ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ





Κάθε γλώσσα, εὐγνώμονου ἀνθρώπου, ὅπως εἶναι φυσικό, τιμᾶ τήν Παρθένο καί Θεοτόκο, καί μιμεῖται ὅσο τοῦ ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις του τόν ἄρχοντα τῶν ἀγγέλων Γαβριήλ. Ἄλλος Τῆς ἀπευθύνει τό «χαῖρε», ἐξαιτίας τοῦ Κυρίου πού γεννήθηκε ἀπό Αὐτήν καί ἐμφανίσθηκε στό ἀνθρώπινο γένος ὡς ἄνθρωπος. Ἄλλος Τῆς ἀπευθύνει τό λόγο καί λέει: «ὁ Κύριος προέρχεται ἀπό Σένα» (Λουκ. 1, 28). Ὁ ἕνας Τήν ἐπονομάζει Μητέρα τοῦ φωτός, ὁ ἄλλος Ἀστέρι τῆς ζωῆς. Ἄλλος Τήν ἀποκαλεῖ Θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἄλλος Ναό πλατύτερο ἀπό τόν οὐρανό καί ἄλλος Καθέδρα ὄχι κατώτερη ἀπό τήν καθέδρα ἐκείνη τῶν Χερουβείμ.


λλος πάλι Τήν ὀνομάζει Κῆπο ἄσπαρτο, εὔφορο, ἀκαλλιέργητο· ἀμπέλι μέ ἄφθονα σταφύλια, ἀκμαῖο, ἀνέγγιχτο· τρυγόνα καθαρή, περιστέρα ἁγνή· σύννεφο πού συλλαμβάνει τίς βροχές χωρίς φθορά· σάκκο πού κρύβει μαργαριτάρι λαμπρότερο ἀπό τόν ἥλιο· μεταλλεῖο ἀπό τό ὁποῖο προέρχεται ὁ λίθος πού καλύπτει ὅλη τή γῆ, χωρίς κανένας νά τόν λατομεῖ (Δαν. 2,45)· πλοῖο γεμάτο ἀπό φορτίο καί πού δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κυβερνήτη· θησαυροφυλάκιο πού φέρνει πλοῦτο. Ἄλλοι πάλι Τήν ὀνομάζουν λυχνάρι χωρίς φιτίλι, πού ἀνάβει ἀπό μόνο του· Κιβωτό πιό πλατειά, πιό ἐπιμήκη καί πιό ἔνδοξη ἀπό ἐκείνη τοῦ Νῶε. Ἐκείνη ἦταν κιβωτός ζώων, ἐνῶ Αὐτή εἶναι ἡ Κιβωτός ζωῆς. Ἐκείνη ἦταν κιβωτός φθαρτῶν ζώων, Αὐτή εἶναι ἡ Κιβωτός τῆς ἄφθαρτης ζωῆς. Ἐκείνη κράτησε τόν Νῶε, ἐνῶ Αὐτή τόν Δημιουργό τοῦ Νῶε. Ἐκείνη εἶχε δύο καί τρεῖς ὀρόφους, ἐνῶ Αὐτή ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἁγίας Τριάδος.


Γιατί καί τό Πνεῦμα ἦταν παρόν, καί ὁ Πατέρας Τήν ἐπισκίασε, καί ὁ Υἱός κατασκήνωσε μέσα Της, ὡς βρέφος κυοφορούμενος. Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Πνεῦμα Ἅγιο θά ἔρθει ἐπάνω σου καί θά σέ ἐπισκιάσει ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου. Γι᾽ αὐτό καί τό ἅγιο πού θά γεννηθεῖ, θά ὀνομασθεῖ Υἱός τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 1,35). Βλέπεις πόσο μεγάλο εἶναι τό ἀξίωμα τῆς Θεοτόκου Παρθένου; Γιατί ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου, κρατήθηκε ἀπό Αὐτήν ὡς βρέφος, καί ξαναέπλασε τόν Ἀδάμ, καί ἁγίασε τήν Εὔα, καί κατάργησε τό δράκοντα, καί ἄνοιξε τόν παράδεισο, καί ἄφησε ἄφθαρτη τή σφραγίδα τῆς παρθενικῆς μήτρας. Πολύ φυσικά καί σύμφωνα μέ τή λογική καί τά δύο. Ἄνοιξε τόν παράδεισο, ἐπειδή ἐπρόκειτο νά φέρει καί νά ὁδηγήσει ὁ Ἴδιος μέσα τό Ληστή καί ὅλους τούς κληρονόμους τῆς Βασιλείας. Ἀσφάλισε τή σφραγίδα τῆς παρθενικῆς μήτρας, ἐπειδή Αὐτός πού ἔπαιρνε σάρκα ἦταν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καί δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό καμμιά θύρα γιά τήν εἴσοδο ἤ ἔξοδο Του.


Σέ Σένα λοιπόν, Παρθένε, οἱ Προφῆτες ἀπονέμουν τούς ἐπαίνους, καί ὁ καθένας ἐξυμνεῖ Σέ τήν Θεοφόρο ἀνάλογα μέ τό πῶς καί πόσο, τοῦ ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ τά μυστήρια αὐτά. Καί ἄλλος Σέ ἀποκαλεῖ ράβδο τοῦ Ἰεσσαί δείχνοντας ἔτσι τό ἄτρωτο καί ἀκέραιο τῆς παρθενίας Σου. Ἄλλος Σέ παρουσιάζει ὡς βάτο πού φλέγεται ἀλλά δέν καίγεται, γιά νά ὑπαινιχθεῖ μ᾽ αὐτό καί τόν Μονογενή πού προσέλαβε σάρκα καί παράλληλα τήν Παρθενία τῆς Θεοτόκου. Γιατί ἡ Παρθένος φλεγόταν, ἀλλά δέν καιγόταν, ἐπειδή γέννησε χωρίς νά φθαρεῖ ἡ μήτρα Της. Συνέλαβε καί παρέμεινε σφραγισμένη ἡ μήτρα. Θήλασε καί διαφύλαξε τούς μαστούς Της ἀνέγγιχτους. Κράτησε στά χέρια Της παιδί, καί τόν πατέρα Του δέν γνώρισε. Ἔγινε μητέρα, καί χωρίς νά ἔχει γίνει νύφη. Τρεφόταν Υἱός, καί ὁ Πατέρας δέν παραβρισκόταν.


Τό χωράφι καρποφοροῦσε, καί ὁ καρπός δέν ἀνῆκε σέ κανένα γεωργό. Ἀπέδωσε καρπό τόν καιρό τοῦ θερισμοῦ, χωρίς νά ἔχει δεχθεῖ σπόρο. Ποτάμι ἔτρεχε καί ἡ πηγή ἀπό παντοῦ ἦταν κλεισμένη, γιά νά ἀποδειχθεῖ ἔτσι Παρθένε, ὅτι καί μητέρα ἔγινες, καί δέν ὑπέφερες ὅσα περνᾶνε οἱ μητέρες. Γέννησες σάν γυναίκα καί δέν δέχθηκες φθορά ὡς γυναίκα. Κυοφοροῦσες σύμφωνα μέ τόν νόμο τῆς φύσεως, ἀφοῦ περίμενες τόν καιρό τόν πόνων τοῦ τοκετοῦ, ἀλλ᾽ ὅμως συνέλαβες ἔξω ἀπό τόν νόμο τῆς φύσεως. Ἄλλος Σέ ἀποκάλεσε Πύλη κλεισμένη πού εἶσαι στραμμένη πρός τήν ἀνατολή, καί πού εἰσάγει τόν Βασιλιά ἐνῶ οἱ πόρτες εἶναι κλειστές (Ἰεζ. 44,2). Κατά τόν ἴδιο τρόπο Σέ ὀνόμασε καί πύλη πού ὁδηγεῖς πρός τά ἔξω, ἐπειδή ἔγινες πόρτα πού ὁδήγησε στήν ἐπίγεια ζωή τόν Μονογενή. Καί Σέ ὀνόμασε Πύλη πού βρίσκεται στραμμένη πρός τήν ἀνατολή, ἐπειδή τό φῶς τό ἀληθινό, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο, προέρχεται ἀπό τήν κοιλιά Σου, σάν ἀπό κάποιο βασιλικό θάλαμο. 


