ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2024

ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ




[:Υπομνηματισμός των εδαφίων Εβρ.9,1-14]

«Εἶχε μὲν οὖν καὶ ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε Ἅγιον κοσμικόν· σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη, ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται Ἅγια. μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη Ἅγια Ἁγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος


(:Ας βγάλουμε τώρα κάποιο συμπέρασμα για όσα είπαμε σχετικά με την ιεροσύνη της Παλαιάς Διαθήκης και ας τα διασαφηνίσουμε περισσότερο. Είχε βέβαια και η πρώτη Διαθήκη νόμους και λατρευτικές διατάξεις, καθώς κι ένα επίγειο θυσιαστήριο. Κατασκευάστηκε δηλαδή το πρώτο διαμέρισμα της σκηνής, μέσα στο οποίο υπήρχε η λυχνία και η τράπεζα της προθέσεως και οι άρτοι που τοποθετούνταν πάνω σ’ αυτήν ως προσφορά στον Θεό. Και το πρώτο αυτό διαμέρισμα της σκηνής λεγόταν Άγια. Έπειτα, πίσω από το δεύτερο καταπέτασμα ήταν το μέρος της σκηνής που λεγόταν Άγια Αγίων. Στα Άγια των Αγίων υπήρχε ένα χρυσό θυμιατήριο και η Κιβωτός της Διαθήκης, που ήταν γύρω –γύρω καλυμμένη με χρυσάφι απ’ όλες τις πλευρές της.


Μέσα στην κιβωτό αυτή υπήρχε μια χρυσή στάμνα που περιείχε από το περίφημο μάννα, καθώς επίσης και η ράβδος του Ααρών που είχε βλαστήσει θαυματουργικά, και οι θεοχάρακτες πλάκες της Διαθήκης. Πάνω από την κιβωτό υπήρχαν δύο χρυσά Χερουβίμ ένδοξα, που ανάμεσά τους εμφανιζόταν και μιλούσε ο Θεός. Αυτά σκέπαζαν με τα φτερά τους και σκίαζαν το χρυσό κάλυμμα της κιβωτού που ονομαζόταν “ιλαστήριο”. Αλλά για όλα αυτά δεν είναι τώρα καιρός να μιλήσουμε με λεπτομέρειες)»[Εβρ.9,1-5]·[ερμηνευτική απόδοση Παναγιώτου Τρεμπέλα].


Έδειξε ο Παύλος από τον ιερέα, από την ιεροσύνη και από τη διαθήκη ότι εκείνη επρόκειτο να έχει τέλος· το δείχνει πλέον και από τη μορφή της ίδιας της σκηνής. Πώς; Μιλώντας για «Ἅγια» και για «Ἅγια Ἁγίων». Τα «Ἅγια» δηλαδή είναι σύμβολο του προηγούμενου καιρού (γιατί τότε γίνονταν όλα με θυσίες), ενώ τα «Ἅγια Ἁγίων» είναι σύμβολα τούτου του παρόντος καιρού. Ονομάζει «Ἅγια Ἁγίων» τον ουρανό, και το ίδιο και καταπέτασμα του ουρανού, και τη σάρκα που εισέρχεται στο εσώτερο του καταπετάσματος, δηλαδή μέσω του καταπετάσματος της σάρκας Αυτού. Αλλά καλό είναι να μιλήσουμε εξετάζοντας από την αρχή το χωρίο αυτό.


Τι λέγει λοιπόν; «Εἶχε μὲν οὖν καὶ ἡ πρώτη». Ποια «πρώτη»; Η διαθήκη. «Δικαιώματα λατρείας». Τι σημαίνει «δικαιώματα»; Σύμβολα ή διατάξεις. Σαν να έλεγε «τότε είχε, ενώ τώρα δεν έχει». Δείχνει ότι αυτή τα παραχώρησε ήδη σε αυτόν· γιατί λέγει «τότε είχε». Ώστε τώρα, αν και παραμένει, δεν υπάρχει. «τό τε Ἅγιον κοσμικόν». Και το θυσιαστήριο το επίγειο. Το ονομάζει «κοσμικόν» επειδή επιτρεπόταν σε όλους να εισέρχονται, και ήταν γνωστός ο τόπος μέσα στον ίδιο οίκο, στον οποίο αλλού στέκονταν οι ιερείς, αλλού οι Ιουδαίοι, και αλλού οι προσήλυτοι, οι Έλληνες και οι Ναζωραίοι. Επειδή λοιπόν επιτρεπόταν να μπαίνουν και οι Έλληνες, γι' αυτό το ονομάζει «κοσμικόν», γιατί βέβαια δεν ήταν ο κόσμος οι Ιουδαίοι. Γιατί λέγει «σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη, ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται Ἅγια(:κατασκευάστηκε δηλαδή το πρώτο διαμέρισμα της σκηνής, μέσα στο οποίο υπήρχε η λυχνία και η τράπεζα της προθέσεως και οι άρτοι που τοποθετούνταν πάνω σ’ αυτήν ως προσφορά στον Θεό. Και το πρώτο αυτό διαμέρισμα της σκηνής λεγόταν Άγια)»[Εβρ.9,2]. Αυτά είναι σύμβολα του κόσμου.


«Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα». Άρα δεν είχε υπήρχε μόνο ένα καταπέτασμα, αλλά υπήρχε και έξω καταπέτασμα· «σκηνὴ ἡ λεγομένη Ἅγια Ἁγίων(:υπήρχε σκηνή που ονομαζόταν τα Άγια των Αγίων)».Πρόσεχε πώς παντού το ονομάζει «σκηνὴ», επειδή διέμεναν εκεί· «χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης(:στα Άγια των Αγίων υπήρχε ένα χρυσό θυμιατήριο και η Κιβωτός της Διαθήκης, που ήταν γύρω –γύρω καλυμμένη με χρυσάφι απ’ όλες τις πλευρές της. Μέσα στην κιβωτό αυτή υπήρχε μια χρυσή στάμνα που περιείχε από το περίφημο μάννα, καθώς επίσης και η ράβδος του Ααρών που είχε βλαστήσει θαυματουργικά, και οι θεοχάρακτες πλάκες της Διαθήκης)»[Εβρ.9,4].


Όλα αυτά ήταν σεβαστά και λαμπρά υπομνήματα της ιουδαϊκής αχαριστίας: «καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης(:και οι θεοχάρακτες πλάκες της Διαθήκης)»· γιατί τις έσπασε ο Μωυσής όταν τους είδε να ειδωλολατρούν· και «τὸ μάννα»· γιατί γόγγυσαν· και γι' αυτό, παραπέμποντας τη μνήμη στους απογόνους, πρόσταξε να το τοποθετήσουν στη χρυσή στάμνα. «Ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον (:Πάνω από την κιβωτό υπήρχαν δύο χρυσά Χερουβίμ ένδοξα, που ανάμεσά τους εμφανιζόταν και μιλούσε ο Θεός. Αυτά σκέπαζαν με τα φτερά τους και σκίαζαν το χρυσό κάλυμμα της κιβωτού που ονομαζόταν Ιλαστήριο)»[Εβρ.9,5]. Τι σημαίνει «Χερουβὶμ δόξης»; Ή εννοεί τα ένδοξα ή τα κάτω από τον Θεό. Και σωστά μεγαλοποιεί αυτά με τον λόγο, για να δείξει ότι είναι ανώτερα τα στη συνέχεια· «περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος(:Αλλά για όλα αυτά δεν είναι τώρα καιρός να μιλήσουμε με λεπτομέρειες)».Εδώ υπαινίχτηκε ότι δεν ήταν αυτά μόνο τα βλεπόμενα, αλλά ήταν απλώς κάποια αινίγματα· «για τα οποία δεν μπορούμε», λέγει, «τώρα να μιλήσουμε λεπτομερώς»· ίσως χρειάζονται μακρότερο λόγο.


«Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες(:Έτσι λοιπόν είχαν αυτά σχεδιαστεί και με αυτόν τον τρόπο είχε κατασκευαστεί η σκηνή, ώστε στο πρώτο διαμέρισμά της, δηλαδή στα Άγια, να μπαίνουν πάντοτε οι ιερείς και να τελούν τις ιεροτελεστίες)»[Εβρ.9,6]· δηλαδή υπήρχαν βέβαια αυτά, αλλά όμως δεν απολάμβαναν αυτά οι Ιουδαίοι· γιατί δεν τα έβλεπαν. Ώστε μάλλον δεν ήταν για εκείνους, αλλά για εκείνους για τους οποίους αποτελούσαν προτύπωση. «εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων(:Στο δεύτερο όμως διαμέρισμα της σκηνής, δηλαδή στα Άγια των Αγίων, έμπαινε μία φορά το χρόνο, την ημέρα του εξιλασμού μόνον ο αρχιερέας. Κι αυτός δεν έμπαινε χωρίς αίμα, αλλά έφερνε μαζί του το αίμα των ζώων, το οποίο πρόσφερε ως εξιλαστήρια θυσία για τον εαυτό του και για τις αμαρτίες που από άγνοια είχε διαπράξει ο λαός)»[Εβρ.9,7]. Βλέπεις ότι ήδη έχουν προκαταβληθεί οι τύποι;


Για να μη λένε δηλαδή πως «είναι μία η θυσία» και πως «ο αρχιερέας πρόσφερε μία φορά μόνο θυσία» δείχνει ότι αυτό γίνεται έτσι από την αρχή· εφόσον η αγιότερη θυσία και η φρικτή ήταν μία. Έτσι συνηθιζόταν από την αρχή· γιατί και τότε ο αρχιερέας μία φορά πρόσφερε θυσία. Και σωστά είπε «οὐ χωρὶς αἵματος (:όχι χωρίς αίμα)»· όχι βέβαια χωρίς αίμα, αλλά ασφαλώς όχι με Αυτό το αίμα· γιατί δεν ήταν τόσο μεγάλη η επιμελής αντιστοίχιση περασμένων και μεταγενέστερων. Δείχνει ότι θα συμβεί αυτή η Θυσία, όχι όμως δαπανώμενη από τη φωτιά, αλλά μάλλον ότι θα κατορθωθεί από το αίμα. Επειδή δηλαδή ονόμασε τον σταυρό «θυσία» που δεν είχε ούτε φωτιά ούτε ξύλα ούτε προφέρεται πολλές φορές, αλλά προσφέρθηκε μία φορά με αίμα· «ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων(:το οποίο πρόσφερε ως θυσία εξιλαστήρια για τον εαυτό του και για τις αμαρτίες που από άγνοια είχε κάνει ο λαός)». Πρόσεχε· δεν είπε «για τα αμαρτήματα», αλλά «για τα αγνοήματα», για να μη μεγαλοφρονήσουν. «Αν και βέβαια δεν αμάρτησες», λέγει, «με τη θέλησή σου, αλλά ήταν ακούσιο το αγνόημά σου, και κανείς δεν είναι καθαρός από αυτό». Και παντού αναφέρει το «και για τα δικά του», για να δείξει ότι ο Χριστός είναι πολύ πιο ανώτερος από τον αρχιερέα των Ιουδαίων. Γιατί, αν είναι απαλλαγμένος από τις αμαρτίες μας, πώς πρόφερε θυσία για τον εαυτό Του;


«Γιατί λοιπόν», θα μπορούσε να απορήσει κάποιος, «τα είπες αυτά;». Γιατί αυτό είναι γνώρισμα ανωτέρου. Πουθενά εδώ θεωρία. Τώρα όμως προχωρεί στην εξήγηση και λέγει: «τοῦτο δηλοῦντος τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, μήπω πεφανερῶσθαι τὴν τῶν Ἁγίων ὁδόν, ἔτι τῆς πρώτης σκηνῆς ἐχούσης στάσιν(:Κανείς άλλος δεν επιτρεπόταν να μπει στα Άγια των Αγίων. Και με την απαγόρευση αυτή το Άγιον Πνεύμα υποδήλωνε συμβολικά ότι δεν είχε ακόμη φανερωθεί, αλλά ήταν άγνωστος και άβατος στους ανθρώπους ο δρόμος που οδηγούσε στα αληθινά Άγια, δηλαδή στον ουρανό˙ διότι ήταν ακόμη στημένη και σε χρήση η πρώτη και παλαιά σκηνή)»[Εβρ.9, 8]. «Γι' αυτό», λέγει, «αυτά κατασκευάστηκαν έτσι, για να μάθουμε ότι τα Άγια των Αγίων, δηλαδή ο ουρανός είναι ακόμη άβατος. Να μην νομίζουμε λοιπόν, επειδή δεν εισερχόμαστε σε αυτόν, και ότι δεν υπάρχει αυτός, αφού ούτε στα Άγια εισήλθαμε».


«τις παραβολὴ εἰς τὸν καιρὸν τὸν ἐνεστηκότα(:Η σκηνή εκείνη ήταν τύπος και σύμβολο αυτών που γίνονται στη σημερινή εποχή του Μεσσία. Τότε, στη σκηνή εκείνη προσφέρονταν δώρα και θυσίες που δεν είχαν τη δύναμη να οδηγήσουν σε εσωτερική τελειότητα αυτόν που λάτρευε τον Θεό και να τον απαλλάξουν από τις τύψεις της συνειδήσεως)»[Εβρ.9,9]. Ποιον ονομάζει «καιρὸν τὸν ἐνεστηκότα»; Τον καιρό πριν από τον ερχομό του Χριστού· γιατί μετά τον ερχομό του Χριστού δεν είναι πλέον καιρός παρών· πώς δηλαδή μπορεί να είναι καιρός παρών αφού παρέρχεται και λαμβάνει τέλος; Θέλει και κάτι άλλο να δηλώσει λέγοντας ότι «αυτά είναι συμβολικά του παρόντος καιρού»· δηλαδή ο τύπος πέρασε· «καθ᾿ ὃν δῶρά τε καὶ θυσίαι προσφέρονται μὴ δυνάμεναι κατὰ συνείδησιν τελειῶσαι τὸν λατρεύοντα(:Και προσφέρονταν στη σκηνή εκείνη και δώρα και θυσίες, που δεν είχαν την δύναμη να κάνουν τέλεια και να απαλλάξουν από την τύψη της συνειδήσεως αυτόν που ασκούσε την λατρεία)»[Εβρ.9,9].


Είδες πως με σαφήνεια έδειξε με αυτό τι σημαίνει το « οὐδὲν γὰρ ἐτελείωσεν ὁ νόμος, ἐπεισαγωγὴ δὲ κρείττονος ἐλπίδος, δι᾿ ἧς ἐγγίζομεν τῷ Θεῷ(:διότι τίποτε δεν κατόρθωσε να τελειοποιήσει ο Νόμος. Ενώ τώρα με την νέα Διαθήκη εισάγεται νέα, καλύτερη ελπίδα, δια της οποίας πλησιάζουμε τον Θεό, επιτυγχάνουμε τη λύτρωση και την αιώνια μακαριότητα)»[Εβρ.7,19] και το «εἰ γὰρ ἡ πρώτη ἐκείνη ἦν ἄμεμπτος, οὐκ ἂν δευτέρας ἐζητεῖτο τόπος(:διότι εάν η πρώτη εκείνη διαθήκη ήταν πράγματι πλήρης και τέλεια, δεν θα εζητείτο τόπος και τρόπος να δοθεί δεύτερη διαθήκη)»; Πώς; «Εσωτερικά». Γιατί οι θυσίες δεν καθάριζαν τον ρύπο της ψυχής, αλλά ακόμη προσφέρονταν για το σώμα· γιατί λέγει «ὃς οὐ κατὰ νόμον ἐντολῆς σαρκικῆς γέγονεν(:γίνεται κατά τον νόμο που ισχύει για ανθρώπους σαρκικούς)»[Εβρ.7,16].Δεν μπορούσαν δηλαδή να συγχωρούν μοιχεία, ούτε φόνο,ούτε ιεροσυλία. Βλέπεις να λέγει «αυτό φάγε», «εκείνο να μην το φας»;


Πράγματα που ήταν αδιάφορα· «μόνον ἐπὶ βρώμασι καὶ πόμασι καὶ διαφόροις βαπτισμοῖς (:οι θυσίες μάλιστα εκείνες επιβάλλονταν μόνο ως φορτίο, μαζί με τη διάκριση φαγητών και ποτών και με τις διάφορες πλύσεις οι θυσίες αυτές επιβάλλονταν μόνο σαν φορτίο μαζί με τη διάκριση φαγητών και ποτών και με διάφορες πλύσεις)»[Εβρ.9,10]. «Αυτό πιες», λέγει· αν και βέβαια δεν υπήρχε καμία διάταξη για το ποτό, αλλά εξευτελίζοντας αυτά είπε αυτό· «καὶ δικαιώμασι σαρκός, μέχρι καιροῦ διορθώσεως ἐπικείμενα(:και τις εντολές για τον καθαρισμό μόνο του σώματος. Όλα αυτά όμως ήταν προσωρινά, μέχρι τον καιρό της διορθώσεως και μεταρρυθμίσεως που επέφερε ο Χριστός)». Γιατί αυτή είναι η δικαιοσύνη του σώματος. Εδώ υποβιβάζει τις θυσίες δείχνοντας ότι δεν είχαν καμία ισχύ και ότι ίσχυαν μέχρι τον καιρό της διόρθωσης αυτών. Δηλαδή περίμεναν τον καιρό εκείνον που τα διορθώνει όλα.


