ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2021

Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΣΚΑΒΕ ΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ ΚΑΙ ΜΙΛΟΥΣΕ ΜΕ ΝΕΚΡΟΥΣ





Η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου υπήρξε μία ζωηφόρος άμπελος, που έθρεψε για χίλια σχεδόν χρόνια την Ορθοδοξία του Βορρά με "βότρυας ζωής".
Παλαίστρα υπερφυών αγώνων. Ορμητήριο πνευματικών αναβάσεων. Φυτώριο αγίων ανδρών. Ανδρών, που με τις πύρινες προσευχές, τ' ασκητικά παλαίσματα, τις θαυματουργίες και την αγιότητά τους ενίσχυσαν και στερέωσαν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη Ρωσία.
Στο "Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου" περιέχονται τα στοιχεία που διασώθηκαν από τους βίους και τα κατορθώματα των οσίων εκείνων πατέρων, των πρώτων οικιστών των σπηλαίων, και των μαθητών τους.
Συντάχθηκε στα μέσα του 13ου αι. στη σλαβονική γλώσσα. Στα τρία πρώτα μέρη του βιβλίου ο άγνωστος συντάκτης του συγκέντρωσε τις σχετικές διηγήσεις των οσίων Νέστορος του χρονογράφου, Πολυκάρπου, αρχιμανδρίτου της Λαύρας, και Σίμωνος, επισκόπου Βλαντιμίρ και Σουζντάλ.
Στο τέταρτο μέρος δίνονται κάποια βιογραφικά στοιχεία για τους τρεις αυτούς ιερούς συγγραφείς, ενώ έχουν προστεθή και δύο μεταγενέστερες "διηγήσεις" που σχετίζονται με τη μονή των Σπηλαίων. [...]
(Από τον πρόλογο της έκδοσης)



Ο μακάριος Μάρκος, ασκήτεψε στη μονή των Σπηλαίων στα χρόνια του ηγουμένου Ιωάννου, τότε που έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του οσίου Θεοδοσίου από το σπήλαιο στη μεγάλη εκκλησία. Από τότε που έλαβε το άγιο αγγελικό σχήμα, δεν έδωσε <<ύπνων τοις οφθαλμοίς και τοις βλεφάροις νυσταγμόν και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις>> του, αλλά τις περισσότερες ώρες της νύχτας αγρυπνούσε προσευχόμενος. Ελάχιστο χρόνο διέθετε νια σωματική ανάπαυση.


Την ημέρα, όταν δεν συνέχιζε την προσευχή χωμένος βαθιά στο σκοτεινό του σπήλαιο, έσκαβε λάκκους για την ταφή των κεκοιμημένων αδελφών. Ο όσιος Μάρκος ήταν ολιγαρκής και λιτοδίαιτος. Οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια του, φρόντιζε να το δώσει αμέσως σε κάποιο φτωχό. Όχι μόνο τροφή, αλλά και νερό γευόταν με μεγάλη εγκράτεια, πίνοντας πάντοτε λιγότερο απ' όσο χρειαζόταν για να ξεδιψάσει. Και για μεγαλύτερη ακόμη άσκηση, τύλιξε το σώμα του, μέσα από το τριμμένο μοναχικό ένδυμα, με βαριά και βασανιστικά σίδερα. Αυτά τα σίδερα του πίεζαν το σώμα, τον βάραιναν, τον πλήγωναν, τον εμπόδιζαν στην εργασία και στη νυχτερινή ανάπαυση.


Όμως ποτέ όσο ζούσε δεν τα έβγαλε από πάνω του. Μ' αυτή τη σκληρή ασκητική ζωή, με τις νυχθημερές προσευχές, με τις παθοκτόνες νηστείες, με τους σωματικούς κόπους, με την άσκηση της σιωπής, ο γενναίος Μάρκος, νέκρωσε τη σάρκα και το σαρκικό φρόνημα. Κι άλλο πόθο δεν είχε, παρά να φύγει το συντομότερο για τον άλλο, τον ουράνιο κόσμο, και να συναντήσει τον Κύριο και Νυμφίο του.


Ο θάνατος όχι μόνο δεν τον τρόμαζε, αλλά τον γέμιζε χαρά και θεία προσδοκία. Γι` αυτό κι έλαβε από το Θεό το υπερφυσικό χάρισμα να συνομιλεί με τους νεκρούς! Με φυσικότητα και απλότητα, όπως βίωνε ο ίδιος την πραγματικότητα του θανάτου και της άλλης ζωής, επικοινωνούσε με τους κεκοιμημένους σαν να ήταν ζωντανοί. Τους μιλούσε, τους έδινε εντολές, τους έστελνε μηνύματα και παραγγελίες. Κι εκείνοι, με παραχώρηση του Θεού, εκτελούσαν όλες τις εντολές του.


Η απλότητα και η αγιότητα του μακαρίου, συνέτριβε κι αυτά τα άλυτα δεσμά του θανάτου! Κάποτε ο όσιος, έσκαψε ένα τάφο για κάποιο κεκοιμημένο αδελφό. Εξαντλημένος όμως καθώς ήταν από τη νυχτερινή αγρυπνία και ορθοστασία, δεν μπόρεσε να τον κάνη αρκετά ευρύχωρο. Όταν έφεραν το σώμα του νεκρού και δοκίμασαν να το τοποθετήσουν στον τάφο, διαπίστωσαν ότι μόλις και μετά βίας χωρούσε μέσα. Άρχισαν τότε οι αδελφοί να παραπονιούνται και να βαρυγκωμούν κατά του οσίου Μάρκου.


-Αδελφέ, του έλεγαν, τί μνήμα είν' αυτό που έσκαψες; Ούτε το νεκρό μπορούμε να θάψουμε καλά, ούτε να τον περιχύσουμε με λάδι, όπως συνηθίζεται. Γιατί τό' κάνες τόσο στενό; Ο όσιος έβαλε ταπεινά μετάνοια. -Συγχωρέστε με πατέρες, είπε, γιατί από σωματική αδυναμία δεν έκανα σωστά την εργασία. Εκείνοι όμως δεν ησύχασαν, αλλά πολλαπλασίασαν τα παράπονα και τις διαμαρτυρίες. Τότε ο όσιος στράφηκε στο νεκρό.


Επειδή είναι στενός ο χώρος του τάφου σου αδελφέ, του είπε με απλότητα, βολέψου μόνος σου μέσα. Να, πάρε και το λάδι και χύσε στο σώμα σου όσο πρέπει. Χωρίς δεύτερη προτροπή, ο νεκρός κινήθηκε και τακτοποίησε το σώμα του μέσα στο λάκκο. Έπειτα άπλωσε το χέρι, πήρε το λάδι κι έχυσε στο πρόσωπο και στο στήθος του σταυροειδώς. Έβαλε τέλος πάλι το δοχείο στα χέρια του οσίου, ξάπλωσε ήσυχα κι έμεινε ακίνητος. Φόβος και τρόμος κυρίεψε όλους τους αδελφούς μ' αυτό το εξαίσιο θαύμα. Δεν άργησαν όμως να δουν και άλλο παρόμοιο.


Συνέβη, δηλαδή, να πεθάνει κάποιος άλλος αδελφός μετά από μακροχρόνια ασθένεια. Ο ηγούμενος ανέθεσε σ' ένα μοναχό να ετοιμάσει το νεκρό για την ταφή. Πράγματι, αφού εκείνος σκούπισε το λείψανο με το σφουγγάρι, πήγε στο σπήλαιο να δη τον τόπο της ταφής. Βρήκε τον όσιο Μάρκο και τον ρώτησε: -Πού θα βάλουμε πάτερ Μάρκε τον αδελφό μας που αναπαύτηκε; Δεν βλέπω να 'χεις τόπο ετοιμασμένο.


-Πήγαινε και πες στον αδελφό να περιμένει μέχρι αύριο το πρωί, γιατί δεν έχω σκαμμένο τάφο. Ας μ' αφήσει τη νύχτα να του ετοιμάσω το μνήμα, κι έπειτα αναχωρεί για τον ουρανό! Μα..., πάτερ Μάρκε, αποκρίθηκε σαστισμένος ο άλλος μοναχός, εγώ ο ίδιος σκούπισα κιόλας με τα χέρια μου το σώμα του νεκρού. Σε ποιόν μου λες να μεταφέρω την παραγγελία σου; Καλά, δεν Βλέπεις αδελφέ μου; ξαναείπε ο απλούστατος Μάρκος. Δεν είν' ακόμα έτοιμος ο τόπος για την ταφή.


Πήγαινε σου λέω και πες στο νεκρό: <<Ο αμαρτωλός Μάρκος σε παρακαλεί να παραμείνεις σ' αυτό τον κόσμο ακόμη μια μέρα. Ας είναι μέχρι αύριο το πρωί. Και τότε φεύγεις και πας στον αγαπημένο σου Χριστό.


Στο μεταξύ αυτός θα ετοιμάσει τον τάφο σου και θα σε ειδοποίηση>>. Ο μοναχός γέμισε λογισμούς με την παράδοξη προσταγή του οσίου. Έκανε όμως υπακοή. Γύρισε στο μοναστήρι την ώρα που οι πατέρες έψελναν κιόλας την εξόδιο ακολουθία. Πλησίασε στο νεκροκρέβατο, έσκυψε στ' αυτί του νεκρού και του ψιθύρισε:


-Αδελφέ, ο πατήρ Μάρκος με στέλνει να σου πω ότι ο τάφος σου δεν είναι έτοιμος. Γι' αυτό σε παρακαλεί να περιμένεις τουλάχιστον μέχρι το πρωί, οπότε θα σε ειδοποίηση. Αμέσως ο νεκρός άνοιξε τα μάτια! Με κατάπληξη οι πατέρες είδαν να επιστρέφει η ψυχή στο νεκρό σώμα, που άρχισε ν' αναπνέει και να ζει κανονικά! Δεν κινήθηκε όμως καθόλου από τη νεκρική στάση, ούτε είπε σε κανένα τίποτε. Έμεινε εκεί, ακίνητος και αμίλητος, αλλά ζωντανός μέχρι το πρωί. Τότε πήγε πάλι στο σπήλαιο ο ίδιος αδελφός.


-Είν' έτοιμο το μνήμα; ρώτησε το μακάριο Μάρκο. -Έτοιμο είναι. Πήγαινε τώρα και πες σ' εκείνον που με περιμένει: <<Ο αμαρτωλός Μάρκος σου παραγγέλλει ν' αφήσεις πια το μάταιο κόσμο και να φύγεις για την αιωνιότητα. Παράδωσε το πνεύμα σου στα χέρια του Θεού και άφησε το σώμα σου να τοποθετηθεί στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, μαζί με τους άλλους αγίους πατέρες. Ο τόπος σου είναι έτοιμος, δίπλα σ' αυτούς >>. Η παραγγελία του θεσπέσιου Μάρκου, μεταφέρθηκε αμέσως στον αδελφό που καθυστερούσε την αναχώρησή του. Κι εκείνος, μόλις την άκουσε, έκλεισε τα μάτια και ξεψύχησε οριστικά.


Το πρωτάκουστο αυτό θαύμα γέμισε δέος τους πατέρες της Λαύρας και όλους τους κατοίκους της χώρας του Κιέβου, που δεν άργησαν να το πληροφορηθούν. Όλοι δόξασαν το Θεό για τα θαυμαστά έργα που επιτελεί η πίστη και η αγιότητα των αγαθών δούλων Του.



Εισαγωγή, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου της Ι. Μ. Παρακλήτου
<<Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου>>,
έκδοση Δεκέμβριος 2009.



Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΕΘΑΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ



Άξιο και δίκαιο είναι να ευχαριστούμε πάντοτε το Θεό όχι μόνο για τις ευεργεσίες, αλλά και για τις δοκιμασίες Του. Γιατί οι δοκιμασίες, που αντιμετωπίζονται καρτερικά, και το δίκαιο τον γεμίζουν χάρη, όπως συνέβη με τον πολύαθλο Ιώβ, αλλά και τον αμαρτωλό τον καθαρίζουν και τον αγιάζουν.


Μια θεόσταλτη δοκιμασία έφερε σ' επίγνωση και τον όσιο Αρέθα, που καταγόταν από το Πολότσκ και ήταν μοναχός της Λαύρας των Σπηλαίων. Αυτός ο δυστυχής είχε το πάθος της φιλαργυρίας, τη ρίζα όλων των κακών, κατά τον απόστολο. Μάζευε κρυφά κι έκρυβε στο κελί του χρήματα και πολύτιμα είδη. Από το εργόχειρο του δεν έδινε τίποτα στη μονή ή στους φτωχούς. Αλλά ούτε και για τον εαυτό του ξόδευε το παραμικρό. Μόνο συγκέντρωνε...


Ο λόγος του Θεού δεν τον συνέτιζε.  Οι νουθεσίες και οι παραινέσεις του ηγουμένου δεν έφερναν αποτέλεσμα. Οι συμβουλές των αδελφών δεν τον συγκινούσαν. Κάποια νύχτα, με παραχώρηση Θεού, άγνωστοι κλέφτες του άρπαξαν όλη την περιουσία κι εξαφανίστηκαν. Όταν ο Αρέθας ανακάλυψε την κλοπή κεραυνοβολήθηκε. Ήταν τέτοια η απόγνωση του, που μόνο με την επέμβαση του φιλάνθρωπου Θεού συγκρατήθηκε και δεν τερμάτισε τη ζωή του. Έγινε όμως ένα αγρίμι από την οργή και την παράφορα. 


Από την ήμερα εκείνη άρχισε να επιτίθεται στους αδελφούς, να τους προπηλακίζει και να τους ζητάει τα λεφτά του. Όλους τους θεωρούσε ένοχους για την κλοπή. Έγινε ένας αληθινός τύραννος της αδελφότητας. Οι πατέρες τον βεβαίωναν, πως ήταν αθώοι και τον συμβούλευαν να εμπιστευθεί τον εαυτό του στο Θεό. — Αδελφέ, του έλεγαν, «επίρριψον επί Κύριον την μέριμνά σου, και αυτός σε διαθρέψει».


Που να τους ακούσει όμως εκείνος! Όχι μόνο δεν έδινε σημασία στα λόγια τους, αλλά και τους «στόλιζε» με άπρεπες και προσβλητικές εκφράσεις. Ο πονηρός τον είχε κυριέψει ολοκληρωτικά... Σε λίγο καιρό ο Αρέθας χτυπήθηκε από φοβερή αρρώστια κι έφτασε μέχρι το θάνατο. Ωστόσο και στο κρεβάτι της οδύνης δεν έπαυε να βαρυγκωμά και να κακολογεί τους αδελφούς. Στο τέλος έπεσε σε κώμα κι έμεινε για πολλές ώρες σαν νεκρός. Μόλις που ανέπνεε. 


Οι αδελφοί με θλίψη περίμεναν το τέλος του. Αλλ' ο φιλάνθρωπος Κύριος, που δεν θέλει την καταστροφή των ανθρώπων αλλά τη σωτηρία τους, έστειλε το έλεός Του στο ταλαίπωρο πλάσμα Του. Καθώς κειτόταν ακίνητος ο Αρέθας, άρχισε ξαφνικά να φωνάζει: - Κύριε, ελέησον! Κύριε, σώσον! Κύριε, αμάρτησα! Δικά σου είναι και δεν λυπάμαι που τα έχασα! Αμέσως συνήλθε, σηκώθηκε, κι εξήγησε φοβισμένος στους αδελφούς που τον παράστεκαν, τι του είχε συμβεί. 


Είδα, τους είπε, πως ήρθαν άγγελοι και δαίμονες κοντά μου. Άρχισαν να φιλονικούν για μένα, εξαιτίας του κλεμμένου μου πλούτου. Οι δαίμονες υποστήριζαν επίμονα πως όχι μόνο δεν ευαρέστησα το Θεό, αλλά και τον βλασφήμησα με τη φιλαργυρία και τη συμπεριφορά μου. «Γι' αυτό είσαι δικός μας Αρέθα», μου έλεγαν, ενώ τους παρακολουθούσα έντρομος. «Είσαι δικός μας και σε μας θα παραδοθείς!». Τότε οι άγγελοι με κοίταξαν με λύπη. «Ώ άθλιε άνθρωπε!», είπαν. «Ώ ανάξιε μοναχέ, που τόσα χρόνια ήσουν δούλος του πάθους της φιλαργυρίας! 


Δεν σε συνέτισε τουλάχιστον η κλοπή των χρημάτων σου; Αν ευχαριστούσες και δόξαζες το Θεό για τη στέρηση τους, θα σε λυπόταν και θα σ' ελεούσε. Σ' αυτή την περίπτωση θα σου λογάριαζε την απώλεια σαν ελεημοσύνη, όπως έκανε στον Ιώβ. Όποιος ελεεί με τη θέληση του κάνει μεγάλο έργο ενώπιον του Θεού. Αλλά και όποιος χάνει τον πλούτο του ακούσια, αντιμετωπίζοντας όμως την απώλεια με πραότητα και με δοξολογία στο Θεό, αμείβεται απ' Αυτόν σαν ελεήμων. Ο διάβολος στέλνει τους κλέφτες ν' αρπάξουν τα πλούτη των ανθρώπων, για να κάνη τους τελευταίους ν' αγανακτήσουν και να βλασφημήσουν το Θεό!». 


Στα λόγια εκείνα των αγγέλων εγώ κραύγασα αυτό που ακούσατε: «Κύριε, ελέησον! Κύριε, σώσον! Κύριε, αμάρτησα! Δικά σου είναι και δεν λυπάμαι που τα έχασα!». Στην κραυγή μου οι δαίμονες εξαφανίστηκαν, ενώ οι άγγελοι χάρηκαν και αποχώρησαν. Σαν άκουσαν τη διήγηση του Αρέθα οι αδελφοί, θαύμασαν τη φιλάνθρωπη σοφία του Θεού, που βρίσκει πάντοτε τρόπους να φέρνει τους αμαρτωλούς σε μετάνοια. Από την ημέρα εκείνη η ζωή του Αρέθα άλλαξε εντελώς.


Ενώ πριν κανείς δεν μπορούσε να τον συγκράτηση από την κακοτροπία και κακολογία του, τώρα όλοι εκπλήττονταν με την πραότητα και την καλοσύνη του. Με βαθιά μετάνοια, με απροσωπόληπτη αγάπη, με αδιάκριτη υπακοή, με δακρύρροη προσευχή και σκληρή εγκράτεια ο μακάριος Αρέθας, πέρασε θεοφιλώς την υπόλοιπη ζωή του. 


Και τόσο ευαρέστησε το Θεό με την ταπείνωση και την άσκηση, ώστε, μετά την οσιακή κοίμησή του, αξιώθηκε κι αυτός της αφθαρσίας του τιμίου λειψάνου του, που χαρίζει πλούσια τα ελέη του Κυρίου σ' όσους προστρέχουν σ' αυτό με πίστη.



Οι βίοι και τα κατορθώματα των πρώτων οσίων οικιστών της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου
που με τ' ασκητικά παλαίσματα, τις πύρινες προσευχές, τις εκπληκτικές θαυματουργίες και την άγια βιοτή τους
στερέωσαν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη ρωσική γη. Συνταγμένο στα μέσα του 13ου αι., περιέχει διηγήσεις 
των οσίων Νέστορος του Χρονογράφου (†1114), Πολυκάρπου, αρχιμανδρίτου της Λαύρας (†1182) και Σίμωνος,
επισκόπου Βλαντιμίρ και Σουζντάλ (†1226).
Ένα βιβλίο που δεν προσφέρει στον αναγνώστη τη σοφία του κόσμου τούτου, του αποκαλύπτει 
όμως την ουράνια σοφία, την αγιοπνευματική χάρη και τη θεία δύναμη, που ενοικούσαν στους 
απλοϊκούς σπηλαιώτες πατέρες του πρώιμου ρωσικού μοναχισμού. 
Το κείμενο συνοδεύεται από παλιές λαϊκές γκραβούρες.
Έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου
Πηγή ηλεκτρονικού κειμένου: https://agiameteora-friends.net.
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου


Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

ΟΣΙΟΣ ΑΛΥΠΙΟΣ Ο ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΟΣ




Μιμητής του ιερού ευαγγελιστή και πρώτου εικονογράφου Λουκά, αναδείχθηκε ο όσιος πατέρας μας Αλύπιος ο σπηλαιώτης. Αυτός ο μακάριος, θαυμαστά εικονογραφούσε τις μορφές των αγίων, ενώ ταυτόχρονα και την ψυχή του στόλιζε μ' όλες τις αρετές. Έτσι ο Θεός τον αξίωσε να γίνει γιατρός θαυματουργός ψυχών και σωμάτων. Ο μακάριος Αλύπιος ήταν λαϊκός ακόμη, όταν έγινε μάρτυρας του εξαισίου θαύματος που συνέβη μέσα στην εκκλησία των Σπηλαίων, στη διάρκεια της αγιογραφήσεώς της. Βοηθούσε τότε τους Έλληνες αγιογράφους που ιστορούσαν το ναό της Θεοτόκου. 


Και είδε με τα ίδια του τα μάτια το περιστέρι που παράδοξα εμφανίστηκε, όπως είδαμε πιο πάνω στη σχετική διήγηση. Μετά από το θαυμαστό εκείνο γεγονός, ο Αλύπιος έμεινε στο μοναστήρι και έλαβε το άγιο αγγελικό σχήμα από τα χέρια του ηγουμένου οσίου Νίκωνος, ενώ συνέχισε να τελειοποιείται στην Ιερή τέχνη της εικονογραφίας. Και με τη χάρη του Θεού απέκτησε την ικανότητα ν' αποτυπώνει στις άψυχες, ζωγραφιστές μορφές των αγίων, όλες τις αρετές και τα θεία χαρίσματα που τους στόλιζαν όσο ζούσαν. Την ικανότητα αυτή την έδωσε ο Κύριος στον όσιο Αλύπιο επειδή ασκούσε την εικονογραφία όχι για πλουτισμό ή έπαινο, αλλά για τη δόξα του Θεού και των αγίων Του. 


Πολλές εικόνες φιλοτέχνησε για τη μονή και πολλές ακόμη για τον ηγούμενο και τους αδελφούς. Έμαθε επίσης την τέχνη της συντηρήσεως παλαιών εικόνων και κοπίασε πολύ για την αποκατάσταση, εκείνων που είχαν φέρει στη μονή οι πρώτοι πατέρες των Σπηλαίων. Ο όσιος Αλύπιος ποτέ δεν έμενε αργός. Με την εργατικότητά του έγινε μιμητής των αρχαίων αγίων πατέρων, που μοίραζαν το χρόνο τους στην προσευχή και το εργόχειρο. Ό,τι αποκτούσε ο όσιος από το εργόχειρό του, το χώριζε σε τρία ίσα μέρη. • Το ένα μέρος το ξεχώριζε για ν' αγοράζει τ' απαραίτητα υλικά της εικονογραφίας. • Το δεύτερο προοριζόταν για τους φτωχούς. • Και το τρίτο για τις ανάγκες της μονής. Έτσι έκανε πάντοτε, με την ευλογία του ηγουμένου, χωρίς να δίνη ανάπαυση στο σώμα του μέρα και νύχτα. 


Τη νύχτα αγρυπνούσε με προσευχές και γονυκλισίες. Και την ήμερα, τις ώρες που δεν είχαν κοινές ακολουθίες στην εκκλησία, έπιανε το εργόχειρο με ταπείνωση, απροσπάθεια και υπομονή. Κανείς δεν τον είδε ποτέ αργό. Κανείς δεν τον άκουσε ποτέ ν' αργολογεί. Αλλά και ποτέ δεν παραμέλησε την προσευχή και τη λατρεία του θεού για το εργόχειρο. Βλέποντας ο ηγούμενος τη φιλοπονία, την αρετή και την ακρίβεια της μοναχικής πολιτείας του οσίου, έλαβε από το Θεό την πληροφορία να τον αναδείξει Ιερέα. Από τη μέρα της χειροτονίας του ο μακάριος Αλύπιος έλαμψε ακόμη περισσότερο με τις μοναχικές του αρετές και με τη συνέπεια στα ιερατικά του καθήκοντα. Αξιώθηκε μάλιστα να γίνει πνευματικός και να συγχωρεί με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος τις αμαρτίες και τα παραπτώματα των ανθρώπων. 


Η επιτέλεση της διακονίας του αυτής συνδέεται και με αξιόλογα θαύματα, από τα οποία δεν θα παρασιωπήσουμε όσα γνωρίζουμε. Κάποιος πλούσιος χριστιανός από το Κίεβο προσβλήθηκε από λέπρα. Απεγνωσμένα ζητούσε βοήθεια από τους γιατρούς. Αυτοί όμως δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Πάνω στην απελπισία του κατέφυγε στους ειδωλολάτρες μάγους, ελπίζοντας να γίνει καλά με τα δαιμονικά θεραπευτικά τους μέσα. Όχι όμως ωφέλεια δεν είδε, αλλά και χειροτέρεψε. Τότε ένας από τους φίλους του τον συμβούλεψε να πάει στη μονή των Σπηλαίων και να παρακαλέσει τους πατέρες να τον βοηθήσουν. Αλλά εκείνος ο δυστυχής, ενώ είχε πιστέψει πως θα τον έκαναν καλά οι δαιμονολάτρες μάγοι, δεν παραδεχόταν ότι μπορούσαν να τον βοηθήσουν οι φιλόχριστοι μοναχοί. 


Γι' αυτό δεν αποφάσιζε να πάει στα Σπήλαια. Μετά όμως από τις φορτικές προτροπές του φίλου του, κάμφθηκε η αντίδρασή του. Κίνησε για τη μονή με μισή καρδιά, συνοδευόμενος από τους δικούς του. Ο ηγούμενος του έδωσε να πιει νερό από το πηγάδι του οσίου Θεοδοσίου. Του άλειψε επίσης τα μάτια και το κεφάλι με το ίδιο νερό και τον άφησε να φύγει. Όταν όμως ο ταλαίπωρος άνθρωπος βρέθηκε στο σπίτι του διαπίστωσε πως η αρρώστια είχε επιδεινωθεί. Οι πληγές του άνοιξαν κι έτρεχαν πύο, ενώ το σώμα του ανέδιδε μιαν αφόρητη δυσοσμία, που έδιωχνε τους ανθρώπους μακριά. Αιτία του κακού ήταν, όπως αποδείχτηκε απ' όσα ακολούθησαν, η απιστία και η αμετανοησία του. 


Ό λεπρός άρχισε να θρηνεί και να οδύρεται για το κακό που τον βρήκε. Πολλές ημέρες έμεινε κλεισμένος και απομονωμένος στο σπίτι του. Γεμάτος ντροπή κι απόγνωση για το θέαμα που εμφάνιζε και τη δυσοσμία που ανέδιδε, περίμενε το θάνατο, που δεν φαινόταν να είναι μακριά. Αλλά να! Ο φιλάνθρωπος Θεός τον φώτισε και κατάλαβε την ατία της αρρώστιάς του. Και σαν δεύτερος Δαβίδ, φώναζε από μακριά στους συγγενείς του: — «Εκάλυψεν εντροπή το πρόσωπον μου! Απηλλοτριωμένος εγενήθην τοις αδελφοίς μου και ξένος τοις υιοίς της μητρός μου», επειδή χωρίς πίστη και με την καρδιά λερωμένη από αμαρτίες τόλμησα να πάω στη μονή και να ζητήσω θεραπεία! Σηκώθηκε και ξαναπήγε αμέσως στο μοναστήρι. Ζήτησε από τον ηγούμενο να εξομολογηθεί. 


Εκείνος τον έστειλε στον όσιο Αλύπιο. Με δάκρυα συντριβής ο λεπρός του εξομολογήθηκε όλα τ' αμαρτήματά του και με ειλικρινή μετάνοια ζήτησε από το Θεό την άφεσή τους. Ο όσιος του είπε: - Παιδί μου, έργο μεγάλο και σωτήριο πραγματοποίησες με την εξομολόγηση των παραπτωμάτων σου. Θυμάσαι τι λέει ό βασιλιάς και προφήτης Δαβίδ; «Είπα• εξαγορεύσω κατ' εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου». Αυτό ακριβώς έγινε και τώρα με σένα. Εξομολογήθηκες μετανοημένος ενώπιον του Κυρίου, κι Εκείνος σε συγχωρεί, σαν αγαθός και φιλάνθρωπος που είναι. Αφού ο θεοφώτιστος Αλύπιος είπε πολλά σωτήρια και ωφέλιμα λόγια στον ασθενή, πήρε λίγο από το χρώμα που χρησιμοποιούσε στην αγιογραφία και άλειψε τις πληγές του. 


Ύστερα τον έφερε στην εκκλησία και τον κοινώνησε με τα Τίμια Δώρα. Τέλος, τον οδήγησε σε μία γωνία, όπου βρισκόταν μια λεκάνη με νερό. Μ' αυτό πλένονταν οι ιερείς μετά τη θεία Ευχαριστία. — Πλύσου μ' αυτό το νερό!, είπε ό όσιος στον άρρωστο. Εκείνος, ξέπλυνε τα χρώματα και αυτοστιγμεί — ω του θαύματος! - οι πληγές εξαφανίστηκαν και το πρόσωπό του καθάρισε! Έπεσε αμέσως στα πόδια του οσίου και τα έβρεχε με τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης του, επειδή τον απάλλαξε τόσο από τη σωματική όσο και την ψυχική λέπρα. Έκπληκτοι έμειναν οι συγγενείς του λεπρού σαν είδαν το θαύμα. Και ρωτούσαν: - Μα πως έγινε αυτό; Γιατί την πρώτη φορά που ήρθε στο μοναστήρι η αρρώστια του επιδεινώθηκε, ενώ τώρα θεραπεύτηκε; - Αδελφοί, τους έλεγε ο πνευματέμφορος Αλύπιος, ο Κύριος μας λέει: «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». 


Αυτός ο άνθρωπος δούλευε πριν με την αμαρτία στον εχθρό μας διάβολο. Και όταν αρρώστησε, πάλι σ' εκείνον πήγε για να θεραπευτή: στους μάγους και τα μαγικά. Και δεν πίστευε στον Κύριο σαν μοναδικό Σωτήρα και ιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Την πρώτη φορά ήρθε με την καρδιά γεμάτη απιστία και ακαθαρσία. Γι` αυτό και η ασθένειά του επιδεινώθηκε. Διότι ο Κύριος είπε: «πάντα όσα αν προσευχόμενοι αιτείσθε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και έσται υμίν». Τώρα όμως που ήρθε με πίστη αλλά και με μετάνοια, ο Θεός τον θεράπευσε. Μετά την εξήγηση του οσίου Αλυπίου, οι άνθρωποι έβαλαν βαθιά μετάνοια κι έφυγαν «δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν και είδον...». 


Στην ίδια πόλη του Κιέβου ζούσε κάποιος φιλόχριστος, που είχε χτίσει με έξοδα του ένα μικρό ναό, και θέλησε να τον εμπλουτίσει μ' επτά μεγάλες εικόνες. Για το σκοπό αυτό έδωσε σε δυο γνωστούς του μοναχούς της Λαύρας αρκετά ασημένια νομίσματα, καθώς και τα ξύλα που χρειάζονταν, και τους είπε: —Σας παρακαλώ πατέρες, πείτε στον παπα-Αλύπιο να δεχτή το αργύριο τούτο, για την αγάπη του Χριστού και να ζωγραφίσει επτά εικόνες για το εκκλησάκι μου. Αλίμονο όμως! Εκείνοι οι δύο ήταν μόνο κατά το φαινόμενο μοναχοί! Η ψυχή τους ήταν παραδομένη στον πονηρό, γεμάτη κακία, φθόνο και φιλαργυρία. Τι έκαναν λοιπόν; 


Συμφώνησαν να κατακρατήσουν τα χρήματα και να μην πουν τίποτα στον Αλύπιο, που τον φθονούσαν πολύ για την ενάρετη ζωή και την επίδοσή του στην αγιογραφία. Ήταν κι εκείνοι αγιογράφοι. Βοηθοί του οσίου, αλλά για την αμέλεια και την πνευματική τους ραθυμία δεν τους έδινε ό Θεός το ανυπέρβλητο χάρισμα του θεσπέσιου Αλύπιου. Κρέμασαν λοιπόν τα σανίδια σ' ένα παρεκκλήσι της μονής, που ήταν σχεδόν πάντοτε κλειστό, κι έκρυψαν τα χρήματα σε ασφαλισμένο μέρος, χωρίς τύψεις για τη μεγάλη αμαρτία που έκαναν. Πέρασε καιρός. Ο πελάτης έστειλε μήνυμα στους δυο μοναχούς, ρωτώντας τους για την παραγγελία του. Εκείνοι όμως απάντησαν πως ο Αλύπιος ζητά άλλα τόσα αργυρά νομίσματα! 


Χωρίς διαμαρτυρία ο χριστιανός τα έστειλε, με την παράκληση να επισπευτεί η εκτέλεση της εργασίας. Κι αυτά όμως τα καταχράστηκαν οι αθεόφοβοι μοναχοί. Υποδουλωμένοι εντελώς στην κακία και την απληστία, έφτασαν στο σημείο να ζητήσουν και τρίτη φορά χρήματα, λέγοντας πάλι ότι τάχα τα ζητά ο Αλύπιος. Ο φιλόθεος άνθρωπος ούτε τώρα αρνήθηκε. Γνωρίζοντας την πολιτεία του οσίου, πίστεψε πως τα χρήματα που είχε στείλει τις δύο προηγούμενες φορές δεν ήταν αρκετά. Του έστειλε λοιπόν ανυποψίαστος άλλα τόσα, ζητώντας με αγαθότητα τις προσευχές και την ευλογία του. Όταν όμως μετά από καιρό ο χριστιανός έστειλε πάλι στο μοναστήρι κάποιον για να μάθη αν είναι έτοιμες οι εικόνες του, οι δυο εκείνοι μοναχοί, σκοτισμένοι από την εμπάθεια, είπαν ότι ο Αλύπιος, αν και έλαβε τριπλή αμοιβή, αρνείται να ζωγραφίσει τις εικόνες. 


Έκπληκτος και σκανδαλισμένος ο άνθρωπος του Θεού, κίνησε με μεγάλη συνοδεία για το μοναστήρι. Διηγήθηκε με παράπονο στον ηγούμενο Νίκωνα το πάθημά του και ζήτησε την επανόρθωση της αδικίας που είχε τάχα υποστεί από τον παπα-Αλύπιο. Ο μέγας Νίκων κάλεσε τον όσιο και του είπε αυστηρά: - Γιατί πάτερ Αλύπιε αδίκησες αυτό το χριστιανό; Τόσες φορές σε παρακάλεσε και τόσα χρήματα σου έστειλε για τις εικόνες του. Τι σημαίνουν όλα όσα άκουσα τώρα, αδελφέ; Εγώ μέχρι τώρα νόμιζα ότι ήσουν αφιλοχρήματος και ζωγράφιζες τις εικόνες για τη δόξα του Θεού και των αγίων Του. — Τίμιε Γέροντα, αποκρίθηκε απορημένος ο όσιος, η αγιοσύνη σου γνωρίζει ότι δεν αμέλησα ποτέ το ιερό εργόχειρό μου ούτε το εξάσκησα για τα χρήματα. 


Και τώρα δεν γνωρίζω για ποιο πράγμα μιλάς. - Τρεις φορές δεν σε πλήρωσε αυτός ο άνθρωπος για να του φτιάξης επτά εικόνες; Δεν σου έστειλε και τα σανίδια γι' αυτές; Γιατί δεν εκπλήρωσες την παραγγελία του; Και που είναι τα ξύλα των εικόνων; Όμως ο όσιος Αλύπιος τίποτα δεν είχε να πει. Τότε ο ηγούμενος έστειλε δύο-τρεις μοναχούς να φέρουν τα σανίδια. Αυτοί, κατά συγκυρία την προηγούμενη μέρα τα είχαν δει μέσα στο παρεκκλήσι και είχαν αναρωτηθεί για τον προορισμό τους. Ο όσιος Νίκων κάλεσε επίσης τους δυο μοναχούς που είχαν πάρει τα χρήματα για τις εικόνες. Άλλες όμως είναι οι βουλές των ανθρώπων και άλλα τα κελεύσματα του θαυματουργού Θεού. Τι συνέβη δηλαδή; Μόλις μπήκαν οι αδελφοί στο παρεκκλήσι, τι βλέπουν! 


Εκεί που χθες είδαν να κρέμονται σκέτα ξύλα, τώρα ήταν εικόνες απαράμιλλης τέχνης! Εικόνες του Κυρίου, της Θεοτόκου, των αγίων! Θαμπωμένοι και συγκλονισμένοι από το θαυμαστό γεγονός, τις έφεραν στον ηγούμενο. Όταν σε λίγο όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί, έπεσαν κάτω και με συγκίνηση προσκύνησαν τις θεσπέσιες αχειροποίητες εικόνες του ουράνιου Βασιλιά, της Παναγίας Μητέρας Του και των εκλεκτών δούλων Του. Στο μεταξύ ήρθαν και οι δύο συκοφάντες μοναχοί. Ανύποπτοι για το θαύμα του Θεού, επιτέθηκαν με άπρεπα λόγια στον όσιο Αλύπιο, κατηγορώντας τον σαν κλέφτη και απατεώνα. Αγανακτισμένοι τότε οι παρευρισκόμενοι από την άδικη εκείνη επίθεση, τους έδειξαν τις εικόνες λέγοντας: - Σταματήστε ανόσιοι άνθρωποι! 


Να αυτές οι εικόνες που ζωγραφίστηκαν από το χέρι του Θεού, μαρτυρούν για την αθωότητα του Αλυπίου και τη δική σας ενοχή! Εκείνοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους μ' αυτό που έβλεπαν. Γεμάτοι φόβο και ντροπή, μαζεύτηκαν σε μια γωνιά και σιώπησαν. Αρνήθηκαν ωστόσο να παραδεχθούν την ενοχή τους, που ήταν τόσο φανερή σε όλους. Βλέποντας ο ηγούμενος Νίκων το κατάντημα και την πώρωση των δύο μοναχών, τους απέκοψε σαν σαπρά μέλη από το σώμα της αδελφότητας, «ίνα και οι λοιποί αδελφοί φόβον έχωσι». Τους εδίωξε από τη μονή για να μη μολυνθούν και άλλοι από τη βαρεία ψυχική τους πάθηση. Εκείνοι και όταν έφυγαν επέμειναν στην κακία και το φθόνο. 


Άρχισαν να διαδίδουν παντού ότι είχαν ζωγραφίσει οι ίδιοι τις εικόνες και ότι ο προϊστάμενός τους Αλύπιος, θέλοντας τάχα να κατακρατήσει για τον εαυτό του τα χρήματα, άφησε να γίνει πιστευτό πως είχαν ζωγραφιστή αχειροποίητα και θαυματουργικά. Αλλά οι συκοφαντίες αυτές δεν έπιασαν τόπο. Πάλι ο ίδιος ό Θεός επενέβη και με νέα θαυμαστά γεγονότα επιβεβαίωσε το θαύμα. Δόξασε το δούλο Του Αλύπιο και κατήσχυνε τους συκοφάντες. Συνέβη δηλαδή, κατά παραχώρηση Θεού, να ξεσπάσει λίγα χρόνια αργότερα μεγάλη πυρκαγιά στο Κίεβο, που έκανε στάχτη μεγάλο μέρος της πόλεως. Κάηκε τότε και ο ναός όπου βρίσκονταν οι επτά αχειροποίητες εικόνες. Όταν η φωτιά σβήστηκε, ενώ ο ναός είχε αποτεφρωθεί εντελώς, οι εικόνες βρέθηκαν άθικτες, σαν καινούργιες! 


Ο ηγεμόνας του Κιέβου Βλαδίμηρος Β' ο Μονομάχος πληροφορήθηκε για το θαύμα. Για να πιστέψει όμως θέλησε να το δη με τα ίδια του τα μάτια. Πράγματι, πήγε στον τόπο της συμφοράς, όπου βρήκε τα πάντα κομμένα και σωριασμένα σε φρικτά ερείπια. Μόνον οι επτά εικόνες έλαμπαν κάτω από τον ήλιο σαν να μην τις είχε αγγίξει όχι φλόγα αλλά ούτε καπνός. Εκεί ο Βλαδίμηρος πληροφορήθηκε από το συγκεντρωμένο πλήθος ότι οι μορφές των εικόνων δεν είχαν γίνει από ανθρώπινο χέρι. Είχαν εμφανιστεί θαυματουργικά πάνω στα σανίδια με τη δύναμη του παντοδυνάμου Θεού και για χάρη του αδικημένου δούλου Του Αλυπίου. Συγκινημένος ο ηγεμόνας ζήτησε μιαν εικόνα, εκείνη που παρίστανε την Υπεραγία Θεοτόκο, και την έστειλε στο Ροστώφ, στην πέτρινη εκκλησία που ο ίδιος είχε ανεγείρει εκεί. 


Και εδώ όμως η εικόνα σώθηκε θαυματουργικά, όταν σ' ένα σεισμό η εκκλησία γκρεμίστηκε κι έγινε συντρίμμια. Κατόπιν μεταφέρθηκε σε άλλη ξύλινη εκκλησία, αλλά κι αυτή σύντομα πήρε φωτιά και κάηκε. Για τρίτη φορά η αχειροποίητη εικόνα έμεινε αβλαβής, χωρίς ίχνος μάλιστα της φωτιάς, που κράτησε πολλές ώρες. Ας έρθουμε τώρα στο θαύμα που συνδέεται με τα τέλη της ζωής του οσίου Αλυπίου. Κάποιος ευσεβής χριστιανός έδωσε στον Όσιο παραγγελία να ζωγραφίσει την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Την είχε τάξει στην Παναγία νια την πανήγυρη της, στις 15 Αύγουστου και παρακάλεσε να είναι έτοιμη εγκαίρως. Αλλά σε λίγες ήμερες ο θεοφιλής Αλύπιος αρρώστησε βαριά. 


Η κοίμησή του πλησίαζε. Έτσι ήταν αδύνατο να εκπληρώσει την παραγγελία. Ο χριστιανός εκείνος έπεσε σε μεγάλη θλίψη. Ήρθε στον άγιο, που βρισκόταν στην κλίνη σε κακή κατάσταση και τον παρακαλούσε να βρει μια λύση ώστε να είναι έτοιμη η εικόνα στην εορτή της Κοιμήσεως. — Μη θλίβεσαι, παιδί μου, αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή ο όσιος. Έχε εμπιστοσύνη στο Θεό και στο άγιο θέλημά Του. Η εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου θα βρίσκεται στη θέση της την Ημέρα της εορτής. Παρηγορημένος ο χριστιανός από τα λόγια του αγίου, επέστρεψε στο σπίτι του χαρούμενος. Ωστόσο, όταν ήρθε την παραμονή της εορτής για να πάρει την εικόνα, διαπίστωσε πως δεν ήταν έτοιμη, ενώ ο μακάριος Αλύπιος είχε βαρύνει περισσότερο. 


Δυσαρεστημένος τότε έλεγε: —Γιατί, παπα-Αλύπιε, δεν με ειδοποίησες για την κατάσταση της υγείας σου; Θα έβρισκα άλλον αγιογράφο να μου φτιάξη την εικόνα. Έχω υποσχεθεί να την πάω στην εκκλησία αύριο. Τι θα κάνω τώρα; Με ντρόπιασες! Δεν το περίμενα αυτό από σένα! - Τέκνο μου, αποκρίθηκε με πραότητα ο όσιος, μήπως από ραθυμία δεν ετοίμασα την εικόνα σου;... Να ξέρης πως ο Κύριος μπορεί μόνο μ' ένα Του λόγο να ζωγραφίσει την εικόνα της Μητέρας Του. Εγώ βέβαια ήδη αναχωρώ απ' αυτό τον κόσμο, όπως μου φανέρωσε ο Θεός. Εσένα όμως δεν θα σ' αφήσω λυπημένο. Παρά τη διαβεβαίωση του αγίου όμως, ο χριστιανός έφυγε συγχυσμένος. Αλλά να! Σε λίγο μπήκε μέσα στο κελί ένας ολόλαμπρος, φωτεινός νέος. 


Στάθηκε μπροστά στο καβαλέτο κι άρχισε να ζωγραφίζει την εικόνα της Κοιμήσεως σιωπηλός. Ο όσιος τον παρατήρησε προσεκτικά. Πρώτα άπλωσε στην εικόνα το χρυσό. Έπειτα έπιασε να δουλεύει τα χρώματα με απίστευτη ταχύτητα. Σε τρεις ώρες είχε κιόλας τελειώσει! Στράφηκε τότε στον κατάκοιτο όσιο και του είπε: — Πάτερ! Της λείπει τίποτα; Έσφαλα σε κάτι; Πολύ καλή την έκανες, άγγελε του Θεού, απάντησε εκείνος. Ο Θεός σε βοήθησε να την κάνης υπέροχη. Μετά απ' αυτό ο θεόσταλτος «ζωγράφος» πήρε στα χέρια του την εικόνα κι έγινε άφαντος. Στο μεταξύ ο χριστιανός που την είχε παραγγείλει δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι όλη τη νύχτα από τη μεγάλη του λύπη. Ξημέρωνε η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η πανήγυρη, Αλίμονο, θα γινόταν χωρίς την εικόνα της! Το πρωί σηκώθηκε με βαρεία καρδιά και κίνησε για την εκκλησία. Δεν είχε ξημερώσει ακόμη καλά-καλά. 


Ήταν ο πρώτος που έφτασε στο ναό. Θα μπορούσε ανενόχλητος να κλάψει εκεί για το σφάλμα του. Μόλις όμως μπήκε μέσα, τι να δη! Η εικόνα, πανέμορφη κι αστραφτερή, ήταν τοποθετημένη στο προσκυνητάρι της! - Κύριε ελέησον! φώναξε, κι έπεσε κάτω, πιστεύοντας ότι βλέπει όραμα. Όσο περνούσε η ώρα όμως, άρχισε να πείθεται ότι η εικόνα ήταν πραγματική. «Εν φόβω και εν τρόμω» θυμήθηκε τη διαβεβαίωση του οσίου Αλύπιου, ότι η εικόνα θα είναι έτοιμη στην εορτή της Παναγίας. Γεμάτος δέος σηκώθηκε και γύρισε στο σπίτι του για να ειδοποιήσει τους δικούς του. Κι έτρεξαν όλοι με χαρά μεγάλη στην εκκλησία, κρατώντας κεριά και θυμιάματα. Αντίκρισαν την εικόνα να λάμπει σαν τον ήλιο. Τόσο πολύ, που δεν μπορούσαν να την κοιτάξουν κατά πρόσωπο. 


Έπεσαν στη γη και την προσκύνησαν τρέμοντας από συγκίνηση. Μετά την εορτή ο ευσεβής εκείνος χριστιανός ήρθε στον ηγούμενο της μονής των Σπηλαίων και του διηγήθηκε το θαύμα. Πήγαν μαζί στον αξιομακάριστο Αλύπιο. Ο ηγούμενος τον ρώτησε: —Πάτερ Αλύπιε, πως και από ποιόν ζωγραφίστηκε η εικόνα αυτού του ανθρώπου; Εκείνος τότε τους διηγήθηκε όλα όσα έγιναν. —Άγγελος Θεού την έφτιαξε, είπε. Αυτός την πήγε και στην εκκλησία. Και να! Ο ίδιος άγγελος στέκεται τώρα εδώ, δίπλα μου, περιμένοντας εντολή από τον Κύριο για να πάρει την ψυχή μου. Τον βλέπετε; Ευλογητός ο Θεός! Και με τα λόγια αυτά ο όσιος, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Ήταν 17 Αυγούστου. Οι αδελφοί κήδεψαν με τιμές το τίμιο σώμα του στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, δίπλα στους άλλους κεκοιμημένους πατέρες. 


Έτσι ο άγιος και θαυματουργός εικονογράφος Αλύπιος, που στόλιζε τις εκκλησίες με τις εικόνες του, στόλισε τώρα ο ίδιος τόσο τη γη όσο και τον ουρανό. Τη γη, με το σεπτό και πάναγνο σώμα του. Και τον ουρανό, με την οσία ψυχή του.



Οι βίοι και τα κατορθώματα των πρώτων οσίων οικιστών της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου
που με τ' ασκητικά παλαίσματα, τις πύρινες προσευχές, τις εκπληκτικές θαυματουργίες και την άγια βιοτή τους
στερέωσαν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη ρωσική γη. Συνταγμένο στα μέσα του 13ου αι., περιέχει διηγήσεις 
των οσίων Νέστορος του Χρονογράφου (†1114), Πολυκάρπου, αρχιμανδρίτου της Λαύρας (†1182) και Σίμωνος,
επισκόπου Βλαντιμίρ και Σουζντάλ (†1226).
Ένα βιβλίο που δεν προσφέρει στον αναγνώστη τη σοφία του κόσμου τούτου, του αποκαλύπτει 
όμως την ουράνια σοφία, την αγιοπνευματική χάρη και τη θεία δύναμη, που ενοικούσαν στους 
απλοϊκούς σπηλαιώτες πατέρες του πρώιμου ρωσικού μοναχισμού. 
Το κείμενο συνοδεύεται από παλιές λαϊκές γκραβούρες.
Έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου
Πηγή ηλεκτρονικού κειμένου: https://agiameteora-friends.net.
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου


Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

ΟΣΙΟΣ ΑΓΑΠΗΤΟΣ, Ο ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΣ




Ο θεομακάριστος Αγαπητός ήταν από την πόλη του Κιέβου και ήρθε στα Σπήλαια στα χρόνια του οσίου Αντωνίου.  Με πόθο πολύ ζητούσε από τον όσιο να τον δεχτή και να τον τιμήσει με το πανίερο μοναχικό σχήμα. Κι εκείνος, μετά την κανονική δοκιμασία, τον έκειρε και τον κράτησε κοντά του.


Βλέποντας ο θεσπέσιος Αγαπητός τον όσιο Αντώνιο να υπηρετεί με αγάπη τους ασθενείς και να τους θεραπεύει με τα βότανα και την προσευχή του, θέλησε να γίνει μιμητής του. Αν κάποιος αδελφός αρρώσταινε, ο σπλαχνικός Αγαπητός άφηνε το κελί του και την ησυχία του κι έτρεχε στον άρρωστο. Καθόταν δίπλα του και ικανοποιούσε αγόγγυστα όλες του τις ανάγκες μέχρι ν' αναρρώσει. Συνάμα έκανε αδιάλειπτη θερμή προσευχή στον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων Ιησού Χριστό υπέρ της υγείας του ασθενούς αδελφού. Κι αν η αρρώστια συνεχιζόταν για πολύν καιρό και ο αδελφός έχανε την υπομονή του και μεμψιμοιρούσε, ο όσιος τον ενίσχυε και τον παρηγορούσε με λόγους αγάπης και παρακλήσεως.


Ακολουθώντας έτσι ταπεινά το παράδειγμα του γέροντα του οσίου Αντωνίου, ο φιλόθεος Αγαπητός αξιώθηκε από το Θεό της ίδιας θαυματουργικής χάριτος: Με τη δύναμη του Χριστού θεράπευε όλες τις παθήσεις, κάνοντας προσευχή και δίνοντας στους αρρώστους να φάνε λίγα χόρτα, από κείνα που έτρωγε ό ίδιος. Η φήμη του δεν άργησε να διαδοθεί στην πόλη του Κιέβου. Πλήθη χριστιανών που βασανίζονταν από ποικίλες ασθένειες άρχισαν να συρρέουν στη μονή και να θεραπεύονται από τον ιαματικό Αγαπητό.


Την εποχή εκείνη υπήρχε στο Κίεβο ένας γιατρός, Αρμένιος κατά την πίστη και το γένος, διάσημος για τις διαγνωστικές και θεραπευτικές του ικανότητες. Με μια σύντομη εξέταση μπορούσε να καταλάβει από τι έπασχε ο άρρωστος, αν θα γινόταν καλά ή αν θα πέθαινε και πότε. Αν αντιλαμβανόταν ότι η κατάσταση του ήταν κρίσιμη, δεν τον αναλάμβανε. Κάποτε έφεραν στη μονή των Σπηλαίων έναν άρρωστο βογιάρο, αυλικό του ηγεμόνα Βσέβολοντ. Ο Αρμένιος γιατρός τον είχε απελπίσει, λέγοντας του απερίφραστα πως θα πέθαινε σε οκτώ μέρες.


Ο όσιος Αγαπητός προσευχήθηκε πάνω από τον ασθενή και κατόπιν του έδωσε να φάει λίγα χόρτα από το πιάτο του. Ο άρρωστος θεραπεύτηκε αμέσως! Μετά απ' αυτό το θαύμα η δόξα του ιαματικού Αγαπητού έφτασε στο αποκορύφωμά της. Ο Αρμένιος έλιωνε από ζήλια και κατηγορούσε το μακάριο σαν κομπογιαννίτη και ψευτοθαυματοποιό. Θέλησε μάλιστα να τον ρεζιλέψει στους ανθρώπους. Με έμπιστους υπηρέτες του, όμοιους μ' αυτόν στην κακία, έστειλε στη μονή έναν ετοιμοθάνατο. Τους είχε δασκαλέψει να του δώσουν με τρόπο να πιει ένα φαρμακερό υγρό. Έτσι θα ήταν βέβαιος ό θάνατος του. Όλα έγιναν όπως τα είχε προετοιμάσει ο μυσαρός Αρμένιος. Μόλις ήπιε το δηλητήριο ο άρρωστος,, άρχισε να σπαρταράει σαν ψάρι και να βγάζει αφρούς από το στόμα. Ο θάνατος τον είχε κιόλας αγγίξει.


Ο όσιος, βλέποντάς τον να πεθαίνει, έφερε λίγα χόρτα από το τραπέζι του και τα έβαλε με δυσκολία στο στόμα του ετοιμοθάνατου. Ύστερα γονάτισε μπροστά του και παραδόθηκε σε θερμή ικεσία προς το Θεό. Πριν πέραση πολλή ώρα, ο ετοιμοθάνατος συνήλθε, γέμισε ζωή και σφρίγος και σηκώθηκε όρθιος!!! Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο Αρμένιος, λύσσαξε από το κακό του. Διέταξε τους ανθρώπους του να βρουν τρόπο και να ποτίσουν με το φαρμάκι τον ίδιο τον όσιο. Εκείνοι πήγαν σαν ευλάβεια τάχα προσκυνητές και με πολλή πονηρία του πρόσφεραν το δηλητήριο σαν ωφέλιμο ποτό, παρακαλώντας τον να το πιει και να τους ευλογήσει. Ο όσιος το ήπιε, αλλά δεν έπαθε τίποτα. 


Ο Κύριος, που υποσχέθηκε στους δούλους Του ότι «καν θανάσιμο τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψει», λύτρωσε και τώρα το μακάριο Αγαπητό από τη θανατηφόρα δράση του δηλητηρίου. Δεν πέρασε πολύς καιρός και αρρώστησε ο ηγεμόνας Βλαδίμηρος Βσεβολόντοβιτς ο Μονομάχος. Βρισκόταν τότε στο Τσερνιγώφ. Ο Αρμένιος γιατρός πάσχιζε μ' όλα τα μέσα που διέθετε να τον βοηθήσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο ηγεμόνας έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Απελπισμένος τότε ειδοποίησε τον ηγούμενο της Λαύρας Ιωάννη, παρακαλώντας τον να στείλει στο Τσερνιγώφ τον ιαματικό Αγαπητό για να τον θεραπεύσει με τη χάρη που είχε από το Θεό. 


Ο ηγούμενος Ιωάννης κάλεσε τον όσιο και του μετέφερε την παράκληση του άρρωστου ηγεμόνα. Αλλά ο μακάριος, που ποτέ δεν είχε βγει από το μοναστήρι, είπε ταπεινά: — Τίμιε Γέροντα, αν πάω στον ηγεμόνα για τη θεραπεία του, τότε πρέπει να πηγαίνω και στους άλλους που έχουν παρόμοια ανάγκη. Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον του Θεού. Ζητώ λοιπόν την ευλογία σου να μην αναχωρήσω για το μέρος όπου με περιμένει ανθρώπινη δόξα, γιατί υποσχέθηκα στο Θεό να την αποφεύγω μέχρι την τελευταία μου αναπνοή. Δώσ' μου την ευχή σου να φύγω σε άλλο μέρος και να κρυφτώ προσωρινά, μέχρι να περάσει αυτή η δυσκολία. 


Αν όμως θελήσεις να με στείλεις εσύ στο Τσερνιγώφ, θα κάνω υπακοή. «Ουχ ως εγώ θέλω, αλλ' ως συ». Ο ηγούμενος Ιωάννης θαύμασε την αρετή και την ταπείνωση του υποτακτικού του και δεν επέμεινε. Είπε στους απεσταλμένους του ηγεμόνα πως δεν μπορεί να τον πιέσει. Αν μπορούσαν εκείνοι ας τον έπειθαν. Άλλα όπως ήταν φυσικό και των απεσταλμένων οι προσπάθειες έμειναν άκαρπες. Ο όσιος ήταν ανένδοτος. Όταν είδαν κι απόειδαν, ζήτησαν τουλάχιστον λίγα χόρτα από το πιάτο του Αγαπητού. Το αίτημά τους αυτό το συμμερίστηκε και ο ηγούμενος Ιωάννης, που έδωσε εντολή στον όσιο να υπακούσει. Έτσι κι έγινε.


Ο πρίγκιπας γεύτηκε τα χόρτα που του έφεραν. Αμέσως έγινε καλά!!! Τρελός από χαρά για τη σωτηρία του ο Βλαδίμηρος, πήρε μπόλικο χρυσάφι και ξεκίνησε με μεγάλη συνοδεία για τη μονή των Σπηλαίων, θέλοντας ν' αμείψει και να τιμήσει το σωτήρα του. Μόλις όμως ο ταπεινός Αγαπητός πληροφορήθηκε την άφιξή του, έτρεξε και κρύφτηκε. Όσο κι αν έψαξαν ο ηγούμενος και οι αδελφοί, δεν μπόρεσαν να τον βρουν. Στενοχωρημένος ο ηγεμόνας έδωσε το χρυσάφι στον ηγούμενο, προσκύνησε στην εκκλησία κι έφυγε.


Άλλα σε λίγες ημέρες έστειλε ένα βογιάρο του με πολλά δώρα για τον όσιο. Ο βογιάρος βρήκε τον Αγαπητό στο κελί του κι απόθεσε τα δώρα μπροστά στα πόδια του. Ο όσιος τότε του είπε: — Παιδί μου, ποτέ δεν παίρνω αμοιβή νια τις θεραπείες, γιατί αυτές γίνονται όχι με τη δική μου δύναμη, αλλά με τη δύναμη του Χριστού. Γι' αυτό και τώρα δεν μπορώ να δεχτώ αυτή την προσφορά του κυρίου σου. - Το γνωρίζει πάτερ κι εκείνος που μ' έστειλε πως δεν παίρνεις αμοιβή, αποκρίθηκε ο βογιάρος. Αλλά σε παρακαλώ, για να μη λυπήσεις τον άνθρωπο που έκανε υγιή Ο Θεός με τη δική σου μεσολάβηση, δέξου αυτά τα δώρα και χρησιμοποίησέ τα όπως εσύ νομίζεις. Μοίρασε τα αν θέλεις, στους φτωχούς.


- Να 'ναι ευλογημένο τότε, είπε ο όσιος. Πες όμως σ' αυτόν που σ' έστειλε ότι, αν θέλει να είναι ευάρεστος σ' Εκείνον που τον γλίτωσε από το θάνατο, να μοιράζει στους φτωχούς και από την υπόλοιπη περιουσία του. Γιατί δεν θα μπορέσω να τον βοηθήσω άλλη φορά. Τον παρακαλώ με την καρδιά μου να υπακούσει, για να μην τον βρουν χειρότερα. Και λέγοντας αυτά ο Ανάργυρος Αγαπητός, πήρε τα δώρα και βγαίνοντας βιαστικά από το κελί του τα πέταξε έξω, δίπλα στην πόρτα. Ο ίδιος εξαφανίστηκε και κρύφτηκε σε άγνωστο μέρος. Βγαίνοντας και ο βογιάρος έξω, είδε τα δώρα πεταμένα χάμω και τον όσιο πουθενά. Λες και τον είχε καταπιεί η γη. Τα μάζεψε τότε και τα έφερε στον ηγούμενο.


Όταν επέστρεψε στον ηγεμόνα, διηγήθηκε σ' εκείνον και τους αυλικούς του ό,τι είχε συμβεί και όλοι δόξασαν το Θεό και το γνήσιο δούλο Του Αγαπητό, που στήριζε την ελπίδα της αμοιβής του στον ουρανό, «όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν» τους αιώνιους θησαυρούς του Κυρίου, τους ετοιμασμένους για τους πιστούς οικονόμους των χαρισμάτων Του.


Από τότε ο ηγεμόνας Βλαδίμηρος άρχισε, κατά την εντολή του οσίου, να μοιράζει απλόχερα τα πλούτη του στους φτωχούς. Κάποτε όμως παραχώρησε ό Θεός ν' αρρωστήσει και ο ιαματικός Αγαπητός. Βρήκε τότε ευκαιρία και τον επισκέφθηκε ο Αρμένιος γιατρός, ενδιαφερόμενος δήθεν για την υγεία του. — Δε μου λες, γέροντα, ρώτησε ειρωνικά τον όσιο. Με τι χόρτο θεραπεύεται η δική σου αρρώστια; — Μ' εκείνο που θα υποδείξει ό Κύριος, ο Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, αποκρίθηκε με ακακία ο μακάριος. — Χμ! Ιδέα δεν έχει αυτός εδώ από ιατρική. Είναι τελείως άσχετος! αποφάνθηκε με υπεροψία ο γιατρός, κοιτάζοντας με νόημα τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί.


Ύστερα έπιασε το χέρι του οσίου και είπε μ' επισημότητα: —Σου λέω στ' αλήθεια ότι δεν έχεις πάνω από τρεις ήμερες ζωής. Σου δίνω το λόγο μου, αν σε τρεις ήμερες δεν πεθάνεις, εγώ αλλάζω ζωή και γίνομαι μοναχός σαν εσένα!!! Στα λόγια αυτά ο όσιος Αγαπητός αγανάκτησε. — Αυτή είναι η τέχνη σου; είπε αυστηρά. Αντί να σώζεις, προλέγεις το θάνατο; Αν είσαι ικανός, θεράπευσε με! Αν όχι, τότε για τι λες πως θα πεθάνω σε τρεις ήμερες; Ο Κύριος με πληροφόρησε ότι θα με πάρει κοντά Του μετά από τρεις μήνες!


Αλλά ο Αρμένιος επέμενε: —Μην έχεις τέτοιες μάταιες ελπίδες! Δε βλέπεις τα χάλια σου; Αποκλείεται να ζήσης περισσότερο απ' όσο σου λέω. Στο μεταξύ έφεραν στον όσιο κάποιον άρρωστο από το Κίεβο για να τον θεραπεύσει. Εκείνος, με θαυματουργική επέμβαση του Θεού, σηκώθηκε αμέσως από την κλίνη και πήγε στο τραπέζι για να πάρει λίγα χόρτα. — Να το χόρτο της θεραπείας μου! Δες το και συνετίσου! Είπε στο γιατρό, που τον κοίταζε με έκπληξη να στέκεται όρθιος. — Αυτό δεν φαίνεται να είναι από τα δικά μας χόρτα, είπε αμήχανα ο Αρμένιος. Μοιάζει μ' ένα φυτό που φυτρώνει στην περιοχή της Αλεξάνδρειας.


Γέλασε ο όσιος με την αμάθειά του κι έδωσε στον ασθενή να φάει, ενώ ο ίδιος γονάτισε σε προσευχή. Σε λίγο ο άνθρωπος είχε θεραπευθεί!!! Κατόπιν ό θείος Αγαπητός στράφηκε στο γιατρό: — Φάε κι εσύ σε παρακαλώ, από τα χόρτα μου. — Δεν μπορώ πάτερ, γιατί εμείς έχουμε αυτό το μήνα τέσσερις ήμερες νηστεία και η σημερινή μέρα είναι νηστίσιμη. — Μα σε ποια πίστη ανήκεις εσύ; ρώτησε με απορία ο όσιος. — Καλά, δεν έχεις ακούσει για μένα; Είμαι Αρμένιος! -Αρμένιος! φώναξε ο όσιος με ιερή οργή. Και πως τόλμησες, προδότη της Ορθοδοξίας, να μπεις εδώ μέσα; Πως τόλμησες να βεβηλώσεις το κελί μου και να πιάσεις στα αιρετικά σου χέρια το δικό μου αμαρτωλό χέρι; Φύγε από δω πλανεμένε, ασεβέστατε!


Ντροπιασμένος έφυγε ο γιατρός. Ο θεοφιλής Αγαπητός έζησε, όπως τον είχε πληροφορήσει ό Θεός, τρεις μήνες ακόμη. Και την 1η Ιουνίου εκοιμήθη ειρηνικά κι ενταφιάστηκε από τους αδελφούς στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου. Μετά από λίγο καιρό, ο γιατρός εμφανίστηκε «συντετριμμένος και τεταπεινωμένος» στον ηγούμενο της μονής των Σπηλαίων. — Αφήνω την πλάνη των Αρμενίων, είπε κλαίγοντας μετανιωμένος. Ασπάζομαι την αγία Ορθοδοξίας, τη μόνη αληθινή πίστη και ποθώ να υπηρετήσω τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, φορώντας το άγιο μοναχικό σχήμα. Μου εμφανίστηκε χθες ο μακαριστός Αγαπητός και μου είπε:


«Υποσχέθηκες ν' αρνηθείς την πλάνη σου και να γίνεις μοναχός. Αν τώρα υπαναχωρήσεις, θα καταστρέψεις την ψυχή σου. Ο Θεός ου μυκτηρίζεται!» Τώρα πια πιστεύω ότι Ο Αγαπητός είναι άγιος!Πράγματι, ο γιατρός ασπάσθηκε την ορθόδοξη πίστη, έμεινε στη μονή κι έγινε μοναχός, αφιερώνοντας την υπόλοιπη ζωή του στην ίαση των τραυμάτων της δικής του ψυχής και στην ευαρέστηση του μεγάλου Ιατρού, Ιησού Χριστού.



Οι βίοι και τα κατορθώματα των πρώτων οσίων οικιστών της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου
που με τ' ασκητικά παλαίσματα, τις πύρινες προσευχές, τις εκπληκτικές θαυματουργίες και την άγια βιοτή τους
στερέωσαν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη ρωσική γη. Συνταγμένο στα μέσα του 13ου αι., περιέχει διηγήσεις 
των οσίων Νέστορος του Χρονογράφου (†1114), Πολυκάρπου, αρχιμανδρίτου της Λαύρας (†1182) και Σίμωνος,
επισκόπου Βλαντιμίρ και Σουζντάλ (†1226).
Ένα βιβλίο που δεν προσφέρει στον αναγνώστη τη σοφία του κόσμου τούτου, του αποκαλύπτει 
όμως την ουράνια σοφία, την αγιοπνευματική χάρη και τη θεία δύναμη, που ενοικούσαν στους 
απλοϊκούς σπηλαιώτες πατέρες του πρώιμου ρωσικού μοναχισμού. 
Το κείμενο συνοδεύεται από παλιές λαϊκές γκραβούρες.
Έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 


Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου


Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ




Όταν ο Κύριος ευδόκησε να φυτευθεί στη Ρωσία το πολύκαρπο δέντρο του μοναχικού βίου

 από τον όσιο πατέρα μας Αντώνιο,

 του έδωσε έναν άξιο υποτακτικό και συνασκητή.

 Αυτός ήταν ο όσιος Νίκων. 

Ο διδάσκαλος Αντώνιος, επιδόθηκε με ζήλο στη μίμησή του, ανεβαίνοντας γοργά τις βαθμίδες της κλίμακας των αρετών. 

Επιπλέον έδειξε εξαιρετικές ικανότητες μοναχικού ηγέτη και συνετού χειραγωγού των λογικών προβάτων

 του Χριστού στην ασκητική ζωή.



Τιμημένος από το Θεό με το ιερατικό αξίωμα, ο Νίκων έκειρε με εντολή του οσίου Αντωνίου όσους ζητούσαν με πόθο το αγγελικό σχήμα, μετά από την κανονική δοκιμασία και την κατάλληλη πνευματική προετοιμασία τους. Τίποτε απολύτως δεν έκανε ο μακάριος Νίκων χωρίς την εντολή ή την ευλογία του γέροντά του. Όλα τα έκανε με πνεύμα απόλυτης υποταγής, υπομένοντας με ανδρεία τους πειρασμούς και διαλύοντας με ταπείνωση και διάκριση τις πλεκτάνες του πονηρού. Αξιώθηκε μάλιστα της μεγάλης τιμής να κείρει με τα χέρια του τον όσιο Θεοδόσιο, το μεγάλο θεμελιωτή της μοναχικής ζωής στη Ρωσία. Έκειρε ακόμη, στα 1062, δυο μεγάλες μορφές της Πετσέρσκαγια, τον επιφανή βογιάρο Βαρλαάμ και τον ευνούχο του ηγεμόνα, Εφραίμ. 


Γι' αυτές όμως τις κούρες υπέμεινε μεγάλη θλίψη. Γιατί ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος συγχύστηκε πολύ που έχασε από κοντά του δυο σπουδαία πρόσωπα, δυο χρήσιμους συνεργάτες και θύμωσε με τους οσίους. Διέταξε να φέρουν μπροστά του εκείνον που τόλμησε να τους κάνη μοναχούς. Σε λίγο ο Νίκων οδηγήθηκε στον ηγεμόνα. Εκείνος τον κοίταξε με περισσή οργή και φώναξε: - Εσύ καλόγερε, τόλμησες να κάνης σαν κι εσένα το βογιάρο και τον ευνούχο μου; Ναι, εγώ, με την εντολή του οσίου πατέρα μου και την ευλογία του ουράνιου Βασιλιά Ιησού Χριστού, που τους κάλεσε σ' αυτό το δρόμο της ασκήσεως, αποκρίθηκε ο όσιος ήρεμα και θαρρετά. Ο ηγεμόνας άναψε και κοκκίνισε από μανία. Άκου να σου πω, ούρλιαξε, ή θα τους πείσεις να γυρίσουν πίσω ή θα στείλω κι εσένα και τους συντρόφους σου στην εξορία! Και το σπήλαιό σας θα το κατασκάψω. 


Ό,τι θέλεις κάνε, άρχοντα μου. Εγώ πάντως δεν έχω εξουσία ν' αποσπώ τους στρατιώτες του ουράνιου Βασιλιά από κοντά Του! Αυτά είπε ο μακάριος Νίκων κι έφυγε από το παλάτι του ηγεμόνα. Μετά από το επεισόδιο αυτό, οι αδελφοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπήλαιο και να φύγουν μακριά, σ' άλλο τόπο, όπου δεν θα έφτανε η ηγεμονική οργή. Τότε ο μέγας Νίκων πήγε στο Τμουταρακάν κι εκεί, κοντά στην πολίχνη, βρήκε έναν έρημο τόπο, όπου εγκαταστάθηκε. Επιδόθηκε αμέσως σε σκληρούς ασκητικούς αγώνες, ζώντας με σιωπή, «μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος», προσθέτοντας καθημερινά κόπους στους κόπους και ασκήσεις στις ασκήσεις. Δεν άργησε να γίνει γνωστή η παρουσία του και ν' απλωθεί η φήμη του σ' ολόκληρη την περιοχή. 


Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη δεν είχε ακόμη στερεωθεί εκεί και η μοναχική ζωή ήταν τελείως άγνωστη. Σιγά-σιγά οι κάτοικοι άρχισαν να πλησιάζουν τον όσιο και να εντυπωσιάζονται από την παράξενη γι' αυτούς ζωή του. Εκείνος τότε, για τη δόξα του Κυρίου, έλυνε τη σιωπή του και τους μιλούσε για τον αληθινό Τριαδικό Θεό και την αγία ορθόδοξη πίστη. Όλοι σαγηνεύονταν από τη σοφία, τη γνώση και την αγιότητά του, μετανοούσαν και δόξαζαν τον Κύριο με τη ζωή και τα έργα τους. Αργότερα, ορισμένοι ζήτησαν από τον όσιο να τους κάνη μοναχούς. Κι εκείνος, αφού τους δοκίμαζε και τους νουθετούσε, τους έκειρε. Έτσι μπήκαν οι βάσεις για την κατοπινή ανέγερση της μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου, που έγινε σπουδαίο μοναστικό κέντρο, ισάξιο της μονής των Σπηλαίων. 


Μετά το θάνατο του ηγεμόνα του Τμουταρακάν Ροστισλάβου Βλαντιμίροβιτς, οι κάτοικοι της χώρας παρακάλεσαν τον όσιο Νίκωνα, στον οποίο έτρεφαν απεριόριστη εμπιστοσύνη και αφοσίωση, να πάει στον ηγεμόνα του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβο Γιαροσλάβιτς και να ζητήσει το γιο του Γκλέμπ, για την ηγεμονία του Τμουταρακάν. Ο όσιος εκτέλεσε μ' επιτυχία τη διακονία που του ανέθεσε το ποίμνιό του. Επιστρέφοντας μαζί με τον πρίγκιπα Γκλέμπ Σβιατοσλάβιτς, πέρασε από το Κίεβο κι επισκέφθηκε τη μονή των Σπηλαίων. Όταν ο μακάριος ηγούμενος Θεοδόσιος αντίκρισε, μετά από τόσα χρόνια, τον παλιό συνασκητή του, σκίρτησε από χαρά. Έπεσαν κι οι δυο στη γη κι έβαλαν βαθιά μετάνοια ο ένας στον άλλον. Ύστερα αγκαλιάστηκαν κλαίγοντας από συγκίνηση και κάθισαν παράμερα να συζητήσουν. 


Είχαν τόσα να πουν... Όταν ο μέγας Νίκων μετά από ώρα πολλή ετοιμάστηκε να φύγει, ο μακάριος Θεοδόσιος ξέσπασε πάλι σε λυγμούς και τον παρακαλούσε να παραμείνει στα Σπήλαια, για να συνεχίσουν μαζί την επίγεια ασκητική οδοιπορία τους. - Πρέπει να πάω, είπε ο Νίκων, να ρυθμίσω ό,τι αφορά το μοναστήρι μου. Έπειτα, αν είναι θέλημα Θεού, θα επιστρέψω. Πράγματι, ο όσιος πήγε στο Τμουταρακάν με τον πρίγκιπα Γκλέμπ, όπου εκείνος ανέλαβε την ηγεμονία της χώρας. Ο ίδιος φρόντισε να τακτοποίηση μ' επιμέλεια τα της μονής του και κατόπιν, σύμφωνα με την υπόσχεσή του, γύρισε στην Πετσέρσκαγια κοντά στον όσιο Θεοδόσιο. Υποτάχθηκε με ταπείνωση στον άγιο ηγούμενο κι εκτελούσε με ακρίβεια όλες του τις εντολές, νεκρώνοντας το δικό του θέλημα. 


Και ο μακάριος Θεοδόσιος, όταν χρειαζόταν να λείψει από τη μονή, άφηνε σαν αντικαταστάτη του, στη διαποίμανση της αδελφότητας το Νίκωνα, σαν αρχαιότερο, εμπειρότερο και αγωνιστικώτερο όλων. Πολλές φορές ο όσιος Νίκων, που γνώριζε την τέχνη της βιβλιοδεσίας, έραβε και έδενε βιβλία. Τότε ο Θεοδόσιος καθόταν ταπεινά δίπλα του, αν και ήταν ηγούμενος και του ετοίμαζε τους σπόγγους που χρειαζόταν για το εργόχειρό του. Την ώρα εκείνη, αλλά και σε άλλες ευκαιρίες, οι δυο όσιοι μάζευαν γύρω τους τους αδελφούς και τους νουθετούσαν με πνευματικές διδαχές και ασκητικούς λόγους. Αργότερα όμως ξέσπασε η γνωστή μας διαμάχη ανάμεσα στους τρεις αδελφούς ηγεμόνες του Κιέβου Ιζιασλάβο, του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβο και του Περεγιασλάβ Βσέβολοντ. 


Η διαμάχη εκείνη δημιούργησε στην περιοχή μεγάλη αναταραχή, που ανάγκασε το φιλέρημο και φιλήσυχο Νίκωνα ν' αναχωρήσει πάλι από την Πετσέρσκαγια μαζί με δύο μοναχούς. Γύρισε στο Τμουταρακάν, όπου έζησε μερικά χρόνια με τον ίδιο ασκητικό ζήλο. Όταν έμαθε ότι ειρήνευσε ο τόπος του Κιέβου, ο μακάριος πήρε πάλι το δρόμο για τη Λαύρα. Φτάνοντας όμως εκεί διαπίστωσε πως ο όσιος Θεοδόσιος δεν ήταν πια στη ζωή. Ηγούμενος ήταν τώρα ο φιλόθεος Στέφανος. Ο Νίκων αποφάσισε να τελειώσει τον επίγειο βίο του στη μονή της μετανοίας του. Έμεινε λοιπόν εκεί, κι επισκεπτόταν συχνά τον τάφο του οσίου Θεοδοσίου, λούζοντάς τον κάθε φορά με καυτά δάκρυα χαρμολύπης. Λύπης, γιατί αποχωρίστηκε τον αγαπημένο του πνευματικό αδελφό. Και χαράς, γιατί ήταν βέβαιος πως αναπαυόταν τώρα μέσα στα χέρια του Θεού. Όταν με συνεργία του πονηρού ορισμένοι αδελφοί δημιούργησαν αναταραχή στην αδελφότητα και απομάκρυναν το μακάριο Στέφανο από την ηγουμενία της μονής, ηγούμενος αναδείχθηκε ο όσιος Νίκων. 


Με διάκριση και σοφία αγωνίστηκε ο μακάριος να φέρει την ειρήνη και την ομόνοια στην αδελφότητα. Και το κατόρθωσε με μεγάλο κόπο, πολλή υπομονή και περισσότερη προσευχή. Οι αδελφοί, αναγνωρίζοντας την ακεραιότητα, τη σύνεση και την αγιότητά του, ησύχασαν και υποτάχθηκαν σ' αυτόν, σαν σε φωτισμένο πατέρα, διδάσκαλο και πνευματικό οδηγό. Πολλές φορές ο μοχθηρός διάβολος προσπάθησε να δημιουργήσει νέα σκάνδαλα και να βάλει εμπόδια στην ανύστακτη φροντίδα του οσίου να καθοδηγεί στο δρόμο της σωτηρίας τις ψυχές που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος. 


Οι σκοτεινοί σκοποί του όμως δεν μπορούσαν να σβήσουν το φως των αρετών του πιστού δούλου του Θεού. Στα χρόνια της ηγουμενίας του μεγάλου Νίκωνος, έγινε με τρόπο θαυμαστό η αγιογράφηση της εκκλησίας των Σπηλαίων από Έλληνες αγιογράφους, σταλμένους από την Κυρία Θεοτόκο, όπως είδαμε πιο πάνω στη σχετική διήγηση.



Τέλος, το έτος 1088, όταν ηγεμόνας στο Κίεβο ήταν ο Βσέβολοντ Γιαροσλάβιτς, ο όσιος Νίκων 

παρέδωσε την ψυχή του «εν χειρί Θεού». 

Κηδεύτηκε στη μονή των Σπηλαίων, όπου μέχρι σήμερα το τίμιο σκήνωμά του αναπαύεται άφθορο 

και ακέραιο, τιμημένο με τη δόξα και τη χάρη του Θεού και επιτελεί πολλά θαύματα...



Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου


Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

ΟΣΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΤΙΤΩΡ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ


 


Ο όσιος Αντώνιος, κατά κόσμον Αντίπας, γεννήθηκε στην κωμόπολη Λιούμπετς, σαράντα βέρστια μακριά από το Τσερνιγώφ, στα 983 μ.Χ. Από τους ευσεβείς γονείς του διδάχτηκε το φόβο του Θεού και νωρίς ένιωσε την επιθυμία να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Ο Θεός τον φώτισε να έρθει γι' αυτό το σκοπό στη γη της Ελλάδος. Χωρίς καθυστέρηση ξεκίνησε από την πατρίδα του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Από κει πέρασε στο Άγιο Όρος, τον ιερό Άθωνα. Περιόδευσε στις ιερές μονές και είδε πολλούς μοναχούς, μιμητές της ζωής των αγγέλων. Τότε ο όσιος Αντώνιος φλογίστηκε πιο πολύ από αγάπη στο Χριστό. Ήρθε στη μονή του Εσφιγμένου και ικέτευσε τον ηγούμενο να τον κείρει μοναχό.



Ο ηγούμενος Θεόκτιστος, αγωνιστής μεγάλος και αξιωμένος προορατικού χαρίσματος, διέκρινε τις αρετές του οσίου και προείδε τη μελλοντική αγία ζωή του. Δέχτηκε λοιπόν την παράκλησή του και τον έκειρε μοναχό, αφού πρώτα τον δίδαξε όσα έπρεπε για τη μοναχική πολιτεία.


 

Από τότε ο άγιος αγωνιζόταν να ευαρεστεί σε όλα το Θεό. Βίαζε τον εαυτό του στους ασκητικούς αγώνες, με τέλεια υπακοή και υπομονή, κι έγινε σύντομα τύπος και παράδειγμα ενάρετης διαγωγής σ' όλους τους αδελφούς. Πέρασε αρκετός καιρός. Και να! Δόθηκε στον ηγούμενο θεϊκή εντολή να στείλει το μοναχό Αντώνιο πίσω στη Ρωσία. Τον κάλεσε λοιπόν και του λέει: -Αντώνιε! Πήγαινε στη Ρωσία και γίνε εκεί παράδειγμα και πνευματικός στυλοβάτης του λαού. Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου! Ο όσιος δέχτηκε την εντολή του ηγουμένου σαν από το στόμα του Θεού. Έφυγε λοιπόν για τη Ρωσία κι έφτασε στην πόλη του Κιέβου γύρω στα 1013. Ψάχνοντας τόπο για να εγκατασταθεί, επισκέφθηκε τα μοναστήρια της περιοχής, χωρίς όμως να σταθεί σε κανένα. 


Έτσι ήθελε ο Θεός. Κατευθύνθηκε στα γύρω βουνά, σε τόπους απόμερους και βρήκε ένα σπήλαιο που είχαν σκάψει κάποτε οι Βαράγγοι. (Βαριάγοι ή Βαράγγοι: Σκανδιναβική φυλή, που το 862 μ. Χ. υπό την ηγεσία του Ρούρικ ήρθε στη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Νόβγκοροντ, όπου ίδρυσε κράτος και τη δυναστεία των Ρουρικιδών.) Έκανε προσευχή κι εγκαταστάθηκε σ' αυτό, ζώντας με μεγάλη εγκράτεια και άσκηση. Μετά το θάνατο του ευσεβούς Βλαδίμηρου, το 1015, στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο πρωτότοκος γιος του, ο ανόσιος Σβιατοπόλκ. Αυτός, για να διατηρήσει μόνος την εξουσία σ' ολόκληρη την πατρική κληρονομιά, σκότωσε τους μικρότερους αδελφούς του Μπόρις και Γκλέμπ, αναδεικνύοντάς τους σε μάρτυρες. Κίνησε ακόμη αιματηρό διωγμό εναντίον των αγίων ανδρών της Εκκλησίας. Εξαιτίας εκείνης της αιματοχυσίας ο όσιος Αντώνιος αναγκάστηκε ν' αναχωρήσει πάλι για το Άγιο Όρος και να γυρίσει στον άγιο γέροντα του Θεόκτιστο. 


Τώρα όμως δεν έμεινε για πολύ στο κοινόβιο του Εσφιγμένου. Μαθημένος στην πνευματική γλυκύτητα της ιεράς ησυχίας, πήρε την ευλογία του ηγουμένου και αποσύρθηκε στο όρος της Σαμάρειας, πάνω από το μοναστήρι, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ναός αφιερωμένος στο όνομα του. Στο μεταξύ, στα 1019, ο ευσεβής ηγεμόνας Γιαροσλάβος ο Σοφός- Γιος του αγίου Βλαδίμηρου, ικανός και δυναμικός ηγεμόνας (1019-1054). Ενίσχυσε και στερέωσε το χριστιανισμό στη Ρωσία.- νίκησε σε πόλεμο τον Σβιατοπόλκ, κατέλαβε το Κίεβο και ανέβηκε στο θρόνο της μεγάλης ηγεμονίας. Ο Σβιατοπόλκ διέφυγε και πέθανε αυτοεξόριστος στις στέπες της Βοημίας τον ίδιο χρόνο. Στα χρόνια του σοφού Γιαροσλάβου διέλαμψε νια την ευσέβεια, την ασκητικότητα και τη βαθιά γνώση των Γραφών κάποιος πρεσβύτερος Ιλαρίων. Γι' αυτόν δεν ξέρουμε άλλο τίποτα, παρά μόνο πως γύρω στα 1040 ήταν εφημέριος στο χωριό Μπιρίστοβο. Από κει ήρθε στον ποταμό Δνείπερο, στο λόφο όπου χτίστηκε αργότερα η παλαιά μονή των Σπηλαίων. Ο τόπος αυτός ήταν τότε καλυμμένος με πυκνό δάσος. Εδώ ο πρεσβύτερος Ιλαρίων έσκαψε μια μικρή σπηλιά, δυο οργιές βάθος περίπου, κι άρχισε ν' αγωνίζεται μυστικά μέσα σ' αυτήν με ψαλμωδίες και προσευχές. Την εποχή εκείνη ο Θεός πληροφόρησε τον ηγούμενο της αγιορείτικης μονής Εσφιγμένου να στείλει πάλι στη Ρωσία τον όσιο Αντώνιο. 


Τον κάλεσε λοιπόν και του είπε: -Αντώνιε! Είναι θέλημα Θεού να πας πάλι στην πατρίδα σου. Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου. Έχεις την ευχή μου. Πορεύου εν ειρήνη! Και μάθε ότι πολλοί θ' αξιωθούν να πάρουν από τα χέρια σου το άγιο σχήμα. Αφού πήρε την ευχή και την ευλογία του γέροντά του, ο όσιος έφυγε πάλι από τον Άθωνα και ήρθε στο Κίεβο. Ο Θεός οδήγησε τα Βήματά του στο λόφο όπου ό πρεσβύτερος Ιλαρίων είχε σκάψει το μικρό του σπήλαιο. Ήταν τώρα έρημο κι ακατοίκητο, γιατί ο μακάριος Ιλαρίων είχε αξιωθεί ν' ανέβει το 1051 στο μητροπολιτικό θρόνο του Κιέβου. Ο όσιος Αντώνιος αναπαύτηκε πολύ στη θέα του τόπου εκείνου. Του θύμιζε τον αγαπημένο του Άθωνα, έτσι όπως ήταν απότομος κι απρόσιτος απ' την πλευρά του ποταμού, άγριος κι αδιάβατος απ' το πυκνό δάσος που τον κάλυπτε. Γονάτισε και προσευχήθηκε με δάκρυα στο Θεό. -Κύριε, ας σκεπάσει αυτό τον τόπο η ευλογία του Αγίου Όρους και η ευχή του αγίου γέροντά μου. Ενίσχυσέ με, με τη χάρη Σου για να μείνω και ν' ασκηθώ εδώ. Κατοίκησε λοιπόν ο όσιος σ' εκείνη τη σπηλιά. Άρχισε ν' ασκείται σκληρά, έχοντας έργο αδιάλειπτο την προσευχή. 


Η τροφή του ήταν ξερό ψωμί και νερό, κι αυτό κάθε δυο ή τρεις ήμερες. Κάποτε μάλιστα, παραδομένος πολλά μερόνυχτα στη θεωρία, δεν γεύτηκε τροφή για ολόκληρη εβδομάδα. Πολλοί άνθρωποι, που μάθαιναν για την ακτημοσύνη και την κακοπάθεια του οσίου, έρχονταν στο σπήλαιο και του έφερναν όλα τα αναγκαία, ζητώντας την ευλογία του. Μερικοί μάλιστα, σαγηνεμένοι από την αγία ζωή του, θέλησαν να μείνουν κοντά του και ν' ασκηθούν κάτω από την πνευματική του καθοδήγηση. Ανάμεσα σ' αυτούς ήταν ο μακάριος ιερεύς Νίκων και ο όσιος Θεοδόσιος. Στα 1054 πέθανε ο ευσεβής ηγεμόνας Παροσλάβος και στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο μεγαλύτερος γιος του Ίζιασλάβος. Εκείνη την εποχή ο φήμη του οσίου Αντωνίου είχε απλωθεί σ' όλη τη ρωσική γη, καθώς παλαιότερα του ομωνύμου του Μεγάλου Αντωνίου στην Αίγυπτο. Έτσι έφτασε μέχρι τ' αυτιά του Ιζιασλάβου ο πληροφορία για την αγία ζωή του μονάχου Αντωνίου Πετσέρσκι - μ' αυτή την ονομασία ήταν γνωστός (Πετσέρσκι = των Σπηλαίων (από την παλαιορωσική λέξη πέτσερα = κρύπτη, σπηλιά). Κίνησε λοιπόν με τη συνοδεία του ο ηγεμόνας και ήρθε να πάρει την ευλογία του. Αυτό ήταν, για τα ήθη της εποχής, ένδειξη πολύ μεγάλης τιμής προς τον όσιο. 


Από τότε η καλή του φήμη απλώθηκε ακόμη περισσότερο και άρχισαν να έρχονται πολλοί για να τους χειραγωγήσει στη μοναδική πολιτεία. Γύρω στα 1060 ήρθαν στον όσιο Αντώνιο ο μακάριος Βαρλαάμ, γιος του βογιάρου Ιωάννου, καθώς και ο φιλόθεος Εφραίμ, ευνούχος του ηγεμόνα, ποθώντας την αφιέρωση στο Χριστό. Ο όσιος έδωσε εντολή στον ιερέα Νίκωνα να τους κείρει μοναχούς. Κατά παραχώρηση Θεού όμως, ο άγιος Αντώνιος και οι αδελφοί δοκιμάστηκαν σκληρά γι' αυτές τις δυο κούρες. Ο βογιάρος Ιωάννης, μαζί με πολλούς δούλους του, ήρθε οργισμένος στα Σπήλαια και διασκόρπισε με αγριότητα το θεοσύλλεκτο ποίμνιο του οσίου Αντωνίου. Το γιο του Βαρλαάμ τον έσυρε βίαια έξω από το σπήλαιο, ξέσκισε με μανία το μοναχικό του ένδυμα, τον έντυσε τη λαμπρή βογιάρικη φορεσιά και τον οδήγησε με τη βία στο παλάτι του. Αλλά και αυτός ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος οργίστηκε εναντίον του οσίου Αντωνίου, όταν έμαθε πως είχε κείρει μοναχούς το γιο του βογιάρου του και τον ευνούχο του Εφραίμ. Έδωσε εντολή να συλλάβουν το μακάριο Νίκωνα, που είχε κάνει τις κούρες, ενώ απειλούσε να ρίξει σε μπουντρούμι όλους τους αδελφούς και ν' ανασκάψει το σπήλαιο τους. Βλέποντας την τόση οργή του ηγεμόνα, ο όσιος Αντώνιος αποφάσισε να εγκαταλείψει το σπήλαιο. 


Έφυγε λοιπόν σ' άλλο τόπο, ενώ οι αδελφοί σκορπίστηκαν σε διάφορες περιοχές. Όταν όμως η γυναίκα του Ιζιασλάβου έμαθε για τη φυγή του οσίου, λυπήθηκε πολύ και ικέτευσε το σύζυγο της να μην καταδιώκει τους δούλους του Θεού, για να μην ξεσπάσει επάνω του η οργή Του. Η συνετή εκείνη γυναίκα υπενθύμισε στον Ιζιασλάβο το κακό που είχε συμβεί πρόσφατα στην πατρίδα της, τη Λέχια ( Πολωνία). Ο πατέρας της, βασιλιάς Μπολιεσλάβος, είχε διώξει από την επικράτειά του τους μοναχούς, εξαιτίας του οσίου Μωϋσέως του Ούγγρου. Μετά όμως από το διωγμό των μοναχών, πικρός και αιφνίδιος θάνατος βρήκε τον Μπολιεσλάβο, ενώ στο λαό δημιουργήθηκε ταραχή μεγάλη και χύθηκε πολύ αίμα. Συμβούλεψε λοιπόν τον Ιζιασλάβο να μεταβάλει την οργή του σε σύνεση, για να μην πάθη κι εκείνος τα ίδια. Φοβήθηκε ο ηγεμόνας τη θεία τιμωρία όταν άκουσε τα λόγια εκείνα. Έστειλε ανθρώπους στον όσιο Αντώνιο και τον κάλεσε να επιστρέψει άφοβα στον τόπο της ασκήσεώς του μαζί με όλους τους αδελφούς. Οι απεσταλμένοι αναζητούσαν τον όσιο τρεις ήμερες. Όταν τον βρήκαν, έπεσαν στα πόδια του και τον ικέτευσαν να επιστρέψει στο ασκητήριό του. 


Υπάκουσε ο όσιος και γύρισε στο σπήλαιο, όπου ησύχαζε παρακαλώντας αδιάλειπτα το Θεό να συγκεντρώσει πάλι τα διασκορπισμένα πρόβατα της αγίας ποίμνης Του και να τους δώσει δύναμη, για να υπομείνουν με γενναιότητα τους πειρασμούς του μισόκαλου εχθρού. Ο φιλάνθρωπος Θεός άκουσε την προσευχή του δούλου Του και μάζεψε πάλι γύρω από τον όσιο όλους τους αδελφούς που είχαν σκορπίσει με το διωγμό του ηγεμόνα. Αλλά και άλλοι πολλοί, διψασμένοι για σωτηρία, άρχισαν να συρρέουν στο σπήλαιο και να παρακαλούν τον όσιο να τους φωτίσει, να τους λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας και να τους χειραγωγήσει στο δρόμο προς τη βασιλεία των ουρανών. Και ο όσιος τους δεχόταν όλους με αγάπη, τους δίδασκε τη μοναχική πολιτεία, κι έπειτα από την κανονική δοκιμασία τους έδινε το μοναχικό σχήμα. Έτσι αυξήθηκε ο αριθμός των αδελφών σε δώδεκα. Γι` αυτό αναγκάστηκαν να σκάψουν και να διευρύνουν το σπήλαιο και κατόπιν να χτίσουν εκεί μέσα ναϋδριο και κελιά, που σώζονται μέχρι σήμερα. Κάποτε κάλεσε κοντά του ο όσιος όλους τους αδελφούς και τους είπε. - Αδελφοί και παιδιά μου, γνωρίζετε ότι ο Κύριος μας έφερε όλους εδώ και μας εγκατέστησε σαν απαρχή ευλογίας για τη χώρα μας και το λαό της. Εσείς είστε ευλογία του αγιώνυμου όρους Άθω και της Κυρίας μας Θεοτόκου, που την έχουμε κοινή προστάτιδα και παραμυθία. 


Όπως έκανε έμενα μοναχό ο αγιορείτης γέροντάς μου, έτσι κι εγώ, με την ευλογία του και την ευλογία του Αγίου Όρους, έκανα εσάς μοναχούς και σας αφήνω σαν αγιορείτικη κληρονομιά σ' αυτό τον τόπο. Να ζείτε λοιπόν και να πολιτεύεστε αντάξια της κλήσεώς σας και της ευλογίας που σας σκεπάζει. Εδώ ο όσιος σιώπησε για λίγο. -Παιδιά μου, πρόσθεσε κατόπιν. Νομίζω πως είναι καιρός ν' αποσυρθώ από την ηγουμενία. Ποθώ να ζήσω όπως και πριν στην ησυχία, «μόνος μόνω τω Θεώ». Θα σας αφήσω άλλον ηγούμενο και θ' αποσυρθώ. Δεν θ' αποχωριστούμε, βέβαια. Στον τόπο αυτό θα παραμείνω και θα σας συμπαραστέκομαι όσο ζω, σαν πνευματικός σας πατέρας. Πράγματι, ο όσιος όρισε ηγούμενο το μακάριο Βαρλαάμ, σαν έμπειρο κι ενάρετο πολύ. Ο ίδιος κλείστηκε σ' ένα από τα κελάκια του σπηλαίου, αποφεύγοντας κάθε θόρυβο και κάθε τιμή. Σύντομα όμως έφυγε σ' άλλο λόφο, όπου έσκαψε νέο σπήλαιο, αυτό που τώρα βρίσκεται κάτω από τη μεγάλη μονή των Σπηλαίων. Εκεί συνέχισε την ασκητική του ζωή, δοξάζοντας το Θεό με αδιάλειπτες προσευχές και ασκητικά παλαίσματα, καλλιεργώντας όλες τις αρετές και ανεβαίνοντας «εκ δυνάμεως εις δύναμιν». Γι` αυτό και ο Θεός τον αντιδόξασε, στολίζοντάς τον πλούσια με τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Ιδιαίτερα με το ιαματικό και το προορατικό. ο όσιος Αντώνιος αναδείχθηκε σε θαυματουργό ιατρό και σε μεγάλο προφήτη της ρωσικής γης. Πλήθη ασθενών θεράπευσε με την προσευχή του και μ' ένα δηλητηριώδες βότανο, που το ευλογούσε κι έπειτα τους το έδινε να το γευτούν. 


Πριν από την προσευχή και την ευλογία του οσίου, το βότανο εκείνο σκορπούσε το θάνατο με το δηλητήριό του. Μετά την ευλογία του οσίου, χάριζε τη ζωή και την απαλλαγή απ' όλες τις ασθένειες. Όσο για το προορατικό χάρισμα του αγίου, αρκεί να το πιστοποίηση η πρόρρηση για την οδυνηρή ήττα του ρώσικου στρατού και την καταστροφή της ρωσικής χώρας από τους βαρβάρους Πολόφτσους που παραχώρησε τους χρόνους εκείνους ο Θεός για τις αμαρτίες των χριστιανών. Όμως ο πανάγαθος Κύριος επέτρεψε να δοκιμάσει και ο όσιος ένα μεγάλο πειρασμό, για να λάμψη περισσότερο η υπομονή και η καρτερία του. Μετά την ήττα των Ρώσων από τους Πολόφτσους, ο ηγεμόνας Ιζιασλάβος κατέφυγε στο Κίεβο. Εκεί βρισκόταν ο ηγεμόνας του Πολότσκ Βσιεσλάβος, φυλακισμένος από τους αντιζήλους του αδελφούς Ιζιασλάβο, Σβιατοσλάβο και Βσέβολοντ. Οι κάτοικοι του Κιέβου άρχισαν να παρακινούν επίμονα τον Ιζιασλάβο σε αντίσταση κατά των βαρβάρων έχθρων, που είχαν διασκορπιστεί και λεηλατούσαν τη χώρα. Ο ηγεμόνας όμως, φοβισμένος από την ήττα του, δεν αποφάσιζε να τους αντιμετωπίσει ξανά. Τότε οι υπήκοοι του επαναστάτησαν, ελευθέρωσαν από τη φυλακή το Βσιεσλάβο και τον ανακήρυξαν ηγεμόνα τους. Ο Ιζιασλάβος κατόρθωσε να διαφύγει στη Λεχία, πατρίδα της γυναίκας του, όπου μέσα σ' επτά μήνες συγκρότησε στρατό, συμμάχησε με το βασιλιά της χώρας και ξεκίνησε νια την ανακατάληψη του Κιέβου. Όταν το πληροφορήθηκε ο Βσιεσλάβος εγκατέλειψε την πόλη και διέφυγε κρυφά στο Πολότσκ. 


Ο Ιζιασλάβος μπήκε θριαμβευτής στο Κίεβο στα 1069. Από τότε όμως άρχισε και η δοκιμασία του μακαρίου Αντωνίου. Κάποιος άνθρωπος του ηγεμόνα συκοφάντησε τον όσιο ότι συμπαθούσε τάχα τον Βσιεσλάβο και ότι μάλλον ήταν η κύριος υποκινητής της λαϊκής εξεγέρσεως που τον είχε ανεβάσει στον ηγεμονικό θρόνο! Ο Ιζιασλάβος πείστηκε στα λόγια του συκοφάντη και κυριεύτηκε από φοβερή οργή εναντίον του αγίου. Εκείνη την εποχή Ο όσιος διακονούσε στη σπηλιά του τον κατάκοιτο Ισαάκιο τον έγκλειστο, που τον είχε πλανήσει ο διάβολος και τον είχε αφήσει μισοπεθαμένο. Φαίνεται πως ο εχθρός κάθε καλού λύσσαξε για την προσπάθεια του οσίου να σώσει τον Ισαάκιο, γι' αυτό και βάλθηκε να τον εμποδίσει με κάθε τρόπο από το θεάρεστο αυτό έργο. Και για λίγο καιρό το πέτυχε. Πριν προλάβει ό Ιζιασλάβος να κάνη κακό στο όσιο, ο ηγεμόνας του Τσερνιγώφ Σβιατοσλάβος, που έμαθε νια την οργή του αδελφού του, έστειλε ανθρώπους του νύχτα κι έφεραν το δούλο του Θεού στην επικράτειά του. Ο όσιος διάλεξε ένα ήσυχο μέρος κοντά στην πόλη, στο βουνό Μπόλντιν, έσκαψε μια σπηλιά κι εγκαταστάθηκε σ' αυτήν. Στον τόπο εκείνο χτίστηκε αργότερα μοναστήρι. Αλλά ο επίβουλος του αγαθού δεν χάρηκε για πολύ. Ο Ιζιασλάβος έμαθε την αλήθεια από πολλούς και αξιόπιστους ανθρώπους. Η οργή του μαλάκωσε. Σκέφτηκε νηφάλια και πείστηκε για την αθωότητα και την αρετή του οσίου. 


Κατάλαβε πως οι κατηγορίες εναντίον του ήταν συκοφαντικές και προκλήθηκαν από τον πονηρό. Μετανοημένος και λυπημένος ο ηγεμόνας έστειλε αντιπροσώπους του στο Τσερνιγώφ, παρακαλώντας τον Αντώνιο να επιστρέψει στο Κίεβο, κοντά στο θεοσύλλεκτο ποίμνιό του. Ο «πράος και ταπεινός τη καρδία» Αντώνιος ανταποκρίθηκε στην παράκληση του Ιζιασλάβου και γύρισε στην αδελφότητά του, που τόσον καιρό ήταν απορφανισμένη από τον πνευματικό της πατέρα. Μετά την επιστροφή του στο Κίεβο, ο όσιος επιδόθηκε σε μεγαλύτερους ακόμη αγώνες. Όλη του η ζωή μέσα στο σπήλαιο ήταν ένας ασταμάτητος και σκληρός πόλεμος «προς τας μεθοδείας του διαβόλου, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου». Πριν αναχωρήσει για τα ουράνια σκηνώματα, φρόντισε με προσευχές και θαυματουργίες για την ανοικοδόμηση του ναού της μονής των Σπηλαίων, όπως θα δούμε πιο κάτω. Αφού ευλόγησε τον τόπο και την έναρξη της οικοδομής του ναού, ο όσιος Αντώνιος άρχισε να ετοιμάζεται για τη μετάβασή του στην αιώνια και αχειροποίητη πόλη. Καθώς λοιπόν προαισθανόταν να πλησιάζει ο καιρός της εκδημίας του, μάζευε γύρω του τους αδελφούς και τους νουθετούσε, παρηγορώντας τους με την υπόσχεση ότι και μετά το χωρισμό του από το φθαρτό σώμα δεν θα εγκαταλείψει τον τόπο των πνευματικών παλαισμάτων του. • Θα βρίσκομαι πάντοτε ανάμεσά σας, παιδιά μου. • Θα επιβλέπω τους αγώνες και την πρόοδο σας στη μοναχική ζωή. • Θα φροντίζω για τις ψυχές που προστρέχουν σ' αυτό τον ιερό τόπο για να ευαρεστήσουν το Θεό. 


Σας δίνω αυτή την υπόσχεση σαν τη μοναδική αλλά την πιο πολύτιμη κληρονομιά. • Και από τον ουρανό θα μεσιτεύω προς τον Κύριο, ώστε να βρείτε όλοι σας έλεος κατά τη φοβερή ήμερα της Κρίσεως. Έτσι, αφού συμπλήρωσε δεκαέξι χρόνια στο δεύτερο σπήλαιο κι ενενήντα χρόνια στη ζωή, άφησε ο όσιος τον πρόσκαιρο κόσμο και αναχώρησε για την αιωνιότητα, στις 7 Μαΐου του έτους 6581 από κτίσεως κόσμου και 1073 από Χριστού, στα χρόνια του ηγεμόνα Σβιατοσλάβου Γιαροσλάβιτς και του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Ζ' Δούκα. Το τίμιο σκήνωμα του οσίου, πρώτου Καθηγουμένου της μονής Πετσέρσκι, κατατέθηκε τότε στο σπήλαιό του, κάτω από το σημερινό μεγάλο μοναστήρι. Αλλά όπως όσο ζούσε ο όσιος, έμεινε μακριά από τ' ανθρώπινα μάτια, προσευχόμενος «εν τω κρύπτω», έτσι και τώρα ζήτησε από τον Κύριο να μείνει το τίμιο σώμα του κρυμμένο από τους ανθρώπους.



Κι Εκείνος πραγματοποίησε την επιθυμία του και τηρεί στην αφάνεια τα σεπτά λείψανα του δούλου Του μέχρι σήμερα. Όσοι κατά καιρούς δοκίμασαν ν' ανασκάψουν το σπήλαιο και να τ' αποκαλύψουν, τιμωρήθηκαν για την τόλμη τους να εναντιωθούν στη βουλή του Θεού και την επιθυμία του αγίου. Γιατί ξεπηδούσε φωτιά από τη γη και κατέκαιγε τα μέλη τους. Για πολύ καιρό πολλά υπέφεραν, ώσπου μετανοούσαν για την πράξη τους κι έπαιρναν τη συγχώρηση και την ίαση από το θαυματουργό άγιο. Αν και κρυμμένα όμως από τα μάτια των ανθρώπων, τα άγια λείψανα του οσίου Αντωνίου, δεν παύουν ν' αποτελούν πηγή αγιασμού και βοηθείας και δυνάμεως. Πολλά θαύματα επιτελούν από τον κρυφό τόπο της αναπαύσεώς τους, σ' όσους με πίστη προστρέχουν στο Ιερό σπήλαιο κι επικαλούνται τη μεσιτεία του οσίου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή στις 10 Ιουλίου, οπότε τελείται και η μνήμη του.



Σημ: Τα χρόνια του ευσεβούς μεγάλου ηγεμόνα της ρωσικής γης Βλαδίμηρου. (Βλαδίμηρος Α' ο Μέγας (περ. 956-1015), άγιος και ισαπόστολος, «ο Μέγας Κωνσταντίνος της Ρωσίας», ηγεμόνας του Νόβγκοροντ (970) και του Κιέβου (980 1015). Γυιος του Σβιατοσλάβου και εγγονός της αγίας ισαποστόλου Όλγας. Ένωσε κάτω από την εξουσία του το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών εδαφών. Είναι ο δημιουργός της ένδοξης Ρωσίας του Κιέβου και αποτελεί την κεντρική φυσιογνωμία της ιστορίας, των θρύλων και των έπων του ρώσικου λαού. Το 988 ασπάσθηκε την Ορθοδοξία και βαπτίσθηκε μαζί με το λαό του. Έγινε έτσι ο θεμελιωτής της ορθόδοξης Αγίας Ρωσίας και ένας από τους μεγάλους αγίους προστάτες της ρωσικής γης. Το 989 νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα Άννα, αδελφή του βυζαντινού αυτοκράτορα Βασιλείου Β' (976-1025), συσφίγγοντας τους πνευματικούς, πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς του με το Βυζάντιο. Η μνήμη του τιμάται στις 15 Ιουνίου.) ευδόκησε ο Θεός ν' αναδείξει ένα φωστήρα της Εκκλησίας Του και διδάσκαλο των μοναχών, τον όσιο και θεοφόρο πατέρα μας Αντώνιο.



Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου


Print Friendly and PDF