σύ ἔβαλες μέσα Σου τόν Βασιλιά, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειστές, καί πάλι ἔτσι Τόν πέρασες ἔξω. Γιατί ὁ Βασιλιάς τῆς δόξας δέν ἄνοιξε τίς πόρτες τῆς μήτρας Σου, οὔτε χαλάρωσε τό φραγμό τῆς παρθενίας Σου, οὔτε ὅταν συλλαμβανόταν, ἀλλά καί οὔτε ὅταν γεννιόταν. Ἐσένα ὀνόμασε Κῆπο κλεισμένο καί Πηγή σφραγισμένη ὁ Νυμφίος πού προῆλθε ἀπό Σένα, καί προφήτευσε στά Ἄσματα (Ἆσμ, Ἀσ. 4,12). Κῆπο κλεισμένο Σέ ὀνόμασε, ἐπειδή Ἐσένα δέν Σέ ἄγγιξε δρεπάνι φθαρτό ἤ τρυγητός. Ἄνθος ἐπίσης, πού βλάστησε καθαρά ἀπό τή ράβδο τοῦ Ἰεσσαί στό γένος τῶν ἀνθρώπων Σέ ἀποκάλεσε, γιά νά δείξει ὅτι καλλιεργήθηκες μόνο ἀπό τό καθαρό καί ἄσπιλο Πνεῦμα. Σέ ὀνόμασε Πηγή σφραγισμένη, γιατί ὁ ποταμός τῆς ζωῆς, πού προῆλθε ἀπό Σένα, πλημμύρισε τήν οἰκουμένη. Ἀλλά κάδος γάμου τή δική Σου πηγή ποτέ δέν τήν ἄντλησε. Γιά Σένα ὁ Δαβίδ, καί παίρνοντας ἀπό Σένα τήν ἔμπνευση, δέν παύει νά κρούει τό ψαλτήρι καί νά ψάλλει: «Ἀναστήσου, Κύριε, νά πᾶς στόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς Σου, Σύ καί ἡ Κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός Σου» (Ψαλμ. 131,8). «Ἀναστήσου». Ἀπό ποῦ;


πό τούς κόλπους τοῦ Πατέρα, ὄχι γιά νά χωριστεῖς ἀπό τόν Πατέρα (γιατί αὐτό δέν ἐπιτρέπεται οὔτε νά τό σκέφτεται κανείς, οὔτε καί νά τό λέει), ἀλλά γιά νά ἐκπληρώσεις κατά τή Θεία Οἰκονομία, αὐτό πού ἀπό τήν ἀρχή, πρίν ἀπό τούς αἰῶνες καί πρίν ἀπό τίς γενεές, εἶχε ὁρισθεῖ. «Ἀναστήσου», γιά νά σηκώσεις τούς πεσμένους, γιά νά ἀνορθώσεις αὐτούς πού βρίσκονται νεκρωμένοι. «Ἀναστήσου», γιά νά πάρεις πίσω ἀπό τόν ἐχθρό αὐτό πού Σοῦ ἀνήκει καί μέχρι τώρα τυραννιέται ἀπό αὐτόν. «Ἀναστήσου, Κύριε, νά πᾶς στόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς σου», σ᾽ Αὐτήν πού διάλεξες πάνω στή γῆ, καί πού Τήν ἔταξες στή Βηθλεέμ, στό σπήλαιο, στή φάτνη καί στά σπάργανα. Γιατί στούς οὐρανούς δέν ἔχεις ἀνάγκη ἀπό ἀνάπαυση, ἀφοῦ Ἐσύ εἶσαι ἡ ἀνάπαυση ὅλης τῆς κτίσης. Στή γῆ ὅμως γιά χάρη μας ὑποφέρεις τά ἀνθρώπινα. Φυσικά, δέν ἐννοῶ τήν πείνα καί τή δίψα, τά ὁποῖα ὑπέμεινες. Γιατί καί πεινώντας, Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς, καί διψώντας, Σύ εἶσαι ἡ παρηγοριά αὐτῶν πού διψοῦν.


