ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2024

ΑΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΙ ΕΠΙΣΥΡΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΓΗΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ





Τὸ αἰωνόβιο τοῦτο κείμενο φέρει τὴν σφραγῖδα τῆς γνώμης ἑνὸς ἁγίου Γέροντος καὶ ῥίπτει φῶς σὲ παρεμφερῆ ζητήματα τῆς δικῆς μας ἐποχῆς.
Ἀξίζει νὰ μελετηθῇ.
Ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται.



γράφει (τὸ 1927) ὁ ὅσιος Φιλόθεος Ζερβάκος


Τὸ νὰ ποιοῦν καινοτο­μί­ας καὶ μεταρρυθμίσεις εἰς τοὺς ἱερούς κανόνας καὶ πα­ραδόσεις προξενεῖ σύγ­χυ­σιν, ταραχήν, διαμάχας, φι­λονικί­ας, ἔχθρας, μίση καὶ τὰ λοι­πὰ εἴδη τῆς κα­κίας, δι᾽ ἃ ἔρ­­χεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­που ζῆλος καὶ ἐρίθεια, ἐ­κεῖ ἀ­καταστα­σία καὶ πᾶν φαῦ­λον πρᾶγμα, λέ­γει ὁ Ἀ­πό­στολος Ἰάκωβος.


σαύτως τὸ νὰ συζητοῦν οἱ Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς περὶ Ἡλί­ου, Σελήνης καὶ στοιχείων, περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων, διὰ νὰ κανονίσουν τὸ Πάσχα καὶ τὰς ἑορτάς, τοῦτο εἶνε ἀνάρ­μο­στον τοῦ ἀξιώματός των· περὶ τὰ τοιαῦτα ἃς ἀσχολοῦν­ται οἱ εἰδικοὶ ἀστρονόμοι καὶ φυσιολόγοι. Τοὺς ὁποίους πρέ­πει μὲν νὰ παραδεχώ­με­θα ὡς ἐπιστήμονας, οὐχὶ ὅ­­μως ὅτι εἶ­νε τέλειοι καὶ ἀλάνθαστοι, οὔτε νὰ τοὺς προ­τιμῶμεν ἀ­πὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τοὺς Θείους Πατέρας. Προ- ­βλέποντες οἱ Θεῖοι Ἀπό­στο­λοι τρόπον τινὰ τὰ μα­­κρὰν ὄντα καὶ βουλόμενοι νὰ προ­φυ­λάξωσι τὴν ἐκκλησίαν καὶ τοὺς Ἀρχιερεῖς ἀπὸ τὰς και­νοτο­μί­ας καὶ τοὺς νεωτε­ρι­­σμοὺς ταῦτα ἐν τῷ ἐπιλόγῳ τῶν ἱε­ρῶν κανόνων εἰρήκα­σι·


«Ταῦτα περὶ κανόνων δι­­α­- τε­τάχθω ὑμῖν παρ᾽ ἡμῶν, ὦ Ἐ­­­πίσκοποι. Ὑμεῖς δὲ ἐμμέ­­νοντες αὐτοῖς σωθήσεσθε καὶ εἰ­ρήνην ἕξετε, ἀπειθοῦν­τες δὲ κολασθήσεσθε, καὶ πό­λεμον μετ᾽ ἀλλήλων ἀΐδιον ἕξετε, δί­κην τῆς ἀνηκοΐας τὴν προ­σήκουσαν τιννῦντες».


δὲ Ζ´ Οἰκουμενικὴ Σύν­οδος ἐν τῷ α´ αὐτῆς κανόνι λέγει τὰ ἑξ­ῆς· «Ἀγαλλιώ­με­νοι ἐπ᾽ αὐ­τοῖς, ὡς εἴ τις εὕ­ροι σκῦλα πολλά, ἀσπασίως τοὺς θεί­ους κανόνας ἐνστερνιζό­με­θα, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν δι­αταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύ­νομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑ­πὸ τῶν σαλπίγγων τοῦ Πνεύ­­μα­τος Πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἐξ ἁγίων Οἰ­κου­μενι­κῶν Συνόδων καὶ τῶν Τοπι­κῶς συναθροισθεισῶν… καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡ­μῶν… καὶ οὓς μὲν τῷ ἀ­ναθέ­­ματι πα­ρα­πέμ­πουσι, καὶ ἡμεῖς ἀ­να­θε­ματί­ζο­μεν. Οὓς δὲ τῇ κα­θαιρέ­σει καὶ ἡμεῖς καθαι­ροῦμεν. Οὓς δὲ τῷ ἀφορι­σμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορί­ζο­μεν. Οὓς δὲ ἐπιτιμίῳ πα­ρα­διδόασι, καὶ ἡμεῖς ὡσαύτως ὑ­πο­βάλ­λο­μεν». Καὶ ταῦτα μὲν οἱ Θεῖοι Ἀπό­στολοι καὶ οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέρες περὶ τῶν ἱε­ρῶν κανό­νων καὶ θείων παρα­δόσεων.


δὲ Πα­τριάρχης Κυρ. Βασί­λειος μὲ τὴν Σύν­οδόν του ἔρ­χεται σή­μερον νὰ κά­μη ἰ­δι­κούς του κανό­νας περί νηστείας. Ὄχι, λέ­γει, ὅπως οἱ Ἅγιοι Ἀπό­στο­λοι καὶ οἱ Ἅ­γιοι Πατέρες ἐνομοθέτησαν. Ἡμεῖς σήμε­ρον θὰ κάμωμεν κανόνας ἰ­δικούς μας συγκα­ταβατι­κούς. Ἐκεῖνοι ἔλεγον «οὐκ ἔστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις, ἀλ­λὰ δικαιοσύνη καὶ ἄσκησις σὺν ἁγιασμῷ» καὶ «νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευ­χῇ οὐράνια χαρίσματα λα­βών». Ἡμεῖς θὰ κάνωμεν κα­νόνας νὰ λέ­γουν, νὰ τρώγε­τε, νὰ πίνετε, νὰ μὴ νηστεύετε, νὰ ὑπάγετε εἰς τὴν… καὶ ἡ Βα­σιλεία τοῦ Θεοῦ ἔστι βρῶ­σις καὶ πόσις! Μὴ βαδίζετε τὴν στενὴν καὶ τε­θλιμμένην ὁδὸν τῆς νηστεί­ας, τῆς ἀγρυ­πνίας καὶ προσευχῆς, ἀλλὰ τὴν πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον τῆς τρυφῆς καὶ μαλθακό­τη­τος.


Εὖγέ σας, Ἅγιοι Πα­τέρες!! Ἡ­μεῖς λέγει ὁ Πατρι­άρ­χης Βασίλειος θὰ κανο­νί­σωμεν καὶ τὸ ἡμερολόγι­ον καὶ τὸ Πα­σχάλιον οὐχὶ ὅ­πως τὸ ἐθέσπισαν οἱ 318 Θεοφό­ροι Πατέρες τῆς Α´ Οἰκου­μενικῆς Συνόδου καὶ τὸ δι­ετήρησαν 7 ὁλό­κληροι Οἰ­κουμενικαὶ Σύ­ν­οδοι καὶ τό­σαι ἄλλαι Το­πικαί, ἀλλὰ ὅ­πως θέ­λο­μεν ἡμεῖς καὶ οἱ σημε­ρινοὶ ἀ­στρονόμοι συμ­φώ­νως μὲ τὴν σημερινὴν ἐ­πιστήμην!!


δῶ πρέπει ἢ νὰ τιμή­σῃ τις τὴν σιωπὴν κρύ­πτων τὴν εὐσέβειαν καὶ ἀ­λήθειαν διὰ φόβον ἢ ἀν­θρωπαρέσκειαν, ἢ νὰ εἴ­πῃ ἐκεῖνο ὅπερ εἶπεν ὁ Αἴας κατὰ τὸν Τρωικὸν πό­λεμον εἰς τοὺς ̓Ἀργεί­ους. Αἰ­δώς, Ἀργεῖοι! Ἐν ᾧ ἡ θρη­σκεία μας πολε­μεῖ­ται ὑ­πὸ τόσων ἐξω­τε­­ρικῶν καὶ ἐ­σω­τε­ρικῶν ἐχθρῶν, ἡ διαφθο­ρὰ καὶ παραλυσία, ἡ ἀσέ­βεια καὶ ἡ πλεονεξία καὶ τὰ λοιπὰ πάθη λυμαί­νονται τὴν Ἑλληνικὴν κοι­­νωνίαν, ὁ Παν­­­αγιώτατος Πατρι­άρ­χης μὲ ἄλλους τινὰς Συ­νο­δι­κοὺς κάθεται καὶ συ­ζη­τεῖ ­περὶ Ἡ­λίου καὶ Σε­λή­νης, περὶ στοι­χείων (πε­ρὶ ἀνέ­μων καὶ ὑ­δά­των) περὶ ἡμερολογίων καὶ πα­σχαλί­ων, περὶ νηστεί­ας κλπ. περὶ πραγμάτων ἅ­τι­να ἐ­κανο­νίσθησαν ὑπὸ τῶν Ἁγί­ων Ἀποστόλων καὶ Θεοφόρων Πατέρων διὰ νὰ μέ­νουν ἀ­σάλευτα καὶ ἀμε­­τά­τρεπτα, καὶ ὧν ἡ φύλα­­ξις καὶ ἀκρι­βὴς τή­ρησις μεγίστην ὠφέ­λει­αν προξε­νεῖ, ἡ δὲ κατα­φρό­νησις ζη­μίαν ἀνυπολό­γι­στον, συζητήσεις ἀνω­φε­λεῖς, φι­λονικίας καὶ μάχας, ἔ­χθρας καὶ διχο­νοίας, φθόνους μνησικα­κίας καὶ τέλος σχίσματα καὶ αἱρέ­σεις.


Ταῦτα μὲν ἡμεῖς οἱ ἀμα­­θεῖς καὶ ἄσοφοι φρο­νοῦμεν ὡς ἀναγκαῖα πρὸς συζήτη­σιν διὰ τὴν μέλ­λου­σαν Σύν­οδον, εἴ τις δὲ ἄλ­λος σοφὸς καὶ πεπαι­δευ­μένος νομίζει ἄλλο τι ἀναγ­καιότερον καὶ ὠφε­λιμώτερον πρὸς ὠφέλει­αν πρὸς οἰκοδομὴν τῆς Ἐκ­κλησίας, μετὰ φόβου Θε­οῦ καὶ συνέσεως καὶ προ­σοχῆς εἰπάτω· χωρὶς ἐμπα­θείας. Κα­λὸν ὡσαύτως νο­μίζομεν νὰ ἐρωτηθῶσι καὶ δώσωσι γνώ­μην, οὐχὶ μό­νον Ἀρχιερεῖς, ἀλλὰ καὶ Ἱερεῖς καὶ Ἀρχι­μαν­δρῖται καὶ Ἱερομόναχοι καὶ Μονα­χοὶ καὶ λαϊκοὶ Θε­ολό­γοι ἐνάρετοι, εἰδή­μονες περὶ τὰ δόγματα, ζηλωταὶ περὶ τὴν πίστιν, τοὺς ἱε­ροὺς κανόνας καὶ τὰς πα­ραδό­σεις, καὶ τότε μὲ ὁμόνοιαν, εἰρήνην καὶ ἀγά­πην καὶ μὲ ταπείνω­σιν νὰ προτιμηθῇ ἡ γνώ­μη ἐκεί­νων ἥτις θὰ εἶνε σύμφω­νος μὲ τοὺς κανό­νας καὶ τὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας μας.


ν γὰρ τῇ Α´ Οἰκουμ. Συνό­δῳ τὴν κατὰ τοῦ Ἀρείου νίκην ἤραντο οὐχὶ Πατρι­άρχαι καὶ Ἀρχιερεῖς, ἀλλ᾽ ὁ ἁπλοῦς διάκονος καὶ νέ­ος τὴν ἡλικίαν ̓Ἀθανάσι­ος καὶ ὁ ἀγράμματος καὶ ταπει­νὸς Σπυρίδων. Ἐ­πειδὴ οὐδόλως ἀπίθανόν ἐστι, ἐὰν ἡ Σύνοδος συγ­κροτηθῇ ἀπὸ μόνους Ἀρ­χιερεῖς, νὰ εὑρεθοῦν ἔ­νιοι τούτων νὰ προτείνω­σι ζητήματα καὶ νὰ θεσπί­σωσι κανό­νας σύμφωνα μὲ τὰ πάθη των, ὡς οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλλη­νες ἐποί­ουν Θεοὺς τῶν παθῶν των, καὶ νὰ ἐπιτύ­χουν τοῦτο.


Νὰ διωχθοῦν οἱ κακοὶ ποιμένες. Τότε καὶ μόνον θὰ ἀνυψωθῇ ὁ κλῆρος. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν δυσ­τυ­χῶς τινὲς τῶν Ἀρχιε­ρέων καὶ κληρικῶν, οἵτι­νες δὲν ἐσκέφθησαν ὅτι πρέπει νὰ διάγουν ἐν νη­στείαις, ἀγρυ­πνίαις καὶ προσευχαῖς· καὶ διὰ τοῦ­το, ἐπειδὴ ἀκούουν νηστείαν, στενοχωροῦνται, θέ­λουν νὰ τὴν καταργή­σουν, ἐὰν εἶνε δυνατόν· βεβαίως οἱ τοιοῦτοι θὰ θέλουν φυ­σι­κῷ τῷ λόγῳ, ἐὰν ὑπῆρχε τρόπος καὶ μετὰ τὴν χει­ροτονίαν νὰ νυμφευθοῦν. Ἐπειδὴ θέ­λουν νὰ εἰσέρ­χωνται εἰς τὰ θέατρα καὶ εἰς τὰ κα­φενεῖα, τοὺς στενο­χω­ροῦν τὰ ράσα καὶ ἡ κό­μη, θέλουν καὶ ἐκεῖνα νὰ τὰ μετα­ποιήσουν, νὰ τὰ κόψουν. Τοὺς τοιούτους, κἂν Πατρι­άρχαι ὦσι, κἂν Ἀρχιερεῖς, κἂν Ἱερεῖς, ὀ­φείλει μία κανονικὴ Σύνοδος νὰ τοὺς ἀπομακρύ­νῃ καὶ ἀποκόψῃ τῆς Ἐκ­κλησίας ὡς σεσηπότα μέ­λη, καθὼς καὶ αἱ Οἰκου­μενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι ἀπεμάκρυνον τῆς ποί­μνης τοῦ Χριστοῦ τοὺς λοι­μώδεις λύκους καὶ Θε­οκα­πήλους αἱρετικούς, ἀν­τικαταστήσῃ δὲ τούτους δι’ ἄλ­λων ἀξίων ποιμέ­νων, οἵτι­νες νὰ ποιμαίνω­σι τὰ ἑαυτῶν ποίμνια ἐν ἰσότητι καὶ δικαιοσύνῃ.


Τότε καὶ μόνον ὁ κλῆρος θὰ ἐξυψωθῇ εἰς τὴν πρέ­πουσαν περιωπήν του, ἡ εὐ­­σέβεια θὰ λάμψῃ καὶ ἡ Ὀρθόδοξος πίστις θὰ ἐξα­πλωθῇ εἰς τὰ πέρατα τῆς Οἰκουμένης. Μὴ λανθανέ­τω ὑμᾶς, ἀγαπητοὶ ἀδελ­φοί, ὅτι ἡ παρατηρουμένη, σήμερον καταφρόνησις τοῦ κλήρου ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἐπικρατοῦσα καὶ ὁσημέραι κορυφουμέ­νη ἀσέβεια προέρχεται ἐξ αἰτίας τῶν κληρικῶν ἐκεί­νων, οἵτινες νεωτερίζουσι καὶ ποιοῦσι καινοτομίας καὶ μεταρρυθμίσεις εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.


Οἱ κύριοι οὗτοι ὤφειλον ἀφ᾽ οὗ δὲν ἀκολουθοῦν τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, τοὺς κανό­νας καὶ παραδόσεις τῆς ἐκ­κλησίας μας, νὰ ἀπόσχουν τῆς ἱερωσύνης, ἀλλ᾽ ἀφοῦ ἀναξίως ἐπέβησαν καὶ τοὺς στενοχωροῦν τὰ ράσα καὶ ἡ κόμη, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία, ἡ ἀνάγνωσις τῶν Θείων Γραφῶν καὶ ἡ Ἐκ­κλησία, ἂς ἀποβάλουν τὸ ἱερατικὸν σχῆμα, διὰ νὰ μὴ γίνωνται αἴτιοι καὶ βλασφημεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Ὑ­ψίστου Θεοῦ ἐν τοῖς Ἔ­θνεσι καὶ περιφρονοῦνται καὶ χλευάζονται καὶ οἱ ἄ­ξιοι καὶ ἐνάρετοι κληρικοί.


Τελευταῖον δίδομεν καὶ τὴν ἀκόλουθον γνώμην ὡς ἠλεημένοι παρὰ Θεοῦ. Οἱ μέλλοντες νὰ λάβωσι μέ­ρος εἰς τὴν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Σύνοδον ὀφείλουσι νὰ πα­ρασκευασθῶσι διὰ μελέ­της, καὶ νὰ προκαθαρθῶσι διὰ νηστείας, καὶ προσ­ευ­χῆς, διὰ μετανοίας καὶ ἐξ- ­ομολογήσεως. Ἰδίως δι᾽ ἐ­ξ­ομολογήσεως καθαρᾶς, ἐ­πειδὴ δυστυχῶς οἱ πλεῖ­στοι τῶν Ἱεραρχῶν οὐδέ­ποτε ἐξομολο­γοῦνται. Οὕτω γὰρ ἐποίουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὅτε συνήρχοντο εἰς Συνόδους καὶ ἐπεφοίτα εἰς αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.


ὰν τοιουτοτρό­πως ποιήσουν καὶ οἱ μέλ­λον­τες νὰ συγκροτήσωσι τὴν μέλ­λουσαν Σύνοδον, θὰ ἐπι­φοιτήσῃ καὶ εἰς αὐ­τοὺς τὸ Ἅγιον πνεῦμα καὶ θὰ ἔχῃ κῦρος ἡ Σύνοδος καὶ θὰ τὴν παραδεχθοῦν πάντες οἱ ὀρθόδοξοι ὡς ἁ­γίαν. Τοὐ­ναντίον δέ, ἐὰν προσ­έλθουν ἀπρομελέ­τη­τοι, ἀ­προπαράσκευοι καὶ ἀκάθαρ­τοι, ἡ Σύνοδος θ᾽ ἀποβῇ ψευδο­σύνοδος ἄκυ­ρος καὶ οὐδεὶς θὰ παρα­δεχθῇ τὰ θεσπί­σμα­τα αὐ­τῆς. Τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἐλάχιστος δοῦλος


Ἀρχιμανδρίτης



Φιλόθεος Ζερβάκος



[ἀπὸ τὸ τεῦχος· Ἡ προ­σε­χὴς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Οἰ­κουμενικὴ Σύνοδος· Ἀνα­σκευὴ τοῦ προγράμματος αὐτῆς, ἐκδ. Ἐν Ἑρμου­πόλ­ει Σύρου, 1927, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Ἀθανασίου Σκορδίλη] Χριστιανική Σπίθα


Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

ΤΟ ΑΣΒΕΣΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 



''Όταν επέστρεφα με τον σύνοδό μου και πλησίασα στο μέρος όπου έπεσα, είδα επάνω σ' ένα βράχο το διάβολο 

με σχήμα μεγάλου τράγου, με κέρατα και ουρά. 
Καθόταν όρθιος, στηριγμένος στα πίσω πόδια και με κοίταξε με άγριο και βλοσυρό βλέμμα. 
Στην αρχή νόμισα ότι ήταν ζώο από τους συνηθισμένους τράγους, αλλά το μέγεθος του σώματος, διότι ήταν 
σαν ένα μεγάλο πουλάρι, η απαίσια μορφή του, το άγριο και βλοσυρό βλέμμα του μου έδωσαν να καταλάβω, 
ότι δεν ήταν ζώο, αλλά ο μιαρός και μισόκαλος δαίμονας, τον οποίον ΄'όταν τον είδε το άλογό μου τρόμαξε. 
Κύριε ''ρύσαι ημάς από του πονηγρού''. 
Αμήν''.


Το 1917 ήρθε στην Ιερά μας Μονή ο Παν. Κάπαρης από την Νάουσα με εντολή της πεθεράς του, η οποία ήταν βαρειά άρρωστη και με παρακάλεσε να πάω στην εξοχή ''Αμπελάς'' όπου έμενε, να την εξομολογήσω και κοινωνήσω των Αχράντων Μυστηρίων.


Επειδή ήμουν ασθενής με πυρετό και υπέφερα από φοβερή ζάλη και πονοκέφαλο αρνήθηκα στην αρχή να πάω. Αλλά, επειδή άλλος ιερέας δεν ήταν στην Μονή μου είπε ο αείμνηστος Γέροντάς μου Ιερόθεος:


επειδή είσαι ασθενής, ανέβα σ' ένα άλογο και πήγαινε και η Παναγία θα σε βοηθήσει. Αμέσως υπάκουσα, ανέβηκα σε ένα νέο ήμερο άλογο και ξεκίνησα από την Μονή διαβάζοντας και την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως.


Μπροστά μου προπορευόταν ο γαμπρός της γυναίκας, ο οποίος με ειδοποίησε να πάω να την εξομολογήσω και να την μεταλάβω. Μόλις προχωρήσαμε μου ήρθε ένας λογισμός ότι θα πέθαινα, ότι εκείνη η ημέρα ήταν η τελευταία της ζωής μου και άρχισα να συλλογίζομαι:


άραγε είμαι εντάξει; Πού θα πάει η ψυχή μου; Έκανα καλά έργα στην ζωή μου για να βρω ανάπαυση στην αιώνια ζωή; Εξετάζοντας τον εαυτό μου έκρινα πως κανένα καλό δεν έκανα στην ζωή μου, ώστε να είμαι άξιος για την αιώνια ζωή.


Και πάλι μόνος μου παρηγορούσα τον εαυτό μου λέγοντας: το έλεος του Θεού και η ευσπλαχνία Του είναι άπειρα. Αν και δεν έκανα κανένα καλό, αλλά για την υπακοή που εκτελώ σήμερα, ίσως η ψυχή μου βρει ανάπαυση στην αιώνια ζωή.


Την ώρα που διάβαζα το: ''Ιδού βαδίζω προς θείαν Κοινωνίαν'' ξαφνικά το άλογό μου αφηνίασε, πήδηξε σε αρκετό ύψος και με έριξε επάνω σ' έναν τοίχο ενώ το κεφάλι μου και ιδίως το πρόσωπό μου χτύπησαν δυνατά επάνω σε μια αρκετά μεγάλη πέτρα.


Δεν αισθανόμουν που έπεσα και που χτύπησα. Αισθάνθηκα μόνο ένα δυνατό χτύπημα, σαν να με χτύπησαν με βαρύ σίδερο. Έπεσα σε αφασία και αισθανόμουν ότι η ψυχή μου χωριζόταν από το σώμα.


Από τον τοίχο που έπεσα, κυλίσθηκα κάτω στον δρόμο. Το άλογό μου έφυγε και σε λίγο επέστρεψε και στεκόταν κοντά μου και με παρατηρούσε: 


Κατόπιν αισθάνθηκα σαν χέρια ανθρώπου, χωρίς να δω κανένα, να με σηκώνουν από την γη και να με στήνουν όρθιο. Και τότε άρχισε από την μύτη μου να να τρέχει το αίμα κρουνηδόν και να βάφει το έδαφος της γης. 


Όταν είδα τόσο αίμα στην αρχή νόμισα ότι θα συντρίφθηκε το κεφάλι μου και ψηλαφούσα με τα χέρια μου το κρανίο και το πρόσωπο χωρίς όμως να βρω τίποτα.


Τότε νόμισα ότι τα εντόσθιά μου θα έσπασαν και άρχισα να ψηλαφώ με τα χέρια μου το στήθος, το στομάχι, τον θώρακα, τα πλευρά, τα νεφρά, τους σπονδύλους και βρίσκοντας, πως παραδόξως όλα ήταν σώα και αβλαβή, τότε κατάλαβα και είπα:


Τέχνη σου είναι, ανθρωποκτόνε διάβολε, για να με εμποδίσεις από την ιερά μου διακονία και την ηλικιωμένη γυναίκα από την σωτήρια εξομολόγηση και την Θεία Κοινωνία, τα οποία ποθεί να λάβει πριν πεθάνει.


Γνώριζε, φθονερέ, παγκάκιστε και παμμόχθηρε, ότι θα πάω πεζός ή ακόμα και συρόμενος για να σκάσεις. Αφού σταμάτησε το αίμα είδα ένα παιδί κοντά σ' ένα πηγάδι ν' αντλεί νερό.


Ζήτησα και αφού μου έφερε, πλύθηκα και σταμάτησε το αίμα. Τότε είδα το άλογό μου να στέκεται υψηλότερα από εμένα, σ' ένα χωράφι, περίπου 1 1/2 μέτρο υψηλότερα και να με κοιτάζει σαν εκστατικό και λυπημένο.


Είδα και τον χωρικό να στέκεται στον δρόμο 2 έως 3 μέτρα μακρυά, έντρομο και τον ρώτησα τι συνέβη. Μου αποκρίθηκε συγκινημένος΄ τώρα δεν μπορώ να σας πω, θα σας πω αργότερα όταν επιστρέψουμε.


Ανεβήκαμε πάλι στα υποζύγια και εγώ δεν αισθανόμουν κάποιο πόνο. Αισθανόμουν μόνον ότι πριν υπέφερα από φοβερό πονοκέφαλο και βρέθηκα τελείως θεραπευμένος.


Φθάσαμε στο σπίτι της γερόντισσας η οποία με μεγάλη χαρά μας υποδέχθηκε. Εξομολογήθηκε με καρδιακή συντριβή, ευχήθηκε στα παιδιά και στα εγγόνια της και με φόβο, πίστη και αγάπη μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και την επομένη παρέδωσε το πνεύμα.


Επιστρέφοντας φτάσαμε στο μέρος όπου εξελίχθηκε το φοβερό δράμα. Τότε μου είπε ο χωρικός: Όταν φτάσαμε εδώ το άλογό σας αφηνίασε και πήδηξε από τον δρόμο στο χωράφι, ενώ εσείς φυλάγατε τελείως από το άλογο και πέσατε με το κεφάλι και το πρόσωπο σ' αυτήν την σκληρή πέτρα.


Όταν πέσατε με οργή, ακούσθηκε ένας χτύπος σαν να εκπρυσοκρότησε όπλο και πέσατε στον δρόμο νεκρός, άφωνος. Εκείνη την στιγμή από τον τρόμο μου έπεσα και εγώ από το ζώο μου λιπόθυμος.


Σε λίγο συνήλθα και σας είδα όρθιο και έμεινα σαν εκστατικός μη μπορώντας να μιλήσω. Το φυσικό ήταν να συντριβεί το κεφάλι μου πέφτοντας επάνω στην πέτρα αλλά έγινε κάτι υπερφυσικό.


Έγινε το αντίθετο. Το κεφάλι συνέτριψε την πέτρα διότι μετά από δυο ή τρεις ημέρες αισθανόμουν κάτι να με ενοχλεί στο πρόσωπο και βάζοντας το χέρι μου έβγαλα τρία λεπτά τεμάχια της πέτρας εκείνης, τα οποία είχαν σφηνώσει, το ένα στο φρύδι επάνω από το δεξί μάτι, το άλλο στην άκρη της μύτης και το τρίτο στην δεξιά σιαγόνα.


Όταν αφαιρέθηκαν τα τεμάχια, ούτε σταγόνα αίματος δεν έτρεξε, ούτε ουλή ή σημείο έμεινε. Εάν η χάρη του Θεού δεν με βοηθούσε, ούτε πρόσωπο, ούτε δόντια, ούτε μάτια, ούτε κρανίο θα έμενε υγιές, αλλά θα είχε συντριβεί ολόκληρο το κεφάλι μου.


Η χάρη του Κυρίου, το Άγιο Σώμα και Αίμα του Σωτήρα μας, τα οποία έφερα επάνω μου, με φύλαξαν και δεν με άφηναν να πάθω κάτι. Ο Κύριος απέστειλε τον άγγελό Του ο οποίος με έσωσε από τον κίνδυνο


και όχι μόνο σώθηκα, αλλά και παραδόξως τελείως θεραπεύθηκα από τον πυρετό, την ζάλη και τον πονοκέφαλο από τον οποίον υπέφερα και δεν μπορούσα να διαβάσω τελείως ή να γράψω.


Από τότε και μέχρι σήμερα και γράφω και διαβάζω πολλές ώρες χωρίς να υποφέρω. Όταν επέστρεφα με τον σύνοδό μου και πλησίασα στο μέρος όπου έπεσα, είδα επάνω σ' ένα βράχο το διάβολο με σχήμα μεγάλου τράγου, με κέρατα και ουρά.


Καθόταν όρθιος, στηριγμένος στα πίσω πόδια και με κοίταξε με άγριο και βλοσυρό βλέμμα. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν ζώο από τους συνηθισμένους τράγους, αλλά το μέγεθος του σώματος,


διότι ήταν σαν ένα μεγάλο πουλάρι, η απαίσια μορφή του, το άγριο και βλοσυρό βλέμμα του μου έδωσαν να καταλάβω, ότι δεν ήταν ζώο, αλλά ο μιαρός και μισόκαλος δαίμονας, τον οποίον ΄'όταν τον είδε το άλογό μου τρόμαξε.


Κύριε ''ρύσαι ημάς από του πονηρού''. Αμήν.




Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου - έκδοση του 
Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης 
Θαψανών Πάρου 
''Αγίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου Απομνημονεύματα (αυτοβιογραφία)''
σελ. 168-173, Πάρος 2008.

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ




Πρός τόν Καθηγούμενον Γέροντα Γαβριήλ 


῾Ιεράν Μονήν Διονυσίου ῞Αγιον ῎Ορος 



Εν Πάρω τῇ 7ῃ Σεπτεμβρίου 1964

«Μετά συγκινήσεως καί καυχήσεως ἐν Κυρίῳ παρακολουθῶμεν τούς ὡραίους καί ὑψηλούς ὑπέρ τῆς ἀμωμήτου πίστεως καί τῆς ἀκηράτου ᾿Ορθοδοξίας ἀκραιφνεῖς ἀγῶνας ὑμῶν. Εὐλογοῦμεν τόν Κύριον, διότι καί σήμερον ἐν τῷ ῾Αγιωνύμῳ ῎Ορει ἔχει καί διατηρεῖ ἀσφαλεῖς προμάχους καί κήρυκας τῆς παναχράντου ᾿Ορθοδοξίας. 


Τό θάρρος καί ἡ ἀνδρεία, ἣν ἐπεδείξατε ῾Υμεῖς καί τό πνευματικόν Σας τέκνον ὁ π. Θεόκλητος, καθώς καί πάντες οἱ ἅγιοι ῾Ηγούμενοι καί Μοναχοί ἀδελφοί ῾Αγιορεῖται κατά τῆς ἐσπευσμένης καί ὑπόπτου προσπαθείας καί τῆς κατά δουλικόν τρόπον ἐνεργείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ᾿Αθηναγόρου, πρός ἕνωσιν τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας μετά τῆς κακοδόξου Ρώμης, ὁμολογουμένως μᾶς ἐνεθουσίασαν καί μᾶς ἐξαναγκάζουν ἐκ μυχίων νά Σᾶς συγχαρῶμεν, εὐχόμενοι εἰς τόν Δομήτορα τῆς Μιᾶς ῾Αγίας Καθολικῆς καί ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας νά Σᾶς χαρίζῃ ὑγείαν καί παρρησίαν ἕως τέλους. Εὔχεσθε καί ὑπέρ ἡμῶν τό αὐτό ἀδελφοί. 


῎Ηδη προβάλλει ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη καί οἱ καιροί τό ἀπαιτοῦν, ὅπως συντονίσωμεν ἅπαντες τάς προσπαθείας ἡμῶν καί ἐνεργήσωμεν ὁμοθυμαδόν καί μελετημένως διά τήν ἐπαναφοράν τοῦ Πατρίου ῾Εορτολογίου. Τοῦτο, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἀπαιτεῖ αὐτή ἡ ἑνότης τῆς ἐνδόξου καί πολυπαθοῦς ῾Ελλαδικῆς ἡμῶν ᾿Εκκλησίας, ἢτις ἑνότης διεσπάσθη, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς αὐθαιρέτως καί ἡμαρτημένως εἰσήχθη τό παπικόν ἡμερολόγιον... 


Σᾶς ἀποστέλλομεν ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ, ἐσωκλείστως, πλατυτέραν ἀδελφικήν ᾿Επιστολήν (ἀντίγραφα πέντε), δι᾿ ἧς ἐπιθυμοῦμεν νά καταστήσωμεν ῾Υμᾶς κοινωνούς καί τῶν ἡμετέρων σκέψεων καί αἰσθημάτων, προσπαθειῶν καί ἐνεργημάτων, ὡς πρός τό φλέγον τοῦτο καί ἐπεῖγον θέμα. Παρακαλοῦμεν δέ τήν ἀγάπην Σας, ὅπως κυκλοφορήσῃ τήν ᾿Επιστολήν ταύτην καί ἐπιδόσῃ καί εἰς τούς ἁγίους ἀδελφούς (Καθηγουμένους) καί τῶν ἄλλων ᾿Αθωνιτικῶν ῾Ιερῶν Μονῶν, εἰς τούς Δικαίους τῶν ῾Ιερῶν Σκήτεων καί πάντας τούς λογίους Μοναχούς. 


Εἰς περίπτωσιν, καθ᾿ ἣν θά συμφωνήσητε διά τήν συνάντησιν ἐν τῇ ῾Ιερᾷ Μονῇ Πετράκῃ κατά τήν Κυριακήν τῶν Πατέρων τῆς Ζʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (11 ᾿Οκτωβρίου), εἰδοποιήσατέ μας ἐγκαίρως, ἵνα γνωρίζωμεν. ῾Υμεῖς, π. Γαβριήλ, ἀποτελέσατε, Σᾶς παρακαλοῦμεν, τήν συνισταμένην τῶν συνεννοήσεων μεταξύ τῶν Προεστώτων τῶν αὐτόθι ῾Ιερῶν Μονῶν καί ἀπαντήσατέ μας, ἐάν νομίζητε, συγκεντρωτικῶς διά λογιαριασμόν ὅλων. ῾Ημεῖς θά ἔλθωμεν σύν Θεῷ εἰς ἐπαφήν μέ διαφόρους ἐκτός τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους». 



Εκ του βιβλίου 
''Ο 'Οσιος Φιλόθεος της Πάρου - 'Ενας ένθεος Ασκητής Ιεραπόστολος (1884-1980)'' 
του π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου 
έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου 
Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Θαψανῶν Πάρου 
1999
 σελ. 318-319
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



† ᾿Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος


Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΥΚΟΛΟ ΤΟ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΕΙΝ, ΔΥΣΚΟΛΟ ΤΟ ΣΥΓΧΩΡΕΙΝ




Γνώρισα δύο πολύ πλουσίους εις την πατρίδα μου, οι οποίοι απέκτησαν μεγάλο πλούτο με κόπους, με αγώνες, αλλά και με αδικίες, αρπαγές, κλοπές, τόκους και λοιπές πονηρίες. Κατόπιν έκαναν συμβόλαια και συμφωνίες με τους πτωχούς ότι, όταν δεν πληρώσουν το δάνειο τότε να τους πάρουν τα αμπέλια, τα χωράφια, τα σπίτια, ακόμη και τα ζώα. Θησαύρισαν και έγιναν πολύ πλούσιοι, αλλ’ όχι και ευτυχείς. Απέθαναν. Ο ένας από αυτούς, όταν απέθανε, όλοι οι άνθρωποι τον αναθεμάτιζαν, διότι εκτός που είχε αδικήσει πολλούς πτωχούς, αλλά και σε κανένα πτωχό δεν έδωσε ούτε ένα κομμάτι ψωμί που του ζητούσαν. Μα όταν απέθανε, απέθανε μαζί του και ο πλούτος που είχε. Μετά τρία περίπου έτη, που έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, τον έβγαλαν από τον τάφο, τελείως άλυτον από τα αναθέματα. 


Το σώμα του δεν έλιωσε, αλλά ήταν μαύρο και το στόμα του ανοικτό. Η γλώσσα του εκρεμάτο έξω από τα χέρια του, ωσάν να ήθελε να αρπάξει. Τρόμαξαν οι άνθρωποι και έφυγαν. Τα παιδιά του, που δεν φρόντισε να τα διδάξει και να οδηγήσει εις τον δρόμον του Θεού, να τα μάθει να φυλάττουν τις εντολές του Θεού, παρά κοίταξε να τα κάνη πλούσια, πήραν τον πλούτο και τα σπατάλησαν εις ασωτίες, εις χαρτοπαίγνια και εις διασκεδάσεις, και σε λίγο καιρό έγιναν όλα πτωχά. Ένα από τα παιδιά του, επειδή έπαιζε εις τα χαρτιά, σε λίγο καιρό τα έχασε όλα και έφυγε από την πατρίδα του για την Αθήνα προς συνάντηση μεγάλων χαρτοπαικτών. Σε λίγο όμως καιρό τα έχασε όλα, έμεινε τελείως πτωχός και τέλος αυτοκτόνησε με περίστροφο. Έχασε και την ζωή του, έχασε και την ψυχή του. 


Ο άλλος, επειδή πήρε χρήματα, έπεσε εις ασωτίες και από τις πολλές καταχρήσεις, σάπισε το κορμί του. Έγινε φθισικός και συφιλιτικός. Έμεινε και αυτός πάμφτωχος. Ο τρίτος με τον οποίο ήμεθα συμμαθηταί, κατήντησε και αυτός πτωχός. Εκάθητο εις τους δρόμους απλώνοντας το χέρι του για να του δώσουν οι άνθρωποι καμία δεκάρα ή κανένα τσιγάρο, διότι εκάπνιζε. Κανένα από τα παιδιά του δεν εφρόντισε να δώσουν σε πτωχούς ελεημοσύνη για να συγχωρήσουν τον πατέρα τους, ούτε μία Λειτουργία να του κάμουν για την ψυχή του, να την αναπαύσει ο Θεός. Δεν έκαναν τίποτε. Και έγινε και αυτός δυστυχής με τον πλούτο του, αλλ’ έκανε και τα παιδιά του δυστυχή. Αφού τον έβγαλαν άλυτο είπαν οι άνθρωποι, ότι από τα πολλά αναθέματα το έπαθε και πρέπει να καλέσουν τον Μητροπολίτη να του διαβάσει συγχωρητική ευχή για να λιώσει. Επήγε ο Μητροπολίτης, εγονάτισε εις τον τάφο του, του εδιάβασε ευχή και τον έθαψαν πάλι. Ένας ανιψιός του ιατρός, είπε, ότι το χώμα δεν τον λιώνει, να τον βάλουν αλλού. 


Τότε μερικοί άνθρωποι της κωμοπόλεως εις την οποία έμενε συνεφώνησαν, αφού η γη δεν τον λιώνει να τον ρίξουν εις την θάλασσα. Τον έβαλαν σε μια βάρκα, τον έδεσαν μία μεγάλη πέτρα εις τον λαιμό, για να καταποντιστεί εις τον βυθό της θάλασσας και τον έριξαν, αλλά και η θάλασσα δεν τον δέχτηκε. Την άλλη μέρα τον επέταξε με την πέτρα εις τον λαιμό έξω. Κατόπιν οι κάτοικοι εμάζευσαν πέτρες και του έριχναν επάνω λέγοντας: ανάθεμα την ψυχή του Καΐρη. Καΐρη τον έλεγαν, επειδή ήταν φιλάργυρος. Και επειδή ήταν κοντά σε δρόμο, οι κάτοικοι των άλλων χωριών που περνούσαν απ’ εκεί έπαιρναν και έριχναν πέτρες αναθεματίζοντας την ψυχή του. Κάποτε που επήγα, κάποιος απ’ εκεί εύπορος με επήρε εις τον οίκο του και με εφιλοξένησε. Την επόμενη επήγαμε εις μίαν μικρή εκκλησία του Αγ. Γεωργίου που είχε εις ένα κήπο του. Όταν εβγήκαμε από την Εκκλησία μετά την προσκύνηση των ιερών εικόνων, με έδωσε μια πέτρα. 


Του λέγω, διατί μου την δίνεις! Μου απαντά, πάρε την εις τα χέρια σου και θα σου πω κατόπιν. Εις την συνέχεια πήρε και εκείνος από ένα τοίχο μια μεγάλη πέτρα. Εις ερώτησή μου σε τι μας χρειάζονται, απάντησε ότι θα με πει εις τον δρόμο. Βγαίνοντας λίγο πιο έξω βλέπω ένα σωρό μεγάλο από πέτρες, και μου λέγει: εδώ είναι το ανάθεμα του Καΐρη. Όποιος περάσει ρίχνει μια πέτρα και τον αναθεματίζει. Εγώ ετρόμαξα, όταν είπε έτσι. Τι λες του λέγω! Τι είναι αυτά! Χριστιανοί είστε εσείς! Αυτός απέθανε εδώ και τόσα χρόνια και επήγε κατά τα έργα του. Πρέπει να τον αναθεματίζετε; Η Εκκλησία, ο ίδιος ο Χριστός, λέγει· να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να ευχώμεθα για εκείνους που σας πειράζουν και διώκουν. Επέταξα την πέτρα όπου είχα και εκείνος ομοίως, και του εβεβαίωσα ότι ήταν αμαρτία αυτό που έκαμναν. Και επειδή εγώ θα φύγω να πας εις τον ιερέα την επόμενη Κυριακή και να του πεις να κάνει ένα μνημόσυνο και να τον συγχωρήσετε. 


Έκαστος εκ των ιδίων έργων ή δοξασθήσεται ή αισχύνεσθαι. Εμείς όμως έχουμε καθήκον, αφού κανένα από τα παιδιά του δεν ευρέθη να τον κάμει ένα μνημόσυνο, αλλά και όλοι τον αναθεματίζουν, πρέπει να τον συγχωρήσουμε. Έτσι θέλει και ο Θεός, να συγχωρήσουμε και τους εχθρούς μας. Και Εκείνος επάνω εις τον σταυρό ευρισκόμενος για τους σταυρωτάς του ηύχετο: «Πάτερ, έλεγε, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Αυτό που κάνετε είναι αμαρτία μεγάλη και να μετανοήσετε και να τον συγχωρήσετε όλοι. Όπως έμαθα του έκαναν μνημόσυνο και έπαυσαν να ρίχνουν πέτρες και να τον αναθεματίζουν. Τι ευτυχία απήλαυσε αυτός με τον πλούτο; Ενόμιζε ότι με τον πλούτο θα κάμει και τον εαυτό του ευτυχή και τα παιδιά του και κατεστράφη τελείως. Λοιπόν ο πλούτος δεν είναι ευτυχία. Δεν πρέπει να ζητούμε τον πλούτο και να έχουμε τόση επιθυμία, τόση αγωνία για να έχουμε πλούτη. Όχι. Μη θησαυρίζετε, λέγει ο Κύριος, θησαυρούς επί της γης, αλλά θησαυρίζετε θησαυρούς εν ουρανώ, όπου, ούτε πόσις, ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν. Να αποκτήσωμε πλούτο εις τους ουρανούς, μας λέγει ο Χριστός μας, ο οποίος δεν αφανίζεται, ούτε χάνεται, αλλά μας προξενεί και ευτυχία και δόξα και τιμή και βασιλεία ουράνιο!



Αναδημοσίευση αποσπάσματος εκ του ιστολογίου ''Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ''. 
Επιμέλεια, παρουσίαση: ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η ομιλία αυτή εξεφωνήθη την 14η Νοεμβρίου 1966 εις τον Ι. Ναό Αγίου Νικολάου Πλατάνου Τρικάλων, εφημερεύοντος του αειμνήστου πατρός Δημητρίου Γκαγκαστάθη. 
Μεταφέρεται απομαγνητοφωνηθείσα. 
Από το βιβλίο: Αρχιμ. Φιλοθέου Ζερβάκου, Ηγουμένου Ι. Μ. Λογγοβάρδας Πάρου, 
Ομιλίες, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη». Τ. Κ. 566 26, Σπαρτάκου 6, Συκιές, Θεσσαλονίκη, 2015).

Κυριακή 15 Απριλίου 2018

ΓΙΩΡΓΟ! ΠΟΥ ΠΑΣ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ; ΕΙΣΑΙ ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ!




Κατά το έτος 1924, εις την αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, καθήμενος εις το κελλίον μου και μελετών, άκουσα γοερές κραυγές. Σκύβοντας από το παράθυρό μου, είδα στο προαύλιο της Μονής ένα νέο φορτωμένο επάνω σ΄ ένα γαιδουράκι. Τον βάσταζαν δύο άνθρωποι, οι οποίοι αφού τον κατέβασαν από το υποζύγιο, κρατώντας τον από τα χέρια τον οδήγησαν προς τον Iερόν Nαόν της Μονής. Κατέβηκα κι εγώ στην εκκλησία, για να πληροφορηθώ τι συμβαίνει. 


Είδα το παιδί αυτό, πεσμένο στην πόρτα του ναού, εντελώς παραμορφωμένο στο πρόσωπο. Όλο του το σώμα, χέρια πόδια, στόμα, μύτη, είχαν στρεβλωθεί, σε μία αλλόκοτη, τερατώδη και δαιμονική έκφραση. Είδα ότι ήταν και τυφλός… Αυτοί που τον συνόδευαν μπήκαν μέσα και προσκύνησαν τις εικόνες. Ήταν, όπως έμαθα, ο πατέρας του και ένας εξάδελφός του. 



Ξαφνικά βλέπω αυτόν τον νεαρό, να σέρνεται σαν φίδι μέσα στην Εκκλησία και αφού έφθασε στην μέση γονατιστός, στάθηκε μπροστά στις άγιες εικόνες και άρχισε να βλαστημάει τον Χριστό… 

Τον πλησίασα αγανακτισμένος για την ασέβειά του και χαστουκίζοντάς τον δυνατά, του είπα: 

''Ασεβέστατε! 

Και μέσα στην εκκλησία τολμάς να βλαστημάς τον Θεό;'' 

Μαζεύτηκε και είπε, ''Κύριε ελέησον!'' 

Ρώτησα τον πατέρα του, πως το έπαθε και μου είπε, ότι o Γιώργος από μικρό παιδί βλαστημούσε… 

''Χθες το πρωί, μου είπε, του φύγανε τα πρόβατα και μπήκαν σε ένα χωράφι σπαρμένο. 

Πήγε να τα μαζέψει βλαστημώντας τουλάχιστον 10-15 φορές την Παναγία. 

Ενώ πλησίαζε στο χωράφι βλασφημώντας συνέχεια, έπεσε κάτω, τυφλώθηκε και μεταμορφώθηκε η όψη του σε αυτή την τερατώδη κατάσταση. 

Τον φέραμε στη Μονή, είπε, να του κάνετε αγιασμό, παρακλήσεις και ό,τι άλλο χρειάζεται…'' 


Του κάναμε πράγματι όλα αυτά, του διαβάσαμε και εξορκισμούς, αλλά αυτό ο βέβηλος δεν σταμάτησε να βλαστημάει. Μετά από λίγες μέρες με φώναξε ο υπηρέτης της Μονής που βοηθούσε τον νεαρό και τον τάιζε και μου είπε: ''΄Ελα να ιδής τον πάσχοντα. Του κόπηκε η γλώσσα και δεν μπορεί ούτε νερό να πιει… Πήγα, και έφριξα με ό,τι είδα. Η γλώσσα του, αυτή που συνεχώς βλαστημούσε, ήταν κομμένη και ξεριζωμένη, σφηνωμένη εντελώς στον λάρυγγα. Την άλλη μέρα, διηγείται ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος, έφυγα για να πάω στην Νάξο. Όταν γύρισα, ρώτησα σχετικά τους πατέρες και μου είπαν. ''Πέθανε εδώ και δυο μέρες''. Ο πατέρας του είχε πάει στο χωριό για να φέρει καθαρά ρούχα για την ταφή, και ο υπηρέτης είχε πάει σπίτι του. 


Την νύκτα τού θανάτου του, ακούγαμε στο μοναστήρι χορούς, φασαρίες και τραγούδια… 

Είσαι ''δικός μας'' τώρα... 

Ξυπνήσαμε όλοι, νομίζοντας ότι τραγουδούσαν και χόρευαν οι υπηρέτες της Μονής. 

Ο πατήρ Σάββας μάλιστα, πήρε το ραβδί του για να πάει να τους διώξει. 

Ανοίγοντας το παράθυρο, τρεις η ώρα την νύκτα, άκουσε φωνές στο σκοτάδι που έλεγαν δυνατά: 

''Γιώργο! Γιώργο! 

Έλα δω, που πας να φύγεις! 

Είσαι δικός μας τώρα…'' 

Αφού παύσανε αυτοί, ακούστηκαν άλλες φωνές απέναντι από το μέρος των τραγουδιών… 

''Βρε, ελάτε εδώ, μη φοβάστε, τον πήραμε εμείς τον Γιώργο!''. 


Ο πατήρ Σάββας έντρομος τότε, από τις φωνές των δαιμόνων, που τραβούσαν μαζί τους την ψυχή του βλασφήμου, άρχισε να προσεύχεται στον Χριστό και στην Παναγία ζητώντας βοήθεια. Πράγματι σταμάτησαν οι φωνές και οι δαίμονες έγιναν άφαντοι. Όταν μετά από λίγο κατέβηκε και πήγε στο δωμάτιο του παιδιού, το βρήκε πεθαμένο και ριγμένο με δύναμη, έξω από τό σπίτι… Φόβος και τρόμος μας κατέλαβε όλους, γράφει ο πατήρ Φιλόθεος.


Καί συνεχίζει… ''Τί φαντάζεσθε εσείς οι βλάσφημοι; Επειδή βλέπετε ότι ο Θεός αργεί να σας παιδεύσει, νομίζετε, ότι θα αποφύγετε και την τιμωρία; Εάν νομίζετε ότι ο Θεός δεν σας βλέπει, δεν σας ακούει και γι΄αυτό δεν σας τιμωρεί την ώρα που τον βλαστημάτε, πλανάσθε ταλαίπωροι. Εάν την ευσπλαχνία και μακροθυμία του Θεού που από αγάπη σας κάνει για να μη κολασθείτε αιώνια, την θεωρείτε αδυναμία, τότε αληθινά αλλοίμονό σας…''




Μεταφορά στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Απόσπασμα εκ του βιβλίου του αειμνήστου Γέροντος π. Φιλοθέου Ζερβάκου ''Ιερός Πόλεμος Κατά Της Βλασφημίας''. 
Θεσσαλονίκη 1994

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΠΟΛΕΜΟΥΣ ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ




Ακούσατε φιλοπόλεμοι Βασιλείς και Άρχοντες των Εθνών και σύνετε!


Ο Παντοκράτωρ Θεός και ποιητής του παντός σας κατέστησε Βασιλείς, Άρχοντας και Κυβερνήτας των ε­θνών και λαών, και οι άνθρωποι σας ενεπιστεύθησαν την διακυβέρνησίν των, να κυβερνάτε τους υπηκόους σας εν δικαιοσύνη και αληθεία και ως πατέρες φιλό­στοργοι και κυβερνήται άριστοι, να προνοήτε και να φροντίζητε περί της ευημερίας, ευτυχίας και σωτηρίας των λαών σας. Διατί λησμονήτε τον προορισμόν σας; Α­κούσατε και σύνετε! Εκατοντάδας χιλιάδων ανεύθυνων και αθώων ανθρώπων εθανατώσατε παραδόντες εις σφαγήν, εις το πυρ και εις τον βυθόν της θαλάσσης! Εκατο­ντάδας χιλιάδων ανθρώπων κατεστήσατε δυστυχεστάτους, ελεεινοτάτους, αθλιεστάτους, πεινασμένους, γυ­μνούς και αστέγους! 


Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων δραχμών σπαταλάτε καθ' εκάστην εις εξοπλισμούς και τα ρίπτετε εις το πυρ και εις την θάλασσαν, διά να θεραπεύσητε το πάθος του εγωϊσμού και της φιλοδοξίας σας, και δεν σκέπτεσθε, ότι με αυτά τα χρήματα που πετάτε α­σκόπως, αδίκως και παραλόγως, πόσα εκατομμύρια πτω­χών, χηρών, ορφανών, πεινασμένων θα εσώζατε; Που εί­ναι λοιπόν η δικαιοσύνη σας; που η αγάπη, η στοργή, που η μέριμνα σας; Τί θα απολαύσητε, τι θα κερδίσητε, εάν ιδήτε ολόκληρον την Ευρώπην κυλιομένην εις το αίμα και τας πόλεις αυτής μεταβαλομένας εις σωρούς ερειπίων; Δι' όλα τα ανωτέρω είσθε υπεύθυνοι! Σκεφθήτε, ότι είσθε άνθρωποι θνητοί! Θά αποθάνητε, ας είσθε Άρ­χοντες και Κυβερνήται. 


Ζητείτε, ως άδικοι και πλεονέκται, να αυξήσητε τα όρια των εθνών σας και εί δυνατόν να κατακτήσητε ολόκληρον την οικουμένην, διά να αφίσητε δήθεν όνομα, και αύριον θα αποθάνητε και δεν θα πάρητε μαζί σας ου­δέν. Θα πάρητε μόνον τρεις πήχεις γης που θά σας ρί­ψουν μέσα εις τον τάφον, ως θνησιμαία, διά να γίνητε σκωλήκων βρώμα και δυσωδία! Σκεφθήτε, ότι θα δώσητε λόγον των πράξεων σας εις τον απροσωπόληπτον Κριτήν και Θεόν, δι' αυτό έλθετε εις αίσθησιν, μετανοήσατε και σταματήσατε το κακόν. Ο Παμβασιλεύς και Κύριος των απάντων από τον ό­ποιον έχετε το σκήπτρον και το αξίωμα, το ζην και το αναπνέειν και παν αγαθόν, έδωκεν εντολήν εις υμάς και εις πάντας ειπών: «αγαπάτε αλλήλους». 


Υμείς όχι μόνο δεν τηρείτε την εντολήν της αγάπης, αλλά και εις τους υπηκόους σας παραγγέλλετε να μισούν τους αδελφούς των και να τους φονεύουν. Αγνοείτε, ότι όλοι οι άνθρω­ποι αδελφοί εσμέν, πλάσματα ενός και του αυτού Πα­τρός; Ουκ ενι Έλλην, ουδέ Ιουδαίος, Βάρβαρος, Σκύθης, δούλος ελεύθερος, Άγγλος, Γάλλος, Ρώσος, Γερμα­νός, Ιταλός, Ευρωπαίος, Αμερικανός, Ασιάτης, Αφρι­κανός, Αυστραλός, αλλά πάντες εν εσμέν, πάντες αδελ­φοί, πάντες ομοιάνθρωποι. Αναλογισθήτε το κακόν που πράττετε, συμπονέσα­τε, λυπηθήτε τους συνανθρώπους σας αδελφούς, λυπηθήτε τους στρατιώτας σας, τί κακόν σας εκαμον που τους στέλλετε ως πρόβατα επί σφαγήν; Λυπηθήτε τας γυναί­κας των, τας οποίας κατέστησατε χήρας, και τα τέκνα των ορφανά και δυστυχή! 


Λυπηθήτε τους πατέρας και τας μητέρας που αφίνετε χωρίς παιδιά! Λυπηθήτε τους γέροντας, τας εγκύους και θηλάζουσας γυναίκας και τα άωρα βρέφη! Λυπηθήτε ακόμη κάθε ηλικία, τους ανθρώ­πους τους οποίους διά το πείσμα σας, διά την πλεονεξίαν, τον φθόνον, την εωσφορικήν υπερηφάνειαν και φιλοδοξίαν σας, κατεστήσατε ελεεινούς, δυστυχείς, χωρίς τροφήν, χωρίς στέγην, χωρίς ένδυμα! Λυπηθήτε τας πό­λεις που καίετε, τα πλοία που βυθίζετε, τα αεροπλάνα που συντρίβετε! Λυπηθήτε τα δισεκατομμύρια που πετά­τε εις την θάλασσαν και την φωτιάν, και δώσατε τα εις τους πτωχούς που πεινούν, εις τας χήρας και ορφανά, εις έργα φιλανθρωπίας και αγαθοεργίας. Η φωνή μου, η οποία εξέρχεται από τα βάθη της καρδίας μου με πόνον και θλήψιν και δάκρυα, ας εισέλθη εις τα ώτα υμών και ας γίνη ευπρόσδεκτος. 


Γνωρίζω, ότι και αι αμαρτίαι των ανθρώπων είναι πολλαί και διά τας αμαρτίας αυτών έρχεται η οργή του Θεού, ως λέγει ό Απόστ. Παύλος «διά ταύτα έρχεται η οργή του Θεού επί τους υιούς της απείθειας», και εάν δεν μετανοήσουν και επιστρέψουν προς τον Θεόν, εκ του οποίου απεμακρύνθησαν, θα απωλεσθούν ως λέγει ό Δαβίδ' «Οι μακρύνοντες εαυτούς από του Θεού απολούνται». Υμείς, ώ Άρχοντες, δείξατε πρώτοι το καλόν παρά­δειγμα. Μετανοήσατε και επιστρέψατε προς τον Θεόν εκ του οποίου απεμακρύνθητε και να είσθε βέβαιοι, ότι και οι λαοί θα σας μιμηθούν, «φύσει γαρ το αρχόμενον τοις άρχουσιν εξομοιούσθαι», είπε τις των σοφών. 


Εις υμάς τους Άρχοντας των Εθνών έγκειται να επιφέρητε την γαλήνην και ειρήνην, την χαράν και ευτυχίαν εις τα έθνη, και εις υμάς πάλιν έγκειται να επιφέρητε την διαμάχην, τον πόλεμον, την θλίψιν, την δυστυχίαν, τον όλεθρον και την καταστροφήν εις τα έθνη, και την αιώνιον κατάραν και το ανάθεμα εις εαυτούς. Προτι­μήσατε το πρώτον, την εκπλήρωσιν δηλαδή της εντολής του Θεού, της αγάπης, διά να φέρητε την ποθητήν ειρή­νην εις τον κόσμον και αφίσητε ούτω όνομα αξιομακάριστον εις πάσας τας γενεάς.



Μετά ψυχικής οδύνης

Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος



Έγράφη την 1η Απριλίου του 1940 υπό του Γέροντος Φιλόθε­ου Ζερβάκου, 
Ηγουμένου Ί. Μονής Λογγοβάρδας Πάρου.
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη. 
Πηγή: ''Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου''

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑΣ





''Ό πατήρ Σάββας μάλιστα,πήρε τό ραβδί του γιά νά πάει νά τούς διώξει.
Ανοίγοντας τό παράθυρό, τρείς ή ώρα τήν νύκτα, άκουσε φωνές στό σκοτάδι πού έλεγαν δυνατά στο νέο,
"Έλα δώ, πού πάς νά φύγεις! 
Είσαι δικός μας τώρα ..."
Αφού παύσανε αυτοί, ακούστηκαν άλλες φωνές απέναντι από τό μέρος τών τραγουδιών 
...«Βρέ, ελάτε εδώ, μή φοβάστε, τόν πήραμε εμείς!"
Ο πατήρ Σάββας έντρομος τότε,
 από τίς φωνές τών δαιμόνων, πού τραβούσαν μαζί τους τήν ψυχή τού βλασφήμου, άρχισε νά προσεύχεται στόν Χριστό καί στήν Παναγία ζητώντας βοήθεια.''


 Κατά τό έτος 1924,

είς τήν αρχή τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής, καθήμενος είς τό κελλίον μου καί μελετών, άκουσα γοερές κραυγές. 

Σκύβοντας από τό παράθυρό μου,είδα στό προαύλιο τής Μονής ένα νέο

 φορτωμένο επάνω σ ένα γαϊδουράκι.

Τόν βάσταζαν δύο άνθρωποι, οί οποίοι αφού τόν κατέβασαν από τό υποζύγιο, 

κρατώντας τον από τά χέρια τόν οδήγησαν πρός τόν ιερόν ναόν τής Μονής. 

Κατέβηκα κι εγώ στήν εκκλησία,

 γιά νά πληροφορηθώ τί συμβαίνει.

Είδα τό παιδί αυτό, πεσμένο στήν πόρτα τού ναού, εντελώς παραμορφωμένο στό πρόσωπο.

Όλο του τό σώμα, χέρια πόδια, στόμα, μύτη, είχαν στρεβλωθεί, σέ μία αλλόκοτη, τερατώδη,

 καί δαιμονική έκφραση.

Είδα ότι ήταν καί τυφλός ...

Αυτοί πού τόν συνόδευαν μπήκαν μέσα καί προσκύνησαν τίς εικόνες.

Ήταν, όπως έμαθα, ό πατέρας του καί ένας εξάδελφός του.

Ξαφνικά βλέπω αυτόν τόν νεαρό, νά σέρνεται σάν φίδι μέσα στήν Εκκλησία, 

καί αφού έφθασε στήν μέση γονατιστός, στάθηκε μπροστά στίς άγιες εικόνες 

καί άρχισε νά βλαστημάει τόν Χριστό...

Τόν πλησίασα αγανακτισμένος γιά τήν ασέβειά του καί χαστουκίζοντάς τον δυνατά, 

τού είπα:

"Ασεβέστατε καί μέσα στήν εκκλησία τολμάς νά βλαστημάς τόν Θεό;!"



Μαζεύτηκε,καί είπε,"Κύριε ελέησον!"Ρώτησα τόν πατέρα του πώς τό έπαθε, καί μού είπε, ότι από μικρό παιδί βλαστημούσε ..."Χθές τό πρωϊ, μού είπε, τού φύγανε τά πρόβατα καί μπήκαν σέ ένα χωράφι σπαρμένο. Πήγε νά τά μαζέψει βλαστημώντας τουλάχιστον 10-15 φορές τήν Παναγία. Ενώ πλησίαζε στό χωράφι βλασφημώντας συνέχεια, έπεσε κάτω, τυφλώθηκε, καί μεταμορφώθηκε ή όψι του σε αυτή τήν τερατώδη κατάσταση. Τόν φέραμε στή Μονή, νά τού κάνετε αγιασμό, παρακλήσεις, καί ότι άλλο χρειάζεται ... "Τού κάναμε πράγματι όλα αυτά, τού διαβάσαμε καί εξορκισμούς, αλλά αυτό ό βέβηλος δέν σταμάτησε νά βλαστημάει. Μετά από λίγες μέρες μέ φώναξε ό υπηρέτης τής Μονής πού βοηθούσε τόν νεαρό καί τόν τάϊζε καί μού είπε,- . Ελα να τον ίδης πάσχοντα,του κόπηκε η γλώσσα και δεν μπορεί ούτε να πιεί νερο ... "Πήγα, καί έφριξα μέ ότι είδα. Ή γλώσσα του, αυτή πού συνεχώς βλαστημούσε, ήταν κομμένη καί ξεριζωμένη, σφηνωμένη εντελώς στόν λάρυγγα.Τήν άλλη μέρα, διηγείται ό π. Φιλόθεος Ζερβάκος, έφυγα γιά νά πάω στήν Νάξο. Όταν γύρισα, ρώτησα σχετικά τούς πατέρες καί μού είπαν. "Πέθανε εδώ καί δυό μέρες. Ό πατέρας του είχε πάει στό χωριό γιά νά φέρει καθαρά ρούχα γιά τήν ταφή, καί ο υπηρέτης είχε πάει σπίτι του. Τήν νύκτα τού θανάτου του, ακούγαμε στό μοναστήρι χορούς, φασαρίες, καί τραγούδια ...Ξυπνήσαμε όλοι, νομίζοντας ότι τραγουδούσαν καί χόρευαν οί υπηρέτες τής Μονής. Ό πατήρ Σάββας μάλιστα, πήρε τό ραβδί του γιά νά πάει νά τούς διώξει. Ανοίγοντας τό παράθυρό, τρείς ή ώρα τήν νύκτα, άκουσε φωνές στό σκοτάδι πού έλεγαν δυνατά στο νέο,"Έλα δώ, πού πάς νά φύγεις! Είσαι δικός μας τώρα ..."Αφού παύσανε αυτοί, ακούστηκαν άλλες φωνές απέναντι από τό μέρος τών τραγουδιών ...«Βρέ, ελάτε εδώ, μή φοβάστε, τόν πήραμε εμείς!"Ο πατήρ Σάββας έντρομος τότε, από τίς φωνές τών δαιμόνων, πού τραβούσαν μαζί τους τήν ψυχή τού βλασφήμου, άρχισε νά προσεύχεται στόν Χριστό καί στήν Παναγία ζητώντας βοήθεια.Πράγματι σταμάτησαν οί φωνές καί οί δαίμονες έγιναν άφαντοι. Όταν μετά από λίγο κατέβηκε καί πήγε στό δωμάτιο τού παιδιού, τό βρήκε πεθαμένο καί ριγμένο μέ δύναμι, έξω από τό σπίτι ...Φόβος καί τρόμος μάς κατέλαβε όλους, γράφει ό πατήρ Φιλόθεος.Καί συνεχίζει ..."Τί φαντάζεσθε εσείς οί βλάσφημοι; Επειδή βλέπετε ότι ό Θεός αργεί νά σάς παιδεύσει, νομίζετε ότι θά αποφύγετε καί τήν τιμωρία;Εάν νομίζετε ότι ό Θεός δέν σάς βλέπει, δέν σάς ακούει, καί γιαυτό δέν σάς τιμωρεί τήν ώρα πού τόν βλαστημάτε, πλανάσθε ταλαίπωροι.Εάν τήν ευσπλαχνία καί μακροθυμία τού Θεού πού από αγάπη σάς κάνει γιά νά μή κολασθείτε αιώνια, τήν θεωρείτε αδυναμία, τότε αληθινά αλλοίμονό σας ...Συνεχίζει ό π.Φιλόθεος."Γύρω στά 1921 μετέβαινα ατμοπλοϊκώς στόν Βόλο, πρός επίσκεψη πνευματικών μου αδελφών. Μεταξύ τών επιβατών ήταν καί δυό ομογενείς από τήν Αμερική πού γύριζαν στήν πατρίδα τους. Ο νεώτερος ήταν Κεφαλονίτης καί ό μεγαλύτερος καταγόταν από κάποιο χωριό τού Πηλίου. Τό βράδυ, στό σαλόνι τού πλοίου πιάσαμε συζήτηση μαζί μέ άλλους επιβάτες καί τούς μίλησα ανάμεσα στά άλλα καί γιά τήν μεγάλη αμαρτία τής βλασφημίας τού Χριστού, τής Παναγίας, καί τών Αγίων. Οί περισσότεροι άκουγαν μέ ευλάβεια καί ενδιαφέρον αυτά πού τούς έλεγα. Δυό- τρείς όμως από τούς ακροατές δυσανασχέτησαν καί άρχισαν νά λένε, ότι όσα τούς λέω είναι γιά νά τούς φοβίσω γιά νά μή βλαστημάνε, καί καλά βέβαια κάνω πού τά λέω αυτά, αλλά είμαι υπερβολικός καί δέν λέω αλήθεια. Τότε σηκώθηκε όρθιος ό νεαρός Κεφαλονίτης καί μέ θάρρος τούς είπε."Θά σάς διηγηθώ ένα περιστατικό πού τό είδα μέ τά μάτια μου, καί άν θέλετε πιστέψτε το. Εδώ καί τρείς μήνες πού ήμουν στήν Αμερική, παραμονή τού Αγίου Βασιλείου, βρισκόμουν μέ άλλους ομογενείς καί παίζαμε χαρτιά γιά τό καλό τού χρόνου πού λέμε, σ ένα ελληνικό καφενείο.Ένας συμπατριώτης μου καί πολύ γνωστός μου, κιαυτός από τήν Κεφαλονιά, επειδή συνεχώς έχανε στά χαρτιά, άρχισε νά βλαστημάει τόν Θεό, τήν Παναγία, τά καντήλια, τόν Χριστό, τούς Αγίους, κλπ. Δέν είχε αφήσει τίποτα όρθιο ...Στίς παρατηρήσεις πού τού κάναμε, καί εγώ καί άλλοι συμπαίκτες του, αυτός βλαστημούσε περισσότερο. Τελευταία, αφού έχασε όλα τά λεφτά του, σηκώθηκε από τό τραπέζι καί άρχισε νά βλαστημάει τόν Άγιο Γεράσιμο. Τρείς ώρες βλαστημούσε τά θεία, στό τέλος βλαστημούσε καί τόν Άγιο Γεράσιμο καί μάλιστα μούντζωνε καί τόν ουρανό, σάν νά τόν έβλεπε, μέ χυδαίες εκφράσεις ... Τήν στιγμή όμως κατά τήν οποία ύψωσε πάλι τά χέρια του μουντζώνοντας πρός τά πάνω, τά χέρια του παρέλυσαν πέφτοντας άψυχα κάτω, καί τά μάτια του σάν κάποιος νά τά έβγαλε τινάχτηκαν καί κύλησαν πάνω στό τραπέζι πού χαρτοπαίζαμε!Φόβος καί τρόμος μάς κατέλαβε μέσα στό καφενείο ...Ό βλάσφημος κλαίγοντας καί θρηνώντας γιά τό ελεεινό πιά κατάντημά του, άρχισε νά παρακαλεί τόν Χριστό, τήν Παναγία, καί τόν Άγιο Γεράσιμο, νά τόν συγχωρήσουν καί νά τού δώσουν τό φώς του. Δυστυχώς, συμπλήρωσε ό νεαρός Κεφαλλονίτης, μέχρι τήν ημέρα πού έφυγα από τήν Αμερική, γύριζε τυφλός καί κουλός, ζητιανεύοντας από τούς άλλους ομογενείς γιά νά ζήσει ...Τόν Δεκέμβριο τού 1924, λίγο πρίν τά Χριστούγεννα, ήλθε στό μοναστήρι μας μία γυναίκα από τήν Νάουσα τής Πάρου γιά εξομολόγηση, καί ανάμεσα στά άλλα μού είπε, γράφει ό π. Φιλόθεος."Πρέπει νά σάς κάνω γνωστό, σάν Πνευματικός μου Πατέρας πού είστε, μία μεγάλη συμφορά πού έχει συμβεί στό σπίτι μου.Ό άνδρας μου ήταν πολύ βλάσφημος. Βλασφημούσε εμένα, τά παιδιά, τά ζώα μας, μέ τήν πιό μικρή αφορμή, καί κανέναν δέν άκουγε. Εδώ καί 15 μέρες κατεβαίνοντας τήν νύκτα ό άνδρας μου κάτω στόν στάβλο γιά νά δώση τροφή στά ζώα προσπάθησε νά ξεχωρίσει δυό μοσχάρια πού μάλωναν. Αυτός, αντί νά κτυπήσει ή νά τραβήξει καί νά δέσει αλλού τό ένα μοσχάρι, άρχισε μέ δυνατές φωνές νά βλαστημάει Χριστούς καί Παναγίες ...



Τήν στιγμή ακριβώς πού βλαστημούσε, ένα βόδι τού στάβλου, τό πιό ήσυχο από άλλες φορές,

 ενώ έτρωγε, αφήνει τήν τροφή του καί σάν νά ήταν λογικό όρμησε εναντίον του τόν κτύπησε μέ τά κέρατά του,

 καί αφού τόν έριξε ανάσκελα, γονάτισε επάνω του κτυπώντας τον στό κεφάλι.

 Προσπαθούσε μέ τά κέρατα νά τόν τρυπήσει στό στόμα ή νά τού βγάλει τά μάτια ...

Τρέξαμε κάτω στίς πρώτες φωνές του, "βοήθεια, με εσκότωσε!" , 

Μαζί μέ τά παιδιά μου,

 φωνάξαμε καί γείτονες, καί όλοι μαζί 7-8 άνδρες δυνατοί δέν μπορούσαμε 

νά τραβήξουμε τό βόδι από πάνω του.

Μέ τά πολλά, καί αφού τό πιάσαμε από τά τέσσερα πόδια τραβώντας το, βάλαμε τόν άνδρα μου

 σέ μιά κουβέρτα καί πήγαμε νά τόν βγάλουμε από τόν στάβλο. 

 Τό βόδι, όρμησε πάλι πάνω στό σώμα μέ τήν κουβέρτα, όχι στούς άλλους, 

σάν να είχε λογική τιμωρίας γιά τόν βλάσφημο, καί τόν κυνήγησε ώς τά πρώτα σκαλοπάτια τού ανωγείου,

 μή μπορώντας νά ανέβει επάνω. 

 Στεκόταν μάλιστα στήν βάση τής σκάλας, 

κοιτάζοντας πρός τόν άνδρα μου αγριεμένο, κουνώντας τό κεφάλι του καί ξεφυσώντας ...

Μετά 3 μήνες, διηγείται ό π. Φιλόθεος, στό τέλος τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής, 

ήλθε πάλι η γυναίκα αυτή στό μοναστήρι γιά νά εξομολογηθεί.

Φορούσε μαύρα καί μού είπε ότι ό άνδρας της είχε πεθάνει αφού είχε βασανιστεί πολύ από τούς πόνους 

μιά καί τό βόδι τού είχε σπάσει τήν σπονδυλική στήλη. 

 Τόν είχαν στηρίξει μάλιστα μέ μαξιλάρια καί τόν τάϊζαν μέ τό κουταλάκι.

 Είχε πληρώσει δυστυχώς, τά επίχειρα τής βλασφημίας του ...


Αποσπάσματα από τό βιβλίο
 "Πόλεμος κατά τής βλασφημίας'' 
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»
τού αείμνηστου Γέροντος,
πατρός Φιλοθέου Ζερβάκου
Πηγή: ''Έκτακτο Παράρτημα''
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


 Μακαριστός Γέρων π. Φιλόθεος Ζερβάκος


Σάββατο 31 Μαΐου 2014

ΙΕΡΕΙΣ ΗΘΕΤΗΣΑΝ ΚΑΙ ΕΒΕΒΗΛΩΣΑΝ ΤΑ ΑΓΙΑ ΜΟΥ


 


Υπάρχουν πολλά κείμενα τοῦ ὁσίου Φιλοθέου πού ἀναφέρονται στίς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Προτεσταντισμοῦ
 καί σε ἄλλες, στίς προσπάθειες τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα γιά ἕνωση τῶν «ἐκκλησιῶν» καί στους θεολογικούς διαλόγους μέ τούς αἱρετικούς.
 Οἱ γνῶμες του ἀποκτοῦν ἐνισχυμένη ἐπικαιρότητα γιατί ἔχει ἤδη ἐξαγγελθῆ καί θά πραγματοποιηθεῖ στά Ἱεροσόλυμα
 στίς 25 Μαΐου συνάντηση τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου μέ τόν πάπα Φραγκίσκο, ἐπί τῇ ἐπετείῳ τῶν πενήντα ἐτῶν 
ἀπό τήν συνάντηση τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα μέ τόν πάπα Παῦλο Στ´ τόν Ἰανουάριο τοῦ 1964.Ἡ συνάντηση 
ἐκείνη ἐπικρίθηκε δικαιολογημένα ἀπό τόν τότε ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χρυσόστομο Β´ Χατζησταύρου,
 τόν ἀπό Φιλίππων, 
πολλούς ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τό Ἅγιον Ὄρος, καί ἀπό τόν Γέροντα Φιλόθεο. 
Καί ἐνῶ σήμερα 
τά φιλοπαπικά καί οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα, μετά ἀπό πενήντα χρόνια, εἶναι ἀσυγκρίτως χειρότερα, λόγῳ τῆς οἰκουμενιστικῆς διαβρώσεως 
καί ἀλλοτριώσεως δέν ἀναμένονται δυστυχῶς ἀνάλογες ἀντιδράσεις.Ἐμεῖς ὅμως ἄς ἀκούσουμε τίς φωνές τῶν παλαιῶν, 
πού ἐκφράζουν τήν διαχρονική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καί τό φρόνημα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, 
ἄς δοῦμε τί λέγει γιά τά θέματα αὐτά ὁ ὅσιος Φιλόθεος.


Τό συνοπτικώτερο καί περιληπτικώτερο ὅλων εἶναι ἕνα γράμμα πού ἔστειλε ὁ ὅσιος Φιλόθεος πρός τόν πατριάρχη Ἀθηναγόρα, στό ὁποῖο τοῦ ἐπισημαίνει τούς κινδύνους ἀπό τίς ἀντικανονικές καί ἀντιπαραδοσιακές του πρωτοβουλίες γιά τήν ἕνωση τῶν «ἐκκλησιῶν».Τό κείμενο ἐγράφη μετά τή συνάντηση πατριάρχου καί πάπα στά Ἱεροσόλυμα τόν Ἰανουάριο τοῦ 1964. Ἐπισημαίνει κατ᾽ ἀρχήν ὅτι εἶχε σκοπό να γράψει ἐνωρίτερα ≪ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἐσπευσμένων καί ἀδιστάκτων ἐνεργειῶν≫ τοῦ Ἀθηναγόρα γιά τήν ἕνωση ≪τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας μετά τῆς κακοδόξου Παπικῆς≫. Δείχνει ἀπό τήν ἀρχή ποια εἶναι ἡ γνώμη του γιά τήν Ρώμη, την ἐκκλησία τὴν ὁποίαν ὀνομάζει «παπική» καί «κακό δοξη», δηλαδή αἱρετική, ὅπως τό λέγει σαφέστερα και αὐστηρότερα στή συνέχεια καί σε ἄλλα κείμενα. Ἀνέβαλε νά γράψει, διότι ἤδη εἶχαν γράψει ἐπιφανεῖς ἱεράρχες, ἐκλεκτοί κληρικοί, εὐσεβέστατοι καθηγηταί, ἐνάρετοι μοναχοί και λαϊκοί, λόγιοι καί διανοούμενοι ἐναντίον τῆς ≪βεβιασμένῳ τῷ τρόπῳ καί δουλι κῷ ψευδοενώσεως≫. Οἱ ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τῶν Ἑλλήνων, κληρικῶν καί λαϊκῶν, ἐθνικές συμφορές ἔπρεπε νά συνετίσουν τόν πατριάρχη καί, ἀντί να προωθεῖ τήν παράτολμη καί ψυχοβλαβέστατη ἀπόφασή του γιά ἕνωση μέ τόν πάπα, ἔπρεπε νά προσπαθήσει νά ἑνώσει προηγουμένως τά διεστῶτα μέσα στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, νά ἐπαναφέρει τήν ἑνότητα στήν Ἐκκλησία μας, μετά ἀπό τό σχίσμα καί τήν διαίρεση πού προκάλεσε ≪ἡ ἀπρομελέτητος, ἄσκοπος, ἄκαιρος καί διαβολική καινοτομία, ἤτοι ἡ εἰσαγωγή τοῦ Γρηγοριανοῦ (Παπικοῦ) ἡμερολογίου ὑπό τοῦ μασώνου προκατόχου σας Μελετίου Μεταξά κη, παρασύραντος τον τότε Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν Χρυσόστομον Παπαδόπουλον≫. Πρίν ἀπ᾽ ὅλα ὅμως καί πάνω ἀπ᾽ ὅλα ὁ ὕπατος τῆς Ὀρθοδοξίας πατριάρχης ἔπρεπε νά κηρύξει μετάνοια σέ ὁλόκληρη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία και στόν ἁμαρτωλό ἑλληνικό λαό, να δώσει τό σύνθημα τῆς ἐπιστροφῆς στόν Παντοκράτορα Κύριο, νά ἐπιδιώξει τήν φιλία καί τήν ἕνωση με τόν φιλοστοργότατο οὐράνιο Πατέρα, διότι ἡ καταφρόνηση τῶν θείων Του ἐντολῶν, ἡ ἀνυπακοή καί ἡ ἀγνωμοσύνη ὁδηγοῦν στά σχίσματα καί στίς διαιρέσεις. Αντί αὐτῶν τῶν θεαρέστων ἐνεργειῶν ὁ πατριάρχης ἐνισχύει το σχίσμα καί τήν διαίρεση στην Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, μέ τό να σπεύδει ≪γοργῷ τῷ βήματι καί δουλικῷ τῷ φρονήματι≫ νά πραγματοποιήσει τήν ἀρχική του ὕποπτη ἀπόφαση γιά ψευδοένωση μέ τόν ψευδοαλάθητο πάπα, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ ὡς πεπλανημένους νά ἐπιστρέψουμε στήν παπική μάνδρα. Ἐπειδή, λοιπόν, ἐξετίμησε ὁ ὅσιος Φιλόθεος ὅτι τόν πατριάρχη δέν τον ἀπασχολεῖ νά ἐπιτύχει, πρίν ἀπό κάθε ἄλλη ἕνωση, τήν οὐσιαστική ἕνωση καί φιλία μέ τόν Τριαδικό Θεό και τήν ἐπαναφορά τῆς ἑνότητος στην Ὀρθόδοξη καί πολυπαθῆ Ἑλλαδική Ἐκκλησία, πού διαιρέθηκε λόγῳ τοῦ ἡμερολογίου, ἀναγκάσθηκε νά γράψει τό γράμμα φοβούμενος ὅτι θα ἁμαρτήσει, ἐάν σιωπήσει καί δεν ὁμολογήσει τήν ἀλήθεια. Καί ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἄφησε ὁ πατριάρχης τόν λύκο νά ἁρπάζει καί νά διασκορπίζει τά πρόβατα πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος, καί ἡ μόνη του φροντίδα εἶναι πῶς ≪παντί σθένει και τρόπῳ≫ θά ἐπιτύχει τήν ἕνωση και τήν ὑποταγή καί τοῦ ἰδίου καί τοῦ ποιμνίου στόν πάπα. Τό ποίμνιο, ὅμως εἶναι λογικό καί δέν θά ἀκούσει πλέον τήν ἀλλότρια φωνή του, θά τόν ἀκολουθήσουν μόνον τά ἐκτός τῆς αὐλῆς τοῦ Χριστοῦ πρόβατα, ≪τά ἐκ τῆς παπικῆς καί λουθηροκαλβινικῆς μάνδρας, τά ἑτεροδόξως καί κακοδόξως φρονοῦντα≫.Ἐκεῖ λοιπόν συμπερασματικά διαπιστώνει ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ὅτι ≪ἐν ὅσῳ τά κύρια αἴτια τοῦ χωρισμοῦ μένωσι τά αὐτά, αἱ δέ Ἐκκλησίαι ἀνέχονται τά ἑαυτῶν, ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος· ἵνα θεμελιωθῆ αὕτη, πρέπει να στηρίζεται ἐπί τῶν αὐτῶν ἀρχῶν, ἄλλως πᾶς πόνος μάταιος≫. Η Ένωση εἶναι καλόν νά γίνει, ἀλλά νά γίνει ὅπως τήν θέλει ὁ Χριστός, κατά Χριστόν, μακρυά ἀπό κάθε κοσμική σκοπιμότητα καί κάθε συμβιβασμό. Δέν ὠφελεῖ ἁπλῶς μία ἐξωτερική ἕνωση, ὅπως ἐπιδιώχθηκε πολλές φορές καί ἀπέτυχε. Ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῶν ἑνωτικῶν προσπαθειῶν ἀπό τό 1054 μέχρι σήμερα δείχνει ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ ὑποταγή τῶν Ὀρθοδόξων στόν πάπα. Ἐπί δέκα αἰῶνες κάνουμε θεολογικό διάλογο μαζί τους, καί τά ἀποτελέσματα τῶν διαλόγων δέν εἶναι ἁπλῶς μηδαμινά, ἀλλά καί ἀντίθετα προς ὅσα περιμέναμε. Ὑπάρχει ἄλλωστε τό λυπηρό γεγονός, πού μᾶς καθιστᾶ διστακτικούς, ἡ ὕπαρξη καί ἡ ἐνίσχυση ἀπό τούς πάπες τῆς προβατόσχημης, ἁρπακτικῆς καί ἄγριας λύκαινας, τῆς Οὐνίας, ἡ ὁποία δηλητηριάζει τίς σχέσεις μεταξύ τῶν δύο πλευρῶν. Πρίν ἀπό κάθε ἑνωτική προσπάθεια ἔπρεπε ὁ πατριάρχης να θέσει δύο ὅρους γιά τήν ἔναρξη τῶν συζητήσεων· τήν ἄμεση διάλυση τῆς Οὐνίας καί τήν ὑποχρέωση τοῦ πάπα νά ἐγκαταλείψει τό πρωτεῖο καί νά δεχθεῖ ὅτι εἶναι ἰσότιμος με τούς ἄλλους πατριάρχες καί ἔτσι να συμπεριφέρεται καί στίς συναντήσεις καί ὄχι ὡς με γαλόψυχος πατέρας πού δέχεται τούς ἀσώτους υἱούς στήν ἀγκαλιά τῆς Ρώμης.Δέν ὑπάρχει ἀληθινός Χριστιανός πού μένει ἀσυγκίνητος μπροστά στήν χριστοπόθητη εὐχή τῆς ἑνώσεως, ≪ἀρκεῖ ὑπό τό γλυκύτατον ὄνομα αὐτῆς νά μή ὑποκρύπτεται δόλος καί ἐπονείδιστος ὑποδούλωσις≫.Ὁ Θεός ἔθεσε τήν Ἐκκλησία μέσα στόν κόσμο, καί ὁ Σατανᾶς προσπαθεῖ νά θέσει τόν κόσμο μέσα στην Ἐκκλησία. Μέ τήν ἀντικανονική και πρωτότυπη συνάντησή του μέ τον πάπα στά Ἱεροσόλυμα ὁ πατριάρχης δέν πέτυχε ἀπολύτως τίποτε.Ἀντίθετα ἐνίσχυσε ἐν πρώτοις τήν λατινική θέση ὅτι ἐμεῖς οἱ «σχισματικοί» προστρέχουμε νά ἑνωθοῦμε μέ τον πάπα καί δεύτερον μέ τούς θεαματικούς, ἐξεζητημένους ἀσπασμούς,τούς γλοιώδεις ἐναγκαλισμούς και τήν ἐναντίον τῶν ἱερῶν κανόνων ἀνταλλαγή δώρων ἔγινε πολύ πιο μεγάλος ὁ κίνδυνος, διότι στήν ψυχή τῶν πιστῶν ἀμβλύνεται ἡ συνείδηση ὅτι οἱ Παπικοί εἶναι αἱρετικοί. Ὁ διάλογος, οἱ συμπροσευχές, οἱ δωροληψίες, οἱ ἐλευθεριάζουσες καινοτομίες εἶναι ἀσυγχώρητες, διότι νοθεύουν καί ἀλλοιώνουν τά παραδεδεγμένα ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί τούς Ἁγίους Πατέρες, ἀπό Οἰκουμενικές καί Τοπικές Συνόδους.

Ὅταν τούς κολακεύει ὁ πατριάρχης, τούς βλάπτει, διότι ὅπως ἤδη διεπίστωσε ὁ Μ. Βασίλειος ≪θεραπευόμενα 
τά ὑπερήφανα ἤθη αὐτῶν ὑπεροπτικώτερα γίνεσθαι πέφυκε≫ καί ≪ἐάν ἐπιμείνῃ ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ποία βοήθεια ἡμῖν ἐκ τῆς δυτικῆς ὀφρύος;≫.
Τελειώνει τήν ἐπιστολή του αὐτή πρός τόν Ἀθηναγόρα ὁ ὅσιος Φιλόθεος γράφοντας ὅτι τό πρωταρχικό κύριο μέλημά μας
 πρέπει νά εἶναι τό πῶς θά ἐξιλεώσουμε τόν παροργισμένο γιά τίς ἁμαρτίες μας Κύριο καί θά τον καταστήσουμε εὐμενῆ καί εὐδιάλλακτο.
 Κορυφώνοντας δέ τήν παρρησία καί τήν ὁμολογητική του διάθεση,ὅπως ἔπραξε σέ ἀνάλογης σημασίας ἐπιστολή
 του πρός τόν Ἀθηναγόρα καί ὁ γέροντας Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, γράφει τά ἑξῆς ἀποκαλυπτικά ἐπι καλούμενος
 καί την Ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου:
 ≪Ὁμολογουμένως φοβοῦμαι πώς διά τό ἀτυχές Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἀλλά καί δι᾽ ἄλλας περιπτώσεις, 
ἐπαναλαμβάνεται το Γραφικόν “οἱ ἱερεῖς ἠθέτησαν νόμον μου καί ἐβεβήλωσαν τά ἅγιά μου.Ἀναμέσον ἁγίου καί βεβήλου οὐ διέστειλαν”.
 Βλέπω δέ μέ τούς νοερούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς μου καί ἀκούωμέ τά ὦτα τῆς καρδίας μου –φοβερόν καί νά τό εἴπω!
- τόν ἄγγελον τῆς Ἀποκαλύψεως νά λέγη εἰς τόν πρῶτον τῆς Ὀρθοδοξίας: “Μνημόνευε πόθεν πέπτωκας καί μετανόησον... 
εἰ δέ μη ἔρχομαί σοι ταχύ καί κινήσω τήν λυχνίαν σου ἐκ τοῦ τόπου αὐτῆς, ἐάν μη μετανοήσης” (Ἀποκ. 2, 5). 
Ὁποία ἔκπτωσις! 
Ὁποία συμφορά≫. 


Πηγή: ''Θρησκευτικά''


Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης


Print Friendly and PDF