ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2022

ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ (4ο ΜΕΡΟΣ)

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου της Ι. Μ. Παρακλήτου: <<Όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα>>, έκδοση ογδόη, σελ. 47-53, Ωρωπός Αττικής 2004.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένων
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Η λέξις "στάρετς", που ερμηνεύεται "γέροντας", αναφέρεται σε χαρισματούχους άνδρες του ρώσικου μοναχισμού. Πρόκειται για τους ιερομονάχους εκείνους, οι οποίοι με αυστηρή μοναχική άσκησι ανέβηκαν σε ύψη αρετής και κατέκτησαν πλούσια την χάρι, την σοφία και την δύναμι του Αγίου Πνεύματος,
για να αναλάβουν εν συνεχεία το έργο του πνευματικού πατρός και καθοδηγητού.
Τον περασμένο αιώνα η Ρωσική Εκκλησία παρουσίασε εκλεκτούς και δυναμικούς στάρετς. Ήταν για να ενισχυθή η φλόγα της πίστεως και να αντέξη στην επερχόμενη δοκιμασία. Ανάμεσά τους σπουδαία θέσι κατέχει ο περίφημος στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα, ο "μέγας φωστήρ της Ρωσίας", όπως χαρακτηρίσθηκε, ο οποίος ανακηρύχθηκε επίσημα άγιος τον Ιούνιο του 1988 από την Ιερά Τοπική Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωσίας.
Η παρουσίασις στο ελληνικό κοινό της μεγάλης αυτής οσιακής μορφής αποτελεί μια συμβολή στην προσπάθεια ν' αποκαλυφθούν τα περίλαμπρα αστέρια που κρύβει ο ουράνιος θόλος της Ορθοδοξίας. Έτσι θα μπορή ο αναγνώστης να θαυμάση το φως, την λάμψι, την δόξα και την ωραιότητα που περιέχει η Εκκλησία του.
Μαζί με την μορφή του βιογραφούμένου οσίου προβάλλονται στο παρόν βιβλίο και άλλες ιερές μορφές -εκλεκτά άνθη από τον οσιακό κήπο της Όπτινα- όπως του στάρετς Λέοντος, του στάρετς Μακαρίου, του ηγουμένου Μωϋσή, του ερημίτου Ελισσαίου κ.ά. Όλοι τους -σύγχρονοι του οσίου Αμβροσίου- ήσαν θεοφόροι Πατέρες,
"άνδρες πλούσιοι, κεχορηγημένοι ισχύϊ" (Σ. Σειράχ μδ' 6). [...]
(Από τον πρόλογο της έκδοσης)






Ο στάρετς Λέων


Αν το Μοναστήρι της Όπτινα εγνώρισε τον 19ο αιώνα το πνευματικό του μεσουράνημα, το οφείλει κυρίως σε ωρισμένα πρόσωπα που αναδείχθησαν εμπνευσμένοι στάρετς, και που σαν εκλεκτά δοχεία της Χάριτος εσκόρπισαν γύρω τους τις ευλογίες του Ουρανού.


Εκείνος δε που εγκαινίασε εκεί επίσημα το στάρτσεστβο υπήρξε ο Μεγαλόσχημος Ιερεύς Λέων (1768-1841). Μία σύντομη γνωριμία μαζί του επιβάλλεται, αφού άλλωστε υπήρξε ο πρώτος υπεύθυνος καθοδηγητής του στάρετς Αμβροσίου. Μεταξύ των αρετών του ξεχωριστή θέσι κατείχε η ταπεινοφροσύνη και η υπομονή στους πειρασμούς.


Η αρετή του και η φήμη του συνέβη να ερεθίση μερικούς -φαινόμενο όχι και τόσο ασυνήθιστο- με συνέπεια να υβρισθή, να συκοφαντηθή και να διωχθή. Αγωνιζόμενος όμως <<διά των όπλων της δικαιοσύνης των δεξιών και αριστερών>> έγινε κάτοχος μεγάλης πνευματικής πείρας και ανεδείχθη χαρισματούχος οδηγός του λαού. Ως την ηλικία των εξήντα οκτώ ετών ασκήτευε στην Σκήτη, και τότε κατόπιν εντολής του Επισκόπου μετεφέρθη στο Μοναστήρι.


Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν ήταν παρά μία συνεχής προσφορά στον κόσμο που ζητούσε την καθοδήγησί του και την ευλογία του. Η πρώτη γνωριμία μαζί του ήταν οπωσδήποτε εντυπωσιακή. Η εξωτερική του εμφάνισις δεν προδιέθετε ευμενώς να τον θεωρήσης πρόσωπο σπουδαίας πνευματικότητος. Από πλευράς σωματικής διαπλάσεως τύχαινε να είναι υπερβολικά παχύσαρκος, πράγμα που χτυπούσε άσχημα. 


Έπειτα απέφευγε την επιτηδευμένη ευλάβεια και ευγένεια -πολλές φορές έκανε τον αστείο ή τον ωργισμένο- και απορούσες αν έχης μπροστά σου έναν άνθρωπο του Θεού. Όταν όμως άνοιγες μαζί του σοβαρή συζήτησι ή του εξωμολογείσο, εθαύμαζες τον θεϊκό φωτισμό του. Γιατι εκτός των άλλων είχε το ειδικό χάρισμα να υπενθυμίζη σ' όσους έκαναν εξομολόγησι παλαιές αμαρτίες τους.


Η διαπίστωσις αυτή έδινε και ένα καλό μάθημα, να μη κρίνεται η αξία του ανθρώπου από την εξωτερική του εμφάνισι. Η άφιξις του Αλέξανδρου στην Όπτινα βρήκε τον στάρετς στο 71ο έτος. Αν αργούσε περισσότερο δεν θα τον συναντούσε καθόλου -πέθανε στο 73ο έτος- και η απώλεια θα ήταν σημαντική. Να γατι τον παρακινούσε ο πειρασμός να αναβάλλη συνεχώς την φυγή του από τον κόσμο!


Την πρώτη φορά που τον αντίκρυσε ο Αλέξανδρος φθάνοντας στο Μοναστήρι, κάθε άλλο παρά ενθουσιάσθηκε, όπως ο ίδιος το περιγράφει: -Πηγαίνοντας στον στάρετς Λέοντα τον βλέπω παχύ, εύσωμο, καθισμένο στο κρεββάτι του. Ήταν περιτριγυρισμένος από κόσμο, και εκείνη την ώρα έλεγε κάποιο αστείο και γελούσε. Δεν έμεινα καθόλου ευχαριστημένος. Σε λόγο επισκέφθηκα τον Ηγούμενο Μωϋσή.


Στη ερώτησί του, <<Πώς σου φάνηκε ο στάρετς; Σου άρεσε;>> του είπα πως είχε γύρω του πολύ κόσμο. Απέφυγα να του πω πως δεν μου άρεσε. Έπειτα όμως από λίγο παρακολουθώντας ο Αμβρόσιος μία άλλη σκηνή σχημάτισε διαφορετική εντύπωσι για το πρόσωπο του στάρετς. Θα αφήσουμε τον ίδιο να μας την περιγράψη:


-Βλέπω κάποιον σκητιώτη Ιερομόναχο ονόματι Ιωάννη να φορή το Μεγάλο Σχήμα -μόλις είχε γίνει η κουρά του- και να βαδίζη προς το κελλί του στάρετς. Μόλις τον αντίκρυσα θαμπώθηκα. Είχε όψι πραγματικά αγγελική. Δεν ήθελα να μου φύγη από τα μάτια. Πλησιάζοντας στον στάρετς τον βλέπω να βάζη μία πολύ βαθειά μετάνοια, να ασπάζεται το χέρι του και να λέη:


