ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: «Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ» ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ




Κατά Ματθαίον θ 1-8)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐμβὰς ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ πλοῖον, διεπέρασε, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Καὶ ἰδού, προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον. Καὶ ἰδὼν ὁ ᾽Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπεν τῷ παραλυτικῷ΄ Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς΄ Οὗτος βλασφημεῖ. Καὶ ἰδὼν ὁ ᾽Ιησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν΄ Ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν΄ ᾽Αφίενταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν΄ ῎Εγειρε καὶ περιπάτει; ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας, τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ΄ ᾽Εγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. Καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι, ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεόν, τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.




 ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ: «ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ»


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΠΩΣ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΘΕΙΑ ΕΥΛΟΓΙΑ;


ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: «Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ»


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ» (1999)


Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ


ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΚΑΤΕΒΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΕΓΗ (ΙΩΑΝΝΗΣ ΞΙΦΙΛΙΝΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝ/ΛΕΩΣ)


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: «Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΑΙΤΙΑ ΚΑΘΕ ΣΥΜΦΟΡΑΣ»


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ) 2023


Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ (ΜΑΡΚ. 2, 1-12)


ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΠΑΡΔΑΚΑ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ (2020)


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΚΑΚΟ


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: «Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ»





«Καὶ ἀφοῦ μπῆκε στὸ πλοῖο πέρασε διὰ μέσου τῆς λίμνης στὸ ἀπέναντι μέρος καὶ ἦλθε στὴ δική του πόλη. Καὶ νὰ ἔφεραν σ’ αὐτὸν ἕνα παραλυτικὸ πάνω στὸ κρεβάτι. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ὅταν εἶδε τὴν πίστη τους, εἶπε στὸν παραλυτικό· Ἔχε θάρρος, παιδί μου, σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες σου».


Δική του πόλη ὀνομάζει ἐδῶ τὴν Καπερναούμ. Ἡ Βηθλεὲμ τὸν ἔφερε στὴ ζωή, ἡ Ναζαρὲτ τὸν μεγάλωσε, ἡ Καπερναοὺμ τὸν εἶχε μόνιμο κάτοικό της. Ὁ παραλυτικὸς ἐδῶ εἶναι ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἐκεῖνος ἦταν κατάκοιτος στὴν κολυμβήθρα, αὐτὸς ἦταν στὴν Καπερναούμ. Ἐκεῖνος ἦταν ἄρρωστος τριάντα ὀκτὼ χρόνια· γι’ αὐτὸν ἐδῶ δὲ λέγεται τίποτα τέτοιο. Ἐκεῖνος δὲν εἶχε κανένα νὰ τὸν προστατέψει, αὐτὸς ὅμως εἶχε αὐτοὺς ποὺ τὸν φρόντιζαν, ποὺ τὸν σήκωσαν κιόλας καὶ τὸν ἔφεραν. Καὶ σ’ αὐτὸν λέει, «παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου» σ’ ἐκεῖνον, «θέλεις νὰ βρεῖς τὴν ὑγεία σου»; Κι ἐκεῖνον τὸν θεράπευσε τὸ Σάββατο, αὐτὸν ὅμως ὄχι.


Γιατί βέβαια θὰ τὸν κατηγοροῦσαν ἂν τὸ ἔκανε· καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Ἰουδαῖοι σ’ αὐτὸν σιώπησαν, σ’ ἐκεῖνον ὅμως ἐπιτέθηκαν καὶ τὸν καταδίωκαν. Αὐτὰ τὰ εἶπα ὄχι χωρὶς λόγο ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανένας πὼς ὑπάρχει διαφωνία, ἐπειδὴ σχημάτισε τὴν ὑποψία πὼς ἦταν ὁ ἴδιος παραλυτικός. Ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ Κυρίου. Γιατί καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ ἀπέφυγε τὸν κόσμο· κι ὅταν τὸν ἔδιωξαν οἱ Γαδαρηνοί, δὲν ἀντιστάθηκε. Ἔφυγε καὶ μόνο ποὺ δὲν πῆγε μακρυά. Καὶ πέρασε ἀφοῦ ξαναμπῆκε στὸ πλοῖο, ἐνῶ μποροῦσε νὰ πάει περπατώντας. Δὲν ἤθελε νὰ πραγματοποιεῖ πάντα θαύματα, ὥστε νὰ μὴν καταστρέψει τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας.


Ὁ Ματθαῖος λοιπὸν γράφει ὅτι τὸν ἔφεραν κοντὰ στὸν Κύριο. Οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, ὅτι ἀφοῦ ἄνοιξαν καὶ τὴ σκεπὴ τὸν κατέβασαν. Κι ἔβαλαν μπροστὰ στὸ Χριστὸ τὸν ἄρρωστο χωρὶς νὰ τοῦ ποῦν τίποτα ἀλλὰ ἀφήνοντάς τα ὅλα στὴ διάθεσή του. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔργου του ὁ Χριστὸς πήγαινε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο, καὶ δὲ ζητοῦσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ ὅσους τὸν πλησίαζαν. Ἐδῶ καὶ τὸν πλησίασαν καὶ φανέρωσαν τὴν πίστη τους. Ὅταν εἶδε, γράφει, τὴν πίστη τους, δηλ. ἐκείνων ποὺ ἄνοιξαν τὴ σκεπή. Δὲν γυρεύει παντοῦ τὴν πίστη ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους μονάχα, π.χ. ὅταν παραφέρονται ἢ τὰ ἔχουν χαμένα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἐδῶ φαίνεται, πὼς ἡ πίστη ἦταν καὶ τοῦ ἀρρώστου• δὲ θὰ δεχόταν νὰ τὸν κατέβαζαν ἀπὸ τὴ σκεπή, ἂν δὲν πίστευε.


Ἀφοῦ αὐτοὶ ἔδειξαν τόση πίστη, δείχνει κι αὐτὸς τὴ δύναμή του, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες μὲ πλήρη ἐξουσία, καὶ μὲ ὅλη του τὴ συμπεριφορὰ δείχνοντας ὅτι εἶναι ἰσότιμος μ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως τὸ ἔδειξε αὐτὸ μὲ τὴ διδασκαλία του, ὅταν τοὺς μιλοῦσε σὰν ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἐξουσία· μὲ τὸν λεπρό, ὅταν εἶπε θέλω, καθαρίσου· μὲ τὸν ἑκατόνταρχο, ποὺ τὸν θαύμασε καὶ τὸν ἀνέβασε ψηλότερα ἀπ’ ὅλους· μὲ τὴ θάλασσα, ὅταν τὴν ὑπόταξε μὲ τὸ λόγο μόνο· μὲ τοὺς δαίμονες, ὅταν τὸν παραδέχονταν ὡς κριτή, καὶ τοὺς ἔδιωξε μὲ πολλὴ ἐξουσία. Ἐδῶ πάλι μὲ ἄλλο ἀνώτερο τρόπο τοὺς ἴδιους τοὺς ἐχθροὺς ἀναγκάζει νὰ παραδεχτοῦν τὴν ἰσοτιμία καὶ μὲ τὸ στόμα τους τὸ κάνει φανερό.


Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος φανερώνει ὅτι δὲν ἀγαποῦσε τὶς τιμὲς -ἦταν πολλοὶ θεατὲς ποὺ ἔκλειναν τὴν εἴσοδο, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέβασαν ἀπὸ ψηλὰ – δὲν βιάστηκε νὰ θεραπεύσει ἀμέσως τὸ σῶμα ποὺ εἶναι ὁρατὸ ἀλλὰ παίρνει τὴν ἀφορμὴ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ θεραπεύει τὸ ἀόρατο πρῶτα, τὴ ψυχή, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες. Τοῦτο τὸν ἄρρωστο τὸν ἔσωζε, στὸν ἴδιο ὅμως δὲν προξενοῦσε μεγάλη δόξα. Ἐκεῖνοι κινημένοι ἀπὸ πονηρία καὶ θέλοντας νὰ ἐπιτεθοῦν ἔκαναν τὸ θαῦμα νὰ λάμψει παρὰ τὴ θέλησή τους. Γιατί ἔτσι ὅπως ἦταν ἐκεῖνος ἐφευρετικός, χρησιμοποίησε τὸ φθόνο τους γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ θαύματος. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔκαναν θόρυβο μεταξύ τους κι ἔλεγαν «Αὐτὸς βλασφημεῖ· ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός;». Ἂς δοῦμε τί λέει ὁ ἴδιος. «Ἄραγε διέλυσε τὴν ὑποψία;». Καὶ βέβαια ἂν δὲν ἦταν ἴσος μὲ τὸν Πατέρα ἔπρεπε νὰ πεῖ· Γιατί μοῦ ἀποδίδετε δύναμη ποὺ δὲν μοῦ ταιριάζει;


Πολὺ ἀπέχω ἐγὼ ἀπὸ τὴ δύναμη αὐτή. Τώρα ὅμως δὲν εἶπε κάτι τέτοιο. Ἴσα -ἴσα βεβαίωσε καὶ ἐπικύρωσε τὸ ἀντίθετο καὶ μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὸ θαῦμα. Ἐπειδὴ ἡ περιαυτολογία φαινόταν ὅτι στενοχωροῦσε τοὺς ἀκροατές, μὲ τὸ στόμα τῶν ἄλλων βεβαιώνει ὅ,τι τὸν ἀφορᾶ. Καὶ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τὸ κάνει ὄχι μόνο μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ πλῆθος τῆς σοφίας του. Μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων του ἐπιβεβαιώθηκε, ὅταν εἶπε «θέλω, καθαρίσου» καὶ ὅταν εἶπε «οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἑβραίους δὲ βρῆκα τόση πίστη». Μὲ τὸ στόμα τῶν ἔχθρων του τώρα. Ἐπειδὴ εἶπαν κανένας δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός, συμπλήρωσε: «Γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ ἀκοῦστε». Γυρίζει τότε καὶ λέει στὸν παράλυτο. Σήκω πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου.


Κι ὄχι ἐδῶ μονάχα ἀλλὰ κι σὲ ἄλλη περίπτωση, ὅταν ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγαν ὅτι δὲ σὲ λιθοβολοῦμε γιὰ μία καλή σου πράξη, ἀλλὰ γιὰ τὴ βλασφημία σου κι ὅτι ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, κάνεις τὸν ἑαυτό σου Θεό, οὔτε ἐκεῖ δὲν ἀνέτρεψε τὴ γνώμη αὐτή, ἀλλὰ τὴν ἐπικύρωσε λέγοντας· «Ἂν δὲν κάνω τὰ ἔργα τοῦ πατέρα μου, μὴ μὲ πιστεύετε· ἂν ὅμως τὰ ἐκτελῶ, κι ἂν δὲν πιστεύετε σὲ μένα, πιστέψτε στὰ ἔργα. Ἐδῶ ὡστόσο παρουσιάζει κι ἄλλο σημάδι τῆς θεότητάς του -ὄχι μικρὸ – καὶ τῆς ἰσοτιμίας μὲ τὸν Πατέρα. Ἐκεῖνοι ἔλεγαν ὅτι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων ἀνήκει μόνο στὸ Θεό. Αὐτὸς ὅμως ὄχι μόνο τὰ ἁμαρτήματα συγχωρεῖ ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ κάνει κάτι ἄλλο ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο τοῦ Θεοῦ· ἀποκαλύπτει τὰ μυστικὰ ποὺ εἶναι κρυμμένα στὴν καρδιά. Δὲν εἶχαν ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ σκέφτηκαν. Μερικοὶ γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους·


Αὐτὸς βλασφημεῖ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἤξερε τὶς σκέψεις τους εἶπε· «Γιατί κάνετε μὲ τὸ νοῦ σας πονηρὲς σκέψεις;». Ὅτι μόνο στὸ Θεὸ ἀνήκει νὰ γνωρίζει τὰ μυστικά, ἄκουσε τί λέει ὁ προφήτης· «Σὺ μόνος ἀπ’ ὅλους γνωρίζεις τὶς καρδιές»· καὶ πάλι· «σὺ ὁ Θεὸς ποὺ ἐξετάζεις τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο». Καὶ ὁ Ἱερεμίας λέει· «Βαθύτερη ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ποιὸς θὰ τὸν κατανοήσει;» Καὶ τοῦτο· «ὁ ἄνθρωπος κοιτάζει τὸ πρόσωπο, ὁ Θεὸς βλέπει τὴν καρδιά». Καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλὰ χωρία τῆς Γραφῆς μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἀνήκει στὸ Θεὸ νὰ γνωρίζει τὴ ψυχή. Ἀποδεικνύοντας λοιπὸν ὅτι εἶναι Θεὸς ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τοῦ ἀποκαλύπτει καὶ φανερώνει αὐτὰ ποὺ συλλογίζονταν. Γιατί αὐτοὶ ἐπειδὴ φοβοῦνταν τὸν κόσμο, δὲν τολμοῦσαν νὰ διατυπώσουν μπροστὰ σ’ ὅλους τὴ γνώμη τους. Κι ἐδῶ δείχνει πολλὴ πραότητα. Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στὴν καρδιὰ σας πονηρὲς σκέψεις;


Καὶ βέβαια, ἂν ἔπρεπε κάποιος ν’ ἀγανακτήσει, αὐτὸς ἦταν ὁ ἄρρωστος, ἐπειδὴ εἶχε ξεγελαστεῖ. Μποροῦσε νὰ πεῖ· «γιὰ ἄλλο ἦρθα νὰ μὲ θεραπεύσεις κι ἄλλο σὺ διορθώνεις; Ἀπὸ ποῦ εἶναι φανερὸ ὅτι συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες μου;». Τώρα ὡστόσο αὐτὸς τίποτα τέτοιο δὲ λέει ἀλλὰ παραδίδει τὸν ἑαυτό του στὴ διάκριση ἐκείνου ποὺ τὸν θεραπεύει. Ἐνῶ ἐκεῖνοι, ὑπερβολικοὶ καὶ φθονεροὶ καθὼς εἶναι, ὑπονομεύουν τὴ φιλάνθρωπη δράση τῶν ἄλλων. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἐπιπλήττει βέβαια ἀλλὰ μὲ ὅλη τὴν ἐπιείκεια. Ἂν δὲν σᾶς φαίνεται πιστευτὸ τὸ πρῶτο καὶ νομίζετε εἶναι μεγάλα λόγια ὅ,τι εἶπα, ὁρίστε προσθέτω σ’ αὐτὸ καὶ κάτι ἀκόμα· θ’ ἀποκαλύψω τὰ μυστικά σας. Κι ἄλλο πάλι ἔπειτα ἀπ’ αὐτό. Τὸ ὅτι θὰ σφίξω τὶς ἀρθρώσεις τοῦ παραλυτικοῦ.


Κι ὅταν μίλησε στὸν παράλυτο δὲν φανέρωσε καθαρὰ τὴν ἐξουσία του μὲ τοὺς λόγους του. Δὲν εἶπε «συγχωρῶ τὶς ἁμαρτίες σου», ἀλλὰ «συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Κι ὅταν αὐτοὶ τὸν ἀνάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα τὴν ἐξουσία του, λέγοντας· «Καὶ γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ». Βλέπετε πόσο ἤθελε νὰ θεωρεῖται ἴσος μὲ τὸν πατέρα; Οὔτε εἶπε ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον ἄλλο ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὅτι τοῦ ἔδωσε ἐξουσία, ἀλλὰ ὅτι ἔχει ἐξουσία, καὶ δὲν τὸ λέει αὐτὸ γιὰ ἐπίδειξη ἀλλὰ «γιὰ νὰ σᾶς πείσω», λέγει, «ὅτι δὲ βλασφημῶ κάνοντας τὸν ἑαυτό μου ἴσο μὲ τὸ Θεό». Παντοῦ θέλει νὰ δίνει ἀποδείξεις σαφεῖς, ἀναντίρρητες, ὅπως ὅταν λέει· «Πήγαινε, δεῖξε τὸν ἑαυτό σου στὸν ἱερέα». Κι ὅταν δείχνει τὴν πεθερὰ τοῦ Πέτρου νὰ ὑπηρετεῖ. Κι ὅταν ἐπιτρέπει νὰ κατακρημνιστοῦν οἱ χοῖροι. Ἔτσι λοιπὸν κι ἐδῶ.


Τὴ σύσφιξη τῶν ἀρθρώσεων τὴν κάνει ἀπόδειξη τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων. Καὶ τὸ σήκωμα τοῦ κρεβατιοῦ ἀπόδειξη τῆς σύσφιξης. Ὥστε νὰ μὴ νομισθεῖ ὅτι εἶναι φαντασία αὐτὸ ποὺ εἶχε γίνει. Καὶ δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ παρὰ ἀφοῦ τοὺς ρώτησε· «Τί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πεῖς συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου ἢ νὰ πεῖς σήκωσε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Αὐτὸ ποὺ λέει εἶναι τὸ ἑξῆς. «Τί σᾶς φαίνεται εὐκολότερο νὰ σφίξετε χαλαρωμένες ἀρθρώσεις ἢ νὰ συγχωρήσετε ἁμαρτίες; Φανερὸ ὅτι νὰ σφίξετε τὶς ἀρθρώσεις». Ὅσο ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὸ σῶμα τόσο ἀνώτερη εἶναι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἕνα εἶναι ἀόρατο καὶ τὸ ἄλλο φανερό, γι’ αὐτὸ προσθέτω καὶ τὸ κατώτερο ἀλλὰ φανερότερο. Ἔτσι τὸ μεγαλύτερο κι ἀόρατο νὰ λάβει μ’ αὐτὸ τὴν ἀπόδειξη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα φανέρωνε προκαταβολικὰ μὲ τὰ ἔργα του αὐτὸ ποὺ ὁ Ἰωάννης εἶχε πεῖ, ὅτι αὐτὸς σηκώνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.


Ἀφοῦ τὸν θεράπευσε, τὸν στέλνει στὸ σπίτι. Καὶ πάλι ἐδῶ δείχνει μετριοφροσύνη κι ὅτι δὲν ἦταν φαντασία ὅ,τι εἶχε γίνει. Τοὺς μάρτυρες τῆς ἀρρώστιας, τοὺς κάνει καὶ τῆς ὑγείας μάρτυρες. Ἐγὼ θὰ ἤθελα, λέει, μὲ τὴ δική σου ἀσθένεια, νὰ θεραπεύσω κι αὐτοὺς ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ὑγιεῖς ἐνῶ τὸ πνεῦμα τους νοσεῖ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲ θέλουν πήγαινε στὸ σπίτι, γιὰ νὰ διορθώσεις τοὺς δικούς σου. Βλέπετε πῶς δείχνει ὅτι εἶναι δημιουργὸς καὶ ψυχῆς καὶ σωμάτων; Τοῦ καθενὸς ἀπ’ αὐτὰ θεραπεύει τὴν παράλυση καὶ κάνει φανερὸ τὸ ἀόρατο ἀπὸ τὸ ὁρατό. Σέρνονται ὅμως ἀκόμα στὴ γῆ. «Ὅταν εἶδε ὁ κόσμος θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε τέτοια ἐξουσία στοὺς ἀνθρώπους». Τοὺς ἐμπόδιζε ἡ σάρκα.


Αὐτὸς ὅμως δὲν τοὺς κατηγόρησε ἀλλὰ προχωρεῖ ἀνεβάζοντάς τους μὲ τὰ ἔργα καὶ κάνοντας ψηλὸ τὸ φρόνημά τους. Ἐπὶ τέλους δὲν ἦταν μικρὸ νὰ θεωρεῖσαι πὼς εἶσαι μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὅτι ἔρχεσαι ἀπὸ τὸ Θεό. Ἂν εἶχαν ἀποκτήσει γι’ αὐτὰ σὲ σημαντικὸ βαθμὸ βεβαιότητα, προχωρώντας θὰ καταλάβαιναν, ὅτι ἦταν καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὰ συνέλαβαν ὅμως αὐτὰ καθαρὰ γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸν πλησιάσουν. Ἔλεγαν πάλι· αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεό. Πῶς εἶναι αὐτὸς ἀπὸ τὸ Θεό; Καὶ συνεχῶς ἔλεγαν τὰ ἴδια, σὰν προκαλύμματα τῶν παθῶν τους. Τὸ ἴδιο κάνουν πολλοὶ καὶ τώρα, παρόλο ποὺ νομίζουν ὅτι ὑπερασπίζουν τὸ Θεό, ἱκανοποιοῦν δικά τους πάθη, ἐνῶ πρέπει σ’ ὅλα νὰ εἴμαστε μετριοπαθεῖς.


Πρέπει λοιπὸν νὰ θεραπεύουμε τὸ πάθος μὲ μετριοπάθεια. Γιατί αὐτὸς ποὺ γίνεται καλύτερος ἀπὸ φόβο ἀνθρώπων, γρήγορα θὰ γυρίσει πάλι στὴν κακία. Γι’ αὐτὸ διέταξε νὰ ἀφεθοῦν τὰ ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μιὰ προθεσμία γιὰ μετάνοια. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς λοιπὸν μετάνιωσαν κι ἔγιναν σπουδαῖοι ἀπὸ κακοὶ ποὺ ἦσαν ὅπως ὁ Παῦλος, ὁ τελώνης, ὁ ληστής. Αὐτοὶ ἦσαν ζιζάνια, ἔγιναν ὅμως σιτάρι μεστωμένο. Στοὺς σπόρους φαίνεται τοῦτο δύσκολο· εἶναι ὅμως εὔκολο καὶ κατορθωτὸ σχετικὰ μὲ τὴ θέληση· δὲν ἔχει αὐτὴ δεθεῖ μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους ἀλλὰ ἔχει τιμηθεῖ μὲ ἐλευθερία.


Ὅταν συναντήσεις λοιπὸν ἐχθρό της ἀλήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερέ τον στὴν ἀρετὴ δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο ἀκατηγόρητο, γίνε προστάτης καὶ κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο γιὰ διόρθωση ὅπως κάνουν οἱ ἄριστοι γιατροί. Οὔτε αὐτοὶ δὲν θεραπεύουν μὲ ἕνα τρόπο μόνο· ὅταν δοῦν ὅτι δὲν ὑποχωρεῖ ἡ πληγὴ μὲ τὸ πρῶτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι ἔπειτα τρίτο. Κάνουν ἐγχειρήσεις, χρησιμοποιοῦν ἐπιδέσμους. Καὶ σὺ λοιπὸν ποὺ εἶσαι γιατρὸς τῶν ψυχῶν, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικὸ τρόπο κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ λάβεις μισθὸ καὶ τῆς δικῆς σου καὶ τῆς ὠφέλειας τῶν ἄλλων. Πράξε τα ὅλα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι θὰ δοξαστεῖς καὶ σύ. «Θὰ δοξάσω», λέει, «ὅποιους μὲ δοξάσουν. Κι ὅποιοι μὲ περιφρονοῦν θὰ τοὺς περιφρονήσω».


Ἂς τὰ πράττουμε λοιπὸν ὅλα γιὰ τὴ δόξα του, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ τὸ μακάριο τέλος. Αὐτὸ μακάρι ὅλοι μας νὰ τὸ ἐπιτύχουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δική του ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες.


Ἀμήν.




ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ» (1999)




Κυριακή Στ' Ματθαίου 1999 στην Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ

 




Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 28 Ἰουλίου 2019, Στ΄ Ματθαίου (Ματθ. θ΄ 1-8)


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐμβὰς ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον· καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ. καὶ ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει; ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας — τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.


1. Μὲ πίστη καὶ μετάνοια


Τὴν Κυριακὴ αὐτὴ ἀναγινώσκεται στοὺς Ναούς μας ἡ περικοπὴ τῆς θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναοὺμ ἀπὸ τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο.


Σ᾿ αὐτὴν ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς μᾶς περιγράφει τὸν παράδοξο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐκεῖνοι ποὺ μετέφεραν τὸν ἄρρωστο, ἐπειδὴ τὸ πλῆθος τοῦ κόσμου τοὺς ἐμπόδιζε νὰ πλησιάσουν τὸν Κύριο μέσα στὸ σπίτι ποὺ δίδασκε, ἀνέβηκαν στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ, ξεσκέπασαν ἕνα τμῆμα της καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μὲ σχοινιὰ κατέβασαν τὸν παραλυτικὸ μπροστὰ στὸν Κύριο.


Καὶ τότε Ἐκεῖνος «ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν», ὅταν εἶδε τὴν πίστη τους, τοῦ παραλυτικοῦ καὶ ἐκείνων ποὺ τὸν μετέφεραν, εἶπε στὸν παραλυτικό: –«Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ἔχε θάρρος, παιδί μου. Σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες.


Μόνο ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος καταγράφει αὐτὰ τὰ ἐνθαρρυντικὰ λόγια, «θάρσει, τέκνον». Γιατί ὅμως τὰ εἶπε ὁ Κύριος; Διότι ὁ παραλυτικὸς ἀγωνιοῦσε μήπως δὲν τὸν δεχόταν ὁ Κύριος ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, οἱ ὁποῖες ἦταν ἡ αἰτία τῆς παραλυσίας του. Ὁ Κύριος ὅμως τὸν ἐνίσχυσε χρησιμοποιώντας μάλιστα ἕναν τρυφερὸ χαρακτηρισμό: «παιδί μου».


Ἔτσι μᾶς δέχεται πάντοτε ὅλους. Γι᾿ αὐ­τὸ κι ἐμεῖς ἂς μὴ διστάζουμε λόγῳ τῶν ἁ­μαρτιῶν μας νὰ καταφεύγουμε στὸν Κύριο καὶ νὰ Τοῦ διατυπώνουμε τὰ αἰτήματά μας. Ὁ Κύριος πράγματι προκαλεῖ δέος σὲ ὅποιον Τὸν πλησιάζει μὲ συναίσθηση, διότι εἶναι ὁ πανάγιος καὶ παντέλειος Θεός. Ἀλλὰ εἶναι καὶ «ὁ πρᾷος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», ὁ προσηνής, ὁ φίλος τῶν ἁμαρτωλῶν (βλ. Ματθ. ια΄ [11] 29, 19).


Μόνο νὰ Τὸν πλησιάζουμε μὲ πίστη, μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη Του, μὲ διάθεση νὰ ὑπακούσουμε στὶς ἐντολές Του. Νὰ Τὸν πλησιάζουμε μὲ μετάνοια γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Τότε μᾶς θεωρεῖ οἰκείους Του, παιδιά Του, ἀκόμη καὶ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς.


Τίποτε ἄλλο δὲν ἑλκύει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας ὅσο ἡ ταπείνωση, ἡ συντριβή, ἡ συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἡ διάθεση διορθώσεως. Καὶ τότε θ᾿ ἀκοῦμε κι ἐμεῖς τὴ γλυκύτατη φωνή, τὸν ἐνθαρρυντικὸ λόγο ποὺ διαλύει κάθε σύννεφο ἀπελπισίας: «Θάρσει, τέκνον»· ἔχε θάρρος, παιδί μου!


2. Προστάζει, καὶ γίνεται


Ὁ Κύριος στὴ συνέχεια, ἀποστομώνον­τας τοὺς Γραμματεῖς ποὺ Τὸν κατηγοροῦ­σαν ἀπὸ μέσα τους ὡς βλάσφημο, εἶπε στὸν παραλυτικό: –«Ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου». Σήκω ὄρθιος, πάρε στοὺς ὤμους σου τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου. «Καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐ­τοῦ». Καὶ πράγματι ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸ σπίτι του.


Ἕνα πρόσταγμα, ἕνας λόγος, κι ἀμέσως ἔγινε πράξη. Εἶπε ὁ Κύριος: Σήκω καὶ πήγαινε· καὶ ὄντως σηκώθηκε καὶ πῆγε, ὅπως τὸν διέταξε ὁ Κύριος· ἀμέσως· τόσο εὔκολα! Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μας, ἄπειρη, τέλεια, θαυμαστή. Μὲ τὴ λογικὴ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ κατανοήσει πῶς αὐτὴ ἐνεργεῖ· μόνο μὲ τὴν πίστη τὴν ἀντιλαμβάνεται καὶ τὴ γεύεται στὴ ζωή του.


Μὲ τέτοια διάθεση νὰ καταφεύγουμε σ᾿ Ἐκεῖνον, στὸν «ἰατρὸν τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν», μὲ πίστη ὄχι μόνο στὴν ἀγάπη καὶ συγκατάβασή Του, ὅπως ἐπισημάναμε παραπάνω, ἀλλὰ καὶ στὴν ἄπειρη δύναμή Του.


Νὰ Τοῦ ἀναφέρουμε τὸν πόνο μας, τὴ δυσκολία μας, κι Ἐκεῖνος θὰ ἀπαντᾶ, κατὰ τὸ συμφέρον βέβαια τῆς ψυχῆς μας. Διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀδύνατο στὸν Θεό, κανένα ἐμπόδιο ἀνυπέρβλητο, καμία ἀσθένεια ἀνίατη. Προστάζει, καὶ γίνεται ἀμέσως!


3. Δοξολογία γιὰ τὶς δωρεές Του


Τὰ παρόντα πλήθη εἶδαν καὶ θαύμασαν «καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις»· δόξασαν τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος ἔδωσε μέσῳ τοῦ Χριστοῦ τέτοια δυνατότητα στοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ τοῦ νὰ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες τους καὶ νὰ θεραπεύονται μὲ ἕνα λόγο ἀθεράπευτες ἀρρώστιες τοῦ σώματος.


Ὅσοι εἶδαν τὸ θαῦμα καὶ δὲν ἦταν τυφλωμένοι ἀπὸ τὴ ζήλεια ὅπως οἱ Γραμματεῖς, χάρηκαν, διότι δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους τέτοια δυνατότητα, τέτοια Χάρι. Χάρηκαν καὶ δόξασαν τὸν Θεό.


Τέτοια βέβαια θαύματα γίνονται καὶ σήμερα στὴν Ἐκκλησία μας. Θεραπεύονται πολλοὶ ἀπὸ ποικίλες ἀρρώστιες καὶ ὅλων μας συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Μεγάλοι ἐγκληματίες μετανοοῦν καὶ σώζονται. Ἄνθρωποι ἄθεοι καὶ ἀσεβεῖς βρίσκουν τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.


Πολλοί, φθονεροὶ σὰν τοὺς Γραμματεῖς, χλευάζουν καὶ εἰρωνεύονται τὴν Ἐκκλησία σ᾿ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις. Ἐμεῖς ὅμως ἂς δοξάζουμε τὸν Θεὸ ὁλόψυχα, ποὺ καὶ στὴν ἐποχή μας ἐνεργεῖ μεγάλα θαύματα μέσῳ τῶν ἁγίων Του. Καὶ ἐπιτελεῖ τόσες νεκραναστάσεις ψυχῶν μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν εἰλικρινὴ ἐξομολόγηση!



<<Ο ΣΩΤΗΡ>>


ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΚΑΤΕΒΑΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΕΓΗ (ΙΩΑΝΝΗΣ ΞΙΦΙΛΙΝΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝ/ΛΕΩΣ)





Οι ψυχές όσων μιμούνται θεοφιλώς την φιλοπονία και εργατικότητα των μελισσών, ελκύονται από την γλυκύτητα των θείων λόγων και δρέπουν από αυτούς χρήσιμα και ωφελιμότατα πράγματα, πετώντας όπως εκείνες επάνω από τους λειμώνες και συλλέγοντας από όλα τα αμάραντα βότανα και τα άνθη ό,τι χρησιμώτερον υπάρχει εκεί. Και από άλλους μεν λόγους συλλέγουν το άνθος της σωφροσύνης· από άλλους δε το της δικαιοσύνης· από άλλους το της φρονήσεως· από άλλους το της ανδρείας· από αλλούς το άνθος της συμπαθείας και της φιλανθρωπίας προς τους ομοδούλους· το της πραότητος και της επιεικείας από εδώ, το της υπομονής και της καρτερίας στα δεινά από εκεί. Και γενικώς, απανθίζοντας από παντού όλα όσα συντελούν στην σωτηρίαν της ψυχής, τα εναποθέτουν στην κυψέλη της καρδίας, τα κατεργάζονται και παρασκευάζουν εκεί το «υπέρ μέλι και κηρίον γλυκάζον» μέλι των αρετών.


Αυτούς, λοιπόν, ας μιμούμεθα και εμείς, αδελφοί μου, και όταν προσερχώμεθα στον θείο και περικαλλή αυτόν λειμώνα, την Εκκλησίαν, ας μη χρησιμοποιούμε την εδώ προσέλευσί μας σαν αφορμή για συζητήσεις μεταξύ μας, αλλά να περιεργαζώμεθα τις θείες Γραφές, οι οποίες αναγιγνώσκονται για την σωτηρία μας, και να ζητούμε το ψυχικόν όφελος που πηγάζει από αυτές, επιμελώς, με μεγάλην προσοχή και εξεταστικήν διάθεσι. Με τον τρόπον αυτόν, άλλοτε νουθετούμενοι περί αυτής της αρετής, άλλοτε διδασκόμενοι περί εκείνης, μίαν άλλη φορά ακούγοντας παραινέσεις για κάποιαν άλλη, και συνεχώς μέσα σ’ αυτό το κλίμα παιδαγωγούμενοι και γυμναζόμενοι, θα ημπορέσωμε να κατορθώσωμε κι εμείς τις αρετές και να προσφέρωμε στον Θεόν την γλυκύτητα και τον φωτισμόν που γεννάται από αυτές μέσα στις ψυχές μας, σαν μέλι και κηρήθρα.


Διότι πάντοτε η Θεία Γραφή τα θεοφιλή και σωτήρια διδάσκει και προβάλλει, και τίποτε δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν που να μη συντελή στην ωφέλεια της ψυχής. Επειδή λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, ας μάθωμε από τα λόγια του σημερινού Ευαγγελίου πόσο μεγάλο κακόν είναι η αμαρτία, και ότι βλάπτει πάρα πολύ την ψυχή, αλλά είναι και η βασική αιτία των περισσοτέρων σωματικών νοσημάτων. Η υπόθεσις έχει ως εξής: «Τω καιρώ εκείνω εμβάς ο Ιησούς εις πλοίον διεπέρασε, και ήλθε εις την ιδίαν πόλιν. Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον». Εξέρχεται ο Κύριος από την χώρα των Γεργεσηνών, επειδή οι ίδιοι τον παρεκάλεσαν. Εφοβήθησαν οι Γεργεσηνοί, αφού έχασαν τους χοίρους, μην πάθουν και καμμίαν άλλη ζημία. Γι’ αυτό και παρακαλούν τον Χριστόν και ζητούν να απομακρυνθή από την περιοχή τους· άλλωστε δεν ήσαν άξιοι της Δεσποτικής διδασκαλίας.


Ο δε Χριστός δεν αντεστάθη, αλλά με επιείκεια και πραότητα ανεχώρησε· διότι όπου ο βίος είναι χοιρώδης και απεξενωμένος από το καλό, ο Χριστός δεν παραμένει εκεί. Άφησε όμως αυτούς που ελευθερώθησαν από τα δαιμόνια και εκείνους που έβοσκαν τους χοίρους να ομι­λούν και να ανακηρύττουν οι ίδιοι τα θαυμαστά γεγονότα. «Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον». Επειδή εθεωρήθη ανίκανος η τέχνη των ιατρών να θεραπεύση την παράλυσι, μετέφεραν τον παράλυτο οι οικείοι του προς τον υψηλόν επισκέπτη και ουράνιον ιατρόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Πολλοί από αυτούς που διαβάζουν απλώς και ανεξετάστως τις Θείες Γραφές, νομίζουν ότι ο παράλυτος που αναφέρουν οι τέσσερις ευαγγελισταί είναι ένας και ο αυτός. Ωρισμένοι μάλιστα επικρίνουν τους Ευαγγελιστάς, ότι αντιμάχονται και διαφωνούν μεταξύ τους. Δεν συμβαίνει όμως αυτό·


μη γένοιτο. Διότι μία είναι η χάρις του Αγίου Πνεύματος που ενήργησε μέσα τους· όπου δε η χάρις του Αγίου Πνεύματος, εκεί αγάπη, χαρά, ειρήνη· και όπου ειρήνη, φυγαδεύεται από εκεί κάθε μάχη και εναντίωσι, και εξαφανίζεται κάθε αμφιβολία και διαφωνία. Πράγματι και ο τόπος, και ο χρόνος και ο καιρός, και η ημέρα, και ο τρόπος της θεραπείας και ωρισμένα άλλα δεικνύουν σ’ εκείνους που κάπως προσέχουν ότι άλλος είναι αυτός ο παράλυτος και άλλος ο αναφερόμενος από τον Ιωάννη τον Ευαγγε­λιστήν και Θεολόγον. Επειδή εκείνος μεν θεραπεύεται στα Ιεροσόλυμα, ενώ αυτός στην Καπερναούμ· εκείνος κοντά στην κολυμβήθρα, αυτός σε κάποια μικράν οικία, όπως λέγουν ο Λουκάς και ο Μάρκος. Και εκείνος μεν ο παράλυτος έλαβε την ίασι κατά την διάρκεια μιας εορτής· αυτός όμως όχι σε εορτή, αλλά κάποιαν άλλην ημέρα.


Εκείνος υπέφερε τριανταοκτώ έτη από την ασθένεια, ενώ γι’ αυτόν τίποτε παρόμοιο δεν λέγει ο Ευαγγελιστής. Και εκείνος μεν εθεραπεύθη την ημέρα του Σαββάτου, ενώ αυτός άλλην ημέρα. Διότι, εάν και αυτός είχε θεραπευθή την ημέρα του Σαββάτου, δεν θα το είχε αποσιωπήσει ο Ευαγγελιστής, ούτε οι Ιουδαίοι θα είχαν μείνει ήσυχοι. Αυτός μεν ο παράλυτος φέρεται στον Χριστόν βασταζόμε­νος· ενώ προς εκείνον έρχεται ο ίδιος ο Χριστός· και εκείνος μεν ο παράλυτος δεν είχε κανέναν να τον βοηθήση (διότι έλεγε, «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω»), ενώ αυτός είχε πολλούς γνωστούς, οι οποίοι τον εσήκωσαν και τον μετέφεραν. Αλλά και ο τρόπος της θεραπείας φαίνεται διαφορετικός στον καθένα. Εκείνου μεν ο Χριστός πριν από την ψυχήν εθεράπευσε το σώμα· διότι αφού πρώτα εθεράπευσε την παράλυσί του, τότε είπε: «Ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε».


Δεν συνέβη όμως το ίδιο και εδώ, αλλά πρώτα του εχάρισε την υγεία της ψυχής, λέγοντας: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» και τότε διώρθωσε την σωματική του παράλυσι. Και σε αυτόν μεν τον πα­ράλυτον οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι εσιώπησαν στην άλλη περίπτωσι όμως αντέδρασαν, εκδιώκοντας και γογγύζοντας και κατη­γορώντας. Άλλος λοιπόν είναι ο παράλυτος αυτός, και άλλος εκείνος, όπως σαφώς απεδείχθη από όσα ελέχθησαν. «Και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών, είπε τω παραλυτικώ». Έγινε όντως δεκτή από τον αγαθόν ιατρό και Σωτήρα μας η πίστις εκείνων που έφεραν τον παράλυτο, επειδή είναι γνώστης των καρ­διών. Λέγουν δε ωρισμένοι ότι ο Κύριος είδε την πίστι όχι του παραλυτικού αλλά των μεταφορέων του. Πράγματι, μερικές φορές θεραπεύονται κάποιοι από την πίστι των άλλων, όπως συμβαίνει με το βάπτισμα που δίδεται στα παιδιά· διότι εκεί ενεργεί η πίστις των γονέων που τα προσφέρουν. Όπως επίσης έγινε και με την Χαναναία· επειδή επίστευσεν αυτή, εθεραπεύθη η θυγατέρα της.


Και με την πίστι του εκατοντάρχου ανέστη ο δούλος του. Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, λέγουν ότι εθεραπεύθη και εδώ ο παράλυτος από την πίστι αυτών που τον έφεραν ενώπιον του Χριστού. Αλλά όχι, δεν συνέβη το ίδιο. Διότι λέγει: «Ιδών την πίστιν αυτών» όχι μόνον των μεταφορέων, αλλά και του παραλύτου. Διότι δεν σώζεται κάποιος με την πίστιν άλλου, εκτός εάν ευρίσκεται σε πολύ πρώιμον ηλικία, όπως συμβαίνει με τα παιδιά, όπως είπαμε, ή σε μία πολύ προχωρημένη ασθένεια, όταν οι προσβεβλημένοι από αυτήν δεν έχουν πλέον επικοινωνία με το περιβάλλον και γι’ αυτό αδυνατούν να πιστεύσουν, όπως συνέβη με την θυγατέρα της Χαναναίας. «Η θυγάτηρ μου», έλεγεν εκείνη, «κακώς δαιμονίζεται», και «πολλάκις μεν πίπτει εις το ύδωρ, πολλάκις δε εις το πυρ».


Η δαιμονιζομένη, λοιπόν, η οποία δεν είναι σε θέσι να έχη τον έλεγχο του εαυτού της, πώς θα ημπορούσε να πιστεύση; Το ίδιο και με τον εκατόνταρχο· ο δούλος του ευρίσκετο στην οικία κατάκοιτος, και ούτε καν εγνώριζε ποιος επί τέλους ήταν ο Χριστός. Πώς λοιπόν θα επίστευε σε κάποιον που αγνοούσε; Σε εκείνες λοιπόν τις περιπτώσεις σώζεται κάποιος και με την πίστιν άλλου, εδώ όμως δεν ημπορούμε να το ισχυρισθούμε αυτό, αλλά και ο παράλυτος επίστευσε αδιστάκτως, και αυτό γίνεται φανερό από πολλά. Αναλογίσου πόσο δύσκολον είναι κάποιος, ενώ είναι άρρωστος, να πάθη τόσα πολλά και να υπομένη. Γνωρίζετε οπωσδήποτε ότι οι ασθενείς είναι τόσο μικρόψυχοι και δυσανασχετούν τόσο, ώστε και στο κρεββάτι ευρισκόμενοι να προβάλλουν αντίστασι στις θεραπείες και να δακρύζουν και να θεωρούν πολλές φορές καλλίτερο να υποφέρουν τους πόνους των ασθενειών, παρά να υπομένουν την κακουχία και την αηδία που προξενούνται από τα διάφορα βοηθήματα.


Αυτός δε ο παράλυτος και από την οικία του εδέχθη να εξέλθη, και μέσα από την αγορά να περάση σηκωτός εκαρτέρησε, και δεν απέφυγε να γίνη αντιληπτός από όλους. Διότι οι άρρωστοι συνήθως δεν θέλουν να έχουν μάρτυρες του νοσήματός τους, και πολλοί προετίμησαν να αποθάνουν καλλίτερα από την αρρώστια τους, παρά να αποκαλύψουν στους άλλους την συμφορά τους. Αλλά ο παράλυτος αυτός δεν έκαμε έτσι, ούτε είπε γογγύζοντας σ’ αυτούς που τον μετέφεραν: Τί είναι αυτό; Γιατί θορυβείσθε; Γιατί βιάζεσθε; Ας περιμένωμε με υπομονή να υποχωρήση το πλήθος και τότε να προσέλθωμε στον ιατρόν ιδιαιτέρως και να τον ενημερώσωμε για την φοβεράν ασθένειά μου. Διότι τί θα ωφελήση, την στιγμή που θα μας βλέπουν όλοι, να παρουσιάσωμε ενώπιον τους την συμφορά μου; Τίποτε από αυτά δεν είπε, αλλά εθεώρησε κόσμημα και καλλωπισμόν το να κάμη τόσους πολλούς μάρτυρες της ασθενείας και της θεραπείας του.


Δεν είναι μόνον αυτά που φανερώνουν την πίστι του παραλύτου, αλλά και τα λόγια του Χριστού. Διότι όταν του τον έφεραν και του είπε: «Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», δεν ηγανάκτησε, δεν δυσανασχέτησε καθόλου, δεν είπε προς τον αγαθόν ιατρό: «τί είναι αυτό, Κύριε, από άλλο πάθος ήλθα εγώ να θεραπευθώ, και συ άλλο θεραπεύεις. Αυτό είναι υπεκφυγή και πρόφασις και ένδειξις αδυναμίας, την οποία προσπαθείς να αποκρύψης με αυτόν τον τρόπο. Συγχωρείς αμαρτίες που δεν φαίνονται;» Τίποτε παρόμοιο δεν είπε ούτε εσκέφθη, αλλ’ ανέμενε πιστεύοντας ότι η συμπάθεια του αγαθού ιατρού θα τον θεραπεύση και όλα θα τα διορθώση. Δεικνύοντας δε ο Κύριος ότι η πίστις είναι αυτή που αφανίζει την αμαρτία, είπε στον παράλυτο: «Θάρσει, τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου».


Όπως βλέπουμε, δεν προχωρεί αμέσως ο Δεσπότης στην ίασι της παραλύσεως, αλλά θεραπεύει πρώτα αυτό που δεν φαίνεται, την ψυχήν δηλαδή, συγχωρώντας του τα αμαρτήματα, πράγμα που τον μεν παράλυτον έσωζε, ενώ στον Κύριο δεν προξενούσε πολλήν δόξα· διότι δεν ήθελε να κάμη κάτι για επίδειξι και ανθρωπαρέσκεια. Και πρώτα μεν συγχωρεί στον άρρωστο τις αμαρτίες του, μετά δε την συγχώρησι θεραπεύει το σώμα, διδάσκοντας έτσι ότι τα περισσότερα νοσήματα προξενούνται από τις αμαρτίες και πρέπει πρώτα να θεραπευθή το αίτιο. Παραλλήλως, με τον τρόπον αυτόν αποδεικνύει ότι είναι Θεός και ενεργεί τα πάντα εξουσιαστικώς, όπως θέλει. Διότι η θεραπεία των σωματικών ασθενειών ανήκει μόνον στον Θεό. Γι’ αυτό και στον παράλυτον εκείνον που ήταν κοντά στην κολυμβήθρα, έλεγε: «Ίδε, υγιής γέγονας· μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον τι σοι γένηται».


Πηγή και ρίζα και μητέρα όλων των κακών είναι η αμαρτία. Αυτή παραλύει τα σώματά μας, αυτή προκαλεί τις ασθένειες· και αυτό φανερώνοντας ο Κύριος, σ’ αυτόν μεν τον παράλυτον έλεγε: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», σε εκείνον δε που ήταν τριανταοκτώ χρόνια κατάκοιτος έλεγε: «Ίδε υγιής γέγονας· μηκέτι αμάρτανε». Από την αρχή της κτίσεως η νόσος αυτή επήλθε στο σώμα του Κάιν ως αποτέλεσμα των αμαρτιών. Διότι το σώμα του παρελύθη μετά την αδελφοκτονία και «ην στένων και τρέμων επί της γης». Και το να τρέμη κανείς δεν είναι τίποτε άλλο από την παράλυσι. Διότι όταν αδυνατίση η δύναμις που οικονομεί τον οργανισμό και δεν ημπορεί να βαστάζη πλέον όλα τα μέλη, τα αφήνει έρημα από την θεία πρόνοια, και έτσι εκείνα, αφού χαλαρώνουν, τρέμουν και αιωρούνται ανεξέλεγκτα. Αυτό εφανέρωσε και ο θείος Παύλος ελέγχοντας για κάποιες αμαρτίες τους Κορινθίους και λέγοντας: «διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί». 


Και ο Χριστός γι’ αυτό είπε: «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», για να μάθο­με ότι ως Θεός επισκέπτεται σιωπηλώς και ανεπαισθήτως τα ανθρώπινα και παρακολουθεί την οδό της ζωής του καθενός. Διότι όπως έχει γραφή: «Ενώπιόν εισι των του Θεού οφθαλμών οδοί ανδρός, εις δε πάσας τας τροχιάς αυτού σκοπεύει». Επειδή δε ο Θεός είναι αγαθός και θέλει όλοι να σωθούν, πολλές φορές παραχωρεί να περιπέσουν οι άνθρωποι σε ασθένειες, ώστε οι κατεχόμενοι από αυτές με την συντριβή να καθαίρωνται από τις αμαρτίες. Έτσι έχει λεχθή και με το στόμα του Ιερεμίου: «Πόνω και μάστιγι παιδευθήση, Ιερουσα­λήμ». Και ο Παροιμιαστής λέγει: «Υιέ, μη ολιγώρει (περιφρονής) παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου (λιποψυχής) υπ’ αυτού ελεγχόμενος· ον γάρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν, ον παραδέχεται». Ο Χριστός λοιπόν κόπτει πρώτα την ρίζα του σωματικού πάθους, δηλαδή την αμαρτία.


Διότι, όταν αυτή αφαιρεθή, κατ’ ανάγκην απομακρύνεται μαζί της και η νόσος. Και λέγοντας: «τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», εξυψώνει και το φρόνημα του παραλύτου και διεγείρει την καταβεβλημένη του ψυχή. Διότι ο λόγος έγινε έργον και εισερχόμενος στην συνείδησί του ήγγισε την ιδία την ψυχή του και εξέβαλε από αυτήν κάθε ίχνος αγωνίας. Επειδή τίποτε δεν προκαλεί τόσην δειλία και φόβο, όσον η συναίσθησις των αμαρτημάτων και πάλι τίποτε δεν παρέχει τόσην ηδονή και δεν προξενεί τόσο θάρρος, όσο το να μη σε ελέγχη για τίποτε η συνείδησις. Ονομάζει δε «τέκνον» ο Κύριος τον παράλυτο, ή επειδή είναι ο Δημιουργός του, ή επειδή επίστευσε, ή επειδή επρόκειτο να του δώση την άφεσι των αμαρτημάτων διότι όπου συμβαίνει άφεσις αμαρτημάτων, εκεί και υιοθεσία. Έτσι λοιπόν και εμείς, αδελφοί μου, δεν ημπορούμε να ονομάσωμε πατέρα τον Θεόν, έως ότου καθαρισθούμε από τα αμαρτήματα στην κολυμβήθρα του Βαπτίσματος.


Όταν λοιπόν ανέλθωμε από εκεί, έχοντας αποθέσει το πονηρόν εκείνο φορτίο, τότε λέγομε το «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς». «Και ιδού τινες των Γραμματέων είπον εν εαυτοίς· ούτος βλασφημεί». Εσκανδαλίζοντο οι Γραμματείς και εθορυβούντο, έλιωναν από φθόνο και βασκανία· διότι πολλές φορές είδαν τον Χριστό να φυγαδεύη εξουσιαστικώς ασθένειες και να εκδιώκη δαίμονες και να επιτιμά τους ανέμους και την θάλασσα, και να τα διαπράττη αυτά υπερανθρώπως. Αλλά εκείνοι οι απειθείς και αγνώμονες, ενώ ενόμιζαν ότι εκδικούνται προς χάριν του Θεού, το έκαμαν αυτό, επειδή προσεβάλοντο τα πάθη τους· και επιβουλευόμενοι τις ευεργεσίες των άλλων, ταράσσονται και αγανακτούν και γογγύζουν και επινοούν βλασφημίες κατά του Σωτήρος και Δεσπότου: «Ιδών δε ο Ιησούς τας ενθυμήσεις αυτών είπεν· ίνα τί υμείς ενθυμείσθε πονηρά εν ταις καρδίαις υμών;».


Ιδού ότι ο Χριστός εδώ δεικνύει και άλλο αναντίρρητο και φανερόν σημείο της θεότητός του και της ισότητος προς τον Πατέρα. Επειδή η γνώσις των διαλογισμών των καρδιών ανήκει μόνον στον Θεόν, ομοίως και η άφεσις των αμαρτιών. Διότι έχει γραφή: «Συ επίστασαι καρδίας μονώτατος»· και πάλιν: «Ετάζων καρδίας και νεφρούς ο Θεός», και αλλού: «Ο μεν άνθρωπος όψεται εις πρόσωπον, ο δε Θεός όψεται εις καρδίαν». Λέγει λοιπόν ο Χριστός στους Γραμματείς ως αναμφίβολον το «ίνα τί ενθυμείσθε πονηρά εν ταις καρδίαις υμών» επειδή εθεώρησαν αδύνατον το να συγχωρή αμαρτίες, και δεν το εδέχθησαν. Με αυτό που είπε επιβεβαίωσε και εκείνο, και τρόπον τινά είπε προς τους Γραμματείς ότι όντως κανείς δεν ημπορεί να συγχωρή αμαρτίες, εκτός μόνον από ένα, αυτόν που βλέπει τις ενθυμήσεις των ανθρώπων. «Τί γαρ ευκοπώτερον ειπείν, αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειραι και περιπάτει;».


Επειδή με θεωρείτε βλάσφημο, λέγει, για το ότι συγχωρώ αμαρτίες και κάμνω τον εαυτόν μου ίσον με τον Θεόν, αποκριθήτε μου, ποίον είναι ευκολώτερο και ευχερέστερο στην πράξι, το να ειπώ αυτό, το «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» ή να ειπώ «έγειραι και περιπάτει;». Ήσαν δε, και τα δύο αυτά για τα οποία τους ερώτησε, δυνατά μεν για τον Θεό, για δε τον άνθρωπον αδύνατα· διότι και το να συγχωρή αμαρτίες είναι μόνον του Θεού, ομοίως δε και το να εγείρη ως εξουσιαστής και να θεραπεύση πλήρως τον παράλυτο· επειδή η τιμωρία κάποιου δούλου που αμαρτάνει δεικνύει εξουσίαν Δεσποτική· όταν μάλιστα αυτός που τιμωρεί είναι ο Θεός, είναι επόμενο να στρέφεται πάλι προς φιλανθρωπίαν και να απαλλάσση από την μάστιγα· όταν δε απομακρύνεται η μάστιγα, οπωσδήποτε συγχωρείται και η αμαρτία εξ αιτίας της οποίας έχει παραχωρηθή η πληγή.


Εάν δε ο Κύριος θεραπεύει, αυτός βεβαίως ήταν και που επαίδευσε· και εάν παιδεύη, είναι φανερόν ότι έχει την εξουσία να απαλλάξη από την παιδαγωγική μάστιγα, επομένως και από το πλημμέλημα για το οποίον αυτή παρεχωρήθη. «Ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας». Για να γνωρίσετε, λέγει, ότι αυτός που σας φαίνεται άνθρωπος, έχει εξουσίαν Θεϊκήν, παρατηρήσετε και αντιληφθήτε το κρυπτόν και αφανές από το φανερόν. Διότι ενώ είμαι Θεός Λόγος, έγινα άνθρωπος για λόγους οικονομίας, ζω δε και συναναστρέφομαι στην γη και χαρίζω άφεσιν αμαρτιών σε όσους με πιστεύουν. Γι’ αυτό είπε «επί της γης», για να δείξη ότι αν και εφάνη στην γη, είναι κατά φύσιν Θεός, και για να μάθωμε ότι οι αμαρτίες συγχωρούνται στην γη. Διότι όσον είμεθα ακόμη στην γη, αδελφοί μου, ημπορούμε να εξα­λείψομε τις αμαρτίες μας· όταν όμως φεύγωμε από εδώ, δεν έχουμε πλέον την δυνατότητα να εξομολογηθούμε στον Θεόν και να επιτύχωμε έτσι την άφεσι των αμαρτιών, διότι η θύρα πλέον έκλεισε οριστικώς.


«Τότε λέγει τω παραλυτικώ· εγερθείς άρον την κλίνην σου και ύπαγε εις τον οίκον σου. Και εγερθείς απήλθεν εις τον οίκον αυτού». Επειδή η μεν συγχώρησις των αμαρτιών δεν ημπορούσε να αποδειχθή φανερώς, ενώ το να εγείρη εξουσιατικώς τον παράλυτον ήταν κάτι που αποτελούσε οφθαλμοφανή απόδειξι, καταφεύγει ο Χριστός σ’ αυτή την οφθαλμοφανή ως τεκμήριο και φανέρωσι της αφανούς. Πληροφορεί έτσι με αυτήν την φανεράν απόδειξι και περί εκείνης, ότι δηλαδή εκείνος που ημπόρεσε να κάμη αυτό, είναι σε θέσι να κάμη και εκείνο. Και για επιβεβαίωσι και πληροφορία της συσφίγξεως του παραλυμένου σώματος, τον προσέταξε να φορτωθή το κρεββάτι, για να μην νομίση κάποιος ότι αυτό που συνέβη ήταν φαντασία. Αποστέλλει δε ο Κύριος τον παράλυτο στον οίκο του, αφ’ ενός μεν για να μη προξενήση στον εαυτόν του έπαινο με την παρουσία και την θέαν εκείνου, αφ’ ετέρου δε για να έχη αυτόπτες μάρτυρες της θεραπείας αυτούς τους ίδιους που υπήρξαν και αναντίρρητοι μάρτυρες της ασθενείας, και έτσι να γίνη σ’ αυτούς αφορμή πίστεως.


«Ιδόντες δε οι όχλοι εθαύμασαν, και εδόξασαν τον Θεόν, τον δόντα εξουσίαν τοιαύτην τοις ανθρώποις». Εθαύμασαν μεν οι όχλοι για το ότι εθαυματούργησεν ως Θεός, ενόμιζαν όμως ότι είναι άνθρωπος, ο όποιος είχε υπερανθρώπινη εξουσία. Και εμείς, αδελφοί μου, που είμεθα παράλυτοι και έχουμε τις δυνάμεις της ψυχής ανενέργητες, έχουμε την δυνατότητα να θεραπευθούμε και να σταθούμε όρθιοι, αρκεί μόνον να έχωμε την προαίρεσι και την θέλησι. Διότι και τώρα ευρίσκεται ο Χριστός στην ιδικήν του πόλι, την Καπερναούμ, εννοώ στον οίκο της παρακλήσεως, που είναι η Εκκλησία· διότι οίκος του Παρακλήτου είναι η Εκκλησία. Είμεθα δε και εμείς παράλυτοι ψυχικώς, ακίνητοι δηλαδή και ανενέργητοι προς το καλόν αλλ’ εάν η μετάνοια και η εξομολόγησις μας εγείρουν και μας οδηγήσουν στον Κύριον, τότε θα ακούσωμε την γλυκεία και παντοδύναμο φωνή του να μας λέγη: «Τέκνα, αφέωνται υμίν αι αμαρτίαι». Επειδή τότε γινόμεθα υιοί του Θεού, όταν επιστρέφωμε προς Αυτόν με καθαράν μετάνοια και εξομολόγησι.


Τότε ακριβώς και θα θεραπευθούμε και θα «άρωμεν τον κράββατόν» μας, δηλαδή το σώμα και θα το κινητο­ποιήσομε προς εργασίαν των εντολών. Διότι δεν αρκεί μόνο να εγερθούμε από την αμαρτίαν ή και να καταλάβωμε ότι αμαρτάνουμε, αλλά πρέπει να «άρωμεν και τον κράββατον», δηλαδή το σώμα και να το ενεργοποιήσωμε στην εργασία του καλού και της αρετής.



(11ος αιών – Migne, P.G., τόμ. 120, στ. 1245, Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον")


Πηγή: https://alopsis.gr


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΚΑΚΟ





Θὰ μιλήσουμε, ἀγαπητοί μου, ὅπως πάντοτε, ἁπλᾶ. Ἕνα κακὸ ποὺ φοβοῦνται ὅλοι εἶνε ἡ ἀσθένεια. Ἐὰν ἀρρωστήσουν οἱ ἄνθρωποι, ἀνησυχοῦν, τρέχουν στὸ γιατρό, ἀγοράζουν φάρμακα, προσπαθοῦν νὰ γίνουν καλά.


Ὑπάρχει ἆραγε ἄλλο κακὸ μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν ἀρρώστια; Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα θ᾿ ἀπαντήσουμε. Ἕνας δάσκαλος ρώτησε μιὰ μέρα τοὺς μαθητάς· Ἀπὸ τὰ δυσάρεστα ποὺ συμβαίνουνστὸν κόσμο ἐσᾶς ποιό σᾶς κάνει πιὸ μεγάλη ἐντύπωσι; Οἱ μαθηταὶ ἀπήντησαν. Ἕνας εἶπε· Ἐμένα μοῦ φαίνεται μεγάλο κακὸ νὰ τρακάρουν δυὸ αὐτοκίνητα καὶ νὰ σκοτωθῇ ἄνθρωπος. Ἄλλος εἶπε·


Κακὸ εἶνε νὰ περνάῃ λεωφορεῖο ἀπὸ μιὰ γέφυρα, ξαφνικὰ ἡ γέφυρανὰ πέσῃ, τὸ λεωφορεῖο καὶ βρεθῇ μέσ᾿ στὸποτάμι καὶ νὰ πνιγοῦν οἱ ἐπιβάτες. Ἄλλος ἀπήντησε· Κακὸ εἶνε νὰ γίνῃ ναυάγιο, νὰ καταποντισθῇ τὸ καράβι καὶ ὅλοι οἱ ἐπιβάτες νὰ χαθοῦν. Ἄλλος εἶπε· Κακὸ εἶνε νὰ πετᾷς καὶ ξαφνικὰ τὸ ἀεροπλάνο νὰ πέσῃ καὶ νὰ γίνῃ κομμάτια.


Ἄλλος εἶπε· Ἐγὼ θεωρῶ φοβερὸ νὰ πέσῃ πεῖνα καὶ νὰ μὴν ἔχουν οἱ ἄνθρωποι ψωμὶ νὰ φᾶνε. Ἄλλος εἶπε· Κακὸ μεγάλο εἶνε νὰ γίνῃ σεισμός, νὰ γκρεμιστοῦν τὴ νύχτα ὅλα τὰ σπίτια, καὶ νὰ πλακωθοῦν χιλιάδες ἄνθρωποι. Ἄλλος εἶπε· Κακὸ εἶνε νὰ γίνῃ πυρκαϊά. Καὶ ἄλλος εἶπε· Κακὸ εἶνε νὰ γίνῃ πόλεμος. –Τελειώσατε; ρώτησε ὁ δάσκαλος.


Ἔχετε κάτι ἄλλο νὰ πῆτε; Κακὰ εἶνε ὅλα αὐτά· μὰ παραπάνω ἀπ᾿ αὐτὰ ὑπάρχει ἕνα ἄλλο κακὸ πολὺ μεγαλύτερο… Θεέ μου, φώτισέ μας νὰ τὸ καταλάβουμε. Τὸ μεγαλύτερο ἀπ᾿ ὅλα τὰ κακὰ εἶνε μιὰ λέξι, ποὺ δὲν τὴν προσέχουμε.. Τὴν ἀκοῦμε στὴν ἐκκλησία, στὰ ἱερὰ βιβλία· Ποιός τὸ λέει αὐτό; Τὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα. Σὲ κάποιο χωριὸ ζοῦσε ἕνα παλληκάρι. Ἦταν γερός, μὲ μπράτσα καὶ πόδια δυνατά.


Ἔτρεχε σὰν τὸ ζαρκάδι, πήγαινε ὅπου ἤθελε, ἔκανε δουλειές – χαρὰ στὸ σπίτι του. Μὰ ξα-φνικὰ ἕνα βράδυ μούδιασε τὸ πόδι του τὸ δεξιό, τὸ ἀριστερό, μούδιασε ὅλο τὸ κορμί του κ᾿ ἔπεσε στὸ κρεβάτι. Δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ σηκωθῇ. Αὐτός, ποὺ ἔτρεχε χιλιόμετρα, δὲν μπο- ροῦσε νὰ κάνῃ ἕνα βῆμα, οὔτε τὸ κουτάλι του νὰ σηκώσῃ· ἡ μάνα του τὸν τάϊζε.


Πόδια εἶχε, καὶ πόδια δὲν εἶχε· χέρια εἶχε, καὶ χέρια δὲν εἶχε. Ἁπλῶς μόνο ἀνέπνεε, τίποτα περισσότερο. Οἱ γονεῖς του ἀσφαλῶς θὰ ἔκαναν ὅ,τι ἔλεγε ἡ ἐπιστήμη. Ἀλλὰ τοῦ κάκου· ὁ παράλυτος ἔμενε ἀθεράπευτος, σὰν νεκρὸς πάνω στὸ κρεβάτι. Πέρασαν χρόνια ἔτσι. Κάποτε ἀκούστηκε, ὅτι ἦρθε στὸ χωριὸ κάποιος ξένος.


Ἦταν πάμπτωχος, δὲν εἶχε δραχμὴ στὴν τσέπη, δὲν εἶχε σπίτι νὰ κοιμηθῇ· ὅταν ὅμως μιλοῦσε τὰ λόγια του ἦταν γλυκύτερα ἀπ᾿ τὸ μέλι, κι ὅπου ἅπλωνε τὸ ἅγιό του χέρι ἔκανε θαύματα. Ὅλοι γι᾿ αὐτόν μιλοῦσαν. Ἦταν ὁ Χριστός. Ὅταν ἄκουσε γι᾿ αὐτὸν τὸ παλληκάρι, εἶπε· Ὁ Χριστὸς θὰ μὲ κάνῃ καλά!


Παρακάλεσε φίλους καὶ συγγενεῖς, τὸν σήκωσαν καὶ τὸν πῆγαν στὸ Χριστό. Τί περίμενε τώρα ὁ παράλυτος ἀπὸ τὸ Χριστό; Ν᾿ ἁπλώσῃ τὸ ἅγιό του χέρι ἐπάνω του καὶ νὰ τὸν κάνῃ καλά. Αὐτὸ ἔκανε ὁ Χριστός; Δὲν ἔκανε αὐτό; Ἢ μᾶλλον τὸ ἔκανε κι αὐτό, ἀλλὰ προηγουμένως τοῦ λέει· «Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», παιδί μου ἔχε θάρρος, σοῦ συγχωροῦνται τὰ ἁμαρτήματά σου (Ματθ. 9,2).


Γιατί ἆραγε, ἐνῷ πῆγε γιὰ νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ τὴν ἀσθένεια τοῦ σώματος, ὁ Χριστὸς πρῶτα εἶπε «Τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Τί ἤθελε νὰ δείξῃ μ᾿ αὐτό; Δὲν ἀδιαφορεῖ ὁ Χριστὸς γιὰ τὸ σῶμα. Ὄχι. Γιατὶ καὶ τὸ σῶμα ὁ Θεὸς τὸ ἔφτειαξε, κ᾿ εἶνε ἕνα ἀριστούργημα. Καὶ ἡ καρδιὰ καὶ τὰ πνευμόνια καὶ οἱ ἀρτηρίες καὶ τὰ νεῦρα, ὅλα εἶνε ἀξιοθαύμαστα. Ἐνδιαφέρεται ὁ Χριστὸς γιὰ τὸ σῶμα.


Ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ τὸ σῶμα, ποὺ μιὰ μέρα θὰ σαπίσῃ μέσ᾿ στὸν τάφο, ὁ Χριστὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ κάτι ἄλλο ἀπείρως ἀνώτερο· καὶ αὐτὸ εἶνε ἡ ψυχή. Καὶ ἀκριβῶς γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ νέου, ποὺ ἦταν κι αὐτὴ ἄρρωστη, φρόντισε ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶπε «Τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ἤθελε νὰ δείξῃ, ὅτι κακὸ μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν ἀρρώστια εἶνε ἡ ἁμαρτία. Αὐτὴ εἶνε ἡ πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται ὅλα τὰ κακὰ στὸν κόσμο.


Ὅ,τι κακὸ νὰ φανταστῇς, ἀπὸ ᾿κεῖ πηγάζει. Καὶ ἂν κλείσῃς τὴν πηγὴ αὐτή, θὰ σταματήσουν ὅλα τὰ κακά. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς θεραπεύει πρῶτα τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὴ ἁμαρτωλή. Γιατὶ αὐτὸ ποὺ ἔπαθε τὸ παιδί, ἡ παραλυσία, προερχόταν ἀπὸ ἁμάρτημα. Ἔκανε κάποια ἁμαρτία, καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας παρέλυσε.


Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου, μᾶς διδάσκει, ὅτι χειρότερη ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τοῦ σώματος εἶνε ἡ ἀρρώστια τῆς ψυχῆς, ἡ ἁμαρτία.


Αὐτὴ σκοτίζει τὸ μυαλό, μολύνει τὰ εὐγενέστερα αἰσθήματα, χαυνώνει καὶ παραλύεΙ τὴ θέλησι. Εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἀσθένεια στὸν κόσμο. Καὶ ὅποιος δὲν προσέξῃ, θὰ ἔχῃ τὸ κατάντημα τοῦ παραλύτου τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου.


Σᾶς ἀναφέρω μερικὰ παραδείγματα,νὰ δῆτε ποῦ καταντοῦν, ἰδίως τὰ παιδιὰ καὶ οἱνέοι, ὅταν ἀφήνουν τὸν ἑαυτό τους νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὸ φοβερὸ ῥεῦμα τῆς διαφθορᾶς.⃝Ἦταν ἕνα λαμπρὸ καὶ εὐφυὲς κορίτσι στὴν Ἀθήνα. Πρώτη στὸ σχολεῖο, περνοῦσε τὶς τάξεις καὶ ἀρίστευε, τὴν καμάρωναν γονεῖς καὶ καθηγηταί. Ξαφνικὰ στόπ!


Ἄρχισε νὰ καθυστερῇ στὰ μαθήματα, καὶ τέλος ἔμεινε στὴν ἴδια τάξι. Καὶ μόνο αὐτό; Ἐνῷ ἦταν παιδὶ ὅλο χαρά, τὴν ἔπιασε μελαγχολία· φαγητὸ δὲν ἔτρωγε, τὴ νύχτα δὲν κοιμόταν, σηκωνόταν ἐπάνω, φώναζε, ὠρυόταν. Τὴν πῆγαν σὲ γιατρούς. Ἔκρυβε κάποιο μυστικό· εἶχε μπλέξειμὲ κακὲς παρέες κι αὐτὲς τὴν κατέστρεψαν.Καὶ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη δὲν εἶχε πιὰ ἡσυχία. Νά τ᾿ ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας. Θέλετε ἄλλο παράδειγμα;


Στὴν Πτολεμαΐδα ὁδοκαθαριστὴς τῆς πόλεως βρῆκε τὶς πρωινὲς ὧρες ἔξω ἀπὸ ἕνα νυκτερινὸ κέντρο ξαπλωμένη σὲ ἐλεεινὴ κατάστασι, μὲ σκισμένα τὰ ροῦχα καὶ μελανιασμένο τὸ πρόσωπο, μιὰ κοπέλλα δεκάξι - δεκαεπτὰ χρονῶν. Τὴ σκουντάει· δὲν κουνιόταν. Εἰδοποιεῖ τὴν ἀστυνομίακαὶ τὴν πῆρε τὸ «ἑκατό».


Εἶδαν κ᾿ ἔπαθαν νὰτὴν ἀναγνωρίσουν. Ἦταν μιὰ φτωχὴ κοπέλλα, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ ἕνα χωριὸ νὰ κατέβῃ στὴν πόλι νὰ δουλέψῃ νὰ βοηθήσῃ τὸν πατέρα της, κ᾽ ἔπεσε σὲ μαφία, σὲ κακοὺς ἀνθρώπους· αὐτοὶ τὴν κατέστρεψαν, καὶ τὸ πρωὶ τὴν ἄφησαν ἔτσι. Θέλετε κι ἄλλα; Πρῶτα στὴν πατρίδα μας οὔτε ἕνας νέος δὲν ἔπαιρνε ναρκωτικά· ἄγνωστο ἦταν τὸ χασίς. Τώρα; Κάθε μέρα βρίσκουν ναρκομανεῖς πεσμένους στὸ δρόμο σὲ ἀθλία κατάστασι. Βλέπεις νέους χαυνωμένους, κοιμισμένους, ἀποβλακωμένους.


Καὶ εἶνε πολλοί, πάρα πολλοὶ οἱ ναρκομανεῖς. Νά λοιπὸν τ᾿ ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας. Εἶνε ἀῤῥώστια χειρότερη ἀπ᾿ τὸν καρκίνο. Καὶ τὸ συμπέρασμα; Δὲν θὰ ἡσυχάσῃ ἡ γῆ, ἐὰν μέσα ἀπὸ τὶς καρδιές μας δὲν ξερριζωθῇ αὐτὴ ἡ λερναία ὕδρα. Μία εἶνε ἡ λύσις· μακριὰ ἀπ᾿ τὴν ἁμαρτία! Ἔτσι συμβούλευαν παλαιότερα οἱ μανάδες καὶ οἱ γιαγιάδες. Γνώρισα ἕναν ἀνώτατο ὑπάλληλο τοῦ κράτους καὶ μοῦ ἔλεγε·


Πέρασα ἀπὸ πολλὰ σχολεῖα, πῆγα στὸ ἐξωτερικό, μορφώθηκα, ἔμαθα γλῶσσες. Ἀλλὰ τώρα τὰ ξέχασα ὅλα σχεδόν. Ἕνα θυμᾶμαι. Εἶχα μιὰ γιαγιὰ ἀγράμματη. Ἐγώ, μικρὸ ἀγοράκι τεσσάρων χρονῶν, βγῆκα στὴ γειτονιά. Ὅταν γύρισα, εἶπα μιὰ κακιὰ λέξι ποὺ ἄκουσα ἔξω, μιὰ βλαστήμια. Μόλις μ᾿ ἄκουσε ἡ γιαγιά, παίρνει μὲ τὴ τσιμπίδα ἕνα κάρβουνο, μοῦ ἀνοίγει τὸ στόμα καὶ μοῦ καίει τὴ γλῶσσα.


Ἀπὸ τότε δὲν ξαναεῖπα κακὴ λέξι… Ποιά μάνα, ποιά γιαγιὰ τὸ κάνει σήμερα αὐτό; Ὤ καὶ νά ᾿δινε ὁ Θεὸς νὰ σβήσῃ ἀπὸ τὸν κόσμο ἡ ἁμαρτία! Ἡ γῆ θὰ γινόταν παράδεισος. Θὰ μοῦ πῆτε· Εἶνε δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος νὰ μείνῃ ἀναμάρτητος; Ὄχι βέβαια. Ἀλλὰ γι᾿αὐτὸ ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴ μετάνοια, ποὺ συγχωρεῖ τὰ ἁμαρτήματα. Καὶ ὅποιος ἄνθρωπος στὸν κόσμο αὐτὸν γλιστρήσῃ, ὄχι ἀπελπισία! Τί νὰ κάνουμε;


Σὰν τὸν παράλυτο νὰ τρέξουμε στὸ Χριστό, σὰν τὴν πόρνη νὰ κλάψουμε, σὰν τὸ λῃστὴ νὰ μετανοήσουμε. Νὰ ποῦμε· Χριστέ, συχώρεσέ μας! Κι ἅμα τὸ ποῦμε ἀπ᾿ τὴν καρδιά μας, τότε ἀπὸ τὰ οὐράνια θ᾿ ἀκουστῇ· «Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου».


Παιδί μου, παίρνω σφουγγάρι καὶ σβήνω τ᾿ ἁμαρτήματά σου· καὶ πρόσεξε ἀπὸ ᾿δῶ κ᾿ ἐμπρὸς νὰ μὴν ἁμαρτάνῃς· νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ὅπως φυλάγεσαι ἀπὸ τὸ φίδι. (βλ. Σ.Σειρ. 21,2). «Φεῦγε καὶ σῴζου». Ὁ δὲ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων, ἂς ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος



ΚΥΡΙΑΚΗ

ΣΥΝΤΟΜΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ




«Καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη(: διότι όπως σε ένα σώμα έχουμε πολλά μέλη και όλα τα μέλη δεν έχουν το ίδιο έργο, έτσι οι πολλοί πιστοί στην Εκκλησία είμαστε ένα σώμα εξαιτίας της ενώσεώς μας με τον Χριστό, και ο καθένας μας είμαστε μέλη ο ένας του άλλου. Συνεπώς οφείλουμε να συνεργαζόμαστε με ταπείνωση και ο καθενός να υπηρετεί όλο το σώμα της Εκκλησίας)»[ Ρωμ.12,4-5].


Πάλι χρησιμοποιεί το ίδιο παράδειγμα, που χρησιμοποίησε και στην επιστολή προς τους Κορινθίους, για να καταπολεμήσει το ίδιο ακριβώς πάθος· καθόσον είναι μεγάλη η δύναμη του φαρμάκου και η επίδραση του παραδείγματος αυτού προς διόρθωση της αρρώστιας της αλαζονείας. «Για ποιον λόγο, λοιπόν», λέγει, «υπερηφανεύεσαι εσύ; Ή γιατί πάλι άλλος εξευτελίζει τον εαυτό του; Δεν είμαστε ένα σώμα όλοι, και μεγάλοι και μικροί; Όταν λοιπόν κατά το σπουδαιότερο είμαστε ένα και μέλη ο ένας του άλλου, γιατί με την αλαζονεία ξεχωρίζεις τον εαυτό σου; Γιατί περιφρονείς τον αδελφό σου; Εφόσον, όπως ακριβώς εκείνος είναι μέλος σου, έτσι και εσύ είσαι μέλος εκείνου· και είναι μεγάλη και ως προς αυτό η ισοτιμία σας».


Αναφέρει λοιπόν δύο πράγματα που είναι ικανά να εξαλείψουν την αλαζονεία τους· και ότι είμαστε μέλη ο ένας του άλλου, όχι ο μικρός του μεγάλου μόνο, αλλά και ο μεγάλος του μικρότερου, και ότι όλοι αποτελούμε ένα σώμα· ή καλύτερα και τρία· καθόσον έδειξε πως είναι χάρισμα αυτό που μας δόθηκε. Μην υπερηφανεύεσαι λοιπόν· γιατί το χάρισμα σου δόθηκε από τον Θεό, δεν το έλαβες εσύ, ούτε το βρήκες. Γι’ αυτό και μιλώντας για τα χαρίσματα, δεν είπε ότι «ο ένας έλαβε μεγαλύτερο και ο άλλος μικρότερο», αλλά τι; Είπε ότι ο καθένας έλαβε «διαφορετικό» χάρισμα. «Έχοντας λοιπόν», λέγει, «χαρίσματα», όχι μεγαλύτερα και μικρότερα, αλλά «διαφορετικά».


Τι σημασία έχει, αν δεν σου όρισε τα ίδια; Όμως το σώμα είναι το ίδιο. Και αρχίζοντας από χάρισμα, καταλήγει σε κατόρθωμα· γιατί, αφού ανέφερε την προφητεία και τη διακονία και όλα τα παρόμοια, κατέληξε στην ελεημοσύνη, στην προθυμία και στη βοήθεια. Επειδή λοιπόν ήταν φυσικό μερικοί να είναι ενάρετοι, αλλά να μην έχουν ικανότητα για προφητεία, δείχνει ότι και το να έχει κανένας αρετή είναι χάρισμα, και μάλιστα πολύ μεγαλύτερο από εκείνο, όπως ακριβώς έδειξε στην προς Κορινθίους επιστολή, και τόσο μεγαλύτερο μάλιστα, όσο ότι το ένα έχει μισθό, ενώ το άλλο, η προφητεία, στερείται κάθε αμοιβής, καθόσον όλο είναι δωρεά και χάρη.


Γι' αυτό λέγει: «ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως(:και έχοντας διάφορα χαρίσματα και ικανότητες, ανάλογα με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε, ας αρκούμαστε σε αυτές, και ας μη ζητούμε εγωιστικά εκείνο που δεν μας έδωσε το Άγιο Πνεύμα. Είτε δηλαδή έχουμε το χάρισμα της προφητείας, ας προφητεύουμε ανάλογα με το χάρισμα που δόθηκε στον καθένα σύμφωνα με τον βαθμό της πίστεώς του)» [Ρωμ. 12,6].


Αφού λοιπόν τους παρηγόρησε αρκετά, θέλει να τους βάλει και σε αγωνία, και να τους κάνει πιο πρόθυμους, αποδεικνύοντας ότι αυτοί οι ίδιοι δίνουν τις αφορμές για να λάβουν μεγαλύτερο ή μικρότερο χάρισμα. Βέβαια λέγει ότι αυτό δόθηκε και από τον Θεό, όπως όταν λέγει: «ἑκάστῳ ὡς ὁ Θεὸς ἐμέρισε μέτρον πίστεως (: ανάλογα με το χάρισμα που μοίρασε ο Θεός στον καθένα· και μη νομίσετε ότι τα χαρίσματα δίνονται στον καθένα για να του γίνονται αφορμή αμαρτωλής καυχήσεως και αλαζονείας. Δίνονται για να υπηρετεί ο καθένας τους άλλους και το σύνολο της Εκκλησίας)» [Ρωμ.12,3] ή «κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν (:σύμφωνα με τη χάρη, που μας έχει δοθεί από το Άγιο Πνεύμα)» [Ρωμ.12,6], για να συγκρατήσει τους υπερήφανους, λέγει όμως ότι και από αυτούς έγινε η αρχή, για να παρακινήσει τους αδιάφορους, πράγμα που κάνει και στην προς Κορινθίους επιστολή, μιλώντας και για τα δύο αυτά.


Όταν δηλαδή λέγει «ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι(:επιδιώκετε λοιπόν με ζήλο τα χαρίσματα που φέρνουν μεγαλύτερη ωφέλεια, και γι’ αυτό είναι και ανώτερα. Και τώρα σας δείχνω ένα πολύ ανώτερο ακόμα δρόμο, και μέσο έξοχο και υπέροχο, με το οποίο αποκτώνται τα καλύτερα χαρίσματα. Και το μέσο αυτό είναι η αγάπη)»[Α΄Κορ.12,31]· δείχνει πως και αυτοί είναι αίτιοι για τα διαφορετικά χαρίσματα που δίνονται, αλλά όταν λέγει: «Πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται (:και όλα αυτά τα πολλά και ποίκιλα χαρίσματα ενεργεί το ένα και το αυτό Άγιο Πνεύμα, το οποίο μοιράζει ιδιαιτέρως και χωριστά στον καθένα σύμφωνα με την Θεία του θέληση.


Και η θέληση του αυτή δεν είναι μεροληπτική και αυθαίρετη, αλλά πάντοτε αποβλέπει από συμφέρον και εκείνου στον οποίου δίνετε χάρισμα, αλλά και όλου του σώματος της εκκλησίας)» [Α΄Κορ.12,11], αποδεικνύει εκείνο, το ότι δηλαδή δεν πρέπει να υπερηφανεύονται εκείνοι που έχουν λάβει, μετριάζοντας από παντού το πάθος τους, πράγμα ακριβώς που κάνει και εδώ. Και πάλι για να ενισχύσει τους απελπισμένους λέγει: «Εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως(:είτε δηλαδή έχουμε προφητικό χάρισμα, ας προφητεύουμε ανάλογα με το χάρισμα που δόθηκε στον καθένα σύμφωνα με τον βαθμό της πίστεώς του)»· γιατί, αν και είναι χάρη, όμως δεν δίνεται τυχαία, αλλά λαμβάνοντας τα μέτρα από εκείνους που τη δέχονται, τόση παρέχεται, όσο ανάλογο είναι το σκεύος πίστεως στο οποίο προσφέρεται.


«Εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ(:είτε έχουμε χάρισμα εκκλησιαστικής διακονίας, ας μένουμε στο χάρισμα αυτό της διακονίας)»· εδώ αναφέρει κάτι το γενικό, που αφορά όλους, καθόσον διακονία ονομάζεται το αποστολικό έργο. Και κάθε πνευματικό έργο είναι διακονία. Βέβαια η ονομασία αυτή ανήκει σε ειδική φροντίδα, αλλά εδώ λέχθηκε με γενική έννοια. «εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ(:είτε είναι κανείς διδάσκαλος των θείων αληθειών, ας μένει στη διδασκαλία και ας αρκείται να εξηγεί τις αλήθειες που αποκαλύπτονται από τους προφήτες και περιλαμβάνονται στον λόγο του Θεού)». Πρόσεχε πως αναφέρει αυτά αδιάφορα με ποια σειρά, πρώτα το μικρό και τελευταία το μεγάλο, για να διδάξει αυτό ακριβώς το ίδιο, το να μην αλαζονεύονται δηλαδή και να μην υπερηφανεύονται.


«εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει(:και εκείνος που έχει το χάρισμα να προτρέπει στην αρετή και στην εφαρμογή των θείων αληθειών, τις οποίες αποκαλύπτει βέβαια ο προφήτης, εξηγεί όμως ο διδάσκαλος, ας μένει στο έργο της προτροπής)» [Ρωμ.12,8]. Και αυτό είναι είδος διδασκαλίας. Λέγει: «ἄνδρες ἀδελφοί, εἰ ἔστι λόγος ἐν ὑμῖν παρακλήσεως πρὸς τὸν λαόν, λέγετε (:άνδρες αδελφοί, εάν έχετε να πείτε κάποιο λόγο προτρεπτικό και διδακτικό για το λαό, μιλήστε· εάν έχετε λόγο διδασκαλίας και παρηγορίας προς τον λαό, λέγετέ τον)» [Πράξ.13,15]. Στη συνέχεια για να δείξει ότι δεν είναι μεγάλο κέρδος να ασκεί κανείς την αρετή, αν δεν γίνεται αυτό με τον κατάλληλο νόμο και τρόπο, προσθέτει: «ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι (:εκείνος που έχει κλίση να μοιράζει από τα αγαθά του στους φτωχούς, ας το κάνει αυτό με απλότητα, χωρίς επίδειξη ή άλλα εγωιστικά ελατήρια)»·


διότι δεν φτάνει το να δώσουμε, αλλά πρέπει και με γενναιοδωρία να το κάνουμε αυτό· γιατί απλότητα αυτό αναγνωρίζει παντού, επειδή και οι πέντε μωρές παρθένες της παραβολής είχαν λάδι, αλλά επειδή δεν είχαν αρκετό, τα έχασαν όλα [ βλ. Ματθ. 25,1-13]. «ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ (:εκείνος στον οποίο ανατέθηκε η επιστασία, η φροντίδα κι η επιμέλεια οποιουδήποτε καλού έργου, ας επιστατεί με προθυμία και δραστηριότητα.)» [Ρωμ.12,8]· γιατί δεν αρκεί το να είναι προϊστάμενος, εάν δεν εργάζεται με ζήλο. «ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι(:και εκείνος που κάνει ελεημοσύνη, ας ελεεί με χαρά και καλοσύνη)»· γιατί δεν φτάνει το να ελεήσει κανείς, αλλά πρέπει να το κάνει αυτό με γενναιοδωρία και με διάθεση χωρίς λύπη· ή καλύτερα, όχι μόνο με διάθεση χωρίς λύπη, αλλά και με ευχάριστη και χαρούμενη. Γιατί δεν είναι το ίδιο το να μη λυπάται κανείς και το να χαίρεται.


Και αυτό ακριβώς τόνιζε με προσοχή, όταν έγραφε και στους Κορινθίους. Προτρέποντας λοιπόν για γενναιοδωρία, έλεγε: «ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾿ εὐλογίαις ἐπ᾿ εὐλογίαις καὶ θερίσει. ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδία (:και πρέπει να γνωρίζετε αυτό, ότι εκείνος που σπέρνει με τσιγγουνιά, με τσιγγουνιά και θα θερίσει. Και εκείνος που σπέρνει άφθονα, άφθονα και θα θερίσει. Ο καθένας ας δίνει ελεύθερα ό,τι έχει διάθεση η καρδιά του)». Και διορθώνοντας τη διάθεση, έλεγε στη συνέχεια: «μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός (:χωρίς να στενοχωριέται ή να εξαναγκάζεται· διότι ο Θεός αγαπά εκείνον που δίνει με προθυμία και χαρούμενο πρόσωπο)» [Β’ Κορ.9,6-7]·γιατί και τα δύο πρέπει να παραβρίσκονται σε εκείνον που ελεεί, δηλαδή και αφθονία και ευχαρίστηση.


Για ποιο λόγο λοιπόν κλαις και στενοχωριέσαι για όσα χρήματα χάνεις επειδή δίνεις ελεημοσύνη και γιατί στενοχωριέσαι όταν ελεείς, προδίδοντας έτσι τον καρπό του κατορθώματος; Καθόσον, αν στενοχωριέσαι, δεν ελεείς, αλλά είσαι σκληρός και απάνθρωπος. Γιατί αν εσύ στενοχωριέσαι, πώς θα μπορέσεις να ανορθώσεις τον λυπημένο; Γιατί είναι ανάγκη να μην υποψιασθεί εκείνος κανένα πονηρό, και όταν δίνεις με χαρά. Επειδή λοιπόν τίποτε δεν φαίνεται στους ανθρώπους να είναι τόσο αισχρό, όσο το να λαμβάνουν από άλλους, αν δεν εξαφανίσεις με την υπερβολική χαρά την υποψία και δεν δείξεις ότι λαμβάνεις μάλλον παρά δίνεις, περισσότερο ταπείνωσες παρά ανακούφισες εκείνον που λαμβάνει. Γι' αυτό λέγει: «ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι (:εκείνος που ελεεί, ας προσφέρει την ελεημοσύνη του με γλυκύτητα και καλοσύνη)». Γιατί ποιος λαμβάνει βασιλεία και είναι σκυθρωπός;


Ποιος δέχεται συγχώρηση αμαρτημάτων και παραμένει κατηφής; Μην προσέχεις λοιπόν στη δαπάνη των χρημάτων, αλλά στο κέρδος που έρχεται από τη δαπάνη. Γιατί, αν εκείνος που σπέρνει χαίρεται, παρόλο βέβαια που σπέρνει πάνω στην αβεβαιότητα, πολύ περισσότερο πρέπει να χαίρεται εκείνος που καλλιεργεί τον ουρανό. Έτσι και αν ακόμη δώσεις λίγα, θα δώσεις πολλά· όπως πάλι, αν δώσεις με σκυθρωπό ύφος, και αν ακόμη δώσεις πολλά, έκανες λίγα τα πολλά. Έτσι και η χήρα με δύο λεπτά ξεπέρασε πολλά τάλαντα, γιατί ήταν γενναιόδωρη η διάθεσή της. «Και πώς είναι δυνατό», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «να κάνει κανείς με προθυμία αυτό, όταν ζει μέσα στη χειρότερη φτώχεια και στερείται τα πάντα;» Ρώτησε τη φτωχή χήρα του Ευαγγελίου που με το δίλεπτό της για το κουτί υπέρ των φτωχών επαινέθηκε από τον ίδιο τον Κύριο [βλ. Μάρκ. 12, 41-44: «Τότε ο Ιησούς κάθισε απέναντι απ’ το θησαυροφυλάκιο του ναού και παρατηρούσε πώς ο πολύς λαός έριχνε χάλκινα κέρματα στο θησαυροφυλάκιο.


Και πολλοί πλούσιοι έριχναν πολλά. Ήλθε και μια φτωχή χήρα κι έριξε δύο λεπτά, δηλαδή έναν κοδράντη. Κάλεσε τότε ο Ιησούς τους μαθητές Του και τους είπε: “Αληθινά σας λέω ότι η φτωχή αυτή χήρα έριξε περισσότερα απ’ όλους αυτούς που ρίχνουν χρήματα στο θησαυροφυλάκιο· διότι όλοι αυτοί έριξαν απ’ το περίσσευμά τους. Αυτή όμως έριξε από το υστέρημά της και από την τέλεια φτώχεια της όλα όσα είχε, όλη την περιουσία της”» και θα ακούσεις τον τρόπο και θα μάθεις ότι δεν κάνει τη δυσχέρεια η φτώχεια, αλλά η διάθεση κάνει και αυτό και το αντίθετο. Γιατί μπορεί κανείς και στη φτώχεια να είναι μεγαλόψυχος και στον πλούτο μικρολόγος. Γι’ αυτό και στη μετάδοση αγαθών ζητάει τη γενναιοδωρία και στην ελεημοσύνη τη χαρά και στην προστασία τον ζήλο· γιατί δεν θέλει να βοηθούμε μόνο με χρήματα εκείνους που έχουν ανάγκη, αλλά και με λόγια και με πράγματα και με το σώμα και με όλα τα άλλα. Και αφού είπε την πρώτη προστασία που γίνεται με τη διδασκαλία και με τη νουθεσία( γιατί αυτή είναι πιο αναγκαία, αφού είναι και τροφή της ψυχής), ήρθε στην προστασία που γίνεται με τα χρήματα και όλα τα άλλα.


Έπειτα, για να δείξει πώς μπορεί να κατορθωθούν αυτά, παρουσιάζει τη μητέρα των αγαθών, την αγάπη. «Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος(:Η αγάπη σας ας είναι πάντοτε ειλικρινής, απαλλαγμένη από κάθε υποκρισία και ιδιοτέλεια)»[Ρωμ.12,9]. Αν έχεις αυτή, δεν θα καταλάβεις τη δαπάνη των χρημάτων, ούτε τον κόπο των σωμάτων, ούτε την κούραση των λόγων, ούτε τον ιδρώτα και τη διακονία, αλλά θα τα υποφέρεις όλα γενναία, είτε με το σώμα, είτε με χρήματα, είτε με λόγο, είτε με οτιδήποτε άλλο πρέπει να βοηθήσεις τον πλησίον. Όπως ακριβώς λοιπόν δεν απαιτεί μόνο μετάδοση αγαθών, αλλά μετάδοση με γενναιοδωρία, ούτε προστασία, αλλά προστασία με ζήλο, ούτε ελεημοσύνη, αλλά ελεημοσύνη με χαρά, έτσι και δεν απαιτεί απλώς αγάπη, αλλά αγάπη χωρίς υποκρισία· επειδή και αυτό αγάπη είναι, και αν γίνει αυτό, όλα τα άλλα ακολουθούν. Καθόσον εκείνος που ελεεί, ελεεί με χαρά, γιατί στον εαυτό του δίνει· και εκείνος που προΐσταται, προΐσταται με ζήλο, γιατί τον εαυτό του βοηθάει· και εκείνος που δίνει κάτι, το κάνει αυτό με γενναιοδωρία, γιατί στον εαυτό του δίνει.


Έπειτα επειδή υπάρχει και αγάπη για πονηρά πράγματα, όπως είναι η αγάπη των ακόλαστων, η αγάπη όσων συμφωνούν για χρήματα και αρπαγές, ή για μεθύσια και συμπόσια, για να καθαρίσει την αγάπη απ’ αυτά, λέγει: «ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν (: να αποστρέφεστε με όλη σας τη δύναμη το πονηρό)». Και δεν είπε «να απέχετε» αλλά «να μισείτε», και όχι απλώς να το μισείτε, αλλά και υπερβολικά να το μισείτε· διότι η πρόθεση «ἀπό» πολλές φορές σημαίνει επίταση εκείνου με το οποίο συντίθεται, όπως όταν λέγει «ἀποκαραδοκία(:συνεχή έντονη αναμονή)» [Ρωμ.8,19] και «ἀπεκδεχόμενοι (:προσδοκώντας με πολύ μεγάλη αδημονία, ανυπομονησία)» [Ρωμ.8,23]. Επειδή λοιπόν πολλοί, αν και δεν πράττουν τα κακά, έχουν όμως την επιθυμία γι΄ αυτά, γι' αυτό είπε: «να τα αποστρέφεστε και να τα μισείτε με όλη σας τη δύναμη». Γιατί αυτός θέλει και η σκέψη μας να είναι καθαρή και να έχουμε εμείς για την κακία μεγάλη έχθρα και μίσος και πόλεμο. 


«Να μη νομίσετε λοιπόν, επειδή είπα», λέγει, «να αγαπήσετε ο ένας τον άλλο, ότι εννοώ μέχρι το σημείο αυτό, ώστε και στα κακά να συνεργάζεστε μεταξύ σας· γιατί εντελώς το αντίθετο νομοθετώ· να είσαι ξένος όχι μόνο από την πράξη, αλλά και από τη διάθεση για την κακία· και όχι μόνο να είσαι ξένος από τη διάθεση αυτή, αλλά και υπερβολικά να την αποστρέφεσαι και να τη μισείς». Και δεν αρκείται μόνο σε αυτό, αλλά και τη διάπραξη της αρετής ορίζει λέγοντας: «κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ (:να είστε και να μένετε πάντοτε προσκολλημένοι στο αγαθό)». Δεν είπε «να κάνετε μόνο» αλλά και «να είστε συνέχεια στο καλό»· γιατί αυτό δήλωσε με το να παραγγείλει να είναι προσηλωμένοι. Έτσι και ο Θεός, όταν ένωνε τον άνδρα με τη γυναίκα, έλεγε: «ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν(: εξαιτίας του στενού αυτού συνδέσμου του άντρα προς τη γυναίκα, στο μέλλον κάθε άντρας θα αφήνει τον πατέρα και τη μητέρα του και θα συνδέεται στενότατα με τη γυναίκα του, ώστε οι δύο να γίνουν πλέον μία σάρκα δια της συζυγίας)» [Γεν.2,24]. Στη συνέχεια αναφέρει τις αιτίες, για τις οποίες πρέπει ο ένας να αγαπάει τον άλλο: «τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι(:με την ειλικρινή και αδελφική αγάπη να γίνεστε φιλόστοργοι ο ένας στον άλλον)» [Ρωμ.12,10].


«Είστε αδελφοί», λέγει, «και γεννηθήκατε από τους ίδιους πόνους του τοκετού· επομένως και γι' αυτό θα ήταν δίκαιο να αγαπάτε ο ένας τον άλλο». Το ίδιο έλεγε και ο Μωυσής σε εκείνους τους Εβραίους που φιλονικούσαν και είχαν έρθει στα χέρια στην Αίγυπτο: «Ἄνδρες, ἀδελφοί ἐστε ὑμεῖς· ἵνα τί ἀδικεῖτε ἀλλήλους;(: Άνθρωποί μου, εσείς είστε μεταξύ σας αδέλφια. Γιατί αδικείτε ο ένας τον άλλο;)»[Πράξ. 7,26· πρβλ. Έξ. 2,13-14]. Όταν λοιπόν αναφέρεται στους μη Χριστιανούς λέγει «εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες(:όσο εξαρτάται από σας, προσπαθείτε να έχετε ειρηνικές σχέσεις με όλους τους ανθρώπους, αν είναι δυνατόν)»[Ρωμ. 12,18], όταν όμως μιλάει για τους πιστούς λέγει: «τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι(:με την ειλικρινή και αδελφική αγάπη να γίνεστε φιλόστοργοι ο ένας προς τον άλλον)». Εκεί δηλαδή ζητάει το να μη φιλονικούν και το να αγαπούν, και όχι απλώς να αγαπούν, αλλά και να αισθάνονται στοργή. «Γιατί δεν πρέπει», λέγει, «η αγάπη να είναι μόνο χωρίς υποκρισία, αλλά να είναι δυνατή και ζωηρή και ολόθερμη».


Γιατί ποιο το κέρδος, αν αγαπάς βέβαια χωρίς δόλο, αλλά δεν αγαπάς με θέρμη; Γι' αυτό και είπε «να είστε φιλόστοργοι μεταξύ σας», δηλαδή και να αγαπάς, και να αγαπάς θερμά. Να μην αρκείσαι να αγαπιέσαι από άλλον, αλλά ο ίδιος να τρέχεις σε αυτό και να κάνεις την αρχή. Γιατί έτσι θα κερδίσεις και τον μισθό της δικής του αγάπης. Αφού είπε λοιπόν την αιτία, για την οποία πρέπει να αγαπούμε ο ένας τον άλλο, λέγει και πώς θα μπορούσε να γίνει σταθερή η αγάπη. Γι' αυτό και προσθέτει: «τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι(:να προλαβαίνει ο καθένας να αποδίδει πρώτος την τιμή στους άλλους και να μη σπεύδει να ζητεί για τον εαυτό του τιμές και πρωτοκαθεδρίες)». Γιατί έτσι η αγάπη και γίνεται και αφού γίνει, παραμένει. Και τίποτε δεν κάνει τόσο φίλους, όσο το να προσπαθεί κανείς να ξεπεράσει τον πλησίον του στην τιμή. Και όχι μόνο αγάπη, αλλά και τιμή μεγαλύτερη γίνεται από εδώ· γιατί τα όσα προαναφέρθηκαν προέρχονται από την αγάπη, αλλά η αγάπη γίνεται από την τιμή, όπως ακριβώς λοιπόν και η τιμή από την αγάπη.


Στη συνέχεια, για να μην τιμούμε μόνο, απαιτεί και κάτι άλλο παραπάνω λέγοντας «τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί (: στην προθυμία και στον ζήλο που απαιτείται για κάθε θεάρεστο έργο να μην είστε δυσκίνητοι και οκνηροί)» [Ρωμ.12,11]. Γιατί πραγματικά και αυτό γεννάει αγάπη, όταν μαζί με την τιμή δείξουμε και φροντίδα για κάποιον. Καθόσον τίποτε δεν συμβάλλει τόσο στο να αγαπιέται κανείς, όσο η τιμή και η φροντίδα. Γιατί δεν φθάνει το να αγαπάει, αλλά χρειάζεται και αυτό. Ή καλύτερα, από την αγάπη γίνεται και αυτό, όπως ακριβώς λοιπόν και η αγάπη από αυτό διαθερμαίνεται, και τον ένα δημιουργεί ο άλλος· καθόσον υπάρχουν πολλοί που αγαπούν με τη σκέψη τους, αλλά δεν απλώνουν το χέρι για βοήθεια. Γι' αυτό από παντού οικοδομεί την αγάπη. Και πώς θα ήταν δυνατό να μη γίνουμε οκνηροί στο ζήλο; «Τῷ πνεύματι ζέοντες (:οι εσωτερικές σας πνευματικές δυνάμεις να είναι γεμάτες από θερμή αφοσίωση και πάντοτε ζεστές από την πνευματική φλόγα του Αγίου Πνεύματος)».Πρόσεχε πώς παντού ζητάει τις επιτάσεις.


Γιατί δεν είπε μόνο: «να δίνετε κάτι», αλλά «να δίνετε κάτι με αφθονία, με απλοχεριά», ούτε «να είστε προϊστάμενοι», αλλά «να εργάζεστε με ζήλο», ούτε είπε απλώς και μόνο «να ελεείτε» ,αλλά «να ελεείτε με χαρά», ούτε μόνο «να τιμάτε», αλλά «να ξεπερνάτε τους άλλους στις τιμές», ούτε μόνο «να αγαπάτε», αλλά «να αγαπάτε χωρίς υποκρισία», ούτε «να απέχετε από τα κακά», αλλά «να τα αποστρέφεστε και να τα μισείτε τα κακά», ούτε «να επιδιώκετε τα αγαθά», αλλά «να προσηλώνεστε στους τρόπους απόκτησης των αιωνίων αγαθών», ούτε απλώς «να αγαπάτε», αλλά «να αγαπάτε με φιλοστοργία», ούτε «να είστε πρόθυμοι», αλλά «όχι με οκνηρία», ούτε «να έχετε το πνεύμα», αλλά «να έχετε το θερμό πνεύμα, δηλαδή, για να είστε θερμοί και σε εγρήγορση». Εάν λοιπόν έχεις εκείνα που προαναφέρθηκαν, θα προσελκύσεις το Άγιο Πνεύμα· εάν παραμένει Αυτό κοντά σου, και προς εκείνα θα σε κάνει να τρέξεις, και όλα από το Άγιο Πνεύμα και την αγάπη θα είναι εύκολα, αφού και από τις δύο μεριές θα είσαι πυρωμένος.


Δεν βλέπεις πως οι ταύροι, που έχουν επάνω στη ράχη τους τη φλόγα, είναι σε όλους αφόρητοι; Έτσι και εσύ θα είσαι αφόρητος στον διάβολο, αν λάβεις και από τις δύο μεριές τη φλόγα. «τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες(:Με όλα αυτά τα χαρίσματα και τις αρετές να υπηρετείτε τον Κύριο ως αφοσιωμένοι δούλοι Του)». Με όλα αυτά δηλαδή είναι δυνατό να υπηρετήσεις τον Θεό. Γιατί, όσα κάνεις στον αδελφό σου, πηγαίνουν στον Κύριό σου, και ευεργετούμενος Αυτός, αμέσως σου λογαριάζει τον μισθό. Είδες πού οδήγησε το φρόνημα εκείνου που κάνει αυτά; Στη συνέχεια, για να δείξει πώς μπορεί να αναφθεί η φλόγα του Πνεύματος, λέγει: «τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες (:η ακλόνητη ελπίδα σας στα μελλοντικά αγαθά να σας γεμίζει χαρά και να σας ενισχύει για να δείχνετε υπομονή στη θλίψη. Και να επιμένετε στην προσευχή, από την οποία θα παίρνετε μεγάλη βοήθεια για όλες αυτές τις αρετές, καθώς και για τις δύσκολες περιστάσεις της ζωής)».Γιατί όλα αυτά είναι προσανάμματα της φωτιάς εκείνης. 


Επειδή δηλαδή απαίτησε και δαπάνη χρημάτων και σωματικό κόπο και προστασία και ζήλο και διδασκαλία και τα άλλα τα επίπονα, προετοιμάζει πάλι τον αθλητή με την αγάπη, με το Πνεύμα, με την ελπίδα. Γιατί τίποτε δεν κάνει την ψυχή τόσο γενναία και τολμηρή σε όλα, όσο η αγαθή ελπίδα. Έπειτα και πριν από τα ελπιζόμενα αγαθά δίνει πάλι άλλο έπαθλο. Επειδή δηλαδή η ελπίδα ανήκε στα μελλοντικά, λέγει: «να έχετε υπομονή στη θλίψη». Γιατί και πριν από τα μελλοντικά, θα κερδίσεις στο παρόν μεγάλο καλό από τη θλίψη, το να γίνεσαι καρτερικός και δόκιμος. Και μαζί με αυτό δίνει και άλλη βοήθεια λέγοντας: «τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες(:να επιμένετε πάντοτε με προθυμία και ζήλο στην προσευχή)». Όταν λοιπόν και η αγάπη κάνει εύκολο το πράγμα, και το Άγιο Πνεύμα βοηθάει, και η ελπίδα ελαφρύνει, και η θλίψη σε κάνει δόκιμο και ικανό για να τα υποφέρεις όλα γενναία, και έχεις μαζί με αυτά και άλλο όπλο πάρα πολύ μεγάλο, την προσευχή και τη βοήθεια από την παράκληση, ποιο από τα προστάγματα πλέον θα είναι δύσκολο; Κανένα. Είδες πώς από παντού στήριξε τον αθλητή και έδειξε πολύ ελαφρά τα προστάγματα;


Πρόσεχε πάλι πώς καταπιάνεται με την ελεημοσύνη ή καλύτερα όχι απλώς με την ελεημοσύνη, αλλά με την ελεημοσύνη στους Χριστιανούς. Γιατί με το να πει παραπάνω, «ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι (: εκείνος που ελεεί, ας προσφέρει την ελεημοσύνη του με γλυκύτητα και καλοσύνη)», άνοιξε το χέρι σε όλους· εδώ όμως ομιλεί για ελεημοσύνη υπέρ των πιστών. Γι' αυτό και προσθέτει λέγοντας: «ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες(:να συμμετέχετε και να βοηθάτε στις ανάγκες των Χριστιανών)». Δεν είπε: «να δίνετε στις ανάγκες τους», αλλά «να μετέχετε στις ανάγκες τους», δείχνοντας ότι μεγαλύτερα παίρνουν παρά δίνουν, και ότι το πράγμα είναι εμπορία· γιατί είναι κοινωνία. Προσφέρεις εσύ χρήματα; Σου προσφέρουν εκείνοι την παρρησία προς τον Θεό. «τὴν φιλοξενίαν διώκοντες(:να επιδιώκετε τη φιλοξενία χωρίς να περιμένετε οι ξενιτεμένοι αδελφοί να σας τη ζητήσουν)».Δεν είπε «να εκτελείτε», αλλά «να επιδιώκετε», διδάσκοντάς μας να μην περιμένουμε πότε να έρθουν σε εμάς εκείνοι που έχουν ανάγκη, αλλά να τρέχουμε πίσω τους και να τους καταδιώκουμε.


Αυτό έκανε ο Λωτ, αυτό έκανε ο Αβραάμ. Καθόσον την ημέρα την ξόδεψε σε αυτό, περιμένοντας το καλό αυτό κυνήγι, και όταν το είδε, αναπήδησε και έτρεξε να το συναντήσει, και προσκύνησε μέχρι το έδαφος και είπε: «Κύριε, εἰ ἄρα εὗρον χάριν ἐναντίον σου, μὴ παρέλθῃς τὸν παῖδά σου(:Κύριε, εάν τυχόν βρήκα χάρη ενώπιόν Σου, μην καταφρονήσεις τον δούλο Σου)» [Γέν. 18,3]. Όχι όπως εμείς, όταν δούμε κάποιον ξένο ή φτωχό, κατεβάζουμε τα φρύδια μας και δεν τους θεωρούμε άξιους ούτε για χαιρετισμό. Και αν ύστερα από χίλια παρακάλια μαλακώσουμε και διατάξουμε τον υπηρέτη να δώσει λίγα χρήματα, νομίζουμε πως κατορθώσαμε το παν. Όμως εκείνος δεν συμπεριφερόταν έτσι, αλλά πήρε τη θέση του ικέτη και του υπηρέτη, αν και βέβαια δεν ήξερε ποιους επρόκειτο να υποδεχθεί. Εμείς όμως, αν και γνωρίζουμε καλά ότι υποδεχόμαστε τον Χριστό, ούτε έτσι γινόμαστε μαλακοί. Αλλά εκείνος βέβαια και παρακαλεί και ικετεύει και προσκυνεί, ενώ εμείς βρίζουμε εκείνους που μας πλησιάζουν· και εκείνος τα καταφέρνει όλα μόνος του και με τη γυναίκα του, ενώ εμείς δεν τα καταφέρνουμε ούτε με τους υπηρέτες μας.


Εάν όμως θα ήθελες να δεις και το τραπέζι που παράθεσε, θα δεις και εδώ πολλή γενναιοδωρία. Τη γενναιοδωρία όμως δεν την έκανε η αφθονία των χρημάτων, αλλά ο πλούτος της διαθέσεως. Πόσοι λοιπόν πλούσιοι υπήρχαν τότε; Αλλά κανένας δεν έκανε τίποτε παρόμοιο. Πόσες χήρες υπήρχαν στο Ισραήλ; Καμιά όμως δεν φιλοξένησε τον Ηλία. Πόσοι πλούσιοι πάλι υπήρχαν στην εποχή του Ελισαίου; Αλλά η Σουμανίτιδα τρυγούσε μόνη της τον καρπό της φιλοξενίας, όπως βέβαια και ο Αβραάμ τότε, τον οποίο αξίζει να θαυμάζουμε μαζί με την αφθονία των αγαθών και για την προθυμία και ιδίως για αυτό, ότι δηλαδή έκανε αυτά αν και δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι επισκέπτες. Μην πολυεξετάζεις λοιπόν και εσύ, γιατί δέχεσαι εξαιτίας του Χριστού. Και αν θελήσεις να περιεργάζεσαι πάντοτε, πολλές φορές θα παραλείψεις και δοκιμασμένο και έγκριτο άνδρα, και θα χάσεις τον μισθό εξαιτίας αυτού. Αν και βέβαια εκείνος που δέχεται μη έγκριτο δεν κατηγορείται, αλλά και μισθό έχει [Ματθ. 10,41: «Ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται (:Εκείνος που υποδέχεται και υποστηρίζει και βοηθά έναν προφήτη, επειδή είναι προφήτης, θα πάρει την ίδια ανταμοιβή που θα πάρει κι ο προφήτης· και εκείνος που υποδέχεται τον δίκαιο, επειδή είναι δίκαιος, θα πάρει την ίδια ανταμοιβή που θα πάρει κι ο δίκαιος)»], ενώ εκείνος που από την άκαιρη αυτή εξέταση παραλείπει το θαυμαστό, ακόμη και τιμωρείται.


Μην πολυεξετάζεις λοιπόν τους τρόπους ζωής και τις πράξεις καθόσον αυτό είναι γνώρισμα της πιο χυδαίας συμπεριφοράς, να εξετάζεις σχολαστικά ολόκληρη τη ζωή του φτωχού ανθρώπου εξαιτίας ενός ψωμιού που είναι να του δώσεις για να σταματήσει η πείνα του. Είτε λοιπόν είναι δολοφόνος αυτός, είτε είναι ληστής, είτε είναι οτιδήποτε, δεν σου φαίνεται άξιος για ψωμί και λίγα χρήματα; Και ο Κύριός σου και τον ήλιο ανατέλλει σε αυτόν, ενώ εσύ τον θεωρείς ανάξιο και για την καθημερινή τροφή; Εγώ όμως αναφέρω και άλλη υπερβολή. Και αν ακόμη δηλαδή γνωρίζεις πολύ καλά, ότι ο φτωχός που χρειάζεται να ελεήσεις είναι γεμάτος από άπειρα κακά, ούτε έτσι θα έχεις δικαιολογία, αφού του στερείς την καθημερινή του τροφή. Γιατί είσαι δούλος του Ιησού, που έλεγε: «Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς (: δεν ξέρετε ακόμη τι διαθέσεων και φρονημάτων ανθρώπους σας κάνει η νέα πνευματική δύναμη και ζωή που μεταδίδει η διδασκαλία μου και η χάρη του Πνεύματός μου. Δεν είστε άνθρωποι και διδάσκαλοι του πνεύματος της οργής και τιμωρίας που επικρατούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά του πνεύματος της πραότητας, της μακροθυμίας και της αγάπης, που δεν καταστρέφει, αλλά σώζει)» [Λουκά 9,55].


Είσαι υπηρέτης Εκείνου που θεράπευσε εκείνους που Τον λιθοβόλησαν, ή καλύτερα, Εκείνου που σταυρώθηκε για αυτούς. Και μη μου λέγεις ότι φόνευσε άλλον. Γιατί και αν ακόμη πρόκειται να φονεύσει εσένα τον ίδιο, ούτε έτσι να τον αφήνεις να υποφέρει από πείνα. Καθόσον είσαι μαθητής Εκείνου που ποθούσε τη σωτηρία εκείνων που Τον σταύρωσαν, Εκείνου που έλεγε βρισκόμενος πάνω στο σταυρό: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι (: Πατέρα μου, συγχώρησέ τους˙ διότι είναι τυφλωμένοι από τα πάθη τους και δεν ξέρουν τι κάνουν)» [ Λουκ.23,34]. Είσαι δούλος Εκείνου που θεράπευσε αυτόν που Τον χαστούκισε, Εκείνου που στεφάνωσε αυτόν που Τον έβρισε ενώ βρισκόταν επάνω στο σταυρό, πράγμα με το οποίο τι θα μπορούσε να εξισωθεί; Καθόσον στην αρχή και οι δύο ληστές Τον έβριζαν, αλλά όμως στον ένα από αυτούς άνοιξε τον παράδεισο. Και δακρύζει για εκείνους που πρόκειται να Τον φονεύσουν, και ταράζεται και συγχύζεται βλέποντας τον προδότη, όχι γιατί επρόκειτο να σταυρωθεί, αλλά γιατί χάθηκε εκείνος, οδηγήθηκε στην απώλεια με τις επιλογές του. Ταρασσόταν λοιπόν προβλέποντας την αγχόνη, την κόλαση που ακολουθούσε τον Ιούδα μετά την αγχόνη. Και παρόλο που γνώριζε την κακία του, μέχρι την τελευταία ώρα τον ανεχόταν, και δεν τον απομάκρυνε, αλλά και φίλησε τον προδότη.


Ο Κύριός σου φιλεί και δέχεται εκείνον που πρόκειται να συντελέσει στο να χυθεί αμέσως το Τίμιο Αίμα Του από τους ανόμους στους οποίους πρόδωσε τον Διδάσκαλό του, αλλά εσύ δεν κρίνεις τον φτωχό άξιο ούτε για ψωμί; Και δεν σέβεσαι τον νόμο που όρισε ο Χριστός; Γιατί με αυτά έδειξε ότι όχι μόνο τους φτωχούς δεν πρέπει να αποστρεφόμαστε, αλλά ούτε εκείνους που μας οδηγούν στο θάνατο. Μη μου πεις λοιπόν ότι «ο τάδε μου προξένησε κακά», αλλά σκέψου τι έκανε ο Χριστός λίγο πριν την Σταύρωσή Του, με το φίλημα, με το οποίο επρόκειτο να παραδοθεί, για να διορθώσει τον προδότη. Και κοίταζε πώς τον ελέγχει: «Ἰούδα», λέγει, «φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως; (: Ιούδα, με φίλημα, που ως τώρα ήταν δείγμα της αγάπης μας, προδίδεις αυτόν που είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους και ο αναμενόμενος Μεσσίας σύμφωνα με τους προφήτες;)» [Λουκά 22,48]. Ποιον δεν θα μαλάκωνε, ποιον δεν θα λύγιζε αυτή η φωνή; Ποιο θηρίο, ποιο διαμάντι; Αλλά δεν λύγισε εκείνον τον άθλιο. Μη λέγεις, λοιπόν, ότι «ο τάδε φόνευσε τον τάδε, και γι' αυτό τον αποστρέφομαι». Γιατί, και αν ακόμη πρόκειται να βγάλει το ξίφος εναντίον σου και να μπήξει το δεξί του χέρι στον ίδιο τον λαιμό σου, φίλησε αυτό το χέρι, γιατί και ο Χριστός φίλησε τον μαθητή Του εκείνον που Του προξένησε τη σφαγή.


Και εσύ λοιπόν να μη μισείς, αλλά να κλαις και να σπλαχνίζεσαι εκείνον που θέλει να σου κάνει κακό. Γιατί αυτός είναι άξιος να τον σπλαχνιζόμαστε και να τον κλαίμε. Είμαστε λοιπόν υπηρέτες Εκείνου που φίλησε και τον προδότη(γιατί δεν θα σταματήσω να το επαναλαμβάνω συνέχεια αυτό) και είπε λόγια πιο τρυφερά από το φίλημα. Γιατί δεν είπε: «Μιαρέ και παμπόνηρε και προδότη, αυτές τις αμοιβές μας δίνεις πίσω για την τόση ευεργεσία;», αλλά πώς είπε; «Ιούδα», αναφέροντας το κύριο όνομα, που ήταν λόγος περισσότερο εκείνου που ταλανίζει και επαναφέρει στην τάξη, παρά εκείνου που οργίζεται. Και δεν είπε: «τον Διδάσκαλό σου, τον Κύριό σου και Ευεργέτη σου», αλλά «τον υιό του ανθρώπου». Εάν λοιπόν δεν ήταν διδάσκαλος ούτε κύριος, παραδίνεις αυτόν που συμπεριφερόταν σε εσένα τόσο ήπια και τόσο ειλικρινά, ώστε και την ώρα της προδοσίας να σε φιλεί και μάλιστα όταν το φίλημα ήταν το σημάδι της προδοσίας; Ευλογητός είσαι Κύριε! Πόσο μεγάλης ταπεινοφροσύνης, πόσο μεγάλης ανεξικακίας παράδειγμα έδωσες!


Αλλά προς τον Ιούδα βέβαια έτσι μίλησε , προς εκείνους όμως που ήρθαν εναντίον Του με ξύλα και λαμπάδες δεν μίλησε έτσι; Και τι θα μπορούσε να υπάρξει πιο τρυφερό από τα λόγια που λέχθηκαν και προς εκείνους; Γιατί, ενώ μπορούσε να τους εξαφανίσει αμέσως όλους, δεν έκανε τίποτε από αυτά, αλλά τους μίλησε με σκοπό να τους ελέγξει λέγοντας: «Τί ἐξήλθετε ὡς ἐπὶ λῃστὴν μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με; (:Γιατί, σαν να ήμουν ληστής, βγήκατε με μαχαίρια και με ρόπαλα να με πιάσετε; Κάθε μέρα καθόμουν κοντά σας διδάσκοντας μέσα στο ιερό και δεν με συλλάβατε)» [Ματθ. 26,55]. Και αφού τους έριξε κάτω, επειδή εξακολουθούσαν να είναι πνευματικά αναίσθητοι, με τη θέλησή Του πάλι παραδινόταν, και ανεχόταν να βλέπει να περνούν αλυσίδες στα άγια χέρια Του, αν και μπορούσε όλα μαζί να τα συγκλονίσει και να τα ρίξει κάτω.


Εσύ όμως κα ύστερα από αυτά συμπεριφέρεσαι άγρια προς τον φτωχό. Και βέβαια και αν ακόμη είναι ένοχος για άπειρα κακά, η φτώχεια και η πείνα είναι ικανά να μαλακώσουν εκείνη την ψυχή που δεν είναι υπερβολικά πωρωμένη. Αλλά εσύ εξακολουθείς να είσαι άγριος και να μιμείσαι τους θυμούς των λιονταριών· αν και βέβαια αυτά δεν θα έτρωγαν ποτέ νεκρά σώματα, εσύ όμως παρόλο που τον βλέπεις να είναι ταριχευμένος με τόσα κακά, πατάς επάνω του ενώ είναι πεσμένος, κατασπαράζεις το σώμα του με τις ύβρεις, μαζεύεις συμφορά επάνω στη συμφορά, και εκείνον που κατέφυγε στο λιμάνι τον κάνεις να χτυπήσει σε σκόπελο και προκαλείς πιο φοβερό ναυάγιο από αυτούς που βρίσκονται στη θάλασσα. Και πώς εσύ θα πεις στο Θεό: «ελέησέ με»;


Και πώς ζητάς συγχώρηση των αμαρτημάτων, όταν υβρίζεις με την ασπλαχνία σου Εκείνον που δεν αμάρτησε καθόλου, και απαιτείς τιμωρία για την πείνα και την τόσο μεγάλη ανάγκη, και ξεπερνάς στην αγριότητα όλα τα θηρία; Γιατί αυτά, επειδή τα εξαναγκάζει η κοιλιά, τρώγουν την τροφή που είναι συνηθισμένη σε αυτά, ενώ εσύ, χωρίς να σε παρακινεί κανένας, ούτε να σε εξαναγκάζει, κατατρώγεις τον αδελφό σου δαγκώνοντας και σπαράζοντας αυτόν, αν και όχι με τα δόντια, αλλά με λόγια πιο φοβερά από τα δαγκώματα. Πώς λοιπόν θα δεχθείς την ιερή προσφορά, αφού έβαψες κόκκινη τη γλώσσα σου με ανθρώπινα αίματα; Πώς δίνεις ειρήνη με στόμα που είναι γεμάτο πόλεμο; Και πώς θα απολαύσεις την υλική τροφή, όταν μαζεύεις τόσο πολύ δηλητήριο; Δεν διορθώνεις τη φτώχεια· γιατί και την ερεθίζεις; Δεν ανακουφίζεις κάποιον που βρίσκεται σε άθλια κατάσταση· γιατί και τον εξευτελίζεις; Δεν αφαιρείς τη στενοχώρια· γιατί και τη μεγαλώνεις; Δεν δίνεις χρήματα· γιατί και βρίζεις με λόγια;


Δεν άκουσες πόσο τιμωρούνται όσοι δεν τρέφουν τους φτωχούς; Σε ποιες τιμωρίες καταδικάζονται; Λέγει: «Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ (:εσείς που από τα έργα σας γίνατε καταραμένοι, φύγετε μακριά από μένα στο πυρ το αιώνιο, που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τουςαγγέλους του)»[Ματθ.25,41]. Εάν όμως όσοι δεν τρέφουν καταδικάζονται έτσι, με ποια τιμωρία θα τιμωρηθούν εκείνοι, που μαζί με το ότι δεν τρέφουν, βρίζουν κιόλας; Πόσο μεγάλη κόλαση θα υποφέρουν, πόσο μεγάλη γέενα; Για να μην προκαλέσουμε λοιπόν τόσα κακά εναντίον μας, όσο ακόμη μπορούμε, ας διορθώσουμε και την κακή αυτή αρρώστια και ας βάλουμε χαλινάρι στη γλώσσα. Και όχι μόνο να μη βρίζουμε, αλλά και να παρηγορούμε, και με λόγια και με πράγματα, ώστε αφού αποταμιεύσουμε από πριν πολλή ελεημοσύνη για τον εαυτό μας, να επιτύχουμε τα αγαθά που μας έχει ο Θεός υποσχεθεί, τα οποία είθε να τα επιτύχουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου και μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.


ΟΜΙΛΙΑ ΚΓ’ (επιλεγμένο απόσπασμα) «Εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε (: να εύχεστε για εκείνους που σας καταδιώκουν· για όλους να εύχεστε και να λέτε καλά λόγια ζητώντας την ευλογία του Θεού επάνω τους, και ποτέ να μην τους καταριέστε)» [Ρωμ.12,14]. Αφού ο Παύλος τούς δίδαξε πώς πρέπει να συμπεριφέρονται μεταξύ τους και αφού ένωσε με ακρίβεια τα μέλη, έτσι τους οδηγεί πλέον προς την έξω από την εκκλησία παράταξη, κάνοντάς την από εδώ πιο εύκολη. Γιατί, όπως ακριβώς εκείνος που δεν πέτυχε τις υποχρεώσεις του προς τους συγγενείς, δυσκολότερα θα τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του προς τους ξένους, έτσι εκείνος που άσκησε καλά τον εαυτό του σε αυτό, ευκολότερα θα νικήσει και τους ξένους. Για αυτό λοιπόν και ο Παύλος προχωρώντας σιγά σιγά, αναφέρει αυτά μετά από εκείνα, και λέγει: «Εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς (:Να εύχεστε και να παρακαλείτε τον Θεό για εκείνους που σας διώκουν)». Δεν είπε «να μη μνησικακείτε, ούτε να τους πολεμείτε», αλλά ζήτησε το πολύ περισσότερο από αυτά. Γιατί εκείνο βέβαια είναι γνώρισμα ανθρώπου πιστού, ενώ αυτό είναι γνώρισμα πλέον αγγέλου.


Και αφού είπε «να ευλογείτε», πρόσθεσε, «και να μην καταριέστε», για να μην κάνουμε και αυτό και εκείνο, αλλά μόνο εκείνο. Καθόσον εκείνοι που μας καταδιώκουν είναι πρόξενοι μισθών σε εμάς. Εάν όμως είσαι προσεκτικός, θα ετοιμάσεις στον εαυτό σου και άλλο μισθό ύστερα από αυτόν. Γιατί εκείνος θα σου δώσει τον μισθό από το διωγμό, ενώ εσύ θα δώσεις στον εαυτό σου τον μισθό από τον καλό σου λόγο σε αυτόν, φανερώνοντας πάρα πολύ μεγάλο δείγμα της αγάπης σου στον Χριστό. Όπως ακριβώς δηλαδή όποιος καταριέται εκείνον που τον καταδιώκει, δείχνει ότι δε χαίρεται υπερβολικά που παθαίνει αυτά για χάρη του Χριστού, έτσι όποιος ευλογεί αποδεικνύει μεγάλη την αγάπη του. Μην τον κακολογήσεις λοιπόν για να κερδίσεις και εσύ ο ίδιος μεγαλύτερο μισθό και να διδάξεις εκείνον, ότι το πράγμα είναι γνώρισμα προθυμίας και όχι ανάγκης, πανήγυρης και εορτής, όχι συμφοράς ούτε στενοχώριας. Γι' αυτό και ο Χριστός έλεγε: «μακάριοί ἐστε ὅταν εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς(:μακάριοι είστε εσείς οι μαθητές μου, όταν σας χλευάσουν οι άνθρωποι και σας καταδιώξουν και εξαιτίας μου πουν κάθε είδους ψεύτικες κακολογίες και κατηγορίες εναντίον σας.


Να χαίρεστε και να εκδηλώνετε ζωηρά τη χαρά σας, διότι θα είναι μεγάλη η ανταμοιβή σας στους ουρανούς. Έτσι εξάλλου καταδίωξαν και τους προφήτες που έστειλε ο Θεός πριν από σας)» [ Ματθ.5,11-12]. Γι’ αυτό και οι απόστολοι επέστρεφαν χαρούμενοι, όχι γιατί τους έβρισαν μόνο. Αλλά και γιατί μαστιγώθηκαν. Γιατί μαζί με τα προηγούμενα θα κερδίσεις και άλλο μεγάλο, το να καταπλήξεις και έτσι τους εχθρούς σου και να τους διδάξεις με τα έργα ότι βαδίζεις προς άλλη ζωή. Γιατί, αν σε δει να χαίρεσαι και να πετάς από χαρά γιατί σε κακομεταχειρίζονται, θα μάθει καλά εκ των πραγμάτων ότι έχεις άλλες ελπίδες μεγαλύτερες από τα παρόντα· γιατί, αν δεν κάνεις αυτό, αλλά κλαις και οδύρεσαι, από πού θα μπορέσει να μάθει εκείνος, ότι περιμένεις άλλη ζωή; Αλλά και μαζί με αυτό πάλι θα επιτύχεις και κάτι άλλο. Γιατί, αν σε δει να μη στενοχωριέσαι για τις ύβρεις, αλλά και να ευλογείς, θα σταματήσει να σε καταδιώκει. Κοίταξε λοιπόν πόσα καλά γίνονται από εδώ· και ο μισθός θα είναι μεγαλύτερος για σένα και ο πειρασμός μικρότερος και εκείνος θα σταματήσει να σε καταδιώκει, και ο Θεός θα δοξασθεί και η πίστη σου θα γίνει διδασκαλία για ευσέβειας εκείνον που έχει βρεθεί σε πλάνη. Γι’ αυτό όχι μόνο εκείνους που μας βρίζουν, αλλά και εκείνους που μας καταδιώκουν και μας κακομεταχειρίζονται με τα έργα, διέταξε να τους ευεργετούμε και με έργα.


«Χαίρειν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων (: να χαίρεστε μαζί με εκείνους που χαίρονται, και να κλαίτε μαζί με εκείνους που κλαίνε)». Επειδή λοιπόν είναι δυνατό να ευλογήσουμε και να μην καταραστούμε αλλά να μην το κάνουμε αυτό από αγάπη, θέλει να θερμαινόμαστε εντελώς με την αγάπη. Γι' αυτό πρόσθετε και αυτό , ώστε να μην ευλογούμε μόνο, αλλά και να συμπονούμε και να συμπάσχουμε αν κάποτε τους βλέπαμε να έχουν πέσει σε συμφορά. «Ναι», θα μπορούσε να πει κανείς, «αλλά το να συμπονούμε με εκείνους που κλαίνε πολύ σωστά το διέταξε, το άλλο όμως γιατί τέλος πάντων το πρόσταξε, αφού δεν είναι κανένα μεγάλο πράγμα;». Και όμως, εκείνο χρειάζεται φιλοσοφότερη ψυχή, δηλαδή το να χαιρόμαστε μαζί με εκείνους που χαίρονται, παρά το να κλαίμε μαζί με εκείνους που κλαίνε. Γιατί αυτό βέβαια το κατορθώνει και η ίδια η φύση και κανένας δεν είναι τόσο σκληρός σαν πέτρα, που να μην κλαίει εκείνον που βρίσκεται σε συμφορές, εκείνο όμως χρειάζεται πάρα πολύ γενναία ψυχή, ώστε όχι μόνο να μη φθονούμε αυτόν που ευημερεί, αλλά και να χαιρόμαστε μαζί του.


Γι' αυτό και ανέφερε πρώτο αυτό· γιατί τίποτε δεν δυναμώνει τόσο την αγάπη, όσο όταν μετέχουμε μεταξύ μας και στη χαρά και στη λύπη. Να μη μένεις λοιπόν, επειδή ο ίδιος βρέθηκες μακριά από τις συμφορές και έξω από τη συμπάθεια. Γιατί, όταν ο πλησίον πάθει κάτι κακό, οφείλεις να κάνεις κοινή τη συμφορά· να συμμετέχεις λοιπόν στα δάκρυα, για να ανακουφίσεις τη λύπη· να συμμετέχεις στη χαρά, για να ριζώσεις την ευφροσύνη και να στερεώσεις την αγάπη, και για να ωφελήσεις πριν από εκείνον τον εαυτό σου, γιατί με τα δάκρυα κάνεις τον εαυτό σου συμπονετικό, ενώ με τη συμμετοχή στη χαρά, τον καθαρίζεις εντελώς από το φθόνο και τη ζήλεια. Πρόσεχε, όμως, παρακαλώ, και την έλλειψη φορτικότητας από τον Παύλο. Γιατί δεν είπε, «σταμάτησε τη συμφορά», για να μη λέγεις πολλές φορές ότι είναι αδύνατο, αλλά το πιο εύκολο πρόσταξε και το οποίο έχεις τη δύναμη να το κάνεις. Γιατί και αν ακόμη δεν μπορέσεις να εξαλείψεις το κακό, να δακρύζεις, και το περισσότερο το εξάλειψες· και αν ακόμη δεν μπορέσεις να μεγαλώσεις την ευτυχία, να χαίρεσαι και την αύξησες πολύ. Γι’ αυτό συμβουλεύει όχι μόνο να μη φθονούμε, αλλά και εκείνο που είναι πολύ περισσότερο, το να χαιρόμαστε δηλαδή μαζί του· γιατί αυτό είναι πολύ περισσότερο από το να μη φθονούμε.



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,


επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος




ΠΗΓΕΣ:



https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-romanos.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Ρωμαίους επιστολή, επιλεγμένα αποσπάσματα από τις ομιλίες ΚΒ΄και ΚΓ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1985, τόμος 17, σελίδες 456-480 και 481-487 .
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm



* Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


▲ ▼
Print Friendly and PDF