«Χριστὸς παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου(:αντίθετα ο Χριστός ήλθε ως αρχιερεύς των μελλοντικών αγαθών, των αγαθών δηλαδή της Καινής Διαθήκης. Και εισήλθε στα επουράνια Άγια των Αγίων μέσα από μια ανώτερη και τελειότερη σκηνή, που δεν κατασκευάστηκε από χέρια ανθρώπων. Δηλαδή δεν εισήλθε μέσα από μια επίγεια σκηνή, όπως ήταν η Σκηνή του Μαρτυρίου, αλλά δεδομένου ότι το σώμα του ήταν η σκηνή και κατοικία του Θεού Λόγου, ασυγκρίτως ανώτερη και τελειότερη, εισήλθε μέσα από τη σκηνή αυτή του σώματός του. Ακριβώς μάλιστα το σώμα του αυτό, επειδή συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, δεν προερχόταν από την κτίση αυτή, αλλά από νέα πνευματική κτίση)»[Εβρ.9,11].


Εδώ ως «μείζονα καί τελειοτέραν σκηνήν» εννοεί τη σάρκα. Και σωστά την ονόμασε και «ανώτερη» και «τελειότερη», εφόσον σε αυτήν κατοικεί ο Θεός Λόγος και όλη η ενέργεια του Πνεύματος· γιατί «οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα(:και τα διδάσκει αυτά αλάνθαστα, διότι ο Θεός δεν Του έδωσε το Άγιο Πνεύμα όπως κάποτε στους προφήτες περιορισμένα και σε ορισμένες στιγμές της ζωής τους, αλλά Του το έδωσε ολοκληρωτικά, αδιάκοπα και απεριόριστα· και συνεπώς Αυτός κατέχει την πλήρη και απόλυτη θεϊκή αποκάλυψη και διδάσκει με ακρίβεια τη διδασκαλία του Θεού)»[Ιω.3,34]· ή το λέγει επειδή είναι τελειότερη, αφού είναι ακατάληπτη, και κατορθώνει μεγαλύτερα.


«Τοῦτ' ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως(:ακριβώς μάλιστα το σώμα Του αυτό, επειδή συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, δεν προερχόταν από την κτίση αυτή, αλλά από νέα πνευματική κτίση)»[Εβρ.9,11]. Να πώς εισήλθε από σκηνή που είναι ανώτερη· γιατί δεν θα ήταν κατασκευασμένη από το Άγιο Πνεύμα, αν την κατασκεύασε άνθρωπος. «ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως(: δεν προέρχεται από αυτόν τον κόσμο)»· δηλαδή δεν είναι από αυτά τα κτίσματα, αλλά από τον πνευματικό κόσμο· γιατί έχει κατασκευαστεί από το άγιο Πνεύμα. Βλέπεις πώς ονομάζει το σώμα, και «σκηνή» και «κατασκεύασμα» και «ουρανό»; «Εισήλθε στα επουράνια Άγια των Αγίων», λέγει, «διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς(:μέσα από μία ανώτερη και τελειότερη σκηνή)»· έπειτα, «διὰ τοῦ καταπετάσματος, τοῦτ᾿ ἔστι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ(:αφού πρώτος Αυτός εισήλθε μέσα από το καταπέτασμα, δηλαδή με τη σάρκα Του και το αίμα Του)»[Εβρ.10,20] δια του καταπετάσματος, δηλαδή της σάρκας Αυτού· και πάλι, «εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος(:πιο μέσα από το καταπέτασμα της σκηνής)»[Εβρ.6,19]· και πάλι, «εἰσερχομένην εἰς τὰ ἅγια τῶν ἁγίων(: που εισέρχεται στα Άγια των αγίων)», για να παρουσιαστεί μπροστά στον Θεό.


Και για ποιο λόγο το κάνει αυτό; Επειδή θέλει να μας διδάξει με το καθένα από αυτά τη διαφορετική σημασία που έχει, αλλά έχει την ίδια αιτία. Εννοώ το εξής με αυτό. Ο ουρανός είναι καταπέτασμα· όπως τα Άγια τα αποκρύπτει το καταπέτασμα, έτσι και η σάρκα αποκρύπτει τη θεότητα· και όμοια το σώμα είναι σκηνή, έχοντας μέσα τη θεότητα· και ο ουρανός επίσης είναι σκηνή, γιατί εκεί μέσα είναι ο ιερέας. «Χριστὸς παραγενόμενος ἀρχιερεὺς(:αντίθετα ο Χριστός ήλθε ως αρχιερέας)». Δεν είπε «έγινε», αλλά «ήλθε», δηλαδή ήλθε σε αυτό το ίδιο, δεν έλαβε άλλο. Δεν ήλθε προηγουμένως και μετά έγινε αρχιερέας, αλλά συγχρόνως όταν ήλθε. Και δεν είπε: «ήλθε ως αρχιερέας των θυσιαζομένων», αλλά «τῶν μελλόντων ἀγαθῶν(:των μελλοντικών αγαθών, των αγαθών δηλαδή της Καινής Διαθήκης)»· γιατί ο λόγος δεν μπορούσε να παραστήσει το παν. «οὐδὲ δι' αἵματος(:ούτε χρησιμοποίησε ο Χριστός ως θυσία το αίμα)», λέγει, «τράγων καὶ μόσχων(:τράγων και μόσχων, όπως οι αρχιερείς των Ιουδαίων)».


Όλα είναι αλλαγμένα. «διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ (:αλλά με το δικό Του αίμα μπήκε μια για πάντα», λέγει, «εἰς τὰ Ἅγια (:στα επουράνια Άγια)». Να, «Ἅγια» ονόμασε τον ουρανό. «Μια για πάντα», λέγει, «εισήλθε στα επουράνια Άγια», «αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος (:εξασφαλίζοντας για μας απολύτρωση όχι προσωρινή, αλλά αιώνια)»[Εβρ.9,12]. Και το «εξασφάλισε», ήταν από τα υπερβολικά αδύνατα και πέρα από κάθε ελπίδα, πώς δηλαδή με μία είσοδο εξασφάλισε αιώνια λύτρωση.


Έπειτα το πειστικό: «Εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;(: διότι, εάν το αίμα των ταύρων και των τράγων και το ράντισμα με το νερό και τη στάχτη του δαμαλιού που κατακαιγόταν στο θυσιαστήριο δίνει σους θρησκευτικά μολυσμένους και ακάθαρτους έναν εξωτερικό καθαρμό και εξαγνίζει το σώμα τους, προκειμένου να μπορούν να μετέχουν στη λατρεία, πόσο μάλλον το αίμα του Χριστού, ο οποίος με το αιώνιο Πνεύμα που κατοικούσε μέσα Του πρόσφερε στον Θεό ως θυσία τον εαυτό Του ολοκληρωτικά καθαρό και ελεύθερο από κάθε ρύπο αμαρτίας, θα καθαρίσει τη συνείδησή σας από τα έργα της αμαρτίας που φέρνουν στην ψυχή νέκρωση, και θα σας αξιώσει να λατρεύετε αξίως τον ζωντανό Θεό;)»[Εβρ.9,13-14].


«Εάν δηλαδή», λέγει, «το αίμα των ταύρων μπορεί να καθαρίσει σάρκα, πόσο περισσότερο θα καθαρίσει τον ρύπο της ψυχής το αίμα του Χριστού». Για να μη νομίσεις δηλαδή, ακούοντας ότι «αγιάζει», ότι είναι κάτι το σπουδαίο, αναφέρει και δείχνει τη διαφορά του κάθε καθαρισμού, και πώς ο καθαρισμός αυτός είναι υψηλός, ενώ εκείνος ταπεινός. Και λέγει ότι αυτό είναι πολύ φυσικό, αφού εκείνο ήταν το αίμα ταύρων, ενώ αυτό είναι το Αίμα του Χριστού. Και δεν αρκέστηκε στο όνομα μόνο, αλλά αναφέρει και τον τρόπο της προσφοράς· γιατί, λέγει, «ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ(:ο οποίος με το αιώνιο Πνεύμα που κατοικούσε μέσα Του πρόσφερε στον Θεό ως θυσία τον εαυτό Του ολοκληρωτικά καθαρό και ελεύθερο από κάθε ρύπο αμαρτίας)»[Εβρ.9,14]· δηλαδή το θυσιαζόμενο ήταν άμωμο και καθαρό από αμαρτίες. Το «διὰ Πνεύματος αἰωνίου» δηλώνει ότι δεν προσφέρθηκε δια πυρός ούτε με κάποιους άλλους.


«Καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν(:θα καθαρίσει τη συνείδησή σας από τα έργα της αμαρτίας που φέρνουν στην ψυχή νέκρωση)», λέγει, «ἀπὸ νεκρῶν ἔργων (:από τα έργα της αμαρτίας που φέρνουν στην ψυχή νέκρωση)»[Εβρ.9,14]. Και σωστά είπε «ἀπὸ νεκρῶν ἔργων»· γιατί αν κάποιος τότε άγγιζε νεκρό, μολυνόταν· και εδώ αν κάποιος συμβεί να αγγίξει νεκρό έργο, μολύνεται με τη συνείδηση. «εἰς τὸ λατρεύειν(:και θα σας αξιώσει να λατρεύετε αξίως)», λέγει, «Θεῷ ζῶντι (:τον ζωντανό και αληθινό Θεό)». Εδώ δείχνει ότι εκείνος που διαπράττει νεκρά έργα δεν είναι δυνατό να δουλεύει στον ζωντανό Θεό. Και σωστά είπε «τον αληθινό και ζωντανό Θεό», δείχνοντας και με αυτό ότι και τα προσφερόμενα σε Αυτόν είναι τέτοια. Επομένως όλα αυτά τα δικά μας είναι και ζωντανά και αληθινά, ενώ εκείνα τα των Ιουδαίων είναι και νεκρά και ψευδή· και πολύ σωστά.


Κανένας λοιπόν που έχει νεκρά έργα να μην εισέρχεται εδώ. Γιατί αν εκείνος που αγγίζει νεκρό σώμα δεν έπρεπε να εισέρχεται, πολύ περισσότερο δεν πρέπει εκείνος που έχει νεκρά έργα· γιατί είναι μολυσμός φοβερότατος. Και νεκρά έργα είναι όλα εκείνα που δεν έχουν ζωή, που εκπέμπουν δυσωδία. Όπως δηλαδή το νεκρό σώμα δεν είναι χρήσιμο σε καμία αίσθηση, αλλά και προξενεί λύπη σε εκείνους που το πλησιάζουν, έτσι και η αμαρτία πλήττει αμέσως το λογιστικό και δεν αφήνει ούτε τον ίδιο τον νου να ηρεμεί, αλλά τον θορυβεί και τον ταράσσει. Λέγεται ότι και η εμφάνιση λοιμού καταστρέφει τα σώματα. Τέτοια είναι και η αμαρτία· δεν διαφέρει καθόλου από τον λοιμό, διαφθείροντας όχι τον αέρα πρώτα και μετά τα σώματα, αλλά αμέσως υπεισέρχεται στην ψυχή.


Δεν βλέπεις εκείνους που υποφέρουν από λοιμώδη νόσο πώς φλογίζονται, πώς περιστρέφονται, πώς είναι γεμάτοι από δυσωδία, πώς είναι αισχρά τα πρόσωπά τους, πώς όλοι είναι ακάθαρτοι; Τέτοιοι είναι και εκείνοι που αμαρτάνουν, έστω και αν δεν το βλέπουν. Γιατί, πες μου, δεν είναι χειρότερος από εκείνον που υποφέρει από πυρετό, αυτός που κυριεύτηκε από την επιθυμία των χρημάτων ή των σωμάτων; Δεν είναι ακαθαρτότερος από όλους αυτούς, διαπράττοντας όλα τα αδιάντροπα και υποφέροντας από αυτά; Πράγματι τι υπάρχει αισχρότερο από άνδρα που αγαπά υπερβολικά τα χρήματα; Όσα δεν σταματούν να κάνουν οι πόρνες γυναίκες και οι θεατρίνες, αυτά δεν παύει να τα κάνει και αυτός· ή καλύτερα εκείνες είναι δυνατό να σταματήσουν, αυτός όμως όχι. Τι λέγω, δε σταματά; Υπομένει και δουλοπρεπή πράγματα, κολακεύοντας εκείνους που δεν πρέπει, δείχνοντας επίσης θρασύτητα εκεί που δεν πρέπει, παρουσιάζοντας παντού ανωμαλία. Κάθεται πολλές φορές με πονηρούς ανθρώπους και γόητες και διεφθαρμένους, πολύ πιο φτωχούς και πιο ευτελείς από αυτόν τον ίδιο, ενώ άλλους αγαθούς και κατά πάντα ενάρετους τούς υβρίζει και συμπεριφέρεται προς αυτούς με θρασύτητα.


Είδες και από τα δύο και την ασχημοσύνη και την αδιαντροπιά; Και ταπεινός είναι πέρα από το μέτρο, και αλαζόνας. Διαμένουν βέβαια οι πόρνες σε οίκημα και αυτό είναι άξιο κατηγορίας τους, το ότι πωλούν το σώμα τους έναντι χρημάτων, αλλά έχουν κάποια δικαιολογία τη φτώχεια και την πείνα που τις καταναγκάζει, αν και βέβαια ούτε αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία· γιατί μπορούν να εργάζονται και να τρέφονται. Εδώ όμως συχνάζει ο πλεονέκτης όχι σε οίκημα, αλλά στο μέσο της πόλης, προσφέροντας όχι το σώμα, αλλά την ψυχή του στον διάβολο, ώστε και να εισέρχεται και να συνευρίσκεται μαζί του σαν προς πόρνη πραγματικά, και αφού εκπληρώσει όλη την επιθυμία του εξέρχεται και βλέπει όλη η πόλη και όχι μόνο δύο και τρεις άνθρωποι. Και αυτό είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των πορνών, το να δίνει σε αυτές κανείς χρήματα· είτε δηλαδή είναι κανείς δούλος είτε ελεύθερος είτε μονομάχος είτε οποιοσδήποτε και προσφέρει αμοιβή, καταδέχονται, ενώ εκείνοι που δεν προσφέρουν τίποτε κι αν ακόμη είναι ευγενέστεροι από όλους, χωρίς τα χρήματα δεν μπορούν να τις πλησιάσουν.


Αυτό κάνουν και αυτοί εδώ· τους ορθούς λογισμούς, όταν δεν έχουν χρήματα, τους αποστρέφονται, ενώ τους μιαρούς και πραγματικά θηριομάχους τούς συναναστρέφονται εξαιτίας των χρημάτων, ασχημονούν μαζί τους και χάνουν την ομορφιά της ψυχής τους. Όπως ακριβώς δηλαδή εκείνες είναι ως προς τη φύση τους αποκρουστικές και γεμάτες πονηριά και άγριες και παχιές και άσχημες και κακόπλαστες και σε όλα αισχρές, τέτοιες γίνονται και οι ψυχές τους , μην μπορώντας με τα εξωτερικά βαψίματα να συγκαλύψουν την ασχήμια τους. Γιατί, όταν η ασχήμια είναι η χειρότερη από όλες, όσα και αν επινοήσουν, δεν μπορούν να υποκριθούν. Το ότι βέβαια η αδιαντροπιά κάνει πόρνες, άκουσε τον προφήτη που λέγει: «ὄψις πόρνης ἐγένετό σοι, ἀπηναισχύντησας πρὸς πάντας(:συμπεριφέρθηκες προς όλους με αδιαντροπιά, απέκτησες μορφή πόρνης)»[Ιερ.3,3].
Αυτό μπορούμε να πούμε και προς τους πλεονέκτες· συμπεριφέρθηκες προς όλους με αδιαντροπιά· όχι προς αυτούς και προς εκείνους, αλλά προς όλους. Πώς; Ο άνθρωπος αυτού του είδους δε σέβεται ούτε τον πατέρα του, ούτε το παιδί του, ούτε τη γυναίκα του, ούτε φίλο, ούτε αδελφό, ούτε ευεργέτη, ούτε κανένα άλλο γενικά. Και γιατί λέγω «φίλο και αδελφό και πατέρα»; Δεν σέβεται τον ίδιο τον Θεό, αλλά τα θεωρεί όλα τα σχετικά με Αυτόν ως μύθο, και γελά μεθυσμένος από τη μεγάλη επιθυμία, και ούτε να ακούσει δεν θέλει κάτι από εκείνα που μπορούν να τον ωφελήσουν.


