ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

Ο ΥΠΕΡΗΦΑΝΟΣ ΔΕΝ ΜΕΤΑΝΟΕΙ




Στα ησυχαστήρια των Κατουνακίων, στην Καλύβα «Γέννησις του Χριστού» με εγκράτεια και άσκηση ζούσε ο Μοναχός Ιλαρίων, σαν υποτακτικός στην Συνοδεία του Γέροντος Αρτεμίου και Παντελεήμονος Μοναχού. Ο Μοναχός Ιλαρίων είχε ευστροφία και ετοιμότητα στο μυαλό, ήταν εγκρατής και άκρως ασκητικός, είχε πολύ μελέτη στα Πατερικά βιβλία, έκανε τον Κανόνα του ανελλιπώς και απέφευγε τις συναντήσεις και συναναστροφές με τους άλλους ερημίτες Μοναχούς.


Σιγά, σιγά και χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει πίστεψε στην ιδέα και στο λογισμό του, ότι αυτός σαν έξυπνος και μελετηρός που ήταν, δεν είχε ανάγκη από τις συμβουλές των Πατέρων και γι' αυτό τους απέφευγε. Οι Πατέρες τον εκτιμούσαν για την εξυπνάδα του αυτή και τον θεωρούσαν, σαν μεγάλο εργάτη της αρετής και πραγματικά ήταν περιβόητος από όλους και φημισμένος σαν ενάρετος Μοναχός.


Εκεί κοντά, στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου» έμενε και με πραγματική ασκητική ζωή, αγωνίζονταν και ο πνευματικός και εξομολόγος Παπα - Ιγνάτιος, με τους επίσης ασκητικούς αδελφούς και υποτακτικούς του, Πατέρα Νεόφυτο και Παπα - Ιγνάτιο τον νεώτερον. Ο Πνευματικός Παπα - Ιγνάτιος παρακολουθούσε, από μακριά βέβαια, με πραγματικό πνευματικό ενδιαφέρον, τη ζωή του ερημίτη και ασκητή μοναχού Ιλαρίωνα, και μια μέρα που πήγε να τον επισκεφθεί άκουσε από έξω από το Καλύβι του να λέει ο Π. Ιλαρίων τα ρητά της αγίας Γραφής: «Τίς ό ανιστάμενός μοι, αντιστήσω μοι άμα», έλεγε και ξανάλεγε φωναχτά τα λόγια αυτά πολλές φορές.


Ο πνευματικός νόμισε πώς ο Π. Ιλαρίων μιλούσε με κανένα επισκέπτη αδελφό, ή κανένα γείτονα και γύρισε να φύγει. Τότε άκουσε πάλι τον Π. Ιλαρίωνα να λέει τα ίδια λόγια δυνατά και κτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα, χωρίς να παίρνει απάντηση από άλλον αδελφό. Έτσι κατάλαβε ότι κάτι το ιδιαίτερο θα συμβαίνει στον αδελφό και εξαναγκάστηκε να χτυπήσει την πόρτα του γείτονα του και αφού είπε το «Δι' ευχών των αγίων πατέρων...» και περίμενε λίγο να ακούσει «Αμήν», αλλά αντί για απάντηση άκουσε να του λέει ο Μοναχός Ιλαρίων «όποιος κι αν είσαι έλα μέσα δεν φοβάμαι κανέναν».


Ο Πνευματικός Παπα - Ιγνάτιος τότε έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα, φαίνεται έλειπαν οι άλλοι αδελφοί και ήταν ο Π. Ιλαρίων μόνος του, και υποδέχθηκε τον πνευματικό με τα ίδια λόγια: «Τίς ό ανιστάμενός μοι αντιστήσω μοι άμα». Ο πνευματικός κατάλαβε ότι πρόκειται για σατανική πλάνη και εωσφορική υπερηφάνεια, οπότε με επιτακτικό ύφος του είπε: «Και ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ που λες τέτοια πράγματα και φοβερίζεις;» 


Ο Μοναχός Ιλαρίων, προφανώς υπό την επήρεια του Σατανά βρισκόμενος, με στόμφο και αγριεμένη όψη, αλλά και με πολλή αυθάδεια στον πνευματικό είπε: «Εγώ είμαι η υπερηφάνεια» και σε ερώτηση του Πνευματικού: «Τι είναι και Τι θα πει υπερηφάνεια;» ο ταλαίπωρος εκείνος Μοναχός ή μάλλον ο δαίμονας πιεζόμενος από την αρετή και ταπείνωση του Πνευματικού, απάντησε και είπε: «Υπερηφάνεια είναι νους αμεταμέλητος» δηλαδή νους αμετανόητος και αδιόρθωτος. 


Ο Πνευματικός μετά από την απόκριση αυτή του δαιμονισμένου και φαντασμένου εκείνου μοναχού, άρχισε να κλαίει, να εξορκίζει τον δαίμονα και να παρακαλεί τον Μοναχό να εξομολογηθεί, να ταπεινωθεί και να μετανοήσει. Ο ταλαίπωρος εκείνος Μοναχός Ιλαρίων, δεν δέχονταν καμία συμβουλή από τον πνευματικό, ο οποίος με πολύ πόνο στην καρδιά και λύπη αφόρητη για την φοβερή εκείνη πλάνη του αδελφού Ιλαρίωνα, είπε τα λόγια αυτά της αγίας Γραφής: «Ανήρ ασύμβουλος καθ' εαυτού πολέμιος» (Σοφ. Σολομώντος) 


Αλίμονο δεν γνωρίζουν οι άνθρωποι και μάλιστα οι Μοναχοί ότι η σωτηρία γίνεται εν πολλή βουλή, δηλαδή όπως λέγει και ο άγιος Ηλίας ο Μηνιάτης «ήγουν σωτηρία γίνεται εν πολλή συμβουλή». Όταν είπε αυτά ο Πνευματικός έφυγε βαθύτατα συγκινημένος και λυπημένος και άρχισε να κάνει θερμή προσευχή στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό να λυπηθεί το πλάσμα των χειρών Του, να συγχωρέσει τον αδελφό Ιλαρίωνα και να του χαρίσει μετάνοια και ψυχική σωτηρία.


Ύστερα από αυτό με ενέργειες του Πνευματικού Παπα - Ιγνάτιου, πήγαν τον αδελφόν αυτόν στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα, που έχουν το χέρι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, για να θεραπευθεί, επειδή η Αγία αυτή έχει το χάρισμα να βγάνει τα δαιμόνια. Εκεί οι Πατέρες με πολλές παρακλήσεις και θείες Λειτουργίες και ακατάπαυστη προσευχή, βοήθησαν τον αδελφό Ιλαρίωνα, ο οποίος μετανοιωμένος και κάπως διορθωμένος κοιμήθηκε στο Μοναστήρι αυτό το 1955 σωτήριο έτος.






ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ



ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Δ' - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1992

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ Ο ΠΛΗΣΙΟΝ ΕΣΤΙ




Κάποιος πολύ γέρος Ερημίτης αρρώστησε και βασανιζόταν μόνος του, γιατί δεν βρισκόταν σ΄εκείνη την ερημιά άνθρωπος να τον φροντίσει. 

Βλέποντας την υπομονή του, ο Θεός φώτισε έναν νέο Μοναχό, να πάει ως την καλύβα του. 

Σαν τον βρήκε βαριά άρρωστο, στάθηκε με αγάπη στο πλευρό του για να τον ανακουφίσει. 

Τον έπλυνε, του έφτιαξε ένα αχυρένιο στρώμα και του μαγείρεψε λίγο φαγητό. 

-Πίστεψέ με, αδελφέ, -του είπε- μ΄ευγνωμοσύνη ο Γέροντας, πως είχα εντελώς ξεχάσει, πως υπήρχαν τέτοιες αναπαύσεις στους ανθρώπους. 

Την άλλη μέρα ο αδελφός του έφερε κρασί για να τον τονώσει. 

Σαν το είδε ο Γέροντας, δάκρυσε και ψιθύρισε: 

-Τέτοια περιποίηση δεν περίμενα μέχρι τον θάνατό μου!



Εκ του Γεροντικού


Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

ΠΟΥ ΝΥΝ ΤΗΣ ΥΠΑΤΕΙΑΣ Η ΛΑΜΠΡΑ ΠΕΡΙΒΟΛΗ;




Διηγήσατο ἡμῖν ὁ Ἀββᾶς Παφνούτιος, ὄτι: 

ὅταν ἤμην νεώτερος ἡσύχαζον πλησίον τοῦ Ἀββᾶ Ἀπολλῶ· 

ὅταν ἦλθεν ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων ἐπῆγον εἰς τόν Γέροντα λίαν πρωί 

καί ἀσπασάμενος αὐτόν καί εὐλογηθείς, 

ἐκάθισα πλησίον του, καί παρεκάλουν αὐτόν, 

ὅπως δεχθῇ με νά κατοικήσω μετ᾿ αὐτοῦ, 

διότι καθ᾿ ὅλην τήν ἁγίαν Τεσσαρακαστήν μόνος μου κατοικῶν, 

πολύ ἐπολεμήθην ἀπό τόν δαίμονα τῆς πορνείας, 

ἀλλ᾿ ὁ Γέρων δέν συγκατετίθετο. 

Παραμείνας μέχρι τῆς ἕκτης ὥρας (μεσημβρίας) ὡς ἀνεχώρησα κατερχόμενος τοῦ Ὄρους, 

εἰς τόν δρόμον συνήντησα τόν ὑπηρέτην αὐτοῦ τοῦ Γέροντος, 

πηγαίνοντα εἰς αὐτόν, 

κτυπῶντα τό πρόσωπόν του καί μαδῶντα τάς τρίχας τοῦ γενείου του, 

καί ἰδόντος με παρεβιάσατο νά ἐπανέλθω εἰς τόν Γέροντα· 

ὡς δέ ὑπήγομεν, προσπεσών ἐδιηγήθη πρός αὐτόν λέγων· 


Περιπατοῦντες μετὰ τοῦ μικροτέρου ἀδελφοῦ μου, ἐπεράσαμεν ἀπὸ τὸν τάφον τοῦ Ὑπάτου, μὴ γνωρίζοντες ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ περάσῃ τὴν νύκτα ἀπὸ αὐτὸν τὸν δρόμον. Ἐνῷ περιεπάτουμεν, ἐξ αἴφνης φαντασία δαιμονικὴ ἐλθοῦσα ἐκ τοῦ μνήματος, ἥρπασέ μου τὸν ἀδελφόν. Ὡς ἤκουσε τοῦτο ὁ Γέρων, βοήσας πρὸς τὸν Θεὸν εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς τῶν Δυνάμεων, παρακαλῶ σε βοήθησόν με. Καὶ προσευχηθεὶς ὁ Γέρων, λαβὼν καὶ ἐμὲ μαζί του ἐπηγαίνομεν. 


Περιπατήσαντες οὖν ἀπὸ ἐνάτης ὥρας τῆς ἡμέρας καὶ δι᾿ ὅλης τῆς νυκτός, περὶ τὰ χαράγματα τῆς ἡμέρας, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν τόπον ἐν ᾧ ἡρπάγη ὁ ἀνθρωιτος. Πρασευχηθέντες ἐπὶ ὥραν πολλήν, ἐξεκίνησεν ὁ Γέρων νὰ πηγαίνῃ πρὸς τὸν τάφον τοῦ Ὑπάτου, ἀκολουθοῦντες καὶ ἡμεῖς αὐτόν. Πλησιαζόντων ἡμῶν εἰς τὸν τάφον, φοβεραί τινες καὶ καταπληκτικαὶ φαντασίαι ἐγίνοντο, μορφαὶ διάφοροι καὶ ἐξηλλαγμέναι ἐφαίνοντο, ἀνθρώπων, κτηνῶν, δρακόντων καὶ θηρίων πυῤῥοειδῶν καὶ καπνῶν ἐρευγομένων, περικυκλωσάντων ἡμᾶς καὶ ἐγγίζοντα ἡμῖν καὶ βλεπόμενα καὶ ἀκουόμενα καὶ ἐφαπτόμενα ὡς καὶ τῇ πνοῇ ἡμᾶς συνέχεσθαι. 


δὲ Γέρων καὶ ἑαυτὸν καὶ ἡμᾶς τῇ σφραγῖδι τοῦ Σταυροῦ σημειωσάμενος, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπικαλούμενος, καὶ ἡμᾶς προστάξαντος νὰ λέγωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑξηκοστοῦ ἑβδόμου ψαλμοῦ «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν· ὡς ἐκλείπει καπνὸς ἐκλιπέτωσαν, ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός...» ἐπροχώρει ἐμπρὸς πλησιέστερον τοῦ τάφου γενόμενος. Ὅσον δὲ ἐπλησίαζε τοσοῦτον καὶ αἱ δαιμονικαὶ φαντασίαι φοβερώτεραι ἐγένοντο. Σεισμὸς καὶ κλόνος συνεχὴς ἐγένετο τοῦ ἐδάφους, καὶ μέγα χάσμα ἠνοίχθη ἔμπροσθεν ἡμῶν, ὥστε καὶ τὴν ἄβυσσον νὰ βλέπωμεν καὶ δράκοντας ἐξ αὐτῆς ἀνερχομένους καὶ ἡμᾶς ἐκφοβίζοντας, ὡς τοὺς ὀδόντας αὐτῶν τρίζοντας καὶ φλόγας πυρὸς ἐξακοντίζοντας. 


δὲ Γέρων τὰ γόνατα κλίνας καὶ τὸν νοῦν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς οὐρανὸν ὑψώσας, καὶ μὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα ἑαυτὸν καθοπλίσας, εἰς τὸ σπηλαιῶδες κτίσμα εἰσῆλθεν ἐν ᾧ ἡ λάρναξ ἔκειτο· καὶ πάλιν μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ σημειωθείς, ἐρευνῶν εὗρε τὸν ἀδελφὸν τοῦ διακονητοῦ (τοῦ ὑπηρετοῦντος αὐτῷ) ἡμιθανῆ ὑπάρχοντα, μηδόλως τρίχας ἔχοντα, οὔτε εἰς τὴν κεφαλήν, οὔτε εἰς τὸ γένειον, οὔτε εἰς τὰ βλέφαρα, οὐδὲ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς. Καὶ ἀποστείλας τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἰς τὸ πλησίον χωρίον νὰ φέρῃ ἔλαιον, καὶ προσευχηθείς, ἔχρισε τὸν ἡμιθανῆ τοῦτον ὑπάρχοντα ἀπὸ κορυφῆς ἕως τῶν ὀνύχων, καὶ τῷ τύπῳ τοῦ τιμίου Σταυροῦ σφραγισάμενος αὐτόν, ὑγιῆ τελείως ἀποκατέστησεν.


Εἶχε δὲ ἡ λάρναξ ταύτην τὴν ἐπιγραφήν, Σωματοθήκη Ὑπάτου τοῦ ἀνεψιοῦ Διοκλητιανοῦ τοῦ Βασιλέως, τοῦ κατὰ παντὸς τόπου τοὺς τοῦ ἐσταυρωμένου ὑπασπιστὰς βασανίσαντος. Ἀναγνοὺς ὁ Γέρων τὴν ἐπιγραφὴν ἤρξατο θνηνεῖν καὶ λέγειν ποῦ νῦν τῆς ὑπατείας ἡ λαμπρὰ περιβολή; ποῦ οἱ κρότοι καὶ αἱ πανηγύρεις; πάντα ἐξηφανίσθη· πάντα παρέδραμε καὶ ὡς σκιὰ καὶ καπνὸς διελύθησαν. Εὐλογητὸς καὶ δεδοξασμένος εἷς μόνον, ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεός, οὗ ἡ βασιλεία, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ Δεσποτεία αὐτοῦ ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.



Ἔγιναν δέ ταῦτα, 

γνωστά εἰς ὅλα τά περίχωρα, 

καή ἐφεξῆς πάντες διήρχοντο ἀφόβως ἐκ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης 

καί τήν ἡμέραν καί τήν νύκτα 

δοξάζοντες τόν πανάγαθον Θεόν, 

καί τόν αὐτοῦ δοῦλον Ἀββᾶν Ἀπολλώ, 

ὅστις ἀποφεύγων τήν τῶν ἀνθρώπων τιμήν 

καταλιπών τό κελλίον του μετῴκησεν εἰς Θηβαΐδα, 

οὗ ταῖς πρεσβείαις ῥύσαιτο καί ἡμᾶς ὁ Κύριος τῶν δαιμονικῶν φαντασιῶν. 

Ἀμήν.


Ἐκ τοῦ περιοδικοῦ Ἁγιορείτικη Βιβλιοθήκη, ἔτος κζ´ (1962), τεῦχος 2ον, σελ. 123-124.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ




Κάποιος νέος, 

μας διηγείται ο Αββάς Ιωάννης του Λύκου, 

παρασυρμένος απ΄ του κόσμου τις ηδονές, 

είχε βυθιστεί στη λάσπη της ασωτίας. 

Κάποτε όμως συνήλθε, σαν το άσωτο, κι εζήτησε το δρόμο του γυρισμού στο σπίτι του Πατέρα. 

Άφησε τον κόσμο, 

για να βρει στην έρημο τον λυτρωμό, μακριά από τις αφορμές της αμαρτίας. 

Καταφύγιό του έκανε ένα παμπάλαιο μνήμα. 


Κλεισμένος θεληματικά σ΄ αυτή τη πρωτότυπη φυλακή, έκλαιε πικρά τη τραυματισμένη ψυχή του. Οι Άγγελοι εχαίρονταν, αλλά τα πνεύματα της πονηρίας, που είδαν να φεύγει τόσο απροσδόκητα η λεία από τα χέρια τους, δεν άργησαν να κάνουν έφοδο. Τριγύριζαν τη νύκτα το μνήμα κι έλεγαν οργισμένα: - Πού είσαι άθλιε; Γιατί μας απαρνήθηκες ύστερα από τόση φιλία; Αφού τα γεύτηκες όλα κατά κόρον, αποφάσισες να γίνεις άγιος. 


Πολύ αργά τώρα να παριστάνεις τον σώφρονα, ελπίζοντας για έλεος. - Έλα, έξω ανόητε, του φώναζαν άλλοι. Σε περιμένει η συντροφιά σου. - Δυστυχισμένε, του ψιθύριζαν οι πονηρότεροι, για σένα δεν υπάρχει σωτηρία. Αυτού που τρύπωσες, γρήγορα θα βρεις το θάνατο και την αιώνια καταδίκη. Με τόση κακία πάσχιζαν να τον φέρουν σε απελπισία! Μα ο γενναίος αγωνιστής ήταν πια αποφασισμένος να πεθάνει καλύτερα, παρά να γυρίσει στα ίδια. Ζήτησε με θερμή ικεσία τη Θεία βοήθεια, περιφρονώντας τη δαιμονική φαντασία. 


Την άλλη βραδιά ο διάβολος έγινε πιο απειλητικός: - Αν δεν βγεις αμέσως έξω, δεν γλυτώνεις από τα χέρια μου. Κι επειδή φυσικά εκείνος δεν τον άκουσε, του επιτέθηκε και τον άφησε σχεδόν νεκρό από χτυπήματα. Έτσι εκδικήθηκε. Οι συγγενείς του πάλι, ανήσυχοι για την ξαφνική του εξαφάνιση, τον αναζήτησαν παντού. Τέλος τον ανακάλυψαν σε κακή κατάσταση μέσα στο μνήμα. Μα όσο κι αν επέμεναν, στάθηκε αδύνατο να τον πείσουν να τους ακολουθήσει. Ακόμη μια νύκτα του επιτέθηκαν οι δαίμονες με ασυγκράτητη μανία και θα τον εθανάτωναν με τους άγριους δαρμούς, αλλά δεν είχαν εξουσία. Ο αθλητής δεν κλονίστηκε. 


Προτίμησε να χάσει τη πρόσκαιρη ζωή, παρά να μολύνει, ύστερα από τη μετάνοια, το σώμα και την ψυχή του πάλι με το μικρόβιο της αμαρτίας. Τότε τα δαιμόνια αναγνώρισαν την ήττα τους. - Νικηθήκαμε, νικηθήκαμε, φώναζαν θρηνώντας κι εξαφανίστηκαν και ούτε τόλμησαν πια να τον πειράξουν. Ελευθερωμένος έτσι από κάθε δοκιμασία, έμεινε στο μνήμα του ως το τέλος της ζωής του ο πρώην άσωτος, και αξιώθηκε να κάνει θαύματα, για να φανεί η δύναμις της μετάνοιας.



Εκ του Γεροντικού, ''Σταλαγματιές από την Πατερική σοφία,'' εκδόσεις ''Λυδία,'' Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 128. 
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 


ΤΑ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΡΓΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ




Ὁ ἀββᾶς Δανιήλ εἶπε: 

«Μᾶς διηγήθηκε ὁ ἀββᾶς Ἀρσένιος -τάχα γιά κάποιον ἄλλον, 

ἐνῷ ὁ ἴδιος ἦταν- τά ἑξῆς: 

Ἕνας Γέροντας καθώς καθόταν στό κελί του, ἄκουσε φωνή πού ἔλεγε: 

«Ἔλα, θά σοῦ δείξω τά ἔργα τῶν ἀνθρώπων». 

Σηκώθηκε καί βγῆκε. 

Τόν ἔφερε σέ κάποιο τόπο καί τοῦ ἔδειξε ἕναν Αἰθίοπα νά κόβει ξύλα 

καί νά κάνει ἀπ᾿ αὐτά ἕνα μεγάλο φορτίο, 

πού προσπαθοῦσε νά τό φορτωθεῖ, ἀλλά δέν μποροῦσε. 

Καί ἀντί νά ἀφαιρέσει ξύλα ἀπό αὐτό, 

ἔκοβε κι ἄλλα καί τά στοίβαζε στό φορτίο. 

Αὐτό τό ἔκαμνε γιά πολλή ὥρα. 



Προχώρησε λίγο παρὰ πέρα. Τοῦ δείχνει ἕναν ἄνθρωπο νὰ στέκεται πάνω σὲ λάκκο, νὰ βγάζει νερὸ ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ νὰ τὸ ρίχνει σὲ μία δεξαμενὴ ποὺ ἦταν ὅλο τρῦπες καὶ ἔπεφτε τὸ ἴδιο τὸ νερὸ πάλι στὸν λάκκο. Ξανὰ τοῦ λέει: «Ἔλα, θὰ σοῦ δείξω ἄλλο». Καὶ βλέπει ἕναν ναὸ καὶ δυὸ ἄνδρες καθισμένους σὲ ἄλογα ποὺ κρατοῦσαν οἱ δυό τους ἕνα ξύλο σὲ πλάγια θέση ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλο. Ἤθελαν νὰ περάσουν ἀπὸ τὴ θύρα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν, γιατὶ τὸ ξύλο ἦταν πλαγιαστό. 


Καὶ δὲν πῆρε τὴν ταπεινὴ θέση ὁ ἕνας πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλο, ὥστε νὰ μεταφέρουν τὸ ξύλο κρατώντας το πρὸς τὴν εὐθείσα ποὺ πήγαιναν, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔμειναν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα. Αὐτοὶ εἶναι, ἐξήγησε, ἐκεῖνοι ποὺ βαστοῦν τὸν ζυγὸ τῆς δικαιοσύνης μὲ ὑπερηφάνεια, καὶ δὲν ταπεινώθηκαν νὰ διορθώσουν τὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ βαδίσουν τὴν ταπεινὴ ὁδὸ τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μένουν ἔξω ἀπὸ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος ποὺ κόβει τὰ ξύλα, εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ πεσμένος σὲ πολλὲς ἁμαρτίες καὶ ἀντὶ νὰ μετανοήσει, βάζει κι ἄλλες πάνω στὶς ἁμαρτίες του. 


Τέλος, ἐκεῖνος ποὺ τραβὰ τὸ νερὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού, ναὶ μὲν κάνει καλὰ ἔργα, ἀλλὰ ἐπειδὴ σ᾿ αὐτὰ εἶχε ἀναμείξει ὄχι καλὸ σκοπό, ἔχασε ἐξαιτίας αὐτοῦ καὶ τὰ καλὰ ἔργα. Κάθε ἄνθρωπος λοιπὸν πρέπει νὰ εἶναι προσεκτικὸς στὰ ἔργα του, γιὰ νὰ μὴν κοπιάσει ἄδικα».


 

Το Μέγα Γεροντικόν


Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

ΓΙΑΤΙ ΑΔΙΚΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ




Κάποτε ένας άγιος γέροντας 

προσευχόταν στο Θεό να του αποκαλύψει το μυστήριο, 

γιατί άνθρωποι δίκαιοι και ευσεβείς είναι φτωχοί και δυστυχούν και αδικούνται, 

ενώ πολλοί άδικοι και αμαρτωλοί είναι πλούσιοι και αναπαύονται 

και πως ερμηνεύονται οι κρίσεις του Θεού. 

Ο Θεός θέλοντας να τον πληροφορήσει, 

του έβαλε στην καρδιά λογισμό να κατεβεί στον κόσμο. 

Περπατώντας λοιπόν ο Γέροντας, 

βρέθηκε σ’ ένα δρόμο πλατύ, όπου περνούσαν πολλοί... 


Εκεί υπήρχε ένα λιβάδι και μια βρύση με καθαρό νερό. Ο αββάς, κρύφτηκε στην κουφάλα ενός δένδρου και σε λίγο, να που περνά ένας άνθρωπος πλούσιος, που ξεπέζεψε και κάθισε να φάει. Εκεί που αναπαυόταν, βγάζει ένα πουγκί με εκατό φλουριά, για να τα μετρήσει.. Αφού τα μέτρησε, νόμισε πως τα έβαλε πάλι μέσα στο ρούχο του, εκείνα όμως έπεσαν κάτω στη γη. Σηκώθηκε λοιπόν και καβαλίκεψε το άλογο του, αφήνοντας εκεί τα φλουριά. Έπειτα πέρασε από εκεί άλλος οδοιπόρος, για να πιεί νερό. Βρίσκει τα φλουριά, τα παίρνει και φεύγει γρήγορα. 


Κατόπιν ήλθε άλλος φτωχός πεζοδρόμος, φορτωμένος και κουρασμένος, και κάθισε κι αυτός να αναπαυτεί. Ενώ έβγαζε ένα παξιμάδι για να φάει, έρχεται και ο πλούσιος και πέφτει πάνω στο φτωχό κα του λέει με θυμό: « Γρήγορα, δος μου τα φλουριά που βρήκες». Ο φτωχός με όρκους μεγάλους έλεγε πως δεν είδε τέτοιο πράγμα. Τότε ο πλούσιος άρχισε να τον δέρνειμε τη βίτσα του λουριού του αλόγου του και με ένα χτύπημα τον σκότωσε. Και άρχισε να ψάχνει όλα τα ρούχα και τα πράγματα του φτωχού, και επειδή δε βρήκε τίποτε έφυγε πολύ λυπημένος. 


Ο αββάς βλέποντας όλα αυτά έκλαιγε και σπαρασσόταν η καρδιά του για τον άδικο φόνο και παρακαλώντας τον Κύριο έλεγε: «Κύριε, ποια είναι η βουλή Σου και πως υπομένει αυτά η αγαθότητα Σου; Τότε παρουσιάσθηκε Άγγελος και του είπε: μη λυπάσαι, Γέροντα, διότι όλα με το θολή του Θεού γίνονται, αλλά κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση και άλλα για οικονομία. Μάθε, λοιπόν, ότι αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου που τα βρήκε. 


Ο δεύτερος είχε περιβόλι αξίας εκατό φλουριών, αυτό δε ο πλούσιος ως πλεονέκτης που ήταν, το πήρε δικαστικώς μόνο για πενήντα φλουριά. Κι επειδή παρακαλούσε ο φτωχός περιβολάρης το Θεό να κάνει εκδίκηση, οικονόμησε ο Θεός έτσι και τα έδωσε διπλά αντί πενήντα φλουριά, εκατό. Εκείνος δε ο άνθρωπος που φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει φόνο, επειδή, όμως, είχε έργα χριστιανικά και θεάρεστα, θέλοντας ο Θεός να τον σώσει και να τον καθαρίσει από την αμαρτία του φόνου, οικονόμησε να σκοτωθεί άδικα, για να σωθεί η ψυχή του. 


Αυτός δε, ο πλεονέκτης, που έκανε το φόνο, έμελλε να κολασθεί από την πλεονεξία του, γι αυτό τον άφησε ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα του φόνου, για να πονέσει η ψυχή του και να ζητήσει μετάνοια. Και να τώρα, αφήνει τον κόσμο και πάει να γίνει μοναχός. 



Λοιπόν πήγαινε τώρα στο κελί σου 

και μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού, 

διότι είναι ανεξερεύνητες και ανεξιχνίαστη 

η προνοητική των πάντων του Θεού διακυβέρνηση 

και δεν φθάνει ο νους και η δύναμη της γνώσεως του ανθρώπου 

να κατανοήσει τα θεία μυστήρια. 

Γι αυτό κάθε άνθρωπος πρέπει να λέει: 

«δίκαιος ει, Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις Σου» 

και από την απόλυτη πίστη του θα σωθεί, 

καθώς λέγει η Γραφή: 

«ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται». 

Αφού άκουσε αυτά από τον άγγελο ο Αββάς, δόξαζε το Θεό!


Γεροντικόν


Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΛΙΚΙΑ ΣΤΟ ΖΕΜΠΙΛΙ




Συνέβη κάποια φορά νά ἐπισκεφθοῦν τόν ἀββᾶ Σιλουανό τρεῖς Πατέρες. 

Καί ἀφοῦ ἔκαναν προσευχή, τόν παρακάλεσαν νά στείλει κάποιον μαζί τους 

γιά νά δοῦν τούς ἀδελφούς μέσα στά κελιά τους. 

Εἶπαν ἐπίσης στόν Γέροντα: 

«Κάνε ἀγάπη κα δῶσε ἐντολή στόν ἀδελφό νά μᾶς πάει σ᾿ ὅλους». 

Καί ὁ Γέροντας ἐνώπιόν τους εἶπε στόν ἀδελφό: 

«Να πᾶς τούς Πατέρες σέ ὅλους». 

Ἰδιαίτερα, ὅμως τοῦ παρήγγειλε: 

«Πρόσεξε, νά μήν τούς πᾶς σ᾿ ἐκεῖνον τόν σαλό, γιά νά μήν σκανδαλισθοῦν». 


Καθὼς περνοῦσαν ἀπ᾿ τὰ κελιὰ τῶν ἀδελφῶν οἱ Πατέρες, ἔλεγαν στὸν ὁδηγό τους: «Δεῖξε ἀγάπη νὰ μᾶς πᾶς σὲ ὅλους». Καὶ ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος: «Βεβαίως». Ὅμως δὲν τοὺς πῆγε στὸ κελὶ τοῦ σαλοῦ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντα. Ὅταν ἐπέστρεψαν στὸν Γέροντα τοὺς εἶπε: «Εἴδατε τοὺς ἀδελφούς;» «Ναὶ -τοῦ εἶπαν- καὶ εὐχαριστοῦμε. Ἀλλὰ λυπούμαστε ποὺ δὲν πήγαμε σ᾿ ὅλους». Ρωτάει τότε ὁ Γέροντας τὸν ὁδηγό τους: «Δὲν σοῦ εἶπα νὰ τοὺς πᾶς σὲ ὅλους;» «Ἔτσι ἔκανα, πάτερ» ἀπάντησε ὁ ἀδελφός. Ἀλλὰ καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγαν οἱ Πατέρες εἶπαν πάλι στὸν Γέροντα: «Ἀληθινὰ σᾶς εἴμαστε εὐγνώμονες, ποὺ εἴδαμε τοὺς ἀδελφούς, γιὰ ἕνα μόνο λυπούμαστε ποὺ δὲν τοὺς εἴδαμε ὅλους». 


Παίρνει τότε ὁ ἀδελφὸς τὸν Γέροντα ἰδιαίτερα καὶ τοῦ λέει: «Στὸν σαλὸ ἀδελφὸ δὲν τοὺς πῆγα». Ἀφοῦ ἔφυγαν οἱ Πατέρες, ὁ Γέροντας καλοσκέφτηκε αὐτὸ ποὺ ἔγινε, σηκώνεται λοιπὸν καὶ πάει στὸν ἀδελφὸ ποὺ προσποιοῦνταν τὸν σαλό. Χωρὶς νὰ χτυπήσει, ἀνοίγει σιγὰ-σιγὰ τὸ μάνδαλο καὶ αἰφνιδιάζει τὸν ἀδελφό. Ἐκεῖνος καθισμένος ἔκανε τὴν πνευματική του ἐργασία καὶ εἶχε δυὸ καλαθάκια, τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀριστερά. Σὰν εἶδε τὸν Γέροντα, ἄρχισε -ὅπως συνήθιζε- νὰ γελάει. Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Ἄσ᾿ τα τώρα αὐτὰ καὶ πές μου ποιὰ εἶναι ἡ ἄσκησή σου». Ἐκεῖνος πάλι γελοῦσε. 


Συνέχισε ὁ ἀββᾶς Σιλουανός: «Τὸ ξέρεις πολὺ καλὰ ὅτι ἐκτὸς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς δὲν βγαίνω ἀπὸ τὸ κελί, ἀλλὰ τώρα ἦρθα μεσοβδόμαδα, γιατὶ ὁ Θεὸς μ᾿ ἔστειλε ἐδῶ». Φοβήθηκε ὁ ἀδελφὸς καὶ βάζοντας μετάνοια στὸν Γέροντα, τοῦ λέει: «Συγχώρεσέ με, πάτερ. Κάθε πρωὶ ἀρχίζω τὴν πνευματική μου ἐργασία ἔχοντας τὰ χαλίκια αὐτὰ μπροστά μου. Ἐὰν μοῦ ἔρθει καλὸς λογισμός, ρίχνω ἕνα χαλίκι στὸ δεξιὸ ζεμπίλι, ἂν ἔρθει πονηρὸς λογισμός, ρίχνω στὸ ἀριστερό. 


Τὸ ἀπόγευμα μετρῶ τὰ χαλίκια καὶ ἂν τοῦ δεξιοῦ εἶναι περισσότερα, τρώγω, ἂν ὅμως τοῦ ἀριστεροῦ εἶναι περισσότερα, δὲν τρώγω. Τὴν ἑπόμενη μέρα πάλι ἐὰν μοῦ ἔρθει πονηρὸς λογισμός, λέγω στὸν ἑαυτό μου: Πρόσεξε, τί κάνεις, γιατὶ πάλι δὲν θὰ φᾶς».



Θαύμασε σάν τ᾿ ἄκουσε ὁ ἀββᾶς Σιλουανός καί εἶπε: 

«Πράγματι οἱ Πατέρες πού ἦρθαν σήμερα ἅγιοι ἄγγελοι ἦταν, 

πού ἤθελαν νά κάνουν γνωστή τήν ἀρετή τοῦ ἀδελφοῦ. 

Γιατί καί μέ τήν παρουσία τους ἔνιωσα μεγάλη χαρά 

καί εὐφροσύνη πνευματική».

 

 Το Μέγα Γεροντικόν



ΜΗ ΧΤΙΖΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ ΠΑΛΑΤΙΑ




Ὁ ἅγιος Γέροντας Θεόδωρος πού καταγόταν ἀπ᾿ τά Ἄδανα, 

μᾶς διηγήθηκε, 

ὅτι ὅταν ζοῦσε στά μέρη τῆς Ἁγίας Πόλεως, 

στό κοινόβιο τοῦ Πενθουκλᾶ, κοντά στόν ἅγιο ποταμό Ἰορδάνη, 

ἦρθε κάποιος ἀπ᾿ τά μέρη τῆς Ἀσίας θέλοντας νά γίνει μοναχός στό μοναστῆρι αὐτό. 

Καί ὁ ἡγούμενος τόν δέχτηκε. 

Ἔμεινε κάποιο χρονικό διάστημα καί ἐπειδή ὠφελήθηκε πνευματικά ἀπ᾿ τήν καλή κατάσταση τοῦ μοναστηριοῦ, 

μιά πού εἶχε ἀρκετό χρυσάφι, τό φέρνει καί τό δίνει στόν ἀββᾶ, λέγοντάς του: 

«Ἀββᾶ, ἐπειδή ὠφελήθηκα ἀπ᾿ τήν ζωή στό κοινόβιο καί θέλω, 

ἐάν καί ὁ Θεός συγκατανεύει, νά κάνεις τήν κουρά μου 

καί νά μοῦ δώσεις τό ἅγιο σχῆμα, 

πᾶρε αὐτήν τήν εὐλογία καί διαχειρίσου την, 

ὅπως νομίζεις» καί τοῦ δείχνει τό χρυσάφι.


ἡγούμενος ὅμως, ποὺ ἦταν ἄνθρωπος ἐνάρετος καὶ εἶχε φόβο Θεοῦ, δὲν ἔσπευσε νὰ πάρει τὸ χρυσάφι, ἀλλὰ τοῦ λέει: «Αὐτά, παιδί μου, ἐδῶ δὲν τὰ χρειαζόμαστε. Ὅπως γνωρίζεις δὲν εἴμαστε πολυέξοδοι στὶς ἀνάγκες μας, ἀλλ᾿ ὅπως τύχει μὲ φτηνὰ πράγματα περνοῦμε, καθὼς ζοῦμε ἐδῶ στὴν ἔρημο. Ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, πήγαινε καὶ δώσ᾿ τα στοὺς φτωχοὺς καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στοὺς οὐρανούς». Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέμενε νὰ παρακαλεῖ καὶ νὰ λέει: «Τὸ ἔταξα, πάτερ, ὅπου ἐγκαταβιώσω, ἐκεῖ νὰ τὰ προσφέρω». 


Κι ὁ Γέροντας τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἐγώ, παιδί μου, ἐὰν τὰ πάρω, θὰ τὰ δώσω στοὺς φτωχούς. Γιατὶ δὲν μάθαμε νὰ συγκεντρώνουμε θησαυρὸ ἐπάνω στὴ γῆ». Ἐκεῖνος πάλι ἐπέμενε λέγοντας, «Πάρε τα, Πάτερ, καὶ ὅπως νομίζεις διαχειρίσου τα». Τότε ὁ ἀββᾶς δέχτηκε τὸν χρυσὸ καὶ τοῦ ἔκανε τὴν κουρὰ καὶ τοῦ ᾿δωσε τὸ ἅγιο σχῆμα. Κατ᾿ οἰκονομίαν Θεοῦ, ὅμως δὲν ξόδεψε ὁ ἀββᾶς τὰ χρήματα, ἀλλὰ περίμενε θέλοντας νὰ δεῖ τὴν προκοπή του. Ὡστόσο κανένας δὲν γνώριζε, οὔτε καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀδελφός, ὅτι ὑπῆρχαν ἀκόμη τὰ χρήματα. 


Στὴν ἀρχὴ λοιπόν, ποὺ εἶχε ἀκόμη τὴ θέρμη τῆς ἀποταγῆς, ἐκπλήρωνε κάθε ὑποταγὴ καὶ ἔκανε ἀκούραστα καὶ τὸ διακόνημα ποὺ τοῦ ἀνέθεταν. Μετὰ ὅμως ἀπὸ καιρὸ ἄρχισε νὰ χαλαρώνει καὶ νὰ μὴ δείχνει τὴν ἴδια προθυμία, ἀλλὰ σιγὰ-σιγὰ ἄρχισε κάπως νὰ μουρμουρίζει λέγοντας: «Ἐγὼ εἶχα δώσει πολλὰ λεφτὰ στὸ κοινόβιο καὶ δὲν τρώω δωρεὰν τὸ ψωμί». Ὅταν ἄκουσαν λοιπὸν αὐτὰ κάποιοι ἀδελφοί, ἄρχισαν νὰ σκανδαλίζονται καὶ προπαντὸς οἱ πιὸ ἁπλοϊκοί. Ὅταν τό ᾿μαθε αὐτὸ ὁ ἀββᾶς, τὸν κάλεσε καὶ τοῦ εἶπε: «Δὲν μὲ πίεσες, ἀδελφέ, σὺ ὁ ἴδιος, γιὰ νὰ δεχθῶ τὰ χρήματά σου; Δὲν τὰ ἔχεις δώσει γιὰ νὰ τὰ μοιράσουμε στοὺς φτωχούς; 


μήπως κάναμε συμφωνία νὰ μὴν ἐργάζεσαι καὶ νὰ σκανδαλίζεις τοὺς ἀδελφοὺς μὲ τοὺς γογγυσμούς σου; Ὄχι, ἔτσι, παιδί μου, γιατὶ ἡ Γραφὴ λέει: Προσέξτε νὰ μὴν σκανδαλίσετε κανέναν ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς μικρούς». Κι ἐνῷ πολλὲς καὶ διάφορες νουθεσίες τοῦ ἔκαμε ὁ ἀββᾶς, δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπ᾿ τὴ διαβολικὴ ἐνέργεια, ποὺ ἐνισχύθηκε μέσα του ἀπ᾿ τὴν πονηρὴ συνήθεια τοῦ γογγυσμοῦ. Βλέποντας, λοιπόν ὁ ἀββᾶς, ὅτι δὲν ἀλλάζει γνώμη, τοῦ λέει κάποια μέρα, «Ἔλα, ἀδελφέ, νὰ πᾶμε κάτω στὸν Ἰορδάνη». Ὅπως εἴπαμε παραπάνω, τὸ μοναστῆρι βρίσκεται σὲ κοντινὴ ἀπόσταση ἀπ᾿ τὸ ποτάμι. Κατέβηκαν, λοιπόν, ἐντελῶς μόνοι οἱ δυό τους. Καὶ καθὼς περπατοῦσαν στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη, ἄρχισε ὁ ἀββᾶς νὰ τὸν νουθετεῖ. Βγάζει κάποια στιγμὴ τὸ χρυσάφι ἔτσι ὅπως ἦταν σφραγισμένο καὶ τοῦ λέει: «Τὸ γνωρίζεις αὐτό;» «Ναί, δέσποτα», τοῦ ἀπαντᾷ. 


Τότε τοῦ λέει ὁ ἀββᾶς: «Πάρε, παιδί μου, τὸν χρυσὸ καὶ εἴτε, ὅπως ἔταξες, δώσ᾿ τα στοὺς φτωχούς, εἴτε κατὰ τὴν κρίση σου κράτα τα. Γιατὶ δὲν παραβαίνω τὸν κανόνα τοῦ κοινοβίου ἐξαιτίας αὐτῶν τῶν χρημάτων, οὔτε πάλι σκανδαλίζω τοὺς ἀδελφούς, ὥστε νὰ παροργίζω καὶ τὸν Θεό. Εἶναι ἀδύνατο νὰ μένεις μαζί μας χωρὶς νὰ κάνεις διακόνημα, ὅπως ἀκριβῶς κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι ἀδελφοί. Καὶ ἐγὼ, ὅταν ἤμουν νέος ἔκανα τὸ ἴδιο καὶ μέχρι τώρα πιέζω τὸν ἑαυτό μου νὰ κάνω ὅσο μπορῶ, ὅπως καὶ σὺ ὁ ἴδιος τὸ γνωρίζεις». Ὁ ἀδελφὸς μόλις εἶδε τὸν χρυσὸ καὶ ἄκουσε αὐτὰ ἀπ᾿ τὸν ἀββᾶ, πέφτει στὰ πόδια του λέγοντας: «Συγχώρεσέ με, πάτερ, αὐτὰ τὰ ἔχω δώσει στὸν Θεὸ καὶ σὲ σᾶς, καὶ δὲν τὰ παίρνω πίσω». 


Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Παιδί μου, ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπ᾿ αὐτά, διότι ὅλα εἶναι δικά του δημιουργήματα. Ζητάει ὅμως τὴν ψυχική μας σωτηρία. Ἀποκλείεται νὰ τὰ κρατήσω αὐτὰ ἀπὸ δῶ καὶ πέρα». Ἐκεῖνος πάλι ἐπέμενε πέφτοντας στὰ πόδια του καὶ λέγοντας: «Δὲν σηκώνομαι ἀπ᾿ τὰ πόδια σου, ἐὰν δὲν μοῦ δώσεις τὸν λόγο σου ὅτι δὲν θὰ μὲ ἀναγκάσεις νὰ τὰ πάρω». Βλέποντας, λοιπόν, ὁ Γέροντας νὰ τὸν παρακαλεῖ μὲ πόνο ψυχῆς, τοῦ λέει: «Σύμφωνοι, παιδί μου, οὔτε κι ἐγὼ στὸ ἑξῆς σὲ ἀναγκάζω νὰ τὰ πάρεις, ἀλλ᾿ οὔτε κι ἐγὼ τὰ κρατῶ». Καὶ μόλις, λοιπόν, σηκώθηκε ὁ ἀδελφός, λύνει ὁ ἀββᾶς τὸ κομπόδεμα καὶ τοῦ λέει: «Αὐτὰ εἶναι, παιδί μου, τὰ νομίσματα». Κι ἐκεῖνος εἶπε: «Ὅπως μοῦ ᾿κανες τὴ χάρη νὰ συμφωνήσεις μαζί μου, πάτερ, μὴ μοῦ ξαναμιλήσεις γι᾿ αὐτά». 


Κι ὁ Γέροντας χαμογέλασε ἤρεμα καὶ εἶπε, «Ὄχι, παιδί μου». Καὶ μόλις εἶπε αὐτά, μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ ἀδελφοῦ, τὰ ἐκσφενδονίζει στὸν βυθὸ τοῦ ποταμοῦ. Καὶ λέει στὸν ἀδελφό: «Ὅλα αὐτά, παιδί μου, διδαχτήκαμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ τὰ περιφρονοῦμε, ὁ ὁποῖος εἶπε: «Ποιὸ τὸ ὄφελος ἂν κάποιος κερδίσει ὅλο τὸν κόσμο, χάσει ὅμως τὴν ψυχή του;» Καὶ «πόσο δύσκολα θὰ μποῦν στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν αὐτοὶ ποὺ ἔχουν χρήματα!» 


Κι ὁ Μωυσῆς, πάλι, ὅταν εἶδε τοὺς Ἰσραηλῖτες νὰ ἔχουν ξεπέσει στὴν εἰδωλολατρία, τὸ ἴδιο τὸ χρυσὸ αὐτὸ εἴδωλο, ἀφοῦ τὸ ἔσπασε σὲ πολὺ μικρὰ κομμάτια, τὸ διασκόρπισε μέσα στὰ νερά, δείχνοντας πὼς ἀπ᾿ ὅλα τὰ πράγματα προτιμότερη εἶναι ἡ εὐσέβεια.



Ἔλα, λοιπόν, παιδί μου, στό κοινόβιο 

καί μαζί μέ τούς ἀδελφούς ἀγωνίσου χωρίς ντροπή σέ κάθε διακόνημα 

γιά τόν Κύριο, φέροντας στή μνήμη σου τόν ἴδιο τόν Κύριο, 

πού ἔλεγε: «Δέν ἦρθε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γιά νά τόν ὑπηρετήσουν, 

ἀλλά γιά νά ὑπηρετήσει καί νά δώσει τήν ψυχή του λύτρο γιά πολλούς». 

Βλέποντας ὁ ἀδελφός τήν θεοφιλῆ πρόθεση τοῦ ἀββᾶ 

καί τήν περιφρόνησή του πρός τά χρήματα, 

ένιωσε κατάνυξη μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί ἐπέστρεψε μαζί του στό κοινόβιο. 

Ἀπέκτησε μεγάλη ταπείνωση καί ὑποταγή σέ ὅλους. 

Καί μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἔγινε σκεῦος ἐκλογῆς καί ἐκοιμήθη σ᾿ αὐτήν τήν μονή.


Το Μέγα Γεροντικόν


Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Ο ΓΕΡΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ




Το Γέρο - Δαμασκηνό μοναχό, 

διαδέχθηκε στην ξεροκαλύβα αυτή 

και κατά πάντα μιμήθηκε τη ζωή του, 

ο Γέρο - Χαράλαμπος, κι αυτός πολύ παλαιός ασκητής και ερημίτης. 

Έγινε Μοναχός και μαζί με τ' άλλα χαρίσματα που κληρονόμησε 

από το Γέρο - Δαμασκηνό, 

είχε και το χάρισμα της μελέτης του θανάτου. 

Μετά την προσευχή του Αποδείπνου, 

έμπαινε μέσα σε νεκρικό κρεβάτι και ξάπλωνε 

ακουμπώντας το κεφάλι του σε μια πέτρα αντί για μαξιλάρι. 

Και τότε άρχιζε να σκέπτεται και να ζωντανεύει την εικόνα του θανάτου. 


Σχημάτιζε το σώμα του, όπως οι πεθαμένοι, και έλεγε στον εαυτό του: Ταλαίπωρε Χαράλαμπε, τώρα πεθαίνεις, άκου! Χτυπάνε για σένα οι καμπάνες του Κυριακού, οί Πατέρες τώρα λένε: Πάει ό Γέρο - Χαράλαμπος πέθανε, δε θα μας ενοχλεί πια με την παρουσία του και τη φλυαρία του, ό Θεός να συγχωρέσει και να αναπαύσει την ψυχή του. Ναι! Όλα αυτά είναι ωραία και καλά, αλλά συ ταλαίπωρε, Γέρο - Χαράλαμπε, τι θα κάνεις; Που θα πάς; Πώς θα παρουσιαστείς έτσι πού είσαι βρώμικος και ελεεινός στο Θεό, στο δίκαιο Κριτή, στο θρόνο του Θεού; τι έργα, τι καρπούς έχεις να του παρουσιάσεις; τι έκαμες σήμερα για το Θεό, για το συνάνθρωπο σου και για τον εαυτό σου; Άρα θα αξιωθείς να ιδείς τους αγίους Αγγέλους του Θεού; 


Τα θεία Αγγελικά Τάγματα, τις ουράνιες Ταξιαρχίες; τις Ιεραρχίες των Αγίων, των Πατριαρχών, των Αποστόλων, των Προφητών, των Ιεραρχών, των Οσίων, των Οσιομαρτύρων ανδρών και γυναικών, τα διάφορα Τάγματα των Δικαίων, των Βασιλέων, των Ιερομαρτύρων, των Μαρτύρων και όλων των δοξασμένων δούλων του Θεού, των σεσωσμένων και αγιασμένων; Άρα θα αξιωθείς ταλαίπωρε και αμαρτωλέ να ιδείς την Παντοβασίλισσαν Μαριάμ, τη μητέρα του Θεού, Κυρία Θεοτόκο, την έφορο και Προστάτη του Αγίου τούτου Τόπου, την ιδιαίτερη και ακαταίσχυντη Προστασία των χριστιανών και μόνη παρηγοριά των αγιορειτών Μοναχών. 


Άρα θα μπορέσεις άθλιε, να περάσεις τα εναέρια Τελώνια των παμπόνηρων Δαιμόνων, τα όποια από τη λύσσα και τη μανία πού τα κατέχει, αλλά και την επιθυμία πού έχουν να γκρεμίζουν όλους τους ανθρώπους στην Κόλαση, θα θελήσουν και σένα να σ' εμποδίσουν και να σε γκρεμίσουν στην άβυσσο της γέεννας του πυρός. Άρα θα μπορέσεις να τους ξεφύγεις και να φθάσεις στο θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού και να αξιωθείς να προσκυνήσεις την Παναγία Τριάδα; Αρα δε σε φοβίζει, Μοναχέ Χαράλαμπε, το ρητό της Αγίας Γραφής πού λέει: «Και ει ό δίκαιος μόλις σώζεται, ό ασεβής και αμαρτωλός που φανείτε;» (Α' Πέτρ. Δ' 18). 


Μ' αυτές τις σκέψεις και τις θεωρίες πλημμύριζαν τα μάτια του δάκρυα κι έμενε ξάγρυπνος μέχρι το πρωί, που αρχίναγε και πάλι ή προσευχή, ή εγκράτεια όλων των αισθήσεων και η σκληρή άσκηση της καινούργιας ημέρας. Με την καινούργια ήμερα έλεγε στον εαυτό του: «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν τω Βασιλεί ημών Θεώ. Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ τω Βασιλεί ημών Θεώ. Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτώ Χριστώ τω Βασιλεί και Θεώ ημών», δηλαδή έλεγε σ' όλες τις αισθήσεις του: Στα χέρια, στα πόδια, στα μάτια, στα αυτιά, στη γλώσσα, στο νου, στην καρδιά και σ' όλες τις κινήσεις της ψυχής του, ελάτε όλα μαζί να προσκυνήσομε το Θεό και να προσπέσομε σ' αυτόν, και πάλι από την αρχή έλεγε, ότι αυτό πρέπει να γίνεται σε κάθε στιγμή, αν θέλεις ταλαίπωρε να σε συγχωρέσει και να σε δεχτεί ο Θεός, να παραβλέψει τα πταίσματα, τα πλημμελήματα κι όλα τα εγκλήματα που έχουμε κάνει στη ζωή μας. 


Κατ' αυτόν τον τρόπο έζησε περίπου εξήντα χρόνια, στερημένα σχεδόν από κάθε υλική ανάπαυση και παρηγοριά. Σε μεγάλη ηλικία επήρε αυτόν ο Πανάγαθος Θεός στη Βασιλεία των Ουρανών στην αιώνια μακαριότητα. Οι Πατέρες της Σκήτης, πένθησαν τη στέρηση ενός ζωντανού παραδείγματος, πού και σ' αυτούς ανανέωνε τη συνεχή μνήμη του θανάτου, ή οποία είναι το καλύτερο χαλινάρι πού μπορεί να συγκρατήσει τον άνθρωπο από τις αδυναμίες του και τα διάφορα πάθη. Τέτοιοι Πατέρες, στο ύψος της αρετής αυτής ή σε μεγαλύτερα μέτρα θείας επιδόσεως και πνευματικής προκοπής είναι αναρίθμητοι. 



Κάθε ασκητική Καλύβα,

κάθε ερημητήριο και Ιερό ησυχαστήριο, 

αλλά και πολλές σπηλιές, έχουν αναδείξει πολλούς Πατέρες αγωνιστές 

και Όσιους ισότιμους και εφάμιλλους των παλαιών Πατέρων 

της Παλαιστίνης, της Λιβύης και της Θηβαίδος. 

Προς τούτο, 

μας πείθει και ή τελευταία γενομένη αποκάλυψη 

στο Δίκαιο της Ιεράς ταύτης Σκήτης, 

όπως μας την αφηγήθεί ο ίδιος. (ΙΖ' Αιώνας).



Ανδρέα Μοναχού: ''Γεροντικό του Αγίου Όρους'' 
έκδοση δ', Θεσσαλονίκη 1992. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η φωτογραφία της ανάρτησης ανήκει στην σελίδα του f.b. ''Ιερά Μονή Εσφιγμένου''.

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

ΕΙΝΑΙ ΑΝΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ




Ο Όσιος Παύλος ο απλούς πήγε κάποτε επισκέπτης σ' ένα Μοναστήρι.

 Ήταν Κυριακή.

 Οι καλόγεροι μαζεύονταν στην Εκκλησία να λειτουργηθούν.

 Ο Όσιος στάθηκε σε μια παράμερη γωνιά.

 Από κει παρατηρούσε, χωρίς να φαίνεται, τους αδελφούς που έμπαιναν στην Εκκλησία. 

Είχε χάρισμα από τον Θεό να διαβάζει την ψυχή, καθώς εμείς διαβάζομε την όψη των συνανθρώπων μας.


Οι περισσότεροι αδελφοί είχαν χαρούμενο πρόσωπο, που έδειχνε αμέσως την εσωτερική τους διάθεση. Ο καθένας είχε πλάι του τον φύλακα Άγγελό του, που ακτινοβολούσε κι' εκεινος από χαρά. Όλα αυτά έδειχναν αγιότητα, πρόοδο στην αρετή! Ο Αββάς Παύλος εύχαριστούσε με την καρδιά του τον Θεό. Καθυστερημένος πολύ έφτασε ένας καλόγερος. Πόσο διαφορετικός από τους άλλους φαινόταν! Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, άγριο. Τον ακολουθούσαν πολλοί δαίμονες, που προσπαθούσαν ο καθένας χωριστά να τον τραβήξει με το μέρος του. 


Εκείνος ο δυστυχισμένος φαινόταν σαν χαμένος. Ο Άγγελός του περίλυπος στεκόταν σε απόσταση. Κάτι τον εμπόδιζε να πλησιάσει. Ο 'Οσιος έβγαλε βαθύ στεναγμό. Έκλαψε με συμπόνια για την βασανισμένη ψυχή του αδελφού. Η θεία Λειτουργία τελείωσε. Οι καλόγεροι με την σειρά άρχισαν να βγαίνουν. Ο 'Οσιος πάλι έβλεπε. Τώρα έδειχναν πιο λαμπρισμένοι. Οι 'Αγγελοί τους φωτεινότεροι. Ο Αββάς Παύλος δεν κινήθηκε από την θέση του. Περίμενε να ιδεί κι εκείνον τον άλλο, που τόσο είχε προσευχηθεί γι' αυτόν σ' όλη την Λειτουργία. Δεν άργησε να φανεί κι εκείνος. Τί αλλαγή! Η όψις του ακτινοβολούσε! Τα πονηρά πνεύματα είχαν εξαφανισθεί. 


Ο φύλακας 'Αγγελος τον σκέπαζε με τις φτερούγες του. Πόσο ευχαριστημένος έδειχνε τώρα! Δόξα σοιο θεός! ξέφυγε χωρίς να θέλει από τα χείλη του Οσίου. Οι αδελφοί γύρισαν και τον κύτταξαν με απορία. Εκείνος τότε τους φανέρωσε, τί είχε ίδεί το πρωινό στην Εκκλησία. Ύστερα ανάγκασε τον άδελφό να είπεί με τί διαθέσεις πήγε στην Λειτουργία και πως έφευγε. Εκείνος δεν δίστασε να έξομολογηθεί μπροστά σ' όλους: Μέχρι σήμερα, είπε, περνούσα με αμέλεια την ζωή μου. 


Τα πάθη κι οι κακοί λογισμοί με είχαν τόσο κυριέψει, που δεν μου έκανε πια καρδιά να φροντίσω για την διόρθωσή μου. Σήμερα όμως με έλέησε ο θεός. Πρόσεξα με ιδιαίτερη προσοχή την ανάγνωση. 'Ακουσα τον Προφήτη ή μάλλον τον ίδιον τον Θεό να λέει με το στόμα εκείνου στους ομοίους μου αμαρτωλούς: ''Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε. Άφετε τας πονηρίας από τών ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών. 


Μάθετε καλόν ποιείν... και εάν ώσιν αι άμαρτίαι ύμών ώς φοινικούν, ως χιόνια λευκάνω''. Η καρδιά μου συντρίφτηκε. Έκλαψα και παρακάλεσα τον Ουράνιο Πατέρα να κάνει σε μένα τον άθλιο αυτά που υπόσχεται με το στόμα του Προφήτου.



Έδωσα κι εγώ υπόσχεση ν' άφήσω την αμέλεια και να κοπιάσω σκληρά για την διόρθωσή μου.

 Μ' αυτές τις διαθέσεις βγήκα από την Εκκλησία. 

Αποφασισμένος πια να κρατήσω την υπόσχεσή μου. 

Ο 'Οσιος και οι αδελφοί που άκουσαν την εξομολόγηση του μοναχού θαύμασαν κι' έλεγαν μεταξύ τους: 

Είναι πραγματικά ανυπολόγιστη η αξία της μετάνοιας!



Εκ του βιβλίου ''ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ, ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΟΦΙΑ''. 
« Η άνωθεν Σοφία, πρώτον μεν αγνή έστιν, έπειτα ειρηνική, επιεικής, ευσεβής, μεστή ελέους και καρπών αγαθών, ευδιάκριτος, ανυπόκριτος». (Ιακώβου γ. 17). 
ΕΚΔΟΣΙΣ ΣΤ. 
'Εκδοσις Ορθοδόξου Χριστιανικής Αδελφότητος  «ΛΥΔΙΑ».
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1987 


 Γεροντικόν


Print Friendly and PDF