Γιατί Ἐσύ ἔγινες ποταμός ἀφθαρσίας. Καί ἐνῶ κοπιάζεις περπατώντας στήν ξηρά, δρασκελίζεις ἄκοπα πάνω στῆς θάλασσας τά κύματα. «Σήκω, Κύριε, νά πᾶς στόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς Σου, Σύ καί ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάματός Σου». Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἡ κιβωτός ἐδῶ εἶναι ἡ Παρθένος, ἡ Θεοτόκος. Γιατί ἄν Ἐσύ εἶσαι τό μαργαριτάρι, εὔλογα Ἐκείνη εἶναι ἡ Κιβωτός. Ἐφόσον Σύ εἶσαι Ἥλιος, φυσικά ἡ Παρθένος θά ὀνομασθεῖ οὐρανός. Ἐπειδή Σύ εἶσαι ἄνθος ἀμάραντο, ἄρα ἡ Παρθένος εἶναι φυτό ἀφθαρσίας, ὁ παράδεισος τῆς ἀθανασίας. Βλέποντας αὐτά στήν Παρθένο ὁ Ἠσαΐας προφήτεψε λέγοντας: «Νά, ἡ Παρθένος θά συλλάβει, καί θά γεννήσει γιό, καί θά τόν ὀνομάσουν Ἐμμανουήλ» (Ἠσ. 7,14). Νά ἡ Παρθένος. Ποιά; Ἡ ξεχωριστή ἀνάμεσα στίς γυναῖκες, ἡ διαλεχτή ἀνάμεσα στίς Παρθένες, τό σεμνό στολίδι τῆς φύσης μας, τό καύχημα τοῦ δικοῦ μας πηλοῦ· Αὐτή πού ἀπάλλαξε ἀπό τή ντροπή τήν Εὔα, καί ἀπό τήν ἀπειλή τόν Ἀδάμ· Αὐτή πού ἔκοψε τό θράσος τοῦ δράκοντα καί τήν Ὁποία δέν ἄγγιξε καπνός ἐπιθυμίας, οὔτε Τήν ἔβλαψε τό σκουλήκι τῆς ἡδυπάθειας.


«Νά, ἡ Παρθένος θά συλλάβει». Ἀπό ποῦ, προφήτη; Δέν θά τό πῶ, λέει. Γιατί αὐτό τό μυστικό εἶναι προνόμιο ἀποκλειστικά φυλαγμένο γιά τό Γαβριήλ. Πολλοί μιλοῦν γιά τά θαύματα τῆς Θεοτόκου, ἀλλά καί πολλά ἀπό αὐτά παραλείπονται. Ἐγώ ὅμως πιστεύω μ᾽ ὅλη μου τήν ψυχή σ᾽ Αὐτόν πού γέννησε ἡ Ἀειπάρθενη. Ὁ Μιχαίας ἀναφέρει τό χῶρο πού ἔγινε τό θαῦμα, καί ὁ Δαβίδ τό χρόνο. Γιατί αὐτός πρόσθεσε στήν προφητεία τῶν Ψαλμῶν: «Σέ γέννησα ἀπό τήν κοιλιά μου πρίν ἀπό τόν Ἑωσφόρο» (Ψαλμ. 109,3). Ὁ Γαβριήλ ὅμως θά μᾶς πεῖ τό ἀπό ποῦ. Γιατί ἐκεῖνος κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό. Ἐκεῖνος ἀποκλειστικά γιά τό σκοπό αὐτό στέλνεται στήν Παρθένο. Ἐκεῖνος ἔρχεται τόν καιρό τοῦ τοκετοῦ καί ἀναλαμβάνει κατά συνέπεια νά ἑρμηνεύσει τό γεγονός τῆς γέννας. Ἐάν ὅμως θέλεις νά μάθεις καί ἀπό μένα, ἄκουσε τή συνέχεια τῆς προφητείας: «Καί θά γεννήσει γιό, καί θά τόν ὀνομάσουν Ἐμμανουήλ».


Τί σημαίνει τό ὄνομα Ἐμμανουήλ; «Ὁ Θεός εἶναι μαζί μας». Μήπως λοιπόν ὁ Θεός συλλαμβάνεται μέ γάμο ἀνθρώπινο, καί μπορεῖ νά γεννηθεῖ ἤ νά σαρκωθεῖ μέ ἄνδρα καί μέ σαρκική συζυγία; Καθόλου, ἀλλά μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἐπιφύτευση τοῦ Ὑψίστου, μέ τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πράγματι, τί εἶπε τότε στό Γαβριήλ ἡ Παρθένος; «Πῶς θά γίνει αὐτό σέ μένα, ἀφοῦ δέν ἔχω ἄνδρα;» (Λουκ. 1,34). Δηλαδή· Τό θαῦμα μέ ἐκπλήσσει, ὁ λόγος μέ ἀφήνει κατάπληκτη, καί ἡ εἴδηση τοῦ Ἀγγέλου μέ κάνει ὡς Παρθένο νά ἐξίσταμαι. Λές πράγματα θαυμαστά, σέ μένα ὅμως εἶναι ὕποπτα, γιατί εἶναι πρωτόγνωρα. Φοβᾶμαι τό πρωτάκουστο, χαρούμενο μήνυμα· θορυβοῦμαι ἀπό τά πολύ ἀσυνήθιστα λόγια. «Πῶς θά γίνει αὐτό σέ μένα, ἀφοῦ δέν ἔχω ἄνδρα;». Πῶς θά γίνω μητέρα, ἀφοῦ δέν ἔχω γίνει νύφη; Δέν καταστράφηκε τό ἄνθος τῆς ἁγνότητας, δέν ἔλυσα τόν ζωστήρα τῆς παρθενίας, δέν χαλάρωσα τό δεσμό τῆς μήτρας, δέν κατήργησα τή σφραγίδα τῆς μήτρας.


Καί ὁ Ἄγγελος ἀμέσως πρόσθεσε: «Θά ἔρθει Ἅγιο Πνεῦμα σέ Σένα καί θά Σέ σκιάσει δύναμη τοῦ Ὑψίστου» (Λουκ. 1,35). Δηλαδή· Ἄν εἶχες ἄνδρα δέν θά γεννοῦσες Θεό, ὁ Ὁποῖος καταδέχθηκε νά πάρει γιά χάρη Σου, μέσα ἀπό Σένα μορφή δούλου, χωρίς φθορά. Δέν θά γινόσουν ὄργανο γιά νά πάρει σάρκα Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τά πάντα. Ἀλλ᾽ ἐπειδή εἶσαι καθαρή ἀπό συζυγική σχέση, ἐπειδή κράτησες τό ναό ἀδιάφθορο καί ἐπειδή διατήρησες τή σκηνή μακριά ἀπό κάθε ρύπο, γι᾽ αὐτό καί ὁ Πατέρας ἔρχεται σέ Σένα, καί τό Πνεῦμα Σέ ἐπισκιάζει, καί ὁ Μονογενής γεννιέται ἀπό Σένα, ὡς ἄνθρωπος. Ἐσύ λοιπόν νά μήν ἀμφιβάλεις καθόλου γιά τά μυστήρια πού θά ἐπακολουθήσουν. Νά μήν ἀμφιβάλεις γεννώντας στό σπήλαιο τόν Δημιουργό ὅλης τῆς κτίσης. Νά μήν παραξενευτεῖς καθώς θά τοποθετεῖς στή φάτνη Ἐκεῖνον πού κάθεται πάνω στά Χερουβείμ, καί πού στή γῆ δέν βρίσκεται τόπος γιά νά Τόν δεχτεῖ.


Μήν ἐκπλαγεῖς πού θά εἶσαι μητέρα τοῦ Βασιλιά τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Γιατί μέ τή θέλησή Του γεννιέται φτωχός ἀπό Σένα, γιά νά χαλιναγωγήσει τούς πλούσιους καί νά γίνει στήριγμα ὑπομονῆς γιά τούς φτωχούς, καί δάσκαλος εὐχαριστίας. Μέ τή θέλησή Του τοποθετεῖται Ἐκεῖνος στή φάτνη, γιά νά ἔρθουν οἱ ἀποκτηνωμένοι καί νά βροῦν τόν Λόγο μέσα στή φάτνη, καί νά ᾽ρθουν ἔτσι στά σύγκαλά τους. Γιά νά ᾽ρθουν νά βροῦν σιτάρι, ἐνῶ περίμεναν νά βροῦν ἄχυρα. Γιά νά ἔρθουν σάν κτήνη, νομίζοντας ὅτι θά βροῦν στή φάτνη δεμάτια κριθαριοῦ, καί νά φάνε τόν Ἄρτο τόν ἀληθινό, τήν τροφή τῆς ζωῆς, τό δεῖπνο τοῦ φωτός, τήν τροφή τῆς χαρᾶς, τή γλυκύτητα τῆς ἀφθαρσίας.Νά βροῦν Ἐκεῖνον ἀπό τόν Ὁποῖο προέρχεται ἡ γνώση τῆς Βασιλείας, ὁ ἀρραβώνας τῆς υἱοθεσίας, ἡ κληρονομία τῶν οὐρανῶν, ἡ κοινωνία τοῦ Πατέρα καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Σ᾽ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.





Άγιος Ησύχιος Ιεροσολύμων


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου