ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

ΠΟΤΑΜΙ ΣΤΑΣΟΥ! Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕ ΚΑΛΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ!


 


''Στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας 
παριστάνεται γηραλέος μὲ γυριστὴ μύτη καὶ μὲ διχαλωτὸ κοντὸ ἄσπρο γένι, «γέρων διχαλογένης φορῶν σκοῦφον».
 Ὁ σκοῦφος του εἶναι παράξενος,
 σὰν κινέζικος, μυτερὸς στὴν κορυφή. 
Δὲν ζωγραφίζεται ποτὲ ξεσκούφωτος.
 Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς εἰκόνες ἀπάνω σὲ σανίδι εἴτε σὲ τοῖχο σὲ ἄλλο μέρος τῆς ἐκκλησίας,
 ζωγραφίζεται συχνὰ στὸ ἅγιο Βῆμα μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μεγάλους ἱεράρχας 
Βασίλειο, Χρυσόστομο καὶ Γρηγόριο κάτω ἀπὸ τὴν Πλατυτέρα. 
Στὸ χαρτὶ ποὺ βαστᾶ εἶναι γραμμένο: 
«Ἔτι προσφέρομέν Σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν».
Ἡ ὑμνολογία μας τὸν στόλισε μὲ τὰ ἀμάραντα ἄνθη της, 
ποὺ πολὺ λίγοι ἀπὸ μᾶς τὰ μελετήσανε γιὰ νὰ δοῦνε πὼς ἀληθινὰ εἶναι ἀμάραντα.
«Χαίροις ἀρχιερέων κανών, τῆς Ἐκκλησίας ἀδιάσειστον ἔρεισμα· 
τὸ κλέος τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ τῶν θαυμάτων πηγή, τῆς ἀγάπης ρεῖθρον μὴ κενούμενον...». 
«Πράος καὶ κληρονόμος τῆς γῆς, Σύ, τῶν πραέων ἀληθῶς ἀναδέδειξαι, 
Σπυρίδων, πατέρων δόξα, ὁ ταῖς νευραὶς τῶν σοφῶν καὶ ἁπλῶν σου λόγων, θείᾳ χάριτι, ἐχθρὸν τὸν παμπόνηρον 
καὶ παράφρονα Ἄρειον ἐναποπνίξας,
 καὶ τὸ δόγμα τὸ ἔνθεον καὶ σωτήριον ἀνυψώσας ἐν Πνεύματι...».'' 


Φώτης Κόντογλου

 


Κάποτε πάλι 

μεγάλη ακαρπία και δυστυχία κτύπησε το πολύπαθο νησί. 

Οι πλούσιοι κι όσοι είχαν γεννήματα στις αποθήκες έτριβαν τα χέρια από χαρά. 

Ευκαιρία έλεγαν να αυξήσουμε τα πλούτη μας.

 Ένας φτωχός με πολυμελή οικογένεια κατέφυγε σ' ένα τέτοιο πλούσιο

 και με δάκρυα τον παρακαλούσε να του δανείσει ολίγο σιτάρι 

για να θρέψει την οικογένεια του και να του το επιστρέψει ή να του το πληρώσει μόλις μπορέσει. 

Ο σκληρός πλούσιος στα δάκρυα και τις παρακλήσεις του πτωχού έμεινε ασυγκίνητος. 

Καμιά συμπάθεια, 

καμιά συμπόνια δεν έδειξε η πέτρινη καρδιά του.

 Συντετριμμένος ο φτωχός σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο σπίτι του αγίου. 

Με πόνο ψυχής του ανέφερε το πρόβλημα του και του διηγήθηκε τη στάση του πλουσίου απέναντι του. 

Ο άγιος,

 αφού τον ήκουσε,

 τον ενίσχυσε και του είπε να κάνει υπομονή μέχρι την επομένη ήμερα.



«Αύριο, του είπε προφητικά, αυτός που αρνήθηκε προ ολίγου να σε βοηθήσει, θα σε παρακαλεί ο ίδιος να σου δώσει όσο σιτάρι θέλεις. Και το σπίτι σου θα γεμίσει από γεννήματα». Με τούτα τα λόγια του προανήγγελλε ο άγιος αυτά, που θα γινόντουσαν τη νύκτα. Τα μεσάνυκτα βροχή καταρρακτώδης άρχισε να πέφτει σε όλη την περιοχή. Οι αποθήκες του πλουσίου γκρεμίστηκαν και τα γεννήματα του πλημμύρισαν τους δρόμους.


Κλαίοντας ο πλούσιος έτρεχε και παρακαλούσε τους πτωχούς να πάρουν όσα θέλουν.— «Πάρτε, αδελφοί μου, τους έλεγε. Πάρτε να περάσετε. Δεν θέλω χρήματα». Τα λόγια του αγίου επαλήθευσαν. Οι πτωχοί πήραν και δόξασαν τον Θεό για την ευσπλαγχνία του. Πήρε κι ο πτωχός μας και ευχαρίστησε κι αυτός τον Μεγάλο Πατέρα που κανένα δεν εγκαταλείπει, αλλά για όλους μεριμνά. Η χαρά ξαναγύρισε στις πονεμένες καρδιές. Οι μορφές άλλαξαν. Μόνον των πλουσίων η καρδιά έμεινε η ίδια σκληρή και ανάλγητη. Και να.


Μια μέρα, ένας άλλος πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ' ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό; Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει.


Ξάφνου εκεί μπροστά του πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ' αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Ας ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναι, Κύριε. Ας γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε.


Στο χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο.- Πάρτο, παιδί μου, είπε ο άγιος με καλωσύνη. Πάρτο να κάμεις τη δουλειά σου. Κι ο πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το 'δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή. Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έριξε στη γη.


Και ω του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους. Την απέραντη αγάπη του αγίου για τα λογικά του πρόβατα και το ενδιαφέρον του γι' αυτά, μας την δείχνει και τούτο το γεγονός. Κάποτε ένας καλός κι ενάρετος χριστιανός, που ήταν και στενός φίλος του αγίου, συκοφαντήθηκε από μερικούς κακούς ανθρώπους, που τον φθονούσαν, στον άρχοντα της πόλεως. Η συκοφαντία ήταν βαριά. Κι ο άρχοντας, μόλις την άκουσε έσπευσε να επιβάλει στον άνθρωπο σαν τιμωρία τον θάνατο.


Η είδηση έφτασε και στ' αυτιά του αγίου, που ήξερε ότι ο άνθρωπος ήταν αθώος. Τί κάμνει; Χωρίς να χάσει καιρό, ξεκινά να πάει να βρει τον φίλο του και να δει, αν μπορεί να τον ελευθερώσει. Ήταν, όμως, χειμώνας. Μια δυνατή βροχή, που είχε πέσει πριν λίγη ώρα έκαμε να ξεχειλίσει ένας χείμαρρος, που βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Από κανένα μέρος δεν υπήρχε πέρασμα. Τα θολά νερά του ποταμού κυλιόνταν με πολλή ορμή. Ο άγιος, που ήξερε να τα αναθέτει όλα στον Θεό, δεν τα 'χασέ.


Εκεί που στεκόταν και συλλογιζόταν τί να κάμει, ήρθε στον νου του η περίπτωση του Ιησού του Ναυή, όταν πέρασε κι αυτός τον Ιορδάνη με την Κιβωτό της Διαθήκης και τον λαό. Σήκωσε στη στιγμή τα χέρια, ψιθύρισε μια θερμή προσευχή κι ύστερα με φωνή δυνατή φώναξε κι είπε:— Ποτάμι στάσου. Ο Δεσπότης Χριστός με καλεί να πάω να γλυτώσω τον φίλο μου. Στάσου, λοιπόν, να περάσω.Την ίδια ώρα τα ορμητικά νερά του χείμαρρου, που λες και κτυπούσαν σ' ένα στέρεο βράχο, σταμάτησαν. Έπαψαν να κυλούνε.


Οι φυσικοί νόμοι παραμέρισαν, Κι ένας δρόμος άνοιξε μπροστά τους. Τα πλήθη, που στεκόντουσαν εκεί και με αγωνία περίμεναν πότε να καλμάρουν τα νερά, για να περάσουν κι αυτοί στην άλλη μεριά, μπροστά στα όσα έβλεπαν, συγκλονίστηκαν. Έκαμαν τον σταυρό τους κι ακολούθησαν τον άγιο, που προχώρησε και πέρασε πρώτος. Όταν έφθασαν στην πόλη, διηγήθηκαν με ενθουσιασμό τα όσα είδαν. Όσοι τ' άκουσαν έμειναν κατάπληκτοι και δοξολογούσαν τον Θεό, που χαρίτωσε τόσο πλούσια τον άγιο τους. Την είδηση έμαθε κι ο άρχοντας. Μεγάλη έκπληξη δοκίμασε κι αυτός.


Κι όταν ο άγιος τον πλησίασε, έσπευσε με συγκίνηση και χαρά ν' αφήσει ελεύθερο τον θανατοποινίτη φίλο του και μαζί γύρισαν στήν πόλη. Τι ωραία αλήθεια, αν όλοι οι πνευματικοί ποιμένες δείχνανε παρόμοιο ενδιαφέρον για τα λογικά πρόβατα τους! Πόσο διαφορετικός, οπωσδήποτε θα 'ταν ο κόσμος! 


Ο άγιος πήρε από τον Θεό και το χάρισμα να διαβάζει τις μυστικές σκέψεις των ανθρώπων. Τα ακόλουθα δύο περιστατικά είναι αρκετά να βεβαιώσουν και τούτη την αλήθεια. Κάποτε ο άγιος, συνοδευόμενος από τον φίλο και μαθητή του Τριφύλλιο, τον πρώτο επίσκοπο της Λευκωσίας (τότε Λήδρας), ξεκίνησαν για την Κερύνεια. Πήγαιναν εκεί για κάποια εργασία.


Ο δρόμος περνούσε από την Κυθρέα. Ήταν άνοιξη κι η φύση γύρω μια αληθινή ζωγραφιά. Τα δένδρα ανθισμένα. Τα πουλιά χαρούμενα κελαηδούσαν γλυκά και πετούσαν από κλαδί σε κλαδί. Στο βουνό τα κοπάδια βοσκούσαν λαίμαργα το πλούσιο χορτάρι με τα μύρια λουλουδάκια, που με την ευωδιά που σκορπούσαν λες και δοξολογούσαν κι αυτό τον Δημιουργό. Εκεί που βάδιζαν αργά-αργά, γιατί ήταν ανηφορικό το μονοπάτι, σε κάποια καμπή ο Τριφύλλιος στάθηκε και θαυμάζοντας τον πανοραμικό κάμπο, που απλωνόταν καταπράσινος κάτω από τα πόδια τους, άρχισε να κάμνει κάποιες σκέψεις:


Τί ωραία, σκεφτόταν νοερά, να είχα για την επισκοπή μου μερικά από αυτά τα κτήματα, που βρίσκονται σ' αυτόν τον τόπο. Θα μου 'διναν ένα καλό εισόδημα για να αντιμετωπίζω τόσες ανάγκες.-Τί σκέπτεσαι, αδελφέ μου; του είπε ο Σπυρίδων. Γιατί αφήνεις το μυαλό σου τούτη την ώρα να ασχολείται με τόσο μάταια πράγματα; Γέροντα μου, μα διάβασες τις σκέψεις μου; Αδελφέ μου, «ου γαρ εχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλου σαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ', 14).


Δεν έχουμε εδώ στη γη μόνιμη και διαρκή πατρίδα και πόλη' με πόθο βαθύ ποθούμε και ζητούμε τη μέλλουσα, την ουράνια Ιερουσαλήμ. Μάταια είναι όλα τα γήινα αγαθά. Στην καρδιά σου φρόντισε να έχεις πάντα ένα πόθο. Την απόκτηση των ουρανίων, των αιωνίων αγαθών. Τα γήινα αγαθά είναι όλα προσωρινά και απατηλά. Σήμερα είναι δικά μας. Αύριο θα γίνουν κτήμα κάποιου άλλου. Και ουδέποτε τίνος.



Πατέρα μου, συγχώρησε με. 

Νικήθηκα από τη θεωρία. 

Δεήσου κι εσύ του Κυρίου μας να με συγχωρήσει.

- Ναι, τέκνον μου, πρόσεχε. 

Ο διάβολος χρησιμοποιεί και τα πιο αθώα πράγματα, για να μας παρασύρει και να μας σκανδαλίζει. 

Αντί με τη θεωρία να αφήνει το μυαλό μας να στρέφεται και να δοξάζει τον Δημιουργό, 

που όλα τα έκαμε για τη δική μας αγάπη και ευτυχία, 

αντίθετα το σπρώχνει να ποθεί τα μάταια και να ζητά τρόπους,

 για να τα αποκτήσει, να τα κάμει κτήμα του.

Πόση σοφία στα λόγια του θεοφώτιστου επισκόπου. 

Αντί ο άνθρωπος μπροστά στα τόσα μεγαλεία του Παντοδύναμου Δημιουργού 

να αφήνει τη σκέψη του με ευγνώμονα διάθεση να υμνεί 

και να δοξάζει τον Ποιητή και Πλάστη Του, 

αυτός ένα μόνο κατά κανόνα σκέπτεται και ποθεί,

 την απόκτηση κι απόλαυση όλων αυτών των επίγειων αγαθών.

                                                                               

                                                                                

Από την ζωή του Αγίου Σπυρίδωνα


ΦΥΛΑΤΤΕ ΒΑΣΙΛΙΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΠΑΤΡΩΑ ΕΥΣΕΒΕΙΑ




Στά 337 μ.Χ. πέθανε ο δημιουργός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας Κωνσταντίνος ο Μέγας.

Στόν δοξασμένο θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε τώρα ο γιος του Κωνστάντιος.

Αυτός ξανάκτισε και τη Σαλαμίνα της Κύπρου, που είχε καταστραφεί από σεισμό το 343.

Από το όνομα του όμως η νέα πόλη ονομάστηκε Κωνστάντια.

Ο Κωνστάντιος κυβέρνησε το κράτος του Βυζαντίου 23 περίπου χρόνια (337-360 μ.Χ.).

Κατά την περίοδο αυτή

 - δεν ξέρουμε πότε ακριβώς - 

ο αυτοκράτορας επισκέφθηκε

 την πρωτεύουσα της Συρίας την Αντιόχεια και αναγκάστηκε να παραμείνει εκεί για καιρό,

γιατί αρρώστησε βαριά.


Οι καλύτεροι γιατροί μπαινόβγαιναν στο παλάτι, χωρίς να μπορούν να προσφέρουν τίποτα. Στις δύσκολες εκείνες ώρες τόσο ο Κωνστάντιος, όσο κι οι δικοί του κατέφυγαν ιδιαίτερα στην προσευχή. Μια βραδυά,εκεί που ο βασιλιάς προσευχόταν, βλέπει μπροστά του ένα άγγελο, ο οποίος αφού του έδειξε μια χορεία αγίων επισκόπων ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν δύο, του είπε, πώς την αρρώστια του μόνο αυτοί θα ημπορούσαν να του την θεραπεύσουν. Ο βασιλιάς, χωρίς να χάσει καιρό έστειλε και κάλεσε στο παλάτι όλους τους επισκόπους. Ανάμεσα σ' αυτούς,όμως, που ήλθαν δεν είχε αναγνωρίσει τα δύο πρόσωπα, που του είχε δείξει ο άγγελος.


Οι επίσκοποι προσευχήθηκαν και ζήτησαν από τον Μέγα Ιατρό τη θεραπεία του άρχοντα, αλλά τίποτα δεν κατώρθωσαν. Στις δύσκολες εκείνες ώρες κάποιοι υπέδειξαν ότι από την εκεί χορεία έλειπε ο Σπυρίδων της Κύπρου. Χωρίς καθυστέρηση ο βασιλιάς έστειλε στη νήσο άνθρωπο δικό του και τον κάλεσε. Ο ταπεινός ιεράρχης, που κατά παραχώρηση Θεού γνώριζε τα της αρρώστιας του Βασιλιά, πήρε μαζί του τον μαθητή του Τριφύλλιο, που η αγάπη του Θεού προώριζε για μελλοντικό αρχιερέα, και τον διάκονο του Αρτεμίδωρο και ξεκίνησε για την Αντιόχεια. Όταν έφτασε στην πόλη αυτή, ύστερα από ένα πολύ κουραστικό ταξίδι, ο Σπυρίδων κατευθύνθηκε με τη συνοδεία του στο παλάτι.


Στήν είσοδο του παλατιού ο φρουρός, που τους είδε έτσι φτωχικά ντυμένους ζήτησε να τους εμποδίσει, να εισέλθουν. Τον Σπυρίδωνα μάλιστα, που είχε ήδη προχωρήσει μπροστά, ο φρουρός νομίζοντάς τον για κανένα ζητιάνο, τον άρπαξε από το χέρι και του έδωσε κι ένα χαστούκι στο πρόσωπο. Ο πράος ιεράρχης, χωρίς καθόλου να θυμώσει έστρεψε και την άλλη πλευρά του προσώπου του λέγοντας, ότι ο βασιλιάς τον κάλεσε. Όταν ο φρουρός αντιλήφθηκε, ότι μπροστά του δεν είχε ζητιάνο, αλλά ένα αρχιερέα και μάλιστα τον ονομαστό της Κύπρου αρχιερέα Σπυρίδωνα, έπεσε μπροστά του και με δάκρυα τον παρακαλούσε να τον συγχωρήσει.


Ο άγιος, που ήξερε να σκορπά τριγύρω του μόνο την καλωσύνη, τον πήρε από το χέρι κι αφού τον ενουθέτησε, του έδωκε τις πατρικές ευλογίες του. Οι άνθρωποι του βασιλιά παρέλαβαν τον άγιο και τον οδήγησαν με τη συνοδεία του μπροστά στον άρχοντα. Στο αντίκρυσμά τους, ο βασιλιάς αναγνώρισε αμέσως τα δύο πρόσωπα, που του είχε δείξει την πρώτη φορά ο άγγελος, και με τον πόνο της αρρώστιας ζωγραφισμένο στο πρόσωπο σηκώθηκε από τον βασιλικό θρόνο και προχώρησε προς τον άγιο. Συγκινητική η σκηνή! Ο επίγειος άρχοντας με ταπείνωση σκύβει μπροστά στον αντιπρόσωπο του Ουρανίου Βασιλέως, για να ζητήσει το έλεος και τη χάρη Του. Ο ταπεινός αρχιερέας, πλημμυρισμένος από αγάπη και συμπόνια στον ανθρώπινο πόνο σηκώνει το σεπτό και άγιο χέρι του και το αποθέτει στο κεφάλι του άρχοντα προφέροντας την ίδια ώρα θερμή και άγια προσευχή.


Το αποτέλεσμα; Θαυμαστό! Σέ μια στιγμή η αρρώστια υποχωρεί και χάνεται και η υγεία ολοκληρωτικά αποκαθίσταται και παίρνει τη θέση της στο βασιλικό κορμί. Οι καρδιές κτυπούν δυνατά από συγκίνηση κι ευγνωμοσύνη στον Θεό για τη δωρεά του. Ο άγιος μετά τη θεραπεία είπε και μερικά πνευματικά λόγια, που αφορούσαν στην ψυχική σωτηρία του επίγειου άρχοντα: — Να θυμάσαι πάντοτε, βασιλιά, ότι κάθε εξουσία προέρχεται από τον Θεό. Γι' αυτό κι ο κάθε άρχοντας έχει υποχρέωση να ασκεί την εξουσία προς το συμφέρον του λαού του. Οδηγός στη ζωή του καθενός μας, ας είναι η αγάπη, η καλοσύνη, η φιλανθρωπία. Όποιος έχει αγάπη μέσα του δεν μπορεί, παρά να κάμνει το καλό στον συνάνθρωπο του.


Με την αγάπη τηρεί και ξεπληρώνει ένας όλο τον νόμο. Φύλαττε ακόμη, βασιλιά μου, την ευσέβεια και μη δεχθείς στην Εκκλησία καμιά διδασκαλία, αντίθετη με τα όσα διδάσκει η Αγία Γραφή κι η ιερά Παράδοση. Αυτά είπε ο άγιος και ξεκίνησε να φύγει. Κι όταν ο βασιλιάς για να εκδηλώσει σ' αυτόν την ευγνωμοσύνη και την αγάπη του, του πρόσφερε χρήματα, πολλά χρήματα, ο άγιος αρνήθηκε να τα δεχθεί, λέγοντας πώς πιο πάνω από τα χρήματα είναι η αγάπη. Κι όταν ο βασιλιάς επέμενε, ο άγιος, για να μη θεωρηθεί υπερήφανος και ακατάδεχτος, δέχτηκε τα δώρα και προτού να φύγει από το παλάτι τα διαμοίρασε στους αυλικούς. Την πράξη αυτή του αγίου σαν έμαθε ο βασιλιάς τον ευλαβήθηκε ακόμη περισσότερο, λέγοντας: «Τώρα εξηγώ και καταλαβαίνω, γιατί ο Πανάγαθος Θεός τον έχει τόσο χαριτώσει».



Ενθυμούμενος δε τις νουθεσίες του φρόντισε στη ζωή του να κάμνει πολλές 

φιλανθρωπίες σε κάθε φτωχό και πονεμένο.

Κι ακόμη,

για την αγάπη του άγιου Σπυρίδωνος,

πρώτος αυτός απ' όλους τους βασιλείς ενομοθέτησε, ώστε οι κληρικοί να μη πληρώνουν κανένα φόρο.

«Είναι άτοπο και ντροπή,

έλεγε, οι υπηρέτες και αντιπρόσωποι του Ουράνιου Βασιλιά να πληρώνουν

 φόρους σε επίγειους και θνητούς άρχοντες».



Αντιγραφή από το Ιστολόγιο ''Πηγή Ζωής''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Άγιος Σπυρίδωνας Επίσκοπος Τριμυθούντος


Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ ΑΛΤΑΡΙΟΥ ΤΟ 1716


 


Το 1716 οι Τούρκοι πολιορκήσανε στενά την Κέρκυρα. 

Πενήντα χιλιάδες στρατός και αρκετά καράβια κυκλώσανε το νησί και το απειλούσανε από στεριά και θάλασσα. 

Τα βαρβαρικά στρατεύματα είχαν συγκεντρωθεί στο ακρότειχος της πόλεως.

 Ο Πιζιάνης,

 πού ήταν αρχηγός κατά την πολιορκία εκείνη των δυνάμεων της Ενετικής Δημοκρατίας,

 περίμενε την μεγάλη επίθεση των έχθρων. 

Τα ξημερώματα όμως της ημέρας εκείνης ήταν 11 Αυγούστου του 1716,

 παρουσιάζεται στα βαρβαρικά στίφη ο Άγιος Σπυρίδων.

 Στο δεξί χέρι κρατούσε αστραφτερό ξίφος. 

Με θυμό τους έδιωξε και τους τρομοκράτησε.




Τα χάσανε οι Αγαρηνοί από την επιβλητική εκείνη παρουσία και ορμή του Αγίου. Αφήσανε όπλα και ζώα και φύγανε πανικόβλητοι. Σε λίγο μάθανε όλοι, ότι είχε συμβεί το μεγάλο θαύμα. Πήγανε ακολούθως στο στρατόπεδο των Αγαρηνών και είδανε, ότι εκείνοι από βιασύνη της φυγής των, τα είχανε εγκαταλείψει όλα. Βρήκανε 120 κανόνια, άφθονα ζώα, αρκετό οπλισμό και πολλά πυρομαχικά και τρόφιμα. Μετά το ζωντανό, εκπληκτικό και ολοφάνερο αυτό θαύμα της νήσου από τους βαρβάρους, ο Ανδρέας Πιζάνης, πού ήτανε Ενετός, και εξουσίαζε την Κέρκυρα, θέλησε, σαν παπικός πού ήτανε, να κτίση μέσα στο Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα και παπικό «αλτάριον», δηλ. Αγίαν Τράπεζαν. 


Σ’ αυτό τον παρακινούσε συνεχώς και ο παπικός Επίσκοπος της νήσου.. Φανερώθηκε όμως στον Πιζάνη καθ’ ύπνον ο Άγιος Σπυρίδων και του είπε: - Γιατί με ενοχλείς; Είναι απαράδεκτον το «αλτάριον» της ιδικής σου πίστεως εις τον Ναόν μου. Αυτό το είπε ο διοικητής στον παπικό Επίσκοπο. Εκείνος όμως του απάντησε, ότι ήτανε φαντασία του διαβόλου, για να τον εμπόδιση από το καλόν έργον... Ο Πιζάνης πήρε από αυτό θάρρος. Διέταξε αμέσως να ετοιμάσουνε τα υλικά, τα μάρμαρα, το ασβέστι κ.λ.π. για να κτίσουν το «αλτάρι». Τα σωριάσανε έξω από το Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος. Όταν είδανε αυτό οι ιερείς του Ναού και οι Έλληνες προύχονες της νήσου, στενοχωρήθηκαν. 


Παρουσιασθήκανε στον διοικητή Πιζάνη και τον παρακαλέσανε να το σταματήσει και να μη το κάνη αυτό το έργο. Εκείνος όμως τους είπε, ότι είναι διοικητής και είναι δικαίωμά του να το κάμει. Τότε οι Ορθόδοξοι γυρίσανε και παρακαλέσανε θερμά τον Άγιο, να σταματήσει το ανοσιούργημα. Την ίδια εκείνη νύχτα παρουσιάζεται στο διοικητή πάλιν ο Άγιος σαν καλόγερος και του λέγει: - Σου είπα να μη με ενοχλής. Αν τολμήσης να κάνης αυτό, πού αποφάσισες, θα μετανοιώσης πικρά, αλλά θα είναι αργά. Το πρωί τα ανεκοίνωσε αυτά ο διοικητής στον παπικό Επίσκοπο. Εκείνος τον επέπληξε ως άτολμο και ολιγόπιστον. Τότε ο διοικητής ξαναπήρε θάρρος και διέταξε ν’ αρχίση το κτίσιμο του «αλταρίου» μέσα στο Ναό του Αγίου. Οι Παπικοί πανηγυρίζανε από την χαρά τους και οι Ορθόδοξοι ελυπούντο κατάκαρδα. 


Είχανε πένθος και λύπη άφατη και παρακαλούσανε τον Άγιο να τούς φυλάξει από την παπική βεβήλωση... Ο Άγιος τούς άκουσε και επενέβη αποφασιστικά και κεραυνοβόλα. Την νύχτα εκείνη ξέσπασε φοβερή θύελλα με κεραυνούς. Η θύελλα και οι κεραυνοί έπληξαν κυρίως το φρούριο «Καστέλι». Εκεί ήτανε και το διοικητήριο του Πιζάνη και οι πυριτιδαποθήκες. Αυτά έγιναν παρανάλωμα του πυρός. Από την έκρηξη σκοτωθήκανε 900 άνθρωποι, στρατιώτες και πολίτες, όλοι παπικοί, διότι απαγορεύανε να κατοικούν και να διανυκτερεύουν Ορθόδοξοι μέσα στο Κάστρο. Ο Πιζάνης βρέθηκε νεκρός, με σφηνωμένο το λαιμό του μεταξύ δύο δοκών. 


Το πτώμα του παπικού Επισκόπου βρέθηκε εκτιναγμένο σε αρκετή απόσταση, έξω από το φρούριο. Το δε καταπληκτικότερο είναι, ότι την ίδια νύχτα και την ίδια ώρα, άλλος κεραυνός έπεσε στη Βενετία, στο μέγαρο του Πιζάνη και κατέκαψε τον ζωγραφικό πίνακα με την προσωπογραφία του Πιζάνη, χωρίς να βλάψει κανένα άλλο πράγμα. Ο φρουρός της πυριτιδαποθήκης, προ της καταστροφής, είδε τον Άγιο να τον πλησιάζει με αναμμένη δάδα, και να τον μεταφέρει, χωρίς γρατσουνιά, κοντά στην Εκκλησία του Εσταυρωμένου. 



Το θαύμα αυτό συνέβη στις 12 Νοεμβρίου του 1716. 

Το γιορτάζουνε δε κάθε χρόνο στην Κέρκυρα στις 11 Νοεμβρίου!


Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ




Ένας από τους πλέον δημοφιλείς αγίους της Εκκλησίας μας είναι και ο άγιος Σπυρίδων ο θαυματουργός, του οποίου το τίμιο λείψανο βρίσκεται στην Κέρκυρα, άφθαρτο εδώ και χίλια επτακόσια χρόνια.


του Λάμπρου Κ. ΣκόντζουΘεολόγου –Καθηγητού


Καταγόταν από την Κύπρο. Γεννήθηκε στο χωριό Άσσια περί το 270 από αγρότες απλοϊκούς και φτωχούς, αλλά ευσεβείς γονείς. Ο ίδιος δεν είχε την ευκαιρία να λάβει σπουδαία εκπαίδευση, παρά μόνο τη στοιχειώδη. Όμως ενστάλαξαν οι γονείς του στην ψυχή του την ευσέβεια. Τα λίγα γράμματα, που έμαθε, τα χρησιμοποιούσε για τη μελέτη της Αγίας Γραφής και άλλων ψυχωφελών αναγνωσμάτων.


Ακολούθησε το επάγγελμα των γονέων του, του ποιμένα προβάτων. Εκεί στα λιβάδια και στα δάση μελετούσε με πάθος το λόγο του Θεού προσευχόμενος αδιάλειπτα. Μέσα στο ποιμενικό σακίδιό του, μαζί με το λιτό φαγητό του, έφερε μαζί του την Αγία Γραφή.


Όταν δεν μελετούσε, έψελνε ύμνους δοξολογίας και ευχαριστίας στο Θεό για τις άπειρες δωρεές Του, που απολάμβανε στη ζωή του. Πολύ συχνά σύναζε και άλλους ποιμένες, στους οποίους δίδασκε την πίστη στον αληθινό Θεό και την χριστιανική ζωή. Μια άσβεστη φλόγα έτρεφε στην καρδιά του, να οδηγήσει και άλλους ανθρώπους στην αληθινή εν Χριστώ ζωή και σωτηρία.


Φρόντιζε να αποκτά αρετές και να μοιάζει όλο και περισσότερο στο Χριστό. Μέρα με τη μέρα αύξανε την πνευματική του καλλιέργεια και γινόταν όλο και πιο φωτεινός και ξεχωριστός στην ευρύτερη περιοχή του τόπου του. Ζούσε όμως σε εποχή που ο Χριστιανισμός ήταν ακόμη μειοψηφία και διωκόμενος από το ρωμαϊκό κράτος. Δεν καθόλου εύκολη υπόθεση να είναι κανείς Χριστιανός, διότι, αν εκδήλωνε την πίστη του στο Χριστό και δεν πειθαρχούσε να θυσιάσει στα είδωλα, συλλαμβάνονταν, βασανίζονταν και συχνά έχανε τη ζωή του. Έτσι και ο ένθερμος Σπυρίδων έγινε στόχος των φανατικών ειδωλολατρών της περιοχής.


Επί αυτοκράτορα Μαξιμίνου (308-313) συνελήφθη και βασανίστηκε άγρια για να αρνηθεί στο Χριστό. Όμως εκείνος έμεινε εδραίος στην πίστη του. Από τα σκληρά βασανιστήρια εξαρθρώθηκε το πόδι του και έπαθε ζημιά το μάτι του. Όμως ήρθε η ευλογημένη μέρα όπου ο Μ. Κωνσταντίνος υπέγραψε το περίφημο διάταγμα των Μεδιολάνων (313), το οποίο, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, κατοχύρωνε την ανεξιθρησκία.


Ο Σπυρίδων απελευθερώθηκε και επέστρεψε στην πατρίδα του. Νυμφεύτηκε μια ευσεβή νέα και έκαμε μια υπέροχη οικογένεια. Όμως η σύζυγός του αρρώστησε και πέθανε νωρίς, μένοντας ο Σπυρίδων μόνος να αναθρέφει την αγαπημένη του κόρη Ειρήνη. Μόνη του παρηγοριά στον μεγάλο πόνο του η μελέτη των αγίων Γραφών. Πίστευε πως τα παθήματα του νυν καιρού είναι μέσα παιδαγωγίας για την πνευματική του πρόοδο. Τότε είναι που ανάλαβε να συντηρεί ορφανά και δυστυχισμένους της περιοχής.


Η φήμη του άρχισε να γίνεται γνωστή σε όλη την Μεγαλόνησο. Πλήθος αναξιοπαθούντων έτρεχαν σ’ αυτόν να πάρουν ψυχική δύναμη και να ανακουφιστούν από τις αντιξοότητες της ζωής. Εν τω μεταξύ είχε κοιμηθεί ο ιερέας του χωριού του και οι χωριανοί του πρότειναν να πάρει τη θέση του ο ευλαβής Σπυρίδων. Δέχτηκε ύστερα από μεγάλη πίεση. Λίγο αργότερα τον ανάδειξαν, και πάλι χωρίς τη θέλησή του, επίσκοπο της πόλεως Τριμυθούντος.


Ως επίσκοπος πλέον ανάδειξε όλες τις αρετές και την αγιότητά του. Έγινε πρότυπο ποιμένα ψυχών. Ζούσε να διακονεί το λαό του Θεού, που του εμπιστεύτηκε Εκείνος, οδηγώντας χιλιάδες ψυχές στη σωτηρία. Ταυτόχρονα είχε να επιδείξει ένα αξιοθαύμαστο κοινωνικό έργο. Ο Θεός τον αξίωσε να επιτελεί και θαύματα, προς δόξα δική Του.


Στις μέρες του είχε ξεσπάσει στην Εκκλησία ο μεγάλος σάλος της φοβερής αίρεσης του Αρείου. Για την αντιμετώπισή της ο Μ. Κωνσταντίνος είχε συγκαλέσει το 325 την Α΄ εν Νικαία της Βιθυνίας Οικουμενική Σύνοδο, όπου έλαβε μέρος και ο Σπυρίδων, εκπροσωπώντας την επισκοπή Τριμυθούντος.


Εκεί ο άγιος επίσκοπος απόδειξε με την απλότητα, που τον διέκρινε, την αλήθεια του τριαδικού δόγματος. Διέσπασε θαυματουργικά ένα κεραμίδι ενώπιον της Συνόδου, σε φωτιά, νερό και χώμα, παραλληλίζοντας έτσι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, συμβάλλοντας με τον δικό του τρόπο, στην καταδίκη της αιρέσεων. Αργότερα το 342 έλαβε μέρος και στην εν Σαρδική (Σόφια Βουλγαρίας) Τοπική Σύνοδο, σύμφωνα με μαρτυρία του Μ. Αθανασίου.


Ποίμανε θεοφιλώς την επισκοπή του ως το 348, όταν ο Θεός τον κάλεσε κοντά του, να τον επιβραβεύσει για την ενάρετη ζωή του και το σπουδαίο έργο του στην Εκκλησία του Χριστού. Αμέτρητα πλήθη είχαν συρρεύσει στην Τριμυθούντα από κάθε μέρος της Μεγαλονήσου να αποχαιρετίσουν τον καλό και άξιο ποιμένα τους, τον πνευματικό τους πατέρα, τον σοφό συμβουλάτορά τους και το στήριγμά τους. Να του ζητήσουν να πρεσβεύει αενάως στο Θεό από του ουράνιο θυσιαστήριο.


Με μεγάλες τιμές έθαψαν το σώμα του. Όμως όταν έκαμαν την εκταφή το βρήκαν άφθορο να ευωδιάζει και να θαυματουργεί. Το έβαλαν σε μαρμάρινη λάρνακα και το τοποθέτησαν στο νάρθηκα του ναού να το προσκυνούν και να αγιάζονται από αυτό οι πιστοί. Το έτος 648 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη για ασφάλεια, λόγω των συχνών επιδρομών των Σαρακηνών στο νησί.


Από εκεί λίγο πριν την άλωση, κάποιος ευλαβής ιερέας, ονόματι Γρηγόριος Πολύευκτος, για αν μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, το μετέφερε, μαζί με το λείψανο της αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, στην Παραμυθιά της Ηπείρου. Το 1460 το μετέφερε στην Κέρκυρα, όπου το κληροδότησε σε κάποιον άλλο ευλαβή κερκυραίο ιερέα, ονόματι Γεώργιο Καλοχαιρέτη, στον οποίο το κληροδότησε. Εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα, επιτελώντας άπειρα θαύματα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Δεκεμβρίου. *Εκ του ιστολογίου  «Ακτίνες» της 12.12.2024 πολ. ημ. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2020

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΚΡΥΦΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ...

 



Κρυφά και πάλι εορτάσθηκε ο Μεγάλος Πατήρ της Εκκλησίας, εκείνος που επικύρωσε τις αποφάσεις της Αγίας Α' Οικουμενικής Συνόδου με τη χρήση ενός κεραμιδιού.


Με ένα κεραμίδι, απέδειξε ο Άγιος, ότι ένας είναι ο Θεός, αποτελούμενος από τρία Πρόσωπα, αγκυροβολώντας, με τον τρόπο αυτό, το πλοίο της Ορθοδοξίας που χτυπούσαν με ορμή τα κύματα της αρειανής παραφροσύνης.


Και λέω "πάλι", διότι δεν πέρασαν παρά μόνο λίγες δεκαετίες από όταν οι παππούδες μας, κρυφά συνάζονταν την ημέρα αυτή στις αποθήκες, τις οποίες μετέτρεπαν σε Ναούς του Υψίστου, προκειμένου να τιμήσουν τον Άγιο Σπυρίδωνα κι, αν υπήρχε διαθέσιμος Ιερέας, να λειτουργηθούν και να μεταλάβουν.


Γιατί όμως κρυφά; Ποιος τους εδίωκε; Μήπως βρίσκονταν σε καθεστώς κομμουνισμού; Μήπως βαστούσαν το πηδάλιο της χώρας άνθρωποι ξένοι, ουδεμία σχέση έχοντες με Χριστό και Ελλάδα; Όχι!


Ο διωγμός προερχόταν από αδελφούς, Έλληνες, Χριστιανούς, οι οποίοι την ημέρα αυτή εόρταζαν Χριστούγεννα, και, συγκεκριμένα, από τους ταγούς της Εκκλησίας.


Άλλοι τον Άγιο Σπυρίδωνα, κι άλλοι τα Χριστούγεννα...


Για ποια αιτία άλλαξαν το ημερολόγιο; Ήθελαν να γλιτώσουν την μικρή σύγχυση και προξένησαν τη μεγάλη.


Από τη μια μέρα στην άλλη, οι απλοί άνθρωποι που αποφάσισαν να κρατήσουν την παράδοση έγιναν "σχισματικοί".


Σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει «παλαιό ημερολόγιο» στην Ελλάδα, διότι σε κάθε σπίτι, σε κάθε χωριό και σε κάθε πόλη γινόταν ένα ξεχωριστό θαύμα που δυνάμωνε τους πιστούς να παραμείνουν στην παράδοση είκοσι αιώνων.


Δύο από αυτά ήταν τα θαύματα που συνέβησαν σαν σήμερα στη Κάρυστο. 


Το πρώτο θαύμα συνέβη στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου,και αποτελεί μαρτυρία της μακαρίτισσας Μαρίας Μερτζανάκη, η οποία διηγήθηκε τη θαυμαστή μετακίνηση της ανθοστόλιστης εικόνας του Αγίου Σπυρίδωνος στο θόλο του Ναού την στιγμή της ανάγνωσης της Ευαγγελικής περικοπής των Χριστουγέννων, και την μετα κρότου επαναφορά της στο σημείο όπου κρεμόταν.


Το δεύτερο θαύμα συνέβη στο χωριό Πλατανιστός της Καρύστου στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου όπως αναφέρει ο μακαρίτης Ιωάννης Μπούμπαλος, λίγο μετά την ημερολογιακή μεταβολή, όταν τη στιγμή που οι Ιεροψάλτες έψαλλαν το απολυτίκιο των Χριστουγέννων, η εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνος άρχισε να πάλλεται, υπενθυμίζοντάς τους ότι σήμερα, είναι η δική του μνήμη και επισφραγίζοντας, έτσι, τη γνησιότητα των Πατρίων.


Δυστυχώς, το πείσμα ή οι σκοπιμότητες των τότε διοικητών της Εκκλησίας παγίωσε την κατάσταση που βιώνουμε εδώ και 96 ολόκληρα χρόνια.


Τί πέτυχε, τέλος πάντων, αυτή η περιβόητη αλλαγή;


Οι Έλληνες διασπάστηκαν, ο συνεκτικός ιστός της πίστης διαλύθηκε, το δυτικό και εθνομηδενιστικό πνεύμα επισκίασε το πολύτιμο άγαλμα της Ελλάδας που με μεγάλη μαεστρία λάξευσαν μυριάδες ηρώων και χιλιάδες μαρτύρων, χορείες σοφών και σύλλογοι Αγίων Ιεραρχών.


Τα ωραία ήθη των προγόνων μας αλλοιώθηκαν με ραγδαίες ταχύτητες, ο Έλληνας ξέχασε την ιδιοπροσωπία του και αμφισβήτησε τη δύναμη της αντίστασής του, δίνοντας τη δυνατότητα στους κυβερνώντες να κυβερνούν πλέον περιφρονώντας την τροφό του Έθνους, την Ορθόδοξη Εκκλησία.


Βλέπουμε ακόμη και σήμερα τις επίμονες προσπάθειες προσέγγισης της κρατούσας εκκλησιαστικής διοίκησης με τους οικούντας το Βατικανό με το πρόσχημα της εν Χριστώ αγάπης.


Το κακό ήδη έγινε, όχι μια, μα επανειλημμένες φορές.


Είδαμε από την ιστορία μια ολόκληρη αυτοκρατορία ζωντανής παρουσίας ένδεκα αιώνων να πέφτει εξαιτίας της δυτικής επιρροής.


Είδαμε σε όλη την ιστορία του Έθνους μας, αγώνες, μάχες, αιματηρές, θυσιαστικές προσπάθειες να λήγουν άδοξα, αγώνες που ματαίως βασίστηκαν στη δυτική βοήθεια.Ας συνετισθούμε.


Οι ξένες επιρροές και η έλλειψη σταθερότητος και πίστης σε ό,τι, μας χαρακτηρίζει, σε ό,τι μας διακρίνει, προκαλούσαν ανέκαθεν διχόνοια, διχασμό, κι ο διχασμός καταστροφή, αυτοκαταστροφή.


Ας αντικρύσουμε τον εαυτό μας στο πρόσωπο του Χριστιανού και του Έλληνα, ας δούμε το συμφέρον, το όφελος και το καλό μας στη γραμμή που χάραξαν οι αγωνιστές, οι ελεύθεροι στο πνεύμα πρόγονοί μας, ας μείνουμε στην τροχιά των Πατέρων της Εκκλησίας.


Τότε μόνον θα μας εξουσιάζει ο Βασιλεύς της Ειρήνης Χριστός, Εκείνος που δια της ενότητος προάγει την Χαρά και μας κατευθύνει στην Βασιλεία των Ουρανών, στον Οποίο ανήκει η Δόξα εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.





Μητροπολίτης Αττικής και Βοιωτίας κ. Χρυσόστομος

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

ΕΥΕΓΕΡΤΙΝΟΣ: Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ, ΤΟ ΜΑΝΤΡΙ ΚΑΙ Η ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΑΙΓΑΣ




Πήγε κάποτε ένας στον άγιο Σπυρίδωνα για να αγοράσει εκατό κατσίκες από το κοπάδι του. Ο όσιος του ζήτησε πρώτα τα χρήματα, και αυτός του έδωσε μόνο για τις ενενήντα εννιά και κράτησε το αντίτιμο της μίας, νομίζοντας ότι θα διαφύγει τούτο από εκείνον τον απλοϊκό και φιλήσυχο.


Όταν μπήκαν και οι δυο στο μαντρί, ο άγιος του είπε να πάρει τόσες κατσίκες, όσες πλήρωσε· αυτός όμως ούτε έτσι κατάλαβε, αλλά έβγαλε εκατό από το μαντρί. Μια λοιπόν από τις κατσίκες, σαν καλή υπηρέτρια, καταλαβαίνοντας ότι δεν την πούλησε ο κύριός της, στράφηκε γρήγορα και ξαναμπήκε στο μαντρί. Αυτός ο αναιδής όμως την ξανάβγαλε και την τραβούσε με τη βία. Τούτο το αξιοθαύμαστο έγινε δύο και τρεις φορές: η κατσίκα γύριζε πίσω, ενώ αυτός την τραβούσε πάλι με δύναμη και οργή.


Τι έγινε λοιπόν; Καθώς ο αγοραστής με τον τρόπο αυτό τίποτε δεν πετύχαινε, την άρπαξε από κάτω και την έβαλε στους ώμους για να την πάρει. Η κατσίκα τότε άρχισε να βελάζει δυνατά και άγρια και να τον χτυπά με τα κέρατα στο κεφάλι, διαλαλώντας έτσι φανερά τη βίαιη απαγωγή και τιμωρώντας, θα λέγαμε, τον πλεονέκτη για την αδικία. Το αξιοθαύμαστο αυτό θέαμα άφησε κατάπληκτους όσους ήταν εκεί, γιατί δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν.


Ο άγιος, μη θέλοντας να ελέγξει φανερά τον άδικο, του είπε χαμηλόφωνα: «Κοίταξε, παιδί μου, μήπως το ζώο δεν τα κάνει αυτά άσκοπα και δεν δυσαρεστείται για την απαγωγή χωρίς λόγο, αλλά επειδή ξέχασες να δώσεις και το δικό του αντίτιμο». Εκείνος τότε ένιωσε τύψεις και συλλογίστηκε και συναισθάνθηκε τι έκανε· το ομολόγησε λοιπόν και ζήτησε συγγνώμη. Έπειτα πλήρωσε και της μίας κατσίκας το αντίτιμο, οπότε εκείνη έπαψε να βελάζει και να αντιστέκεται και ακολούθησε ήσυχα τις άλλες.


Γιατί, καθώς λένε, ο άγιος, με το να είναι πολύ ενάρετος και απαλλαγμένος από την υπερηφάνεια, ασκούσε θεάρεστα τα επισκοπικά καθήκοντα, συγχρόνως όμως φρόντιζε και τα ζώα του. Κάποτε λοιπόν, μέσα στη νύχτα, πήγαν κλέφτες στο μαντρί να κλέψουν από τα ζώα του. Ο Θεός όμως, ο οποίος φρόντιζε τον ποιμένα, δεν αδιαφορούσε και για το κοπάδι του. Έτσι οι κλέφτες αυτοί πιάστηκαν αόρατα με άλυτα δεσμά που έδεσαν τα χέρια τους και δεν τους άφηναν διόλου να φύγουν.


Τα ξημερώματα πια ήρθε και ο άγιος, γνωρίζοντας τι είχε συμβεί. Όταν τους είδε με τα χέρια πίσω και δεμένα, τους ελευθέρωσε με προσευχή από τα δεσμά και τους συμβούλεψε για πολλή ώρα να βγάζουν τα αναγκαία με τον τίμιο κόπο τους. Έπειτα τους πρόσφερε και ένα κριάρι, λέγοντας αστειευόμενος: «Για να μην πάει χαμένο το ξενύχτι σας».




Εκ του βιβλίου: ''ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ'', 
τόμος Β’, Υπόθεση ΛΗ’ (38), 
Από τον βίο του Αγίου Σπυρίδωνος, σελ. 323. 
Εκδόσεις ''Το Περιβόλι της Παναγίας'', Θεσσαλονίκη 2003


Από τον βίο του Αγίου Σπυρίδωνα

ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ Η ΚΕΡΚΥΡΑ ΕΣΩΘΗ



Τρομερή επιδημία πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673 μ.Χ. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους. Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλοσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να ζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του.


Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ’, 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ’ αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ’ ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.


Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της. Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα.


Και πρώτα – πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία. Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επικεφαλής το σκληρό στρατηγό της πολιόρκησε την πόλη κι απ’ την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς ζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία.


Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ’ την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι’ αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία. Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.


Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε’, 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ’ αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.


Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο.


Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ’ αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Εν τω μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε; Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διασκόρπισε.


Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν. Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ… δόξα τω ενεργούντι δια σου… Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».



Πηγή: https://www.in.gr



Από τον Βίο του Αγίου Σπυρίδωνα


Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ


 


Ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας 

εἶναι ἕνας ἀπό τούς πλέον τιμημένους ἁγίους της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, 

πού τόν ἐπικαλοῦνται οἱ χριστιανοί στίς περιστάσεις 

ὅπως τόν ἅγιο Νικόλαο, τόν ἅγιο Γεώργιο καί τόν ἅγιο Δημήτριο. 

Τό τίμιο λείψανό του τό ἔχει ἡ Κέρκυρα, 

ὅπως ἡ Ζάκυνθος ἔχει τό λείψανο τοῦ ἁγίου Διονυσίου 

κ᾿ ἡ Κεφαλληνία τόν ἅγιο Γεράσιμο. 

Γεννήθηκε στόν καιρό τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου στό νησί τῆς Κύπρου, 

ἀπό γονιούς φτωχούς. 

Γι᾿ αὐτό στά μικρά χρόνια του ἤτανε τσομπάνης καί φύλαγε πρόβατα. 

Ἤτανε πολύ ἁπλός στή γνώμη 

σάν τούς ψαράδες πού διάλεξε ὁ Χριστός νά τούς κάνει μαθητές του. 




Σὰν ἦρθε σὲ ἡλικία, παντρεύθηκε, καὶ μετὰ χρόνια χήρεψε, καὶ τόση ἤτανε ἡ ἀρετή του, ποὺ τὸν κάνανε ἐπίσκοπο σὲ μία πολιτεία λεγόμενη Τριμυθοῦντα, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ὁλότελα ἀγράμματος. Παίρνοντας αὐτὸ τὸ πνευματικὸ ἀξίωμα ἔγινε ἀκόμα ἁπλούστερος καὶ ταπεινός, καὶ ποίμανε τὰ λογικὰ πρόβατα ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Χριστὸς μὲ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐστηρότητα ὡσὰν ὑπεύθυνος ὅπου ἤτανε γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ἤτανε προστάτης τῶν φτωχῶν, πατέρας τῶν ὀρφανῶν, δάσκαλος τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ εἶχε τέτοια καθαρότητα καὶ ἁγιότητα, ποὺ τοῦ δόθηκε ἡ χάρη ἄνωθεν νὰ κάνει πολλὰ θαύματα, γιὰ τοῦτο ὀνομάσθηκε θαυματουργός. Μὲ τὴν προσευχή του μάζευε τὰ σύννεφα κ᾿ ἔβρεχε σὲ καιρὸ ξηρασίας, γιάτρευε τὶς ἀρρώστιες, τιμωροῦσε τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους, ὅπως ἔκανε μὲ κάποιους μαυραγορίτες ποὺ γκρέμνισε τὶς ἀποθῆκες ποὺ φυλάγανε τὸ σιτάρι, ἐνῶ ὁ κόσμος πέθαινε ἀπὸ τὴν πείνα, καὶ καταπλακωθήκανε μαζὶ μὲ τὸ σιτάρι: «καὶ μελετώμενον λιμὸν παρὰ τῶν σιτοκαπήλων, ἔλυσε, συμπεσουσῶν αὐτοίς, τῶν ἀποθηκῶν αἷς τὸν σίτον συνέσχον». 


Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ ἐζοῦσε μὲ τόση φτώχεια, ποὺ σὰν πῆγε κάποτε ἕνας φτωχὸς νὰ τὸν βοηθήσει γιὰ νὰ πληρώσει κάποιο χρέος του, δὲν εἶχε νὰ τοῦ δώσει τίποτα, καὶ μὲ θαῦμα ἔκανε μαλαματένιο ἕνα φίδι ποὺ βρέθηκε σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ τὸ ἔδωσε στὸν φτωχό, κ᾿ ἐκεῖνος τὸ ἕλιωσε καὶ πλήρωσε τὸ χρέος του. Ἄλλη φορὰ πάλι ἔγινε κατακλυσμός, καὶ τὰ ποτάμια ξεχειλίσανε καὶ πλημμύρισε ἡ χώρα, κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας προσευχήθηκε καὶ τραβήξανε τὰ νερὰ καὶ στέγνωσε ὁ νεροπατημένος τόπος. Γιάτρεψε καὶ τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ἀπὸ κάποια ἀγιάτρευτη ἀρρώστια, ἕνα διάκο ποὺ βουβάθηκε τὸν ἔκανε καλά, κακοὺς καὶ πλεονέκτες ἀνθρώπους ἐτιμώρησε μὲ ὑπερφυσικὴ δύναμη, καὶ πλῆθος ἄλλα θαύματα ἔκανε, ὥστε νὰ τὸν φοβοῦνται οἱ ἄδικοι κ᾿ οἱ ἀδικημένοι νὰ τὸν ἔχουνε γιὰ προστάτη καὶ καταφύγιο. 


λλὰ πάντα εἶχε μεγάλη ἀγάπη καὶ συμπάθεια στοὺς ἁμαρτωλούς, γι᾿ αὐτὸ κάποιοι κλέφτες ποὺ πήγανε μία νύχτα νὰ κλέψουνε πρόβατα ἀπὸ τὴ μάνδρα του, ποὺ τὴ συντηροῦσε γιὰ νὰ βοηθᾶ τοὺς πεινασμένους, τυφλωθήκανε καὶ δὲν μπορούσανε νὰ φύγουνε, καὶ πιάσανε καὶ φωνάζανε νὰ τοὺς ἐλεήσει. Κι᾿ ὁ ἅγιος ὄχι μοναχὰ τοὺς ξανάδωσε τὸ φῶς τους, ἀλλὰ τοὺς χάρισε κ᾿ ἕνα κριάρι, γιατί, ὅπως τοὺς εἶπε, εἴχανε κακοπαθήσει ὅλη τὴ νύχτα, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς νουθέτησε νἆναι καλοὶ ἄνθρωποι, τοὺς ἔστειλε στὰ σπίτια τοὺς χωρὶς νὰ μάθει τίποτα ἡ ἐξουσία γιὰ τὴν κλεψιὰ ποὺ θέλανε νὰ κάνουνε. Προέλεγε δὲ καὶ ὅσα ἤτανε νὰ γίνουνε μὲ ἀκρίβεια, ὥστε νὰ τὸν θαυμάζει ὁ κόσμος σὰν ἕνα ὑπεράνθρωπο πρόσωπο, ἀφοῦ ἀπὸ τσομπάνης ἀξιώθηκε νὰ ἀνεβεῖ σὲ τέτοιο ὕψος. Καὶ στὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ ἔγινε στὴ Νίκαια, ἤτανε κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας ἀνάμεσα στοὺς τριακοσίους δέκα ὀκτὼ θεοφόρους πατέρας καί, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν γνώριζε γράμματα, ἀποστόμωσε τὸν αἱρεσιάρχην Ἄρειο ποὺ ἤτανε ὁ πιὸ σπουδασμένος στὰ γράμματα ἀπὸ ὅλους τοὺς δεσποτάδες. 


λον τὸν καιρὸ ποὺ ἔζησε δὲν ἔπαψε νὰ κάνει θαύματα. Τὸ μεγαλύτερο ἤτανε ἡ ἀνάσταση τῆς πεθαμένης κόρης του ποὺ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ μαρτύρησε σὲ ποιὸ μέρος εἶχε φυλάξει τὰ χρήματα ποὺ τῆς ἐμπιστεύθηκε κάποια γυναίκα, καὶ πάλι ξανακοιμήθηκε. Κάποτε πῆγε στὸν ἅγιο μία γυναίκα ποὺ εἶχε ἕνα παιδάκι καὶ τῆς πέθανε, καὶ τὸν παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα πολλὰ νὰ τὸ ἀναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ἤτανε οἱ ἄνθρωποι, ποὺ τὸν γνωρίζανε, στὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ ἅγιος. Καὶ ἐκεῖνος τὸ ἀνάστησε μὲ τὴν προσευχή του. Μὰ ἡ μητέρα του σὰν τὸ εἶδε ζωντανό, ἀπὸ τὴν πολλὴ χαρὰ τῆς πέθανε ἡ ἴδια. Κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας ἀνέστησε καὶ τὴ γυναίκα. Αὐτὰ τὰ μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στὸν κόσμο, κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας, ζωντας ἀκόμα, τιμήθηκε σὰν ἅγιος καὶ θαυματουργός. Καὶ ἕως τώρα κάνει πολλὰ θαύματα τὸ σκήνωμά του ποὺ εἶναι ὁ θησαυρὸς τῶν Κερκυραίων. 


ταν ἐλειτουργοῦσε, παραστεκότανε Ἄγγελοι ποὺ τοὺς βλέπανε μὲ τὰ μάτια τοὺς πολλοὶ ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, καὶ ποὺ ἔλεγε τὸ «Εἰρήνη πᾶσι», οἱ Ἄγγελοι ἀντιφωνούσανε «Καὶ τῷ πνεύματί σου» ἀντὶ τῶν ψαλτάδων, καὶ τὸν περιέλουζε κάποια ὑπερφυσικὴ φωτοχυσία. Μὲ τέτοια ἀγγελικὴ πολιτεία ἀφοῦ ἔζησε κ᾿ ἔφθασε σὲ βαθὺ γῆρας ποιμαίνοντας τὰ λογικὰ πρόβατα, μετέστη πρὸς Κύριον. Τὸ δὲ ἅγιο λείψανό του ἔμεινε κάμποσον καιρὸ στὴν Τριμυθοῦντα κι᾿ ἀπὸ κεῖ τὸ πήγανε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ ἐβάλανε στὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὅπου φυλαγότανε τὰ ἅγια λείψανα πολλῶν ἁγίων. Κατὰ τὴ βασιλεία τῶν Τούρκων εὑρέθη εἰς τὰ χέρια ἑνὸς εὐλαβοῦς χριστιανοῦ ποὺ τὸν λέγανε Βούλγαρη, κι᾿ αὐτὸς μὲ μεγάλα βάσανα καὶ κόπους τὸ ἔφερε ἕως τὴν Ἀλβανία κρυμμένο μέσα σὲ τσουβάλια, κι᾿ ἀπὸ κεῖ τὸ πέρασε μ᾿ ἕνα καΐκι στὴν Κέρκυρα ποὺ τὴν κρατούσανε οἱ Βενετσιάνοι, κι᾿ ἀπὸ τότε βρίσκεται σ᾿ αὐτὸ τὸ νησί, ἀπείραχτο ἀπὸ τὸν καιρό, μὲ ὅλο ὁποῦ περάσανε 1600 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του. 


Στὸ κουβούκλιο στέκεται ὄρθιος ὁ ἅγιος, μὲ χέρια σταυρωμένα, ντυμένος μὲ τὰ ἄμφιά του καὶ τὸν βγάζουνε σὲ λιτανεία δυὸ φορὲς τὸ χρόνο. Οἱ Κερκυραῖοι ἔχουνε τὸ ἱερὸ σκήνωμα σὲ μεγάλη εὐλάβεια καὶ τὸ θεωροῦνε θησαυρὸ τοῦ νησιοῦ τους. Τὸν καιρὸ ποὺ δούλεψα στὸ Μουσεῖο τῆς Κέρκυρας γνώρισα τὸν πάπα-Βούλγαρη, ποὺ ἤτανε ἐφημέριος του ναοῦ, κατὰ κληρονομικὸ δικαίωμα, ἄνθρωπος ποὺ ἀγαποῦσε τὴν τέχνη καὶ τὰ γράμματα. Τὸ ἅγιο λείψανο θαυματουργεῖ πάντα ἕως σήμερα σὲ ὅποιους ἐπικαλεσθοῦνε μὲ πίστη τὸν ἅγιο. Στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος μὲ γυριστὴ μύτη καὶ μὲ διχαλωτὸ κοντὸ ἄσπρο γένι, «γέρων διχαλογένης φορῶν σκοῦφον». Ὁ σκοῦφος του εἶναι παράξενος, σὰν κινέζικος, μυτερὸς στὴν κορυφή. Δὲν ζωγραφίζεται ποτὲ ξεσκούφωτος. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς εἰκόνες ἀπάνω σὲ σανίδι εἴτε σὲ τοῖχο σὲ ἄλλο μέρος τῆς ἐκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνὰ στὸ ἅγιο Βῆμα μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μεγάλους ἱεράρχας Βασίλειο, Χρυσόστομο καὶ Γρηγόριο κάτω ἀπὸ τὴν Πλατυτέρα. Στὸ χαρτὶ ποὺ βαστᾶ εἶναι γραμμένο: «Ἔτι προσφέρομέν Σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν». 


ὑμνολογία μας τὸν στόλισε μὲ τὰ ἀμάραντα ἄνθη της, ποὺ πολὺ λίγοι ἀπὸ μᾶς τὰ μελετήσανε γιὰ νὰ δοῦνε πὼς ἀληθινὰ εἶναι ἀμάραντα. «Χαίροις ἀρχιερέων κανών, τῆς Ἐκκλησίας ἀδιάσειστον ἔρεισμα· τὸ κλέος τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ τῶν θαυμάτων πηγή, τῆς ἀγάπης ῥεῖθρον μὴ κενούμενον...». «Πράος καὶ κληρονόμος τῆς γῆς, Σύ, τῶν πραέων ἀληθῶς ἀναδέδειξαι, Σπυρίδων, πατέρων δόξα, ὁ ταῖς νευραὶς τῶν σοφῶν καὶ ἁπλῶν σου λόγων, θείᾳ χάριτι, ἐχθρὸν τὸν παμπόνηρον καὶ παράφρονα Ἄρειον ἐναποπνίξας, καὶ τὸ δόγμα τὸ ἔνθεον καὶ σωτήριον ἀνυψώσας ἐν Πνεύματι...». «Ἐκ ποιμνίων ὥσπερ τὸν Δαυΐδ, σὲ ἀναλαβόμενος ὁ Πλαστουργός, λογικῆς ποίμνης ἔθετο ποιμένα πανάριστον, τὴ ἁπλότητι καὶ πραότητι λάμποντα καὶ τὴ ἀκακία, ὅσιε, Ποιμὴν καλλωπιζόμενον». 




Μωϋσέως τό ἄπλαστον, Δαυίδ τό πρᾶον, 

Ἰώβ τοῦ Αὐσίτιδος τό ἄμεμπτον κτησάμενος, τοῦ Πνεύματος γέγονας κατοικητήριον, μέλπων, Ἱερώτατε: 

Ὁ ὢν εὐλογημένος καί ὑπερένδοξος». 

«Σέ ἐξ ἀλόγου ποίμνης μετήγαγεν εἰς λογικήν τό Πνεῦμα, πνευματοφόρε, 

ὡς τόν Μωσέα καί Δαυίδ ὧν ἐμιμήσω τό πράον, Σπυρίδων, φῶς οἰκουμένης». 

Τό ἀπολυτίκιον λέει: 

«Τῆς Συνόδου τῆς πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος, 

καί θαυματουργός θεοφόρε, Σπυρίδων, πατήρ ἡμῶν. 

Διό νεκρά Συ ἐν τάφῳ προσφωνεῖς, καί ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες· 

καί ἐν τῷ μέλπειν τάς ἁγίας Σου εὐχάς, 

Ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς Σοι, Ἱερώτατε. 

Δόξα τῷ σέ δοξάσαντι· δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι· 

δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά Σοῦ πᾶσιν ἰάματα».



Φώτη Κόντογλου: 
''Ὁ Ἅγιος Σπυρίδων. Προστάτης τῶν Φτωχῶν, Πατέρας τῶν Ὀρφανῶν, Δάσκαλος τῶν Ἁμαρτωλῶν''. 
Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996. Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Φώτης Κόντογλου


Print Friendly and PDF