«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024
ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΗΝΙ ΚΕ' ΜΝΗΜΗΝ ΕΠΙΤΕΛΟΥΜΕΝ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
1. Σημείωσαι, ότι κατά το μδ΄ βιβλίον των Βασιλικών, τίτλω α΄, λεγάτον είναι δωρεά, εν διαθήκη καταλειφθείσα. Λέγει λοιπόν το ανωτέρω δίστιχον ιαμβικόν, ότι το να γινώσκουν πάντες οι Ορθόδοξοι μίαν ουσίαν Θεού (τρείς δε υποστάσεις), τούτο εδόθη εις τους Χριστιανούς εκ του Γρηγορίου ένα λεγάτον, ήτοι μία δωρεά και ενδιάθηκος κληρονομία. Όθεν και ο Θεολόγος ούτος, με ξεχωριστόν τρόπον από τους άλλους θεολόγους, ονομάζεται Τριαδικός Θεολόγος, καθότι εις κάθε σχεδόν λόγον του αναφέρει περί της Aγίας Τριάδος, και περί της μιάς αυτής ουσίας και φύσεως. Φαίνεται δε, ότι η λέξις αύτη παρελήφθη εκ της λατινίδος γλώσσης. 2. Τούτο το σημάδι ηκολούθησεν εις τον Άγιον από τοιαύτην αιτίαν. Όταν ο θείος Πατήρ ήτον παιδίον μικρόν, έκοψε μίαν βέργαν από φυτόν λυγαρίας. Έπειτα βιαίως εγύρισεν αυτήν και την έκαμε κύκλον. Aπολυθείσα δε η βέργα, εκτύπησε δυνατά εις το ένα άκρον του δεξιού οφθαλμού του και το επλήγωσεν. Όθεν το σημάδι της πληγής εφαίνετο εις τον οφθαλμόν του, έως ου ετελεύτησε. Παρετήρησαν δέ τινες, ότι το σημάδι αυτό φαίνεται ακόμη και εις την αγίαν κάραν του θείου Πατρός, την ευρισκομένην εις την Ιεράν Μονήν του Βατοπαιδίου. Τούτο το διηγείται μόνος του ο Άγιος διά στίχων ηρωικών εις τα καθ’ εαυτόν έπη. Χαρίεν δε είναι το θαύμα οπού εποίησεν ο Θεολόγος ούτος Γρηγόριος, το οποίον γράφει ο Δοσίθεος, σελ. 679 της Δωδεκαβίβλου. Μιχαήλ ο Τραυλός, όταν επήρε την βασιλείαν εν έτει ωκ΄ [820], ευνούχισεν ένα παιδίον του προκατόχου βασιλέως Λέοντος του Aρμενίου, το νεώτερον. Το οποίον, έζησε μεν, αφ’ ου ευνουχίσθη, εκρατήθη όμως η φωνή του. Όθεν έκλαιεν έμπροσθεν της εικόνος του Θεολόγου Γρηγορίου, παρακαλούν τον Άγιον να δώση εις αυτό την προτέραν φωνήν. Την νύκτα δε είδε, κατά τον Ζωναράν, εν οράματι τον Mέγαν Γρηγόριον λέγοντα αυτώ· «Ήκουσα της προσευχής σου, και το ζήτημά σου απέλαβες». Και εν τω άμα εξύπνησε, και λαβόν το βιβλίον του Θεολόγου, εξεφώνησε· «Πάλιν Ιησούς ο εμός, και πάλιν μυστήριον», (τον εις τα Φώτα δηλαδή λόγον του θείου Πατρός). Και παραχρήμα έδωκε δόξαν τω Θεώ και τω Aγίω, το παιδίον. H ανακομιδή δε του λειψάνου του Aγίου τούτου, εορτάζεται κατά την δεκάτην ενάτην του παρόντος.
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου <<Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού>>. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
ΕΙΣ ΑΥΤΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ
Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΕΙΣ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ ΚΙ ΤΗΝ ΒΡΑΔΥΤΗΤΑ
1. Ἡμέρα ἀναστάσεως καὶ ἀρχὴ δεξιά! Ἂς λάμψουμε ἀπὸ χαρὰ γιὰ τὴν ἑορτή, καὶ ἂς ἀγκαλιάσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο! Ἂς ποῦμε, ἀδερφοί, ὄχι μόνο εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἀγάπη μᾶς ἔχουν εὐεργετήσει ἢ ἔχουν εὐεργετηθεῖ ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ σὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μᾶς μισοῦν' ἂς συγχωρήσουμε τὰ πάντα μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἀναστάσεως΄ ἂς δώσουμε συγχώρηση ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, καὶ ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔχω τυραννηθεῖ ἀπὸ τὴν καλὴ τυραννία τῶν ἐπαίνων σας – αὐτὸ σᾶς τὸ ὁμολογῶ τώρα – καὶ σεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχετε ἀσκήσει τὴν καλὴ αὐτὴ τυραννία, ἐὰν μὲ κατηγορεῖτε γιὰ τὴν βραδυπορία μου, ἐπειδὴ βεβαίως ἡ βραδυπορία αὐτὴ εἶναι καλύτερη καὶ πολυτιμότερη γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴν βιασύνη ἄλλων.
Διότι εἶναι καλὸ καὶ νὰ διστάζουμε γιὰ λίγο νὰ δεχθοῦμε τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔκανε ὁ Μωυσῆς παλαιότερα καὶ ὁ Ἱερεμίας ἀργότερα, ἀλλὰ καὶ νὰ τρέχουμε μὲ προθυμία ὅταν μᾶς καλεῖ, ὅπως ὁ Ἀαρὼν καὶ ὁ Ἠσαΐας, ἀρκεῖ μόνο νὰ τὰ κάνουμε μὲ εὐσέβεια καὶ τὰ δύο, νὰ διστάζουμε δηλαδὴ ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τῆς φύσεώς μας, καὶ νὰ σπεύδουμε μὲ προθυμία ἐξ αἰτίας τῆς δυνάμεως ἐκείνου ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ.
2. Μυστήριο μὲ ἔχει καλέσει, καὶ ἐνώπιον τοῦ μυστηρίου δίστασα γιὰ λίγο, γιὰ νὰ ἐξετάσω τὸν ἑαυτό μου. Μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ μυστηρίου παρουσιάζομαι πάλι, χρησιμοποιώντας ὡς καλὴ σύμμαχο τῆς δειλίας καὶ τῆς ἀδυναμίας μου τὴν ἑορτή, γιὰ νὰ ἀνακαινίσει καὶ ἐμένα μὲ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀναστήθηκε σήμερα ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ ἀφοῦ μὲ ἐνδύσει μὲ τὸν νέο ἄνθρωπο νὰ μὲ παραδώσει στὴν νέα δημιουργία, σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν γεννηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ὡς καλὸ δημιουργὸ καὶ διδάσκαλο, ὁ ὁποῖος μὲ προθυμία ἀποθνήσκει καὶ ἀνίσταται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.
3. Χθὲς σφαζόταν τὸ ἀρνίο καὶ ἀλείφονταν οἱ παραστάτες τῶν θυρῶν καὶ θρήνησε ἡ Αἴγυπτος τὰ πρωτότοκα καὶ πέρασε ἀπὸ κοντά μας ὁ ἐξολοθρευτὴς χωρὶς νὰ μᾶς πειράξει, ἐπειδὴ ἡ σφραγίδα ἦταν φοβερὴ καὶ σεβαστή, καὶ εἴχαμε περιτειχισθεῖ ἀπὸ τὸ τίμιο αἷμα. Σήμερα ἔχουμε φύγει ὁλότελα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἔχουμε ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸν Φαραώ, τὸν φοβερὸ ἡγεμόνα, καὶ ἀπὸ τοὺς σκληροὺς ἐπιστάτες, καὶ ἀπὸ τὸν πηλὸ καὶ τὴν κατασκευὴ πλίνθων, καὶ δὲν θὰ μᾶς ἐμποδίσει κανεὶς νὰ πανηγυρίσουμε στὸν Θεὸ μας ἑορτὴ γιὰ τὴν ἔξοδο καὶ νὰ ἑορτάσουμε «ὄχι μὲ τὴν παλαιὰ ζύμη τῆς κακίας καὶ τῆς πονηρίας ἀλλὰ μὲ τὰ ἄζυμα τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς ἀληθείας», χωρὶς νὰ φέρουμε μαζί μας οὔτε ἴχνος ἀπὸ τὸ ἄθεο αἰγυπτιακὸ προζύμι.
4. Χθὲς σταυρωνόμουν μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ σήμερα δοξάζομαι μαζί του. Χθὲς νεκρωνόμουν, καὶ σήμερα ζωοποιοῦμαι μαζί του. Χθὲς θαπτόμουν, καὶ σήμερα ἀνίσταμαι μαζί του. Ἐμπρὸς ἂς προσφέρουμε καρποὺς σ’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔπαθε χάριν ἡμῶν καὶ ἀνεστήθη. Ἴσως νομίσετε ὅτι ἐννοῶ χρυσὸ ἢ ἄργυρο ἢ ὑφάσματα ἢ διαφανεῖς καὶ πολύτιμους λίθους, τὴν ρευστὴ δηλαδὴ ὕλη τῆς γῆς, ἡ ὁποία μένει κάτω, καὶ τῆς ὁποίας τὸ μεγαλύτερο μέρος κατέχουν οἱ κακοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι δοῦλοι στὰ γήινα καὶ στὸν κοσμοκράτορα διάβολο. Ἂς προσφέρουμε ὡς καρποὺς τοὺς ἑαυτούς μας, τὸ πολυτιμότατο καὶ τὸ ἀγαπητότατο κτῆμα τοῦ Θεοῦ. Ἂς ἀποδώσουμε στὴν εἰκόνα τὸ κατ’ εἰκόνα, ἂς κατανοήσουμε τὴν ἀξία μας, ἂς τιμήσουμε τὸ πρωτότυπο τῆς εἰκόνας μας, ἂς γνωρίσουμε τὴν δύναμη τοῦ μυστηρίου, καὶ ἂς μάθουμε πρὸς χάριν ποιοῦ ἀπέθανε ὁ Χριστός.
5. Ἂς γίνουμε ὅπως εἶναι ὁ Χριστός, ἐπειδὴ καὶ ὁ Χριστὸς ἔγινε ὅμοιος μὲ ἐμᾶς. Ἂς γίνουμε Θεοὶ γι’ αὐτόν, ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος πρὸς χάριν μας. Ἔλαβε τὸ χειρότερο γιὰ νὰ μᾶς δώσει τὸ καλύτερο. Ἔγινε πτωχὸς γιὰ νὰ πλουτίσουμε ἐμεῖς ἀπὸ τὴν πτωχεία του. Ἔλαβε μορφὴ δούλου γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε ἐμεῖς τὴν ἐλευθερία. Κατέβηκε γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε. Ὑπέμεινε τοὺς πειρασμοὺς γιὰ νὰ νικήσουμε. Ὑπέμεινε τὴν ἀτίμωση, γιὰ νὰ μᾶς δοξάσει. Ἀπέθανε, γιὰ νὰ μᾶς σώσει, καὶ ἀνέβηκε γιὰ νὰ μᾶς σύρει κοντά του ἀπὸ κάτω, ὅπου βρισκόμαστε ξαπλωμένοι καὶ ἀπονεκρωμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἂς δώσει ἕκαστος τὰ πάντα! Ἂς προσφέρει τὰ πάντα σ’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὸν ἑαυτόν Του ὡς λύτρον καὶ ἀντάλλαγμα χάριν ἡμῶν! Δὲν μπορεῖ δὲ νὰ προσφέρει τίποτε καλύτερο ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του, ἀφοῦ θὰ ἔχει ἐννοήσει τὸ μυστήριο καὶ θὰ ἔχει γίνει ὅλα ὅσα ἔγινε ἐκεῖνος πρὸς χάριν μας.
6. Καὶ σὲ σᾶς μέν, ὅπως βλέπετε, προσφέρει ποιμένα. Διότι τοῦτο ἐλπίζει καὶ εὔχεται καὶ ζητεῖ ἀπό σᾶς, οἱ ὁποῖοι ποιμαίνεσθε, ὁ καλὸς ποιμήν, ὁ ὁποῖος δίνει τὴν ψυχή του γιὰ τὰ πρόβατα. Καὶ σᾶς δίνει τὸν ἑαυτὸ του ὄχι μία φορὰ ἀλλὰ δύο. Τὴν ράβδο, ἡ ὁποία στηρίζει τὸ γῆρας, τὴν κάνει ράβδο τοῦ πνεύματος, καὶ προσθέτει στὸν ἄψυχο ναό, τὸν ἔμψυχο, στὸν δὲ περικαλλῆ καὶ οὐράνιο τὸν οἱονδήποτε, ὁ ὁποῖος, ὅσο μικρὸς κι ἂν εἶναι, εἶναι γι’ αὐτὸν τὸ πολυτιμότατο πράγμα καὶ ἔχει συντελεσθεῖ μὲ πολὺ ἱδρώτα καὶ κόπους, θὰ μπορούσαμε δὲ νὰ ποῦμε ὅτι ἀξίζει τοὺς κόπους αὐτούς.
Καὶ σᾶς προσφέρει ὅλα τὰ δικά του (ὤ! πόσο μεγάλη εἶναι ἡ μεγαλοψυχία του, ἢ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ὀρθότερα, ἡ ἀγάπη του πρὸς τὰ τέκνα!), τὸ γῆρας, τὴ νεότητα, τὸν ναό, τὸν ἀρχιερέα, τὸν κληροδότη καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ποθεῖτε. Καὶ ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτούς, ὄχι τοὺς μάταιους, οἱ ὁποῖοι πετοῦν στὸν ἀέρα καὶ σταματοῦν στ’ αὐτιά, ἀλλὰ ἐκείνους τοὺς ὁποίους γράφει τὸ πνεῦμα καὶ ἐντυπώνει σὲ λίθινες πλάκες, δηλαδὴ σὲ σαρκικές, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν χαράσσονται στὴν ἐπιφάνεια οὔτε ἀπαλείφονται εὔκολα, ἀλλὰ ἐγχαράσσονται βαθιὰ μέσα μὲ τὴν χάρη καὶ ὄχι μὲ μελάνη.
7. Αὐτὰ λοιπὸν ὅλα σας τὰ προσφέρει ὁ σεμνὸς αὐτὸς Ἀβραάμ, ὁ πατριάρχης, ἡ τίμια καὶ σεβάσμια κεφαλή, ὁ κάτοχος ὅλων τῶν καλῶν, τὸ ὑπόδειγμα τῆς ἀρετῆς, ἡ ἐκπλήρωση τῆς ἱεροσύνης, ὁ ὁποῖος προσφέρει σήμερα ὡς ἐθελοντικὴ θυσία στὸν Κύριο τὸν μονογενῆ υἱόν του, τὸν ὁποῖο εἶχε ἀποκτήσει κατόπιν τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ. Σεῖς δὲ προσφέρετε στὸν Θεὸ καὶ σὲ μᾶς τὸ ὅτι ποιμαίνεσθε καλῶς μὲ τὸ νὰ ἔχετε κατασκηνώσει σὲ τόπο δροσερὸ καὶ νὰ τρέφεστε μὲ ὕδωρ ἀναπαύσεως, νὰ γνωρίζετε καλῶς τὸν ποιμένα καὶ νὰ γνωρίζεστε ἀπὸ αὐτόν, καὶ νὰ τὸν ἀκολουθεῖτε μὲ τὴν ἐλεύθερη θέλησή σας καὶ νὰ εἰσέρχεστε ἀπὸ τὴν θύρα ὅταν σᾶς καλεῖ ὡς ποιμένας, νὰ μὴν ἀκολουθεῖτε δὲ ξένους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πηδήσει καὶ ἔχουν μπεῖ στὴν αὐλὴ κατὰ τρόπο ληστρικὸ καὶ ὕπουλο.
Οὔτε νὰ ἀκοῦτε ξένη φωνή, ἡ ὁποία σᾶς παρασύρει τὸ νοῦ καὶ σᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια στὰ ὄρη καὶ στὶς ἐρημιὲς καὶ στὰ βάραθρα καὶ στοὺς τόπους τοὺς ὁποίους δὲν τοὺς ἐπισκέπτεται ὁ Κύριος, καὶ ἡ ὁποία ἀπομακρύνει μὲν ἀπὸ τὴν ὑγιῆ πίστη στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, στὴν μία δύναμη καὶ Θεότητα (φωνὴ τὴν ὁποία ἄκουγα πάντοτε καὶ ἀκοῦν τὰ πρόβατά μου), καὶ μὲ λόγους ψευδεῖς καὶ διεφθαρμένους κλέπτει καὶ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ καὶ πρῶτο ποιμένα.
Εἴθε ὅλοι ἐμεῖς, καὶ οἱ ποιμένες καὶ τὸ ποίμνιο, νὰ βοσκώμεθα καὶ νὰ βόσκουμε μακριὰ ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτούς, σὰν νὰ ἦσαν δηλητηριῶδες καὶ θανάσιμο φυτό, μὲ τρόπο ὥστε νὰ εἴμαστε ὅλοι ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων, καὶ τώρα καὶ στὴν μετὰ θάνατο ζωή. Ἀμήν. *(Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τόμος Α΄, Ἐκδόσεις Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς). *Εκ του ιστολογίου «agiazoni.gr» της 24.5.2022. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Ο ΟΥΡΑΝΟΜΥΣΤΗΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
Οι Καππαδόκες Πατέρες έβαλαν τη δική τους σφραγίδα στην ανάπτυξη της Θεολογίας κατά τον 4ο μ. Χ. αιώνα στην Εκκλησία. Είναι στην ουσία οι θεμελιωτές του ορθόδοξου δόγματος και της αποκρυστάλλωσης της αυθεντικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο αποκαλούμενος και Θεολόγος.
Γεννήθηκε το 329 μ. Χ. στην Αριανζό της Καππαδοκίας, κοντά στην κωμόπολη Ναζιανζό, γι’ αυτό και πήρε την ονομασία Ναζιανζηνός. Οι γονείς του, Γρηγόριος και Νόννα ήταν ευγενείς γαιοκτήμονες. Ο πατέρας του ήταν πρώην ειδωλολάτρης ο οποίος είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό και κατόπιν είχε χειροτονηθεί επίσκοπος Ναζιανζού. Ο νεαρός Γρηγόριος μεγάλωσε σε χριστιανικό περιβάλλον και από νωρίς φάνηκαν τα σπάνια χαρίσματά του.
Η οικονομική ευχέρεια των γονέων του επέτρεψε να λάβει μεγάλη μόρφωση. Άλλωστε και ο ίδιος αγαπούσε με πάθος τα γράμματα και τη μόρφωση. Σπούδασε στα καλλίτερα σχολεία της Καισάρειας και αργότερα, το 351, πήγε στην Αλεξάνδρεια και μετά στην Αθήνα να συμπληρώσει τις σπουδές του στη ρητορική και τη φιλοσοφία στις εκεί ονομαστές σχολές, έχοντας ως καθηγητές του τους ονομαστούς καθηγητές Ιμέριο και Προαιρέσιο και ως συμμαθητές του τον Μ. Βασίλειο και τον Ιουλιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα. Η επίδοση των σπουδών του στην Αθήνα ήταν τέτοια, όπως και οι σπάνιες ικανότητές του, ώστε αναγορεύτηκε καθηγητής και δίδαξε εκεί ρητορική και φιλοσοφία για ένα χρόνο.
Κατόπιν επέστρεψε στην Ναζιανζό, όπου βαπτίστηκε χριστιανός από τον επίσκοπο πατέρα του. Τότε άρχισε να γράφει το πρώτο θεολογικό του έργο για το Άγιο Βάπτισμα. Το 360 μεταβαίνει, ύστερα από πρόσκληση του παλιού του φίλου Βασιλείου, στον Πόντο, να ασκητέψει μαζί του κοντά στον Ίρι ποταμό. Το 361, ύστερα από παράκληση του πατέρα του, γυρίζει στην πατρίδα του, όπου τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, χωρίς τη θέλησή του, διότι ο Γρηγόριος ήθελε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Έφυγε για λίγο καιρό για την Αννεσόη, όπου ασκήτεψε για λίγο καιρό με τον Βασίλειο, ο οποίος τον ανάγκασε να γυρίσει και πάλι στην Ναζιανζό, όπου βρήκε την Εκκλησία διηρημένη εξαιτίας των αρειανών και τον πατέρα του κατηγορούμενο για αίρεση. Μέσα σε λίγο χρόνο κατόρθωσε να ενώσει και πάλι την Εκκλησία.
Τον ίδιο χρόνο είχε ανεβεί στο αυτοκρατορικό θρόνο ο Ιουλιανός (361-363), ο οποίος αποφάσισε να νεκραναστήσει την οριστικά νεκρή αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία. Παράλληλα κήρυξε απηνή διωγμό κατά της Εκκλησίας. Ο Γρηγόριος άνοιξε αλληλογραφία με τον παλιό του φίλο αυτοκράτορα, αποδεικνύοντας πως οι πρακτικές του δεν είχαν καμιά σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό, το οποίο δήθεν υπεράσπιζε ο θρησκόληπτος Ιουλιανός. Ο θάνατός του Αποστάτη αυτοκράτορα το 363 έκλεισε το θλιβερό αυτό κεφάλαιο της ιστορίας.
Αλλά μια νέα περιπέτεια αντιμετώπιζε η Εκκλησία, το αρειανισμό, τον οποίο υποστήριζε ο αρεινόφρων αυτοκράτορας Ουάλης. Ο Γρηγόριος δίνει μεγάλους αγώνες να διαφυλαχτεί η Ορθοδοξία στη Μ. Ασία. Το 370 ο Μ. Βασίλειος εκλέγεται επίσκοπος Καισαρείας και το 372 χειροτονεί τον Γρηγόριο επίσκοπο Σασίμων και πάλι χωρίς τη θέλησή του. Αλλά σύντομα μεταβαίνει στη Ναζιανζό και μετά το θάνατο του πατέρα του, το 374, αναλαμβάνει να ποιμάνει την χηρεύουσα επισκοπή. Το 375 αποσύρθηκε σε Μονή της Σελεύκειας ως το θάνατο του Βασιλείου το 379.
Την ίδια χρονιά η Σύνοδος των επισκόπων της Αντιόχειας αποφάσισε να στείλει στην Κωνσταντινούπολη τον Γρηγόριο για να αντιμετωπίσει τους αρειανούς, οι οποίοι είχαν καταλάβει όλους τους ναούς. Μετέτρεψε έναν οικίσκο σε ναό της Αγίας Αναστασίας και εκεί εκφώνησε τους περίφημους θεολογικούς του λόγους, κατατροπώνοντας τους αιρετικούς.
Το 380 με απόφαση του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄ εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και τον επόμενο χρόνο προήδρευσε της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Όταν κάποιοι επίσκοποι αμφισβήτησαν την κανονικότητα της εκλογής του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Βασιλεύουσας, με μια αξιοθαύμαστη πράξη, παραιτήθηκε και γύρισε στην πατρίδα του, όπου ποίμανε την επισκοπή της Ναζιανζού ως το 383.
Εν τω μεταξύ κλονίστηκε σοβαρά η υγεία του και γι’ αυτό αποσύρθηκε σε οικογενειακό του κτήμα, όπου έζησε ειρηνικά με προσευχή, άσκηση, και νηστεία. Εκεί συνέγραψε τα περίφημα θεολογικά του συγγράμματά του και συνέθεσε τα αφθάστου ποιητικής αξίας ποιήματά του. Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 25 Ιανουαρίου 391. Ανακηρύχτηκε άγιος, Πατέρας και οικουμενικός διδάσκαλος της Εκκλησίας μας. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Ιανουαρίου, ημέρα της κοιμήσεώς του και στις 30 Ιανουαρίου μαζί με τους άλλους δύο Ιεράρχες, το Μ. Βασίλειο και τον Ι. Χρυσόστομο.
Ο άγιος Γρηγόριος ανήκει στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας και ταυτόχρονα στις μεγάλες προσωπικότητες της ιστορίας. Θαυμασμό προξενεί στους ιστορικούς η ευγένεια και το ψυχικό του μεγαλείο. Η μόρφωσή του, η πνευματική του καλλιέργεια, η ρητορική του δεινότητα σε συνδυασμό με την βαθιά πίστη του στο Θεό τον ανέδειξαν ως έναν από τους κορυφαίους θεολόγους και συγγραφείς της Εκκλησία μας.
Είναι ο θεολόγος του Θεού Λόγου, ο οποίος διατύπωσε με τον πλέον σαφή τρόπο την περί Θεού πίστη της Εκκλησίας μας. Χάρις σ’ αυτόν κατατροπώθηκε η φρικτή και επικίνδυνη αίρεση του Αρείου, η οποία απειλούσε τη σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας. Αλλά και ως ποιητής ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε απαράμιλλος. Ακόμα και ο πεζός λόγος του είναι ποίημα και γι’ αυτό κατοπινοί υμνογράφοι, όπως ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, χρησιμοποίησαν αυτούσιους λόγους του στους ύμνους τους, όπως στους θεσπέσιους κανόνες των Χριστουγέννων και του Πάσχα!
Είναι τέλος εκείνος που κατόρθωσε να συνενώσει το ελληνικό πνεύμα με τη χριστιανική πίστη σε ένα καταπληκτικό σύνολο. Η σωζόμενη αλληλογραφία του με τον ανεδαφικό αποστάτη Ιουλιανό φανερώνει την ποιοτική διαφορά των δύο ανδρών. Ο μεν Γρηγόριος εκφράζει το γνήσιο και πραγματικό ελληνικό πνεύμα της προόδου και του σεβασμού της ετερότητας, ο δε θρησκομανής αυτοκράτορας εκφράζει τον παλιό ειδωλολατρικό κόσμο του φανατισμού, των εμμονών, της δεισιδαιμονίας και της μισαλλοδοξίας, η οποία εκφράστηκε με σκληρούς διωγμούς εναντίων της Εκκλησίας!
Χαρακτηριστική είναι η φράση του προς τον Ιουλιανό «το ελληνίζειν εστί πολυσήμαντον», αποδεικνύοντας στον άλλοτε συμμαθητή και φίλο του Ιουλιανό ότι η αλλοπρόσαλλη πολιτική του απέχει παρασάγγας από τον Ελληνισμό, τον οποίο νόμιζε ότι υπηρετούσε! Η ιστορία αποφάνθηκε: τον μεν ονειροπαρμένο παγανιστή αυτοκράτορα τον καταδίκασε εσαεί ως αποστάτη και αποτυχημένο, τον δε Γρηγόριο τον ανέδειξε ως ύψιστη πνευματική προσωπικότητα, τον οποίο σεμνύνονται οι αιώνες! Του Λάμπρου Κόντζου, θεολόγου - Καθηγητή. *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 25.1.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: «ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ»
«Δεν είναι «δουλειά» του καθενός, ταλαίπωροι, να φιλοσοφεί περί Θεού! Δεν είναι του καθενός! Δεν είναι τόσο «φθηνό» το πράγμα· ούτε και (κάτι που μπορούν να το κάμουν) αυτοί που σύρονται κατά γης (οι εμπαθείς). Και θα προσθέσω. Ούτε πάντοτε! Ούτε σε όλους! Ούτε καθ’ όλα (είναι αυτό κατορθωτό), αλλά μερικές μόνο φορές! Και από μερικούς! Και σε ένα περιορισμένο μέτρο.
Και όχι σε όλους μεν· διότι είναι κάτι που το κατορθώνουν μόνον οι δεδοκιμασμένοι, εκείνοι που προσπέρασαν (τον συνηθισμένο τρόπο θρησκευτικής ζωής) και έφθασαν στην «θεωρία» (διαβεβηκότες εν θεωρία), και κυρίως, εκείνοι που και ως πρός την ψυχή και ως πρός το σώμα ή έχουν ήδη καθαρθεί ή τουλάχιστον καθαίρονται. Διότι ίσως δεν είναι και ακίνδυνο εις τον μη καθαρό να άπτεται του Καθαρού, όπως ακριβώς και εις το μη υγιές μάτι να κοιτάζει την ηλιακή ακτίνα.
Και πότε; Όταν έχομε αποδεσμευθεί από τη « λάσπη» και την ταραχή, που μας έρχονται απ’ έξω· και όταν το ηγεμονικόν μας δεν «συγχωνεύεται» σε ένα με εκείνα τα πονηρά που του εντυπώνονται δια να το πλανήσουν, που είναι κάτι το ανάλογο με το να ανακατεύει κανείς με «παλιογράμματα» γράμματα καλλιγραφικά ή με τον βόρβορο την ευωδία των μύρων! Και τας «ευθύτητας» της θεολογίας (τότε μόνο) θα μπορέσω να κρίνω, «όταν λάβω καιρόν» (Ψαλ. 74, 3).
Και σε ποιους; Σ’ εκείνους που ασχολούνται με το ζήτημα αυτό σοβαρά· και όχι σ’ εκείνους που σαν ένα από τα πολλά φλυαρούν και επ’ αυτού δια να διασκεδάζουν, μετά από τον ιππόδρομο και το θέατρο και τα τραγούδια και την γαστέρα και εκείνα που ευρίσκονται κάτω από την γαστέρα· ένα μέρος της διασκεδάσεως των είναι και αυτό: να ερεσχελούν ( να λένε ανοησίες) γύρω από το θέμα αυτό διατυπώνοντας «χαριτωμένους» συλλογισμούς αντιθετικούς!
Και για ποια θέματα πρέπει να φιλοσοφούμε και επί πόσο διάστημα; Για όσα μας είναι εφικτά (κατορθωτά)! Και τόσο, σε όσο ανταποκρίνεται η δυνατότητα του ακροατού να τα αφομοιώσει, για να μη συμβεί, όπως οι υπερβολικές φωνές ή τροφές βλάπτουν την ακοή ή τα σώματα- και αν σου αρέσει το παράδειγμα, τα ανώτερα από την αντοχή τους φορτία εκείνους που τα βαστάζουν ή οι πιο δυνατές βροχές (βλάφτουν) τη γη- έτσι και αυτοί συνθλίβουν κάτω από το βάρος των, -ας το χαρακτηρίσω έτσι- «στερεών» συλλογισμών τους και καταπονημένοι από αυτούς κινδυνεύσουν να χάσουν ακόμη και τη δύναμη που είχαν προηγουμένως.
Β. Άλλο μνήμη Θεού, άλλο θεολογικός στοχασμός… Δεν λέγω καθόλου ότι δεν πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε τον Θεόν!…Η γνώμη μου είναι, ότι πρέπει περισσότερο να μνημονεύομεν (να σκεπτόμαστε συνειδητά) του Θεού, παρά να αναπνέομε (μνημονευτέον του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον). Και, αν αυτό είναι δυνατόν το πώ, να μή κάνομε τίποτε άλλο, παρά μόνο αυτό! Είμαι και εγώ από εκείνους που επαινούν το λόγιον, που μας προτρέπει να μελετούμε «ημέρας και νυκτός» και να διηγούμαστε «εσπέρας και πρωί και μεσημβρίας» και να δοξολογούμε τον Κύριον «εν παντί καιρώ» και αν πρέπει να πώ και το λόγιον του Μωυσή: και όταν ξαπλώνουμε και όταν σηκωνόμαστε και όταν ταξιδεύουμε και όταν κάνομε ότιδήποτε άλλο! Και με τη «μνήμη» Του να παίρνουμε το σχήμα της καθαρότητος.
Γ. Πιο απερινόητος παρά ανέκφραστος! Πρέπει συνεπώς να αρχίσω πάλιν ως εξής: « Θεόν νοήσαι μεν χαλεπόν· φράσαι δε αδύνατον», καθώς εφιλοσόφησεν ένας από τους ειδωλαλάτρες «θεολόγους», – πολύ έξυπνα κατά την γνώμη μου-, για να φανεί και ότι κατάλαβε πόσο δύσκολο είναι να Τον εκφράσει κανείς, αλλά και να αποφύγει κάθε τυχόν προσπάθεια άλλων, να διαπιστώσουν αν λέγει την αλήθεια τονίζοντας το ανέκφραστον!
Εγώ αντιθέτως λέγω· «φράσαι με αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατότερον»! Διότι κάθε τι που «νοείται», ίσως θα κατορθώσει ο λόγος να το φανερώσει, και αν όχι σε ικανοποιητικό βαθμό, τουλάχιστον αμυδρά, σε κάθε άνθρωπο, που δεν έχει εντελώς κατεστραμμένα τα αυτιά και δεν είναι νωθρός στη σκέψη. Το να περιλάβει όμως ο άνθρωπος στη διάνοια του ένα πράγμα τόσο μεγάλο, ασφαλώς είναι αδύνατον, δηλ. εντελώς ακατόρθωτο, όχι μόνο για τους εντελώς αποχαζωμένους και προσκολλημένους στα κάτω, αλλά ακόμη και γιά τους πολύ υψιπετείς και φιλόθεους!
Εξ ίσου αδύνατον για κάθε γεννητήν φύση, για όσους εμποδίζει αυτός ο «ζόφος», δηλ. το «παχύ» αυτό σαρκίον, από το να κατανοήσουν την Αλήθεια. Και δεν γνωρίζω, μήπως ( είναι ακατόρθωτο) ακόμη και για τις ανώτερες νοερές φύσεις, οι οποίες, επειδή βρίσκονται κοντά στον Θεό, και καταφωτίζονται από όλο το Φως Του, ασφαλώς τότε θα εξυψώνονταν. Και, αν όχι ολοκληρωτικά, τουλάχιστον σε βαθμό πιο ουσιαστικό και κατά τρόπο πιο οφθαλμοφανή από εμάς. Και η κάθε μία από αυτές περισσότερο ή λιγότερο από την άλλη, ανάλογα με το τάγμα στο οποίο η κάθε μία ανήκει.
Δ. Ακατανόητη η Ουσία του Θεού. Διά τα «καθ’ ημάς», όχι μόνο η ειρήνη του Θεού υπερέχει πάντα νουν και κάθε κατανόηση, αλλά και όλα εκείνα που «απόκεινται» για τους δικαίους, σύμφωνα με τις επαγγελίες, και τα οποία ούτε οφθαλμός είναι δυνατόν να δει, ούτε αυτί να ακούσει, ούτε διάνοια να θεωρήσει, έστω και κατ’ ελάχιστον! Άλλωστε ακόμη και της κτίσεως η ακριβής κατανόηση μας διαφεύγει! …Πάντως, πολύ περισσότερον από αυτά (μας διαφεύγει) η Ουσία, που είναι πάνω από αυτά και από την οποίαν αυτά προέρχονται, η Ουσία που είναι ακατάληπτος και απερίληπτος, όχι μόνον ως προς το ότι υπάρχει, αλλά και ως προς το τι είναι!
*ΑΠΑΝΤΑ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, τ. 1. Εκδ. «ΩΦΕΛΙΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ», Αθήναι 1976. Αποσπάσματα από τον 1ο και 2ο Θεολογικούς Λόγους). *Εκ του ιστολογίου «Πεμπτουσία» της 25.1.2013. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
Ο Άγιος Γρηγόριος έζησε κατά την εποχή του βασιλέα Ουάλεντος (364-378 μ.Χ.). Καταγόταν από τον Πόντο και γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της περιοχής της Ναζιανζού, που λεγόταν Αριανζός, το 330 μ.Χ. Ναζιανζηνός ονομάσθηκε, επειδή έζησε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στη Ναζιανζό, όπου ήταν και το πατρικό του σπίτι. Ο πατέρας του, ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Ναζιανζού, ήταν πριν γίνει Επίσκοπος, ένας πολύ πλούσιος άρχοντας της Ναζιανζού. Κατείχε μεγάλη θέση στον δημόσιο βίο και ανήκε σε μια ιουδαίο-εθνική αίρεση που λεγόταν των «Υψισταρίων». Η μητέρα του, η Αγία Νόννα, ήταν Ορθόδοξη. Η ευσέβεια και η αρετή της επηρέασαν τον σύζυγό της και τον έκαναν να μεταστραφεί στην αληθινή πίστη.
Οι γονείς του, Γρηγόριος και Νόννα, δεν είχαν παιδιά και ικέτευαν τον Θεό να χαρίσει σε αυτούς την χαρά της τεκνοποιίας. Και πράγματι, η προσευχή τους εισακούσθηκε και η Νόννα γέννησε τον Άγιο Γρηγόριο, τον οποίο πριν ακόμα αυτός γεννηθεί είχε υποσχεθεί αν τον αφιερώσει στον Θεό. Πολλές φορές ο Άγιος Γρηγόριος παραβάλλει τους γονείς του με τον Αβραάμ και τη Σάρρα, οι οποίοι σε μεγάλη ηλικία απέκτησαν τον Ισαάκ.Σπουδαίες ήταν οι προσπάθειες των γονέων αυτού να μορφώσουν και να εμφυσήσουν στον πρωτότοκο υιό τους την αγάπη προς τα γράμματα και την χριστιανική πίστη. Από την παιδική ηλικία ενέπνευσαν σε αυτόν έντονη και βαθιά θρησκευτικότητα, ώστε αυτός από ευσέβεια και πνευματικότητα, υποσχέθηκε στον εαυτό του να ζήσει με αγνεία και παρθενία.
Ο Άγιος Γρηγόριος, χάρη στην δυνατότητα που είχε ο πατέρας του, έκανε λαμπρές σπουδές. Σπούδασε σε όλα τα τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμού: τη Ναζιανζό, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, την Καισάρεια της Παλαιστίνης, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια, την Αθήνα. Η Κωνσταντινούπολη δεν είχε γίνει ακόμη κέντρο πολιτισμού και η Ρώμη δεν είχε τότε κάτι αξιόλογο για τους Έλληνες. Στις πόλεις αυτές μελέτησε τις πλουσιότερες βιβλιοθήκες και άκουσε τους σοφότερους διδασκάλους, μεταξύ των οποίων τον Δίδυμο τον Τυφλό, που τότε διηύθυνε τη θεολογική σχολή της Αλεξάνδρειας και τους φιλόσοφους Θεσπέσιο στην Καισάρεια και Ιμέριο και Προαιρέσιο στην Αθήνα. Για τον Προαιρέσιο γίνεται δεκτό ότι ήταν Χριστιανός.
Οι σπουδές δεν έκαναν τον Άγιο να επαρθεί. Αντίθετα, κατάλαβε όλη την ματαιότητα του κόσμου και της σοφίας του. Ένιωσε, ότι η ανθρώπινη γνώση έχει ασήμαντη σημασία μπροστά στην γνώση της σοφίας του Θεού. Ο ίδιος, ο Άγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τον εαυτό του με τον Σαούλ που έτρεχε χωρίς να ξέρει. Αυτό που τελικά βρήκε κατά την διάρκεια των σπουδών του ήταν ένα «Βασίλειο». Ο τρόπος με τον οποίο αναφέρει το γεγονός της φιλίας του με τον Άγιο Βασίλειο, Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ήταν μεγαλύτερο εύρημα και από ένα ολόκληρο βασίλειο. Όταν τελείωσε τις σπουδές του ο Άγιος, ήταν ώριμος άνδρας ηλικίας 30 ετών. Όμως δεν είχε ακόμη βαπτισθεί. Και αγωνιούσε να μην πεθάνει, πριν επιστρέψει στον πατέρα του και βαπτισθεί. Γι’ αυτό και όταν, ενώ μετέβαινε από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα, έγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολύ καιπαρακάλεσε να τον ελεήσει ο Θεός, να βοηθήσει να μην πνιγεί, για να αξιωθεί του ενδύματος του Αγίου Βαπτίσματος.
Το βάπτισμα του Γρηγορίου το επακολούθησε συνειδητός πνευματικός αγώνας. Νηστεία, προσευχή, αγρυπνία. Αγώνας για την κάθαρση, την πνευματική πρόοδο, τη θέωση. Μαζί με τον ομόφρονα, ομότροπο και ομόψυχό του Άγιο Βασίλειο απομονώθηκαν κάπου στον Πόντο και παραδόθηκαν κυριολεκτικά στην προσευχή και την άσκηση. Ο αγώνας τους ευλογήθηκε από Εκείνον που θέλει να γινόμαστε βιαστές της βασιλείας Του. Αξιώθηκαν και οι δύο μεγάλων πνευματικών χαρισμάτων. Μάλιστα ο Άγιος Γρηγόριος κάνει επανειλημμένως λόγο για τις πνευματικές του εμπειρίες και τα ουράνια χαρίσματα που η χάρη του Θεού του χάρισε.
Οι εμπειρίες του αυτές πρέπει να ήταν πολύ υψηλές, αφού ο ίδιος παραβάλλει αυτά που έβλεπε με αυτά του θεόπτου Προφήτου Μωυσέως και του Αποστόλου Παύλου, που «πορευόμενος εις Δαμασκόν» είδε τον Κύριο της Δόξας και ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού και είδε τα άρρητα ρήματα, τη δόξα της βασιλείας του Θεού. Γρήγορα κάλεσε ο θεός τον Γρηγόριο στην διακονία Του. Τα τέλη του έτους 360 μ.Χ. επιστρέφει στη Ναζιανζό. Ο Γέρων, έχοντας ανάγκη από βοηθό και συνεργάτη στη «νυκτομαχία», όπως χαρακτήριζε την ιεροσύνη, θέλησε να τον χειροτονήσει Πρεσβύτερο, επειδή έβλεπε στο πρόσωπό του όχι μόνο τον αφοσιωμένο υιό, αλλά και τον ζηλωτή για την σωτηρία των ψυχών λειτουργό του Κυρίου.
Ο Γρηγόριος αρνήθηκε. Την άρνησή του όμως έκαμψε το βάρος του διπλού αξιώματος του Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατά σάρκα και πνευματικός πατέρας), που ο Γρηγόριος ήξερε μόνο να ευλαβείται. Έκανε υπακοή στην εντολή του Γέροντος Επισκόπου και χειροτονήθηκε. Αμέσως μετά την χειροτονία του ζήτησε ανακούφιση στην μόνωση και την προσευχή. Αποσύρθηκε λοιπόν στο ερημητήριό του, στη γαλήνη της νοεράς προσευχής. Και βρήκε τη γαλήνη και την πορεία του. Και επέστρεψε με ειρήνη στην καρδιά να αναλάβει το πνευματικό του έργο, που το άρχισε με τον περίφημο θεολογικό λόγο περί του Πάσχα και τη δικαιολόγηση της φυγής του.
Διακονούσε με ιερό ζήλο στο πλευρό του πατέρα του, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας και έξαρχος Πόντου Βασίλειος τον εξέλεξε Επίσκοπο της μικρής πόλεως Σάσιμα. Σκοπός του ήταν να περιφρουρήσει τη δικαιοδοσία της τοπικής του Εκκλησίας από τις διεκδικήσεις ενός νέου Μητροπολίτη, του Τυάνων Ανθίμου. Το γεγονός αυτό έθλιψε ακόμη πιο πολύ τον Γρηγόριο. Αντέδρασε. Εξέφρασε την πικρία του. Τελικά όμως υπάκουσε, αλλά δεν πήγε ποτέ στα Σάσιμα. Ένα χρονικό διάστημα έμεινε στη Ναζιανζό, ως βοηθός του πατέρα του, ενδίδοντας στην παράκλησή του. Και όταν εκείνος κοιμήθηκε, το 374 μ.Χ., ο Θεολόγος συνέχισε να ποιμαίνει την Εκκλησία των Ναζιανζών, ως τοποτηρητής, χωρίς να παύσει να τους παρακαλεί να εκλέξουν και να χειροτονήσουν τον κανονικό τους Επίσκοπο. Και επειδή αυτό αργούσε, στεναχωρημένος εγκατέλειψε την πόλη και κατέφυγε στην Σελεύκεια της Ισαυρίας, όπου, κοντά στο ναό της Αγίας Θέκλας, αναζήτησε την ειρήνη και την ησυχία στην προσευχή και έμεινε εκεί επί πέντε σχεδόν έτη μελετώντας και συγγράφοντας.
Την άνοιξη του έτους 379 μ.Χ. οι λίγοι Χριστιανοί τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη να αγωνισθεί για την Ορθόδοξη πίστη, αφού στην Πόλη δέσποζαν οι Αρειανοί. Ήταν τόση η διάδοση και η επικράτησή τους, ώστε ο Άγιος Γρηγόριος δεν βρήκε ούτε ένα παρεκκλήσι στα χέρια των Ορθοδόξων. Κατόπιν τούτου άρχισε να λειτουργεί και να κηρύττει σε ένα σπίτι που ο ίδιος διαμόρφωσε σε ναό και το ονόμασε Αγία Αναστασία, δηλαδή της Αναστάσεως της Ορθοδοξίας. Εκεί ο Άγιος εξεφώνησε τα περίφημα θεολογικά κηρύγματά του. Η επίδρασή τους και ιδίως των πέντε Θεολογικών Λόγων του ήταν τόση, ώστε οι Αρειανοί φανατικοί, πήραν την απόφαση να τον εξολοθρεύσουν. Τον έβρισαν. Τον κακολόγησαν. Τον κτύπησαν. Τον γρονθοκόπησαν. Τον λιθοβόλησαν. Έβαλαν μάλιστα και κάποιον να τον φονεύσει. Και θα τον σκότωνε. Αλλά νικημένος από την αγιοσύνη της πραότητάς του, ομολόγησε στον ίδιο την αλήθεια την στιγμή που είχε πάει να τον σφάξει.
Με όπλο το λόγο του Θεού, τη μάχαιρα του πνεύματος, νικούσε τους εχθρούς της πίστεως σαν τον Μωυσή. Πράγματι, οι Αρειανοί όλο και λιγόστευαν. Ο Άγιος Θεοδόσιος, ευχαριστημένος από το έργο του Γρηγορίου, τον κατέστησε το έτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη και τον ενθρόνισε στο ναό των Αγίων Αποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Όμως οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι δεν είχαν όλοι την ορθή κρίση. Μερικοί μεθυσμένοι από φθόνο κάκιζαν τον Άγιο, διότι δεν πίεζε τον βασιλέα να αφαιρέσει τις εκκλησίες από τους αιρετικούς και να τους απαγορεύσει να τελούν την λατρεία τους. Σε απάντηση ο Άγιος Γρηγόριος τόνιζε, ότι ο Χριστός δεν έχει ανάγκη τις λόγχες του Καίσαρος και ότι του είναι αρκετή σαν όπλο η αλήθεια. Και πράγματι, η αλήθεια νίκησε.
Το έτος 381 μ.Χ. συνήλθε η Β’ Οικουμενική Σύνοδος. Πρόεδρος ήταν ο Άγιος Μελέτιος Αντιοχείας. Αυτή η Οικουμενική Σύνοδος ολοκλήρωσε το έργο της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Καταδίκασε τους Αρειανούς και τους Πνευματομάχους – Ευνομιανούς και συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως. Το διαμόρφωσε στην σημερινή του μορφή. Έτσι έλαμψε η δόξα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ακόμη, η Σύνοδος καταδίκασε τον Απολλιναρισμό, που διαιρούσε τον άνθρωπο σε τρία μέρη (σώμα, ψυχή και νου) και δίδασκε ότι ο Χριστός δεν έχει λάβει ανθρώπινο πνεύμα, παρουσιάζοντας τον Χριστό ατελή και όχι τέλειο άνθρωπο. Έτσι όμως κατέστρεφε το σωτηριολογικό έργο του Κυρίου και την ανθρωπότητά Του, διότι καθετί που δεν προσλαμβάνεται υπό του Χριστού μένει αθεράπευτο και ανίατο. Τρίτον, η Β’ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον απόλυτο προορισμό, τον οποίο δίδαξαν αργότερα ο Καλβίνος, ο Αυγουστίνος και ο Λούθηρος και όλος ο Προτεσταντισμός. Τέλος αναγνώρισε τον Άγιο Γρηγόριο ως κανονικό Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.
Ο Πρόεδρος της Συνόδου, Άγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ενώ διαρκούσε η Σύνοδος. Η Σύνοδος τον τίμησε ως Απόστολο. Ο Άγιος Γρηγόριος εξεφώνησε τότε λαμπρό επικήδειο, λόγο που άρχιζε με τα λόγια: «ηύξησεν ημίν τον αριθμόν των Αποστόλων». Διάδοχός του στην προεδρία της Συνόδου έγινε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά μετά από λίγο το κλίμα άλλαξε. Έφθασε στην Κωνσταντινούπολη για να συμμετάσχει στην Σύνοδο, ο Πέτρος ο Β’, ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας, με τους Αιγυπτίους και Μακεδόνες Επισκόπους. Αυτοί ήδη είχαν πάρει θέση εχθρική έναντι του Αγίου Γρηγορίου. Δεν τον αναγνώριζαν σαν κανονικό Αρχιεπίσκοπο, επειδή τάχα είχε μετατεθεί από τα Σάσιμα. Και είχαν εντελώς αντικανονικά και παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τον Μάξιμο τον Κυνικό, που ήταν μεν Ορθόδοξος αλλά έμεινε στην ιστορία σαν ένα αινιγματικό πρόσωπο. Ο Πέτρος έθεσε στην Σύνοδο το θέμα της κανονικότητας.
Ο Άγιος Γρηγόριος, ενώ είχε την δύναμη να συντρίψει κάθε αντίσταση, διότι παράλληλα προς την υποστήριξη των Επισκόπων είχε και την συμπαράσταση του αυτοκράτορα, αηδίασε και παραιτήθηκε με τούτα τα λόγια: «Δεν είμαι σεμνότερος του Προφήτη Ιωνά. Αν εγώ είμαι αιτία ταραχής στην Εκκλησία, ρίχνω τον εαυτό μου στη θάλασσα». Ευθύς μετά την παραίτησή του λειτούργησε στον καθεδρικό ναό της Κωνσταντινουπόλεως, για να αποχαιρετίσει το ποίμνιό του. Και έφυγε χωρίς να περιμένει να λήξουν οι εργασίες της Συνόδου.
Επέστρεψε στη Ναζιανζό και για λίγο έμεινε απομονωμένος εκεί για να γαληνεύσει. Ο Άγιος, σε κείμενά του, διεκτραγωδεί την εκκλησιαστική κατάσταση, όταν επιχειρεί να κάνει σύγκριση των όσων συμβαίνουν εντός της Εκκλησίας με τα όσα συμβαίνουν εκτός αυτής. Έτσι λέγει, πρέπει να οδύρεται κανείς, όταν διαπιστώνει την ύπαρξη ενότητας στους κοσμικούς οργανισμούς, στις πόλεις,στους οίκους, στο στράτευμα και όμως να απουσιάζει από τον κατ’ εξοχήν κήρυκα και θεματοφύλακα της ειρήνης, την Εκκλησία και τους πιστούς της.
Βεβαίως η αποχώρησή του δεν σήμαινε ότι θα έπαυε να ενδιαφέρεται για την επίτευξη ενότητας και για την επικράτηση της ειρήνης στην Εκκλησία, για τα δύο αυτά υπέρτατα αγαθά. Το έτος 383 μ.Χ. η υγεία του υπέστη σοβαρό κλονισμό. Πρότεινε ως Επίσκοπο τον Πρεσβύτερο Ευλάλιο και αποσύρθηκε οριστικά στην ησυχία της Αριανζού, όπου και κοιμήθηκε με ειρήνη το 390 μ.Χ. Η Σύναξη του Αγίου Γρηγορίου ετελείτο στην αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία και στο μαρτυρικό ναό της Αγίας Αναστασίας, η οποία βρίσκεται στην είσοδο της τοποθεσίας που ονομάζεται Δομνίνου, καθώς επίσης και στο ναό των Αγίων Αποστόλων, όπου ο φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος εναπέθεσε το ιερό λείψανο του Αγίου, όταν το μετέφερε από τη Ναζιανζό της Καππαδοκίας στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την δεύτερη μέρα του Πάσχα οι αυτοκράτορες μετέβαιναν, για να εκκλησιασθούν, στο ναό των Αγίων Αποστόλων και εύχονταν ενώπιον του ιερού λειψάνου του Αγίου Γρηγορίου.
Τα έργα του Αγίου Γρηγορίου είναι σχετικώς λίγα. Δεν έχουν την έκταση των έργων άλλων Πατέρων. Παρά ταύτα έχουν βάθος και δύναμη περισσότερο από κάθε άλλου. Τα έργα του υπήρξαν πάντοτε η μεγαλύτερη πηγή των δογμάτων. Γι’ αυτό έγινε και ο κατ’ εξοχήν θεολόγος της Εκκλησίας και η πηγή της εκφράσεως της λατρείας. *Εκ του ιστολογίου «tideon.org». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023
ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ: ΠΟΙΟΙ, ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΣΟ ΝΑ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝ
Τὶς πρωινὲς ὧρες βγῆκε ἀπὸ τὸ κελλί του. Φώναξε δυὸ διάκους καὶ τοὺς μίλησε. Ἔπρεπε νὰ εἰδοποιήσουνε παντοῦ. Τὸ ἀπόγευμα ἐκεῖνο θὰ κήρυττε, φυσικὰ στὴν Ἀναστασία. Οἱ διάκοι φύγανε ἀμέσως. Ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἡ Πόλη ἔμαθε. Τὸ ἀπόγευμα οἱ ὀρθόδοξοι μαζεύτηκαν. Μαζὶ καὶ μερικοὶ κακόδοξοι, ἀρειανοί, πνευματομάχοι καὶ ἀπολιναριστές.
Γέμισε ἡ Ἀναστασία, πλημμύρισε ὁ γυναικωνίτης, ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ κι ἄλλος κόσμος. Καμμιὰ φορὰ ἦρθε καὶ ὁ Γρηγόριος. Μικρόσωμος σκελετωμένος, λίγο κυρτός, μὲ τὰ μάτια χαιρετοῦσε τοὺς πιστούς, τοῦ κάνανε διάδρομο νὰ περάσει. Μπῆκε στὸ ἱερὸ Βῆμα. Γονάτισε στὴν ἁγία Τράπεζα κι ἔμεινε ἀκίνητος γιὰ λίγα λεπτά. Σηκώθηκε, τράβηξε τὸ βῆλο τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ βγῆκε. Στάθηκε στὸ μεγάλο σκαλοπάτι, κοίταξε μὲ ἀγάπη τὸ ἐκκλησίασμα, ἔδωσε τόνο αὐστηρὸ στὴ φωνὴ καὶ ἄρχισε:
– Ἀρκετά, τὸ κακὸ ἔχει πολὺ προχωρήσει. Πολλοὶ μιλᾶνε γιὰ τὰ θεία χωρὶς περίσκεψη. Ἐνδιαφέρονται μόνο γιὰ ὡραῖες φράσεις, νὰ ἐντυπωσιάζουν οἱ λόγοι τους… καὶ νὰ χειροκροτοῦνται. Ἡδονίζονται μὲ τὶς λογομαχίες, εἶναι χειρότεροι κι ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους σοφιστές. Πιὸ κάτω ἔγινε πιὸ αὐστηρὸς καί, κοιτάζοντας ὅλους στὰ μάτια, συνέχισε: –Μάθατε ὅλοι νὰ μιλᾶτε γιὰ ὅλα, κι ἂς ἔχετε βουνὸ τὴν ἀμάθεια. Τὸ θράσος εἶναι μεγάλο. Διδάσκετε χωρὶς νὰ γνωρίζετε καὶ τὸ μυστήριο τῆς ἀλήθειας πέφτει χαμηλά, πέφτει στὰ μάτια τοῦ κόσμου…
Οἱ πιὸ τολμηροὶ κινήθηκαν νὰ τὸν διακόψουν. Συνηθιζόταν στὴν ἐποχὴ ἐκείνη νὰ διακόπτουνε τὸν ὁμιλητή, νὰ τοῦ φέρνουν ἀντιρρήσεις ἢ νὰ τοῦ ζητοῦν ἐξηγήσεις. Ἤσαν ἐκεῖ καὶ «κατάσκοποι», νὰ παίρνουν λόγια κι ἐπιχειρήματα, νὰ τὰ πηγαίνουν στοὺς ἀντιπάλους τοῦ Γρηγορίου καὶ μάλιστα στὸν Εὐνόμιο, ποὺ ζοῦσε τότε στὴ Χαλκηδόνα ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Πόλη.
–Kάντε ὑπομονὴ καὶ μὴ μὲ διακόπτετε, εἶπε ἀποφασιστικά. Θὰ σᾶς τὸ πῶ μία καὶ καλῆ. Δὲν εἶναι τοῦ καθενὸς νὰ θεολογεῖ, νὰ φιλοσοφεῖ γιὰ τὸ Θεό. Τὸ ἔργο τοῦτο ἀνήκει μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι δοκιμασμένοι, ποὺ ἔχουνε ζήσει τὰ θεία πράγματα, ποὺ ἔχουνε καθαρίσει τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἢ τουλάχιστον ἀγωνίζονται συνεχῶς γιὰ τὴν ψυχική τους καθαρότητα. Εἶναι φοβερὰ ἐπικίνδυνο νὰ πλησιάζει κανεὶς τὸν καθαρὸ Θεό, χωρὶς κι ὁ ἴδιος νὰ εἶναι καθαρός. Ὅπως ὅταν πέσουνε οἱ καυτερὲς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου σὲ μάτι ἄρρωστο, τὸ μάτι τότε θ’ ἀρρωστήσει περισσότερο. Προσοχή, λοιπόν, μὴν ἐπιχειρεῖτε νὰ θεολογεῖτε χωρὶς προϋποθέσεις. Καὶ ἡ κάθαρση πρώτη προϋπόθεση.
Τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀκροατῶν ἄναψε. Πολλοὶ θυμώσανε. Καὶ ὁ Γρηγόριος συνέχισε μὲ τὴ δεύτερη προϋπόθεση. –Νὰ θεολογοῦν ἐκεῖνοι ποὺ ἀπαλλαχτήκανε ἀπὸ τὶς καθημερινὲς ἐπίμοχθες ἐργασίες. Ὅσο κανεὶς ἀφιερώνεται ἀποκλειστικὰ στὸ ἔργο τῆς θεολογίας, τόσο περισσότερο πετυχαίνει ὡς θεολόγος. Εἶναι νὰ λυπᾶται κανείς, ὅταν βλέπει κάποιους ἀπὸ τὴ μία μέρα στὴν ἄλλη νὰ γίνονται θεολόγοι… πέφτουνε τὸ βράδυ νὰ κοιμηθοῦνε τεχνίτες καὶ ξυπνοῦνε σοφοί, αὐτοχειροτόνητοι θεολόγοι. Μὲ τὰ λόγια τοῦτα, ὅλοι κατάλαβαν, ὅτι ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν πιστῶν δὲν πρέπει νὰ θεολογοῦν. Καὶ προχώρησε ὁ κήρυκας στὴν τρίτη προϋπόθεση:
–Καὶ νὰ μὴ γίνεται ἡ θεολογία σὲ ὁποιουσδήποτε καὶ σὲ ὁποιαδήποτε ὥρα. Ὄχι μετὰ τὶς διασκεδάσεις καὶ τὰ θέατρα, τὰ φαγοπότια καὶ τὸν ἱππόδρομο. Γιὰ νὰ ἀκούσει κανεὶς γιὰ τὴν ἀλήθεια, χρειάζεται πνευματικὴ προετοιμασία καὶ μάλιστα πολλή. Ἔχει κι ἄλλη μία προϋπόθεση νὰ τοὺς τονίσει: –Ἀκόμα, πρέπει νὰ προσέχουμε καὶ τὰ θέματα τῆς θεολογίας καὶ τὸ βάθος της. Οὔτε γιὰ ὅλα πρέπει νὰ θεολογοῦμε, οὔτε νὰ προχωρᾶμε ἀδιάκριτα σ’ ὅλο τὸ βάθος. Μόνο ἀνάλογα μὲ τὶς πνευματικές μας δυνάμεις καὶ ἀνάλογα μὲ τὴ δεκτικότητα τῶν ἀκροατῶν, μὲ τὴν δύναμή τους νὰ μᾶς καταλάβουν. Μικροψίθυροι γίνανε στὸ ἀκροατήριο, καὶ ἕνα σωρὸ ἐρωτήσεις ἔβλεπε στὰ μάτια τους ὁ Γρηγόριος.
–Δηλαδή, πάτερ, δὲ θ’ ἀσχολούμαστε μὲ τὸ Θεό; –Ἀντίθετα, φίλε μου, τοῦ ἁπαντὰ ὁ Γρηγόριος, ν’ ἀσχολεῖσαι καὶ μὲ τὸ παραπάνω. Ἂν μπορεῖς, ἔχε τὸ Θεὸ στὸ νοῦ σου πιὸ συχνὰ κι ἀπ’ ὅσο ἀναπνέεις. Μπορεῖς; Δὲ σὲ συμβουλεύω, ὅμως, νὰ θεολογεῖς χωρὶς τὶς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις. Βαριὲς οἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Γρηγορίου. Ἀλλιῶς εἴχανε μάθει οἱ πιστοί. Νιώθανε τανάλια νὰ σφίγγει τὸ λαιμό τους. Καὶ τοὺς ἔδωσε μία διέξοδο, ν’ ἀναπνεύσουν, γιατί τοὺς ἦρθε ἀπότομα:
–Ἀκοῦστε, ἀδελφοί. Καταλαβαίνω. Πολλοὶ ἔχετε μεγάλη φιλοτιμία νὰ θεολογεῖτε, μὰ δὲν ἔχετε ὅσο πρέπει τὶς προϋποθέσεις. Γι’ αὐτό σᾶς λέω καὶ τοῦτο: Μπορεῖτε, ἂν θέλετε, νὰ φιλοσοφεῖτε καὶ νὰ θεολογεῖτε γιὰ πολλά, ὅπως γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ φύση, γιὰ τὴν ψυχή, γιὰ τὴν ἀνάσταση, γιὰ τὴν κρίση, γιὰ τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτά, ἐὰν πεῖτε κάτι σωστό, θά’ ναι χρήσιμο. Ἂν πάλι κάνετε λάθος, δὲ θά’ ναι ἐπικίνδυνο γιὰ τὴ σωτηρία. Ὁ λόγος, ὅμως, ὁ ἀπευθείας γιὰ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴ θεία οἰκονομία εἶναι ἡ καθαυτὸ θεολογία, γι’ αὐτὴν χρειάζονται οἱ δύσκολες προϋποθέσεις. Καὶ θὰ τὰ πῶ τώρα πιὸ καθαρά: χρειάζεται νά’ χει κανεὶς τὴ θεία ἔλλαμψη, ὅποιος τὴν ἔχει ἂς προχωρήσει…
Καμμιὰ φορὰ τελείωσε ἡ ὁμιλία. Καὶ οἱ συζητήσεις ἀρχίσανε ἀμέσως. Πῶς, γιατί, μὲ τί τρόπο…; Ἔλεγε ὁ καθένας τὸ δικό του. Ὁ Γρηγόριος ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα τὰ ἔβλεπε, τὰ καταλάβαινε, ἀλλὰ δὲν ἔκρινε ὅτι τὸ βράδυ ἐκεῖνο ἔπρεπε νὰ συνεχίσει. Ἄλλωστε, ἤτανε φοβερὰ κουρασμένος. Πρὶν ἀποσυρθεῖ στὸ κελλί του, ὅρισε τὴν ὥρα καὶ τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ συνέχιζε γιὰ τὸ ἴδιο θέμα. Ἤτανε πάλι ἐν’ ἀπόγευμα, πρὶν δύσει ὁ ἥλιος. Μελιχρὴ ἀτμόσφαιρα, ὅλο θαλπωρή, ὁ Βόσπορος ἔστελνε λίγη ὑγρασία.
Περνοῦσε ἀπὸ τὴν ἀκρόπολη τοῦ Βύζα, τῶν ἀρχαίων μεγαρέων, προχωροῦσε στ’ ἀνάκτορα καὶ τὸν ἱππόδρομο, τρύπωνε στὶς κιονοστοιχίες τοῦ φόρου (ἀγορᾶς) τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, κι ἐλεύθερος ἔμπαινε στὴ φυτεμένη αὐλὴ τοῦ Ἀβλαβίου. Ἐκεῖ καὶ ἡ Ἀναστασία, πάλι γεμάτη, μέσα κι ἔξω. Τώρα ἔπρεπε ὁ Γρηγόριος νὰ δώσει ἕνα σωρὸ ἐξηγήσεις γιὰ τὰ προηγούμενα. Ἔπρεπε νὰ συνεχίσει τὸ λόγο του περὶ θεολογίας. Ἔπειτα νὰ προχωρήσει στὴν Τριαδολογία, ποὶα εἶναι ἡ σχέση τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδας, δηλαδὴ τοῦ Πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εἶχε προετοιμαστεῖ, τὰ εἶχε σχεδιάσει καλά.
Ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, γονάτισε δίπλα στὴν ἁγία Τράπεζα, προσευχήθηκε λίγη ὥρα. Σηκώθηκε ἀργὰ καὶ βγῆκε στὴν Ὡραία πύλη. Γιὰ νὰ ὑπενθυμίσει —ἂν καὶ δὲ χρειαζότανε— συνόψισε μὲ λίγα λόγια τὴν προηγούμενη ὁμιλία καὶ τόνισε τὸ ρόλο τῆς ἁγίας Τριάδας. Τοὺς εἶπε ὅτι στὴ θεολογία ὁ Πατέρας εὐδοκεῖ, ὁ Υἱὸς συνεργεῖ καὶ τὸ Πνεῦμα ἐμπνέει. Ὅλα τελικὰ εἶναι θεία ἔλλαμψη. Τὰ τελευταία τοῦτα λόγια τοῦ φέρανε σύγχυση. Ἔχασε τὸν εἱρμό, τὸ σχέδιο ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει. Χωρὶς νὰ καταλάβει πῶς, καρδιὰ καὶ νοῦς γατζώθηκαν σὲ ὅ,τι ὁ ἴδιος τὶς μέρες ἐκεῖνες εἶχε ζήσει. Τὶς νύχτες ποὺ προσευχότανε καὶ ζητοῦσε νὰ τοῦ δείξει ὁ Θεὸς τὴν ἀλήθεια καὶ πῶς νὰ μιλάει γι’ αὐτήν. Ἤσανε βιώματα συγκλονιστικά. Ἐμπειρίες ποὺ δὲν τὶς ἀντέχει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἔπαθε ὅ,τι καὶ ὁ Παῦλος, ποὺ «ἡρπάγη εἰς τρίτον οὐρανόν» καὶ εἶδε ἀλήθειες ἄρρητες.
Πίεσε ὁ Γρηγόριος τὸν ἑαυτὸ του ν’ ἀφήσει τὶς ἐμπειρίες του καὶ νὰ προχωρήσει. Μάταια. Τρόμαξε, ὅταν ἔνιωσε ὅτι δὲν τὸ μπορεῖ. Στὸ ξάστερο μέτωπό του γυάλισαν σταγόνες ἱδρώτα. Οὔτε μπρὸς μποροῦσε, οὔτε πίσω. Παραδόθηκε στὸ βάθος του. Ἔσκυψε τὸ κεφάλι ἀριστερά, στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄφησε τὸ ποτάμι ποὺ τὸν πλημμύριζε νὰ κυλήσει, ἔτσι ὅπως ἐρχόταν, ἄτακτα ἀλλὰ μὲ νερὸ καθαρὸ καὶ ἅγιο: – Ἀγωνιζόμουν, ἀδελφοί. Ἀσκήτευα καὶ προσευχόμουν. Ἔκλαιγα καὶ ζητοῦσα τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ζήσω τὴν ἀλήθεια, νὰ γνωρίσω βαθύτερα τὴ θεότητα γιὰ νὰ διδάσκω τὰ ὀρθά. Βίαζα τὸν ἑαυτό μου ν’ ἀνέβω ψηλὰ στὸ βουνὸ τῆς θεολογίας, νὰ εἰσχωρήσω στὸ πυκνὸ σύννεφο τῆς ἀλήθειας. Τὸ ποθοῦσα ἀφάνταστα… μὰ βουνὸ ἡ ἀλήθεια!
Ὅμως ἐγὼ ἤλπιζα, γιατί ἀγαποῦσα. Ἔτρεμα κι ἀγωνιοῦσα, γιατί γνώριζα τὴ μικρότητά μου κι ἔνιωθα τὴ μεγαλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι ἔξαφνα ἔγινε, ἀδελφοί μου, ἔπαθα τὸ γλυκὺ καὶ φοβερό. Ἐνῶ ζητοῦσα κι ἀγωνιοῦσα, βρέθηκα μέσα στὸ σύννεφο, ναί, στὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ… ὑπῆρχα ἐκεῖ μὲ τὸ Θεό, ζοῦσα μ’ αὐτόν, δὲν ἔνιωθα ὕλη καὶ πράματα κοσμικά, μέσα μου ἔβλεπα καὶ ζοῦσα, μὲ νοῦ καὶ καρδιά, ὅ,τι μπορεῖ κανεὶς νὰ ζήσει ἀπὸ τὴ θεότητα. Δὲ λέω πὼς εἶδα τὴ θεία φύση, ποὺ μένει ἀπρόσιτη καὶ ἄγνωστη. Ὄχι… αὐτὴν μόνο ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὴν βλέπουνε.
Εἶδα τὴ «δεύτερη φύση», τὴ μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ, τὴ θεία δηλαδὴ ἐνέργεια, τὴ λάμψη τῆς θείας φύσης, τὴν ἀκτινοβολία της, ποὺ φτάνει στὸν ἄνθρωπο, ἐὰν αὐτὸς ἀγαπᾶ, ἐὰν ἀγωνίζεται νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. Κι ὅλα τὴν ὥρα τούτη εἶναι ἄφατη μακαριότητα… χωρὶς ὅρια ἡ ἀπόλαυση. Βρίσκεσαι, ἀδελφέ, σὲ ὕψος δυσθεώρητο ἐκεῖ πάνω… ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ ἀτέλειωτη καὶ τὸ κάλλος τῆς ἀτέλειωτο. Κι ὅλ’ αὐτά, φίλοι μου, εἶναι λίγα. Μηδαμινὰ σὲ σύγκριση μὲ ὅσα δὲ βλέπει ὁ ἄνθρωπος στὴν κατάσταση τούτη, θά’ λεγα ὅτι βλέπει μόνο μικρὸ ἀπαύγασμα, ἑνὸς παμμέγιστου φωτός.
Ὅμως ἀλλοίμονο σὲ κεῖνον, ποὺ θέλησε ν’ ἀνέβει ἐκεῖ χωρὶς κάθαρση, χωρὶς προετοιμασία. Πέφτει, κατρακυλὰ κάτω καὶ χάνεται. Γιὰ ν’ ἀντικρύσει κανεὶς ἐκεῖ τὴν περίλαμπρη θεότητα, πρέπει να’ χεῖ καλὰ καθαρίσει τὰ πνευματικὰ του μάτια, διαφορετικὰ τυφλώνεται, χάνει κι αὐτὸ ποὺ ἔχει, τὸ φυσικό του φῶς, Ἔτσι ἀλλιῶς, ἐκεῖ δὲ φτάνει ὁ ἀνέτοιμος. Μόνο οἱ πολὺ ἀγωνιστές. Κι αὐτοὶ πάλι, ὄχι μόνοι τους, ἀλλὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔρχεται σέ μᾶς ἀπὸ τότε ποὺ ἐνανθρώπησε ὁ θεῖος Λόγος. Μόνο ἔτσι ἀπολαμβάνουμε τὴ θεία μακαριότητα, μετὰ τὴν ἐνανθρώπηση ζοῦμε σὲ ἄλλο βαθμὸ τὶς θεῖες ἐνέργειες…
Σὲ λίγο ἀνέκοψε τὸ λόγο του. Τὸ ἀκροατήριο τοῦ εἶχε παραδοθεῖ. Δὲν περίμενε τέτοιο ποταμὸ προσωπικῶν ἐμπειριῶν, θεοπτικῶν βιωμάτων. Ἀκόμα καὶ οἱ κακόδοξοι, ποὺ ἤσανε παρόντες, νιώθανε κάτι ἀπὸ τὶς θεῖες ἐμπειρίες τοῦ ἱεροῦ ἄνδρα νὰ τοὺς ἀγγίζει. Δὲν ἔπρεπε, ὅμως, νὰ προχωρήσει ἄλλο. Θὰ ἤτανε ἀσύνετο. Καὶ προσπάθησε μὲ τρόπο νὰ περάσει στὸ σχέδιο ποὺ ἀρχικὰ ἑτοίμασε: Τί γνωρίζουμε, τί δὲ γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Θεό, πῶς ἐκφράζεται ἡ γνώση αὐτὴ καὶ τὰ σχετικά. Ἡ ἀνακοπὴ τοῦ λόγου ἔκανε νὰ συνέλθουνε λίγο ἀπὸ τὴν ἔκπληξη καὶ οἱ ἀκροατές. Οἱ πιὸ ζωηροί, ὅσων ἡ καρδιὰ δὲν εἶχε κατανυγεῖ πολύ, θυμηθήκανε ἀπορίες κι ἐνστάσεις. Βρήκανε τὸ κουράγιο τὴν ὥρα κείνη νὰ τὶς εἰποῦν μὲ συντομία, μὲ δυὸ λέξεις:
–Μποροῦμε, πάτερ, νὰ ἐκφράσουμε τὸ Θεό; Γιατί κάποιοι σοφοὶ λένε πὼς ὄχι… -Ὁ Πλάτωνας, τοὺς ἀπαντάει ἀμέσως, ἕνας ἀπ’ ὅσους Ἕλληνες θεολογήσανε, λέει πὼς εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβουμε τὸ Θεὸ κι ἀδύνατο νὰ τὸν ἐκφράσουμε. Ἀλλά, ἐὰν καταλάβεις κάτι, σίγουρα θὰ βρεῖς κάποιο τρόπο νὰ τὸ ἐκφράσεις, ἔστω καὶ ἀμυδρά. Τὸ θέμα εἶναι, λοιπόν, πῶς θὰ καταλάβεις τὸ Θεό! Ἀπὸ μόνος του ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ. Ἐπεμβαίνει, ὅμως, ὁ Θεὸς καὶ μᾶς φωτίζει, φανερώνει δηλαδὴ τὸν ἑαυτό του μὲ πολλοὺς τρόπους.
Δὲ φανερώνει ὅμως ποτὲ τὴν οὐσία του, αὐτὴ μένει ἀπρόσιτη, γι’ αὐτὴν ποτὲ δὲ μιλᾶμε στὴ θεολογία. Ἕνας ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο, μὲ φιλοσοφικὴ παιδεία, ἐπεμβαίνει καὶ ὑπενθυμίζει τοὺς νεοπλατωνικούς: –Ἡ μέθοδος τοῦ ἀποφατισμοῦ, πάτερ, μ’ αὐτὴ μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε τὸ Θεό; –Ὄχι, ὄχι φίλοι μου. Ἐμεῖς θέλουμε νὰ ζήσουμε ἀληθινὰ τὸ Θεό μας, νὰ τὸν γνωρίσουμε γιὰ νὰ ζήσουμε! Δὲν εἶναι θέμα ζήτησης φιλοσοφικῆς. Μέθοδο ἀποφατικὴ ἔχουν οἱ νεοπλατωνικοί, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲ ζοῦνε κεῖνο ποὺ ἐπιδιώκουνε νὰ γνωρίσουν, γιατί τελικὰ δὲ φτάνουνε σὲ αὐτό. Μὲ τὸ νὰ λὲς τί δὲν εἶναι ὁ Θεός, δὲ σημαίνει ὅτι φτάνεις στὸ Θεό. Ἐμεῖς θέλουμε τὴν ἀλήθεια ποὺ δίνει ζωή, ἄρα πρέπει νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν ἀλήθεια.
Δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ νὰ ἐπισημάνουμε τί δὲν εἶναι ἀλήθεια. Γιατί αὐτὸ μόνο κάνει ὁ ἀποφατισμός. Σοῦ λέει μόνο μερικὰ πράγματα ποὺ δὲν εἶναι ὁ Θεός. Κάτι βέβαια εἶναι κι αὐτὸ, μὰ ὄχι ἐκεῖνο ποὺ ζητᾶμε. Ἂν σὲ ρωτήσει κάποιος, πόσο κάνουνε πέντε καὶ πέντε καὶ σὺ τοῦ ἀπαντήσεις ὅτι δὲν κάνουνε τρία, δὲν κάνουνε ἑπτά, δὲν κάνουνε ὀκτὼ ἢ δεκαπέντε κλπ., δὲν ἱκανοποιεῖς αὐτὸν ποὺ ἐρωτᾶ. Ἔτσι καὶ μὲ τὸν ἀποφατισμό, τὸ νὰ λέμε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ὕλη, δὲν ἔχει ἀρχή, δὲν ἔχει τέλος, εἶναι ἄρρητος κ.λπ., δὲν ἀπαντᾶμε στὴ ζήτηση τοῦ Θεοῦ. Κι ἐμεῖς πασχίζουμε καὶ πεθαίνουμε γιὰ νὰ ἔχουμε μέσα μας τὸ Θεό, γιὰ νὰ τὸν ζοῦμε. Μὲ τὴ δική του χάρη, βέβαια, ἀλλὰ ζοῦμε κι ἔχουμε τὴν ἐμπειρία τῆς χάρης του, τῆς ἐνέργειάς του, ὄχι τῆς οὐσίας του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλη μας ἡ θεολογία μιλάει κυρίως γιὰ τὸ πῶς ἀποκτᾶμε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ὄχι γιὰ τὸ τί δὲν εἶναι Θεός. Γιὰ νὰ δεῖτε καὶ μόνοι σας πόσο μικρῆς σημασίας εἶναι ὁ ἀποφατισμός, ἀναλογιστεῖτε καὶ τοῦτο:
Γιὰ νὰ μπορεῖς μὲ σιγουριὰ νὰ πεῖς ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ὕλη, δὲν ἔχει ἀρχὴ κλπ., πρέπει πρώτα νά τὸν ἔχεις γνωρίσει. Ἐπομένως, οἱ ἀποφατικές ἐκφράσεις εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀποκτημένης, πλέον, βίωσης καὶ γνώσης τοῦ Θεοῦ, δέν ὀδηγοῦν οἱ ἐκφράσεις αὐτές στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Χρησιμεύουν μόνο γιά τοὺς ἀρχάριους καὶ συχνά μέ αὐτές δηλώνουμε τὸ δέος μας ενώπιον τοῦ Θεοῦ. Ακόμα, τις χρησιμοποιοῦμε γιά νά δηλώσουμε, ὅτι δέν γνωρίζουμε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ὅμως οὐδέποτε ἀναζητᾶμε…
Τελείωσε καί τὸ λόγο του αὐτό. Εἶχε ξεκαθαρίσει δύο βασικά στοιχεία. Ποιός εἶναι ὁ θεολόγος και τί ἀκριβώς εἶναι ἡ θεολογία. Τὶ ὀφείλει νά προϋποθέτει ὁ θεολόγος καί ποιᾶ ἡ ἐσωτερική δομή τῆς θεολογίας. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, ἀπ’ ὅσα ὑψηλά ἔλεγε ὁ Γρηγόριος οἱ πολλοί καταλάβαιναν λίγα. Μά δέν γινόταν διαφορετικά. Θά’ δινε ὁ Θεός, οἱ πολλοί νά ἀκολουθήσουν τοὺς λίγους. Πάντα έτσι γινότανε και ἔτσι γίνεται. Ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτει σταδιακὰ. Τὸ ἐνδιαφέρον, ἰδιαίτερα τῶν μορφωμένων, ἔγινε πιὸ ἔντονο. Μαθημένοι γενικὰ στὴν προσκόλληση στὸ γράμμα τῆς γραφῆς, εἶχαν καταντήσει σὰν τοὺς Ἰουδαίους. Αὐτοὶ λατρεύανε τὸ γράμμα καὶ οὔτε κὰν ὑποπτεύονταν τὸ πνεῦμα τῆς Γραφῆς. Τώρα ὁ Γρηγόριος δοκιμάζει νὰ τοὺς ἀνοίξει τὰ μάτια, νὰ δοῦνε καθαρὰ τὴν πορεία τῆς θείας οἰκονομίας καὶ ἰδιαίτερα τὴ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος:
–Δυὸ ριζικὲς ἀλλαγὲς γίνονται στὸν κόσμο. Ἔπειτα ἦρθε καὶ Τρίτη. Ὅλες μοιάζουν μὲ σεισμοὺς καὶ ταρακούνησαν καὶ μεταμόρφωσαν τὸν κόσμο. Φυσικά, τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ τρεῖς. Ποιὲς εἶναι; Οἱ δυὸ διαθῆκες καὶ ἡ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὴν πεντηκοστὴ καὶ μετά. Γιατί τὶς λέω ἀλλαγές, «μεταθέσεις» καὶ «σεισμούς»; Διότι στὴν πρώτη διδάχτηκε ὁ κόσμος γιὰ τὸν ἕνα Θεὸ καὶ ἔτσι ἄφησε τὰ εἴδωλα. Δηλαδὴ μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀφαιροῦνται τὰ εἴδωλα, εἰδωλολάτρες γίνανε Ἰουδαῖοι, λατρέψανε τὸν ἀληθινὸ Θεό. Κρατήσανε, ὅμως, τὶς θυσίες ζώων.
Στὴ δεύτερη ἐνανθρώπησε ὁ Κύριος, δίδαξε γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ὑποσχέθηκε νὰ στείλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτὰ γίνανε στὴν Καινὴ Διαθήκη, ποὺ μὲ τὴ σειρὰ της ἀφαίρεσε κάτι, κατάργησε τὶς θυσίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τώρα πιὰ τὸ στάδιο τῆς θείας οἰκονομίας εἶναι τέλειο. Ὅ,τι ἔδωσε ὁ Κύριος μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη εἶναι ὁριστικὸ καὶ ἀμετάβλητο. Αὐτὸ ποὺ θα’ ρθεῖ μετά, μὲ τὴ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν θὰ ἔχει ἀφαίρεση κάποιου στοιχείου ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, οὔτε θὰ εἶναι ἀλήθεια νέα, ἄγνωστη καὶ ἀντίθετη στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου. Στοὺς δυό, λοιπὸν, σεισμοὺς εἴχαμε καὶ ἀφαιρέσεις, καταργήσεις. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη δηλαδὴ κατάργησε τὰ εἴδωλα καὶ ἡ Καινὴ Διαθήκη κατάργησε τὶς θυσίες ζώων. Οἱ πιὸ θερμόαιμοι δὲν εἶχαν ὑπομονὴ καὶ εἴπανε φωναχτὰ τὶς ἀπορίες τους:
–Γιατί ὁ Θεὸς δὲν ἔκανε τὴν ἀλλαγὴ μία καὶ καλῆ; Καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν πεντηκοστὴ δὲν ἔχουμε ἀφαιρέσεις καὶ καταργήσεις, τί ἔχουμε; Ἀπὸ τὸ σημεῖο τοῦτο γινόταν ἀκόμα πιὸ δύσκολη ἡ θεολογία. Ὁ Γρηγόριος, παρὰ τοὺς δισταγμούς του, προχώρησε. Ἄλλοι θὰ καταλάβαιναν καὶ ἄλλοι ὄχι. Αὐτὸς ἔπρεπε νὰ δώσει λόγο, νὰ κοινοποιήσει τὴ γνώση ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: –Έχουμε ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν τακτικὴ αὐτή, δηλαδὴ τὴ σταδιακὴ ἀποκάλυψη καὶ φανέρωση τῆς ἀλήθειας, γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι καὶ ἀδύνατος καὶ ἐλεύθερος. Μὲ μίας δὲν μποροῦσε νὰ τὰ καταλάβει καὶ νὰ τὰ ἀφομοιώσει ὅλα. Θὰ πάθαινε πνευματικὸ κορεσμό, θὰ βαρυστομάχιαζε. Δὲν θὰ ἀφομοιῶνε, δηλαδὴ δὲν θὰ συνειδητοποιοῦσε τὴν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια. Καὶ ὡς ἐλεύθερος πάλι, χρειαζότανε χρόνο, προετοιμασία γιὰ νὰ δεχτεῖ ἐλεύθερα, μὲ τὴ θέλησή του, ὅσα τοῦ ἀποκαλύπτονταν σταδιακά. Ὁ Θεὸς δὲν ἐξαναγκάζει. Ἔπρεπε, ὅμως, νὰ τοὺς ἐξηγήσει καὶ τὴ διαδικασία ποὺ ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ μετά. Προσπάθησε ὅσο γίνεται νὰ ἁπλουστεύσει:
–Είπαμε, ὅτι στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ἔχουμε ἀφαιρέσεις, καταργήσεις. Ἐδῶ ἀντίθετα, ἔχουμε «προσθῆκες». Ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ μετὰ ἡ σταδιακὴ πορεία τῆς θείας οἰκονομίας προχωρεῖ μὲ προσθῆκες, ὄχι πλέον ἀφαιρέσεις. Διότι ὅσα ἔχουμε στὴν Καινὴ εἶναι γνήσια καὶ ὁριστικά. Καὶ γιὰ νὰ καταλάβετε τὴν τακτικὴ τῶν προσθηκῶν σᾶς ἐπισημαίνω τοῦτο: Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Θεὸς Πατέρας ἀποκαλύφτηκε μὲ σαφήνεια, «φανερῶς», ἐνῶ ὁ Υἱὸς ἀμυδρά, ἐλάχιστα. Ἡ Καινὴ φανέρωσε τὸν Υἱὸ καὶ μόνο «ὑπέδειξε» τὴ θεότητα τοῦ Πνεύματος. Τώρα ὅμως τὸ Πνεῦμα, ποὺ πλέον ἐνεργεῖ σέ μᾶς, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία, φανερώνει σαφέστατα ὅ,τι γιὰ τὸ ἴδιο τὸ Πνεῦμα λέχθηκε στὴν Καινή, χωρὶς νὰ ἀλλάζει κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λέχθηκαν ἐκεῖ. Βλέπετε πῶς τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδας καταυγάζει τὴν ἀνθρωπότητα σταδιακά; Μὲ τὶς προσθῆκες ἔχουμε «προόδους» καὶ «προκοπή» στὴ θεία δόξα. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Σταδιακὰ δεχτήκανε τὸν φωτισμὸ καὶ προοδευτικὰ καταλάβανε τὴν ἀλήθεια.
Σὲ ἄλλους τὰ λόγια τοῦτα φάνηκαν λογικὰ καὶ σὲ ὅλους περίεργα. Δὲν εἶχε καὶ ὁ Γρηγόριος αὐταπάτες. Ἀνάγκη πάσα νὰ στηρίξει ὅλα αὐτὰ στὴ Γραφή. Καὶ τὸ ἔκανε μὲ σαφήνεια μοναδική, ποὺ δὲν εἶχε ξαναγίνει στὴν Ἐκκλησία:
–Μήν ἀμφιβάλλετε, ἀγαπητοί μου. Τὶς προσθῆκες, γιὰ τὶς ὁποῖες μίλησα, τὶς ὑποσχέθηκε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Θυμηθεῖτε μόνο τί ἔλεγε στοὺς Ἀποστόλους, ὅταν πιὰ ἔφτανε ἡ ὥρα τῶν Ἁγίων παθῶν του. Καὶ τί ἀκριβῶς τοὺς ὑποσχέθηκε; Ὅτι ὅταν φύγει ἀπὸ τὴ γῆ, θὰ τοὺς στείλει τὸν Παράκλητο, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί; Γιὰ νὰ τοὺς ἐνισχύει, νὰ τοὺς παρηγορεῖ. Μὰ καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο, πολὺ σπουδαῖο.
Ὁ Κύριος τοὺς εἶπε, ὅτι ἔχω κι ἄλλα πολλὰ νὰ σᾶς διδάξω ἀλλὰ τώρα δὲν μπορεῖτε νὰ τὰ καταλάβετε. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ θὰ στείλω, αὐτὸ θὰ σᾶς διδάξει καὶ θὰ σᾶς φωτίσει. Καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσει, ὅλα ὅσα ἐγώ σᾶς εἶπα. Αὐτὸ θὰ σᾶς ὁδηγήσει σὲ ὅλη τὴν ἀλήθεια (βλέπε Ἰωάννου 14, 25-26 καὶ 12-14). Προσέξτε καλὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου. Ἄφησε τοὺς Ἀποστόλους νὰ καταλάβουν ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου. Δὲν θὰ παρουσιάσει, ὅμως, διδασκαλία ἀντίθετη ἀπὸ τοῦ Κυρίου. Θὰ συνεχίσει στὴν ἴδια γραμμὴ θὰ διαφωτίσει ἐκεῖνα ποὺ λέγονται καὶ ἀποκαλύπτονται στὴν Καινὴ Διαθήκη.
Μία λοιπὸν ἀπὸ τὶς διδασκαλίες – ἀλήθειες, ποὺ ὁ Κύριος δὲν εἶπε – ἐπεξήγησε στοὺς Ἀποστόλους, εἶναι ἡ περὶ τῆς θεότητας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτήν μᾶς τὴ δίνει τώρα μὲ τὸ φωτισμὸ Του τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Μπορεῖ πρόσφατα καὶ ἄλλοι νὰ φωτίστηκαν γιὰ τὴ θεότητα τοῦ Πνεύματος, μὰ ἐγὼ θὰ τὴν ὁμολογῶ πάντα καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ θυσιαστῶ γιὰ αὐτήν, διότι τὴν ἔχω κυριολεκτικὰ μὲ «ἔλλαμψιν» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ μὲ ὁδήγησε κι αὐτό μοῦ φανέρωσε τὴ θεότητά του.
Γι’ αὐτὸ, ἀδελφοί μου, κρατῶ τὴ διδασκαλία τούτη ὡς δῶρο θεῖο. Μ’ αὐτὴν ζῶ καὶ μ’ αὐτὴν θὰ πεθάνω δοξάζοντας καὶ προσκυνώντας τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ ἔχουν μία κοινὴ θεότητα. Τελείωσε τὴν ὁμιλία του γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔκανε μὲ τὸ παραπάνω τὸ καθῆκον του ὡς διδάσκαλος. Ἠρέμησε. Δυό-τρεῖς ἡμέρες περάσανε γαλήνιες. Κάτι συνέβη, ὅμως, ποὺ δὲν τὸ γνωρίζουμε. Κάποιες συζητήσεις, κάτι ἀντιρρήσεις… καὶ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ ἔκρινε ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθει στὸ θέμα τῆς θεολογίας. Ποιὸς πρέπει νὰ θεολογεῖ καὶ πότε νὰ θεολογεῖ (Λόγος Κ’). Ἔτσι ξανατόνισε στὸ Ναὸ τῆς Ἀναστασίας:
–Αλίμονο σὲ ὅποιον θεολογεῖ χωρὶς καθαρότητα καὶ ἄσκηση. Προσπαθῶ καὶ ἐπιθυμία μου εἶναι, νὰ γίνω μέσα μου πεντακάθαρος καθρέφτης, γιὰ νὰ καθρεφτιστεῖ ἐκεῖ ὁ Θεός, ἡ ἀλήθεια. Κι ἐπειδὴ ἔβλεπε στὸ ἀκροατήριο κάποιον ἰδιώτη, ποὺ χωρὶς φόβο μίλαγε γιὰ ὁποιοδήποτε σημεῖο τῆς ἀλήθειας, σταμάτησε τὸ λόγο καὶ τοῦ εἶπε:
–Θές κάποτε καὶ ἐσὺ νὰ γίνεις θεολόγος, φύλαγε τὶς θεῖες ἐντολές, πορέψου ἐφαρμόζοντας τὰ προστάγματα τοῦ Κυρίου. Καὶ μὴν ξεχνᾶς ποτέ, γιὰ νὰ ζήσεις τὴ θεωρία, θὰ περάσεις ἀπὸ τὴν πράξη. Πρῶτα ἡ ἄσκηση καὶ ἔπειτα ἔρχεται ἡ θεοπτία.
*<<Ὁ Πληγωμένος Ἀετὸς>> Άγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος – Στυλιανός Παπαδόπουλος, εκδόσεις <<Αποστολικής Διακονίας>>. *Εκ του ιστοτόπου <<agiazoni.gr>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: «Η ΦΙΛΟΠΤΩΧΕΙΑ»
Ο Άγιος Γρηγόριος είναι όχι μόνο ένας μεγάλος πατέρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας, αλλά και ο επιφανέστερος θεολόγος της μετά τον απόστολο και ευαγγελιστή Ιωάννη. Γεννημένος μεταξύ 326 και 329 στην Αριανζό, κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, από εύπορους γονείς, απέκτησε μεγάλη κλασική και θεολογική μόρφωση. Μαζί με το συμφοιτητή και φίλο του άγιο Βασίλειο τον Μέγα, αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας, και τον άγιο Γρηγόριο, επίσκοπο Νύσσης, ανήκει στους «μεγάλους Καππαδόκες».
Από τον πατέρα του, Γρηγόριο επίσης, επίσκοπο Ναζιανζού, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και από τον άγιο Βασίλειο επίσκοπος Σασίμων. Πάντως, φύση μοναχική καθώς ήταν, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη μόνωση, την ησυχία και την άσκηση.
Το 379 κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, για ν’ αντιμετωπίσει την αίρεση του αρειανισμού. Με κέντρο τον μικρό ναό της Αναστάσεως, κατήχησε, δίδαξε, εκφώνησε τους περίφημους λόγους του για τη θεότητα του Υιού, που του εξασφάλισαν το χαρακτηρισμό του Θεολόγου, και αναζωπύρωσε την Ορθοδοξία, μολονότι αντιμετώπισε τη βίαιη αντίδραση των αρειανών.
Αφού χρημάτισε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως για μικρό χρονικό διάστημα (Νοέμβριος 380 – Ιούνιος 381), παραιτήθηκε από το θρόνο και αποσύρθηκε στη γενέτειρά του, όπου ασχολήθηκε με τη συγγραφή και την καταπολέμηση των αιρετικών απολλιναριστών ως την κοίμησή του, το 390.
Ως συγγραφέας ο άγιος Γρηγόριος χαρακτηρίζεται από θεολογικό βάθος, έντονη ποιητικότητα, ρητορική δεινότητα και βαθειά γνώση του αττικού λόγου. Η παράδοση, στην οποία στηρίζεται, αποτελεί συνάρτηση της αλεξανδρινής σχολής και της θεολογίας των αγίων Ιγνατίου του Θεοφόρου, Ειρηναίου Λυώνος και Αθανασίου του Μεγάλου. Θεολόγησε κυρίως για τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, τη σχέση Τους και τον τρόπο υπάρξεώς Τους. Οι απαντήσεις του στα τριαδολογικά, πνευματολογικά και χριστολογικά προβλήματα διατύπωσαν κατά τον πιο έγκυρο τρόπο την πίστη και την παράδοση της Εκκλησίας.
Τα κείμενά του, όσα διασώθηκαν, διακρίνονται σε επιστολές (246), έπη θεολογικά και ιστορικά (τουλάχιστον 396) και λόγους (43). Οι λόγοι αποτελούν τα ύψιστα δημιουργήματά του, τόσο από θεολογική όσο και από λογοτεχνική άποψη, και διαιρούνται σε δογματικούς, απολογητικούς, εόρτιους, εγκωμιαστικούς-επιτάφιους και ηθικολογικούς-κοινωνικούς. Ένας από τους τελευταίους είναι και ο λόγος «Περί φιλοπτωχίας», ανθολόγηση του οποίου ακολουθεί σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση.
Στο λόγο αυτό, που εκφωνήθηκε πιθανότατα στην Καισάρεια γύρω στο 370, ο ιερός συγγραφέας, με απαράμιλλη ρητορική δύναμη, ποικίλα εκφραστικά σχήματα, λεπτές γλωσσικές αποχρώσεις και ζωηρές εικόνες, κατορθώνει να συναρπάσει τον αναγνώστη, να του εμπνεύσει την ευσπλαχνία και τη φιλανθρωπία, να τον πείσει για την αναγκαιότητα της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Είναι δύσκολο, λέει, να διαλέξει κανείς την υψηλότερη αρετή, όπως είναι δύσκολο να διαλέξει και το ωραιότερο λουλούδι από ένα ολάνθιστο λιβάδι. Αν πάντως, σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, η αγάπη είναι η κορωνίδα των αρετών, το καλύτερο μέρος της είναι η αγάπη στους φτωχούς. Οι πιστοί, ως διαχειριστές των αγαθών που τους παραχώρησε ο Θεός, οφείλουν να δείχνουν συμπάθεια σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη και να τους βοηθούν.
Το λόγο κλείνει με μιαν ανυπέρβλητη σε δύναμη και κάλλος, σχεδόν ποιητική, παράγραφο, που καμιά μετάφραση δεν μπορεί ν’ αποδώσει ικανοποιητικά: «Χριστόν επισκεψώμεθα, Χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ενδύσωμεν, Χριστόν συναγάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν· μη τραπέζη μόνον, ως τινες· μήδε μύροις, ως η Μαρία· μηδέ τάφω μόνον, ως Ιωσήφ ο Αριμαθαίος· μηδέ τοις προς ταφήν, ως Νικόδημος ο εξ ημισείας φιλόχριστος μηδέ χρυσώ και λιβάνω και σμύρνη, ως οι μάγοι προ των ειρημένων· αλλ’ επειδή έλεον θέλει και ου θυσίαν ο πάντων Δεσπότης, και υπέρ μυριάδας αρνών πιόνων η ευσπλαγχνία, ταύτην εισφέρωμεν αυτώ δια των δεομένων και χαμαί σήμερον ερριμμένων, ίνα, όταν ενθένδε απαλλαγώμεν, δέξωνται ημάς εις τας αιωνίους σκηνάς….». – ΠΡΟΛΟΓΟΣ εκ της ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
Η Φιλοπτωχεία
Δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει κανείς την υψηλότερη απ’ όλες τις αρετές και να της δώσει το πρωτείο και το βραβείο, όπως ακριβώς δεν είναι εύκολο να βρει μέσα σ’ ένα ολάνθιστο και μοσχοβόλο λιβάδι το πιο ωραίο κι ευωδιαστό λουλούδι, καθώς πότε το ένα και πότε το άλλο του τραβάει την προσοχή και τον προκαλεί να το κόψει πρώτο.
Έτσι, λοιπόν, σκέφτομαι ότι καλές αρετές είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Και μάρτυρας για την πίστη είναι ο Αβραάμ, που δικαιώθηκε από την πίστη του· μάρτυρες για την ελπίδα είναι ο Ενώς, που πρώτος στήριξε την ελπίδα του στην επίκληση του Κυρίου, και όλοι οι δίκαιοι, που κακοπαθούν με την ελπίδα της σωτηρίας· μάρτυρες για την αγάπη, τέλος, είναι ο απόστολος Παύλος, που έφτασε στο σημείο να εύχεται τη δική του απώλεια για χάρη των αδελφών του Ισραηλιτών, και ο ίδιος ο Θεός, που ονομάζεται αγάπη (Α’ Ιω. 4:8).
Καλή είναι η φιλοξενία. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι από τους δικαίους ο Λωτ, ο Σοδομίτης στη διαμονή μα όχι Σοδομίτης στη διαγωγή, και από τους αμαρτωλούς η Ραάβ, η πόρνη στο σώμα μα όχι πόρνη στην προαίρεση, που επαινέθηκε και σώθηκε για τη φιλοξενία (Ιησ. Ναυή 2:1-21).
Καλή είναι η μακροθυμία. Και μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο ίδιος ο Χριστός, που δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει τις λεγεώνες των αγγέλων Του εναντίον των βασανιστών Του και όχι μόνο μάλωσε τον Πέτρο, όταν τράβηξε το μαχαίρι του, μα και το αυτί, που είχε κόψει εκείνος, το έβαλε πάλι στη θέση του. Το ίδιο έκανε αργότερα και ο Στέφανος, ο μαθητής του Χριστού, που προσευχόταν για κείνους που τον λιθοβολούσαν.
Καλή είναι η πραότητα. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι ο Μωυσής και ο Δαβίδ, που πάνω απ’ όλα ως πράοι μαρτυρήθηκαν απ’ τη Γραφή, καθώς και ο Διδάσκαλός τους, ο θεάνθρωπος Ιησούς, που ούτε φιλονικούσε ούτε κραύγαζε, ούτε ξεφώνιζε στις πλατείες ούτε αντιστεκόταν σ’ εκείνους που Τον είχαν συλλάβει.
Καλές είναι η προσευχή και η αγρυπνία. Και μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο Κύριος, που πριν το πάθος Του αγρυπνούσε και προσευχόταν. Καλές είναι η αγνεία και η παρθενία. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι τόσο ο Παύλος, που τις θεσμοθέτησε, βραβεύοντας δίκαια και το γάμο και την αγαμία, όσο και ο ίδιος ο Ιησούς, που γεννήθηκε από Παρθένο, για να τιμήσει τη γέννηση μα να προτιμήσει την παρθενία.
Καλή είναι η ταπεινοφροσύνη. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι πολλοί, με κυριότερο πάλι το Σωτήρα και Κύριο των όλων, που ταπεινώθηκε, όχι μόνο παίρνοντας μορφή δούλου, παραδίνοντας το πρόσωπό Του στην ντροπή και στα φτυσίματα και συναριθμώντας τον εαυτό Του με τους παρανόμους. Εκείνος, που καθαρίζει τον κόσμο από την αμαρτία, αλλά και πλένοντας τα πόδια των μαθητών Του σαν υπηρέτης.
Καλή είναι η ακτημοσύνη και η περιφρόνηση των χρημάτων. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι τόσο ο Ζακχαίος, που, μόλις μπήκε ο Χριστός στο σπίτι του, μοίρασε σχεδόν όλα τα υπάρχοντά του, όσο και πάλι ο ίδιος ο Κύριος, που, μιλώντας στον πλούσιο εκείνο νέο, περιόρισε την τελειότητα σ’ αυτό ακριβώς το πράγμα (Ματθ. 19:21).
Κοντολογίς, καλή είναι η θεωρία, καλή είναι και η πράξη· η θεωρία γιατί μας ανυψώνει από τα γήινα, μας οδηγεί στα άγια των αγίων και επαναφέρει το νου στην αρχική φυσική του κατάσταση, και η πράξη γιατί υποδέχεται το Χριστό, Τον υπηρετεί και αποδεικνύει με τα έργα την αγάπη. Κάθε αρετή είναι κι ένας δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία, σε κάποιον απ’ τους αιώνιους και μακάριους τόπους.
Γιατί, όπως υπάρχουν πολλοί τρόποι ζωής έτσι υπάρχουν και πολλοί τόποι κοντά στο Θεό, που χωρίζονται και μοιράζονται ανάλογα με την αξία του καθενός. Και άλλος ας ασκήσει τη μία αρετή, άλλος την άλλη, άλλος πολλές μαζί και άλλος όλες, αν βέβαια τούτο είναι δυνατό. Φτάνει μόνο να προχωράει κανείς και να επιδιώκει το ανώτερο, ακολουθώντας βήμα-βήμα Εκείνον που τον οδηγεί καλά και τον κατευθύνει και τον βάζει, μεσ’ από την στενή οδό και πύλη, στην απέραντη ουράνια μακαριότητα.
Και αν ο Παύλος, που ακολουθεί κι αυτός το Χριστό, θεωρεί την αγάπη ως την πρώτη και μεγαλύτερη εντολή, ως τη σύνοψη του νόμου και των προφητών, το καλύτερο μέρος της θεωρώ πως είναι η αγάπη στους φτωχούς και, γενικότερα, η ευσπλαχνία και η συμπάθεια στους συνανθρώπους. Γιατί τίποτ’ άλλο δεν ευχαριστεί τόσο πολύ το Θεό και τίποτ’ άλλο δεν Του είναι τόσο αγαπητό όσο η ευσπλαχνία. Αυτή, μαζί με την αλήθεια, πηγαίνει μπροστά Του και αυτή πρέπει να Του προσφερθεί πριν την Κρίση. Μα και σε τίποτ’ άλλο δεν δίνεται ως ανταπόδοση από Εκείνον, που κρίνει με δικαιοσύνη και ζυγίζει με ακρίβεια την ευσπλαχνία, όσο στη φιλανθρωπία η φιλανθρωπία.
Σ’ όλους, λοιπόν, τους φτωχούς και σ’ εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο κακοπαθούν, οφείλουμε να δείχνουμε ευσπλαχνία, σύμφωνα με την εντολή: «Να μετέχετε στη χαρά όσων χαίρονται και στη λύπη όσων λυπούνται» (Ρωμ. 12:15). Και οφείλουμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους, ως άνθρωποι κι εμείς, την εκδήλωση της καλοσύνης μας, όταν τη χρειάζονται, χτυπημένοι από κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ή ορφάνια ή ξενητιά ή σκληρά αφεντικά ή άδικους άρχοντες ή άσπλαχνους φοροεισπράκτορες ή φονικούς ληστές ή άπληστους κλέφτες ή δήμευση περιουσίας ή ναυάγιο. Όλοι είναι αξιολύπητοι. Όλοι βλέπουν τα χέρια μας, όπως εμείς βλέπουμε τα χέρια του Θεού.
Τι θα κάνουμε, λοιπόν, εμείς που έχουμε τιμηθεί με το μεγάλο όνομα ‘’χριστιανοί’’ και αποτελούμε τον διαλεχτό και ξεχωριστό λαό, ο οποίος οφείλει να καταγίνεται σε καλά και σωτήρια έργα; Τι θα κάνουμε εμείς οι μαθητές του πράου και φιλάνθρωπου Ιησού, που σήκωσε τις αμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας την ανθρώπινη φύση μας, κι έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη θεότητα; Τι θα κάνουμε, έχοντας μπροστά μας ένα τόσο μεγάλο υπόδειγμα ευσπλαχνίας και συμπάθειας;
Θα παραβλέψουμε τους συνανθρώπους μας; Θα τους περιφρονήσουμε; Θα τους εγκαταλείψουμε; Κάθε άλλο, αδελφοί μου. Αυτά δεν ταιριάζουν σ’ εμάς, τους θρεμμένους από το Χριστό, τον καλό ποιμένα, που φέρνει πίσω το πλανεμένο πρόβατο και ψάχνει να βρει το χαμένο και στηρίζει το ασθενικό. Μα δεν ταιριάζουν ούτε στην ανθρώπινη φύση μας, που επιβάλλει τη συμπάθεια, αφού από την ίδια της την αδυναμία έμαθε την ευσέβεια και τη φιλανθρωπία.
Γιατί, μολαταύτα, δεν βοηθάμε τους συνανθρώπους μας, όσο είναι ακόμα καιρός; Γιατί εμείς ζούμε μέσα στην απόλαυση, ενώ οι αδελφοί μας μέσα στη δυστυχία; Ποτέ να μην πλουτίσω, αν αυτοί στερούνται! Ποτέ να μην έχω υγεία, αν δεν βάλω βάλσαμο στις πληγές τους! Ποτέ να μη χορτάσω, ποτέ να μην ντυθώ, ποτέ να μην ησυχάσω μέσα σε σπίτι, αν δεν τους δώσω ψωμί και ρούχα, όσα μπορώ, κι αν δεν τους ξεκουράσω μέσα στο σπίτι μου.
Ας τ’ αναθέσουμε όλα στο Χριστό, για να τον ακολουθήσουμε αληθινά, σηκώνοντας το σταυρό Του, για ν’ ανεβούμε στον επουράνιο κόσμο ανάλαφρα και άνετα, χωρίς τίποτα να μας τραβάει προς τα κάτω, και για να κερδίσουμε στη θέση όλων αυτών το Χριστό, ανεβασμένοι χάρη στην ταπείνωσή μας και πλουτισμένοι χάρη στη φτώχεια μας. Ή, τουλάχιστον, ας μοιραστούμε με το Χριστό τα υπάρχοντά μας, για ν’ αγιαστούν κάπως με τη σωστή κατοχή τους και την προσφορά μεριδίου τους στους φτωχούς.
Δεν θα συνέλθουμε, έστω και αργά; Δεν θα νικήσουμε την αναισθησία μας, για να μην πω την τσιγκουνιά μας; Δεν θα σκεφτούμε ως άνθρωποι; Δεν θα βάλουμε νοερά στη θέση των ξένων συμφορών τις πιθανές δικές μας; Γιατί, στ’ αλήθεια, τίποτε από τ’ ανθρώπινα δεν είναι βέβαιο, τίποτε δεν είναι σταθερό, τίποτε δεν είναι ανεξάρτητο από άλλους παράγοντες, τίποτε δεν στηρίζεται σε αμετάβλητες προϋποθέσεις. Η ζωή μας γυρίζει σε κύκλο, έναν κύκλο που φέρνει πολλές μεταβολές, συχνά μέσα σε μια μέρα, κάποτε και μέσα σε μιαν ώρα.
Πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται κανείς τον άνεμο, που κινείται ακατάπαυστα, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται τη γραμμή, που αφήνει πάνω στα νερά ένα ποντοπόρο πλοίο, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται τ’ απατηλά όνειρα μιας νύχτας, που η απόλαυσή τους κρατάει τόσο λίγο, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται όσα χαράζουν τα παιδιά πάνω στην άμμο, όταν παίζουν, παρά την ανθρώπινη ευτυχία.
Είναι, λοιπόν, συνετοί εκείνοι, που, μην έχοντας εμπιστοσύνη στα τωρινά, φροντίζουν να εξασφαλιστούν για το μέλλον. Επειδή η ανθρώπινη ευημερία είναι άστατη και μεταβλητή, αγαπούν την καλοσύνη, που δεν χάνεται, για να κερδίσουν τουλάχιστο το ένα από τα τρία: ή να μην κάνουν τίποτα το κακό, επειδή η καλοσύνη τους προκαλεί τη συμπάθεια του Θεού, ο οποίος πολλές φορές ευεργετεί στον ουρανό τους ευσεβείς για τις επίγειες αγαθοεργίες τους· ή να έχουν θάρρος ενώπιον του Θεού, επειδή κακοπάθησαν όχι για κάποια κακία, αλλά για κάποιον άλλο σκοπό· ή, τέλος, όντας φιλάνθρωποι, να απαιτούν από το Θεό σαν οφειλόμενη τη φιλανθρωπία, την οποία έδειξαν πρώτα εκείνοι στους φτωχούς, ενεργώντας έξυπνα.
«Ας μην καυχιέται ο σοφός τη σοφία του, λέει ο Κύριος, μήτε ο δυνατός για τη δύναμή του μήτε ο πλούσιος για τον πλούτο του» (Ιερ. 9:23), έστω κι αν έχουν φτάσει στο ύψιστο σημείο σοφίας, δυνάμεως ή πλούτου. Εγώ, όμως, θα προσθέσω κι εκείνα που ακολουθούν: Ας μην καυχιέται μήτε ο περίβλεπτος για τη δόξα του μήτε ο γερός για την υγεία του μήτε ο όμορφος για την ομορφιά του μήτε ο νέος για τα νιάτα του μήτε, κοντολογίς, άλλος κανένας για οτιδήποτε απ’ όσα παινεύονται στον κόσμο τούτο και προξενούν την υπερηφάνεια.
Αλλά, όποιος καυχιέται, μόνο γι’ αυτό ας καυχιέται, για το ότι γνωρίζει και ζητάει το Θεό, υποφέρει μαζί μ’ εκείνους που υποφέρουν και αποθέτει τις ελπίδες του για τα καλά στο μέλλον. Γιατί τα τωρινά αγαθά είναι ρευστά και πρόσκαιρα. Συνεχώς μετακινούνται και πηγαίνουν από τον ένα στον άλλο, όπως η μπάλα στο ποδόσφαιρο. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο σίγουρο για τον άνθρωπο που τα κατέχει, από το ότι θα τα χάσει με το χρόνο ή από το φθόνο. Απεναντίας, τα μελλοντικά αγαθά είναι σταθερά και μόνιμα. Ποτέ δεν χάνονται, ποτέ δεν πηγαίνουν από τον ένα στον άλλο, ποτέ δεν διαψεύδουν τις ελπίδες όσων τα εμπιστεύονται.
«Ποιος είναι σοφός, για να τα καταλάβει αυτά;» (Ωσ. 14:10). Ποιος θ’ αδιαφορήσει για τα εφήμερα και θα προσέξει τα μόνιμα; Ποιος θα συλλογιστεί ότι τα τωρινά θα περάσουν; Ποιος θ’ αναλογιστεί ότι τα αναμενόμενα θα μείνουν; Ποιος θα ξεχωρίσει τα πραγματικά απ’ τα φαινομενικά, για ν’ ακολουθήσει τα πρώτα και να περιφρονήσει τα δεύτερα; Ποιος θα ξεχωρίσει την επίγεια διαμονή από την επουράνια πολιτεία, την παροικία από την κατοικία, το σκοτάδι από το φως, τη λάσπη του βυθού από τα άγια χώματα, τη σάρκα από το πνεύμα, το Θεό από τον κοσμοκράτορα διάβολο, τη σκιά του θανάτου από την αιώνια ζωή; Ποιος θα εξαγοράσει με τα παρόντα το μέλλον, με τον φθαρτό πλούτο τον άφθαρτο, με τα ορατά τα αόρατα;
Μακάριος, λοιπόν, είναι εκείνος που τα διακρίνει αυτά, χωρίζει με το μαχαίρι του Λόγου το καλύτερο από το χειρότερο, ανυψώνεται με την καρδιά του, όπως λέει κάπου ο ιερός Δαβίδ (Ψαλμ. 83:6), φεύγει μ’ όλη του τη δύναμη μακριά από την κοιλάδα τούτη της οδύνης, επιδιώκει τα αγαθά που βρίσκονται στον ουρανό, σταυρώνεται για τον κόσμο μαζί με το Χριστό, ανασταίνεται μαζί με το Χριστό, ανεβαίνει στα επουράνια σκηνώματα μαζί με το Χριστό και γίνεται κληρονόμος της αληθινής ζωής, που δεν μεταβάλλεται ποτέ πια.
Ας ακολουθήσουμε το Λόγο, ας επιδιώξουμε την ουράνια απόλαυση, ας απαλλαγούμε από την επίγεια περιουσία. Ας κρατήσουμε από τα γήινα μόνο όσα είναι καλά, ας σώσουμε τις ψυχές μας με ελεημοσύνες, ας δώσουμε από τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, για να γίνουμε πλούσιοι σε αιώνια αγαθά. Δώσε κάτι και στην ψυχή, όχι στη σάρκα μονάχα. Δώσε κάτι και στο Θεό, όχι στον κόσμο μονάχα. Πάρε κάτι απ’ την κοιλιά και δώσ’ το στο πνεύμα. Πάρε κάτι απ’ τη φωτιά, που κατακαίει τα γήινα, και ξεμάκρυνέ το από τη φλόγα. Άρπαξε κάτι από τον τύραννο κι εμπιστέψου το στον Κύριο.
Δώσε λίγο σ’ Εκείνον, που σου έχει προσφέρει το πολύ. Δώσε τα και όλα ακόμα σ’ Εκείνον, που σου τα έχει χαρίσει όλα. Ποτέ δεν θα ξεπεράσεις στη γενναιοδωρία το Θεό, έστω κι αν χαρίσεις όλα σου τα υπάρχοντα, έστω κι αν προσθέσεις σ’ αυτά και τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί και του εαυτού σου η προσφορά στο Θεό ισοδυναμεί με απόκτηση. Όσα κι αν προσφέρεις, εκείνα που μένουν είναι περισσότερα. Και δεν θα δώσεις τίποτα δικό σου, γιατί όλα τα έχεις πάρει από το Θεό.
Ας μη γίνουμε, αγαπητοί μου φίλοι και αδελφοί, κακοί διαχειριστές των αγαθών που μας δόθηκαν. Ας μην κοπιάζουμε για να θησαυρίζουμε και ν’ αποταμιεύουμε, ενώ άλλοι υποφέρουν από την πείνα. Ας μιμηθούμε τον ανώτατο και κορυφαίο νόμο του Θεού, που στέλνει τη βροχή σε δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επίσης για όλους. Αυτός έκανε τη γη ευρύχωρη για όλα τα χερσαία ζώα, δημιούργησε πηγές, ποτάμια, δάση, αέρα για τα φτερωτά και νερά για τα υδρόβια, και έδωσε σ’ όλα τα όντα άφθονα τα απαραίτητα για τη ζωή τους στοιχεία, χωρίς να τα περιορίζει καμιά εξουσία, χωρίς να τα καθορίζει κανένας γραπτός νόμος, χωρίς να τα εμποδίζουν σύνορα. Και αυτά τα στοιχεία τα παρέδωσε κοινά και πλούσια, χωρίς διάκριση ή περικοπή, τιμώντας την ομοιότητα της φύσεως με την ισότητα της δωρεάς και δείχνοντας τον πλούτο της αγαθότητός Του.
Οι άνθρωποι, όμως, αφότου έβγαλαν από τη γη το χρυσάφι, το ασήμι και τα πολύτιμα πετράδια, αφότου έφτιαξαν ρούχα μαλακά και περιττά και αφότου απέκτησαν άλλα παρόμοια πράγματα, που αποτελούν αιτίες πολέμων και επαναστάσεων και τυραννικών καθεστώτων, κυριεύθηκαν από παράλογη υπεροψία. Έτσι, δεν δείχνουν ευσπλαχνία στους δυστυχισμένους συνανθρώπους τους και δεν θέλουν ούτε με τα περίσσια τους να δώσουν στους άλλους τα αναγκαία. Τι βαναυσότητα! Τι σκληρότητα!
Δεν σκέφτονται, αν όχι τίποτ’ άλλο, πως η φτώχεια και ο πλούτος, η ελευθερία και η δουλεία και τ’ άλλα παρόμοια, εμφανίστηκαν στο ανθρώπινο γένος μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, σαν αρρώστιες που εκδηλώνονται μαζί με την κακία και που είναι δικές της επινοήσεις. Αρχικά, όμως, δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, λέει η Γραφή (Ματθ. 19:8), αλλά Εκείνος που έπλασε εξαρχής τον άνθρωπο, τον άφησε ελεύθερο, αυτεξούσιο – συγκρατημένο μόνο από το νόμο της εντολής – και πλούσιο μέσα στον παράδεισο της τρυφής. Αυτή την ελευθερία κι αυτόν τον πλούτο θέλησε να χαρίσει – και χάρισε – ο Θεός, μέσω του πρώτου ανθρώπου, και στο υπόλοιπο ανθρώπινο γένος. Ελευθερία και πλούτος ήταν μόνο η τήρηση της εντολής. Φτώχεια αληθινή και δουλεία ήταν η παράβασή της.
Μετά την παράβαση, λοιπόν, εμφανίστηκαν οι φθόνοι και οι φιλονικίες και η δολερή τυραννία του διαβόλου, που παρασύρει πάντα με τη λαιμαργία της ηδονής και ξεσηκώνει τους πιο τολμηρούς ενάντια στους πιο αδύνατους. Μετά την παράβαση, το ανθρώπινο γένος χωρίστηκε σε διάφορες φυλές με διάφορα ονόματα και η πλεονεξία κατακερμάτισε την ευγένεια της φύσεως, αφού πήρε και το νόμο βοηθό της. Εσύ, όμως, να κοιτάς την αρχική ενότητα και ισότητα, όχι την τελική διαίρεση· όχι το νόμο που επικράτησε, αλλά το νόμο του Δημιουργού. Βοήθησε, όσο μπορείς, τη φύση, τίμησε την πρότερη ελευθερία, δείξε σεβασμό στον εαυτό σου, συγκάλυψε την ατιμία του γένους σου, παραστάσου στην αρρώστια, σύντρεξε στην ανάγκη.
Παρηγόρησε ο γερός τον άρρωστο, ο πλούσιος τον φτωχό, ο όρθιος τον πεσμένο, ο χαρούμενος τον λυπημένο, ο ευτυχισμένος τον δυστυχισμένο. Δώσε κάτι στο Θεό ως δώρο ευχαριστήριο, για το ότι είσαι ένας απ’ αυτούς που μπορούν να ευεργετούν και όχι απ’ αυτούς που έχουν ανάγκη να ευεργετούνται, για το ότι δεν περιμένεις εσύ βοήθεια από τα χέρια άλλων, αλλ’ από τα δικά σου χέρια περιμένουν άλλοι βοήθεια. Πλούτισε όχι μόνο σε περιουσία, μα και σε ευσέβεια, όχι μόνο σε χρυσάφι, μα και σε αρετή, ή καλύτερα μόνο σε αρετή. Γίνε πιο τίμιος από τον πλησίον με την επίδειξη περισσότερης καλοσύνης. Γίνε θεός για τον δυστυχισμένο με τη μίμηση της ευσπλαχνίας του Θεού.
Δώσε κάτι, έστω και ελάχιστο, σ’ εκείνον που έχει ανάγκη. Γιατί και το ελάχιστο δεν είναι ασήμαντο για τον άνθρωπο που όλα τα στερείται, μα ούτε και για το Θεό, εφόσον είναι ανάλογο με τις δυνατότητές σου. Αντί για μεγάλη προσφορά, δώσε την προθυμία σου. Κι αν δεν έχεις τίποτα, δάκρυσε. Η ολόψυχη συμπάθεια είναι μεγάλο φάρμακο γι’ αυτόν που δυστυχεί. Η αληθινή συμπόνια ανακουφίζει πολύ από τη συμφορά. Δεν έχει μικρότερη αξία, αδελφέ μου, ο άνθρωπος από το ζώο, που, αν χαθεί ή πέσει σε χαντάκι, σε προστάζει ο νόμος να το σηκώσεις και να το περιμαζέψεις (Δευτ. 22:1-4). Πόση ευσπλαχνία, επομένως, οφείλουμε να δείχνουμε στους συνανθρώπους μας, όταν ακόμα και με τ’ άλογα ζώα έχουμε χρέος να είμαστε πονετικοί;
«Δανείζει το Θεό όποιος ελεεί φτωχό», λέει η Γραφή (Παροιμ. 19:17). Ποιος δεν δέχεται τέτοιον οφειλέτη, που, εκτός από το δάνειο, θα δώσει και τόκους, όταν έρθει ο καιρός; Και αλλού πάλι λέει: «Με τις ελεημοσύνες και με την τιμιότητα καθαρίζονται οι αμαρτίες» (Παροιμ. 15:27α). Ας καθαριστούμε, λοιπόν, με την ελεημοσύνη, ας πλύνουμε με το καλό βοτάνι τις βρωμιές και τους λεκέδες μας, ας γίνουμε άσπροι, άλλοι σαν το μαλλί και άλλοι σαν το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία του ο καθένας. «Μακάριοι», λέει, «όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεός Του» (Ματθ. 5:7). Το έλεος υπογραμμίζεται στους μακαρισμούς. Και αλλού: «Μακάριος είν’ εκείνος που σπλαχνίζεται τον φτωχό και τον στερημένο» (Ψαλμ. 40:2).
Και: «Αγαθός άνθρωπος είν’ εκείνος που συμπονάει τους άλλους και τους δανείζει» (Ψαλμ. 111:5). Και: «Παντοτινά ελεεί και δανείζει ο δίκαιος» (Ψαλμ. 36:26). Ας αρπάξουμε το μακαρισμό, ας τον κατανοήσουμε, ας ανταποκριθούμε στην κλήση του, ας γίνουμε αγαθοί άνθρωποι. Ούτε η νύχτα να μη διακόψει τη ελεημοσύνη σου. «Μην πεις. ‘’Φύγε τώρα και έλα πάλι αύριο να σου δώσω βοήθεια’’» (Παροιμ. 3:28), γιατί μπορεί από σήμερα ως αύριο να συμβεί κάτι, που θα ματαιώσει την ευεργεσία. Η φιλανθρωπία είναι το μόνο πράγμα που δεν παίρνει αναβολή. «Μοίραζε το ψωμί σου σ’ εκείνους που δεν έχουν στέγη» (Ησ. 58:7). Και αυτά να τα κάνεις με προθυμία. «Όποιος ελεεί», λέει ο απόστολος, «ας το κάνει με ευχαρίστηση και γλυκύτητα» (Ρωμ. 12:8). Με την προθυμία, το καλό σου λογαριάζεται σαν διπλό. Η ελεημοσύνη που γίνεται με στενοχώρια ή εξαναγκασμό, είναι άχαρη και άνοστη. Να πανηγυρίζουμε πρέπει, όχι να θρηνούμε, όταν κάνουμε καλοσύνες.
Μήπως νομίζεις πως η φιλανθρωπία δεν είναι αναγκαία, αλλά προαιρετική; Μήπως νομίζεις πως δεν αποτελεί νόμο, αλλά συμβουλή και προτροπή; Πολύ θα το ‘θελα κι εγώ έτσι να είναι. Και έτσι το νόμιζα. Μα με φοβίζουν όσα λέει η Γραφή για εκείνους που, την ημέρα της Κρίσεως, ο Δίκαιος Κριτής βάζει στ’ αριστερά Του, σαν κατσίκια, και τους καταδικάζει (Ματθ. 25:31-46). Αυτοί δεν καταδικάζονται γιατί έκλεψαν ή λήστεψαν ή ασέλγησαν ή έκαναν οτιδήποτε άλλο απ’ όσα απαγορεύει ο Θεός, αλλά γιατί δεν έδειξαν φροντίδα για το Χριστό μέσω των δυστυχισμένων ανθρώπων.
Όσο είναι καιρός, λοιπόν, ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον περιποιηθούμε, ας Τον θρέψουμε, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε, ας Τον τιμήσουμε. Όχι μόνο με τραπέζι, όπως μερικοί, όχι μόνο με μύρα, όπως η Μαρία, όχι μόνο με τάφο, όπως ο Αριμαθαίος Ιωσήφ, όχι μόνο με ενταφιασμό, όπως ο φιλόχριστος Νικόδημος, όχι μόνο με χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα, όπως οι μάγοι πρωτύτερα. Μα επειδή ο Κύριος των όλων θέλει έλεος και όχι θυσία και επειδή η ευσπλαχνία είναι καλύτερη από τη θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων αρνιών, ας Του την προσφέρουμε μέσου εκείνων που έχουν ανάγκη, μέσω εκείνων που βρίσκονται σήμερα σε δεινή θέση, για να μας υποδεχθούν στην ουράνια βασιλεία, όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο και πάμε κοντά στον Κύριο μας, το Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.
*Από τη σειρά των φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής. Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<Η Άλλη Όψις>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