Αλλά πω πω παραλογισμός, ποια είναι και τα λόγια που λένε: «Αλιμόνο σου, μαμωνά, και σε εκείνον που δεν έχει»: Εδώ κατακυριεύομαι από τη φλόγα του θυμού· αλίμονο σε εκείνους που λένε αυτά, και αν ακόμη τα λένε γελώντας. Γιατί, πες μου, δεν απείλησε με αυτήν την απειλή ο Θεός λέγοντας: «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν ·ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ(:μην απατάτε τον εαυτό σας με την ιδέα ότι είναι δυνατόν να θησαυρίζει κανείς και στη γη και ταυτόχρονα να είναι προσκολλημένος και στο Θεό. Κανείς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως δούλος σε δύο κυρίους· διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά, δηλαδή του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα περιφρονήσετε τότε τον Θεό)» [Ματθ.6,24] και εσύ καταργείς την απειλή τολμώντας να λες τέτοια λόγια προς κακό του εαυτού σου;


Δεν λέγει ο Παύλος ότι αυτή είναι ειδωλολατρία και ονομάζει ειδωλολάτρη τον πλεονέκτη;[Εφ.5,5: «Τοῦτο γάρ ἐστε γινώσκοντες, ὅτι πᾶς πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, ὅς ἐστιν εἰδωλολάτρης, οὐκ ἔχει κληρονομίαν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ(:φυλαχτείτε από αυτά, διότι πρέπει να ξέρετε καλά αυτό, ότι κάθε πόρνος ή ακάθαρτος ή πλεονέκτης, ο οποίος ουσιαστικά είναι ειδωλολάτρης, αφού η λατρεία του χρήματος απορροφά ολόκληρη την καρδιά του, δεν έχει κανένα δικαίωμα κληρονομιάς στη βασιλεία του Χριστού και Θεού)»]. Εσύ όμως στέκεσαι και γελάς όπως οι κοσμικές γυναίκες, προκαλώντας τα γέλια σαν τις γυναίκες του θεάτρου;


Αυτό τα ανέτρεψε όλα, αυτό τα κατέρριψε· κατάντησαν τα δικά μας γέλως και πολιτισμός και αστειότητα· τίποτε το σταθερό, τίποτε το στερεό. Δεν τα λέγω αυτά μόνο προς τους κοσμικούς άντρες, αλλά γνωρίζω ποιους υπαινίσσομαι· γέμισε η Εκκλησία από γέλωτα. Αν ο τάδε πει κάποιο αστείο, αμέσως προκαλούνται γέλια σε αυτούς που κάθονται. Και το θαυμαστό είναι ότι πολλοί δεν σταματούν να γελούν και κατά την ίδια την ώρα της ευχής. Παντού χορεύει ο διάβολος, όλους τους ντύθηκε, όλους τους εξουσιάζει. Ατιμάστηκε ο Χριστός, περιφρονήθηκε, δεν υπάρχει πουθενά η εκκλησία. Δεν ακούτε τον Παύλο που λέγει: «Καὶ αἰσχρότης καὶ μωρολογία ἢ εὐτραπελία,τὰ οὐκ ἀνήκοντα(: επίσης δεν αρμόζουν σε σας τους Χριστιανούς και δεν πρέπει να αναφέρονται καν ως λέξεις οι αισχρές πράξεις και τα ανόητα φλύαρα λόγια και τα άπρεπα και βρώμικα αστεία)»[Εφ.5,4]; Μαζί με την αισχρότητα αναφέρει τη γελοιότητα και εσύ γελάς; Μωρολογία τι είναι; Εκείνα που δεν έχουν τίποτε το χρήσιμο.


Γελάς λοιπόν διαρκώς και φαιδρύνεις το πρόσωπό του εσύ ο μοναχός; Γελάς, πες μου, εσύ που έχεις σταυρωθεί, εσύ που πενθείς; Πού άκουσες τον Χριστό να το κάνει αυτό; Πουθενά, αλλά πολλές φορές ήταν σκυθρωπός. Πραγματικά, όταν είδε την Ιερουσαλήμ δάκρυσε, όταν σκέφτηκε τον προδότη ταράχτηκε, και όταν επρόκειτο να αναστήσει τον Λάζαρο έκλαψε· και εσύ γελάς; Εάν εκείνος που δεν πονά για τα αμαρτήματα των άλλων είναι άξιος κατηγορίας, εκείνος που συμπεριφέρεται με αναλγησία για τα δικά του και γελά, ποια συγνώμη είναι άξιος να επιτύχει; Ο παρών καιρός είναι καιρός πένθους και θλίψεως, βασάνων και δουλαγωγίας, αγώνων και ιδρώτων· και εσύ γελάς; Δεν βλέπεις πώς επιτιμήθηκε η Σάρρα;


Δεν ακούς τον Χριστό που λέγει «οὐαὶ ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε(:αλίμονο και σε σας που έχετε ως μοναδικό σκοπό της ζωής σας τη σαρκική χαρά και γελάτε τώρα από τις διασκεδάσεις και τις απολαύσεις του σαρκικού σας βίου, ουαί και αλίμονό σας, διότι στην άλλη ζωή θα πενθήσετε και θα κλάψετε)»[Λουκά 6,25]; Αυτά ψάλλεις καθημερινά; Πες μου δηλαδή, τι λες; «Γέλασα»; Καθόλου. Αλλά τι; «ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου(: απόκαμα από τους στεναγμούς μου για τις παρεκτροπές μου)»[Ψαλμ.6,6].Αλλά ίσως μερικοί είναι τόσο παραλυμένοι και αποχαυνωμένοι, ώστε να γελούν και για την επιτίμηση αυτή, σαν να τα λέμε δηλαδή αυτά για να προκαλέσουμε γέλωτα. Πραγματικά τέτοια είναι η παραφροσύνη, τέτοια η τρέλα, ούτε την επιτίμηση δεν αισθάνεται.


Στέκεται ο ιερέας του Θεού λέγοντας την ευχή για όλους και εσύ γελάς, χωρίς να φοβάσαι τίποτε; Και εκείνος βέβαια λέγει τρέμοντας τις ευχές για σένα, και εσύ τον περιφρονείς; Δεν ακούς τη Γραφή που λέγει: «Οὐαί οἱ καταφρονηταί(:αλίμονο σε όσους περιφρονούν τα ιερά και τα όσια, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια)»[προφήτης Αββακούμ: 1,5]; Δεν φρίττεις; Δεν δείχνεις συστολή; Και βέβαια εισερχόμενος σε ανάκτορα προσέχεις να είναι κόσμιο και το παράστημά σου και το βλέμμα σου και το βάδισμά σου και όλα τα άλλα, ενώ εδώ, όπου είναι τα πραγματικά ανάκτορα, και τέτοια όπως ακριβώς είναι τα ουράνια, γελάς; Εσύ βέβαια γνωρίζω ότι δεν βλέπεις, ακούς όμως ότι παντού παραβρίσκονται άγγελοι και μάλιστα στον οίκο του Θεού στέκονται δίπλα στο βασιλιά, και όλα είναι γεμάτα από τις ασώματες εκείνες δυνάμεις. Ο λόγος μου αυτός απευθύνεται και προς τις γυναίκες, οι οποίες μπροστά στους άνδρες βέβαια δεν τολμούν εύκολα να το κάνουν αυτό, και αν το κάνουν, δεν το κάνουν πάντοτε, αλλά κατά τον χρόνο της ανάπαυσης, ενώ εδώ πάντοτε. Πες μου, γυναίκα,ενώ καλύπτεις το κεφάλι σου, γελάς βρισκόμενη μέσα στην εκκλησία; Εισήλθες να εξομολογηθείς τα αμαρτήματά σου, να προσπέσεις στον Θεό, να Τον παρακαλέσεις και να Τον ικετεύσεις για τα κακά που διέπραξες και τα πλημμελήματα, και το κάνεις αυτό γελώντας; Πώς λοιπόν θα μπορέσεις να καταστήσεις Αυτόν ευμενή;


«Και τι κακό», θα έλεγε κανείς, «είναι το γέλιο»; Δεν είναι κακό το γέλιο, αλλά κακό είναι όταν γίνεται πέρα από το μέτρο και άκαιρα. Το γέλιο υπάρχει σε εμάς ώστε, όταν δούμε φίλους που έχουμε πολύ χρόνο να τους δούμε, να το κάνουμε αυτό, όταν δούμε κάποιους συνεσταλμένους και φοβισμένους, να τους ενθαρρύνουμε με το χαμόγελο, και όχι να καγχάζουμε και να γελάμε πάντοτε. Το γέλιο υπάρχει μέσα στην ψυχή μας, για να ανακουφίζεται κάποτε η ψυχή, όχι για να οδηγείται στη διάχυση. Άλλωστε και η επιθυμία υπάρχει μέσα στα σώματά μας και δεν πρέπει οπωσδήποτε επειδή υπάρχει να τη χρησιμοποιούμε ή να τη χρησιμοποιούμε πέρα από το μέτρο· αλλά και συγκρατούμε αυτήν και δε λέμε «επειδή υπάρχει μέσα μας, ας τη χρησιμοποιήσουμε». Με δάκρυα δούλευε τον Θεό, για να μπορέσεις να καθαρίσεις τα αμαρτήματά σου. Γνωρίζω ότι πολλοί με κατηγορούν λέγοντας «αμέσως δάκρυα». Γι’ αυτό είναι καιρός δακρύων. Γνωρίζω ότι και αισιοδοξούν όλοι εκείνοι που λένε: «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν(:“Ας φάμε, ας πιούμε, διότι αύριο πεθαίνουμε”)» [Α΄Κορ.15,32].


Αλλά σκέψου ότι «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης(:Ματαιότης ματαιοτήτων, όλα ανεξαιρέτως τα επίγεια είναι μάταια)»[Εκκλ.1,2]. Δεν το λέγω εγώ, αλλά εκείνος που γνώρισε όλα τα πράγματα έμπρακτα, λέγει τα εξής: «Ἐμεγάλυνα ποίημά μου, ᾠκοδόμησά μοι οἴκους. ἐφύτευσά μοι ἀμπελῶνας, ἐποίησά μοι κήπους καὶ παραδείσους καὶ ἐφύτευσα ἐν αὐτοῖς ξύλον πᾶν καρποῦ·ἐποίησά μοι κολυμβήθρας ὑδάτων τοῦ ποτίσαι ἀπ᾿ αὐτῶν δρυμὸν βλαστῶντα ξύλα· ἐκτησάμην δούλους καὶ παιδίσκας, καὶ οἰκογενεῖς ἐγένοντό μοι, καί γε κτῆσις βουκολίου καὶ ποιμνίου πολλὴ ἐγένετό μοι ὑπὲρ πάντας τοὺς γενομένους ἔμπροσθέν μου ἐν Ἱερουσαλήμ· συνήγαγόν μοι καί γε ἀργύριον καὶ χρυσίον καὶ περιουσιασμοὺς βασιλέων καὶ τῶν χωρῶν· ἐποίησά μοι ᾄδοντας καὶ ᾀδούσας καὶ ἐντρυφήματα υἱῶν ἀνθρώπων, οἰνοχόον καὶ οἰνοχόας· καὶ ἐμεγαλύνθην καὶ προσέθηκα παρὰ πάντας τοὺς γενομένους ἔμπροσθέν μου ἐν Ἱερουσαλήμ·καί γε σοφία μου ἐστάθη μοι. καὶ πᾶν, ὃ ᾔτησαν οἱ ὀφθαλμοί μου, οὐκ ἀφεῖλον ἀπ᾿ αὐτῶν, οὐκ ἀπεκώλυσα τὴν καρδίαν μου ἀπὸ πάσης εὐφροσύνης, ὅτι καρδία μου εὐφράνθη ἐν παντὶ μόχθῳ μου, καὶ τοῦτο ἐγένετο μερίς μου ἀπὸ παντὸς μόχθου. καὶ ἐπέβλεψα ἐγὼ ἐν πᾶσι ποιήμασί μου, οἷς ἐποίησαν αἱ χεῖρές μου, καὶ ἐν μόχθῳ, ᾧ ἐμόχθησα τοῦ ποιεῖν, καὶ ἰδοὺ τὰ πάντα ματαιότης καὶ προαίρεσις πνεύματος, καὶ οὐκ ἔστι περισσεία ὑπὸ τὸν ἥλιον(:επιδίωξα λοιπόν τα μεγάλα έργα. Έκτισα οικοδομές μεγαλοπρεπείς.


Φύτεψα για τον εαυτό μου αμπελώνες. Περιέκλεισα κήπους και δενδρόκηπους και φύτεψα σε αυτούς δένδρα καρποφόρα παντός είδους. Διέταξα και κτίστηκαν δεξαμενές υδάτων, για να ποτίζονται από αυτές όλα τα χλοερά δένδρα του δάσους. Αγόρασα ως κτήμα μου δούλους και δούλες. Και τα παιδιά, που αυτοί γέννησαν στα ανάκτορά μου, έγιναν δικά μου. Απέκτησα μεγάλα κοπάδια βοδιών και προβάτων, περισσότερα από όσα είχαν αποκτήσει όλοι εκείνοι, που υπήρξαν πριν από εμένα στην Ιερουσαλήμ. Συγκέντρωσα για τον εαυτό μου άργυρο και χρυσό, θησαυρούς και περιουσίες βασιλέων και ολοκλήρων περιοχών. Είχα προς διασκέδασή μου τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Έκαμα δικές μου και γνώρισα όλες τας διασκεδάσεις και απολαύσεις των ανθρώπων. Είχα οινοχόους, για να με κερνούν κρασί. Έφτασα σε μεγαλείο και δόξα και ξεπέρασα όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι πριν από εμένα είχαν ζήσει στην Ιερουσαλήμ.


Εν μέσω όμως όλων αυτών των μεγαλείων και των απολαύσεων η σοφία μου μού συμπαραστάθηκε, ώστε να μην εκτραπώ ανεπανόρθωτα. Κάθε τι, το οποίο επιθύμησαν οι οφθαλμοί μου, δεν τους το στέρησα και δεν εμπόδισα την καρδία μου να απολαύσει κάθε τέρψη και χαρά. Η καρδία μου απήλαυσε όλα τα αγαθά των ταλαιπωριών και των κόπων μου. Αυτό άλλωστε υπήρξε και το κέρδος όλων των κόπων της ζωής μου. Και έπειτα από όλες αυτές τις τέρψεις και τις απολαύσεις έριξα εγώ ένα βλέμμα σε όλα όσα έπραξα, σε όλα όσα κατασκεύασαν τα χέρια μου, σε όλα όσα με κόπο και ταλαιπωρία αγωνίστηκα να αποκτήσω, και έβγαλα το συμπέρασμα, ότι όλα αυτά είναι ματαιότητα. Κούφια ορμή παρερχομένου ανέμου και ότι δεν υπάρχει κανένα μόνιμο, αιώνιο κέρδος, καμία ωφέλεια κάτω από τον επίγειο ήλιο)»[Εκκλ.2,4-11]. Και τι λέγει μετά από όλα αυτά; «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης».


Ας πενθήσουμε λοιπόν, αγαπητοί, ας πενθήσουμε, για να γελάσουμε πραγματικά για να νιώσουμε πραγματικά ευφροσύνη κατά τον καιρό της ειλικρινούς χαράς. Γιατί αυτή η χαρά που αισθανόμαστε για τα γήινα οπωσδήποτε είναι αναμιγμένη με λύπη και δεν είναι δυνατό να τη βρούμε αυτήν ποτέ καθαρή, ενώ εκείνη είναι ειλικρινής και άδολη και δεν έχει τίποτε το ύπουλο ούτε κάτι άλλο αναμιγμένο. Με εκείνη, την πνευματική, χαρά ας νιώθουμε ευχαρίστηση, εκείνην ας επιδιώξουμε. Δεν είναι δυνατό να επιτύχουμε αυτήν αλλιώς, παρά με το μην προτιμάμε εδώ τα ευχάριστα, αλλά εκείνα που ωφελούν και να θλιβόμαστε λίγο με τη θέλησή μας και να υποφέρουμε με ευχαριστία όλα εκείνα που μας συμβαίνουν. Γιατί έτσι θα μπορέσουμε να επιτύχουμε και τη βασιλεία των ουρανών, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος









ΠΗΓΕΣ:


https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-hebraeos.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Εβραίους επιστολή, ομιλία ΙΕ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1989, τόμος 24, σελίδες 562-573 .
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου «aktines.blogspot.com» της 27.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΚΕΠΗΣ - 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ: ΣΤΕΝΟΣ Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ



θνικὴ ἑορτή, ἀγαπητοί μου, ἀνάμνησις μεγάλων γεγονότων τῆς νεωτέρας ἱστορίας μας ποὺ ἐδόξασαν τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος μας στὸν κόσμο. Ἐνῷ μικρὰ καὶ μεγάλα ἔθνη ἔτρεμαν κάτω ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τῶν δυνάμεων τοῦ Ἄξονος καὶ ὁ φόβος κυριαρχοῦσε στὶς ψυχές, ἡ μικρή μας χώρα ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ διὰ τοῦ στόματος τοῦ πρωθυπουργοῦ της νὰ πῇ τὸ ἱστορικὸ «Ὄχι», τὸ ὁποῖο δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἐπανάληψις τοῦ «Μολὼν λαβέ» στὰ στενὰ τῶν Θερμοπυλῶν.


λλὰ γιὰ μᾶς δὲν εἶνε μόνο ἐθνική, συγχρόνως εἶνε καὶ θρησκευτικὴ ἑορτή. Ἄλλοι λαοὶ ξεχωρίζουν τὴ θρησκεία ἀπὸ τὸ ἔθνος· σ᾽ ἐ μᾶς ἔθνος καὶ θρησκεία, πίστι καὶ πατρίδα, εἶνε ἀρρήκτως συνδεδεμένα, ἑνωμένα ὅπως τὸ νύχι μὲ τὸ κρέας. Ἀνέκαθεν ὁ Ἕλληνας, φύσις θρησκευτική, συνέδεε τὰ ἱστορικὰ γεγονότα τῆς πατρίδος μὲ τὴν ἄνωθεν βοήθεια· κι ὅταν μὲν νικοῦσε, εὐχαριστοῦσε τὸ Θεό· ὅταν πάλι εἶχε περιπέτειες, ζητοῦσε τὴ βοήθεια του.


ὰν θελήσω ν᾽ ἀνατρέξω στὴν ἱστορία μας καὶ νὰ παρουσιάσω δείγματα τοῦ στενοῦ αὐ τοῦ συνδέσμου, θὰ μακρύνῃ ὁ λόγος, καὶ δὲν θέλω σήμερα νὰ τὸ κάνω. Θέλω ἁπλῶς νὰ τονίσω, ὅτι δὲν νοεῖται ἐθνικὴ ἑορτὴ τῶν Ἑλλήνων χωρὶς θρησκευτικὸ περιεχόμενο. Ὡς ἀπόδειξι τοῦ συνδέσμου μεταξὺ πίστεως καὶ πατρίδος ἀναφέρω ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἱστορία μας ἕνα μόνο γεγονός. Θαυμάζουν ὅ λοι τὸν Παρθενῶνα καὶ ἔρχονται ἀπὸ παν τοῦ νὰ τὸν δοῦν στὴν Ἀκρόπολι, ποὺ ὄντως μένει ὡς ἕνα ἀριστούργημα. Λίγοι ὅμως, καὶ Ἕλληνες ἀκόμη, γνωρίζουν γιατί κτίστηκε ὁ Παρθενών. Ὁ Παρθενὼν λοιπὸν κτίστηκε μετὰ τὶς νίκες ἐναντίον τῶν Περσῶν στὸ Μαραθῶνα (490), τὸ «Μολὼν λαβέ» στὶς Θερμοπύλες (480), καὶ τὶς Πλαταιές (479 π.Χ.) . Ἀπὸ εὐγνωμοσύνη στοὺς θεούς της ἡ φυλὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἰδίως οἱ Ἀθηναῖοι γιὰ τὴ νίκη κατὰ τῶν βαρβάρων ὕψωσαν τὸ μνημεῖο αὐτό, ποὺ δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο παρὰ ἔκφρασι πίστεως τοῦ ἔ θνους αὐ τοῦ σὲ ὑπερκόσμιες δυνάμεις.


Τέτοιος ἦταν ἀνέκαθεν ὁ δεσμός, ὁ κρίκος ποὺ συνδέει πατρίδα καὶ θρησκεία. Ἔσπασες τὸν κρίκο αὐτόν; δὲν ὑπάρχει Ἑλλάς, ὁ λαὸς αὐτὸς θὰ καταντήσῃ συρφετὸς ἀνάξιος νὰ γράψῃ χρυσὲς σελίδες στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ὅτι αὐτὸ εἶνε ἀλήθεια δὲν ὑπάρχει καλύτε ρη ἀπόδειξις στὴν νεωτέρα ἱστορία μας ἀπὸ τὴν ἐπέτειο τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940. Ἡ Ἑλλὰς δυστυχῶς δὲν ἀξιώθηκε ἀκόμη νὰ ὑψώσῃ ἕνα μνημεῖο εὐγνωμοσύνης στὸ Θεὸ –ὅπως ἔ καναν οἱ ἀρχαῖ οι πρόγονοί μας– γιὰ τὴ νίκη, γι᾽ αὐτὸ τὸ «Ὄχι»· καὶ ἔτσι ἡ νέα γενεὰ δὲν ἔ χει ἰδέα ἀπὸ τέτοιες ἐξάρσεις· αὐτὴ ὡς εἴδω λο ἔχει τὸ ποδόσφαιρο, τὰ μικρὰ καὶ ἀ σήμαν τα. Μὰ δὲν φταῖνε οἱ νέοι· ἄλλοι φταῖνε ποὺ ἡ νεότης μας δὲν μπορεῖ νὰ αἰσθανθῇ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ συγκίνησι τῆς ἡμέρας αὐτῆς.


Μόνο ὅσοι ἔζησαν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα μποροῦν νὰ δώσουν μαρτυρία. Ὅσοι τότε ἦταν παιδιὰ κι ἄκουσαν νὰ χτυποῦν οἱ καμπάνες καὶ νὰ σφυρίζουν οἱ σειρῆνες· πῆγαν στὸ σχολειὸ καὶ τὸ σχολειὸ ἔκλεισε, γιατὶ ὁ δάσκαλος ἐπιστρατεύθηκε ὡς ἔφεδρος ἀξιωματικὸς καὶ τὸν χαιρέτησαν γιὰ τελευταία φορά· ὅσοι τότε ἦταν παιδιὰ καὶ εἶδαν τὸν πατέρα τους νὰ φεύγῃ γιὰ τὸ μέτωπο καὶ τὴ μητέρα τους νὰ κλαίῃ, καὶ ὅ λους νὰ τρέχουν στοὺς ναοὺς καὶ νὰ ἀ σπάζωνται μὲ δάκρυα τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας.


μουν στὸ σταθμὸ στὸ Μεσολόγγι καὶ εἶδα νεώτατη γυναῖκα, νιόπαντρη μιᾶς ἑβδομάδος, νὰ κλαίῃ καὶ ν᾽ ἀποχαιρετᾷ τὸν ἄντρα της ποὺ δὲν πρόλαβε νὰ τὸν χαρῇ, κ᾽ ἐκεῖνος νὰ τῆς λέῃ «Πάω γιὰ τὴν πατρίδα, μὴν κλαῖς»· καὶ δὲν ἐπέστρεψε πιά!


Περισσότερο ὅμως ἀπ᾽ ὅλους μάρτυρες τοῦ μεγαλείου ἐκείνου εἶνε ὅσοι ἐπιστρατεύθηκαν στὰ συντάγματα κι ἀξιώθηκαν ν᾽ ἀνεβοῦν στὰ ψηλὰ βουνά. Ὅσοι περνοῦσαν ἀπὸ τὸν Ἅ γιο Δημήτριο στὴ Θεσσαλονίκη, ὅλοι ἀνεξαιρέτως ἔμπαιναν μέσα, ἔπεφταν μπρούμυτα κ᾽ ἐπανελάμβαναν τὴν προσευχὴ τοῦ Νέστορος «Θεὲ τοῦ Δημητρίου, βοήθει μοι». Ὅσοι ἔρχονταν ἀπὸ τὰ νησιὰ καὶ τὰ καράβια περνοῦσαν ἀπὸ τὴν Τῆνο, γονάτιζαν στὸ κατάστρωμα καὶ παρακαλοῦσαν τὴ Μεγαλόχαρη. Ὅσοι πέρασαν ἀπὸ τὴ Λάρισσα πήγαιναν στὸν Ἅγιο Ἀχίλλιο. Ὅσοι πέρασαν ἀπὸ τὰ Γιάννενα πήγαιναν στὸν τάφο τοῦ νεομάρτυρος ἁγίου Γεωργίου. Ὅσοι πέρασαν ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι πήγαιναν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος. Ὅλος ὁ στρατός μας ἔσπευδε στὸ μέτωπο. Καὶ ὅταν μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ νικούσαμε, μόλις κατελάμβαναν κάποιο ὕψωμα δὲν ἔψαλλαν τὸν Ἐθνικὸ ὕμνο· γονάτιζαν –ὅσοι ἦταν στρατιωτικοὶ ἱερεῖς τὸ γνωρίζουν αὐτό– καὶ ἔψελναν «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».


Σφάλλουν λοιπὸν πολὺ ὅσοι θέλουν νὰ χωρίσουν τὴν ἐθνικὴ ἑορτὴ ἀπὸ τὴν πίστι στὸ Θεό. Ἐκεῖνο ποὺ ἐξυψώνει τὴν ἡμέρα αὐτὴ εἶνε ὁ θρησκευτικὸς χαρακτήρας της. Ἂν ἀφαιρέσουμε τὴν πίστι, θὰ γίνουμε ἀνάξιοι νὰ ζοῦμε ἐπὶ τῆς γῆς. Ὑπάρχουμε, γιατὶ πιστεύουμε· μὲ τὴν πίστι ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτόν.


Γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἀγαπητοί μου, ὥρισε σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα νὰ ψάλλεται σήμερα, 28η Ὀκτωβρίου, ἡ ἀκολουθία τῆς Σκέπης τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Εἶνε κι αὐτὸ μία ἀκόμη ἀπόδειξις τοῦ συνδέσμου θρησκείας καὶ πατρίδος. Τί ἑορτὴ εἶνε αὐτή; Φεύγουμε ἀπὸ τὸ 1940 καὶ πᾶμε στὸ 850-860 μ.Χ.. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἐπολιορκεῖτο ἀπὸ βαρβάρους καὶ κινδύνευε νὰ πέσῃ στὰ χέρια τους. Τότε στὴν Πόλι ζοῦσε ἕνας ἅγιος ἀσκητὴς καὶ θαυματουργός, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ λεγόμενος διὰ Χριστὸν σαλός, μία ἁγία φυσιογνωμία τοῦ Βυζαντίου. Ὁ ἅγιος λοιπὸν αὐτὸς βρισκόταν σὲ ἀγρυπνία ποὺ γινόταν στὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν στὴ Βασιλεύουσα. Τότε μετὰ τὰ μεσάνυχτα –ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, δικαίωμά τους– ὁ ἅγιος Ἀνδρέας εἶδε ὅραμα – βλέπουν οἱ ἅγιοι ὁράματα. Τί εἶδε;


Εἶδε μιὰ γυναῖκα μεγαλοπρεπεστάτη· ἦταν ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος! Τὴν εἶδε νὰ βρίσκεται στὴν πύλη τοῦ νάρθηκα, νὰ τὴν κρατοῦν ἀπὸ τὰ χέρια δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ὁ τίμιος Πρόδρομος καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, καὶ νὰ τὴν συνοδεύουν τάγματα ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων μὲ ὁλόγλυκα ᾄσματα. Τὸ πρόσωπό της ἄστραφτε σὰν τὸν ἥλιο καὶ στὸ κεφάλι της ἔλαμπε τὸ διάδημα. Ὅταν ἔφθασε στὸ μέσον τοῦ ναοῦ γονάτισε καὶ προσευχήθηκε ἐπὶ ἀρκετὴ ὥρα. Ἔπειτα μπῆκε στὸ ἅγιο βῆμα, ἄνοιξε τὴ θήκη ὅπου βρισκόταν τὸ μανδήλιο τῆς κεφα λῆς της, τὸ ἔβγαλε καὶ τὸ ἅπλωσε πάνω ἀπὸ τοὺς πιστούς, κι αὐτὸ μεγάλωσε μεγάλωσε καὶ σκέπασε ὅλο τὸ λαό· σημεῖο ὅτι προστατεύει τὴν Πόλι κι ὅτι θὰ τὴν σώσῃ μὲ θαῦμα. Καὶ πράγματι –δὲν εἶνε μῦθος, διαβάστε τὴν ἱστορία– ἐπὶ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ μέσα σὲ τρεῖς μέρες ἡ πολιορ κία λύθηκε, ἀνέπνευσε ἡ Πόλις, καὶ ἔψαλαν γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».


Βλέπετε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ὅτι ἡ Παναγία μας εἶνε ὄντως ἡ προστάτις τοῦ ἔθνους μας, εἶνε ἡ «ὑπέρμαχος Στρατηγός» μας. Γι᾽ αὐτὸ σήμερα διαμαρτύρομαι –καὶ τὸ λέω ὡς ἁπλὸς Ἕλλην ποὺ ἔλαβε μέρος καὶ ἔζησε τὰ γεγονότα, τὸ λέω σὰν παράπονο τῆς ψυχῆς μου–, διαμαρτύρομαι, δι ότι ὑπάρχει μία τάσις κα ταχθονίων δυνάμεων νὰ ἀπορρίψουμε κάθε θρησκευτικὴ χρειὰ τῆς ἑορτῆς καὶ νὰ παρουσιασθῇ αὐτὴ ἁπλῶς ὡς ἐ θνική. Ὄχι· δὲν νική σαμε μὲ τὶς ἀσθενεῖς μας δυνάμεις, νικήσαμε μὲ τὴν πίστι στὸ Θεό, καὶ ὁ μεγαλύτερος συντελεστὴς τῆς νίκης ἦταν ἡ σκέπη τῆς Παναγίας. Ἂν ἤμουν κράτος, θὰ ὥριζα γιὰ σήμερα· ὅλοι οἱ σταθμοὶ νὰ μεταδίδουν τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…» σὲ κάθε πόλι καὶ χωριὸ νὰ γίνεται μνημόσυνο ὅλων τῶν ἡρώων ποὺ ἔπεσαν ὑπὲρ πατρίδος.


Καὶ ὅλοι οἱ κρατικοὶ λειτουργοὶ πρῶτα νὰ ἐκ κλησιάζωνται στὸ ναό· διότι ἡ Δοξολογία ἔχει σημασία ὅταν εἶνε συνδεδεμένη μὲ τὴ θεία λειτουργία, ἀλλιῶς εἶνε ἕνα ξεκάρφωτο πρᾶγμα. Ἑορτάζουμε βέβαια καὶ ἐκφωνοῦνται λόγοι πανηγυρικοὶ καὶ ἐπαινεῖται τὸ ἔθνος· ἀλλὰ ἔχουμε σήμερα τὸ φρόνημα τῶν μαχητῶν ἐκείνων; Ἕνας ξένος δημοσιογράφος ἐπισκέφθηκε τότε τὸ μέτωπο ἀπὸ Μοράβα μέχρι Βεράτι, καὶ σὲ κύριο ἄρθρο τῶν «Τάιμς» τοῦ Λονδίνου ἔγραψε, ὅτι τοὺς Ἕλληνες μαχητὰς ἕνα πρόσωπο συγκινεῖ, ἡ Παναγία, τῆς ὁποίας τὴν εἰκόνα ἔχουν στοὺς κόλπους των.


ς ψάλουμε, ἂς δοξάσουμε, ἂς εὐγνωμονήσουμε τὸ Θεό. Καὶ ἂς τὸν παρακαλέσουμε, τὸ μικρὸ τοῦτο ἔθνος νὰ προάγεται ἀπὸ δόξα σὲ δόξα, ἀπὸ τιμὴ σὲ τιμή, ἀπὸ εὐημερία σὲ εὐημερία, ὥστε νὰ εἶνε φάρος στὸν κόσμο ὁλόκληρο διὰ τῆς πίστεως στὸν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος διὰ πρεσβειῶν της νὰ σῴζῃ αὐτὸ ἐκ παντοίων κινδύνων· ἀμήν. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος. (Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος πόλεως Φλωρίνης κατὰ τὴν ἐπίσημη δοξολογία τὴν Πέμπτη 28-10-1971 πρωὶ μὲ ἄλλο τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 15-9-2017.). *Εκ του ιστολογίου «Μαμά, Μπαμπάς και Παιδιά» της 27.10.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF