Ὁμιλία στὸν Κατανυκτικὸ Ἑσπερινὸ β΄,
Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, 16-2/1-3-2026
Ἱερὸς Ναὸς Εὐαγγελιστρίας Λάρισας
Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, 16-2/1-3-2026
Ἱερὸς Ναὸς Εὐαγγελιστρίας Λάρισας
+Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος Κλήμεντος
Ἀγαπητοὶ Ἀδελφοί·
Ὁ Κύριός μας πῆρε κάποια στιγμὴ τοὺς Μαθητὰς καὶ Ἀποστόλους Του καὶ πῆγε κάπως μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς Του, ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο δὲν τὸν ἐδέχοντο, ἀλλὰ καὶ ἀπειλοῦσαν καὶ ἐδίωκαν κάθε ἕναν ποὺ θὰ τὸν παραδεχόταν ὡς Χριστό. Καὶ ἐκεῖ, στὴν Καισάρεια τοῦ Φιλίππου, τοὺς ἐρώτησε ποιὰ εἶναι ἡ γνώμη τῶν πολλῶν γι’ Αὐτόν, τί λέγει περὶ Αὐτοῦ τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων (βλ. Ματθ. 16, 13 ἑ.).
Καὶ αὐτοὶ τοῦ εἶπαν ὅτι ἄλλοι θεωροῦσαν Αὐτὸν ὡς τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή· ἄλλοι ὡς τὸν Προφήτη Ἠλία, διότι εἶχε καὶ ἐδείκνυε ὄχι μόνο φιλανθρωπία καὶ εὐεργεσία, ἀλλὰ καὶ ἔλεγχο· ἄλλοι ὡς τὸν Ἱερεμία ἤ κάποιον ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς Προφῆτες, διότι εἶχε μοναδικὴ γνώση καὶ σοφία χωρὶς νὰ διδαχθεῖ γράμματα ἀπὸ διδασκάλους σὲ σχολές. Στὸ ἐρώτημα τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὶ ὡς Μαθητές Του ποιὸς νομίζουν ὅτι εἶναι, ἔσπευσε ὁ Σίμων Πέτρος καὶ εἶπε: «Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16, 16). Ὁ Υἱὸς μὲ ἄρθρο, ὁ ἕνας καὶ μοναδικός, ὄχι κατὰ χάριν υἱὸς ὅπως οἱ Ἱερεῖς καὶ Βασιλεῖς, ἀλλ’ ὁ κατὰ φύσιν, ἀπὸ τὴν Οὐσίαν τοῦ Ἐπουρανίου Πατρός, «Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», ὁ Λόγος ποὺ ἔγινε Ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο, ὡς μόνος Φιλάνθρωπος.
Καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς ὁ Σωτῆρας μας ἀποδέχθηκε αὐτὴ τὴν ὁμολογία ὡς ὑπερφυσική, ὡς ἀπόλυτα ἀληθινή, ὡς θεία ἀποκάλυψη. Μόνον μὲ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ Πατρὸς λαμβάνει ὁ ἄνθρωπος τὴν δυνατότητα ὀρθῆς καὶ ἀληθινῆς ὁμολογίας περὶ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ δὲν τὸ μπορεῖ ἡ σάρκα ἀπὸ μόνη της, δηλαδὴ ὁ βιολογικὸς ἄνθρωπος τῆς πτώσεως, ποὺ βαδίζει μόνο μὲ τὰ ἐπίγεια δεδομένα· ἀλλ’ οὔτε καὶ ὁ «ψυχικὸς» ἄνθρωπος, αὐτὸς ποὺ στηρίζεται στὶς αἰσθήσεις. Σὲ αὐτὸν φαίνεται «μωρία» (Α΄ Κορ. 2, 14) ἡ πνευματικὴ ἀποκάλυψη. Καὶ μάλιστα αὐτὴ ἡ ὁποία δὲν διακηρύσσεται μόνο μὲ τὰ λόγια, ἀλλὰ καθορίζει καὶ ὅλη τὴν ζωή.
Ὁ Θεὸς Πατέρας φανερώνει τὴν γνώση τῶν ἀγνώστων καὶ ἀποκρύφων μυστηρίων σὲ ὅσους μποροῦν νὰ δεχθοῦν καὶ νὰ λάβουν αὐτήν, γιὰ νὰ τὴν ὁμολογοῦν καὶ στοὺς ἄλλους δημόσια, χωρὶς φόβο, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ σφραγίσουν τὴν ὁμολογία τους ἀκόμη καὶ μὲ τὸ αἷμα τους.
Τὴν ὁμολογία τοῦ Σίμωνος Πέτρου ὁ Κύριος ἔσπευσε νὰ τὴν μακαρίσει, διότι σὲ αὐτὴν σὰν σὲ Πέτρα, σὰν σὲ ἀκλόνητο Θεμέλιο, θὰ οἰκοδομοῦσε τὴν Ἐκκλησία Του γιὰ νὰ μὴ τὴν ὑπερνικήσουν καὶ καταβάλλουν ποτέ.
Ἀπὸ αὐτὸ κατανοοῦμε ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ «Ἀρχηγὸς καὶ Τελειωτὴς» τῆς πίστεώς μας (Ἑβρ. 12, 2), ὡς Δεσπότης τοῦ παντός, εἶναι ἡ μοναδικὴ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας Του, τὴν ὁποία θεμελίωσε στὴν Ἀλήθεια τῆς Θεανθρωπότητός Του, καὶ τὴν ἀπέκτησε καὶ ἁγίασε μὲ τὸ Πάντιμον Αἷμα Του (βλ. Πράξ. 20, 28). Τὴν εὐλογημένη «Νύμφην» Του (βλ. Ἀποκάλ. 21, 2· 21, 9) Ἐκκλησία προλέγει ὅτι θὰ μισήσουν θανάσιμα, θὰ πολεμήσουν καὶ θὰ ἐπιβουλευθοῦν οἱ «πῦλες τοῦ ἅδου» (Ματθ. 16, 18) γιὰ νὰ τὴν πλήξουν καὶ ἀφανίσουν, ἀλλὰ δὲν θὰ τὰ καταφέρουν.
Ποιοί εἶναι «πῦλες ἅδου» ποὺ πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία ἀδυσώπητα;
● Πρωτίστως ἐκεῖνοι οἱ ἐξουσιαστές, ἄρχοντες, βασιλεῖς καὶ κυβερνῆτες τοῦ αἰῶνος τούτου, οἱ ὁποῖοι μισοῦν τὴν Ἐκκλησία καὶ προσπαθοῦν μὲ κάθε τρόπο, ἀνοικτὰ ἤ κρυφά, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, εὐθέως ἤ πλαγίως, νὰ κτυπήσουν καὶ ἐκμηδενίσουν Αὐτήν, διότι τὴν βλέπουν ἐχθρικὰ καὶ τὴν ἀντιμάχονται μὲ μανία.
Αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν συμπαράταξή τους μὲ τὸν διάβολο καὶ τὰ ὄργανα τοῦ σκότους, ἔστω κι ἄν αὐτοὶ οἱ κυβερνῆτες καὶ αὐτὲς οἱ ἐξουσίες διακηρύσσουν ψευδῶς ὅτι δὲν εἶναι ἄθεες καὶ ἀντίθεες. Ἄν ὅμως ἦταν μὲ τὸ Φῶς καὶ τὴν Ἀλήθεια, θὰ ἦταν μὲ τὸν Χριστό, τὸν Κυβερνήτη τοῦ παντός, ὅπως καὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία Του, τὸ «Σῶμα» Του (Ἐφεσ. 1, 23), ποὺ εἶναι Κιβωτὸς Σωτηρίας καὶ προθάλαμος τῆς Βασιλείας Του στὴν γῆ.
Ἐπίσης, ἄν ἦταν μὲ τὴν Ἀλήθεια καὶ ἄν ὑπολόγιζαν τὸ καλὸ τῶν ἀνθρώπων, θὰ εἶχαν σεβασμὸ στὴν ἐλευθερία ἐπιλογῆς σὲ κρίσιμα θέματα ποὺ προκύπτουν στὸν κόσμο, καὶ δὲν θὰ διεκρίνοντο ἀπὸ μανία καθυποτάξεως καὶ ἐπιβολῆς. Ἡ σχετικὰ πρόσφατη δοκιμασία τῆς ἀνθρωπότητος μὲ τὴν φτιαχτὴ πανδημία καὶ ὁ τρόπος παγκόσμιας ἀντιμετωπίσεώς της, ἀποτέλεσε μία φρικτὴ ἐμπειρία γιὰ τὸ μέλλον ποὺ ἑτοιμάζουν κάποιοι διαστρεμμένοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ποθοῦν ἕναν παγκόσμιο ὁλοκληρωτισμό.
Ὅσοι πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ διώκουν ποικιλοτρόπως τοὺς πιστοὺς καὶ εὐλαβεῖς, ὅσοι ἐπιβουλεύονται τὴν ἐλευθερία καὶ καπηλεύονται τὸ δίκαιο, αὐτοὶ οὐσιαστικὰ κλωτσοῦν τὰ ἀγκάθια («πρὸς κέντρα λακτίζουν» [Πράξ. 26, 6]). Καταισχύνονται καὶ θὰ καταισχυνθοῦν ἄν δὲν μετανοήσουν. Τὸ τέλος ὅλων τῶν Χριστομάχων, Ὀρθοδοξομάχων, Ἐκκλησιομάχων καὶ Ἀνθρωποκτόνων ἦταν καὶ εἶναι πάντοτε οἰκτρό!
● «Πῦλες ἅδου» εἶναι ὅμως καὶ οἱ αἱρετικοί, ὅσοι δηλαδὴ δὲν πιστεύουν καὶ δὲν ὁμολογοῦν σὲ μικρὸ ἤ σὲ μεγάλο βαθμὸ ὅπως πιστεύει καὶ ὁμολογεῖ ἀπ’ ἀρχῆς παντοῦ καὶ πάντοτε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι ἀλλοιώνουν καὶ νοθεύουν τὴν σώζουσα Ἀλήθεια τῆς Ὁμολογίας στὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ καὶ στὴν Ἐκκλησία Του. Ὅσοι ἀπορρίπτουν ἤ περικόπτουν ὅ,τι ἡ Ἐκκλησία ἀκόμη καὶ σὰν Ἱερὰ Παράδοση διεφύλαξε ὡς πολύτιμο θησαυρὸ καὶ ἱερὰ «Παρακαταθήκη» (Α΄ Τιμ. 6, 20) μέχρι σήμερα καὶ μέχρι τὴν Δευτέρα Παρουσία.
Σὲ αὐτοὺς μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὑπάγονται καὶ ὅσοι βάλθηκαν δῆθεν νὰ «διορθώσουν», νὰ «ἐξομαλύνουν», νὰ «βελτιώσουν», νὰ «τροποποιήσουν» καὶ νὰ «ἐξανθρωπίσουν» τὸν πλοῦτο τοῦ θείου Στολισμοῦ στὴν ἄχραντο Νύμφη τοῦ Χριστοῦ ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τὸ κάλλος της εἶναι ἄφθαστο καὶ ἀπερίγραπτο. Ὁ σκοπός του εἶναι νὰ μᾶς αἰχμαλωτίσει στὴν Ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ μᾶς σώσει. Ἄν μᾶς φαίνεται ἀπρόσιτο στὶς παραμορφωμένες αἰσθήσεις μας, σημαίνει ὅτι ἐμεῖς πταίουμε, ὄχι αὐτό. Ἐμεῖς πρέπει νὰ τείνουμε πρὸς τὴν θεία ὡραιότητα καὶ ὄχι τὸ ἀντίστροφο. Δὲν θὰ καταβιβάσουμε τὸ θεῖον καὶ ἄρρητον κάλλος στὴν ἀσχήμια τῆς ἀνθρώπινης ἐμπάθειας καὶ ἐκτροπῆς…
Τὸ κύριο πρόβλημα τῶν αἱρετικῶν ἀνέκαθεν ἦταν ὅτι διεκρίνοντο ἀπὸ προσκόλληση στὴν ἀνθρώπινη λογική, ἀπὸ ἔλλειψη ἁπλότητος πίστεως, ἀπὸ ὀρθολογισμό, ἀπὸ πεῖσμα, ἀπὸ ἀμφισβήτηση, ἀπὸ διάθεση καινοτομίας καὶ ἀλλαγῆς, ἀπὸ περιφρόνηση τῶν παλαιῶν δοκιμασμένων καὶ ἐξαγιασμένων πρακτικῶν τῆς ζωντανῆς μας πίστεως, ἀπὸ θαυμασμὸ γιὰ τὰ ἐπιτεύγματα τοῦ κόσμου τούτου, ἀπὸ δουλοπρέπεια ἔναντι τῶν ἰσχυρῶν, ἀπὸ κοσμικὸ ὑπολογισμὸ καὶ σκοπιμότητα, ἀπὸ ἰδιοτελεῖς βλέψεις καὶ ἐπιδιώξεις, ἀπὸ σκοτεινὲς καὶ ἀδιαφανεῖς διασυνδέσεις, ἀπὸ ποικίλες διαπλοκὲς μὲ τὸ σκότος τοῦ ψεύδους, τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀπάτης.
Οἱ αἱρετικοὶ καὶ φιλαιρετικοὶ προέτασσαν καὶ προτάσσουν πάντοτε ἐπίγειους λογισμούς, ἐπίγεια συμφέροντα καὶ ἐπίγειους ὑπολογισμούς. Τὸν Θεό, τὴν Ἀλήθεια, τὴν Πίστη, τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες χρησιμοποιοῦν ἐπιλεκτικῶς (αἵρεση = ἐπιλογή) μόνον ὅσο ἐξυπηρετοῦν τοὺς δικούς τους στόχους. Ἐκεῖ ὅμως ὅπου ζητεῖται ἡ ἕως θανάτου ἐγκατάλειψη τοῦ ἑαυτοῦ στὴν πιστὴ ἀκολούθηση τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁμολογία τῆς ἀποκλειστικότητος Αὐτοῦ καὶ τῆς μίας καὶ μοναδικῆς Ἐκκλησίας Του, τῆς ἐν μετανοίᾳ ἐπιστροφῆς πάντων εἰς Αὐτὴν πρὸς σωτηρίαν, προβάλλουν τὴν ἀντίρρηση ὅτι πρόκειται γιὰ ἀκραία ὑπερβολὴ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀποφεύγεται, νὰ ἀπορρίπτεται ἕως καὶ νὰ καταδικάζεται! Γιατί αὐτό; Διότι πίστευαν καὶ πιστεύουν ὅτι ἔχουν τὴν ἀπόλυτη ἐξουσία στὰ τῆς Ἐκκλησίας νὰ τὰ διαχειρίζονται κατὰ τὸ δοκοῦν.
Ὁ Κύριος βέβαια ἔδωσε «τὰς κλεῖς» (Ματθ. 16, 19), «τὰ κλειδιὰ» τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, τὰ ὁποῖα πράγματι «λύνουν καὶ δένουν» ἐπὶ γῆς μὲ ἄμεσο ἀντίκτυπο ἐν οὐρανοῖς, σὲ ὅλους ὅσοι καταξιώνονται «χάριτος Ἐπισκοπῆς» σὰν τὸν Πέτρο, κατὰ τὸν θεῖο Ἑρμηνευτὴ Ἱερὸ Θεοφύλακτο (βλ. Ἑρμηνεία εἰς τὰ τέσσαρα ἱερὰ Εὐαγγέλια, Ἀθῆναι 1865, σελ. 32) καὶ ἐν γένει κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Αὐτὸ ὅμως κατὰ κυριολεξίαν ἀφορᾶ -γιὰ νὰ γίνουμε πιὸ συγκεκριμένοι- σὲ ὅσους ἐκ τῶν Ἐπισκόπων δεχόμενοι τὸ σύνολο τῆς θείας Ἀποκαλύψεως γνωρίζουν ἐπακριβῶς τὰ τῆς Πίστεως καὶ βαδίζουν συνεπῶς σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχές της. Ὅσοι ὅμως ἀλλάσουν τὰ παραδεδομένα καὶ ἐφαρμόζουν μεθόδους «κοπτοραπτικῆς» στὰ τῆς Πίστεως, θεωροῦντες ἐν τούτοις ὅτι κατέχουν ἀδιαφιλονίκητα «ἐξουσίαν δεσμεῖν τε καὶ λύειν» κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς, τότε αὐτοὶ ἀπατῶνται οἰκτρῶς.
Ὅσοι ἐπιχειροῦν χωρὶς θεία ἀποκάλυψη, ὅπως καὶ στερεὴ καὶ παραδεκτὴ ὀρθόδοξη βάση, νὰ προβοῦν σὲ ἀλλαγὲς καὶ καινοφανῆ ἀνοίγματα, ἄγνωστα στὸν Κανόνα τῆς Εὐσεβείας, νομίζοντες ὅτι ἔτσι ὑπηρετοῦν τὴν θεία Ἀλήθεια, καὶ ἀντὶ γιὰ «ἀκριβεῖς φύλακες» μετατρέπονται σὲ ἀσεβεῖς «νέους νομοθέτες», αὐτοὶ ἐπιτιμῶνται ὡς ὄργανα τοῦ σατανᾶ! Ὅσοι βρίσκονται σὲ ἀνακολουθία μὲ τὸ Πατερικὸ πνεῦμα καὶ φρόνημα ὅπως καὶ μὲ τὶς ρῆτρες ἀσφαλείας ποὺ ἐτέθησαν ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὰ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοὶ κρίνονται ὡς σκανδαλοποιοί, οἱ ὁποῖοι δὲν φρονοῦν τὰ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων (πρβλ. Ματθ. 16, 23).
Μόνον ὅσοι ἀκολουθοῦν μὲ αὐταπάρνηση τὸν Χριστό, συσταυρούμενοι μαζί Του καὶ εὐθυγραμμιζόμενοι μὲ τοὺς Ἁγίους Του, μόνον ὅσοι εἶναι ἕτοιμοι ἀκόμη καὶ γιὰ μαρτύριο χάριν τῆς Ὁμολογίας τῆς Ἀληθείας Του, μόνον αὐτοὶ ὡς ἀληθινοὶ διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων διατηροῦν ἀπαραμείωτη τὴν πνευματικὴ ἐξουσία «νὰ δένουν καὶ νὰ λύνουν» στὴν διαχείριση τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ λοιποὶ ὡς σφετεριστὲς ἔχουν μόνο τὸ σχῆμα καὶ τὴν μορφὴ ἀρνίων, ἤ καὶ ποιμένων, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα λαλοῦν ὡς «δράκοντες» (βλ. Ἀποκαλ. 13, 11) καὶ πράττουν ὄχι ὅσα συμβάλλουν στὴν οἰκοδομὴ καὶ αὔξηση τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ στὴν ἐξαχρείωση, ὡς ψευδοποιμένες καὶ ψευδοδιδάσκαλοι (βλ. ΙΕ΄ Ἱ. Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Ἁγίας Συνόδου).
Ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ ἦταν καὶ εἶναι τέτοιου εἴδους «λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. 20, 29), οἱ ὁποῖοι ἐκβάλλονται τῆς θείας Παρεμβολῆς διὰ τῆς Συνοδικῆς ὁδοῦ τῆς Ἐκκλησίας, μέσῳ τῶν Ὀρθοδόξων Ποιμένων.
Οἱ «λαλοῦντες διεστραμμένα» (Πράξ. 20, 30) στὰ τῆς πίστεως, οἱ ἀκόλουθοι καὶ ὑποστηρικτές τους, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀνεχόμενοι αὐτοὺς παθητικῶς, ἀντιμετωπίζοντο καὶ ἀντιμετωπίζονται κατόπιν καταλλήλου «νουθεσίας» (Τίτ. 3. 10), ὥστε ἄν δὲν συνετισθοῦν, νὰ λάβουν τὴν ἀποκοπὴ καὶ ἐκβολὴ ἀπὸ τὸ ὑγιὲς Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὡς «ἀνιάτως νοσοῦντες».
Τέτοιοι ἀνεδείχθησαν παλαιοὶ καὶ νεώτεροι αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι μὲ ποικίλες ὀνομασίες ἀπὸ τὴν βασικὴ πλάνη τους ἤ ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχηγοῦ τους, ἀποτελοῦν ἀντίθετο σῶμα καὶ μολυσματικὸ ἑσμό, καίτοι αὐτο-αποκαλοῦνται Χριστιανοί, ἴσως ἀκόμη καὶ ὀρθόδοξοι!
Τέτοιοι ἦταν καὶ εἶναι οἱ παλαιοὶ Εἰκονομάχοι, οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ νεώτεροι Εἰκονομάχοι Προτεστάντες μὲ ὅλη τὴν πανσπερμία τους, ὅπως καὶ οἱ Καινοτόμοι Οἰκουμενιστὲς τῆς σήμερον, οἱ ὁποῖοι ἐδῶ καὶ ἕναν αἰῶνα ταράσσουν τὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν πρωτοφανῆ πλάνη καὶ κακοδοξία τους, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ τὸ δόγμα τῆς Ἀληθείας καὶ Ἑνότητος τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ ἀνόσιο ἔργο τους ἄρχισε μὲ τὴν θεωρούμενη ὡς μικρὴ καὶ ἀσήμαντη Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμιση τοῦ 1924, ἡ ὁποία ἐπιβλήθηκε ἀντικανονικὰ πολιτικῶς καὶ ἐκκλησιαστικὰ ἐξαπατητικῶς, ἀλλὰ εἶχε προαποφασισθεῖ γιὰ νὰ ἐπισπεύσει τὸν συνεορτασμὸ καὶ τὴν προσέγγιση μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, σύμφωνα μὲ τὸ Πατριαρχικὸ Διάγγελμα τοῦ 1920 καὶ τὸ λεγόμενο «Πανορθόδοξο Συνέδριο» τοῦ 1923.
Οἱ Καινοτόμοι Οἰκουμενιστὲς μὲ τὴν ἐν συνεχείᾳ ἀνοικτὰ πλέον ἐκφραζόμενη, ὑποστηριζόμενη καὶ ἐφαρμοζόμενη «περιεκτικὴ» καὶ « διευρυμένη» ἐκκλησιολογία τους «μολύνουν» τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἄμωμη καὶ ἀμόλυντη, μὲ τὴν πλάνη καὶ ρυπαρότητα τῶν αἱρέσεων. Τὸ κύριο σύνθημά τους στὶς ἡμέρες μας εἶναι: ὅτι δῆθεν ὅλοι ὅσοι συμμετέχουν στὴν ἀποστατικὴ Οἰκουμενικὴ Κίνηση, «ἔχουν κοινὴ ἀποστολή, δίδουν κοινὴ μαρτυρία πίστεως, καὶ ἀποβλέπουν σὲ κοινὸ Πασχάλιο»! Τοῦτο ὅμως τὸ παραπλανητικὸ καμία σχέση δὲν ἔχει μὲ τὸ Πατερικὸ καὶ Συνοδικὸ φρόνημα τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἐμεῖς οἱ χάριτι Θεοῦ ἀληθινοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, χωρὶς καμία διάθεση θριαμβολογίας καὶ αὐτοδικαιώσεως, διακηρύσσουμε κατὰ τὴν εὔσημη ἡμέρα τῆς νίκης τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ πασῶν τῶν αἱρέσεων ὅτι ἀποστρεφόμαστε, καταδικάζουμε καὶ ἀποπτύουμε τὴν μολυσματικὴ αὐτὴ πλάνη καὶ αἵρεση, καλοῦντες τοὺς ἐξαπατημένους Καινοτόμους καὶ Οἰκουμενιστὰς σὲ μετάνοια! Ὅσο αὐτοὶ ἀκολουθοῦν, προωθοῦν καὶ ἑδραιώνουν τὴν αἵρεσή τους, τόσο ἐμεῖς ἀποφεύγουμε τὴν κοινωνία τους στὴν ξέφρενη πορεία τους.
Σὰν ἀνθρώπους τοὺς λυπούμεθα καὶ εὐχόμεθα γιὰ τὴν ἀνάνηψή τους. Ὅμως, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἀποδεχόμεθα τὴν θλιβερὴ λογική τους, χάριν δῆθεν ἐπιτεύξεως εἰρηνικῶν καὶ καλῶν σκοπῶν.
Δὲν εἴμεθα ἐναντίον τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς καὶ τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως. Ὅμως, προτάσσουμε τὸ ἀγαθὸ τῆς ὀρθῆς καὶ συνεποῦς ὁμολογίας τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως στὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἄνευ μετανοίας καὶ συμμορφώσεως κατὰ πάντα στὶς ὑποδείξεις τοῦ Σωτῆρος καὶ Λυτρωτοῦ μας καὶ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας Του, κάθε ἄλλος στόχος ὅσο ὑψηλὸς καὶ ἀξιοσέβαστος καὶ ἄν φαίνεται, περνᾶ σὲ δεύτερη μοίρα ὡς πρὸς τὶς προτεραιότητες καὶ τὶς ἐπιλογές μας.
Δὲν ἀγνοοῦμε βεβαίως ὅτι στὸν ἀγῶνα πρώτιστης σημασίας γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τοῦ μολυσμοῦ ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Καινοτόμους καὶ Οἰκουμενιστές, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ νόμιμος ἄθλησις (βλ. Β΄ Τιμ. 2, 5). Οἱ Κανονικὲς καὶ λοιπὲς ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀφοροῦν βεβαίως καὶ σὲ ὅσους ἀποτελοῦν τὸ ὁμολογιακὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέπουμε ποικίλες παραβιάσεις καὶ ποικίλες ἐκμεταλλεύσεις στὸ ὄνομα τῆς δῆθεν γνησίας Ὀρθοδοξίας. Ὅταν δὲν τηροῦνται τὰ ὀρθὰ κριτήρια τῆς Ὀρθοδόξου ἀντιστάσεως κατὰ τῆς αἱρέσεως, τότε προκύπτουν ἐκτροπὲς ποὺ ἀμαυρώνουν τὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως καὶ τῆς καλῆς ὁμολογίας (βλ. Α΄ Τιμ. 6, 12).
Πολλοὶ εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔστω κι ἄν δὲν συμμετέχουν στὴν κοινωνία τῶν αἱρετιζόντων καὶ τηροῦν φαινομενικὰ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως δυστυχῶς «πλανῶνται τῇ καρδίᾳ» μὴ γνωρίζοντες τὶς σωτήριες «ὁδοὺς» τοῦ Κυρίου, γι’ αὐτὸ καὶ ἐκτρέπονται καὶ ἐκτρέπουν ὅσους τοὺς ἀκολουθοῦν στὸν κίνδυνο μὴ «εἰσελεύσεως στὴν θεία κατάπαυση» (βλ. Ψαλμ. 94, 10-11)! Ἐφιστοῦμε τὴν αὐξημένη προσοχὴ τοῦ κατὰ Θεὸν Ποιμνίου μας, προτρέποντες αὐτὸ νὰ ἔχει ἐμπιστοσύνη στοὺς ἀληθινοὺς Ποιμένες του καὶ ὄχι σὲ διαφόρους ἀποκομμένους ρασοφόρους καὶ μή, ὅ,τι πομπώδη πινακίδα ἤ σημαία κι ἄν χρησιμοποιοῦν, οἱ ὁποῖοι ὡς ἀκατάστατοι καὶ ἰδιόρρυθμοι βαδίζουν στὶς ἀδιέξοδες ὁδοὺς τοῦ ἰδίου θελήματός τους, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι…
Ἀγαπητοὶ Ἀδελφοί·
Εἶναι φανερὸν ὅτι ζοῦμε σὲ ἀποκαλυπτικὲς ἡμέρες μεγάλης συγχύσεως. Ἐπικρατεῖ μεγάλη ταραχὴ ἀπὸ ἔλλειψη ἀγάπης, εἰρήνης, δικαιοσύνης καὶ ἑνότητος. Ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν διότι δὲν ἐπικρατεῖ ἡ Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἐξαπατῶνται καὶ ἐπιλέγουν τὸ ψεῦδος, νομίζοντας ὅτι θὰ βροῦν διέξοδο στὰ ἀδιέξοδά τους, προσωπικὰ καὶ κοινωνικά. Πόλεμοι καὶ ἀκοὲς πολέμων θορυβοῦν ἀπειλητικὰ τὸν κόσμο, ἐφ’ ὅσον μὲ τὰ σύγχρονα μέσα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθει κυριολεκτικὸς ὄλεθρος στὸν κόσμο σὲ σύντομο διάστημα. Οἱ πολιτικὲς συνεννοήσεις καὶ διαπραγματεύσεις ναυαγοῦν, ἀλλὰ καὶ οἱ Οἰκουμενιστικὲς δραστηριότητες, τελετὲς καὶ διακηρύξεις δῆθεν γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου, ὡς ἀνευλόγητες, χειροτερεύουν τὰ πράγματα ἀντὶ νὰ βοηθοῦν.
Ἐμμένοντες ταπεινὰ ἀλλὰ καὶ ἀποφασιστικὰ στὴν Ἀλήθεια τῆς πίστεως, κατανοοῦμε τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης μας νὰ εἴμαστε ἀληθινοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ στὴν πίστη καὶ στὸ βίωμα, ὥστε νὰ ἀποτελοῦμε παράγοντες εὐλογίας στὸν ταλαίωρο κόσμο γύρω μας, καλοῦντες σὲ Μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὸν Τριαδικὸ Θεό μας καὶ στὴν Ἀλήθεια τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας Του, χωρὶς νοθεῖες καὶ ἄνομους συμβιβασμούς.
Κατακλείοντες, θυμίζουμε ὅτι παραμένουμε πιστοὶ στὴν θεία Ἐπαγγελία, γνωρίζοντες ἔμφοβοι ὅτι ὁ Κύριός μας θὰ ἔλθει μετὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ καὶ μετὰ τῶν ἁγίων Ἀγγέλων Του, γιὰ νὰ ἀποδώσει σὲ κάθε ἕναν «κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (Ματθ. 16, 27). Ἤτοι, «τοῖς μὲν καθ’ ὑπομονὴν ἔργου ἀγαθοῦ [πίστεως ὀρθοδόξου] δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν, [καὶ] ζωὴν αἰώνιον», «τοῖς δὲ ἐξ ἐριθείας [στοὺς ἐγωϊστὲς] καὶ ἀπειθοῦσι μὲν τῇ ἀληθείᾳ, πειθομένοις δὲ τῇ ἀδικίᾳ, θυμὸς καὶ ὀργή» (Ρωμ. 2, 7-8)!
Εἴθε νὰ τύχουμε τῆς θείας εὐλογίας ὡς ἀντάξιο μισθὸ τῆς ἕως τέλους ὑπομονῆς μας! Εἴθε νὰ παραμείνουμε ἀμετάπτωτα στὴν Ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ὡς μάρτυρες καὶ ὁμολογητὲς αὐτῆς, ἀποφεύγοντες πάσῃ θυσίᾳ τὴν πλάνη τοῦ ψεύδους, εἴτε στὴν πίστη εἴτε στὴν ζωή, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια καταδίκη! Εἴθε νὰ ἀναδειχθοῦμε τέκνα ὑπακοῆς, πρόβατα τῆς Ποίμνης τοῦ Χριστοῦ, μέτοχοι τῆς ἐνδόξου Βασιλείας Αὐτοῦ. Ἀμήν!
Σᾶς εὐχαριστῶ καὶ εὔχομαι καλὴ συνέχεια τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς!
Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου