτη τὴν οὐσία, εἶναι ἰσοστάσιος, ἰσότιμος καὶ ἰσοδύναμος μὲ Ἐκεῖνον, καί ποτέ δέν φθίνει οὔτε μαραίνεται· ὁ Ὁποῖος, ὡς ἄφθιτος καὶ αἰώνιος, ζεῖ εἰς τὸν αἰῶνα, ἔχει ἀθανασία, καὶ τῆς βασιλείας Αὐτοῦ «οὐκ ἔσται τέλος».


Τή χαιρετίζει ὡς τέξασαν «μῆλον τὸ εὔοσμον», τὸν εὐωδιαστὸ καρπὸ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, τὸν Υἱὸν του τὸν Μονογενῆ, τὸν γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων, ποὺ εἶναι ὁ χαρακτῆρας καὶ τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξας τοῦ Γεννήτορος, ὁ «ὁμοούσιος τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο». Τὸ ὀσφράδιον (τὸ σῶμά πού ἀναδίδει εὐωδία) τοῦ «πάντων Βασιλέως». Τή χαιρετίζει ὡς «ἀπειρόγαμον», ποὺ δέν γνώρισε γαμική σχέση μὲ ἄνδρα, ἦταν «ἀπείρανδρος», ἂν καὶ μνηστευμένη μὲ τὸν Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος τηροῦσε ἁπλῶς χρέη μνήστορος καὶ ὄχι φυσικοῦ συζύγου τῆς Μαρίας. Εἶναι δέ, τέλος, κόσμου διάσωσμα. Ὄχι ὅτι αὐτὴ ἔσωσε τὸν κόσμο, πρᾶγμα πού ἐπιτέλεσε μόνον ὁ παντοδύναμος Θεός, ἀλλὰ διότι, δευτερευόντως καὶ ἔμμεσα, συνήργησε στό λυτρωτικὸ θαῦμα, ὡς παρασχοῦσα τή δυνατότητα τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως, τή μητρότητά της στόν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν «ἀπάτορα ἐκ Μητρὸς» καὶ «ἀμήτορα ἐκ Πατρός».


«γνείας θησαύρισμα, χαῖρε, δι’ ἧς ἐκ τοῦ πτώματος, ἡμῶν ἐξανέστημεν, χαῖρε ἡδύπνοον κρίνον, Δέσποινα, πιστοὺς εὐωδιάζον· θυμίαμα εὔοσμον, μύρον πολύτιμον». Χαῖρε Σύ, ποὺ εἶσαι ὁ ἀκένωτος θησαυρὸς τῆς ἁγνείας, Σύ, ποὺ μᾶς σήκωσες ἀπὸ τή δεινή πτώση μας στήν ἁμαρτία. Χαῖρε, Δέσποινα, ποὺ εἶσαι τὸ εὐωδιαστὸ κρίνο πού μυρίζεις τοὺς πιστούς· τὸ εὔοσμο θυμίαμα καὶ τὸ μύρο τὸ πολύτιμο. Οἱ εἰκονικὲς ἐκφράσεις τοῦ στιχουργοῦ συνεχίζονται. Χαιρετίζει τὴν Παρθένο ὡς «ἁγνείας θησαύρισμα». Θησαυρὸ χαρισμάτων ἀκένωτο, θήκη ἀκτινοβόλο ἁγνότητος καὶ ὀμορφιᾶς, πρωτόγνωρης στόν φθαρτὸ αὐτὸ κόσμο, τοῦ κάλλους τῆς ὁποίας ἠράσθη ὁ Βασιλεὺς τοῦ παντὸς τόσο, ὥστε ν’ ἀνοίξει τὴν πύλη της γιά νά περάσει ἀπὸ αὐτὴν στόν κόσμο, τὴν ὁποίαν (πύλη) κανένας ἄλλος δέν πρόκειται ν’ ἀνοίξει, ἀλλὰ θὰ παραμείνει «κεκλεισμένῃ» εἰς τὸν αἰῶνα.


πάναγνη Μητέρα τοῦ Θεοῦ μας βοήθησε, μὲ τή θέση της στό ἀπερινόητο θαῦμα τοῦ Υἱοῦ της, νά σηκωθοῦμε ἀπὸ τή δεινή πτώση μας στήν ἁμαρτία, πρᾶγμα πού δέν μπορούσαμε νά πετύχουμε, μὲ τίς δικὲς μας δυνάμεις, ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι. Καὶ ἡ Παρθένος φυσικὰ ἦταν ἄνθρωπος, φέρουσα καὶ αὐτὴ τὴν ἁμαρτία τοῦ Προπάτορα. Ἡ χάρη ὅμως πού εἶχε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἦταν τέτοια, ὥστε ἔσβησε τὴν ἐπαχθή κληρονομία τοῦ Ἀδὰμ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ τῆς χάρισε τή σχετική ἐκείνη ἀναμαρτησία πού μόνη αὐτή ἀξιώθηκε νά ἔχει μεταξὺ τῶν θνητῶν ἀνθρώπων. Μόνο σ’ ἕνα τέτοιο δοχεῖο καθαρὸ καὶ πάλλευκο μποροῦσε νά κατοικήσει ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἂν ἔλειπε ἡ Μαρία, ὡς συνθήκη ἀπαραίτητη τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως, θὰ μποροῦσε ἄραγε νά ἔλθει στόν κόσμο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ;


Στή συνέχεια ἡ Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ὡς «κρίνον ἡδύπνοον», ὡς λουλούδι πού σκορπίζει γλυκεῖα κι εὐχάριστη εὐωδία, ποὺ οἱ μυρωδιὲς του κατακλύζουν καὶ ὀμορφαίνουν τίς ψυχὲς τῶν πιστῶν ὡς «θυμίαμα εὔοσμον» καὶ «μύρον πολύτιμον», ποὺ εὐφραίνουν μυστικὰ τὶς καρδιὲς ἐκείνων, ποὺ ἔχουν κλείσει μέσα τους τὸ θαῦμα τῆς Παρθένου καὶ ἀνυμνοῦν ἐν σιγῇ τὰ ἄφθαρτα μεγαλεῖα της· ἐκείνων, ποὺ λαμβάνουν στά χείλη τους τὸ ὄνομα τῆς περίσεμνης Κόρης, ὄχι γιά νά τὸ κατακλύσουν μὲ τὸ βορβορώδη ὀχετὸ τῆς βρωμερῆς καὶ ἀναίσχυντης ἀκαθαρσίας τους (Θεέ μου φύλαγε τὸν ἄνθρωπο, ὄχι μόνο νά μὴν ἐκστομίζει, ἀλλὰ καὶ νά μὴν ἀκούει τὶς δαιμονικὲς κατὰ τῆς Πανάγνου βλαστήμιες καί, χωρὶς νά θέλει, νά ζεῖ τὶς πικρὲς ὦρες μιᾶς τόσο μεγάλης καὶ ἀπύθμενης ἀναισχυντίας), ἀλλὰ νά τὸ τιμήσουν καὶ νά τὸ δοξάσουν, νά μεγαλύνουν τὸ πάνσεπτο ὄνομα τῆς πανακήρατης Κόρης, ποὺ εἶναι τιμιότερο τοῦ ὀνόματος τῶν Χερουβὶμ καὶ ἀσυγκρίτως ἐνδοξότερο τῆς λαμπρότητος καὶ αἴγλης τῶν Σεραφείμ!




Ανδρέας Θεοδώρου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου