ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2024

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: «1924-2024: ΤΟ ΒΑΡΥ ΜΑΣ ΧΡΕΟΣ ΕΝΑΝ ΑΙΩΝΑ ΜΕΤΑ»




«1924-2024: Τὸ βαρύ μας χρέος ἕναν αἰώνα μετά»


Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου στὸν Συνοδικὸ ἑορτασμὸ

τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας Ἱερὸς Καθεδρικὸς Ναὸς Ἁγίου Ἀθανασίου, 11/24-3-2024




Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. κ. Καλλίνικε,


Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,


Σεβαστοὶ Πατέρες,


Ὁσιώτατες Μοναχές,


Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,



ς μοῦ ἐπιτραπεῖ, ἀρχικά, νὰ ἐκφράσω τὶς εὐχαριστίες μου πρὸς τὸν ἐν Τριάδι Θεό, ὁ Ὁποῖος εὐλόγησε ὥστε να συγκεντρωθοῦμε ἀπόψε ἐδώ, στὸν Ἱερὸ Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, καὶ νὰ τελέσουμε τὸν Β΄ Κατανυκτικὸ Ἑσπερινό, καθὼς καὶ πρὸς τὴν Ἱερὰ Σύνοδο γιὰ τὴν ἀνάθεση τῆς διακονίας τοῦ λόγου στὴν ἐλαχιστότητά μου.


Ξεκινῶντας τὴν ὁμιλία μου, δανείζομαι τὰ ἱερὰ λόγια τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ στεντορείᾳ τῇ φωνῇ εὔχομαι: «Τῶν τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων, εὐσεβῶν Βασιλέων, ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Αἰωνία ἡ μνήμη»! Αἰωνία ἡ μνήμη ὅλων ἐκείνων, τῶν διαχρονικῶν γνησίων τοῦ Χριστοῦ τέκνων, τῶν Ἁγίων μας, οἱ ὁποῖοι μὲ τὰ στιβαρά τους χέρια σήκωσαν ὑπεύθυνα τὸν Σταυρὸ τῆς ὁμολογίας καὶ θυσιάσθηκαν γιὰ νὰ διαφυλάξουν ἀκέραιη τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Θυσιάσθηκαν ὄχι ἀπὸ πεῖσμα, ἀλλὰ ἀπὸ ἄδολη ἀγάπη. Θυσιάσθηκαν διότι γνώριζαν πολὺ καλὰ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀποτελεῖ τὴν μόνη ὁδὸ πρὸς τὴν Θέωση, τὴν κιβωτὸ τῆς σωτηρίας, τὸ τζιβαέρι μας, τὸ στολίδι τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ἕνα φῶς, τὸ ὁποῖο λάμπει, φωτίζει καὶ θερμαίνει.


Γνώριζαν ὅτι Ὀρθοδοξία εἶναι ἕνας μαγνήτης ὁ ὁποῖος προσελκύει ὅσους διψοῦν γιὰ ἀληθινὴ ζωή· ἡ γέφυρα ποὺ ἐπιτρέπει τὴν σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Γνώριζαν ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τὰ ὅσα ὁ Χριστὸς δίδαξε, οἱ Προφῆτες προεῖδαν, οἱ Ἀπόστολοι μαρτύρησαν καὶ οἱ Πατέρες παρέλαβαν καὶ μᾶς παρέδωσαν μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ τὰ μεταλαμπαδεύσουμε στὶς ἑπόμενες γενεὲς ἀκέραια, δίχως ἐκπτώσεις.


Αἰωνία σᾶς ἡ μνήμη, ἀξιομακάριστοι Πατέρες μας καὶ Μητέρες μας! «Ὡσεὶ λέοντες πῦρ πνέοντες» ξεχυθήκατε στὸν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγώνα καὶ ὑποφέρατε καὶ ὑπομείνατε θλίψεις, χλευασμούς, συκοφαντίες, διωγμούς, ἐξορίες, φυλακίσεις, βασανιστήρια, μέχρι καὶ αὐτὸν ἀκόμη, τὸν μαρτυρικὸ θάνατο. Μεταξὺ δὲ ὅλων αὐτῶν, δὲν σᾶς ἔλειψαν καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ ἐπιδέξια τοποθετοῦσαν στὰ ἔργα σας οἱ δῆθεν συναγωνιστές σας, οἱ ψεύτικοι ἀδελφοί. Ποῦ ὠφέλησαν τὰ προσκόμματά τους;


ν, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶχε ἔρθει ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, εἰλικρινὰ θὰ ἀναρωτιόμουν ποῦ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ βρεῖ τόση δύναμη νὰ ὑπομείνει καὶ νὰ ἐξέλθει νικητὴς ἀπὸ τόσες δυσκολίες. Τώρα, ὅμως, ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι οἱ Ἅγιοί μας, ἀντιμέτωποι μὲ ὅλους τοὺς πειρασμούς, δὲν εἶχαν τὰ ὄμματα στραμμένα πουθενὰ ἀλλοῦ, παρὰ μόνο στὸ σημεῖο ὅπου συντελέσθηκε ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὸν φρικτὸ Γολγοθά. Ἔβλεπαν Κρεμάμενο ἐπὶ Ξύλου τὸν Δημιουργὸ νὰ θυσιάζεται «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας» καὶ ἀντλοῦσαν δύναμη καὶ παρηγοριὰ γιὰ νὰ σηκώσουν τὸν δικό τους Σταυρὸ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας.


πὸ τὸν Ἴδιο Σταυρωθέντα Χριστὸ ἀπὸ τὸν Ὁποῖο οἱ Ἅγιοι: Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, Εὐστάθιος Ἀντιοχείας, Βασίλειος ὁ Μέγας, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Γερμανὸς Κωσταντινουπόλεως, Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, Μεθόδιος Κωνσταντινουπόλεως, Φώτιος Κωσταντινουπόλεως, Μάρκος ὁ Εὐγενικός, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ τόσοι ἄλλοι λάμβαναν σθένος νὰ προχωρήσουν μαχόμενοι καὶ θυσιαζόμενοι, ἀπὸ τὸν Ἴδιο Σταυρωθέντα Χριστὸ λάμβαναν σθένος καὶ οἱ μακαριστοὶ προπάτορές μας, αὐτοὶ ποὺ ἔζησαν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», ἕναν αἰώνα πριν.


Δὲν ἦταν ἐκεῖνοι τέκνα ἑνὸς ἄλλου, ψεύτικου θεοῦ. Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἦταν καὶ στὸν Γολγοθὰ εἶχαν καὶ αὐτοὶ στραμμένοι τοὺς ὀφθαλμοὺς γιὰ νὰ ἀντέξουν τὰ ὅσα προξένησε ἡ μεγάλη πληγὴ ποὺ ἄνοιξε στὴν Ἐκκλησία, ὡς μὴ ὤφειλε, ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια καὶ μία ἡμέρα. Τότε ἦταν, σὰν χθές, ποὺ ἡ 10ηΜαρτίου ἔγινε 23η, καὶ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας διασπάσθηκε, ἐνῶ ἐκκλησιαστικοὶ ταγοὶ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων θριαμβολογοῦσαν τὴν χρονικὴ ἀκρίβεια τοῦ διορθωμένου ἡμερολογίου, τοῦ μὲ ἀριστίνδην Σύνοδο ἐπιβληθέντος.


Δὲν ξέρω ἂν σκέφτομαι λανθασμένα. Ἔντονα προβληματίζομαι. Τί ἤθελε ὁ Χριστὸς ἀπὸ ἐμᾶς; Ἤθελε τὴν ἀστρονομικὴ ἀκρίβεια τοῦ ἡμερολογίου, ἢ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ὁποία προσευχήθηκε μὲ ἀγωνία στὸν Κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, λίγη ὥρα πρὶν τὴν προδοσία ἀπὸ τὸν δόλιο Ἰούδα; «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς»! Τί καλὸ θὰ ἦταν ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ νὰ εἴχαμε στὴ σκέψη μας τὴν ἐπιθυμία αὐτὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἡ ἑνότητά μας ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀληθείᾳ θὰ ἦταν τὸ δυνατότερο κήρυγμα γιὰ ὅσους ἀκόμη δὲν ἔχουν γνωρίσει τὴν ἐνσαρκωμένη ἀλήθεια, τὸν Ἰησοῦ Χριστό.


σως μὲ τὸ σκεπτικὸ αὐτὸ νὰ κινήθηκαν πρὶν ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια οἱ θιασῶτες τῆς ἡμερολογιακῆς μεταρρύθμισης, καθὼς σκόπευαν μὲ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου νὰ ἐπιτευχθεῖ «ὁ ταυτόχρονος ἑορτασμὸς τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν ὑπὸ πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν». Βεβαίως, μὲ τὴν φράση αὐτὴ τῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1920 τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὡς Ἐκκλησίες δὲν ἐννοοῦνται μόνο οἱ κατὰ τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἀλλὰ καὶ ὅλες οἱ αἱρετικὲς ὁμάδες. Ἀσφαλῶς, ἡ ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν στὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἡ ἑνότητα ὅλων ὑπὸ τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία εἶναι ζητούμενο, εἶναι πόθος θεῖος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ Χριστὸς γιὰ αὐτὸ προσευχήθηκε τὴν νύκτα τῆς προδοσίας.


στόσο, γιὰ νὰ γίνει κάτι τέτοιο, ἀπαιτεῖται ἰσχυρὴ πνευματικὴ κατάσταση καὶ κινήσεις σωστὲς καὶ σύμφωνες μὲ τοὺς Κανόνες τῶν Πατέρων. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου δὲν ἦταν κίνηση ἀποτελεσματική, καθὼς ἦταν γνωστὸ ὅτι δὲν θὰ τὸ ἀκολουθοῦσαν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι. Ἀπὸ ὅ,τι φάνηκε, ἐκεῖνοι ποὺ ἄλλαξαν τὸ ἡμερολόγιο, ἐνδιαφέρονταν περισσότερο γιὰ τὴν προσέγγιση τῶν αἱρετικῶν, παρὰ γιὰ τὴν διατήρηση τῆς κοινωνίας μὲ Ὀρθοδόξους ἀδελφούς. Πῶς τὸ ἐξηγῶ αὐτό; Ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους, προτιμήθηκε ὁ κοινὸς ἑορτασμὸς μὲ τοὺς ἑτεροδόξους. Ἔτσι, ἀκόμη καὶ γιὰ καλὸ νὰ κινήθηκαν, «τὸ καλό, μὴ καλῶς γενόμενο, οὐκ ἐστι καλόν».


Οἱ προπάτορές μας, ἄνθρωποι εὐσεβεῖς καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἁπλοί, εἶδαν στὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου σκοπιμότητα. Τόσους αἰῶνες ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀκολουθοῦσε ἕνα ἡμερολόγιο χωρὶς προβλήματα. Πρὸς τί αὐτὴ ἡ βεβιασμένη ἀλλαγή, δίχως τὴν σύγκληση Πανορθόδοξης Συνόδου; Βεβαίως, γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, συνεκλήθη τὸ ἀποκληθὲν ἀπὸ κάποιους ὡς «Πανορθόδοξο Συνέδριο». Αὐτὸ δὲν συνέβη σὲ σωστὲς βάσεις, καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ δὲν θὰ ἀναλυθεῖ σήμερα. Πρὸς τί, λοιπόν ἡ ἡμερολογιακὴ ἀλλαγὴ δίχως Πανορθόδοξη συμφωνία;


Καὶ μάλιστα, πρὸς τί ἡ ἀλλαγὴ σὲ μία τέτοια ἱστορικὴ συγκυρία; Μετὰ ἀπὸ πεντακόσια χρόνια σκλαβιᾶς, μετὰ ἀπὸ τὴν ἀποδύναμωση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχεῖου ἐξαιτίας τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μετὰ ἀπὸ τοὺς Βαλκανικοὺς Πολέμους, μετὰ τὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετὰ τὴν Γενοκτονία τῶν Ἑλλήνων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τὴν Μικρασιατικὴ Καταστροφή, μετὰ τὸν βίαιο ξεριζωμὸ ἑκατοντάδων χιλιάδων Ἑλλήνων ἀπὸ τὶς πατρογονικές τους ἐστίες καὶ τὴ σωρηδὸν μεταφορά τους στὸ ὑπανάπτυκτο ἑλληνικὸ κράτος, ὑπῆρχε ἄραγε αὐτὴ ἡ πολυτέλεια νὰ ἀσχοληθεῖ ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν διόρθωση τοῦ ἡμερολογίου, γνωρίζοντας πολὺ καλὰ ὅτι αὐτὸ θὰ δίχαζε;


Καὶ ὅλο αὐτὸ γιατί; Μήπως γιὰ νὰ στραφεῖ πρὸς τὴ Δύση; Ἀκούσαμε στὸ ἄμεσο παρελθὸν ἀπὸ ὑψηλόβαθμα κυβερνητικὰ στελέχη νὰ τονίζουν ὅτι «ἀνήκομεν εἰς τὴν Δύσιν»! Αὐτὰ ἔλεγαν γιὰ νὰ περάσουν τὸν γνωστὸ νόμο ποὺ ἐσχάτως πέρασαν. Τότε ποὺ τὸ ἀκούγαμε αὐτό, ἅπαντες οἱ εὐσυνείδητοι πατριῶτες -ὄχι μόνο ἐμεῖς οἱ τοῦ πατρίου ἑορτολογίου- ἀγανακτούσαμε. Μήπως, ὅμως, καὶ οἱ παλαιοὶ τῆς Ἐκκλησίας ταγοὶ συνέβαλαν ἑκουσίως ἢ ἀκουσίως, γιὰ νὰ ἔχουμε αὐτὴ τὴν κατάληξη πρὸς τὴ Δύση;


Αὐτὴ τὴ δυτικοποίηση τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνθηκαν καὶ φοβήθηκαν οἱ ἁγνοὶ ἐκεῖνοι ἀγωνιστὲς ποὺ βγῆκαν τὴν ἴδια κιόλας ἡμέρα τῆς ἀλλαγῆς καὶ γύριζαν πόλεις καὶ χωριὰ καταγγέλοντας τὴν προδοσία καὶ φωνάζοντας «Μᾶς φραγκέψανε! Μᾶς φραγκέψανε!» Μεταξὺ αὐτῶν –καὶ τὸ καταθέτω ὡς ἱστορικὴ μαρτυρία, καθὼς ὑπηρέτησα στὸν Ἱερὸ Ναὸ Εὐαγγελιστρίας Θηβῶν καὶ γνώρισα αὐτήκοους μάρτυρες- ἦταν καὶ πνευματικὰ τέκνα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Οἱ Λουκᾶς Καλατζής, Κίμων Στεφανιώτης καὶ Ἀντώνης Σκοῦμας, ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκαν τὸ 1918, δύο χρόνια πρὶν τὴν κοίμησή του καὶ τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν φημολογούμενη τότε ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου, ἔλαβαν τὴν ἐντολή: «Νὰ μείνετε ὅπως εἶστε»!


-Δέσποτα, δὲν θὰ ἔχουμε Ἐκκλησίες, τοῦ εἶπαν. - Ἐκκλησίες νὰ κάνετε τὰ σπίτια σας. - Δέσποτα, δὲν θὰ ἔχουμε Ἱερεῖς, εἶπαν ξανά. - Ἱερεῖς θὰ στείλει ἡ Παναγία ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος. Ἔτσι ἀκριβῶς ἔγινε. Τὰ σπίτια ἔγιναν Ἐκκλησίες καὶ οἱ Ἅγιορεῖτες συντάχθηκαν μὲ τοὺς εὐσεβεῖς πιστούς, τῶν ὁποίων τὸ «ἔγκλημα» ἦταν ὅτι θέλησαν νὰ παραμείνουν ὅπως ἦταν, σταθεροὶ στὴν παράδοση. Μέσα σὲ ἕνα βράδυ, ἀγωνιζόμενοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ὀνομάσθηκαν χλευαστικῶς «παλιοημερολογίτες» καὶ ἀπέκτησαν τὴν ποιμαντικῶς ἀπαράδεκτη ταμπέλα «σχισματικοί», ἤ, στὰ νεότερα χρόνια, «ἄτακτα μέλη», μόνο καὶ μόνο διότι ἁπλῶς συνέχισαν στὴν γραμμὴ ποὺ εἵκοσι αἰῶνες εἶχε χαράξει ἡ Ἐκκλησία. Δὲν ἔθεσαν οἱ ἴδιοι ἑαυτοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἡ τότε ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ἔθεσε ἀπ΄ ἔξω καὶ δὲν ἔκανε τίποτα γιὰ νὰ τοὺς ἀγκαλιάσει.


Τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἐπιτρέπεται ἐντὸς τῆς ἐπίσημης Ἐκκλησίας νὰ λειτουργοῦν Ναοὶ μὲ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πράξη Οἰκονομίας, σύμφωνα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία. Κάτι τέτοιο, ὅμως, δὲν ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἀποδεκτό. Προκειμένου νὰ σβήσει τὸ κραταιὸ «Κίνημα τῆς Εὐσεβείας» ἐπελέγη ἡ τακτικὴ τῶν εἰκονομάχων αὐτοκρατόρων· οἱ διωγμοί. Ἐνδεχομένως, αὐτὸ ἀκούγεται ὑπερβολικό. Δυστυχῶς, ὅμως, δὲν εἶναι. Ὅσοι ἐπέλεξαν νὰ μὴν ἀποδεχθοῦν τὸ νέο ἡμερολόγιο, πράγματι, ὑπέστησαν διωγμούς. Αὐτὸ εἶναι ἕνα μεγάλο κεφάλαιο τῆς νεότερης ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας, γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε βέβαιοι πὼς δὲν χαίρεται κανείς. Τὴν ἱστορία, λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ τὴν διαγράψουμε, οὔτε, δυστυχῶς, νὰ τὴν ἀλλάξουμε.


Μποροῦμε, ὅμως, νὰ τὴν ἀφήσουμε νὰ μᾶς διδάξει γιὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Στὸ σημεῖο αὐτό, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴ ὅλων· καὶ ἡμῶν καὶ τῶν ἀδελφῶν τοῦ νέου. Οὔτε οἱ μὲν νὰ δεχθοῦμε τὴν ἀναφορὰ στοὺς διωγμοὺς γιὰ νὰ ἀνακυκλώσουμε τὰ παλαιὰ πάθη, οὔτε οἱ δὲ νὰ θεωρήσουν ὅτι γίνεται προσπάθεια νὰ ἀλείψουμε τὶς πληγὲς τοῦ Δεσποτικοῦ Σώματος μὲ «ὄξος μετὰ χολῆς μεμιγμένον». Ἀντιθέτως, οἱ μὲν νὰ λάβουμε «ὑπόδειγμα τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας» τοὺς πατέρες καὶ τὶς μητέρες μας, οἱ ὁποῖοι μὲ θερμὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ὑπέμειναν θλιβερὲς καταστάσεις, ὥστε νὰ μιμηθοῦμε τὸν ζῆλο τους καὶ νὰ τὸν ἀξιοποιήσουμε γιὰ τὴν πρόοδο τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ δέ, νὰ κατανοήσουν ὅτι οἱ πρὸ αὐτῶν φέρουν μεγάλο μερίδιο εὐθύνης γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ βιώνουμε σήμερα, καθὼς ἐπέτειναν τὴν διάσταση καὶ ὕψωσαν δυσθεώρατα τείχη.


χω πεῖ ξανὰ στὸ παρελθὸν ὅτι ἡ Ἑλλάδα ἔπαθε κάτι χειρότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ συνέβη στοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς τῆς Ρωσίας, τῆς Ρουμανίας ἢ τῆς Ἀλβανίας τὸν περασμένο αἰώνα. Ἐκεῖ, πολέμησαν τὴν Ἐκκλησία οἱ ἄθεοι, ἐνῶ ἐδώ, Ὀρθόδοξοι δίωκαν ὁμοδόξους ἀδελφούς. Οἱ πατέρες μας καὶ οἱ μητέρες μας, ἐπειδὴ διατηροῦσαν τὴν ἡμερολογιακὴ παράδοση, ὑφίσταντο συνέπειες· χλευάζονταν ὄχι μόνο μεγάλης ἡλικίας ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ μαθητόπουλα, δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπολύονταν, οἱ λειτουργικὲς συνάξεις ἀπαγορεύονταν, δὲν ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα γιὰ ἔστω κρυφὸ τακτικὸ ἐκκλησιασμὸ καὶ συμμετοχὴ στὰ Μυστήρια, διότι οἱ Ἱερεῖς ἦταν λίγοι καὶ πολλὲς φορὲς διένυαν τεράστιες ἀποστάσεις γιὰ νὰ λειτουργήσουν κρυφά.


ν τυχὸν συλλαμβάνονταν Ἱερεῖς νὰ λειτουργοῦν μὲ τὸ παλαιό, ἀποσχηματίζονταν καὶ φυλακίζονταν. Ἂν ἐντοπίζονταν μυστηριακὲς συνάξεις, διαλύονταν ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς τάξης, κάποτε μὲ τόσο βίαιο τρόπο, ὥστε νὰ ὑπάρχουν καὶ θύματα. Τὸ πλέον γνωστὸ παράδειγμα εἶναι αὐτὸ τῆς Ἁγίας Νεομάρτυρος Αἰκατερίνης ἀπὸ τὴν Μάνδρα, ἡ ὁποία ἄφησε πίσω της δύο ὀρφανὰ τέκνα. Ἐνδεικτικὴ τῶν περιστάσεων εἶναι μαρτυρία ἑνὸς ἐκ τῶν κορυφαίων Ἱεραρχῶν τῆς κρατούσης Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο, ἀστυνομικοί, κατόπιν ἐντολῆς ἐκκλησιαστικῶν προσώπων, εἰσέβαλαν στὸ Μοναστήρι τῆς Κοσμοσώτειρας, ἔκλεψαν πολύτιμα ἀντικείμενα καὶ ἀφοῦ ἔριξαν κάτω τὸν Ἅγιο Ἄρτο ἀπὸ τὸ Θυσιαστήριο, Τὸν ποδοπατοῦσαν. Γιατί ὅλα αὐτά; Πότε στὴν ἱστορία ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε θύτης;


Παρὰ τὰ αὐστηρὰ μέτρα, οἱ πατέρες καὶ οἱ μητέρες μας ἄντεξαν καὶ παρέμειναν σταθεροί. Σὲ αὐτὸ συνέβαλαν, μεταξὺ ἄλλων, θαυμαστὰ σημεῖα ποὺ μέσα στὸν αἰώνα μαρτυρήθηκαν, ὅπως τὸ μέγιστο αὐτῶν, ἡ Γ΄ ἐμφάνιση τοῦ Σταυροῦ στὸν οὐρανὸ σὲ Ἀγρυπνία γιὰ τὴν Ὕψωση, τὸ ἔτος 1925. Ἂν δὲν εἴχαμε προσωπικὲς ἐμπειρίες καὶ ἐπαφὲς μὲ αὐτόπτες μάρτυρες, ἴσως νὰ θεωρούσαμε κάποιες ἀφηγήσεις ὑπερβολικὲς ἢ ἐξωπραγματικές. Κάτι τέτοιο, ὅμως, δὲν ἰσχύει.


Τὸ συμπέρασμα ποὺ ἐξάγεται γιὰ τὸ ζήτημα τῶν διωγμῶν εἶναι ὅτι, ὄχι μόνο δὲν ὠφέλησαν, ὄχι μόνο δὲν κατόρθωσαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ ἔφεραν τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἀπὸ τὰ ἐπιθυμητά, καθὼς τὸ χάσμα μεγάλωσε καὶ κάθε πιθανότητα προσεγγίσεως ἐλαχιστοποιήθηκε. Οἱ διωγμοὶ ἐξανάγκασαν τὸ «Κίνημα τῆς Εὐσεβείας» νὰ ἑδραιωθεῖ καὶ νὰ κραταιωθεῖ ἀκόμη περισσότερο. Μάλιστα, σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις προκλήθηκε φανατισμός.


Καὶ ἐνῶ ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν παράδοση ἐξακολουθοῦσαν νὰ θεωροῦν τὴν καινοτομία ὡς βῆμα γιὰ τὴν στροφὴ τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴ Δύση, περίπου εἱκοσιπέντε χρόνια μετὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐπισήμως ἐντάχθηκε στὴν λεγόμενη «οἰκουμενικὴ κίνηση» καὶ ἀποτέλεσε ἱδρυτικὸ μέλος τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἐντὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ἦρθε στὸ προσκήνιο ἡ αἵρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐπινόηση ἀνθρώπων ὄχι Θεοφόρων.

Π
ρόσφατα ἄκουσα ὅτι ἡ συμμετοχὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, περιορίζεται μόνο στὸν διάλογο. Ὁ δὲ διάλογος αὐτὸς γίνεται γιὰ νὰ καταστήσει ἡ Ὀρθοδοξία γνωστὸ τὸν θησαυρὸ τὸν ὁποῖο φέρει. Βεβαίως, εἶναι καθῆκον μας νὰ καταστήσουμε γνωστὸ σὲ ὅλους τὸν θησαυρὸ τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτὸ τὸ θεϊκὸ κάλλος μὲ τὸ ὁποῖο εἶναι στολισμένη ἡ Ὀρθοδοξία, δὲν ἀποτελεῖ δική μας ἀποκλειστικότητα, ἀλλὰ πρέπει νὰ μεταδοθεῖ εἰ δυνατὸν σὲ ὅλους. Ὡστόσο, καλοπροαίρετα διερωτώμεθα: τόσες δεκαετίες διαλόγων μὲ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι βρίσκονται στὴν αἵρεση, πόσους ἀπὸ αὐτοὺς ἔχουν προσελκύσει στὴν κιβωτὸ τῆς σωτηρίας; Ποιοί δέχθηκαν τὴν Ὀρθοδοξία; Ἀπὸ ὅ,τι βλέπουμε τὰ τελευταῖα χρόνια, τὴν Ὀρθοδοξία τὴν γνωρίζουν καὶ τὴν ἀσπάζονται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντας οὐδεμία ἐπαφὴ μὲ τέτοιου εἴδους ὀργανώσεις, ἀπὸ μόνοι τους ψάχνουν καὶ βρίσκουν τὴν ἀλήθεια κυρίως μὲ τὸ βίωμα καὶ δευτερευόντως μὲ λόγια.


Ναθαναήλ, ὅπως ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, γνώρισε καὶ πίστεψε στὸν Σωτήρα Χριστὸ βιωματικά. Ὁ Φίλιππος δὲν τοῦ εἶπε πολλὰ λόγια. Τοῦ εἶπε μόνο «ἔρχου καὶ ἴδε». Ἦρθε, εἶδε τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ πίστεψε. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἕνας μαγνήτης, ἀνέφερα στὴν ἀρχή. Ὅταν πλησιάζει ἀνθρώπους, συνομιλεῖ μὲ αὐτοὺς καὶ δὲν τοὺς προσελκύει, σημαίνει ὅτι ἢ δὲν τοὺς προσεγγίζει σωστά, ἢ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν πληροῦν τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ νὰ μαγνητιστοῦν. Ὅσο κοντὰ καὶ ὅση ὥρα καὶ νὰ τοποθετήσεις τὸν μαγνήτη πλάι στὸ πλαστικό, τὸ πλαστικὸ ἐκεῖ θὰ μείνει, ἀμετακίνητο.


Βεβαίως, νὰ μιλήσουμε μὲ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔπεσαν στὰ δίχτυα τῆς πλάνης ἀπὸ τὸν μισόκαλο τῆς ψυχῆς. Ἴσως τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο ἐπιστρέψει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ὅμως, μὴν ξεχνᾶμε: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ», μᾶς διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Μὴν ὑπάρχει κανεὶς ἀπὸ τοὺς διαδόχους τῶν Ἀποστόλων ἀνώτερος τοῦ Κορυφαίου Παύλου; Ἐδώ, ὅμως, ὄχι ἁπλῶς δὲν φαίνεται διάθεση παραίτησης, ἀλλὰ συμβαίνουν καὶ συμπροσευχές. Ὅλες δὲ οἱ δράσεις, μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς ἀγάπης. Ὅσο ἁγνὲς καὶ ἂν εἶναι οἱ προθέσεις, διερωτώμεθα: εἶναι ἡ ἀγάπη αὐτὴ ἐν ἀληθείᾳ; Διαβάζουμε στὶς Παροιμίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅτι «ὅν ἀγαπᾶ Κύριος παιδεύει». Ἡ ἀγάπη παιδεύει, παιδαγωγεῖ, ἐλέγχει καὶ διορθώνει.


ν δικούς μας ἀνθρώπους, Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, τοὺς ἐλέγχουμε ὅταν σφάλλουν, πολὺ περισσότερο δὲν πρέπει νὰ βοηθήσουμε ἐκείνους ποὺ δὲν εἶναι Ὀρθόδοξοι νὰ καταλάβουν τὸ λάθος τους καὶ νὰ τὸ διορθώσουν; Ἡ συμπροσευχὴ μὲ αὐτοὺς σημαίνει νομιμοποίησή τους καὶ ἀποτελεῖ ὑπέρβαση τῶν ὁρίων «ἅ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν». Τότε, λοιπόν, πῶς ἐκεῖνοι θὰ προβληματισθοῦν καὶ θὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία; Μήπως μὲ αὐτὴ τὴν τακτικὴ στὴν πραγματικότητα στερεῖται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἡ πιθανότητα νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία; Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂν κάποιος δέχεται ὅτι οἱ αἱρετικοὶ εἶναι καὶ αὐτοὶ στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, τότε γιατὶ σήμερα γιορτάζουμε τὸν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας;


Κλείνοντας τὸ κεφάλαιο αὐτό, μὲ συνοχὴ καρδιᾶς διερωτώμεθα πάλι: ποῦ ὠφέλησε τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ συμμετοχὴ στὰ δρώμενα τοῦ οἰκουμενισμοῦ; Ὄχι μόνο δὲν σαγηνεύθηκαν οἱ ἑτερόδοξοι, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ἀδελφῶν τοῦ νέου ἔχουν σκανδαλισθεῖ καὶ ἔχουν ὑψώσει φωνὴ πατερική, φωνὴ προβληματισμοῦ καὶ ἀγωνίας γιὰ τὴν μελλοντικὴ ἐξέλιξη. Δὲν πρέπει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ νὰ δοῦμε μὲ ταπείνωση καὶ διάθεση αὐτοκριτικῆς πώς θὰ θεραπευθοῦν πρῶτα τὰ ἐσωτερικὰ τραύματα, τὰ τοῦ οἴκου μας;


Θὰ μποροῦσαν νὰ εἰπωθοῦν πολλὰ περισσότερα, ὄχι πρὸς κατάκρισιν, ἀλλὰ πρὸς προβληματισμό. Ἄλλωστε, κατακρίσεις καθ’ ὅλον τὸν αἰώνα ὑπῆρξαν πολλές, ὡς μὴ ὤφειλαν. Ἔχουμε κουρασθεῖ νὰ ἀκοῦμε γιὰ τὰ οἰκουμενιστικὰ δρώμενα καὶ τὰ συναφῆ. Ἕναν αἰώνα γράφτηκαν πολλὰ περὶ αὐτῶν καὶ τὰ γνωρίζουμε πολὺ καλά. Δὲν ἔχουμε ἀνάγκη ὑπενθυμίσεως, οὔτε ἐνημερώσεως. Ἔχουμε ἀνάγκη νὰ γνωρίσουμε καρδιακὰ τὴν Ὀρθοδοξία, νὰ βιώσουμε τὴν τιμιότητα, τὴν ἀγάπη, τὴν ἀλληλεγγύη, τὴν ἀδελφοσύνη, ἀπεχόμενοι ἀπὸ τὴν ὑστεροβουλία, τὴν ἰδιοτέλεια, τὸν φθόνο. Αὐτὸ ποὺ δὲν γράφτηκε, οὔτε ἀκούσθηκε ποτὲ εἶναι κάποιος συνάνθρωπός μας ὁ ὁποῖος μετεῖχε σὲ τέτοιου εἴδους δρώμενα, νὰ βλέπει τὸ φωτεινό μας παράδειγμα, ἡμῶν τῶν ἀκολουθούντων τὴν Ἱερὰ Παράδοση, νὰ προβληματίζεται καὶ νὰ ἀπέχει ἑκουσίως ἀπὸ αὐτά. Δὲν πρέπει νὰ προβληματισθοῦμε; Μήπως, πλέον, πρέπει νὰ κοιτάξουμε μὲ ἀφοσίωση ὁ καθένας ξεχωριστὰ πώς θὰ καταφέρουμε νὰ γίνουμε Φῶς, ὅπως ὁ Χριστὸς μᾶς θέλει, ὥστε ὅλοι νὰ φωτίζονται καὶ νὰ δοξάζουν ὀρθόδοξα τὸν Οὐράνιο Πατέρα;


Νωρίτερα ἀνέφερα δύο φορὲς ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μαγνήτης πνευματικὸς ποὺ προσελκύει πρὸς αὐτόν. Ἐμεῖς ἔχουμε γίνει μαγνῆτες; Ἂν ναί, αὐτὸ ἀποτελεῖ αἰτία χαρᾶς καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν Θεό. Ἄν, ὅμως, ὄχι, τὸτε αὐτὸ συμβαίνει διότι μάλλον δὲν κατορθώσαμε νὰ βιώσουμε καρδιακὰ τὴν Ὀρθοδοξία. Τὸ ὀρθόδοξο βίωμα εἶναι τὸ ἀλάτι μὲ τὸ ὁποῖο προσδίδουμε νοστημιὰ ὄχι μόνο στὴ ζωή μας, ἀλλὰ καὶ στὸ περιβάλλον μας. Τὸ ἀλάτι αὐτὸ εἶναι ἐνεργὸ ὅταν φροντίζουμε νὰ καλλιεργοῦμε στὴν ψυχή μας τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: τὴν ἀγάπη, τὴν χαρά, τὴν εἰρήνη, τὴν μακροθυμία, τὴν χρηστόστητα, τὴν ἀγαθωσύνη, τὴν πίστη, τὴν πραότητα, τὴν ἐγκράτεια.


Πλήρεις τῶν θείων αὐτῶν δωρεῶν ὑπῆρξαν ἅγια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κόσμησαν τὸν Ἱερὸ Ἀγώνα καὶ μᾶς καλοῦν νὰ μιμηθοῦμε τὸ παράδειγμά τους. Οἱ Ἅγιοι: Ἱερώνυμος ὁ ἐν Πάρνηθι, Ἱερώνυμος ὁ ἐν Αἰγίνῃ, Ἰωάννης ὁ νέος Ἐλεήμων, Ἰωσὴφ ὁ ἐκ Δεσφίνης καὶ ἀσφαλῶς Χρυσόστομος ὁ πρώην Φλωρίνης καὶ πολλοὶ ἄλλοι, γιὰ τοὺς ὁποίους καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ, δὲν ὑπῆρξαν φανατικοί. Εἶχαν φροντίσει πρῶτα νὰ στολισθοῦν μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ ὕστερα μὲ τὸν διακριτικό, πλὴν ὅμως δυναμικὸ ἀγώνα τους κατάφεραν νὰ προβληματίσουν, νὰ προσελκύσουν ἀνθρώπους στὴν παράδοση, νὰ ἐξασφαλίσουν τὸν σεβασμὸ τῶν πάντων καὶ τελικὰ νὰ προσδώσουν αἴγλη στὸ «Κίνημα τῆς Εὐσεβείας». Δυστυχῶς, ὅμως, σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἐπιλέχθηκε νὰ μὴν ἀκολουθηθεῖ τὸ παράδειγμά τους. Κάποτε ὁ ζηλωτισμὸς ὑπῆρξε οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, κάποτε ὁ Ἱερὸς Ἀγῶν ἐθεάθη ὡς ἕνα πεδίο ἀτομικῆς προβολῆς, κάποτε τὰ πάθη ὑπερίσχυσαν καί, τελικὰ ὁ Ἀγώνας, ὁ Δίκαιος, ὁ Ἅγιος, ὁ Ἱερός, δὲν δικαιώθηκε.


Μὲ θλίψη ἡ μαρτυρική μας Ἐκκλησία βίωσε ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια μετὰ τὴν ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμιση ἐσωτερικὲς πληγές, βλέποντας τὰ τέκνα της νὰ τὴν ἀποδυναμώνουν, νὰ ἀποκόπτονται ἀπὸ αὐτήν, νὰ ἐπιτελοῦν ἔργο παράλληλο, ἤ κάποτε πολεμικὸ κατ’ αὐτῆς, ἐπωφελούμενοι ἀπὸ τὴν ἀπουσία νομικῆς κάλυψης. Τὰ σχίσματα ἦταν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι τραῦμα ὀδυνηρό. Τὰ θέματα πίστεως ἔπαψαν νὰ ἀποτελοῦν αἰτίες ἀποκοπῆς καὶ τὴν θέση τους ἔλαβαν καταστάσεις ἰδιοτέλειας, προσωπικῶν διαφορῶν καί, ἐν πάσει περιπτώσει, ἀνάξιες τῶν περιστάσεων.


χωρισμὸς εἶναι λυπηρός, διότι ὁ ἀγώνας εἶναι κοινός. Γίνεται ἀγώνας ὑπὲρ τῆς διαφύλαξης τῶν παραδόσεων, γίνεται ἀγώνας κατὰ τοῦ οἰκουμενισμοῦ. Πρός τί, λοιπόν, ὁ χωρισμός;


πὸ τὴν ἄλλη, οἱ δυσχερεῖς ἐσωτερικὲς καταστάσεις, ὁ ὑπέρμετρος ζῆλος ποὺ καταντᾶ δικαστὴς τῆς διακρίσεως, ἡ ἀσυδοσία ποὺ κατὰ καιροὺς ἔχει παρατηρηθεῖ, ὁ φθόνος τοῦ καλοῦ, ἀποτέλεσαν ἐμπόδια στὴν δυνατὴ πρόοδο τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτά, βεβαίως, εἶναι ἀνθρώπινα πάθη καὶ εἶναι φυσικὸ νὰ ὑπάρχουν στὸ πνευματικὸ ἰατρεῖο τῆς Ἐκκλησίας, ἀρκεῖ βέβαια νὰ ὑπάρχει καὶ ἡ διάθεση τῆς θεραπείας τους· ὄχι ἡ στράτευσή τους κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Μὴν ξεχνοῦμε, ἄλλωστε, ὅτι ὅπως δὲν ἀναπαύεται ὁ Θεὸς μὲ τὸν οἰκουμενισμό, ἔτσι δὲν ἀναπαύεται καὶ μὲ τὰ προσωπικὰ πάθη, τὴν ἰδιοτέλεια, τὴν καχυποψία, τὴν ἀγνωμοσύνη. Τί νόημα ἔχει ἕνας ἀγώνας ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας σὲ βάση ἀνορθόδοξη, μὲ δίχως ἀγάπη, δίχως ἀγώνα γιὰ τὴν Κάθαρση, τὸν Φωτισμὸ καὶ τὴν Θέωση τῆς ψυχῆς;


ἀγώνας κατὰ τοῦ οἰκουμενισμοῦ δὲν σημαίνει αὐτόματα τὸν ἀγώνα ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτὸ ἀξίζει νὰ τὸ προσέξουμε. Ὁ οἰκουμενισμὸς εἶναι ἕνα θέμα ἐξωτερικό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἐμεῖς οὐδέποτε ἀναμιχθήκαμε σὲ αὐτόν. Ὑπάρχουν τόσα ἄλλα, ἐσωτερικὰ θέματα γιὰ τὰ ὁποῖα ἀξίζει νὰ ἐργαστοῦμε. Ἀξίζει νὰ ἐργασθοῦμε ὥστε τὰ παιδιά μας νὰ ἀγαπήσουν Χριστὸ καὶ νὰ γεμίσουν οἱ Ναοί μας μὲ νέους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ μέλλον Ἐκκλησίας καὶ κοινωνίας. Ἀξίζει νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ μὴν παρασυρθοῦν τὰ παιδιά μας ἀπὸ τὶς σειρῆνες τοῦ κόσμου, ὅπως ἔχουμε δεῖ νὰ συμβαίνει πλεῖστες φορές.


ξίζει νὰ μεταλαμπαδεύσουμε στὰ παιδιά μας τὴν ἀληθινὴ Ὀρθοδοξία, τὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ανοιχτωσιᾶς, ὥστε ὄχι μόνο νὰ μὴν παρασυρθοῦν στὰ δίχτυα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ σαγηνεύσουν ψυχὲς γιὰ τὸν Χριστό. Ἀξίζει νὰ ἐργαστοῦμε γιὰ νὰ ἀναδείξουμε νέους Κληρικούς, μὲ παιδεία, μὲ ἀγάπη Χριστοῦ, μὲ ζῆλο νὰ ἐργασθοῦν στὸ πνευματικὸ χωράφι τοῦ Κυρίου, ὅπου «ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι». Ἀξίζει νὰ ἐργασθοῦμε γιὰ νὰ μὴν μένουν οἱ Ναοί μας ἀλειτούργητοι. Ἀξίζει νὰ ἐργασθοῦμε γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουμε τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων πρὸς τὴν μεγάλη μας μάνα, τὴν Ἐκκλησία. Ἀξίζει νὰ ἐργασθοῦμε ὥστε νὰ ἀναζωπυρωθεῖ ἡ φλόγα τῆς Μοναχικῆς Πολιτείας. Ἄλλοτε τὰ Μοναστήρια μας ἔσφυζαν ἀπὸ ἀφιερωμένες ψυχές. Τώρα;


Στὴν Ἐκκλησία, ἀγαπητοί, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχει παρακμή, παρὰ μόνο πρόοδος! Καθῆκον μας νὰ ἐργασθοῦμε γιὰ τὴν διατήρηση τῶν παραδόσεων καὶ τῆς ἱστορίας μας, διαδραματίζοντας μεταξὺ ἄλλων καὶ ἐνεργὸ ἐθνικὸ ρόλο. Ἔχουμε τὴ δυνατότητα γιὰ ὅλα αὐτά. Μποροῦμε νὰ ἀνατρέψουμε τὴν κατάσταση μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Μποροῦμε νὰ σκορπίσουμε Φῶς Χριστοῦ. Ἀρκεῖ νὰ καλλιεργήσουμε ἁγιοπνευματικὰ τὴν ψυχή μας, ἀφήνοντας στὴν ἄκρη τυχὸν προσωπικὰ ἐλαττώματα, καὶ νὰ προχωρήσουμε ἑνωμένοι καὶ μὲ γνώμονα τὴν ἑνότητα, ἡ ὁποία σαλεύθηκε ἀκριβῶς πρὶν ἑκατὸ χρόνια καὶ μία ἡμέρα.


Εὔχομαι τὴν ἱερὴ αὐτὴ ἡμέρα τῆς Ὀρθοδοξίας, σήμερα ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων καὶ τὴν εἰρήνευση καὶ τὴν ἑνότητα ποὺ σφραγίσθηκε μετὰ ἀπὸ 116 χρόνια χωρισμοῦ, τὸν ὁποῖο προκάλεσε ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας, ὁ Θεὸς νὰ εὐλογήσει, τὰ ἀδύνατα νὰ γίνουν δυνατὰ καὶ νὰ δοῦμε τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο φέρουμε στοὺς ὤμους μας χρέος βαρύτατο. Ἔχουμε καθῆκον νὰ ἐνσκύψουμε μὲ ἄδολη ματιὰ καὶ πνεῦμα καταλλαγῆς καὶ ἐν Χριστῷ ἀγάπης ὥστε νὰ μὴν περάσει ἔτσι ἄλλος ἕνας αἱώνας. Τὸ χρωστᾶμε στὰ λείψανα τῶν κεκοιμημένων μας. Τὸ χρωστᾶμε στὰ παιδιά μας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF