ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

ΧΡΩΣΤΑΜΕ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΤΙΜΗ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΟΠΩΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΠΕΔΩΣΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ




Σ
τή μέση τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει τὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὥστε νά τονώσει τὴν ἔμπνευση καὶ νά μᾶς ἐνισχύσει στόν ἀγῶνα νά προευπρεπίσουμε τίς ψυχὲς μας, γιά νά εἰσέλθουμε στήν ζωοποιὸ παρουσία τοῦ ἀναστάντος Κυρίου. Παρομοίως στήν μέση τῆς περιόδου τοῦ Πεντηκοσταρίου ἑορτάζουμε τήν Μεσοπεντηκοστή, ποὺ ἀναδαυλίζει τήν δίψα γιά τὸ Φῶς τοῦ Παρακλήτου, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μᾶς ἐνισχύει νά προσκαρτερήσουμε μέ προσευχὴ καὶ ὁλοένα αὐξανόμενο πόθο, «ἕως οὗ ἐνδυθῶμεν δύναμιν ἐξ ὕψους»[1]. Διότι ἂν δέν ἔλθει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νά μᾶς συνδέσει μέ τὸν Χριστὸ αἰώνια, δέν μποροῦμε νά «περιπατήσωμε ἐν καινότητι» τῆς «ζωῆς»[2], ποὺ μᾶς χαρίζει ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.


Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου


Στήν σημερινὴ περικοπή, τῆς Σαμαρείτιδος, βλέπουμε τήν δίψα τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τήν δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Διακρίνουμε τὸ μέγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ κενώνεται καὶ κυνηγάει τὸν ἄνθρωπο σὲ ὅλους τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς του καὶ τὸ μέγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀπὸ τὴν ἐσχάτη πτώση, μπορεῖ, ὅταν συνεργήσει μέ τὸν Θεό, νά ἀνέβει σὲ ὕψη ἀγγελικά.


Γιά τοὺς Ἰουδαίους οἱ Σαμαρεῖτες ἦταν μιαροὶ καὶ αἱρετικοί. Ἰδιαίτερα ἡ συνομιλία μέ γυναῖκα Σαμαρείτιδα θεωρεῖτο κάτι ἄκρως ὑποτιμητικό. Ὁ Χριστὸς ἔκανε τὴν ὑπέρβαση καὶ ὑπέδειξε ὅτι ἐκεῖνο πού διακρίνει τοὺς ἀνθρώπους εἶναι τὸ πνευματικὸ τους χάρισμα. Ὅταν ἐνεργεῖ ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κάθε εἶδος ἀνθρωπίνης διακρίσεως καταργεῖται. Ἔθνος τῶν Χριστιανῶν δέν εἶναι οἱ Ἕλληνες ἤ οἱ Ῥῶσοι ἤ οἱ Ῥουμάνοι, ἀλλὰ ὅσοι ἔχουν λάβει τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Ἔχοντας ἐνδυθεῖ τὸν Χριστό, καθίστανται «γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαὸς εἰς περιποίησιν»[3].


Χριστὸς στήν πορεία Του ἀπὸ τὴν Ἰουδαία πρὸς τήν Γαλιλαία διάβηκε ἀπὸ τήν Σαμάρεια. Ἐνῶ κάθισε νά ἀναπαυθεῖ στό πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ περιμένοντας τοὺς μαθητὲς Του νά ἀγοράσουν τρόφιμα, ἦλθε μιά γυναῖκα Σαμαρείτιδα μέ ἀτασθαλὴ βίο νά ἀντλήσει νερό. Ὁ Παντογνώστης Κύριος πού πεινᾶ καὶ διψᾶ μέχρι θανάτου γιά τήν σωτηρίᾳ τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ταπεινώθηκε μπροστὰ στήν γυναῖκα αὐτὴ καὶ τῆς εἶπε: «Δός μοι πιεῖν»[4]. Ἐπιθυμώντας νά θεραπεύσει τίς πληγές πού τῆς εἶχε προξενήσει ἡ ἁμαρτία, τὴν τίμησε, γιά νά ἀποκαταστήσει τὴν ἀξιοπρέπειά της καὶ νά τὴν προετοιμάσει νά προσλάβει τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀληθείας Του.


Στήν ἔκπληξη τῆς γυναίκας πού τῆς ἀπηύθυνε λόγο ἕνας Ἰουδαῖος ῥαββῖνος, ὁ Κύριος ἄρχισε νά τῆς μιλᾶ γιά τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν», τήν δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ παράδοξος λόγος τοῦ Κυρίου στόχευε νά διεγείρει στήν Σαμαρείτιδα πνευματικὴ ἔνταση καὶ διάθεση συνεργείας γιά τὸ θαῦμα πού θὰ ἐπιτελεῖτο, τὴν ἀνακαίνιση τῆς ψυχῆς της, τήν μεταποίηση μιᾶς γυναίκας αἱρετικῆς καὶ διαβεβλημένης στήν ἁγία μάρτυρα καὶ ἰσαπόστολο Φωτεινή. Στήν συνέχεια, γνωρίζοντας ὁ Χριστὸς ὅτι γιά νά δεχθεῖ ἡ γυναῖκα τὴν ἄφθαρτη δωρεὰ τοῦ Πνεύματος, ἔπρεπε νά προσέλθει μέ καθαρή καρδία, μὲ πολὺ λεπτὸ τρόπο, χωρὶς νά τὴν κατακρίνει, ἄρχισε νά ἐλέγχει τήν βιοτήν της.


πάρχει ἔλεγχος πού ἐξουθενώνει καὶ συντρίβει, καὶ ἔλεγχος προφητικός, ποὺ ἀναγεννᾷ καὶ ἐμπνέει. Ὅταν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ, φωτίζει καὶ ἀποκαλύπτει τὴν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, συγχρόνως ὅμως τὸν θεραπεύει. Ὁ ἔλεγχος αὐτὸς πρόκειται μᾶλλον γιά προφητικὴ ῥήση, ἡ ὁποία φωτίζει τὸν ἀκροατή νά ἀσπασθεῖ οἰκειοθελῶς τὸν λόγο αὐτὸν καὶ νά ἀναλάβει τὴν ἐκπλήρωσή του μέ ἔμπνευση. Τὰ παθήματα πού ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νά πλήξουν τὸν ἀνθρωπο καὶ ἡ παιδεία Του δέν εἶναι ἐκδίκηση ἤ τιμωρία. Ἀντιθέτως, εἶναι ἡ ἔκφραση τοῦ πόθου Του νά φέρει τὸν ἀποστάτη τῆς χάριτός Του σὲ κατάσταση πού νά μπορεῖ νά δεχθεῖ τήν δωρεά Του, νά τὴν ἐκτιμήσει, νά τήν διαφυλάξει καὶ νά τὴν πολλαπλασιάσει πρὸς σωτηρία δικὴ του καὶ τῶν συνανθρώπων του. Ὅταν ὁ Κύριος ζήτησε ἀπὸ τήν Σαμαρείτιδα νά φωνάξει τὸν ἄνδρα της, ἐκείνη προσπάθησε νά συγκαλύψει τὴν ἀλήθεια τῶν ἁμαρτιῶν της. Ὡστόσο, ὁ Χριστὸς δέν τὴν ἐξευτέλισε, ἀλλὰ τίμησε τήν μικρή δόση ἀληθείας πού περικλειόταν στό ψεῦδος της, ἐπαναλαμβάνοντας μέ ἔμφαση, «καλῶς εἶπας» καί, «τοῦτο ἀληθῶς εἴρηκας». Ὁ Κύριος δέχθηκε καὶ καλλιέργησε τὸ σπέρμα τῆς ἀληθείας τῆς Σαμαρείτιδας, ὥσπου ὡρίμασε καὶ ἐξελίχθηκε σὲ ἐπίγνωση τῆς Ἀληθείας Του.


καρδία της ἀλλοιώθηκε καὶ ὁ νοῦς της ἄνοιξε ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς παρουσίας καὶ τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου. Ἄρχισε νά ἀναζητᾶ ὀρθὸ προσανατολισμό, γιά νά καθορίσει τὴν πορεία της. Παρόλη τὴν ἠθικὴ ἀκαταστασία τῆς ζωῆς της, ἡ Σαμαρείτιδα εἶχε δίψα Θεοῦ καὶ θεολογικὲς σκέψεις, ποὺ «ὡς ὀσμὴ εὐωδίας» εἵλκυσαν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νά ἐπαναπαυθεῖ ἐπάνω της, ὥστε νά δεχθεῖ τὴν ὕψιστη ἀποκάλυψη ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ: «Ἐγώ εἰμι ὁ Μεσσίας». Ὁ Θεὸς δέν κατανοεῖται μέ τὸν νοῦ, ἀλλὰ πείθει μέ τὴν παρουσία Του. Ὁ λόγος τῆς χάριτός Του γίνεται νόμος ζωῆς, «ἐγγεγραμμένος ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις». Ἡ Σαμαρείτιδα προσδοκοῦσε τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία. Ἡ ἐπαφή μέ τὸν Κύριο φώτισε τὸν νοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο πλάτυνε τὴν καρδία της. Στήν κλήση τοῦ Χριστοῦ ἀνταποκρίθηκε ὅπως καὶ οἱ Ἀπόστόλοι. Ἄφησε τὰ πάντα καὶ ἔδραμε νά εὐαγγελισθεῖ στούς ὁμοεθνεῖς της ὅτι «ηὗρε τὸν Μεσσίαν».


ἀφήγηση αὐτὴ δείχνει εὐκρινῶς πῶς ἀνυψώνεται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου σταδιακὰ πρὸς τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία, ἀπὸ τήν στιγμή πού θὰ δεχθεῖ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ. Κατ’ ἀρχὰς αἰσθάνεται στήν καρδία του τήν θεϊκὴ δύναμη τοῦ λόγου αὐτοῦ καὶ ἡ πίστη του κραταιώνεται. Στήν συνέχεια ἀναζητᾶ τὸν ὀρθὸ δόγμα, τὸ ὁποῖο καθαίρει τὸν ἐσωτερικὸ του ὀφθαλμό, καὶ ἔτσι ἀρχίζει νά διακρίνει τήν μορφή τοῦ Κυρίου. Ὅταν ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθειά Του, Φῶς ἐκχέεται στήν ψυχὴ του πού τὸν καθιστᾶ τέκνον ἡμέρας. Τότε ἐνώνεται μέ τὸν Θεό πού πρῶτος τὸν ἀγάπησε καὶ τὸν τίμησε καὶ Τὸν λατρεύει «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Ἐπιπλέον, ὁ τρόπος συνδιαλλαγῆς τοῦ Χριστοῦ μέ τήν γυναῖκα αὐτὴ δίνει ὑπόδειγμα προφητικῆς συναναστροφῆς μέ τοὺς συνανθρώπους μας. Ὁ Χριστὸς πρῶτα τίμησε τήν Σαμαρείτιδα, στήν συνέχεια τὴν ἔλεγξε μέ εὐγένεια ψυχῆς, καὶ ὅταν αὐτὴ δέχθηκε τὴν παιδεία Του καὶ ὁ νοῦς της μετατέθηκε σὲ πνευματικὰ νοήματα, τῆς ἀποκάλυψε ἀφ’ ἑνός ὅτι Αὐτὸς ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τήν γνήσια λατρεία τοῦ Θεοῦ «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».


Γιά τοὺς Προφῆτες ὅλων τῶν γενεῶν ἀναφύεται τὸ πρόβλημα, πὼς νά μεταδώσουν στούς συνανθρώπους τους τὴν ἀλήθεια πού γνώρισαν. Συχνὰ προσποιοῦνται ὅτι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ κάτι πού ὁ ἄλλος μπορεῖ νά τοὺς προσφέρει, ὥστε νά βάλουν τὸν ἑαυτὸ τους χαμηλότερα, καὶ ἔτσι νά τοῦ μεταδώσουν χάρισμα πνευματικό. Ὅλη ἡ ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διαγράφεται στήν Γραφή, μαρτυρεῖ ὅτι, ὁ Κύριος «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ζωὴν Αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν»[5]. Διδάσκει ἔμπρακτα τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν»[6].


Παντοδύναμος Κύριος σὲ κάθε ἐπαφὴ Του μέ τοὺς ἀνθρώπους ἔβαζε τὸν Ἑαυτὸ Του κάτω ἀπὸ τὸν συνομιλητὴ Του, γιά νά τὸν φέρει σὲ φιλότιμο, νά ἀνοίξει ἡ καρδία του στόν Θεῖο λόγο, καὶ ἔτσι νά μπορέσει νά τοῦ μεταδώσει καινότητα ζωῆς. Δέν ἐπιτίμησε τὸν Ναθαναήλ πού Τὸν προσέγγισε μέ αὐθάδεια, ἀντιθέτως, τὸν τίμησε, καὶ τὸν ἔκανε Ἀπόστολο. Δέν ἐπέπληξε τὸν Νικόδημο γιά τήν δειλία του, ὅταν ἦλθε σὲ Αὐτὸν κρυφά, γιά νά μὴν χάσει τὴν κοινωνικὴ του θέση. Τὸν τίμησε μέ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀληθείας Του καὶ ὁ Νικόδημος ἔγινε μαθητὴς Του, κρυφός μέν, ἀλλὰ ἔχοντας πιστότητα μέχρι θανάτου. Δέν μέμφθηκε τήν Σαμαρείτιδα γιά τὸν ἄστατο βίο της οὔτε γιά τὸ ψέμμα πού Τοῦ εἶπε. Σὲ κάθε στάδιο τῆς συνομιλίας Του μαζὶ της οὐδέποτε τῆς ἐπέβαλε τήν Θεία βουλή, ἀφήνοντάς την ἐλεύθερη νά δεχθεῖ τήν δωρεά Του ἤ ὄχι. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν τίμησε, τὴν ἀποκατάστησε στήν ἀξιοπρέπεια τοῦ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ προσώπου, καὶ τὴν ἀνύψωσε στό ἀξίωμα τοῦ Ἀποστόλου καὶ τοῦ Μάρτυρα.


Χριστιανισμὸς δέν εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἐπίγειους ὀργανισμούς. Εἶναι παράδοξη βιοτή, μίμηση τοῦ ἀγγελικοῦ βίου. Ἡ στάση τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ ὑπόδειγμα γιά τοὺς πιστούς, ἰδιαίτερα γιά ὅσους ἐπωμίζονται ποιμαντικὴ διακονία μέσα στήν Ἐκκλησία. Οἱ ἰσχυροὶ ὀφείλουν νά βαστάζουν τὰ βάρη τῶν ἀδυνάτων, νά ταπεινώνονται μπροστὰ σὲ ὅλους, ὅπως καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά σώσουν μερικούς[7]. Ἡ ἐξουσία πού τοὺς δίνεται δέν εἶναι γιά νά συντρίψουν τὸν ἄλλο, ἀλλὰ γιά νά τὸν παρηγορήσουν, νά τὸν ἐνισχύσουν, νά τὸν ἐμπνεύσουν, νά τὸν ἀναγεννήσουν μέ τὸν λόγο τους, νά τὸν καταρτίσουν, νά τὸν οἰκοδομήσουν διακονώντας τήν σωτηρίᾳ του.


[1] Βλ. Λουκ. 24,49.

[2] Ρωμ. 6,4.

[3] Α΄ Πέτρ. 2,9.

[4] Ἰωάν. 4,7.

[5] Ματθ. 20,28·: Μάρκ. 10,45.

[6] Φιλιπ. 2,3-4.

[7] Πρβλ. Α΄ Κορ. 9,22.



Εκ του ιστολογίου <<Ι. Ν. Τιμίου Προδρόμου Καρέα>>. Επιμέλεια ημετέρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF