ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

ΟΙ ΝΟΜΙΖΟΝΤΩΝ ΤΟΝ ΠΟΡΙΣΜΟΝ ΩΣ ΕΥΣΕΒΕΙΑΝ



Ταῦτα δίδασκε καὶ παρακάλει. εἴ τις ἑτεροδιδασκαλεῖ καὶ μὴ προσέρχεται ὑγιαίνουσιν λόγοις, τοῖς τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῇ κατ' εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ, τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν περὶ ζητήσεις καὶ λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί, διαπαρατριβαὶ διεφθαρμένωνἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν.
Ἀφίστασο ἀπὸ τοιούτων

Τιμόθ. Α', στ', στίχοι 3 - 5

άν Μητροπολίτης ἢ Πατριάρχης ἄρξηται νά διακυρύττη δημοσία ἐπ’ ἐκκλησίας αἱρετικήν τινα διδαχήν, ἀντικειμένην πρός τήν Ὀρθοδοξίαν, τότε οἱ προαναφερθέντες κέκτηνται δικαίωμα ἅμα καί χρέος ν’ ἀποσχοινισθῶσι πάραυτα τοῦ Ἐπισκόπου ἐκείνου, διό οὐ μόνον εἰς οὐδεμίαν θέλουσιν ὑποβληθῆ κανονικήν ποινήν, ἀλλά θέλουσι καί ἐπαινεθῆ εἰσέτι, καθ’ ὅσον διά τούτου δέν κατέκριναν καί δέν ἐπανεστάτησαν ἐναντίον τῶν νομίμων Ἐπισκόπων, ἀλλ’ ἐναντίον ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων, οὔτε καί ἐγκατέστησαν τοιουτοτρόπως σχῖσμα ἐν τῆ Ἐκκλησία, ἀλλ’ ἀντιθέτως, ἀπήλλαξαν τήν Ἐκκλησίαν, ἐν ὅσω ἠδυνήθησαν, τοῦ σχίσματος καί τῆς διαιρέσεως. (Ερμηνεία ΙΕ’ Κανόνα της ΑΒ Συνόδου υπό του Κανονολόγου Επισκόπου Νικοδήμου Μίλας. Οι Κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας μεθ’ ερμηνείας, ΙΙ, Novi Sad, σ. 290-291, μτφρ. εκ της Σερβικής υπό Ιερομ. – νυν επισκόπου- Ειρηναίου Μπούλοβιτς.


Το έτος 379 αποστέλλεται ο Άγιος Γρηγόριος προς στήριξη των ελαχίστων ορθοδόξων της Κωνσταντινουπόλεως (επί αρειανισμού). Ο ίδιος περιγράφει την απελπιστική κατάσταση: τούτο το ποίμνιο ήταν κάποτε μικρό και ατελές, όσον αφορά τα φαινόμενα. Στη πραγματικότητα δεν ήταν καν ποίμνιο, αλλά μόνο μικρό ίχνος ή λείψανο ποιμνίου, ακατάστατο, άνευ επισκόπου, απερίφρακτο. 


Δεν είχε κατάλληλο τόπο για ’’βοσκή’’ ούτε μάνδρα να το περικλείει, και γι’ αυτό περιφερόταν ’’ἐν ὄρεσι και σπηλαίοις και ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς’’(Ἑβρ.ια’,38). Τα μέλη του ήταν διεσπαρμένα και ριγμένα άλλα εδώ και άλλα εκεί και όπως εύρισκαν το καθένα στεγάζονταν, έβοσκαν και κέρδιζαν την σωτηρία τους με πολλή δυσκολία. (Συντακτήριος, κεφ.’ ,P.G.36,460A). Ο ιερός Δοσίθεος συμπληρώνει: ἐπειδή οὐκ εῖχον οἱ ὀρθόδοξοι κἄν μίαν Ἐκκλησίαν (σ.σ. ήταν όλες των αρειανών), αὐτός (ο Γρηγόριος) μετέφερεν οἰκίαν τινά εἰς εὐκτήριον, ὅν ὠνόμασε Ἀναστασίαν… 


σους δε κόπους και ἀγῶνας ἐποίησε διά την εὐσέβειαν τις ἱκανός αὐτούς εἰπεῖν ἤ γράψαι; Ἀρκεῖ ὁ κοινός ἀδόμενος λόγος, ὅτι χιλίας Ἐκκλησίας ηὑρεν Ἀρειανῶν, και μήτε μίαν Ὁρθόδοξον, και μετά την παραίτησιν αὐτοῦ(το 381) ἠσαν χίλιαι και μία των Χριστιανῶν, και οὐδεμία τῶν Ἀρειανῶν. (Δωδεκάβιβλος, βιβλίο γ’, κεφ. β’, σελ. 15 ).





Από το βιβλίο του Ιστορικού Παναγιώτη Τσάλλου:
 ''ΠΗΓΕΣ ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙΝ''


Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ




Για να αναπαύσουν την συνείδησί τους οι πνευματικοί πατέρες, αλλά και τους

 πιστούς που ανησυχούν και τους ...ενοχλούν, έχουν βρη ένα πολύ κακόηχο τροπάρι: 

«Αργότερα, λέγουν, θα αντιδράσουμε, όταν θα έχη έλθει ο κατάλληλος καιρός· 

ας έλθουν στο κοινόν ποτήριον με τον Πάπα και τότε θα δήτε αν θα προδώσουμε την πίστι μας». 

Πού και από ποιόν εδιδάχθησαν οι πνευματικοί καθοδηγητές, ότι δεν πρέπει να πολεμούμε 

και να αποτειχιζόμεθα από τους κακοδόξους ποιμένας, παρά μόνον όταν έλθουν

 στο κοινό ποτήριον με τον αρχηγόν της αιρέσεως που επιδέξια προβάλλουν οι του Φαναρίου 

ως ...«σεβάσμιον αδελφόν» και «πρώτον εν τη καθόλου Εκκλησία του Χριστού»;


Αυτό είναι σατανικόν όχι μόνο σαν σκέψι αλλά περισσότερο σαν σύστημα αποκοιμήσεως της ορθοδόξου συνειδήσεως. Μοιάζει με την άλλη τέχνη του διαβόλου που συνεχώς ψιθυρίζει στο αυτί του αμαρτωλού: «αύριο μετανοείς»· «αργότερα, έχεις ακόμα καιρό»· «στα γεράματά σου, καλλίτερα, για να μη ξαναμαρτήσης», για να φύγη τελικά από τον κόσμο αυτόν προτού προλάβη την σωτήρια εξαγόρευση. Έτσι και εδώ. Ποιος τους εγγυάται ότι θα ζήσουν μέχρι το κοινό ποτήριο, ή ότι με την τακτική τους αυτή εξασφαλίζουν την σωτηρία τους, αφού γίνονται αιτία να προχωρά το κακό και να χάνωνται καθημερινώς ψυχές για τις οποίες Χριστός απέθανε; 


Και όταν είπε ο Κύριος, ότι αυτός που θα φανή πιστός στο λίγο θα φανή δόκιμος και στο πολύ, αυτό δεν ήθελε να διδάξη, ότι δηλαδή μόνον αυτός που πολεμά αμέσως και χωρίς αναβολές το οποιοδήποτε κακό, θα φανή τελικά ο Νικητής του; Γιατί λησμονούν τους λόγους του χρυσού κήρυκος της Εκκλησίας, του θείου Χρυσοστόμου; 


Διότι εάν, γράφει ο μέγας πατήρ, οι τολμώντες να καταλύσουν τους θείους θεσμούς και παραδόσεις, έστω και κατά μικρόν, εδέχοντο εγκαίρως τον αρμόδιον έλεγχον, δεν θα εγίνετο η παρούσα συμφορά, ουδέ θα κατελάμβανε την Εκκλησίαν τέτοιος χειμώνας· και τούτο διότι, ο ανατρέπων και το ελάχιστον της ορθής πίστεως, καταστρέφει το όλον». Δυστυχώς έχουν δημιουργήσει μία νέα εκκλησιολογία, κατά την οποίαν μπορεί ο επίσκοπος να έχη διαφορετική πίστι από τον πατριάρχη του, και ο πρεσβύτερος από τον επίσκοπόν του, αλλά να μη γίνεται αυτό αιτία σχίσματος, προκειμένου να διατηρηθή η ενότης! 



Μια τέτοια όμως ενότης δεν είναι του Θεού, αλλά της παπωσύνης, άνευ δηλαδή αληθείας και Πνεύματος Αγίου!



Εκ του Ιστολογίου ''Ορθόδοξη Φωνή''
 Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Αγιογραφία Serhei Vandalovskiy


Η ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ




Διάλογος με τον Θεοδόσιο, τον επίσκοπο Καισαρείας Βιθυνίας, κατά την 

πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής,

 μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδο­ξο Πίστι 

σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ο­μοιότητες με την ιδική μας.

 Η πολιτική των τότε αυ­τοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. 

Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. 

Είχαν χρησιμοποιη­θή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι 

χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων. Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησια­στική οικονομία. 

Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρ­χικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελη­τισμού. 

Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνεί­δησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέω­σαν με το μαρτύριό τους.

 Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραμα­τίσει πρωτεύοντα ρόλο για την

 συγκρότησι της ορθο­δόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κα­τεδίκασε τον Μονοθελητισμό.

 Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει 

την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πα­τριαρχικούς θρόνους της Ανατολής,

 επειδή έχουν εκ­πέσει στην αίρεσι. 

Η αναφορά του είναι στην ορθο­δοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο. 

Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, 

ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται 

στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο.


Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελη­τών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνω­σις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία. Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνή­σια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του. 


Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθή­ση τον λαό του Θεού να αντιληφθή ποιοι είναι σε κά­θε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμε­ρα την ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων. Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμή­σεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κά­στρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυ­τοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνε­ται, και τον επίσκοπο Βιζύης. 


Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος: ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο βασι­λεύς και ο πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια εί­ναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι όποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθη­καν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρί­ζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. 


Εν­νοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη. Γι' αυ­τήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ' αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε α­κανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή. Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώ­νται για τα τεθέντα εμπόδια και γι' αυτούς που τα έβα­λαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς. ΘΕΟΔ.: Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας; ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. 


Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας. Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρεί­τε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χρι­στού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέ­πει να λέγεται γι' Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι». ΘΕΟΔ.: Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που γίνεται από οικονομία. ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν δεν είναι κύριο δόγμα για όσους το δέ­χονται, για ποιο λόγο με παραδώσατε ανέντιμα σε βάρβαρα και άθεα έθνη; Για ποιο λόγο καταδικάσθη­κα να μένω στη Βιζύη, και οι σύνδουλοί μου, ο ένας στην Πέρβερι κι ο άλλος στην Μεσήμβρια; 


Και ποιος πιστός δέχεται την οικονομία που κάνει να σιγήσουν τα λόγια, τα οποία οικονόμησε ο των όλων Θεός να ειπωθούν από τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους; Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύ­ριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα αυτό, αν το καλο­εξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώ­τον μεν τους αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους αποστόλους και μέσω αυτών προς τους μεταγενεστέρους «Ο υμίν λέγω, πάσι λέ­γω», και πάλι «ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται, και ο α­θετών υμάς, εμέ αθετεί». Είναι λοιπόν φανερό και ανα­ντίρρητο, ότι αυτός που δεν δέχεται τους αποστόλους και τους προφήτας και διδασκάλους και δεν υπολογί­ζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει τον ίδιο το Χριστό. Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και κατέστησε αποστόλους, προφήτας και διδασκά­λους, προς τον καταρτισμό των πιστών. 


Αντίθετα, ο διάβολος διάλεξε και ξεσήκωσε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους, για να πολε­μηθή και ο παλαιός νόμος και ο ευαγγελικός. Μονα­δικούς δε ψευδαποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκάλους εννοώ τους αιρετικούς, των ο­ποίων είναι διεστραμμένοι οι λόγοι και οι λογισμοί. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που δέχεται τους αληθι­νούς αποστόλους και προφήτας και διδασκάλους, δέ­χεται τον Θεό, έτσι και αυτός που δέχεται τους ψευδα­ποστόλους και ψευδοπροφήτας και ψευδοδιδασκά­λους, δέχεται τον διάβολο. Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον διάβολο. Αν λοιπόν εξετάζοντας τις καινοτομίες που έγι­ναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν κα­ταντήσει σ' αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μή­πως, ενώ προφασιζόμαστε την ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι, κατά τον θείο απόστολο, πρόδρομος της πα­ρουσίας του Αντιχρίστου. 


Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να λυπηθήτε τους ε­αυτούς σας κι εμάς. Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ε­νώ έχω άλλα γραμμένα στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ' αυτούς που νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην πραγματικότητα στρέφονται ενα­ντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία! Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε: ΜΑΞΙΜΟΣ: Οτιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέπο­τε θα γίνω συγκοινωνός μ' αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες. Μόλις τα άκουσαν εκείνοι αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο και είπε: ΘΕΟΔ.: Σου λέμε λοιπόν εμείς πως, εάν εσύ κοι­νωνήσης, ο δεσπότης μας ο βασιλεύς θα ελαφρύνη τον Τύπο. ΜΑΞΙΜΟΣ: 


Η απόστασις που μας χωρίζει είναι ακόμη μεγάλη. Τι θα κάνουμε με το δόγμα του ενός θελήμα­τος που επικυρώθηκε συνοδικά από τον Σέργιο και τον Πύρρο για την αναίρεσι κάθε ενέργειας; ΘΕΟΔ.: Εκεινο το χαρτί καταστράφηκε και αχρη­στεύθηκε. ΜΑΞΙΜΟΣ: Το έσβησαν από τους πέτρινους τοίχους, όχι όμως κι από τις νοερές ψυχές. Ας δεχθούν την καταδίκη του που έγινε συνοδικά στην Ρώμη με ευσε­βή δόγματα και κανόνες, και τότε θα λυθή το μεσότοι­χο και δεν θάχουμε ανάγκη από συμβουλές. ΘΕΟΔ.: Δεν έχει ισχύ η σύνοδος της Ρώμης, γιατί έγινε χωρίς την διαταγή του βασιλέως. ΜΑΞΙΜΟΣ: Αν οι διαταγές των βασιλέων δίνουν κύ­ρος στις προγενέστερες συνόδους και όχι η ευσεβής πίστις, ας δεχθούν και τις συνόδους που έγιναν ενα­ντίον του ομοουσίου, μια και έγιναν με εντολή των βασιλέων. Και ποιος κανόνας ορίζει να είναι έγκυρες μόνο εκείνες οι σύνοδοι που συνεκλήθησαν με εντολή βασιλέως ή οπωσδήποτε όλες οι σύνοδοι να συγ­καλούνται κατόπιν βασιλικής διαταγής; 


Ο ευσεβής κανών της Εκκλησίας γνωρίζει ως άγιες και έγκυρες εκείνες τις συνόδους, τις οποίες διακρίνει η ορθότης των δογμάτων. ΘΕΟΔ.: Όπως τα λες είναι. η ορθότης των δογμά­των δίνει κύρος στις συνόδους. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει καθόλου να λέμε μία ενέργεια στον Χριστό; ΜΑΞΙΜΟΣ: Σύμφωνα με την αγία Γραφή και τους α­γίους Πατέρας τίποτα τέτοιο δεν παρελάβαμε να λέμε. Αλλά, όπως ακριβώς παρελάβαμε να πιστεύωμε για το Χριστό δύο φύσεις, αυτές από τις οποίες απαρτίζε­ται, έτσι μας επετράπη να πιστεύω με και να ομολογούμε και τις φυσικές Του θελήσεις και ενέργειες που υπάρχουν καταλλήλως σ' αυτόν, αφού αυτός ο ίδιος είναι εκ φύσεως Θεός μαζί και άνθρωπος. ΘΕΟΔ.: Πράγματι, κύριε, και εμείς ομολογούμε και τις φύσεις και τις διάφορες ενέργειες, δηλαδή και την θεία και την ανθρωπίνη. και ότι η θεότης του εί­ναι θελητική και η ανθρωπότης του θελητική. επειδή η ψυχή του δεν ήταν χωρίς θέλησι. Αλλά για να μη χάνουμε τον καιρό μας εδώ, ό,τι κι αν είπαν οι Πατέ­ρες το ομολογώ, και μάλιστα το κάνω και εγγράφως (δηλαδή), δύο φύσεις και δύο θελήματα και δύο ενέρ­γειες. 


Έλα λοιπόν να κοινωνήσης μαζί μας και να γί­νη η ένωσις. ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, δεν τολμώ να δεχθώ εγώ έγγρα­φη συγκατάθεσι από σας γι' αυτό το πράγμα, διότι εί­μαι απλός μοναχός. Αν όμως ο Θεός σας έφερε σε κα­τάνυξι, ώστε να δεχθήτε τους λόγους των αγίων Πατέ­ρων, να ενεργήσετε όπως απαιτούν οι κανόνες. Να στείλετε, δηλαδή, περί τούτου έγγραφο προς τον επί­σκοπο Ρώμης, ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης και η πε­ρί αυτόν σύνοδος. Εγώ πάντως ούτε κι αν γίνουν αυ­τά θα κοινωνήσω, επειδή οι αναθεματισθέντες αναφέ­ρονται στην αγία αναφορά. Διότι φοβάμαι το κατά­κριμα του αναθέματος. ΘΕΟΔ.: Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν σε κατηγορώ που φοβάσαι, αλλά ούτε και κανένας άλλος. Για το ό­νομα όμως του Κυρίου, πες μας την γνώμη σου, εάν είναι δυνατόν να γίνη αυτό (δηλ. να αρθή το ανάθεμα ήδη αποθανόντος αιρετικού). 


ΜΑΞΙΜΟΣ: Ποια γνώμη μπορώ να σας δώσω γι' αυτό; Πηγαίνετε, ψάξτε να βρήτε αν ποτέ έχει γίνει κάτι τέ­τοιο και ελευθερώθηκε κανείς μετά θάνατον από το έγκλημα για την πίστι, κι από το κατάκριμα που έχει εξαγορευθή εναντίον του. Πρέπει να καταδεχθούν ο βασιλεύς και ο Πατριάρχης να μιμηθούν την συγκα­τάβασι του Θεού. και ο μεν να κάνει παρακλητική κέ­λευσι, ο δε συνοδική δέησι προς τον πάπα της Ρώμης. Χωρίς αμφιβολία, αν βρεθή κάποιος τρόπος εκκλη­σιαστικός που να το επιτρέπη αυτό για την σωστή ομολογία της πίστεως, θα συμφωνήση περί αυτού μαζί σας. ΘΕΟΔ.: Αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. αλλά δος μου τον λόγο σου ότι, εάν στείλουν εμένα, θα έλθης μαζί μου. ΜΑΞΙΜΟΣ: Δέσποτα, σου είναι πιο συμφέρον να πά­ρης μαζί σου τον σύνδουλό μου που είναι στη Μεσημ­βρία, παρά εμένα. Εκείνος και την γλώσσα γνωρίζει και τον σέβονται πολύ, μια και τόσα χρόνια τιμωρεί­ται για τον Θεό και για την ορθή πίστι που κρατεί ο θρόνος τους. ΘΕΟΔ.: Έχουμε μεταξύ μας κάτι μικροδιαφορές, και δεν μου είναι τόσο ευχάριστο να πάω μαζί του. ΜΑΞΙΜΟΣ: 


Δέσποτα, αφού νομίζετε ότι πρέπει να γίνη αυτό, ας γίνη όπως αποφασίζετε. εγώ σας ακολουθώ όπου θέλετε. Μετά από αυτό σηκώθηκαν όλοι επάνω χα­ρούμενοι και με δάκρυα στα μάτια. Έβαλαν με­τάνοια και έγινε προσευχή. Και κάθε ένας τους ασπάσθηκε τα άγια Ευαγγέλια, και τον Τίμιο Σταυρό, και την εικόνα του Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και της Δεσποίνης ημών Παναγίας Θεοτόκου της Μητέρας Του, αφού έ­βαλαν επάνω και τα χέρια τους προς βεβαίωσι των συμφωνηθέντων. Αφού ειπώθηκαν αυτά, ό­ταν ασπάζονταν μεταξύ τους είπε ο ύπατος Θεο­δόσιος: ΘΕΟΔ.: Να λοιπόν, έγιναν όλα καλά. Άρα γε θα καταδεχθή ο βασιλεύς να κάνη παρακλητική κέλευσι; ΜΑΞΙΜΟΣ: Οπωσδήποτε θα κάνη, εάν θέλη να είναι μιμητής του Θεού και να ταπεινωθή μαζί Του για την κοινή σωτηρία όλων μας. Ας αναλογισθή ότι, αφού ο Θεός που φύσει σώζει, δεν μας έσωσε παρά αφού με την θέλησί Του ταπεινώθηκε, πώς ο φύσει σωζόμενος άνθρωπος θα σωθή ή θα σώση χωρίς να ταπεινωθή; 


Μετά δε την αναχώρησι των παραπάνω αν­δρών, στις 8 του μηνός Σεπτεμβρίου της παρού­σης 15ης ινδικτιώνος, πήγε πάλι ο ύπατος Παύ­λος στη Βιζύη προς τον αββά Μάξιμο, έχοντας μαζί του διαταγή που έλεγε τα εξής: «Παραγγέ­λομε στην ενδοξότητά σου να πας στη Βιζύη και να φέρης τον Μοναχό Μάξιμο με πολλή τιμή και περιποίησι, λόγω της μεγάλης του ηλικίας και της ασθενείας του, και διότι αυτός ανήκει στους προγόνους μας και τους έχει τιμήσει. Και να τον βάλης στο λαμπρό μοναστήρι του Αγίου Θεοδώρου, που βρίσκεται δίπλα στο Βασιλικό παλάτι». Αφού λοιπόν ο ύπατος τον πήρε και τον έβαλε στο προειρημένο μοναστήρι, πήγε να δώση ειδοποίησι. Την επομένη ημέρα πήγαν προς αυτόν οι πα­τρίκιοι Επιφάνιος και Τρώιλος, με λαμπρό ντύ­σιμο και ύφος, καθώς και ο επίσκοπος Θεοδό­σιος. Συναντήθηκαν με αυτόν στο κατηχουμενείο της Εκκλησίας του ιδίου μοναστηριού. Αφού έγινε ο συνηθισμένος ασπασμός κάθησαν, υπο­χρεώνοντας κι αυτόν να καθήση. Και αρχίζοντας τον λόγο μαζί του ο Τρώιλος είπε: ΤΡΩΙΛΟΣ: 


Ο αυτοκράτωρ μας διέταξε να έρθουμε και να σου ανακοινώσουμε την γνώμη που έχει η θεο­στήρικτη βασιλεία του. Αλλά πρώτα πες μας, θα κά­νης την διαταγή του βασιλέως ή δεν θα την κάνης; Ο Μάξιμος είπε: ΜΑΞΙΜΟΣ: Κύριε, να ακούσω τι διέταξε η ευσεβής του δύναμις και θά αποκριθώ κατάλληλα. γιατί προς κάτι το άγνωστο ποια απάντησι μπορώ να δώσω; Ο Τρώιλος επέμενε λέγοντας: ΤΡΩΙΛ.: Δεν πρόκειται να πούμε τίποτε, εάν δεν μας πης πρώτα, αν θα κάνης ή όχι την διαταγή του βασιλέως. Και όταν τους είδε να αντιστέκωνται και λό­γω της καθυστερήσεώς του να βλέπουν πιο σκληρά και μαζί με τους συνακόλουθούς τους να αποκρίνωνται πιο άγρια, ενώ φάνταζαν τα περή­φανα στολίδια των αξιωμάτων τους, απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε: ΜΑΞΙΜΟΣ: Αφού δεν θέλετε να πήτε στον δούλο σας την απόφασι του κυρίου και βασιλέως μας, να λοιπόν σας λέω, κι ακούει ο Θεός και οι άγιοι άγγελοι και όλοι εσείς: οτιδήποτε με διατάξη για κάθε πράγμα που καταλύεται και καταστρέφεται σ' αυτόν τον αιώνα, με προθυμία το κάνω. 


Και αμέσως ο Τρώιλος είπε: ΤΡΩΙΛ.: Συγχωρέστε με, αλλά εγώ φεύγω. γιατί αυτός τίποτε δεν πρόκειται να κάνη. Και αφού έγινε πάρα πολύς θόρυβος και μεγάλη ταραχή και σύγχυσι, τους είπε ο επίσκοπος Θεοδόσιος: ΘΕΟΔ.: Πείτε του την διαταγή και θα μάθετε την απάντησί του. Διότι, δεν είναι λογικό να φύγουμε, χω­ρίς να πούμε και να ακούσουμε τίποτε. Τότε ο πατρίκιος Επιφάνιος είπε: ΕΠΙΦ.: Αυτό σου δηλώνει με μας ο βασιλεύς: «Ε­πειδή η Δύσις και όσοι διαστρέφουν (τα πράγματα) στην Ανατολή αποβλέπουν σε σένα, κι όλοι εξ αιτίας σου ξεσηκώνονται μη θέλοντας να συμφωνήσουν μαζί μας για την πίστι, είθε να σε κατανύξη ο Θεός να κοινωνήσης μαζί μας βάσει του Τύπου που εκθέσαμε. Θα βγούμε τότε εμείς οι ίδιοι στη Χαλκή (πύλη) και θα σε ασπασθούμε, θα σου δώσουμε το χέρι και με κάθε τιμή και δόξα θα σε βάλουμε στην μεγάλη Εκκλησία. 


Θα στέκεσαι μαζί μας στο μέρος που συνηθίζουν να στέκωνται οι βασιλείς. Θα κάνουμε τότε και την σύ­ναξι (Θ. Λειτουργία) και θα κοινωνήσουμε τα άχρα­ντα και ζωοποιά μυστήρια, το ζωοποιό σώμα και αίμα του Χριστού. Θα σε ανακηρύξουμε πατέρα μας. και θα γίνη χαρά όχι μόνο στην φιλόχριστη και βασιλική μας πόλι, αλλά και σ' όλη την οικουμένη. Γιατί γνω­ρίζουμε πολύ καλά ότι, εάν εσύ κοινωνήσης με τον ε­δώ άγιο θρόνο, όλοι θα ενωθούν μαζί μας, αυτοί που εξ αιτίας σου και εξ αιτίας της διδασκαλίας σου απο­σχίσθηκαν από την κοινωνία με μας». Γυρίζοντας τότε προς τον επίσκοπο ο αββάς Μάξιμος του είπε με δάκρυα στα μάτια: ΜΑΞΙΜΟΣ: Μεγάλε κύριε, όλοι περιμένουμε ημέρα κρίσεως. Αληθινά, ούτε όλη η δύναμι των ουρανών δεν θα με πείση να το κάνω αυτό. Γιατί, τι θα έχω να απολογηθώ -δεν λέω στο Θεό, αλλά στην συνείδησί μου-, αν για την δόξα των ανθρώπων, που μόνη της δεν έχει καμμιά οντότητα, γίνω εξωμότης της πίστεως που σώζει αυτούς που την υπερασπίζονται; Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, σηκώθηκαν ό­λοι επάνω και γεμάτοι θυμό τον έσπρωξαν, τον τράβηξαν και τον έρριξαν κάτω. Τον γέμισαν μά­λιστα από το κεφάλι ως τα νύχια με φτυσίματα, που η δυσωδία τους παρέμεινε μέχρις ότου πλύ­θηκαν τα ρούχα του. Σηκώθηκε τότε και ο επί­σκοπος και είπε: ΘΕΟΔ.: 


Δεν έπρεπε να το κάνετε αυτό. Έπρεπε να ακούσωμε μόνο την απάντησί του και να την αναφέ­ρωμε στον αγαθό μας βασιλέα. Μόλις τους έπεισε ο επίσκοπος να ησυχά­σουν, κάθησαν πάλι. Με θυμό όμως και αγριότη­τα του είπαν μύριες βρισιές και ακατανόμαστες κατάρες. Τότε του είπε ο Επιφάνιος: ΕΠΙΦ.: Πες μας λοιπόν κάκιστε λαίμαργε γέρο, μας είπες αυτά τα λόγια θεωρώντας ως αιρετικούς ε­μάς και την πόλι μας και τον βασιλέα; Αληθινά, είμα­στε περισσότερο Χριστιανοί και ορθόδοξοι από σένα. Και ομολογούμε ότι ο Κύριός μας και Θεός έχει και θεϊκή και ανθρώπινη θέλησι και νοερή ψυχή. και ότι κάθε νοερή φύσι οπωσδήποτε έχει εκ φύσεως το θέ­λειν και το ενεργείν, επειδή ίδιον της ζωής είναι η κί­νησις και ίδιον του νοός η θέλησις. Και γνωρίζουμε ότι είναι θελητικός, όχι μόνο κατά την θεότητα, αλλά και κατά την ανθρωπότητα. Δεν αρνούμαστε επίσης και τις δύο θελήσεις του και ενέργειες. 


Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε: ΜΑΞΙΜΟΣ: Εάν πιστεύετε έτσι, όπως πιστεύουν οι νο­ερές φύσεις και η Εκκλησία του Θεού, πώς εσείς με αναγκάζετε να κοινωνήσω με τον Τύπο, που μόνο την αναίρεσι αυτών έχει; ΕΠΙΦ.: Αυτό έγινε για οικονομία, για να μη ζημιωθούν οι λαοί μας με τέτοιες λεπτολογίες. Και απαντώντας ο αββάς Μάξιμος είπε: ΜΑΞΙΜΟΣ: Συμβαίνει το αντίθετο. κάθε άνθρωπος α­γιάζεται με την ακριβή ομολογία της πίστεως, και όχι με την αναίρεσι που βρίσκεται στον Τύπο. Και είπε ο Τρώιλος: ΤΡΩΙΛ.: Και στο παλάτι σου είπαμε, ότι (ο Τύ­πος) δεν ανήρεσε τίποτε, αλλά διέταξε να κατασιγά­σουν (οι διϊστάμενες απόψεις) για να ειρηνεύσουμε ό­λοι. Και απαντώντας πάλι ο αββάς Μάξιμος είπε: ΜΑΞΙΜΟΣ: Η σιωπή των λόγων είναι αναίρεσις των λόγων. Λέγει το Άγιον Πνεύμα μέσω του Προφήτου Δαβίδ: «Ουκ εισί λαλιαί, ουδέ λόγοι, ων ουχί ακούονται αι φωναί αυτών». Άρα λοιπόν ο λόγος που δεν λέγεται, δεν είναι καν λόγος. Και είπε ο Τρώιλος: ΤΡΩΙΛ.: Στην καρδιά σου να έχης ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς. Ο αββάς Μάξιμος απήντησε: ΜΑΞΙΜΟΣ: 


Ο Θεός δεν περιώρισε στην καρδιά όλη την σωτηρία, αλλά είπε: «Ο ομολογών με έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω αυτόν έμπροσθεν του Πα­τρός μου του εν ουρανοίς». Και ο θείος Απόστολος διδάσκει ως εξής: «Kαρδία μεν πιστεύεται εις δικαιο­σύνην. στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν». Αν λοιπόν ο Θεός και οι προφήται και οι απόστολοι του Θεού προτρέπουν να ομολογήται με τους λόγους των Αγίων το μυστήριο, το μεγάλο και φρικτό και σωτή­ριο για όλο τον κόσμο, δεν πρέπει να σιωπήση με κα­νένα τρόπο η φωνή που κηρύττει αυτό, για να μη κιν­δυνεύση η σωτηρία των σιωπώντων. Και απαντώντας ο Επιφάνιος με πολύ άγριο τρόπο είπε: ΕΠΙΦ.: Υπέγραψες στον λίβελλο; Και είπε ο αββάς Μάξιμος: ΜΑΞΙΜΟΣ: Ναι υπέγραψα. ΕΠΙΦ.: Και πώς τόλμησες να υπογράψης και να αναθεματίσης αυτούς που ομολογούν και πιστεύουν ό­πως οι νοερές φύσεις και η καθολική Εκκλησία; Α­ληθινά με δική μου πρότασι θα σε πάμε στην πόλι, θα σε στήσουμε δεμένο στην αγορά και θα φέρουμε τους μίμους, άνδρες και γυναίκες, και τις πιο διάσημες πόρνες και όλο το λαό, για να χτυπήση και φτύση κα­θένας και καθεμιά τους το πρόσωπό σου. 


Απαντώντας σ' αυτά ο αββάς Μάξιμος είπε: ΜΑΞΙΜΟΣ: Ας γίνη όπως είπατε, εάν αναθεματίσαμε αυτούς που ομολογούν ότι ο Κύριος έχει δύο φύσεις, και τις κατάλληλες σ' αυτόν δύο φυσικές θελήσεις και ενέργειες, και ότι είναι εκ φύσεως αληθινός Θεός και άνθρωπος. Διάβασε, δέσποτα, τα πρακτικά και τον λίβελλο, και εάν βρήτε αυτά που είπατε, κάμετε ό,τι σκέπτεσθε. Μετά από αυτά τον ωδήγησαν στην Κωνσταντι­νούπολι και έβγαλαν απόφασι εναντίον τους. Ανεθε­μάτισαν και κατεδίκασαν τον εν αγίοις Μάξιμο, τον μακάριο μαθητή του Αναστάσιο, τον αγιώτατο πάπα Μαρτίνο, τον άγιο Σωφρόνιο πατριάρχη Ιεροσολύ­μων, και όλους τους ορθοδόξους και ομοφρονούντας μ' αυτούς.



Έπειτα έφεραν και τον άλλο μακάριο Αναστάσιο. Αφού χρησιμοποίησαν

 και γι' αυτόν τα ίδια αναθέματα και βρισιές, τους παρέδωσαν στους άρχο­ντες λέγοντας: 

Αποφασίζουμε να σας παραλάβη αμέ­σως ο πανεύφημος έπαρχός μας, που είναι δω, 

στο πο­λυάνθρωπο ανάκτορό του. Να σας χτυπήση με νεύρα στα μετάφρενα (τον Μάξιμο, Αναστάσιο και Αναστά­σιο),

 και να αποκόψη από την ρίζα το όργανο της ακολασίας σας, δηλαδή την βλάσφημη γλώσσα σας, 

του Μαξίμου, Αναστασίου και Αναστασίου. Στη συ­νέχεια να κόψη με σιδερένιο μαχαίρι 

και την ταραχώ­δη δεξιά που υπηρέτησε τον βλάσφημο λογισμό σας. 

Μόλις δε σας αποστερήσουν αυτά τα βδελυκτά μέλη, να τα κρεμάσουν πάνω σας

 και να σας περιφέρουν στα δώδεκα τμήματα της βασιλίδος των πόλεων. 

Κατόπιν να σας παραδώση σε ισόβια εξoρία και ταυτόχρονα συνεχή φρούρησι,

 έτσι που συνεχώς και για όλο το χρόνο της ζωής σας να οδύρεσθε για τα βλάσφημα σφάλματά σας. 

Γιατί η κατάρα που εφεύρατε εναντίον μας, επέπεσε πάνω στα κεφάλια σας. 

Τότε λοιπόν τους πήρε ο έπαρχος και τους τιμώ­ρησε κόβοντας τα μέλη τους. 

Τέλος τους περιέφερε σ' όλη την πόλι και τους εξώρισε στην Λαζική.



Από το τεύχος 21 του έτους 1996 
του περιοδικού ''Ο Ο­ΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ''
 σελίς 6-20
Αναδημοσίευση από τον Ιστότοπο
 ''Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου''
Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
 Αγιογραφία Serhei Vandalovskiy


Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ


 



Μετά ἀπὸ τὶς διαπιστώσεις αὐτές, τίθενται τὰ ἑξῆς σοβαρὰ ἐρωτήματα:

 Οἱ ᾿Ορθόδοξοι, διακόπτοντες τὴν κοινωνία τους μὲ τοὺς αἱρετικούς, καὶ ἐν προκειμένῳ μὲ τοὺς Οἰκουμενιστάς,

 μήπως ἐξέρχονται τῆς ᾿Εκκλησίας; Μήπως ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεό; 

Μήπως χωρίζονται ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους; 

Μήπως καταλύουν τὴν ἑνότητα τῆς ᾿Ορθοδοξίας;

᾿Ασφαλῶς καὶ βεβαίως, ὄχι! Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα ποὺ θὰ ἤθελα νὰ ἐξετάσουμε

 ἐν συνεχείᾳ μὲ κάθε δυνατὴ συντομία, σαφήνεια καὶ ἁπλότητα. Πρωτίστως θὰ ἀναφέρω ἕνα

 παράδειγμα ἀρκετὰ εὔλογο ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ ῾Αγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Εφέσου (1392-1445). 

Οἱ Βίοι τῶν ῾Αγίων εἶναι πάντοτε γιὰ τοὺς ᾿Ορθοδόξους οἱ ἀσφαλεῖς ὁδηγοὶ θεωρίας καὶ πράξεως.

 ῾Ο ῞Αγιος Μᾶρκος, εὑρισκόμενος στὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπιγείου ζωῆς του (ἐκοιμήθη τὴν 23.6.1445), δηλώνει κατηγορηματικά, 

ὅτι δὲν θέλει ὅλως διόλου καὶ μὲ κανέναν ἀπολύτως τρόπο νὰ ἔχη κοινωνία μὲ τὸν τότε 

Λατινόφρονα πατριάρχη Γρηγόριο (Γρηγόριος Γ´ Μάμας, 1443-1450) καὶ μὲ ὅσους κοινωνοῦσαν μαζί του, 

οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἑνωτικὴ καὶ παπόφιλη τακτική τους εἰργάζοντο «ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς ᾿Εκκλησίας»

44. 44. ῾Αγίου Μάρκου ᾿Εφέσου, PG τ. 160, στλ. 536C («᾿Απολογία, ῥηθεῖσα ἐπὶ τῇ τελευτῇ αὐτοῦ αὐτοσχεδίως»). 




Τὸ ἀξιοπρόσεκτο εἶναι, ὅτι ὁ ῞Αγιος δὲν θέλει νὰ ἔχη κοινωνία μαζί τους, ὄχι μόνον ὅσο ζῆ, ἀλλὰ οὔτε καὶ μετὰ τὴν κοίμησί του· οὔτε στὴν κηδεία του, οὔτε καὶ ὕστερα στὰ μνημόσυνά του!... ῎Ας θαυμάσουμε αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ λόγια τῆς παρακαταθήκης τοῦ ῾Αγίου: «Οὔτε βούλομαι», παραγγέλει ὁ ῎Ατλας τῆς ᾿Ορθοδοξίας, «οὔτε δέχομαι τὴν αὐτοῦ (τοῦ πατριάρχου) ἤ τῶν μετ᾿ αὐτοῦ κοινωνίαν τὸ παράπαν, οὐδαμῶς, οὔτε ἐπὶ τῆς ζωῆς μου, οὔτε μετὰ θάνατον»· «ὥσπερ παρὰ πᾶσαν μου τὴν ζωὴν ἤμην κεχωρισμένος ἀπ᾿ αὐτῶν, οὕτω καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου, καὶ ἔτι καὶ μετὰ τὴν ἐμὴν ἀποβίωσιν· καὶ ἐξορκῶν ἐντέλλομαι, ἵνα μηδεὶς ἐξ αὐτῶν προσεγγίσῃ ἤ ἐν τῇ ἐμῇ κηδείᾳ, ἤ ἐν τοῖς μνημοσύνοις μου· ἀλλ᾿ οὐδὲ ἄλλου τινὸς τῶν τούτου μέρους ἡμῶν ὥστε συμφορεύειν ἐπιχειρῆσαι, καὶ συλλειτουργεῖν τοῖς ἡμετέροις. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ τὰ ἄμικτα μίγνυσθαι. Δεῖ γὰρ παντάπασιν (παντελῶς) ἐκείνους εἶναι κεχω- ρισμένους ἡμῶν, μέχρις ἂν δῷ ὁ Θεὸς τὴν καλὴν διόρθωσιν καὶ εἰρήνην τῆς ᾿Εκκλησίας αὐτοῦ». 


῾Ο λόγος τοῦ ῾Αγίου εἶναι αὐστηρὸς καὶ ἄκαμπτος· ἆρά γε, ποῦ ὀφείλεται αὐτό; πῶς δικαιλογοῦσε τὴν ἀπόλυτη αὐτὴν στάσι του ἔναντι τῶν Λατινοφρόνων ἑνωτικῶν τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι σημειωτέον - προσέξατε, παρακαλῶ, ἰδιαιτέρως - δὲν εἶχαν ἀκόμη κριθῆ ἁρμοδίως ὑπὸ Συνόδου ᾿Ορθοδόξων καὶ ἀποτελοῦσαν τότε τὴν λεγομένην «ἐπίσημη ᾿Εκκλησία»; ῎Ας ἀκούσουμε λοιπὸν τὸν ῞Αγιο, πῶς ἐξηγεῖ μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια καὶ θεολογικὴ διαύγεια τὴν στάσι του: «Πέπεισμαι γὰρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιΐσταμαι (ἀποχωρίζομαι / ἀπομακρύνομαι) τούτου (τοῦ πατριάρχου) καὶ τῶν τοιούτων (τῶν ἑνωτικῶν), ἐγγίζω τῷ Θεῷ καὶ πᾶσι τοῖς πιστοῖς καὶ ἁγίοις Πατράσι· καὶ ὥσπερ τούτων χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καὶ τοῖς ἁγίοις Πατράσι καὶ Θεολόγοις τῆς ᾿Εκκλησίας». Κατὰ τοὺς ῾Αγίους λοιπόν, χωρισμὸς ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς σημαίνει προσέγγισι καὶ ἕνωσι μὲ τὸν Θεό, τὴν ᾿Αλήθεια, τοὺς Πατέρας. Έτσι όμως φθάνουμε πλέον φυσιολογικὰ στοὺς ὅρους «᾿Αποτείχισις» καὶ «῎Ενστασις»· ἄς τοὺς διευκρινίσουμε ἐν συντομίᾳ. 


῾Η διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς / μυστηριακῆς κοινωνίας καὶ ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τοὺς κηρύττοντας αἱρετικὰ δόγματα, ὅπως ἔπραξε καὶ ὁ ῞Αγιος Μᾶρκος, καλεῖται «᾿Αποτείχισις», ἡ ὁποία μάλιστα ἐφαρμόζεται ἀκόμη καὶ «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως», δηλαδὴ καὶ «προτοῦ νὰ γένῃ ἀκόμη συνοδικὴ κρίσις περὶ τῆς αἱρέσεως ταύτης» καὶ τοῦ αἱρετικοῦ, ὅπως διευκρινίζει ὁ ῞Οσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης. Οἱ «ἀποσχίζοντες», δηλαδὴ οἱ «χωρίζοντες ἑαυτοὺς τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας», χαρακτηρίζονται ὡς «ἀποτειχιζόμενοι», διότι τὸ «τεῖχος» τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Αληθείας προστατεύει καὶ χωρίζει πλέον αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ἑτεροδόξους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτὸς. ῾Η σωτήριος αὐτὴ «᾿Αποτείχισις» ἀποτελεῖ μέρος τοῦ γενικωτέρου ἀγῶνος τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως. ᾿Εκεῖνοι, ποὺ καταπολεμοῦν καὶ ἀποκρούουν μίαν αἵρεσι καὶ ὑπερασπίζονται τὴν ᾿Αλήθεια τῆς ᾿Ορθοδοξίας, λέγονται «᾿Ενιστάμενοι», διότι ἐνίστανται, δηλαδὴ ἀγωνίζονται ὀρθοδόξως, νομίμως καὶ θεαρέστως ὑπὲρ τῆς ῾Αγίας Πίστεως καὶ γιὰ νὰ ἀπαλλάξουν «ἀπὸ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ᾿Εκκλησίαν». 


Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες - καὶ μάλιστα ὁ ῞Οσιος Θεόδωρος Στουδίτης - λέγουν, ὅτι «πᾶς ὁ ὑπὲρ τῆς ᾿Αληθείας ἐνιστάμενος» εἶναι ἀγωνιστὴς τοῦ καλοῦ ἀγῶνος «τῆς ὀρθοδόξου καὶ θεαρέστου ἐνστάσεως»· καὶ γιὰ τὸν λόγο τοῦτον λογίζεται ὡς «ὁμολογητὴς πᾶς ὁ ἐνιστάμενος» κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Κατὰ τοὺς ῾Αγίους Πατέρας, ἡ περίοδος τοῦ ὀρθοδόξου ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος εἶναι «καιρὸς ῾Ομολογίας, καιρὸς ἐνστάσεως, καιρὸς ἀθλήσεως, τυχὸν καὶ ἄλλων παθημάτων· ἀλλὰ καὶ στεφάνων καὶ δόξης ἐπουρανίου». ῾Η ἔννοια ἑπομένως τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως περιλαμβάνει τὴν «᾿Αποτείχισιν», ἀλλὰ δὲν ἐξαντλεῖ. Απαιτεῖται ἕνας συνεχὴς ἀγών, μία - κατὰ τὸν Μέγαν Βασίλειο - «καρτερὰ καὶ ἀνένδοτος ἔνστασις» «ὑπὲρ τῆς ᾿Αληθείας», ἡ ὁποία ἀρχίζει πρακτικῶς μὲ τὴν «᾿Αποτείχισιν», συνεχίζεται μὲ τὴν διακήρυξι τῆς ᾿Αληθείας καὶ τὴν ἀναίρεσι τῆς πλάνης, ὁλοκληρώνεται δὲ μὲ τὴν κατάκρισι τῆς αἱρέσεως καὶ τῶν ἀμετανοήτων αἱρετικῶν ὑπὸ ᾿Ορθοδόξου Συνόδου. Ένα ακόμη παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία θὰ συμβάλη μὲ πρακτικὸ τρόπο στὴν βαθύτερη κατανόησι τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως καὶ ᾿Απειτειχίσεως. 


῎Ας μεταφερθοῦμε στὴν Κωνσταντινούπολι ἐπὶ πατριαρχείας Νεστορίου (428-431). Σὲ μία ᾿Εκκλησία τῆς Βασιλευούσης, κατὰ τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας, ὁ ἐπίσκοπος Δωρόθεος, παρουσίᾳ τοῦ Νεστορίου, ἀπετόλμησε «μεγάλῃ τῇ φωνῇ» νὰ διακηρύξη τὴν δεινὴ αἵρεσί του56. Τὶ ἐπηκολούθησε; Εὐθὺς ἀμέσως «γέγονε κραυγὴ μεγάλη παρὰ παντὸς τοῦ λαοῦ καὶ ἐκδρομή», δηλαδὴ ἔξοδος ὁμαδικὴ καὶ ὁρμητικὴ ἀπὸ τὸν Ναό. «῏Ην ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπίσκοπος ὀνόματι Δωρόθεος, τὰ αὐτὰ φρονῶν αὐτῷ (τῷ Νεστορίῳ), ἀνὴρ χρειοκόλαξ, καὶ προπετὴς χείλεσι, καθὼς γέγραπται· ὃς ἐν συνάξει, καθεζομένου ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς ἐκκλησίας τοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως εὐλαβεστάτου Νεστορίου, ἀναστὰς μεγάλῃ τῇ φωνῇ τετόλμηκεν εἰπεῖν· εἴ τις Θεοτόκον εἶναι λέγει τὴν Μαρίαν, οὗτος ἀνάθεμα ἔστω» (῾Αγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας, PG τ. 77, στλ. 81Β / Σ.Μ.Π.Σ., τ. Α´, σελ. 443β, ᾿Επιστολὴ ΙΑ´ «Τῷ ὁσιωτάτῳ καὶ θεοφιλεστάτῳ Πατρὶ Κελεστίνῳ (Ρώμης)». ῾Η «ἐκδρομή», ἡ αὐθόρμητη αὐτὴ ἔξοδος καὶ ἀπομάκρυνσις τῶν εὐσεβῶν ἀπὸ τὸν τόπο τῆς κηρύξεως τῆς νεστοριανικῆς αἱρέσεως καὶ ὁ ἀποχωρισμὸς ἀπὸ τὸν αἱρετικό, ἐκφράζει ἄριστα τὴν ἔννοια τῆς «᾿Αποτειχίσεως». 


Στὸ ἑξῆς οἱ ᾿Ορθόδοξοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἤθελαν νὰ κοινωνοῦν ἐκκλησιαστικῶς μὲ τοὺς Νεστοριανούς, μέχρι καὶ τοῦ σημείου νὰ μὴν ἐκκλησιάζωνται πλέον στοὺς Ναοὺς τῆς Πόλεως, φοβούμενοι - ὅπως ἔγραφε ὁ ῾Αγιώτατος Πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας Κύριλλος - φοβούμενοι νὰ μὴ βλαφθοῦν. ᾿Απὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἄρχισε ὁ ἀγὼν τῆς «᾿Ορθοδόξου καὶ Θεαρέστου ᾿Ενστάσεως»· ἐστοίχισε βεβαίως διωγμοὺς καὶ βασανιστήρια καὶ στερήσεις, ἀλλὰ εἶχε αἴσιο πέρας, δηλαδὴ τὴν σύγκλησι τῆς Γ´ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία διεσάφησε καὶ διεκήρυξε τὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Αλήθεια καὶ ἀναθεμάτισε τὴν αἵρεσι καὶ τὸν αἱρεσιάρχη Νεστόριο. ῎Ετσι συνέβαινε καὶ μὲ κάθε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο: ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως καὶ ᾿Αποτειχίσεως. Ήδη έχω τελειώσει τὸ πρῶτο μέρος τῆς Εἰσηγήσεώς μου καὶ συνοψίζω τὰ συμπεράσματα ὡς ἑξῆς: λαοῦ, καὶ ἐκδρομή· οὐ γὰρ ἤθελον ἔτι κοινωνεῖν αὐτοῖς τοιαῦτα φρονοῦσιν· ὥστε καὶ νῦν ἀποσυνάκτους εἶναι τοὺς λαοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πλὴν ὀλίγων ἐλαφροτέρων, καὶ τῶν κολακευόντων αὐτόν· τὰ δὲ Μοναστήρια σχεδὸν ἅπαντα, καὶ οἱ τούτων ἀρχιμανδρῖται, καὶ τῆς συγκλήτου πολλοὶ οὐ συνάγονται, δεδιότες μὴ ἀδικηθῶσιν εἰς πίστιν αὐτοῦ, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, πάντων λαλούντων τὰ διεστραμμένα» (῾Αγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας, PG τ. 77, στλ. 81BC, ἔνθ᾿ ἀνωτ.). 


Ο Οἰκουμενισμὸς εἶναι ὄντως αἵρεσις, ἐκκλησιολογικὴ αἵρεσις, ἔναντι τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται νὰ τηρηθῆ ἡ ᾿Ορθόδοξος ῎Ενστασις καὶ ᾿Αποτείχισις· καὶ τοῦτο, διότι - κατὰ τοὺς ῾Αγίους Πατέρας τῆς Ζ´ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου - «ἡ αἵρεσις χωρίζει ἀπὸ τῆς ᾿Εκκλησίας πάντα ἄνθρωπον». Δεύτερον· ματαίως κατηγοροῦνται οἱ ᾿Ορθόδο- ξοι ἀντιοικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου, ὅτι δῆθεν ἐξέρχονται τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀποτειχιζόμενοι ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστάς· διότι ᾿Αποτείχισις δὲν σημαίνει ἀπομάκρυνσις, ἀλλὰ προσέγγισις πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀσφάλεια ἐντὸς τῶν ἀδαμαντίνων τειχῶν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Αληθείας· ἀντιθέτως δέ, ὁ αἱρετικὸς μὲ τὴν πλάνη του χωρίζεται ἀπὸ τὸν Σωτῆρα μας Χριστό, ποὺ εἶναι «῾Η ᾿Αλήθεια» καὶ ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία Του, ποὺ εἶναι «Στῦλος καὶ ῾Εδραίωμα τῆς ᾿Αληθείας». Τρίτον· ἐκεῖνοι ποὺ ὑποστηρίζουν, ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ κοινωνοῦν μὲ τοὺς Οἰκουμενιστάς, ἀφ᾿ ἑνὸς εἶναι ἀσυνεπεῖς, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲν βοηθοῦν οὐσιαστικὰ τὴν ᾿Εκκλησία νὰ ἐξέλθη τῆς κρίσεως, ἐφ᾿ ὅσον δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς ῾Αγίους Πατέρας. Δὲν μιμοῦνται, λόγου χάριν, τὸν ῞Αγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε τὴν κοινωνία μὲ τὸν Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως οὔτε καὶ στὴν κηδεία του, «οὔτε ἐπὶ τῆς ζωῆς (αὐτοῦ), οὔτε μετὰ θάνατον». 


᾿Επίσης δὲν μιμοῦνται τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος διέκοψε τὴν κοινωνία μὲ τὸν ἐπίσης, Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωάννη Καλέκα (1334-1347), ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ἐφυλακίσθη, ὑβρίσθη καὶ ἀνεθεματίσθη. Ζ´ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi τ. 12, στλ. 1022CD (Σ.Μ.Π.Σ., τ. Β´, σελ. 733α, Πρᾶξις Α´). 59. ᾿Ιωάν. ιδ´ 6. 60. Α´ Τιμοθ. γ´ . Τοιαῦτα βεβαίως ἀναθέματα ὄχι μόνον δὲν ἰσχύουν, ἀλλὰ εἶναι δόξα καὶ τιμὴ γιὰ τοὺς ᾿Ενισταμένους κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ταυτοχρόνως δὲ ἀποτελοῦν ἐγγύησι τῆς ὀρθῆς πορείας καὶ τῆς νομιμότητος τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος των. 





Οἱ πατριαρχικοὶ ἀποκαλοῦσαν τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο «στασιαστὴν» καὶ κατέκριναν αὐτὸν 

«μετὰ τῶν ἀποστατῶν καὶ δεσμωτῶν συντετάχθαι», 

τοὺς δὲ ὁμόφρονάς του θεωροῦσαν ὡς «ἀπειθεῖς», «ἀνυποτάκτους» καὶ «ἀποτροπαίους»

 (῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα, τ. Β´, σελ. 541 [Β´ Πρὸς Μακάριον, § 4], σελ. 595

 [᾿Αναίρεσις γράμματος Καλέκα, § 13], Π. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1966).

 «῏Ην ποτε φευκτὸν καὶ φοβερὸν τὸ ἀνάθεμα, ὅτε κατὰ τῶν ἐνόχων τῆς ἀσεβείας, ὑπὲρ τῶν τῆς εὐσεβείας κηρύκων, ἐφέρετο»· 

ἀφοῦ ὅμως ἐστράφη «κατὰ τῶν προμάχων τῆς ᾿Ορθοδοξίας», «εἰς μύθους καὶ παίγνια μεταπέπτωκε, 

μᾶλλον δέ, τοῖς εὐσεβέσι καὶ αἱρετὸν παρεσκεύασται», ἐφ᾿ ὅσον εἰς αὐτοὺς «στεφάνους ἀκηράτους, 

καὶ ἀθάνατον δόξαν, ἀντὶ ποινῆς, ἀπεργάζεται. 

Δι᾿ ὃ καὶ ἕκαστος τῶν εὐσεβῶν καὶ ἁγίων, ὑπ᾿ αὐτῶν ἠλλοτριωμένων Χριστοῦ, μυριάκις

 αἱρεῖται προπηλακίζεσθαι, καὶ ἀναθεματίζεσθαι», παρὰ νὰ κοινωνήση μὲ αἱρετικοὺς 

(Μ. Φωτίου, PG τ. 102, στλ. 833ΑΒC / ᾿Επιστολὴ ΙΖ´ «᾿Ιγνατίῳ Μητροπολίτῃ Κλαυδιουπόλεως», Å.L.ÉÉ).





Απόσπασμα εκ του βιβλίου του 
Μακαριστού Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού
''Η Αίρεσις του Οικουμενισμού και η Πατερική Στάσις των Ορθοδόξων'' 1998
  Έχουν αφαιρεθεί οι σχετικές παραπομπές με ευθύνη δική μας,
 προκειμένου το κείμενο να είναι πιο ευανάγνωστο. Όλο το βιβλίο ΕΔΩ
 Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Μακαριστός Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'


Σάββατο 4 Απριλίου 2015

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΝΔΡΙΑΝΟ ΤΟΝ ΣΙΝΑΙΤΗ



Περιοδικό ¨Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ¨ Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1994

 


Προ μηνών ο γνωστός πνευματικός της Σιναϊτικής ερήμου π. Ανδριανός,

 απεκήρυξε τον οικουμενισμόν του νέου ημερολογίου και προσεχώρησε εις την Εκκλησίαν του παλαιού,

αφού διεπίστωσε και εμπράκτως τις κακοδοξίες των σημερινών επισκόπων της «Ορθοδοξίας».

Αυτό, ως ήτο φυσικόν,

δεν άρεσε σε πολλούς του νέου ημερολογίου, κληρικούς και λαϊκούς θεολόγους,

καθότι ελέγχει την πορεία τους και τους αφήνει ακάλυπτους ενώπιον των πνευματικών τους τέκνων,

τα οποία δικαίως θα διερωτώνται τι συμβαίνει.

Δια τούτο το περιοδικόν «ο Σταυρός» έγραψε εκτενές σχόλιο (Αύγ. 94, σελ. 134),

παρατηρών δια τον π. Ανδριανόν,

ότι «δεν εξήντλησε τα μέσα».

Κατά την γνώμην του συντάκτου έπρεπε προτού διακόψει κοινωνίαν με την Εκκλησίαν του νέου 

«να έστελνε εγκυκλίους επιστολάς προς τους απανταχού γης ευρισκομένους χριστιανούς,

στις οποίες θα στηλίτευε την απόκλισι προς τον οικουμενισμόν των προσώπων εκείνων 

που θα έπρεπε να είναι φρουροί της ορθοδόξου πίστεως».


Η πρότασις του συντάκτου περί γραπτής διαμαρτυρίας εφηρμόσθη κατά κόρον από τους αγωνισθέντας προ ικανών ετών κατά της κακοδοξίας,και ουδέν αποτέλεσμα έφερε· μόνο η διακοπή κοινωνίας τους ενοχλεί και τους αποκαλύπτει.Έτσι ο π. Ανδριανός προτίμησε την οδόν της πράξεως.Προς τούτο επεσκέφθη Αυστραλίαν και Καναδά όπου ανθεί ο απόδημος Ελληνισμός,προκειμένου να στηλιτεύση την αίρεσιν.Το αποτέλεσμα; Τον εξεδίωξαν αμέσως οι «ορθόδοξοι» αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι των περιοχών!Γι΄ αυτό,επειδή διεπίστωσε,ότι έχουν πια πορωθή,κατά τον λόγον του θείου Παύλου,απεφάσισε να ασφαλισθή δια της αποτειχίσεως και προσχωρήσεως εις τας τάξεις των Παλαιοημερολογιτών.Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης,τον οποίον αναφέρει «ο Σταυρός»,ως αγωνιστήν «εντός της Εκκλησίας»,μόνο δια το θέμα του παρανόμου γάμου του αυτοκράτορος εφήρμοσε οικονομίαν αρκούντως αυστηράν,διακόψας κοινωνίαν με όλους τους πρωταιτίους της μοιχοζευξίας και τους κοινωνούντας αυτοίς.


Στην περίοδον όμως της εικονομαχικής αιρέσεως η διακοπή της κοινωνίας ήτο καθολική· ουδείς εικονόφιλος εκοινώνει με τους εικονομάχους,καθόσον τα μέτωπα ήσαν χωρισμένα και πας ομολογών πίστιν και σεβασμόν προς τας αγίας εικόνας εδιώκετο απηνώς.Και ταύτα μεν εις την εκκλησίαν του Βυζαντίου.Υπήρχον όμως άλλαι τοπικαί εκκλησίαι και πατριαρχεία,που δεν μετείχαν της αιρέσεως και τα οποία εκοινώνουν με τους εικονοφίλους.Σήμερα,όμως τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα της εικονομαχικής περιόδου.Η πενταρχία των πατριαρχείων και όλαι αι αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι κοινωνούν και συνεργάζονται μεταξύ των διώκουσαι τους ενισταμένους κατά της αιρέσεως του Οικουμενισμού.Συνεπώς η μόνη οδός που απομένει,δι΄ όποιον θέλει να μείνει αμέτοχος της αιρέσεως και κατακρίτου κοινωνίας,είναι η οδός της αποτειχίσεως και η κοινωνία του με τας εκκλησίας του παλαιού ημερολογίου. Την ανωτέρω στάσιν επικροτεί η παλιά της Ορθοδοξίας παράδοσις και οι ιεροί Κανόνες,οι οποίοι θεωρούν «αξίους τιμής» τους ούτως ενεργούντας!


Δυστυχώς οι συντάκται του «Σταυρού»,παρά τα γραφέντα επί μίαν τριακονταετίαν,επιμένουν ότι μπορεί να είναι ορθόδοξοι,ως οι ομολογηταί του παρελθόντος,και συγχρόνως να κοινωνούν με όλας τας εκκλησίας που κακοδοξούν ή κοινωνούν με την κακοδοξίαν! Αυτό το αποκαλούν αγώνα «εντός των τειχών της Εκκλησίας»,ενώ σημαίνει ακριβώς το αντίθετον· ευρίσκονται εντός της κακοδοξίας και εκτός αληθείας! Και κάποιοι ηγούμενοι επί αγίου Θεοδώρου,έχοντες τα μοναστήρια τους και μνημονεύοντες των αιρετικών, ενόμιζον ότι πράττουν έργον θεάρεστον και διακριτικόν,ὀπως οι συντάκται του «Σταυρού»,προς τους οποίους έγραψε ο Όσιος Πατήρ: «Και τώρα δέξαι με,τιμιώτατε πάτερ,ομιλούντα πιο ελεύθερα. Δεν τυγχάνεις εκτός ευθύνης,το να συλληφθής δηλαδή από ανθρώπους του βασιλέως και να παραμείνης παρά ταύτα ελεύθερο;...


Εάν η οσιότης σου ουδέν έπαθε εκ των ανωτέρω (των βασάνων δηλαδή που υπεβάλοντο οι πιστοί),μετά την σύλληψιν, συγχώρα με,αλλά επλανήθης αδελφέ.Και μη μου δικαιολογήσαι πως διατηρείς ασφαλείς τας εκκλησίας και τας αγιογραφίας των ναών,ως και το μνημόσυνον του πατριάρχου.Τα παρόμοια και άλλοι πεπτωκότες φλυαρούσιν.Τα ανωτέρω δεν δύνανται να διατηρηθούν,εκτός εάν εγένετο προδοσία της ορθοδόξου ομολογίας. Διότι σε παρακαλώ,ποία η ωφέλεια,όταν εμείς που λεγόμεθα και είμεθα ναός Θεού έχουμε καταστραφή (δια της μη ομολογίας) με το να περιποιούμεθα αψύχους ναούς...Αλλοίμονον,άλλοι να αποθνήσκουν,άλλοι να εξωρίζονται,άλλοι να μαστιγώνονται,άλλοι να φυλακίζωνται,άλλους να φιλοξενούν τα όρη,αι ερημίαι,οι βράχοι και τα σπήλαια,και εμείς διαμένοντες στα σπίτια μας να νομίζωμεν ότι θα παραμείνωμεν αβλαβείς. Ουδόλως...Ταύτα είπα από αγάπη προς σε και ως υπενθύμισιν,ότι οι τα τοιαύτα πράττοντες είναι άξιοι τιμωρίας… (P.G. 99, 1365 AC). 


Και προς τον ηγούμενον Θεόφιλον: «...Και συ,ω τρισάθλιε, εαλωκώς τη ψυχοφθόρω κοινωνία, και μένων εις το ολετήριον, επ΄ αν ούτως, αλλ΄ ου μοναστήριον, λέγεις ευ έχειν... Τίνας δε και αδελφούς εφυλάξω,διεφθορότας τη ολεθρία σου κοινωνία,καν εν βρώμασι; Σκάνδαλον του κόσμου, υπόδειγμα αρνήσεως,προτροπή απωλείας,σάρξ αλλ΄ου πνεύμα,σκοτήρ, αλλ΄ ου φωστήρ…»(Αυτ.1337 C).Ιδού,πως εσκέπτοντο και ενεργούσαν οι αληθινοί πατέρες του παρελθόντος και μάλιστα ο μέγας Θεόδωρος,τον οποίον ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς θεωρεί,ως τον «ατρόμητον ομολογητήν των θεανθρωπίνων αληθειών».Μακάριοι οι ταπεινώς μιμούμενοι την πορείαν του· δυστυχείς δε αληθώς οι διαστρέφοντες τους λόγους του,προκειμένου να δικαιολογήσουν την παραμονήν τους εις την αίρεσιν...

 


Περιοδικό ¨Ο ΣΤΑΥΡΟΣ¨ Αριθμός τεύχους 391 Νοέμριος-Δεκέμβριος 1994

 

Ο ακολουθών το παλαιό ημερολόγιο,ιερομόναχος π. Θεοδώρητος Μαύρος ήσκησε κριτική στο σχόλιό μας υπό τον τίτλο «Δεν εξήντλησε τα μέσα» (τεύχ. Αυγούστου 1994 σελ. 134). Το σχόλιο αυτό αναφερόταν στο πρόσωπο του γνωστού πνευματικού της Σιναϊτικής ερήμου π. Ανδριανού, ο οποίος εγκατέλειψε την πνευματική εκείνη έπαλξι και προσεχώρησε στην συμπαθή παλαιοημερολογιτική ομάδα του Φυλής και Ωρωπού π. Κυπριανού. Η κριτική του δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αγιορείτης» (τεύχ. 8), που ο ίδιος εκδίδει υπό τον τίτλο «Ποιοί είναι ¨εντός Εκκλησίας¨». Στο κείμενό του αυτό ο π. Θεοδώρητος χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από επιστολές του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου προσπαθεί να αποδείξη «ποιοί ευρίσκονται εντός της κακοδοξίας και εκτός της αληθείας». Και αυτοί κατά την γνώμη του είμεθα οι ακολουθούντες το νέο ημερολόγιο. Kατ΄ αρχάς σκεφθήκαμε να ανταπαντήσουμε επί του θεωρητικού πεδίου. Επειδή όμως ο λόγος έχει αντίλογον, γι΄ αυτό αποφύγαμε αυτόν τον πειρασμό.


Εξ άλλου ο ίδιος ο π. Θεοδώρητος προς το τέλος του ανωτέρω κειμένου του αναιρεί τα γραφόμενά του,αφού εις επίρρωσιν των λεγομένων του χρησιμοποιεί γνώμην του μεγάλου Σέρβου θεολόγου του αιώνος μας,του μακαριστού π. Ιουστίνου Πόποβιτς, γράφων τα εξής.«Ιδού, πως εσκέπτοντο και ενεργούσαν οι αληθινοί πατέρες του παρελθόντος και μάλιστα ο μέγας Θεόδωρος, τον οποίον ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς θεωρεί, ως τον ¨ατρόμητον ομολογητήν των θεανθρωπίνων αληθειών¨». Αυτοαπάντησις. Θα ήτο ίσως αρκετό να σταματήσουμε εδώ και να μη συνεχίσουμε την ανάπτυξι των σκέψεών μας, αφού η παρατεθείσα περικοπή αποτελεί, για όσους ξέρουν πρόσωπα και πράγματα, αυτοαπάντησιν στον π. Θεοδώρητο. Για εκείνους όμως,που αγνοούν το πρόσωπο του π. Ιουστίνου Πόποβιτς, σημειώνουμε τα ακόλουθα. Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς είχε μελετήσει όσον πολύ λίγοι τους πατέρες της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και μάλιστα τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη.


Θα περιμέναμε δε, επειδή ο αοίδιμος συνεδύαζε στη ζωή του θεωρία και πράξι, να είχε αποτειχισθή, και να μην είχε κοινωνία,ούτε με το πατριαρχείο της Σερβικής Εκκλησίας,ούτε κατ΄ ακολουθίαν με τα άλλα πατριαρχεία. Εν τούτοις δεν αποτειχίσθηκε, αλλ΄ έδωσε τη μάχη του εντός των κόλπων της Εκκλησίας πολεμώντας εκ των πρώτων την αίρεσι του οικουμενισμού και χαρακτηρίζοντάς την, ως «παναίρεσιν». Να υποθέσουμε, ότι ο π. Ιουστίνος δεν κατενόησε το βαθύτερο νόημα των λόγων και των έργων του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, του «ατρομήτου αυτού ομολογητού των θεανθρωπίνων αληθειών»; Δεν τολμούμε να ψελλίσουμε τέτοια βλασφημία. Ύστερα ο Κύριος χάρισε στην Εκκλησία μας και «ορώντας», μεταξύ των οποίων ήσαν και οι αείμνηστοι γέροντες Πορφύριος και Παϊσιος. Οι χαριτωμένοι αυτοί γέροντες ποτέ δεν συνεβούλευσαν τους ακολουθούντας το νέο ημερολόγιο,να αποτειχισθούν «ασφαλιζόμενοι δια της αποτειχίσεως και προσχωρήσεως εις τας τάξεις των Παλαιοημερολογιτών».


Ο λόγος είνε αυτονόητος. Ας έλθουμε όμως και σ΄ εκείνους τους γέροντες,που έχουν το χάρισμα του πνευματικού. Υπάρχουν παλαιοημερολογίτες πνευματικοί, που εξομολογούν πιστούς νεοημερολογίτας χωρίς να τους θεωρούν αιρετικούς και να τους υποχρεώνουν να αποτειχισθούν. Και για να μη δημιουργήσουμε προστριβές στις συμπαθέστατες τάξεις των παλαιοημερολογιτών, αναφερόμεθα σε δύο κεκοιμημένους πνευματικούς, τον π. Νεόφυτο Καλοφούντη και τον π. Νήφωνα Αστυφίδη, οι οποίοι κάτω από το πετραχήλι τους ανέπαυσαν πολλές ψυχές νεοημερολογιτών. Ο π. Νεόφυτος μάλιστα κατά τα πρώτα έτη του σχίσματος ακολουθούσε αυστηρή τακτική έναντι των νεοημερολογιτών και δεν τους εδέχετο στην εξομολόγησι, μέχρις ότου τον επετίμησε ο ίδιος ο Κύριος λέγων· «Γιατί διώχνεις τα παιδιά μου;».


Περικόπτοντας τις σκέψεις μας αυτό έχουμε εν κατακλείδι να πούμε στον αγαπητό μας π. Θεοδώρητο,ο οποίος ομολογουμένως επί 30 χρόνια αγωνίζεται και με την γραφίδα του υπέρ των ιερών της πίστεώς μας· Σεβαστέ μας πάτερ· ο π. Ιουστίνος και οι άλλοι πατέρες δεν θεώρησαν,ως ασφάλεια της σωτηρίας των νεοημερολογιτών την αποτείχισί τους από την Εκκλησία και την ένταξή τους σε κάποια από τις τάξεις των παλαιοημερολογιτών,όπως έκανε ο π. Ανδριανός. Δεν γνωρίζουμε, αν αυτό σας απησχόλησε ποτέ. Σεις, βέβαια, υποστηρίζετε αυτά που κάθε φορά γράφετε οπλισμένος με τη μόρφωσι, που αποκτήσατε μελετώντας την σκέψι των πατέρων της Εκκλησίας μας. Μήπως, όμως εκτός από αυτό χρειάζεσθε και κάτι άλλο, το οποίο θα εναρμονίση μέσα σας την σκέψι των Πατέρων με την θεοφιλή βιοτήν των προμνημονευθέντων αγίων ανδρών; Ερευνήστε το.
                                                

 Και η απάντηση του Ιερομονάχου π. Θεοδώρητου Μαύρου, Αγιορείτου

 

Αγαπητέ μοι κ. Σωτηρόπουλε, δεν θα επανερχόμουν, εάν δεν είχες σημειώσει στο σχόλιό σου («Ο Σταυρός», Δεκ. 94, σ. 198), μερικά ξένα προς την Παράδοσιν της Ορθοδοξίας μας. Στο ανωτέρω σχόλιον θαυμάζεις τους «ορώντας», όπως τους αποκαλείς, δηλαδή τους προορατικούς, ως λένε οι πολλοί, όπως τον π. Παϊσιον, π. Πορφύριον και άλλους. Και τονίζεις εν συνεχεία, ότι οι ανωτέρω Γέροντες ουδέποτε συνεβούλευσαν τους πιστούς του νέου ν΄ ακολουθήσουν το παλαιόν ημερολόγιον. Γιατί, μήπως τους συνεβούλευσαν ποτέ κάτι, που να τους προστατεύη από τας αντορθοδόξους ενεργείας του Οικουμενικού πατριάρχου και των δορυφόρων του; Ουδέποτε! Δια θέματα πίστεως ετήρουν σιγήν, σιγήν ένοχον και κατάκριτον κατά τους αγίους Πατέρας. Ωμίλουν, όμως κατά κόρον περί προσευχής και ελεημοσύνης, πορευόμενοι χιλιόμετρα δια να βρουν ύδατα ποιότητος υπό την γην και κρυμμένους θησαυρούς (!), αδιαφορούντες δια τον συλούμενον θησαυρόν της Ορθοδοξίας υπό των δήθεν φυλάκων της!Δεν έχαναν δε ευκαιρίαν να προτρέπουν τους πιστούς να υπακούουν στην Εκκλησίαν, τον Οικουμενικόν δηλαδή πατριάρχην, τον Ιάκωβον Αμερικής, τον Παρθένιον Αλεξανδρείας, τον Σωτήριον Καναδά και τον Στυλιανόν Αυστραλίας και όλους τους κοινωνούντας με αυτούς. 


Σύμφωνα με την τακτική τους αυτή, ούτε εσύ έπρεπε να ελέγξης τον Αυστραλίας Στυλιανόν ή τον Σωτήριον Καναδά, όπως δεν το έπραξαν και οι «ορώντες» σου! Λησμονείς, ότι ο π. Παϊσιος ερωτηθείς υπό δημοσιογράφου «πως βλέπει την παρουσίαν του Βαρθολομαίου εις τον οικουμενικόν Θρόνον», του Βαρθολομαίου επαναλαμβάνω, του αφορίσαντός σε, απήντησε μετά σοβαρότητος· «Ο Θεός οικονόμησε αυτά τα δύσκολα χρόνια τον καλύτερον πατριάρχην»!! (Καθημερινή 27.11. ΄93). Ασφαλώς και συ, αγαπητέ Νικόλαε, θα ντρέπεσαι για λογαριασμό του... «ορώντος»! Σου υπενθυμίζω επίσης, ότι οι Αγιορείται πατέρες που στήριξαν τον Στυλιανόν Αυστραλίας στις κακοδοξίες του, από αυτούς τους «ορώντες» έπαιρναν την ευλογίαν!Μήπως μέχρι σήμερα την αυτήν τακτικήν δεν ακολουθούν οι επίσκοποι και κληρικοί του Νέου, αιρετικούς αποκαλούντες τους παλαιοημερολογίτας, ενώ συγχρόνως αγκαλιάζουν τους πράγματι αιρετικούς παπικούς (και μόνον αυτούς;), θεωρούντες μεγάλη τους τιμή να συλλειτουργήσουν με τον αρχιοικουμενιστήν και λατινόφρονα Βαρθολομαίον,ή μετά του συμπροσευχηθέντος και με πυρολάτρας ακόμη στην Ασσίζη, Μεθόδιον Φούγιαν;


Είναι ποτέ δυνατόν αυτοί οι «ορώντες», που αδιαφορούν για τις ανωτέρω κακοδοξίες ν΄ αποτελούν κριτήριον Ορθοδοξίας; Δεν βλέπεις,ότι είχον γίνει παίγνιον του Πονηρού,αφού τίποτα από τα λεγόμενά τους δεν εναρμονίζεται προς τον Πατερικόν, αντιαιρετικόν λόγον, ενόμενοι αιτία να παραμένουν τόσαι ψυχαί εις την κοινωνίαν της αιρέσεως; Δεν ενθυμείσαι, ότι και εις το παρελθόν μερικοί πράγματι άγιοι ηκολούθησαν εν τη απλότητί τους, την αίρεσιν, χωρίς όμως να τους μιμηθούν στην πορεία τους την ολισθηράν οι τότε φωστήρες της Εκκλησίας, ομολογηταί πατέρες; Αναλογίσου την «ευγένειαν» και «καλωσύνην» των συγχρόνων αιρετικών, Χιλιαστών και Προτεσταντών, Ευαγγελικών, Πεντηκοστιανών κλπ. ιδίως των διδασκάλων των. Γιατί δεν μας συγκινεί καθόλου αυτή τους η «ευγένεια»;Διότι γνωρίζομεν,ότι έχουν σαθρά δόγματα και διδασκαλίας. Κάτι παρόμοιον πρέπει να πράξωμεν και με τους λόγους τών «ορώντων». Εφ΄ όσον έρχονται σε κραυγαλέαν αντίθεσιν προς την σεβασμίαν Παράδοσιν της Ορθοδοξίας, δεν θα πρέπει να δώσωμεν καμμία προσοχή στους λόγους τους. Θα πρέπει να τους βλέπουμε, ως παγίδες προς απώλειαν απλών ψυχών, υπέρ ων Χριστός απέθανε!


Συνεπώς για θέματα πίστεως και ομολογίας, δεν θα πρέπει να εξετάζωμεν, ποίαν οδόν τηρεί ή ετήρησεν ο π. Ιουστίνος ή ο π. Πορφύριος,αλλά, ποία πρέπει να τηρηθή σύμφωνα προς τους Ιερούς Κανόνας. Γι΄ αυτό λέγονται και κανόνες, ώστε να κανονίζωμεν εαυτούς προς τα υπ΄ αυτών εντελλόμενα. Αναφορικώς δε προς τον παλαιοημερολογίτην π. Νεόφυτον, που όπως γράφεις, «ακολουθούσε αυστηρή τακτική έναντι των νεοημερολογιτών και δεν τους εδέχετο εις την εξομολόγησιν, μέχρις, ότου τον επιτίμησεν ο ίδιος ο Κύριος λέγων· «Γιατί διώχνεις τα παιδιά μου;», έχω να παρατηρήσω τα εξής. Με τα ανωτέρω επικροτείς και συ, ότι ο π. Νεόφυτος ήτο εντός της Εκκλησίας, αφού ο ίδιος ο Κύριος τον προτρέπει να δέχεται τα παιδιά Του, και όχι μόνον ο π. Νεόφυτος, αλλά και όλοι, που μιμούνται την εκκλησιαστικήν πορείαν του καλού αυτού πνευματικού!


Για τα ανωτέρω θα μου αντείπεις ασφαλώς: Και που θα πάμε π. Θεοδώρητε; Δεν βλέπεις, πόσες παρατάξεις είναι οι Παλαιοημερολογίται; Συμφωνώ, ότι αι διαιρέσεις των συνιστούν και την «αχίλλειον πτέρνα» των, αλλ΄ ουδόλως δέχομαι ως λογικόν και θεολογικόν επιχείρημα της εν λόγω ένστασίν σου και ιδού διατί: Υποθέσωμεν, ότι δεν υπήρχαν οι παλαιοημερολογίται· τί θα έπρεπε να πράξουν οι νεοημερολογίται; Να κοινωνούν αδιαφόρως και συνεχώς με την κακοδοξίαν, ανεχόμενοι τα πάντα, ως πράττουν σήμερα; Και κάτι άλλο: κατά την γνώμη σου, ΠΟΤΕ θα πρέπει να διακόψουν κοινωνίαν με τους κακοδοξούντας οι νεοημερολογίται κληρικοί και λαϊκοί; ΤΙ ΑΛΛΟ, κατά την κρίσιν σου, πρέπει να πράξουν οι Οικουμενισταί, ώστε οι «συντηρητικοί»,ως αποκαλούνται,επίσκοποι και κληρικοί,να τους αποκηρύξουν; Με προτρέπεις να ερευνήσω και να εύρω κάτι «που θα εναρμονίση μέσα μου την σκέψιν των Πατέρων με την θεοφιλή βιοτήν των «ορώντων». Αδυνατώ να το εύρω! Και τούτο, διότι ο λόγος και η πράξις των αγίων Πατέρων ήσαν της αυτής συχνότητος· εδίδασκον πράττοντες και έπραττον διδάσκοντες.


Των «ορώντων», όμως, που θαυμάζεις, ο λόγος τους βρίσκεται σε τελείαν αντίθεσιν με την διδασκαλίαν των αγίων Πατέρων! Και τούτο, διότι οι άγιοι ετόνιζον, ότι «δεν δυνάμεθα να σωθώμεν, αν έχωμεν βίον ορθόν, αλλ΄ αμελώμεν των ορθών δογμάτων» (Χρυσόστ.ομ.ιγ΄.Γέν.). Μία άλλη, συνεπώς, εναρμόνισις μάς χρειάζεται· η του βίου μας με την αληθεύουσα διδασκαλίαν των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, εάν θέλωμεν να ανήκωμεν εις Αυτήν, καθόσον «οι της αληθείας, της Εκκλησίας εισίν» κατά τον μέγα Παλαμάν. Οι της αληθείας, λοιπόν, είναι της Εκκλησίας, και όχι οι κοινωνούντες με τα Ρωμέϊκα πατριαρχεία, ως συνεχώς τονίζεται.


 Πρέπει να το μάθουμε όλοι μας, ότι η Εκκλησία έχει μυστικά και μυστηριακά και όχι διοικητικά θεμέλια,

για να μη πάθωμεν αυτό που έπαθαν και οι Δυτικοί, που ακολούθησαν τον πάπα στις πλάνες,

για να μη βρεθούν εκτός Εκκλησίας!

Σου υπενθυμίζω επί τη ευκαιρία, ότι ήδη το πατριαρχείο Αντιοχείας εκοινώνησε με τους αιρετικούς Μονοφυσίτας

 και το γεγονός πέρασε απαρατήρητο!

Εις δε τον Ιερόν Ναόν Ζωοδόχου Πηγής Αθηνών (οδ. Ακαδημίας) λειτουργεί Μονοφυσίτης ιερεύς!

Αυτά δεν ενοχλούν τους επισκόπους του νέου, 

μόνο σπεύδουν να σφραγίσουν τον ιδιωτικόν Ναόν του π. Ανδριανού στην Ζάκυνθον,

διότι ηκολούθησε το πάτριον ημερολόγιον!

Σκέψου τα όλα αυτά, αγαπητέ Νικόλαε,

και προσευχήσου να σε ενισχύση ο Θεός, ν΄ ακολουθήσης την γραμμήν των αγίων Πατέρων μας,

διότι είναι πολύ θλιβερόν, ν΄ αγωνίζεσαι μια ζωή κατά των διαφόρων αιρετικών,

και τελικώς να ευρίσκεσαι σε κοινωνία μετά της «παναιρέσεως» του αιώνος μας,

τον Οικουμενισμόν!



Ένας διάλογος μεταξύ του π. Θεοδωρήτου Μαύρου και του κ. Νικολάου Σωτηροπούλου 
για την αποτείχιση του αειμνήστου,
οσίου Γέροντος Ανδριανού του Σιναίτη
του Γέροντα της Ερήμου.
Αντιγραφή από το ιστολόγιο ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΦΩΝΗ και αναδημοσίευση από το μπλοκ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ.
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Print Friendly and PDF