<<Να μπάτουσκα έρραψα το καινούργιο μου ζωστικό -δηλαδή το εσωτερικό ράσο- και το έφερα να το ευλογήσης προκειμένου να το φορέσω>>. <<Έτσι κάνουνε;>> απαντά εκείνος. <<Πρώτα ζητούν ευλογία να το ράψουν και μετά για να το φορέσουν. Τώρα όμως το έρραψες. Φόρεσέ το. Δεν μπορούμε να το χαλάσουμε>>. Παρακολουθώντας τα λόγια του στάρετς αντιλήφθηκα το βαθύτερο νόημά τους και άρχισα να τον αγαπώ. Τί ήταν εκείνο που αντιλήφθηκε ο Αλέξανδρος;


Ήταν ότι η άσκησις του μοναχού συνίσταται κυρίως στην <<εκκοπή του ιδίου θελήματος>>. Ο μοναχός δεν πρέπει να ενεργή ανεξέλεγκτα, αλλά τις επιθυμίες του και τις ενέργειές του να τις υποβάλλη στην κρίσι του πνευματικού του οδηγού. Όλα πρέπει να γίνωνται με την ευλογία του Πατρός.


Με διαφορετική τώρα γνώμη και διάθεσι πλησίαζε ο υποψήφιος μοναχός τον στάρετς, του διηγήθηκε την ιστορία του και τις προοπτικές του, ζητώντας ευλογία να παραμείνη στην Όπτινα. Ο Γέροντας από την πρώτη στιγμή τον εξετίμησε. Τον περιέβαλε με περισσή αγάπη και τον ενεθάρρυνε στην επιθυμία του για μια ζωή αφιερωμένη.


Στο κελλί του στάρετς χρειαζόταν πάντοτε ένα πρόσωπο να τον εξυπηρετή σε διάφορες ανάγκες, αφού ήταν ηλικιωμένος και δυσκίνητος, και μάλιστα να του διαβάζη τις Ακολουθίες, εφ' όσον ήταν αδύνατο να τις παρακολουθή στον Ναό. Κάποια εσωτερική φωνή παρακινούσε τον στάρετς να προσλάβη τον Αλέξανδρο σ' αυτή την υπηρεσία. Έτσι και έγινε.


Μεγάλη ευλογία για τον Αλέξανδρο να βρίσκεται κοντά στον άνθρωπο, που έκρυβε μέσα του ανεκτίμητο πνευματικό πλούτο. Μεταξύ τους ανεπτύχθησαν ακατάλυτοι ιεροί δεσμοί. Ο Γέροντας αντιμετώπιζε τον δόκιμο μοναχό με ξεχωριστή λεπτότητα και πατρική στοργή. Τον ευχαριστούσε μάλιστα να τον αποκαλή, χαιδευτικά <<Αλεκάκο>>. Σ' αυτή την θέσι παράμεινε ο Αλέξανδρος αρκετούς μήνες.


Θα έπρεπε όμως να γίνη κάποια αλλαγή, που υπαγορευόταν από την αγάπη του στάρετς Λέοντος. Οι γονείς δεν ενδιαφέρονται μόνο για το παρόν, αλλά και για το μέλλον των παιδιών τους. Αυτός στην ηλικία και την κατάστασι που βρισκόταν, δεν θα ζούσε πολύ καιρό ακόμη. Και ο μαθητής του τι θα γινόταν; Αυτές οι σκέψεις έφεραν τον Αλέξανδρο στην Σκήτη.


Τον παρέδωσε ο στάρετς Λέων στον εκλεκτό Ιερομόναχο Μακάριο, άριστο καθοδηγητή ψυχών. Η εγκατάστασίς του στην Σκήτη, έγινε ένα χρόνο μετά τον ερχομό του στην Όπτινα. Τώρα, στην νέα του διαμονή θα μπορούσε να ανεβή ψηλά, γιατι του προσφερόταν περιβάλλον ησυχαστικό. <<Ησυχία, αρχή καθάρσεως>>. Με την ησυχία, την σιωπή, την περισυλλογή, η ψυχή του θα έπαιρνε φτερά για να πετάξη στα ύψη.


Τον σεβαστό του στάρετς Λέοντα, που μόνο ένα χρόνο παρέμεινε ακόμη στην ζωή, δεν τον λησμόνησε. Του έτρεφε απέραντη αφοσίωσι και αγάπη. Γι' αυτό κατά διαστήματα τον επισκεπτόταν' και για να τον βλέπη, αλλά και για να ωφελήται πνευματικά. Ανάμεσα στις σχέσεις του στάρετς και του Αλεξάνδρου υπάρχουν και ωρισμένα περιστατικά, κάπως περίεργα για έναν που αγνοεί την ιδιοτυπία της μοναχικής ζωής.


Προκειμένου να καλλιεργηθή στον μοναχό πνεύμα ταπεινοφροσύνης οι Γέροντες μερικές φορές τον αντιμετωπίζουν με κάποια εξωτερική σκληρότητα. Πολλές φορές ο στάρετς έδειχνε πως περιφρονεί τον υποτακτικό του και δεν καταδέχεται καν να τον αποκαλέση με το όνομά του. -<<Χίμαιρα>>, του έλεγε, πάλι απροσεξίες έκανες! Αντί Αλέξανδρο τον φώναζε <<χίμαιρα>>.


(Η λέξις προέρχεται από την αρχαία ελληνική μυθολογία και αναφέρεται σε κάποιο φανταστικό θηρίο. Μεταφορικά αναφέρεται και σε πράγματα ανύπαρκτα, σε ονειροπολήματα, σε ουτοπίες). Με την ονομασία αυτή ήθελε να του πη, <<φαντάζεσαι πως είσαι σπουδαίος, ενώ στην ουσία δεν είσαι τίποτε>>.


Ερώτησαν κάποιοι τον στάρετς να τους διασαφηνήση την έννοια της λέξεως <<χίμαιρα>>, και τους έφερε ένα επιτυχημένο παράδειγμα από την φυτολογία. 


-Παρατηρήστε, τους είπε, τις αγγουριές. Από ωρισμένα άνθη παράγονται αγγούρια, από άλλα όμως όχι. Εμφάνισι μόνο έχουν' δημιουργούν τέτοια εξωτερική εντύπωσι, αλλά από καρπό μηδέν. Τα άνθη αυτά δίνουν μία ιδέα τι εννοώ με την λέξι <<χίμαιρα>>. Δεν ήταν μόνο ο Αλέξανδρος που υφίστατο τέτοιες <<περιποιήσεις>> από τον στάρετς.


Και άλλοι υποτακτικοί είχαν να διηγούνται παρόμοιες αντιμετωπίσεις του. Γύρω στον στάρετς που ζούσε με απλότητα και είχε αποκτήσει την μοναχική <<απάθεια>>, μαζευόταν διάφορος κόσμος: Άνδρες, γυναίκες, νέοι, γέροι, μοναχοί, μοναχές. Κάποτε που τον επισκέφθηκαν μερικές μοναχές, ο Αλέξανδρος υπέστη μία απροσδόκητη και κάπως υποτιμητική μεταχείρησι. Τί συνέβη;


(Ως γνωστόν οι ρωσίδες μοναχές φορούν και μικρό καλογερικό σκούφο). Παίρνει λοιπόν τον σκούφο από την μοναχή και τον τοποθετεί στο κεφάλι του υποτακτικού του. Εκείνος σάστισε. Δεν ήξερε τι να κάνη. Τί ντροπή! Να βρίσκεται ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους και να φορή γυναικείο σκούφο!


Υπελόγισε πως του το έκανε αυτό ο στάρετς για ταπείνωσι. Έπειτα όμως από πολλά χρόνια αντιλήφθηκε πως η ενέργεια αυτή είχε προφητικό νόημα. Του προέλεγε για τις πολλές φροντίδες και έννοιες που θα έβαζε στο κεφάλι του χτίζοντας ένα γυναικείο Μοναστήρι και καθοδηγώντας πλήθος μοναχές. 



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου της Ι. Μ. Παρακλήτου:
<<Όσιος Αμβρόσιος της Όπτινα>>,
έκδοση ογδόη, σελ. 47-53, Ωρωπός Αττικής 2004.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF