ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ ΞΕΝΟΦΩΤΕΙΝΟΣ Α' ΜΕΡΟΣ




Πατρίδα του αειμνήστου π. Αρτεμίου ήταν τα Δολιανά Ιωαννίνων.

Οι γονείς του Αθανάσιος και Κωνσταντίνα Ξούγγου, απέκτησαν τρία παιδιά 

μεταξύ των οποίων τον Αναστάσιο και μετέπειτα π. Αρτέμιο. 

Οι δυσκολίες της αγροτικής ζωής της οικογένειάς του κάτω από τον Τούρκικο ζυγό, 

δεν του επέτρεψαν να πάρει περισσότερες από του -τότε του Σχολαρχείου- τις γνώσεις. 

Έπρεπε να εργασθεί λοιπόν για να προσφέρει στα προς το ζην'', 

να μετριάσει κάπως το βαρύ φορτίο των γονέων του. 

Το εφηβικό, όμως μυαλό του, αναζήτησε κάποιο τρόπο για να κερδίζει τα απαραίτητα, 

μακρυά από τις πολύ κοπιαστικές και με ελάχιστη απόδοση αγροτικές ασχολίες. 

Αποφάσισε λοιπόν, παρακινούμενος ίσως, να ξενιτευθεί για ένα διάστημα στην Αίγυπτο, 

πιστεύοντας ότι εκεί θα επιτύχει κάτι καλύτερο απ' ό,τι στο χωριό του. 

Η βουλή όμως του Θεού, που ενεργεί  χωριστά για κάθε έναν μας, 

δεν του επέτρεψε να πραγματοποιήσει τον σκοπό του. 


Και ενώ βρισκόταν σε ένα καφενεδάκι, σε μια γωνιά της Αθήνας, του αιχμαλωτίζει την ψυχή με την αγάπη προς το Πανάγιό Του Πρόσωπο. Και να, πως συνέβη αυτό: Είχε έλθει στην Αθήνα για να κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες για το ταξίδι του στην Αίγυπτο. Κουρασμένος πολύ, κάποια ημέρα, κάθισε σ' ένα καφενείο για να συγκεντρωθεί. Σε λίγο, στο διπλανό τραπέζι βλέπει να κάθονται ένας μοναχός με δύο λαικούς, που φαίνοντο να συζητούν κάποιο σοβαρό τους ζήτημα. Χωρίς να το θέλει, τ' αυτί του πήρε λίγες λέξεις του μοναχού. Τον εντυπωσίασαν πολύ και μετά προσηλώθηκε στην συζήτηση. Ο μοναχός με παραδείγματα συμβούλευε τους άλλους δύο. Μεταξύ δε των άλλων, τους ανέφερε και το περιστατικό με την Αγία Μεγαλομάρτυρα Θέκλα και τους διώκτες της. 


Ότι δηλαδή, κάποτε στη σπηλιά που ασκήτευσε η Μεγαλομάρτυς Θέκλα, την επισκέφθηκαν νύχτα, νεαροί ειδωλολάτρες με κακό σκοπό. Ο Θεός όμως δεν επέτρεψε να γίνει το θέλημά τους και αοράτως τους ακινητοποίησε έξω από την σπηλιά της Αγίας. Έμειναν όλη την νύχτα έτσι και το πρωί, σαν αντίκρυσαν την Αγία να βγαίνει από το ασκητήριό της, μετανοημένοι της εξομολογήθηκαν την αμαρτία τους και ζήτησαν συγχώρεση. Η Αγία τους νουθέτησε και τους έλυσε από το αόρατο εκείνο δέσιμο. Όλο αυτό το θαυμαστό γεγονός εντυπωσίασε ιδιαίτερα τον νεαρό Αναστάσιο, που με απορία και θαυμασμό είπε στον εαυτό του: ''Ώστε τόση μεγάλη χάρη και δύναμη λαμβάνουν οι Άγιοι από τον Θεό!'' Χωρίς πολύ να σκεφθεί τότε, κάνει την μεγάλη εκείνη στροφή της ζωής του. Αντί προς τον νότο (Αίγυπτο), παίρνει τον δρόμο προς τον βορρά. 


Φεύγει για το Άγιον Όρος. Καταστάλαξε στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος, όπου έζησε ως μοναχός επί τριάντα ολόκληρα χρόνια. Για τα τριάντα όμως χρόνια, της εκεί καλογερικής ζωής του δεν μιλούσε συχνά ο π. Αρτέμιος. Γνωστό είναι μόνο, ότι υπετάχθη σε γέροντα που τον δοκίμαζε πολύ σκληρά. Στις αρχές της υποταγής του, τον έστειλε να κόψει πουρνάρια για τον φούρνο. Ο υποτακτικός, παιδί ακόμη, για να μην τρυπήσει τα χέρια του, προσπαθούσε να πιάσει από χαμηλά και πολύ προσεκτικά το πουρνάρι, οπότε ο γέροντας του έπιασε τα τρυφερά του χέρια και τα ακούμπησε στο άγριο και αγκαθωτό θάμνο. Και οι παλάμες του μάτωσαν! 


Επίσης γνωστό είναι, ότι μετά την εφαρμογή του νέου ημερολογίου στην Ελλάδα, ο γέροντας εγκατέλειψε την Μονή της Μετανοίας του, διότι παρ' όλο που κι' αυτή ακολουθούσε το παλαιό ημερολόγιο, δεν έπαυσε το μνημόσυνο του καινοτόμο Πατριάρχου. Πήγε τότε σε μια καλύβα της σκήτης, όπου παρέμεινε μέχρι, που βγήκε στον αγώνα. Μόνο το ημερολογιακό σχίσμα, δηλαδή, ήταν εκείνο που τον απέσπασε από το Άγιον Όρος το 1927 και αρχίζει την δράση του σε διάφορες γωνιές της Ελλάδος. Είναι μερικές περιοχές, όπως η Τήνος, η Πάτρα, τα Βάτικα, η Βόνιτσα και η Αμφιάλη Πειραιώς, που έχουν ζήσει πιο έντονα τους θαρραλέους αγώνες του. Τον Μάιο του 1934 βρίσκεται στην Τήνο. Γεμάτος θείο ζήλο και θάρρος Χριστού αναζητά κατάλληλο τόπο για να κηρύξει... Και βρίσκει την κεντρική πλατεία του ναού της Παναγίας της Τήνου. 


Και μιλάει εκεί, γιατι άλλο, παρά για το ημερολογιακό σχίσμα, που τόσο τον έκαιγε. Ενημερώνει τους συγκεντρωμένους, καταδικάζει τους υπαίτιους... και λαμβάνει δύο κλήσεις από το αστυνομικό τμήμα. Τον καλούν να παρουσιασθεί στον Αρχιερατικό Επίτροπο, για να δώσει λόγο σχετικά με τις ενέργειές του: ''Προσηλύτιζε στο Παλαιό Ημερολόγιο'' πρώτον, και δεύτερον και σοβαρότερον λειτουργούσε χωρίς την άδεια του νεοημερολογίτη Αρχιερέως. Ο π. Αρτέμιος αδιαφορεί για τις κλήσεις και ''εις απάντησιν'' εκτοξεύει από το βήμα του ιερού ναού ''πύρινο λόγο'' κατά των καινοτόμων. Στον αστυνόμο παρουσιάζεται, όταν μετά από λίγες μέρες, παίρνει βάσιμες πληροφορίες ότι κινδυνεύει η ζωή του, αν δεν εγκαταλείψει αμέσως το νησί. Ο αστυνόμος, που ήταν καλά ενημερωμένος για την περίπτωσή του, του υπέδειξε να φύγει από το νησί, διότι διαφορετικά δεν θα μπορούσε, να του εγγυηθεί για τίποτε. Και του έλεγε αλήθεια, διότι δεν πέρασαν πολλές ημέρες, Ιούνιος μήνας ήταν, και τα όργανα των σχισματικών έβαλαν έξω από το δωμάτιό του δυναμίτες. Θέλησαν έτσι να ησυχάσουν μια για πάντα από τον π. Αρτέμιο. 


Ο Θεός όμως δεν τον άφησε να χαθεί. Τον έσωσε με θαύμα Του, διότι τον είχε προορίσει και για άλλους αγώνες. Η αστυνομία μετά την απόπειρα αυτή κατά του π. Αρτεμίου έσπευσε να λάβει τα ''δέοντα'' μέτρα της. Αντί να ερευνήσει για τους δράστες, σφραγίζει τον ναό και διατάζει την απομάκρυνση του Ιερέως από το νησί. Όλα αυτά, μας τα περιγράφει εύγλωττα και το τηλεγράφημα, που ο π. Αρτέμιος έστειλε τότε από την Τήνο προς ένα πνευματικοπαίδι του στον Πειραιά: Κύριον Σωφρόνιον Αργυρόν οδός... αριθμ. 18 Παλαιά Κοκκινιά, Πειραιεύς. ''Κακοποιά στοιχεία μεσάνυχτα έρριψαν βόμβας δυναμίτιδος έμπροσθεν δωματίου μου. Θαύματι εσώθην. Διαταγή Χωροφυλακής Κυκλάδων προτροπή Μητροπολίτου αστυνομία έκλεισε Εκκλησία Ορθοδόξων. 


Είμαι υπό απέλασιν. Ενταύθα επικρατεί αναβρασμός. Γνωστοποιήσατε αρμοδίους και πάντας Ορθοδόξους. + Ιερομόναχος Αρτέμιος.  Αναγκαστικά εγκαταλείπει τότε την Τήνο και έρχεται ανανεωμένος και έτοιμος για καινούρια δράση. Και η εντολή δίδεται: Η Πάτρα είχε ανάγκη από την παρουσία ενός δυναμικού Ιερέως. Εγκαθίσταται εκεί, όπου και εργάζεται υπεράνθρωπα. Λειτουργεί τακτικά στο εξωκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, εξομολογεί και νουθετεί πλήθος πιστών που έρχονται για να πάρουν την συμβουλή του. Και ποτέ δεν χάνει την ευκαιρία να ''πει δυο λόγια στους πιστούς'', που προς δόξαν Θεού, ημέρα με την ημέρα πολλαπλασιάζονται... Αυτή του η δημιουργική προσπάθεια στην Πάτρα δεν πέρασε απαρατήρητη από τον μεγάλο διώκτη των Γ.Ο.Χ Αρχιερατικό Επίτροπο Γερβάσιο Παρασκευόπουλο. 


Έτσι στις 24 Αυγούστου του 1934 κάλεσε τον π. Αρτέμιο να απολογηθεί. Του έγραψε συγκεκριμένα: ''... εξακολουθείς παρά τους θείους και ιερούς Κανόνες, τον Καταστατικόν νόμον και την ημετέραν εντολήν να παραμένεις ενταύθα, αλλά και να ιεροπραττείς εν τω εξωκκλησίω Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, αλλά και ταραχάς εμποιών και θορύβους επί αναστατώσει της εκκλησιαστικής τάξεως''. 


Την απάντηση στην πρόσκληση αυτή αναλαμβάνει να δώσει δια δικαστικού κλητήρος, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Παραρτήματος Πατρών Σ. Σπυρόπουλος, ο οποίος στην πεντασέλιδη εξώδικο μεταξύ των άλλων, του παρατηρεί αυστηρά: ''...δεν αναγνωρίζεται κανένα δικαίωμα τους νεοημερολογίτας να καλούν τον Ιερέα των Γ.Ο.Χ π. Αρτέμιον προς απολογίαν διότι ανήκει στην Ιερά Κοινότητα των Γ.Ο.Χ και ουδέν άλλο πράττει, ει μη τα καθήκοντά του ως Ιερεύς και διαφωτίζει τους πιστούς επί των υγειών βάσεων της αμωμήτου ημών Πίστεως''. Τελειώνοντας, τον καλεί χάριν της εκκλησιαστικής ειρήνης, να παύσει στο εξής να ενοχλεί τον Ιερέα τους, ''ίνα ούτω προλάβει τυχόν άτοπα και θλιβερά επεισόδια''.


 

Και το χωριό Οβρυιά Πατρών εξυπηρέτησε ο γέροντας

και ενίσχυσε όσο ημπορούσε. 

Όλοι οι κάτοικοι αυτού του χωριού ακολουθούσαν το Παλαιό Ημερολόγιο 

και τακτικά ο π. Αρτέμιος τους λειτουργούσε στον κεντρικό ναό, 

η ''Κοίμησις της Θεοτόκου''. 

Στο πανηγύρι του ναού ελειτούργησε ανενόχλητα και ειρηνικά. 

Την ίδια ημέρα η αστυνομία έσπευσε κατόπιν εντολής της Μητροπόλεως να σφραγίσει τον ναό. 

Ο γέροντας δεν μπόρεσε ν' ανεχθεί αυτό για πολύ. 

Και στις 14 Σεπτεμβρίου, εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, 

βοηθούμενος και από τους πιστούς έσπασε τις σφραγίδες, που είχε βάλει η αστυνομία 

και ετέλεσε ιερή αγρυπνία μετά Θείας Λειτουργίας. 

Στην ομιλία του μάλιστα εκείνη, έδωσε θάρρος στους πιστούς 

να σταθούν σταθεροί στην πίστη των Πατέρων τους και άφοβοι 

στις ''μικροενοχλήσεις'' των σχισματικών. (Συνεχίζεται...)


Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Απόσπασμα εκ του ιστορικού, ορθοδόξου περιοδικού: ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ'' 
του αειμνήστου Επισκόπου Πενταπόλεως των Γ.Ο.Χ κ. Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου. 
Τόμος Β΄, Ιανουάριος - Φεβρουάριος - Μάρτιος 1977, αριθμός τεύχους 5, σελίδες 46 - 51, 
Πειραιεύς 1977.


Περιοδικό ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ''


ΟΥ ΔΥΝΑΜΕΘΑ ΠΟΙΗΣΑΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟΝ...




Είναι συνηθισμένη ἡ πρόφασις. 

Τήν ἀκοῦμε ἰδίως ἀπό τόν εὐσεβῆ Χριστιανό ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας, 

τόν ὁποῖο ἡ καταναλωτική κοινωνία μας 

-ὅπου ἐπικρατεῖ σχεδόν καθολικῶς ἡ ἀρχή τῆς ἥσσονος προσπαθείας- 

ἔχει καταστήσει ράθυμο καί ψυχρό γιά ἀγῶνες ὑψηλούς· 

ἀγῶνες, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦν νά δώσης «αἷμα» γιά νά λάβης «πνεῦμα». 

Ποιά εἶναι αὐτή ἡ πρόφασις;... 

«Οὐ δυνάμεθα ποιῆσαι τό ἀγαθόν, 

ἐάν μή ἐναργῶς δεξώμεθα τήν Χάριν τοῦ Πνεύματος»... 

Δέν ἔχω τήν δύναμι νά ἐνεργήσω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, 

ἐάν δέν μέ βοηθήση αἰσθητά ἡ Θεία Χάρις!... 


Αὐτὸ προφασίζεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀφ᾿ ἑνὸς ἀγνοεῖ τὴν σχετικὴ ἐμπειρικὴ διδαχὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, ἀφ᾿ ἑτέρου θωπεύει καὶ καλλιεργεῖ τὴν φιλαυτία του, παραιτούμενος ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὸ νὰ κάνη τὸ ἀγαθὸν κατὰ δύναμιν. Ἐν τούτοις, ἀπὸ τὸν Κύριό μας ἔχει τεθῆ μέσα στὴν φύσι μας ὁ πόθος γιὰ τὸ ἀγαθό, ὡς καὶ ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ μᾶς βοηθήση νὰ ἐργασθοῦμε μέσα στὰ ὅρια τῆς ἀντοχῆς μας. 


ταν μάλιστα ὁ ἄνθρωπος λάβη τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, δωρίζεται μυστικὰ εἰς αὐτὸν ἡ Θεία Χάρις, ἡ ὁποία συνεχῶς ἔκτοτε βοηθεῖ, ἐνισχύει καὶ παρηγορεῖ αὐτὸν στὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς και τελειώσεως. 


φίλαυτος, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ ἀπολαύση τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χωρὶς νὰ ἐργασθῆ τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ νὰ βιάση τὸν ἑαυτόν του, ὁμοιάζει μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ ὀργώση, νὰ σπείρη καὶ νὰ ποτίση, περιμένει νὰ ἔχη συγκομιδή. Ὀφείλουμε λοιπὸν νὰ κοπιάσουμε, προκειμένου νὰ λάβουμε τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦμε ποτέ, ὅτι μόνον «τοῖς ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας πόνοις ἐπακολουθεῖ ἀντίληψις» θεία καὶ παρηγορία πνευματική. 


ὰν ἔχουμε καλὴ προαίρεσι καὶ ἀγωνιζώμεθα «τὸ κατὰ δύναμιν», ἐπικαλούμενοι ταπεινὰ καὶ ὁλόψυχα τὴν θεία βοήθεια, θὰ ἀντιληφθοῦμε γρήγορα, ὅτι δὲν εἶναι ἀκατόρθωτο τὸ «ἀγαθόν». 


θαυμάσια διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου ἂς διεγείρη συνεχῶς τὴν ράθυμη ψυχή μας στοὺς ὡραίους πνευματικοὺς ἀγῶνας γιὰ τὴν ἐπίτευξι τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν»: «Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ ἀφοσιωθῆ στὸν Κύριο καὶ νὰ ἀξιωθῆ τὴν αἰώνια ζωή, νὰ γίνη κατοικητήριο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ γεμίση ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ ἀποκτήση τοὺς καρποὺς τοῦ Πνεύματος καὶ νὰ ἐφαρμόση τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ μὲ ἁγνότητα καὶ καθαρότητα, αὐτὸς πρέπει νὰ ἀρχίση ὡς ἑξῆς... 


Πρέπει νὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὸ ἀγαθὸ ἀκόμη καὶ ἄν δὲν θέλει ἡ καρδιά του, κάνοντάς την νὰ περιμένη πάντοτε μὲ ἀκλόνητη πίστη τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀγάπη ὅταν δὲν ἔχη ἀγάπη, νὰ ἀγνωνίζεται γιὰ νὰ ἀποκτήση πραότητα ὅταν δὲν ἔχη πραότητα, νὰ ἀγωνίζεται γιὰ νὰ κάνη τὴν καρδιά του εὐσπλαγχνικὴ καὶ ἐλεήμονα, νὰ ἀγωνίζεται νὰ εἶναι μακρόθυμος ὅταν περιφρονῆται καὶ καταφρονῆται, καὶ νὰ μὴ ἀγανακτῆ ὅταν τὸν ταπεινώνουν καὶ ἀτιμάζουν, νὰ πιέζη τὸν ἑαυτό του στὴν προσευχή, ὅταν ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι πνευματική.


Καί ἔτσι ὁ Θεός βλέποντάς τον νά ἀγωνίζεται μέ αὐτό τόν τρόπο, 

μέ μεγάλη δυσκολία καί προσπάθεια, 

παρόλον πού ἀρνεῖται ἡ καρδιά του, 

τοῦ δίνει τήν ἀληθινή καί γεμάτη ἀπό Πνεῦμα προσευχή, 

τοῦ δίνει τήν ἀληθινή ἀγάπη, τήν ἀληθινή πραότητα, 

καρδιά εὐσπλαγχνική, ἀληθινή καλωσύνη, 

καί μέ λίγα λόγια τόν γεμίζει μέ τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». 

(Ὁμιλία ΙΘ’)

 


Εκ του περιοδικού ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ,'' αριθμός τεύχους 375, 
Άνοιξη - Καλοκαίρι 2016, σελ. 65 - 66. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.



Αείμνηστος Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'


Η ΑΓΑΠΗ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΕΚΠΙΠΤΕΙ



Αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου: 

Λόγος προς τον ηγούμενο Λεόντιο, για τους αγίους Πατέρες της Σκήτης και για την διάκριση.



 Από το χρέος που υποσχέθηκα στον μακαριότατο αρχιεπίσκοπο Κάστορα 

για την διήγηση του βίου των αγίων πατέρων και της διδασκαλίας τους,
απέδωσα ένα μέρος, αγιότατε Λεόντιε, με όσα του έγραψα
περί διαμορφώσεως των κοινοβίων και περί των οχτώ λογισμών της κακίας.
Τώρα έβαλα σκοπό να το εξοφλήσω.
Επειδή λοιπόν έμαθα, ότι ο αρχιερέας που προανέφερα μας άφησε
και απήλθε προς το Χριστό, έκρινα αναγκαίο, σε σένα που διαδέχθηκες την αρετή του
και με τη βοήθεια του Θεού την φροντίδα του μοναστηριού,
να σου γράψω τα υπόλοιπα της διηγήσεως.
Πήγαμε λοιπόν στην έρημο της σκήτης, όπου ζούσαν οι πιο δόκιμοι και αξιόλογοι πατέρες,
εγώ και ο άγιος Γερμανός, ο οποίος από την παιδική ηλικία έγινε πνευματικός μου φίλος
και στο σχολείο και στο στρατό και στη μοναχική ζωή.


Εκεί είδαμε τον αββά Μωυσή, άγιον άνθρωπο, ο οποίος έλαμπε μεταξύ των άλλων, όχι μόνο στις πρακτικές αρετές αλλά και στην πνευματική θεωρία. Τον παρακαλούσαμε λοιπόν με δάκρυα να μας πει ένα λόγο πνευματικής ωφέλειας, με τον οποίο να μπορέσομε να φτάσομε στην τελειότητα. Και αφού πολύ τον παρακαλέσαμε, μας είπε: «Παιδιά μου, όλες οι αρετές και τα έργα έχουν κάποιο σκοπό, κι εκείνοι που αποβλέπουν σ’ αυτόν τακτοποιούν τον εαυτό τους και φτάνουν στον ποθούμενο στόχο. 


Όπως ο γεωργός υποφέρει και τη ζέστη και το κρύο, δουλεύοντας με προθυμία τη γη, έχοντας σκοπό να την καθαρίσει από αγκάθια και ξένα χόρτα και στόχο την απόλαυση των καρπών. Και ο έμπορος χωρίς να λογαριάζει τους κινδύνους ούτε της θάλασσας, ούτε της ξηράς, προχωρεί στο εμπόριο, έχοντας σκοπό το εμπορικό κέρδος και στόχο την απόλαυση του κέρδους. Επίσης και εκείνος που κατατάσσεται στο στρατό, ούτε τους κινδύνους του πολέμου λογαριάζει ούτε την ταλαιπωρία της ξενιτειάς, αλλά έχει σκοπό την απόκτηση αξιωμάτων λόγω ανδραγαθίας και στόχο το κέρδος από το αξίωμα. 


Έχει λοιπόν και η δική μας προσπάθεια δικό της σκοπό και στόχο, για χάρη του οποίου υποφέρομε με προθυμία κάθε κόπο και κούραση. Γι’ αυτό η αποχή τροφών κατά τις νηστείες δεν μας καταβάλλει, ο κόπος των αγρυπνιών μάς ευχαριστεί, η ανάγνωση και η μελέτη των Γραφών γίνεται με προθυμία και ο κόπος της εργασίας και η υπακοή και η απογύμνωση απ’ όλα τα γήινα πράγματα και η παραμονή μας στην έρημο, γίνονται με ευχαρίστηση. Αλλά και σεις, που καταφρονήσατε και την πατρίδα και την οικογένειά σας και όλο τον κόσμο και ξενιτευτήκατε και ήρθατε τώρα σε μένα που είμαι άνθρωπος χωρικός και αμαθής, πέστε μου ποιος είναι ο σκοπός σας; Και σε ποιο στόχο αποβλέπετε;» 


Τότε του αποκριθήκαμε: «Στη βασιλεία των ουρανών». Σ’ αυτό ο αββάς Μωυσής απάντησε: «Ορθά αποκριθήκατε για το στόχο σας. Αλλά δεν μου είπατε, ποιος είναι ο σκοπός, προς τον οποίο αν αποβλέπομε, χωρίς να ξεφεύγομε από τον ίσιο δρόμο, μπορούμε να επιτύχομε την βασιλεία των ουρανών». Και τότε, αφού ομολογήσαμε, ότι δεν γνωρίζομε, ο γέροντας αποκρίθηκε: «Στόχος λοιπόν της μοναχικής μας ζωής, όπως είπατε, είναι η βασιλεία του Θεού. Και σκοπός η καθαρότητα της ψυχής, χωρίς την οποία είναι αδύνατο να φτάσομε σ’ εκείνο το στόχο. 


Σ’ αυτόν το σκοπό λοιπόν να είναι πάντοτε ο νους μας. Και αν ποτέ συμβεί για λίγο να ξεφύγει η καρδιά μας από τον ίσιο δρόμο, αμέσως να την επαναφέρομε και να την ευθυγραμμίζομε, σαν με αλφάδι, με το σκοπό μας. Γνωρίζοντας αυτό ο μακάριος Παύλος, λέει: «Λησμονώ όσα έγιναν στο παρελθόν, κι απλώνομαι διαρκώς προς τα εμπρός και τρέχω προς το τέρμα, για το ουράνιο βραβείο που μας κάλεσε ο Θεός» (Φιλιπ. 3, 14). Γι’ αυτόν τον σκοπό λοιπόν κι εμείς κάνομε τα πάντα, γι’ αυτόν όλα τα περιφρονούμε, και την πατρίδα και την οικογένεια και τα χρήματα και όλο τον κόσμο, για ν’ αποκτήσομε την καθαρότητα της καρδιάς. 


Αν λησμονήσομε αυτό το σκοπό, κατ’ ανάγκην, καθώς περπατούμε στο σκοτάδι και βαδίζομε έξω από τον ίσιο δρόμο, θα σκοντάφτομε συχνά και πολύ θα πλανιόμαστε. Αυτό έγινε σε πολλούς, οι οποίοι στην αρχή της αποταγής τους καταφρόνησαν και πλούτο και χρήματα και όλον τον κόσμο, ύστερα όμως για χάρη ενός δικελιού ή μιας βελόνας ή για ένα καλάμι ή για ένα βιβλίο, θύμωναν και οργίζονταν, πράγμα που δεν θα το πάθαιναν αν θυμούνταν τον σκοπό για τον οποίο καταφρόνησαν τα πάντα. Επειδή για χάρη της αγάπης του πλησίον καταφρονούμε τον πλούτο, για να μην φιλονικούμε γι’ αυτόν και, μεγαλώνοντας την διάθεση της οργής, ξεπέσομε από την αγάπη. Όταν λοιπόν για μηδαμινά πράγματα φανερώνομε στον αδελφό την διάθεση της οργής, έχομε ξεπέσει από τον σκοπό μας και δεν έχομε καμιά ωφέλεια από την αποταγή μας. 


Όπως λέει κι ο Απόστολος: «Ακόμα κι αν παραδώσω το σώμα μου για να καώ, και δεν έχω αγάπη, δεν ωφελούμαι τίποτε» (Α΄ Κορ. 13, 3). Από αυτό μαθαίνομε, ότι η τελειότητα δεν έρχεται αμέσως με τη γύμνωση και την απάρνηση του κόσμου, αλλά, αφού κατορθώσομε την αγάπη, της οποίας τις ιδιότητες περιγράφει ο ίδιος ο Απόστολος λέγοντας: «Η αγάπη δεν είναι ζηλότυπη, δε φουσκώνει από υπερηφάνεια, δεν οργίζεται, δεν φθονεί, δεν καυχιέται, δε σκέφτεται το κακό» (Α΄ Κορ. 13, 4-5). 


Όλα αυτά αποτελούν την καθαρότητα της καρδιάς. Γι’ αυτήν πρέπει να κάνομε τα πάντα, και τα χρήματα να τα καταφρονούμε, και νηστείες και αγρυπνίες ευχαρίστως να υπομένομε, και με αναγνώσματα και ψαλμούς να σχολούμαστε, χωρίς να την παραμελούμε όμως, αν συμβεί ποτέ εξαιτίας αναγκαίας και κατά Θεόν απασχολήσεως να εμποδιστούμε από την συνηθισμένη νηστεία και ανάγνωση.


Επειδή δεν είναι τόση η ωφέλεια της νηστείας, όση η βλάβη της οργής, 

ούτε τόση η ωφέλεια από την ανάγνωση, 

όση η ζημία από το να περιφρονήσομε τον αδελφό και να τον λυπήσομε. 

Γιατί, όπως είπαμε, οι νηστείες, οι αγρυπνίες, η μελέτη των Γραφών 

και η απογύμνωση από τον πλούτο και η απάρνηση όλου του κόσμου, 

δεν είναι η τελειότητα, αλλά εργαλεία για την τελειότητα, 

επειδή δεν βρίσκεται σ’ αυτά η τελειότητα, αλλά με αυτά κατορθώνεται. 

Μάταια λοιπόν καυχιόμαστε για νηστεία και αγρυπνία και ακτημοσύνη και ανάγνωση Γραφών, 

όταν δεν κατορθώσομε την αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. 



Απόσπασμα εκ της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών, 
''Λόγος προς τον ηγούμενο Λεόντιο, για τους αγίους Πατέρες της Σκήτης και για την διάκριση'' 
του Αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου. 
Τίτλος, επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος


ΣΑΝ ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΟ ΣΚΥΛΙ ΑΠ ΤΟΝ ΑΦΕΝΤΗ ΤΟΥ



Ας ερευνήσουμε, αδελφοί μου, να βρούμε 

ποιος είναι ο λόγος, που μερικές φορές ακούει κανείς έναν προσβλητικό λόγο 

και τον ξεπερνάει χωρίς να ταραχθεί, σαν να μην άκουσε σχεδόν τίποτα, 

ενώ άλλοτε με τον ίδιο λόγο αμέσως ταράζεται. 

Ποιά είναι η αιτία μιας τέτοιας διαφοράς; 

Άραγε, έχει μια μόνο αιτία αυτό το πράγμα ή πολλές; 

Εγώ βλέπω, ότι έχει μεν πολλές αιτίες, 

μία όμως είναι η μητέρα, θα λέγαμε, που γεννά όλες τις άλλες. 

Και εξηγώ, πως ακριβώς. 


Πρώτα - πρώτα συμβαίνει πολλές φορές να προσεύχεται κανείς λέγοντας την ευχή ή να κάνει νοερά πνευματική μελέτη και βρίσκεται, θα λέγαμε, σε ειρηνική ψυχική κατάσταση. Έτσι σηκώνει τον αδελφό του και ξεπερνάει τα λόγια του χωρίς ταραχή. Άλλοτε συμβαίνει να έχει κανείς συναισθηματική προσκόλληση σε κάποιον άλλο και γι’ αυτό σηκώνει όλες τις δυσκολίες που του προξενεί χωρίς να θλίβεται. Πάλι συμβαίνει να έχει κανείς πολύ κακή ιδέα για κάποιον, επειδή αυτός εκδηλώνει απορριπτική διάθεση για το πρόσωπό του. Γι’ αυτό τον περιφρονεί και δεν τον υπολογίζει ως άνθρωπο, ούτε καν καταδέχεται να μιλήσει γι’ αυτόν, ούτε γι’ αυτά που λέει και κάνει. 


Και σας αναφέρω ένα σχετικό γεγονός για να θαυμάσετε. Ζούσε ένας αδελφός στο Κοινόβιο, πριν εγώ φύγω από εκεί. Και τον παρατηρούσα, ότι ποτέ δεν ταραζόταν ούτε στενοχωριόταν με κανέναν, αν και είδα πολλούς αδελφούς να τον βρίζουν με διάφορους τρόπους και να τον προκαλούν. Αλλά ο νεότερος εκείνος σήκωνε με τέτοιο τρόπο όσα δεχόταν από τον καθένα τους, σαν να μην τον ενοχλούσε κανείς. Εγώ λοιπόν πάντοτε θαύμαζα την τόσο μεγάλη ανεξικακία του και επιθυμούσα να μάθω πως απέκτησε αυτή την αρετή. Τον παίρνω λοιπόν, μια φορά, ιδιαίτερα και του βάζω μετάνοια, παρακαλώντας τον να μου πει, ποιο λογισμό είχε πάντοτε στην καρδιά του, όταν τον βρίζει κάποιος ή τον κάνει να υποφέρει, και δείχνει τόσο μεγάλη μακροθυμία. 


Αυτός τότε μου απάντησε με φυσική απλότητα και ανεπιτήδευτο τρόπο και μου είπε: «Συνηθίζω να φυλάγομαι απ’ αυτούς τους βρωμερούς ανθρώπους και δέχομαι όσα μου κάνουν, όπως ακριβώς δέχονται τα δυνατά και γεροδεμένα σκυλιά τα βασανιστήρια από τα τυραννικά αφεντικά τους». Όταν άκουσα αυτή την απάντηση έσκυψα το κεφάλι μου και είπα με το λογισμό μου. Βρήκε το δρόμο του ο αδελφός! Και αφού σταυροκοπήθηκα έφυγα, παρακαλώντας τον Θεό να σκεπάζει και αυτόν και εμένα. Ώστε συμβαίνει, όπως είπα, και από περιφρόνηση να μην ταραχθεί κάποιος. Αυτό όμως είναι φανερή καταστροφή. Το να ταράζεται όμως κάποιος με τον αδελφό του που τον στενοχωρεί συμβαίνει ή γιατί δεν βρίσκεται εκείνη την ώρα σε καλή ψυχική κατάσταση ή γιατί τρέφει γι’ αυτόν κάποια αντιπάθεια. Υπάρχουν βέβαια και πολλές άλλες αιτίες που το προκαλούν αυτό, που έχουν ήδη αναφερθεί με πολλούς τρόπους. 


Αν όμως θέλουμε να μιλήσουμε με ακρίβεια, η αιτία κάθε ταραχής είναι το ότι δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τις αμαρτίες μας και να κλαίμε γι’ αυτές. Γι’ αυτό νοιώθουμε όλη αυτή την κατάθλιψη. Γι’ αυτό δεν βρίσκουμε ποτέ ανάπαυση. Δεν είναι δε θαυμαστό το ότι ακούμε από όλους τους αγίους ότι δεν υπάρχει άλλη οδός εκτός απ’ αυτήν και βλέπουμε ότι κανένας απ’ όσους ακολούθησαν άλλο δρόμο δεν βρήκαν ανάπαυση, και περιμένουμε εμείς να βρούμε ανάπαυση ή να κρατηθούμε στο σωστό δρόμο, χωρίς να συνηθίσουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας; Πράγματι, ακόμα και αν ο άνθρωπος πετύχει πολλά πνευματικά κατορθώματα, δεν εργαστεί όμως αυτό το έργο της αυτομεμψίας, δεν θα σταματήσει ποτέ να στενοχωρεί και να στενοχωριέται και να χάνει όλους τους κόπους του. 


Ποιά δε χαρά, ποιά ανάπαυση δεν θα έχει, όπου και αν πάει, όπως ακριβώς είπε ο αββάς Ποιμήν («Είπεν ο Αββάς Ποιμήν, ότι είπε ο Αββάς Αντώνιος, ότι: Η μεγάλη δυναστεία του ανθρώπου εστίν, ίνα επάνω αυτού βάλη το ίδιον σφάλμα ενώπιον Κυρίου, και προσδοκήση πειρασμόν εως εσχάτης αναπνοής») , εκείνος που μέμφεται τον εαυτό του; Γιατί, αν του συμβεί κάποια ζημιά ή κάποια ατίμωση είτε οποιαδήποτε άλλη στενοχώρια, προλαβαίνει και θεωρεί τον εαυτό του ως άξιο του κακού και ποτέ δεν ταράζεται. Υπάρχει μεγαλύτερη ανάπαυση απ’ αυτή; Αλλά μπορεί να πει κάποιος: «Αν με στενοχωρήσει ο αδελφός και ψάξω μέσα μου και βρω, ότι δεν του έδωσα καμιά αφορμή, πως μπορώ να κατηγορήσω τον εαυτό μου»; Πραγματικά, αν εξετάσει κανείς τον εαυτό του με φόβο Θεού, θα βρει ότι οπωσδήποτε έδωσε αφορμή, είτε με λόγο, είτε με έργο, είτε κάποια κίνηση. 


Κι αν ακόμα βλέπει, όπως λέει, ότι ο ίδιος δεν έδωσε απολύτως τέτοια αφορμή στη συγκεκριμένη περίπτωση, πιθανόν να τον στενοχώρησε κάποια άλλη φορά ή για το ίδιο θέμα ή για κάτι άλλο. Ή μπορεί κάποιον άλλο αδελφό να στενοχώρησε και έπρεπε γι’ αυτό να υποφέρει ή, πολλές φορές, και για κάποια άλλη αμαρτία. Ώστε αν, όπως είπα, με φόβο Θεού εξετάσει κανείς τον εαυτό του και ψηλαφίσει τη συνείδησή με ακρίβεια, θα βρει οπωσδήποτε ότι είναι ένοχος. Άλλες φορές πάλι βλέπει κανείς τον εαυτό του να παραμένει ήσυχος και ειρηνικός. 


Όταν όμως του πει ο αδελφός του κάποιο λυπηρό λόγο, ταράζεται και γι’ αυτό νομίζει ότι δικαιολογημένα στενοχωριέται μαζί του, λέγοντας ότι: «Αν δεν ερχόταν να μου μιλήσει και να με ταράξει, δεν θα έπεφτα στην αμαρτία». Και τούτο δεν είναι μόνο αυταπάτη, αλλά είναι και παραλογισμός. Διότι μήπως αυτός, που του είπε τη βαριά φράση του έβαλε στην ψυχή του και το πάθος; Του έδειξε το πάθος που βρισκόταν μέσα του, για να μετανοήσει, αν θέλει, γι’ αυτό. 



Γιατί αυτός μοιάζει με εκλεκτό ψωμί, που εξωτερικά έχει πολύ καλή εμφάνιση,

όταν όμως το κόψει κανείς, τότε φαίνεται η μούχλα του. 

Έτσι και αυτός καθόταν ειρηνικός, καθώς νόμιζε, 

είχε όμως μέσα του το πάθος και δεν το ήξερε. 

Μια κουβέντα του είπε ο αδελφός του και έβγαλε τη βρωμιά, 

που βρισκόταν κρυμμένη μέσα του. 

Αν λοιπόν θέλει να βρει έλεος, πρέπει να μετανοήσει, να καθαριστεί, να προοδεύσει. 

Να καταλάβει δηλαδή, ότι οφείλει να ευχαριστεί μάλλον τον αδελφό, 

γιατί μ’ αυτό τον τρόπο του προξένησε τόσο μεγάλη ωφέλεια.



Απόσπασμα εκ του βιβλίου του Αββά Δωροθέου: 
''Έργα Ασκητικά'', ''Η αρετή της αυτομεμψίας''. Ζ΄ Διδασκαλία: Περί του εαυτού μέμφεσθαι (Για το ότι πρέπει να κατηγορούμε τον εαυτό μας). 
Εκδόσεις ''Ετοιμασία'', Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας, 2000. 
Αναδημοσίευση από το Ιστολόγιο ''Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα''
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΜΨΗ




Τόν τελευταῖο καιρό βιώνουμε στή χώρα μας 

μία πρωτόγνωρη εἰσβολή ξένων στοιχείων. 

Δεχόμαστε μία πρωτοφανῆ ἐπίθεση σέ ζητήματα ἐθνικά, 

πού στόχο ἔχουν τήν ὁλοκληρωτική ἀλλοίωση τῆς ταυτότητας 

καί τοῦ χαρακτήρα τοῦ ἔθνους μας. 

Δέν πρόκειται γιά πολεμική ἐπίθεση, οὔτε γιά στρατιωτική μάχη, 

ἀλλά γιά κάτι πολύ πιό ἀποτελεσματικό γι’ αὐτούς 

πού ἔχουν σχεδιάσει καί δρομολογήσει τόν ἀφανισμό τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων, 

ἀλλά καί οἱουδήποτε ἔθνους μέ ἰδιαίτερη φυσιογνωμία, 

ἤθη, ἔθιμα, ἱστορία, πολιτισμό καί ἀσφαλῶς θρησκεία. 

Γιά ποιό λόγο; Γιά τόν ἴδιο λόγο πού γίνονταν ἀνέκαθεν οἱ πόλεμοι. 

Πρωτίστως γιά λόγους ἰσχύος, κύρους καί ἐξουσίας. 

Δευτερευόντως γιά λόγους οἰκονομικούς. 

Στίς ἡμέρες μας ἡ μορφή τοῦ πολέμου στά δυτικά καί πολιτισμένα κράτη 

ἔχει πάρει τή μορφή τοῦ πολιτικοῦ καί οἰκονομικοῦ πολέμου. 


Βεβαίως καὶ γίνονται ἀκόμη στρατιωτικὲς μάχες καὶ διενέξεις κυρίως μὲ τὴ γείτονα χώρα, γι’ αὐτὸ καὶ κατὰ καιροὺς πληροφορούμαστε ἀπὸ τὰ ΜΜΕ τὴν ἀπώλεια ἀξιωματικῶν του ἑλληνικοῦ στρατοῦ, κυρίως σὲ παραμεθόριες περιοχὲς (νησιά, Θράκη, κτλ). Ἐδῶ νὰ σημειώσουμε ὅτι πολλὰ περιστατικὰ δὲν γνωστοποιοῦνται στὸν κόσμο. Ἀποτέλεσμα διεθνῶν συμφωνιῶν (Συνθῆκες Εἰρήνης, Σύσταση Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, ΝΑΤΟ) ποὺ στόχο ἔχουν τὴν εἰρήνη, τὴν ἀλληλεγγύη καὶ τὴ συνεργασία ἀνάμεσα στὰ κράτη μέλη εἶναι ἡ ἀπαγόρευση πολεμικῶν συρράξεων τῆς μορφῆς τοῦ παρελθόντος μὲ θύματα ἀμάχους κτλ. Ἐπίσης ὅσον ἀφορᾶ στὴ χώρα μας, κοινὴ διεθνῶς διαπίστωση ἀπὸ τοὺς τελευταίους πολέμους εἶναι ὅτι αὐτὴ δύσκολα ὑποτάσσεται ἐξαιτίας τῶν χαρακτηριστικῶν ποὺ διαθέτουμε ὡς λαός, ὅπως αὐτὰ προαναφέρθηκαν. 


Οἱ διεθνεῖς ἐπιδιώξεις ὡστόσο, τὰ οἰκονομικὰ καὶ πολιτικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα στὶς μέρες μας εἶναι συγκεντρωμένα στὰ χέρια πολὺ συγκεκριμένων ὁμάδων ποὺ «ὁρίζουν» τὸ διεθνὲς περιβάλλον, ἀσφαλῶς καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ὑφίστανται καὶ μάλιστα νὰ ἱκανοποιοῦνται μὲ ἐξαιρετικὰ ἀπάνθρωπα μέσα. Γιὰ τὴν ἱκανοποίηση αὐτῶν τῶν συμφερόντων ἔχει δομηθεῖ ἕνας διεθνὴς μηχανισμὸς ποὺ ἐπιβάλλει τοὺς στόχους του, ἀκόμη καὶ ἐπεκτατικούς, μὲ τρόπους ἄλλους, ἐφόσον ἡ πολιτισμένη πλέον κοινωνία τῆς Δύσης (Συνθῆκες, Διεθνεῖς Ὀργανισμοὶ) ἐπιβάλλουν τὴν εἰρήνη στὰ κράτη μέλη. Νὰ σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι ἡ βιομηχανία τῶν ὅπλων εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ κερδοφόρες παγκοσμίως βιομηχανίες, ὡς ἐκ τούτου ἡ παραγωγὴ ὅπλων μαζικῶν καὶ εἰδικῶν δὲ θὰ πάψει ποτὲ στὴ Δύση. Ἀντίθετα, αὐτὴ καθεαυτὴ ἡ κερδοφορία ἀπὸ τὴ βιομηχανία τῶν ὅπλων εἶναι ποὺ σὲ μεγάλο βαθμὸ γεννᾶ τὴν ἀνάγκη γιὰ πολέμους (θὰ μιλήσουμε ἄλλη φορά). Χῶρες σὰν τὴ δική μας μὲ ἔντονο ἐθνικὸ φρόνιμα ἀποτελοῦν ἐμπόδιο στὶς ἐπιδιώξεις αὐτές. Ἐπιπλέον, ἡ γεωγραφικὴ καὶ γεωπολιτικὴ θέση τῆς χώρας μας ἐξυπηρετεῖ διεθνῆ συμφέροντα πολιτικὰ καὶ οἰκονομικά. 


Στὶς μέρες μας οἱ λαοὶ ποὺ συγκεντρώνουν τόσο στοιχεῖα ποὺ διαμορφώνουν μιὰ ἰδιαίτερη ταυτότητα, ὅσο καὶ πλεονεκτήματα ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴ θέση, τὸ κλίμα, τὸ ὑπέδαφος καὶ ἄλλα γεωπολιτικῆς φύσεως χαρακτηριστικὰ εἶναι ἐλάχιστοι. Ἴσως ἡ σημαντικότερη χώρα, ἀνάμεσα στὶς ἐλάχιστες ποὺ διαθέτουν σήμερα ὅλα τὰ παραπάνω, εἶναι ἡ Ἑλλάδα. Ἐφόσον λοιπὸν στὶς μέρες μας δὲ δεχόμαστε -τουλάχιστον ἀπροκάλυπτα- πολεμικὲς ἐπιθέσεις, γενοκτονίες καὶ ἄλλα παρόμοια γιὰ τοὺς λόγους ποὺ προαναφέραμε, ἡ νέα γενιὰ τῶν στρατηγιστῶν διεθνῶς ἀναπτύσσει ἐξελιγμένες μεθόδους πολέμων καὶ γενοκτονιῶν, ἀναίμακτων, ἀθόρυβων καὶ σιωπηρῶν. Ἡ στρατηγικὴ καὶ ἡ μεθοδολογία γιὰ τὸν ἀφανισμὸ ἐθνῶν καὶ λαῶν μὲ ἱστορία, πολιτισμό, παράδοση καὶ πίστη εἶναι σήμερα «ἔξυπνη». Ἡ στρατηγικὴ αὐτὴ βασίζεται σὲ σχέδιο μακροπρόθεσμο, ποὺ ἑστιάζει στὴν καταστροφὴ τῆς ρίζας -μιὰ καὶ καλὴ- ἀπ’ ὅπου τρέφεται ἕνας λαὸς καὶ ἐπιβιώνει. Ἡ ἐπίτευξη αὐτοῦ του στόχου, τοῦ ἀφανισμοῦ δηλ. τῶν λαῶν ποὺ ἐμποδίζουν τὴν ἱκανοποίηση τῶν διεθνῶν συμφερόντων, ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπειδὴ ὑπάρχουν, ἔχει ἀποφασιστεῖ ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια. 


ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου ἔχει ἐπίσης ξεκινήσει πρὶν ἀρκετὸ καιρό. Ἀπ’ ὅταν ἔγινε πλέον σαφὲς στοὺς ἐπίδοξους κατακτητὲς ὅτι ἡ χώρα αὐτὴ ἀκόμη καὶ «ἀπὸ τὰ κόκαλα βγαλμένη» ἐπιβιώνει, ἔγινε στόχος μιᾶς συνεχοῦς ἐπίθεσης μὲ ὅπλα ἔμμεσα, στὰ ὁποῖα τὸ θάρρος, ἡ γενναιότητα, ἀκόμη καὶ ἡ αὐτοθυσία τοῦ Ἕλληνα στρατιώτη -ποὺ μέχρι πρότινος ἀπαιτοῦνταν γιὰ τὴν αὐτοκυριαρχία καὶ τὴν ἐλευθερία ἑνὸς ἔθνους- δὲν ἔχουν πιὰ ἀπολύτως καμία ἀξία. Καὶ γιὰ νὰ γίνουν πιὸ κατανοητὰ ὅλα αὐτά. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἐπιδιώκεται στὶς μέρες μας; Ἐπιδιώκεται ἡ ὁλοκληρωτικὴ ὁμογενοποίηση τῶν λαῶν, ἡ συγκέντρωση τῆς ἐξουσίας σὲ λίγους, ἡ παντοδυναμία τῶν ἀγορῶν χωρὶς σύνορα. Ἡ διεθνὴς αὐτὴ τάση λέγεται Παγκοσμιοποίηση. Ὁ ὁρισμὸς τῆς Παγκοσμιοποίησης δὲν εἶναι ἕνας, διότι αὐτὴ ἐπιδέχεται πολλὲς ἑρμηνεῖες ἀνάλογα μὲ τὸν τομέα (πολιτική, οἰκονομική, πολιτισμικὴ κτλ). Αὐτὸ τὸ ὁποῖο κρατᾶμε εἶναι ὅτι ὡς «παγκοσμιοποίηση» ὁρίζεται ἡ κοινωνικὴ διαδικασία ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς λαοὺς τῆς γῆς μὲ γρήγορους ρυθμοὺς σὲ μιὰ ὁλοκληρωτικὴ ὁμογενοποίηση. 


νας πολιτισμός, μὲ τὴ μορφὴ τῆς τεχνολογίας, τοῦ πλούτου, τῆς θρησκείας ἢ τῆς γλώσσας, ἐπιβάλλεται πάνω στὸν ἄλλο καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιβολὴ σημαίνει τὸν ἀφανισμὸ τοῦ κατακτημένου. Σὲ μιὰ τέτοια κατάκτηση ἀποδίδεται στὸ παρελθὸν καὶ ὁ ἀφανισμὸς μεγάλων πολιτισμῶν. Σήμερα, ἡ Παγκοσμιοποίηση σημαίνει ἐπιπλέον ἀνάγκη μιᾶς νέας καθολικοῦ τύπου ἡγεμονίας στὸν κόσμο. Γιὰ τὴν πραγματοποίηση αὐτοῦ του στόχου ἀπαιτεῖται ἡ χαλάρωση τῶν δεσμῶν τῶν λαῶν μὲ τὴν ἱστορία, τὴ γλώσσα καὶ τὴν κουλτούρα τους. Ἀπαιτεῖται παράλληλα ἡ χαλάρωση τῶν συνόρων, ἡ δυνατότητα μετακίνησης πληθυσμῶν, ἡ δυνατότητα ἀνταλλαγῆς στοιχείων κουλτούρας μεταξὺ τῶν λαῶν, ἡ δημιουργία πολυπολιτισμικῶν κοινωνιῶν, σχολείων, πολυπολιτισμικῶν οἰκογενειῶν, ποὺ στὴν ἐξέλιξή τους θὰ δημιουργήσουν κοινωνίες ὁμοιογενεῖς, χωρὶς ἐθνικὸ χαρακτήρα, ἱστορία, ἰδιαιτερότητες πολιτιστικὲς καὶ πολιτισμικές. 


Σὲ μία πρόσφατη διάλεξη ποὺ ἀφοροῦσε στὴν Παιδεία στὴν Ἑλλάδα εἰπώθηκε κάτι πολὺ σωστό: «Σὲ ὅλο τὸν κόσμο μπορεῖ νὰ ἐπιτραπεῖ ἡ πολυπολισμικότητα, στὴν Ἑλλάδα ἀπαγορεύεται. Στὴ χώρα ποὺ γεννήθηκε ὁ πολιτισμός, γιὰ χάρη τῆς ἀνθρωπότητας, ἐπιβάλλεται αὐτὸς νὰ διατηρηθεῖ ἀναλλοίωτος». Ἀντίσταση λοιπὸν σὲ αὐτὰ τὰ σχέδια φέρουν βεβαίως λαοὶ μὲ ἔντονη ἰδιοσυγκρασία καὶ πολὺ συγκεκριμένα χαρακτηριστικὰ ποὺ δὲ μποροῦν νὰ προσαρμοστοῦν σὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα, ἀφοῦ μιὰ τέτοια προσαρμογὴ σημαίνει ἀπώλεια τῆς ἐθνικῆς τους ταυτότητας καὶ κυριαρχίας. Γιὰ τὴν καταστολὴ αὐτῆς τῆς ἀντίστασης ξεκίνησε πρὶν πολλὰ χρόνια ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου γιὰ τὴν ἀλλοίωση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ θρησκείας. Τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα ποὺ καθορίζουν τὴν ταυτότητα τοῦ Ἕλληνα εἶναι αὐτὰ ποὺ τὸν διαφοροποιοῦν, ἀλλὰ κι αὐτὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀντλεῖ δύναμη καὶ σθένος. 


γλώσσα εἶναι τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἡ ἱστορία, ὁ πολιτισμός, ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα, ἡ φιλοσοφία, ἡ δημοκρατία, οἱ ἐπιστῆμες, εἶναι ὅλες οἱ θεμελιώδεις καὶ πανανθρώπινες ἀρχὲς καὶ ἀξίες ποὺ ἱστορικὰ ἔβρισκαν τὸν ὁρισμό τους στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. Ἡ ἑλληνικὴ ὅμως γλώσσα εἶναι καὶ ἡ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀλίμονο στὴν ἀνθρωπότητα ἂν ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἀλλοιωθεῖ καὶ ξεχαστεῖ. Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι αὐτή ποὺ διατηρεῖ καὶ διδάσκει τὴ γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι αὐτὴ ποὺ κρατᾶ τοὺς θεσμοὺς ποὺ θεμελιώνουν τὴν «ἀνθρώπινη» κοινωνία, ἡ Ὀρθοδοξία κρατᾶ ἀκόμη ἀναλλοίωτο τὸ θεσμὸ τῆς κανονικῆς καὶ φυσιολογικῆς οἰκογένειας, τὶς ἀρχὲς τῆς κοινωνίας, τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς βοήθειας, τῆς προσφορᾶς, τῆς συγχωρητικότητας καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν συνάνθρωπο, πρωτίστως ὅμως τὴν πίστη στὸν ἕναν καὶ μοναδικὸ Τριαδικὸ Θεό. Ἡ πίστη αὐτὴ εἶναι ποὺ ἐπανειλημμένα καὶ θαυματουργικὰ στήριξε τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος καὶ τὸ ἔσωσε ἀπὸ δεινὰ καὶ καταστροφές. Ἡ πίστη αὐτή, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴ γλώσσα λοιπόν, εἶναι αὐτὰ ποὺ συνθέτουν τὴν ταυτότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἂν λοιπὸν ἀτονήσουν, αὐτὰ καὶ μόνον τὰ δύο στοιχεῖα στὸν χαρακτήρα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τότε αὐτὸς μὲ ταχύτατους ρυθμοὺς θὰ ὑποχωρήσει καὶ τελικὰ θὰ ἐνδώσει σὲ κάθε εἴδους ἐπιδιώξεις τῶν διεθνῶν συμφερόντων καὶ τελικὰ θὰ ἀφανιστεῖ. 


Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀκριβῶς βρισκόμαστε σήμερα. Ἐδῶ καὶ ἀρκετὰ χρόνια ἔχει ξεκινήσει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου γιὰ τὴν ἀλλοίωση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ βέβαια τὴν ἀλλοίωση τῆς Ὀρθοδοξίας. Μὲ τὶς πρῶτες ξενόφερτες κυβερνήσεις, ἀμέσως μετὰ τὴ γερμανοϊταλικὴ κατοχὴ καὶ τοὺς ἐμφυλίους, ἄρχισε ἡ ἀργὴ ἀλλὰ σταθερὴ ἀλλοίωση τοῦ Ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ. Ξενομανίες, συμπλεγματικὲς συμπεριφορὲς καὶ ξενόφερτες κουλτοῦρες, ξενοτραφεῖς καὶ ἀπάτριδες κυβερνῶντες, καπήλευση τῶν πλεονεκτημάτων τῆς φτωχῆς καὶ ἐξαιρετικὰ πρόσφορης τότε χώρας, ἀλλαγὲς στὸ Ἑλληνικὸ Σύνταγμα, ἀφαίρεση τοῦ Σταυροῦ ἀπὸ τὸν κοντὸ τῆς ἑλληνικῆς σημαίας, νέο ἡμερολόγιο καὶ δυτικὲς ἐπιρροὲς στὴν Ἐκκλησία, ἀλλοίωση θεμελιωδῶν θεσμῶν τῆς κοινωνίας, πολιτικὸς γάμος, διάβρωση τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ, περιορισμὸς τῆς διδασκαλίας τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν, ἀλλοίωση τοῦ περιεχομένου τῶν βιβλίων τῆς ἱστορίας, ἀφαίρεση τοῦ θρησκεύματος ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ταυτότητα, ἐργασία τὴν Κυριακή, σύμφωνο συμβιώσεως, ἀνεξέλεγκτη μετακίνηση πρὸς τὴ δύση, ἀνεξέλεγκτη «πρόοδος» χωρὶς ἐθνικὴ στρατηγικὴ καὶ πρόγραμμα γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ ἐνδυνάμωση τῆς χώρας, τὴ διασφάλιση διὰ παντὸς τῶν κεκτημένων τοῦ ἔθνους, τὴ σοβαρὴ καὶ βιώσιμη οἰκονομικά, κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ τοποθέτηση τῆς χώρας στὸν διεθνῆ χάρτη. 


πάτριδες καὶ ἀρνησίθρησκοι κυβερνῶντες λοιπόν, σαθρὸ πολιτικὸ σύστημα, ξένα συμφέροντα καὶ ἀφελὴς λαὸς μᾶς ἔφεραν στὸ σημεῖο ποὺ βρισκόμαστε σήμερα. Πῶς λοιπὸν σήμερα ἀξιώνουμε ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεό, δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν πατρίδα, γιὰ τὴν παιδεία, γιὰ τὴν οἰκογένεια, νὰ συμπεριφερθοῦν ὡς πατριῶτες; Καὶ γιὰ νὰ μὴ θεωρηθοῦμε κάτι τὸ ὁποῖο δὲν εἴμαστε, νὰ ξεκαθαρίσουμε ὅτι στὴ χώρα αὐτὴ ποὺ γεννήθηκαν ὁ πολιτισμός, οἱ ἐπιστῆμες καὶ τὰ γράμματα, γεννήθηκε καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς πίστης. Ἡ ἐλευθερία τῆς βούλησης, τὸ ὕψιστο δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἔγινε πράξη καὶ νόμος ἀπαράβατος γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα τὸ 313 μ.Χ. ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Νέας Ρώμης, Ἅγιο Κωνσταντῖνο δηλ. τοῦ κράτους τῶν Ρωμιῶν. Ἡ ἐλευθερία τῆς πίστης εἶναι εὐλαβικὰ σεβαστὴ ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ λαό, ὁ ὁποῖος -στὴ συντριπτική του πλειοψηφία Ὀρθόδοξος- ἀξιώνει καὶ ἀπαιτεῖ νὰ γίνεται ἀντίστοιχα σεβαστὴ καὶ ἡ δική του πίστη ἀπὸ τοὺς ἄθεους ἢ ὅποιους ἄλλους κυβερνῶντες. 


Μπορεῖ ἄραγε αὐτοὶ ποὺ μάχονται τὸ ἔθνος, τὸ γένος (λέξεις ποὺ τείνουν νὰ καταργηθοῦν), αὐτοὶ ποὺ διαστρεβλώνουν τὴν ἱστορία τῶν προγόνων, τὴν ἀλήθεια, ποὺ δὲ σέβονται τὴν πίστη τῶν πολλῶν καὶ ἐντελῶς ἀντιδημοκρατικὰ ἀπαγορεύουν τὴν ἐκδήλωσή της, αὐτοὶ ποὺ μάχονται τὴν ἴδια τους τὴν ταυτότητα, μπορεῖ ἄραγε νὰ εἶναι πατριῶτες; Θυμίζουν μᾶλλον -οἱ δύστυχοι- νοσηρὲς περιπτώσεις ἀνθρώπων μὲ σοβαρὰ συμπλέγματα, ποὺ τὰ ἐσωτερικά τους κενά, τὸ πνεῦμα ἀργίας καὶ οἱ «βουλιμικές» τους κρίσεις τοὺς ἔχουν μετατρέψει σὲ αὐτοκαταστροφικὲς ὑπάρξεις. Ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴ θέση του, δήλωσε πρόσφατα ὅτι τὰ σχολεῖα μεγαλώνουν πολίτες καὶ ὄχι πιστούς. Ἐμεῖς θὰ ποῦμε ὅτι τὰ σχολεῖα μεγαλώνουν ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ. Πῶς ἀξιώνουμε νὰ προστατέψουν τὴν πατρίδα μας κι ἐμᾶς αὐτοὶ ποὺ δὲ διακατέχονται ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ποὺ χαρακτηρίζουν τὸν Ἕλληνα πατριώτη ἀλλὰ καὶ τὸν πολιτισμένο καὶ δίκαιο ἄνθρωπο; 


Τὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη, τὴν ἀνθρωπιά. Πῶς ἀξιώνουμε ἀπὸ ΜΗ πατριῶτες νὰ συμπεριφερθοῦν ὡς πατριῶτες; Κι αὐτὸ εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ συμβαίνει ἐδῶ καὶ πολλά, πολλὰ χρόνια. Δὲ διαθέτουν ἑλληνικὴ ψυχή, δὲ γνωρίζουν ἑλληνικὴ ἱστορία, δὲ βιώνουν τὴν ἑλληνικὴ παράδοση. Ἂν πάλι τὰ γνωρίζουν ὅλα αὐτὰ καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ συμπεριφέρονται ὡς ΜΗ πατριῶτες, τότε ἀνήκουν στὴν ἄλλη κατηγορία, τὴν ὁποία ἀνέκαθεν ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία ἀπέρριπτε, αὐτὴν τοῦ προδότη. Ποιὸ εἶναι λοιπὸν αὐτὸ τὸ κακὸ ποὺ δῆθεν ξαφνικὰ σήμερα ἀντιμετωπίζουμε; Τὸ πρόβλημα στὰ σχολεῖα; Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲ θὰ διδάσκονται πλέον τὰ θρησκευτικὰ στὰ σχολεῖα; Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι σήμερα ἀποφασίζουν καὶ ψηφίζουν αὐτὰ τὰ μέτρα -οἱ σημερινοὶ κυβερνῶντες- μεγάλωσαν, ἀνατράφηκαν καὶ γαλουχήθηκαν στὸ δικό μας ἑλληνικὸ περιβάλλον, στὰ δικά μας ἑλληνικὰ σχολεῖα. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι τα τελευταῖα 40 χρόνια μεγαλώνουμε. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀνάγκασαν τον λαό νὰ ψηφίσει ἄθεους χωρὶς νὰ ἔχει ἐναλλακτική, αὐτοὶ ποὺ ἐμεῖς σπουδάσαμε τὰ τελευταῖα χρόνια στὰ ἑλληνικὰ Πανεπιστήμια. Τί θέλω νὰ πῶ. 


παναλαμβάνω: Ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ κακὸ ποῦ δῆθεν ξαφνικὰ σήμερα ἀντιμετωπίζουμε; Τὸ πρόβλημα στὰ σχολεῖα; Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲ θὰ διδάσκονται πλέον τὰ θρησκευτικὰ στὰ σχολεῖα; Τὰ θρησκευτικὰ ἔχουν πάψει ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια νὰ διδάσκονται στὰ σχολεῖα. Τὰ τελευταῖα τουλάχιστον 30 χρόνια τα θρησκευτικὰ ἀποτελοῦν τὸ μάθημα «τῆς ὥρας τοῦ παιδιοῦ», ἕνα μάθημα ἀπαξιωμένο, ὑποτιμημένο, στὸ ὁποῖο ὅλοι οἱ μαθητὲς βαθμολογοῦνται μὲ ἄριστα καὶ τοῦ ὁποίου οἱ διδάσκοντες οὐδεὶς γνωρίζει ποῦ πιστεύουν. Δάσκαλοι "Θεολόγοι" ἀδιάφοροι γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ διδάσκουν "Θεολογία" γιατί σὲ αὐτὴ τὴ Σχολὴ κατάφεραν κατά λάθος νὰ μποῦν καὶ νὰ σπουδάσουν ἢ δάσκαλοι ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴ δυτικοκρατούμενη κρατικὴ Ἐκκλησία, συχνὰ πλανεμένοι ποὺ περνᾶνε στὰ παιδιὰ σειρὰ ἀπὸ λάθος μηνύματα κ.α. Έξαίρεση ἀσφαλῶς ἀποτελεῖ ἢ ὕπαρξη συνειδητῶν ἰδεολόγωνΘεολόγων δασκάλων καὶ καθηγητῶν οἳ ὁποῖοι ἀγωνίζονται νὰδιδάξουν Χριστὸ ἀξίες καὶ ἀρχὲς. 


Τὰ θρησκευτικὰ ἔχουν πάψει νὰ διδάσκονται ὅπως πρέπει ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια στὰ σχολεῖα, ἐνῶ παράλληλα ἡ σταδιακὴ ὑποβάθμιση τοῦ μαθήματος τὸ ἔχει κατὰ κάποιον τρόπο γελοιοποιήσει, ἐνῶ ἔχει σὲ βάθος ἐπηρεάσει τὴν ἔννοια τῆς Θεολογίας ὡς ἐπιστήμης ἀλλὰ καὶ τῆς ἴδιας τῆς πίστης στὸ Θεό. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὰ θρησκευτικά. Μαθήματα ὅπως ἡ ἱστορία, τὰ νέα ἑλληνικά, ἡ ἀνθρωπολογία κ.α. -ὄχι στὸ σύνολό τους ἀλλὰ σὲ σημεῖα- σὲ συνδυασμὸ μὲ ἡμιμαθεῖς ἢ ἀδιάφορους δασκάλους, καθόλου δὲν προασπίζονται τὴν ἀλήθεια. Πόσες φορὲς ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, οἱ συνομήλικοι μὲ αὐτοὺς ποὺ σήμερα κυβερνοῦν τὴ χώρα, δὲν κληθήκαμε νὰ ὑπερασπιστοῦμε μέσα στὴν τάξη -καὶ στὸ Δημοτικὸ καὶ στὸ Γυμνάσιο- τὰ ὅσα ἀπὸ τὸ σπίτι μας γνωρίσαμε; Πόσες φορὲς δὲν παπαγαλίσαμε πληροφορίες εἴτε περιττὲς εἴτε λανθασμένες, γιὰ νὰ πάρουμε καλὸ βαθμὸ ἢ γιὰ νὰ μποῦμε στὸ Πανεπιστήμιο; Πόσες φορὲς στὸ ἴδιο το Πανεπιστήμιο δὲν ὀργιστήκαμε μὲ τὴ θέση τοῦ ἀπάτριδα καὶ ἄθεου Καθηγητῆ, ποὺ στὰ χρόνια μας ἀποτελοῦσε καὶ τὴν πλειοψηφία τῶν ἀκαδημαϊκῶν; Ἀτελείωτη εἶναι ἡ λίστα τῶν ὅσων ἔμμεσα ἢ ἄμεσα, ἐσκεμμένα ἢ λαθεμένα διδασκόμαστε στὰ σχολεῖα καὶ στὰ Πανεπιστήμια ἐδῶ καὶ χρόνια. 


Τόσο ἐμεῖς, ὅσο οἱ ἰθύνοντες καὶ οἱ ἁρμόδιοι τῶν τελευταίων 30 τουλάχιστον ἐτῶν, καθισμένοι πάνω στοὺς μισθοὺς τῆς Ἐκκλησίας ἢ τοῦ δημοσίου ἢ στὶς καλὲς ἀμοιβὲς τῆς ἑταιρείας καὶ στὶς πλούσιες παροχὲς ἢ ἄλλοι ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὰ προβλήματα καὶ τὴ βιοπάλη, ἀδύναμοι καὶ ἀνίκανοι, ὄχι μόνο νὰ ἀντισταθοῦν ἀλλὰ οὔτε νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ κακό, ἐπιτρέψαμε νὰ φτάσουμε στὸ σημεῖο ποὺ βρισκόμαστε σήμερα. Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ συμβαίνει τώρα δὲ συνέβη ξαφνικά. Τώρα εἶναι ἁπλὰ ἡ κορύφωση τοῦ κακοῦ. Τί κάνουμε τώρα; Μέσα ἀπὸ τὸ σύστημα ποὺ γέννησε τοὺς ἄθεους καὶ τοὺς ἀπάτριδες γεννήθηκαν καὶ Χριστιανοὶ καὶ πατριῶτες. Πῶς; Μέσα ἀπὸ τὴν οἰκογένεια. Ἀφοῦ δὲν μποροῦμε νὰ ἀλλάξουμε τοὺς κυβερνῶντες καὶ τὰ φρονήματά τους, θὰ ἀλλάξουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ τὰ σπίτια μας. Θὰ ἀντισταθοῦμε, μένοντας σταθεροί, ἀκλόνητοι κι ἀμετακίνητοι σὲ αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε. 


Θὰ γίνουμε ἐμεῖς οἱ στρατιῶτες ποὺ τὸ σύστημα ἀπαξίωσε. Δὲ θὰ κρυφτοῦμε, δὲ θὰ κλειστοῦμε στὰ σπίτια μας, δὲ θὰ ἐγκαταλείψουμε τὴν πατρίδα μας. Θὰ μείνουμε ἐδῶ, θὰ συσπειρωθοῦμε, θὰ σηκώσουμε αὐτὸ ποὺ πρεσβεύουμε καὶ χωρὶς φόβο θὰ ἐπικοινωνήσουμε αὐτὸ ποὺ εἴμαστε. Θὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν πίστη μας δημοσίως καὶ θὰ κάνουμε τὸν τρόπο τῆς ζωὴ μας μιὰ μικρὴ ὁμολογία, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι πρωτίστως θὰ ἐνδυναμώσουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ τὰ παιδιά μας. Ὁ πόλεμος δὲν εἶναι πλέον ὕπουλος καὶ ἔμμεσος. Ὁ πόλεμος εἶναι πιὰ φανερὸς καὶ εὐθύς. Πρὶν 30 χρόνια δὲν καταλαβαίναμε τί συμβαίνει, κι ὅμως φυσικὰ καὶ ἀβίαστα -μέσα στὴν ἀφέλειά μας- κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς ἀντιστάθηκαν, γιατί φυσικὰ κι ἀβίαστα διδάχτηκαν ὅσα ἔπρεπε στὰ σπίτια τους. Τὸ ἴδιο θὰ ἐφαρμόσουμε καὶ σήμερα. Μόνο ποὺ σήμερα αὐτὸ πρέπει νὰ γίνει συνειδητὰ καὶ μεθοδευμένα. Γιατί σήμερα βιώνουμε κι ἀντιμετωπίζουμε τὸ προϊὸν τῆς δικῆς μας κουλτούρας. Ἀντίσταση καὶ ἀνάκαμψη λοιπόν. Νὰ κάνουμε ὅ,τι ἔκαναν οἱ πρόγονοί μας στὸ παρελθὸν σὲ περιόδους ὑποταγῆς καὶ σκλαβιᾶς. 


Οἱ πνευματικοὶ Ποιμένες νὰ ἀναλάβουμε καὶ σήμερα τὴν εὐθύνη κι ἂς ξεκινήσουμε τὸ βαρὺ ποιμαντικό μας ἔργο. Ὅπως τότε, ἔτσι καὶ σήμερα μὲ τὴ βοήθεια τῆς Ἐκκλησίας νὰ μετατρέψουμε τὰ σπίτια μας σὲ μιᾶς νέας ἐξελιγμένης μορφῆς φανερὰ «κρυφὰ σχολειά». Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι στηριζόμενοι ἀπὸ τοὺς κληρικούς μας νὰ κάνουμε τὶς οἰκογένειες μας μικρὲς ὀρθόδοξες πνευματικὲς ἑστίες. Ὅπως τότε,ἔτσι καὶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ οἰκογένεια νὰ γίνουν θεσμοὶ ἀλληλένδετοι, ἑνωμένοι· νὰ γίνουν ἡ βάση γιὰ μία κοινωνία ὑγιή, δυνατή, ἱκανὴ νὰ Ἀντισταθεῖ ἀλλὰ καὶ νὰ Ἀνακάμψει. Νὰ κάνουμε ὅ,τι ἔκαναν οἱ ὁμογενεῖς σὲ ὅλο τὸν κόσμο· στὴν Ἀμερική, στόν Καναδά, στὴ Γερμανία, στὴν Αὐστραλία, στὴ Ρωσία, ὅπου χιλιάδες τῶν Ἑλλήνων μετανάστευσαν πρὶν ἀπὸ ἀρκετὲς δεκαετίες. Τὰ παιδιά τους καὶ τὰ ἐγγόνια τους μεγάλωσαν μέσα σὲ σχολεῖα ὅπου ὑπῆρχε ἡ πανσπερμία τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν αἱρέσεων·πῶς κράτησαν τὰ παιδιά μας τὴν ἑλληνική τους ταυτότητα, τὴν πίστη τους καὶ ὅσα διδάχτηκαν ἀπ' τὸ σπίτι τους; 


χουμε ἀμέτρητα ζωντανὰ παραδείγματα Ἑλλήνων τῆς ὁμογένειας ποὺ μεγάλωσαν σὲ σχολεῖα χωρὶς Θεό, χωρὶς πίστη Ὀρθόδοξη κι ὅμως παρέμειναν Ὀρθόδοξοι διατηρώντας ὅσα γνώρισαν καὶ ἔμαθαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, απὸ τὴν οἰκογένεια καὶ τὸ σπίτι τους. Σὰν νὰ ζοῦμε λοιπὸν σὲ περιόδους κατοχῆς ἢ σὰν νὰ εἴμαστε σὲ ξένη χώρα ἀφοῦ οἱ ἀπάτριδες κυβερνῶντες μᾶς «ξενιτέψανε», πρέπει νὰ ἀντισταθοῦμε· νὰ ἀναγεννήσουμε τὴν κοινωνία μας, μιὰ κοινωνία ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ ξαναβγάλει σοφοὺς καὶ δίκαιους κυβερνῶντες, μιὰ κοινωνία ποὺ θὰ μᾶς ἐπαναπατρίσει, μιὰ κοινωνία ποὺ θὰ ξαναβγάλει σωστούς, ὑπεύθυνους καὶ δίκαιους ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ.



Οἱ οἰκογένειές μας νά γίνουν «μικρές Ἐκκλησίες»,
μικρά σχολεῖα.
Διδασκαλία ἀρχῶν καί ἀξιῶν.
Διατήρηση ἐθίμων καί παραδόσεων.
Μελέτη τῆς ἱστορίας καί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.
Ἐπικοινωνία μέ τά παιδιά.
Κατήχηση, ἐκκλησιασμός, κατηχητικό σχολεῖο.
Γάμος, οἰκογένεια, τεκνοποιία.
Συσπείρωση, ἀλληλοβοήθεια, ἀλληλοϋποστήριξη, ἀνθρωπιά.
Προσευχή.
Ἐπιστροφή στίς ρίζες!



Μητροπολίτης Αττικής και Βοιωτίας κ. Χρυσόστομος

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Ο ΓΕΡΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ




Το Γέρο - Δαμασκηνό μοναχό, 

διαδέχθηκε στην ξεροκαλύβα αυτή 

και κατά πάντα μιμήθηκε τη ζωή του, 

ο Γέρο - Χαράλαμπος, κι αυτός πολύ παλαιός ασκητής και ερημίτης. 

Έγινε Μοναχός και μαζί με τ' άλλα χαρίσματα που κληρονόμησε 

από το Γέρο - Δαμασκηνό, 

είχε και το χάρισμα της μελέτης του θανάτου. 

Μετά την προσευχή του Αποδείπνου, 

έμπαινε μέσα σε νεκρικό κρεβάτι και ξάπλωνε 

ακουμπώντας το κεφάλι του σε μια πέτρα αντί για μαξιλάρι. 

Και τότε άρχιζε να σκέπτεται και να ζωντανεύει την εικόνα του θανάτου. 


Σχημάτιζε το σώμα του, όπως οι πεθαμένοι, και έλεγε στον εαυτό του: Ταλαίπωρε Χαράλαμπε, τώρα πεθαίνεις, άκου! Χτυπάνε για σένα οι καμπάνες του Κυριακού, οί Πατέρες τώρα λένε: Πάει ό Γέρο - Χαράλαμπος πέθανε, δε θα μας ενοχλεί πια με την παρουσία του και τη φλυαρία του, ό Θεός να συγχωρέσει και να αναπαύσει την ψυχή του. Ναι! Όλα αυτά είναι ωραία και καλά, αλλά συ ταλαίπωρε, Γέρο - Χαράλαμπε, τι θα κάνεις; Που θα πάς; Πώς θα παρουσιαστείς έτσι πού είσαι βρώμικος και ελεεινός στο Θεό, στο δίκαιο Κριτή, στο θρόνο του Θεού; τι έργα, τι καρπούς έχεις να του παρουσιάσεις; τι έκαμες σήμερα για το Θεό, για το συνάνθρωπο σου και για τον εαυτό σου; Άρα θα αξιωθείς να ιδείς τους αγίους Αγγέλους του Θεού; 


Τα θεία Αγγελικά Τάγματα, τις ουράνιες Ταξιαρχίες; τις Ιεραρχίες των Αγίων, των Πατριαρχών, των Αποστόλων, των Προφητών, των Ιεραρχών, των Οσίων, των Οσιομαρτύρων ανδρών και γυναικών, τα διάφορα Τάγματα των Δικαίων, των Βασιλέων, των Ιερομαρτύρων, των Μαρτύρων και όλων των δοξασμένων δούλων του Θεού, των σεσωσμένων και αγιασμένων; Άρα θα αξιωθείς ταλαίπωρε και αμαρτωλέ να ιδείς την Παντοβασίλισσαν Μαριάμ, τη μητέρα του Θεού, Κυρία Θεοτόκο, την έφορο και Προστάτη του Αγίου τούτου Τόπου, την ιδιαίτερη και ακαταίσχυντη Προστασία των χριστιανών και μόνη παρηγοριά των αγιορειτών Μοναχών. 


Άρα θα μπορέσεις άθλιε, να περάσεις τα εναέρια Τελώνια των παμπόνηρων Δαιμόνων, τα όποια από τη λύσσα και τη μανία πού τα κατέχει, αλλά και την επιθυμία πού έχουν να γκρεμίζουν όλους τους ανθρώπους στην Κόλαση, θα θελήσουν και σένα να σ' εμποδίσουν και να σε γκρεμίσουν στην άβυσσο της γέεννας του πυρός. Άρα θα μπορέσεις να τους ξεφύγεις και να φθάσεις στο θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού και να αξιωθείς να προσκυνήσεις την Παναγία Τριάδα; Αρα δε σε φοβίζει, Μοναχέ Χαράλαμπε, το ρητό της Αγίας Γραφής πού λέει: «Και ει ό δίκαιος μόλις σώζεται, ό ασεβής και αμαρτωλός που φανείτε;» (Α' Πέτρ. Δ' 18). 


Μ' αυτές τις σκέψεις και τις θεωρίες πλημμύριζαν τα μάτια του δάκρυα κι έμενε ξάγρυπνος μέχρι το πρωί, που αρχίναγε και πάλι ή προσευχή, ή εγκράτεια όλων των αισθήσεων και η σκληρή άσκηση της καινούργιας ημέρας. Με την καινούργια ήμερα έλεγε στον εαυτό του: «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν τω Βασιλεί ημών Θεώ. Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ τω Βασιλεί ημών Θεώ. Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτώ Χριστώ τω Βασιλεί και Θεώ ημών», δηλαδή έλεγε σ' όλες τις αισθήσεις του: Στα χέρια, στα πόδια, στα μάτια, στα αυτιά, στη γλώσσα, στο νου, στην καρδιά και σ' όλες τις κινήσεις της ψυχής του, ελάτε όλα μαζί να προσκυνήσομε το Θεό και να προσπέσομε σ' αυτόν, και πάλι από την αρχή έλεγε, ότι αυτό πρέπει να γίνεται σε κάθε στιγμή, αν θέλεις ταλαίπωρε να σε συγχωρέσει και να σε δεχτεί ο Θεός, να παραβλέψει τα πταίσματα, τα πλημμελήματα κι όλα τα εγκλήματα που έχουμε κάνει στη ζωή μας. 


Κατ' αυτόν τον τρόπο έζησε περίπου εξήντα χρόνια, στερημένα σχεδόν από κάθε υλική ανάπαυση και παρηγοριά. Σε μεγάλη ηλικία επήρε αυτόν ο Πανάγαθος Θεός στη Βασιλεία των Ουρανών στην αιώνια μακαριότητα. Οι Πατέρες της Σκήτης, πένθησαν τη στέρηση ενός ζωντανού παραδείγματος, πού και σ' αυτούς ανανέωνε τη συνεχή μνήμη του θανάτου, ή οποία είναι το καλύτερο χαλινάρι πού μπορεί να συγκρατήσει τον άνθρωπο από τις αδυναμίες του και τα διάφορα πάθη. Τέτοιοι Πατέρες, στο ύψος της αρετής αυτής ή σε μεγαλύτερα μέτρα θείας επιδόσεως και πνευματικής προκοπής είναι αναρίθμητοι. 



Κάθε ασκητική Καλύβα,

κάθε ερημητήριο και Ιερό ησυχαστήριο, 

αλλά και πολλές σπηλιές, έχουν αναδείξει πολλούς Πατέρες αγωνιστές 

και Όσιους ισότιμους και εφάμιλλους των παλαιών Πατέρων 

της Παλαιστίνης, της Λιβύης και της Θηβαίδος. 

Προς τούτο, 

μας πείθει και ή τελευταία γενομένη αποκάλυψη 

στο Δίκαιο της Ιεράς ταύτης Σκήτης, 

όπως μας την αφηγήθεί ο ίδιος. (ΙΖ' Αιώνας).



Ανδρέα Μοναχού: ''Γεροντικό του Αγίου Όρους'' 
έκδοση δ', Θεσσαλονίκη 1992. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η φωτογραφία της ανάρτησης ανήκει στην σελίδα του f.b. ''Ιερά Μονή Εσφιγμένου''.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

ΠΕΦΤΩ ΧΑΜΩ ΙΗΣΟΥ ΟΤΙ ΠΥΡ ΓΥΡΩ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ




Ενεθυμείτο ο Γέροντας Ιερώνυμος την πατρίδα του στην Καπαδοκία, γιατι αγαπούσε πολύ την ησυχία και έλεγε, πως εκεί υπήρχαν πολλοί ήσυχοι τόποι για προσευχή! Εν συγκρίσει με εδώ, τα σπίτια μας στην Ανατολή ήσαν ωσάν μοναστήρια! Όλοι ενήστευον, προηύχοντο με δάκρυα, αγρυπνούσαν, τραγούδια κοσμικά δεν ηκούοντο! Αν κανείς τραγουδούσε άσματα κοσμικά, αμέσως ήκουες οι μεγαλύτεροι να του λέγουν: -Αμαρτία, αμαρτία, σεϊτάν λαρί. 


Και ήρχιζαν να λέγουν διάφορους ύμνους εκκλησιαστικούς. -Όταν ήλθαμε στην Ελλάδα μετά την ανταλλαγή πολλά εσκανδαλίσθημεν, είπαμε: -Αμάν που ήλθαμε, αν ήταν δυνατόν με το πρώτον να επιστρέφαμε πίσω εις την πατρίδα μας την Ανατολήν. -Αλλά, που η ανατολή! -Έσβησε αυτή η λυχνία της Αποκαλύψεως και γι' αυτό ο παρών χειμών που έχει κατακλύσει τα πάντα! -Οι άνθρωποι εδώ δεν προσηύχοντο, δεν νήστευαν, δεν αγρυπνούσαν, δεν ενεδύσκοντο σεμνά, τραγουδούσαν άσματα κοσμικά. -Δεν γνώριζαν ποια είναι η δεξιά οδός και ποια η αριστερά. 


Κοντά εις τον Γέροντα Ιερώνυμο έβρισκαν οι άνθρωποι το ύδωρ, το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον (Ιω. δ' 14). (...) Άλλη φορά, διηγείτο ο Γέροντας, δια ένα ιερέα, όπου είχαν εις το Γκέλβερι, Ιωάννης το όνομα, έγγαμος και με οικογένεια. Ήτο πολλά κατανυκτικός, και όταν λειτουργούσε, δάκρυζε, αναστέναζε, και έκλαιγε ωσάν μικρό παιδί. Πολλάκις αργούσε εις τον καιρόν της επικλήσεως, όταν καθαγιάζοντο τα τίμια δώρα, πέντε λεπτά, δέκα λεπτά, δεκαπέντε λεπτά, και πάνω. Οι ψαλτάδες δεν ήξεραν τι να κάνουν. Έπεφταν εις αμηχανίαν! 


Έψελναν αργά το "Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, ..."μια φορά, δυό φορές, τρεις -μετά δεν ήξεραν τι να ψάλλουν. Να αρχίσουν Πολυέλεο; Μα δεν πήγαινε. Να ψάλλουν κοινωνικό; Μα κι' αυτό δεν άρμοζε. Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Λέγουσι μίαν ημέραν εις τους μαθητάς του πατρός Ιωάννου: Ο Δάσκαλος αργεί πολύ τον καιρό της επικλήσεως, και ημείς πέφτουμε εις απόγνωσιν, τι να κάνουμε. 


Ψέλνουμε συνέχεια το "Σε υμνούμεν", μα ο ευλογημένος δεν τελειώνει, δεν ακούμε το " Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου", και γίνεται χασμωδία έξω. Αυτοί πάλιν λέγουσιν εις τον πατέρα Ιωάννη: -Σεβάσμιε πάτερ, πολλάκις αργείς εις τον καιρόν της επικλήσεως, και οι ψαλτάδες και ο λαός περιμένουν έξω. 


Οι ψαλτάδες πέφτουν εις απόγνωσιν και αμηχανίαν, τι να λέγουν. Συγχώρησον, δεν δύνασαι να τελειώνεις την ευχήν, δια να μην γίνεται χασμωδία; Εκείνος ο ευλογημένος τους λέει εις απάντησιν: -Πως θα γίνει αυτό; -Εύκολον, του λέγουσιν. -Εκεί οπού είσαι μπρούμυτα, να σηκώνεσαι, και σφραγίζοντας τα τίμια δώρα με την δεξιάν σου εις σημείον του τιμίου σταυρού, να λες: 


Και ποίησον τον άρτον τούτον ... και το ποτήριον τούτο..." και τα λοιπά λόγια της ευχής και ούτω να τελειώνης". -Την ευχήν, τους απαντά, γινώσκω, και εις την φυλλάδα εστί γεγραμμένη, αλλ' ου δύναμαι. -Πως δεν δύνασαι, πατέρα μας; Συγχώρησόν μας, εύκολον είναι! 


Μόνο να αναγινώσκεις την ευχήν και να σφραγίζεις τα τίμια δώρα και έτσι τελειώνουμε. -Αυτό εύκολον ουκ έστιν, ότι πυρ γύρω της τραπέζης και δεν δύναμαι. -Την ευχήν λέω έως ενός σημείου, αλλά εξαίφνης ορώ πυρ γύρω της τραπέζης -δύο τρία μέτρα ύψος, και ου δύναμαι να εισέλθω εις το πυρ να σφραγίσω τα τίμια δώρα. 


Φόβος και τρόμος τότε εκεί και ουκ οίδα τι ποιήσω. -Πίπτω χαμαί, κλαίω, αναστενάζω. ικετεύω τον Πατέρα των φώτων, τον τατλή Ιησούν, το Πανάγιον Πνεύμα. "Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου!" φωνάζω, "Πλαστουργέ μου! Θεέ μου! φείσαι του πλάσματός Σου και άρον τας φλόγας ταύτας εις το εισελθείν με και σφραγίσαι τα τίμια δώρα"! -


Τότε σηκώνω τα όμματά μου και ατενίζω προς την αγίαν τράπεζαν. Εάν αι φλόγες έχουσιν καταπαύσει, σηκώνομαι και σφραγίζω τα δώρα. Εάν ου, τότε προσεύχομαι πάλι και ικετεύω μετά δακρύων και αναστεναγμών έως ότου, είτε καταπαύσει το πυρ, είτε ευρεθεί τρόπος ίνα εισέλθω εις το καταπέτασμα του πυρός χωρίς να καώ. Πότε - πότε, καταπαύει το πυρ και γίνονται όλα όπως το πριν. 


Πότε - πότε, χωρίζουν αι φλόγες ένθεν και ένθεν και γίνονται καμάρα και, ούτως τρέμων εισερχόμαι και τολμών εκτείνω την χείρα μου και σφραγίζω τα τίμια δώρα. Ακούοντας τοιαύτα εξαίσια, δεν ενόχλησαν άλλην φοράν τον πάτερ Ιωάννην περί τον χρόνον της επικλήσεως!


Όσιος Ιερώνυμος Αιγίνης


Print Friendly and PDF