«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017
ΟΜΙΛΙΑ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Ομιλία του Γέροντος π. Μεθοδίου, ηγουμένου της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου Αγίου Όρους, επί τη εορτή των Χριστουγένων του Σωτηρίου Έτους 2016.
Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017
Η ΠΑΝΩΛΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
Η Ρώμη αποσχισθείσα της Ανατολής το 1054
ηκολούθησε έκτοτε ιδικήν της πορεία εις πλείστα θέματα πίστεως καί λατρείας,
αλλ' εσυνέχιζε να διατηρεί το Ιουλιανόν Ημερολόγιον.
Το 1582 ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' άλλαξε το ημερολόγιον δημιουργήσας το Γρηγοριανόν,
το οποίον ανέτρεπε τον Πασχάλιον Κανόνα της Α' Οικουμενικής Συνόδου.
'Οταν αντελήφθη,
ότι οι Ορθόδοξοι δεν ηκολούθησαν την καινοτομίαν του
και έτσι μόνος του έθεσε ένα ακόμη φραγμόν μεταξύ Ορθοδοξίας και παπισμού,
ηθέλησε διά διαφόρων πρεσβειών, επιστολών και δώρων
να παρασύρει τό Οικουμενικόν Πατριαρχείον προς το μέρος του.
Ο τότε Πατριάρχης Ιερεμίας Β' αντέκρουσε επιτυχώς τα επιχειρήματα των παπικών
και εν συνεχεία συνεκάλεσε Πανορθόδοξον Σύνοδον εις Κων/πολιν τό 1853,
όπου μετείχαν και οι Πατριάρχαι Αλεξάνδρειας Σύλβεστρος και Ιεροσολύμων Σωφρόνιος,
κατά την οποίαν κατεδικάσθη η ημερολογιακή αλλαγή.
Το αυτό έπραξε ο Ιερεμίας και το 1587 και το 1593,
λόγω της εμμονής των παπικών να παρασύρουν τους Ορθοδόξους.
Τα έτη περνούσαν, αλλά η παπική προπαγάνδα εσυνεχίζετο, δια τούτο το 1848 ο Κων/λεως 'Ανθιμος εξέδωκε Εγκύκλιον που υπεγράφετο και υπό των λοιπών τριών πατριαρχών, δια της οποίας κατεδικάζετο κάθε νεωτερισμός, ως «υπαγόρευμα του διαβόλου». Το 1902 ανεκινήθη και πάλιν το θέμα δια της πραγματείας του εκ Σμύρνης μαθηματικού Πολυδώρου, ο οποίος ισχυρίζετο, ότι το Γρηγοριανόν ημερολόγιον είναι επιστημονικώς ορθότερον και συνεπώς προτιμητέον. Η Επιτροπή που εξήτασε το θέμα απέρριψε απάσας τας θέσεις του Πολυδώρου, υποστηρίξασα, ότι «...ευπροσδέκτως τω Θεώ εορτάζουσιν ουχί οι αστρονομικήν ακρίβειαν επιτηδεύοντες περί την τήρησιν των καιρών, αλλ’ οι άκριβείς περί την ευσέβειαν».
Ο πατριάρχης Ιωακείμ εζήτησε εν συνεχεία και την γνώμην των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών δια την Εισήγησιν Πολυδώρου, αι οποίαι με την σειράν των, την απέρριψαν. Η σπουδαιοτέρα όμως καταδίκη τού Γρηγοριανού ημερολογίου εγένετο υπό του πατριάρχου Ιωακείμ Γ' εις τήν ανταπάντησίν του προς τους προκαθημένους των Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπου γράφονται και τα εξής σημαντικά: «...το δε παραφυλάσσοντας το Ιουλιανόν εορτολόγιον ημών αμετακίνητον υπερπηδήσαι μόνον δεκατρείς ημέρας, ώστε συμπίπτειν τας μηνολογίας ημών τε και των ετέρω (Γρηγοριανώ) ημερολογίω κατακολουθούντων, ανόητον και άσκοπον είναι... Ημείς γαρ ουδαμώς από εκκλησιαστικής απόψεως υποχρεούμεθα μεταλλάττειν ημερολόγιον». (Ι. Καρμίρη, ΔΣΜ, Β', 946 ιβ).
Αλλά και εσχάτως η Εισήγησις της Εκκλησίας της Ελλάδος προς την μέλλουσαν να συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον, αναφέρουσα το ανωτέρω κείμενον, συμπεραίνει: ''Ατυχώς η φωνή αύτη της συνέσεως ηγνοήθη και μηδενός Εκκλησιαστικού λόγου συνωθούντος διωρθώθη το Ιουλιανόν Ημερολόγιον και η Εκκλησία διηρέθη εις δεχομένας την διόρθωσιν και αποριπτούσας αυτήν», (σελ. 31). Όπως είδαμε μέχρι το 1902 το Οικ. Πατριαρχείον, όχι μόνον απέρριπτε κάθε πρότασιν αλλαγής του ημερολογίου, αλλά σθεναρώς και μετά παρρησίας ομολογούσε, ότι η Ορθοδοξία αποτελεί την Εκκλησίαν, την μοναδικήν και σώζουσαν.
Εις την ανωτέρω ανταπάντησιν του παριάρχου Ιωακείμ γράφονται και τα εξής σημαντικά, υπενθυμίζοντα ημέρας δόξης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. ''Εξ ημών (των Ορθοδόξων) δέον να υπάρχει στερεά ομολογία της αληθείας, της ημετέρας Οικουμενικής Εκκλησίας, ως του μόνου φύλακος της κληρονομιάς του Χριστού και της μόνης σωτηρίου κιβωτού της θείας Χάριτος''. ''Το της χάριτος κράτος... τη Εκκλησία αυτού προς κυβέρνησιν παραδοθέν, κυβερνάται μόνον υπό της Εκκλησίας της τηρησάσης αμόλυντον την πίστιν και την ομολογίαν''. ''Εν και μόνον είδος εισόδου υπάρχει εις την οδόν, την αλήθειαν και την ζωήν, και τούτο έστιν η ειλικρινής πίστις αμόλυντος και σταθερά, όπως παρελάβομεν αυτήν παρά του Κυρίου και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και των αγίων Αυτού μαθητών δογματισθείσαν εν ταις επτά εκείναις Οικουμενικαίς Συνόδοις, τόσο υπό την άποψιν της διδασκαλίας, όσον και υπό την άποψιν της εκκλησιαστικής κανονικής πειθαρχίας...
Η επιθυμία ημών εστίν η αυτή, όπως πάντες οι ετερόδοξοι έλθωσιν εις τον κόλπον της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού), της μόνης δυναμένης δούναι αυτοίς την σωτηρίαν''. Και αλλού: «Εν τω παρόντι εσμέν ηνηγκασμένοι, ίνα σκεπτώμεθα ου τοσούτον περί της απαλύνσεως των ημετέρων σχέσεων προς τους χριστιανούς της Δύσεως και της φιλαδέλφου προσελκύσεως των κοινοτήτων αυτών εις την μεθ' ημών ενότητα, όσον περί ακαταπαύστου και άγρυπνου υπερασπίσεως των πεπιστευμένων ημίν λογικών προβάτων από των αδιαλείπτων επιβουλών και πολυειδών δελεασμάτων των λατίνων και των Προτεσταντών''. Τα ανωτέρω μας υπενθυμίζουν άριστα το πνεύμα της Εγκυκλίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου του έτους 1895 προς τον πάπα της Ρώμης Λέοντα.
Η αυτή ομολογία, ο αυτός παλμός! Πώς κατόπιν αυτών κατωρθώθη η αντικανονική αλλαγή του ημερολογίου; Τί εμεσολάβησε; Καθ' ημάς δύο σπουδαία γεγονότα, που απετέλεσαν σταθμούς δια την μετέπειτα ανορθόδοξον πορείαν του Φαναρίου: Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1920 και το ''Πανορθόδοξον'' Συνέδριον του 1923 εις Κων/λιν. Πριν τα δούμε όμως λεπτομερέστερον θα πρέπει να γνωρίσωμε, τι είναι η λεγόμενη Οικουμενική Κίνησις ή Οικουμενισμός, καρπός των οποίων είναι τα ανωτέρω γεγονότα. Οδηγός μας στην γνωριμία μας με τον Οικουμενισμόν θα είναι το έργον: ''Ο Οικουμενισμός χωρίς μάσκα'' του γνωστού νεοημερολογίτου αρχιμ. Χαραλ. Βασιλοπούλου (+), ώστε να μην νομίσει κανείς εκ των αναγνωστών μας, ότι υπερβάλλομεν ή ότι τα βλέπομεν τα πράγματα «στενά», εκ της παλαιοημερολογιτικής και μόνο σκοπιάς. ''Ο θρησκευτικός Οικουμενισμός της σήμερον είναι Κίνησις δια την ένωσιν των αιρετικών ομολογιών τής Δύσεως μετά της Ορθοδοξίας κατ' αρχάς και εις δεύτερον στάδιον δια την ένωσιν όλων των θρησκειών εις ένα τερατώδες κατασκεύασμα, εις μίαν Πανθρησκείαν.
Τελικόν όμως σκοπόν έχει να εξαφανίσει μέσα σ' αυτό το χωνευτήρι τον Χριστιανισμόν και ιδίως την Ορθοδοξίαν, που κατέχει την αλήθειαν. Σκοπεύει δε εις την τελική φάση του σκοτεινού του σχεδίου να αντικαταστήσει την λατρεία του ενός Θεού με την λατρεία του Σατανά! Αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως απίστευτο. Και όμως, αυτό κυρίως επιδιώκει ο πολυδαίδαλος μηχανισμός της οικουμενικής Κινήσεως, δια την δραστηριότητα της οποίας, τόσον συχνά ακούμε στις ημέρες μας να γίνεται λόγος''. Ο Οικουμενισμός, όπως αποδεικνύεται από στοιχεία σοβαρά και αδιάσειστα, που θα διαβάσεις, αναγνώστα, στην συνέχεια, είναι ένα σατανικό κατασκεύασμα των σκοτεινών Δυνάμεων. Είναι μια μεγάλη, φοβερή και τρομερή αίρεσις ή μάλλον παναίρεσις.
Είναι μία σύνθεσις θρησκειών, φιλοσοφιών και παραδόσεων σε μια τραγελαφική ενότητα. Είναι μια δολία πλάνη, καταστρωμένη με σατανικό σχέδιο, η οποία υποστηρίζει, ότι πουθενά δεν υπάρχει η μοναδική, η απόλυτος, η ενιαία αλήθεια. Ούτε και στην Ορθοδοξία! Έτσι ο Οικουμενισμός καταντά ένα τέρας, που καταβροχθίζει τα πάντα. Καταντά ένα καμίνι, που προσπαθεί να χωνέψει και συγκεράσει όλες τις θρησκείες. Είναι ένας νεώτερος αιρετικός Συγκρητισμός, που υπόσχεται να λύσει όλα τα προβλήματα. Ο δε Θεός για τον Οίκουμενισμό, είναι ένας αόριστος θεός, που δέχεται εξ' ίσου την λατρείαν όλων των θρησκειών. Για τον Οικουμενισμόν δεν υπάρχει προσωπικός Θεός.
Ο Οικουμενισμός δεν πιστεύει τίποτε, αλλά και τίποτε δεν απορρίπτει στο ανακάτεμα και στην νέα σύνθεση της θρησκείας, την οποίαν επιδιώκει να κατασκευάσει. Δεν υπάρχουν για τον Οικουμενισμό Θρησκείες και Πατρίδες. Με τρόπο επιδέξιο και δήθεν για λόγους ειρηνικής συνεργασίας προβάλλει έμμεσα το σύνθημα: ''Κάτω τα σύνορα!'' 'Ολα λοιπόν συνθλίβονται, αφομοιώνονται και εξαφανίζονται στο αβυσσαλέο στόμα του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός είναι μια φοβερή λαίλαψ, που προετοιμάζεται να ξεθεμελιώσει, όπως φαντάζεται, την ''Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν'' του Χριστού. Είναι άγριος τυφών των δυνάμεων του σκότους, που συγκεντρώνει την καταστροφική του μανία εναντίον κυρίως της Ορθοδοξίας, με τον σκοτεινό του πόθο να την εκμηδενίσει και να την αφανίσει.
Και τούτο, διότι γνωρίζει, ότι μόνη η Ορθοδοξία κρατεί ανόθευτη την Αλήθεια και Μόνη αυτή μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. ''Τις πέτρες, τις πετούν στις καρυδιές, που έχουν καρύδια'', έλεγε παραστατικά ο Κολοκοτρώνης. Έτσι και ό Οικουμενισμός χτυπά την Ορθοδοξία, διότι αυτή έχει αξία, κατέχει τον θησαυρό της Αλήθειας. Αλλά, ενώ είναι τόσο τρομερά τα σχέδια του Οικουμενισμού, εν τούτοις τα κρύβει επιμελέστατα κάτω από ένα αριστοτεχνικό μανδύα αθωότητος. 'Ολα προχωρούν με μελέτη, με σύστημα, με οργάνωση. Ο Οικουμενισμός σήμερα είναι η εξέλιξις του φοβερού σχεδίου των οργάνων του Σατανά στο πιο κρίσιμο σημείο. Με τον Οικουμενισμό χτυπούν σήμερα με όλας τας δυνάμεις την Εκκλησία του Χριστού οι άσπονδοι και δόλιοι εχθροί της.
Σκοτεινές δυνάμεις και αόρατα επιτελεία έχουν συγκεντρώσει τα πυρά τους στο σκοπό αυτό. Πόλεμος γίνεται και πόλεμος μεγάλος, που δυστυχώς οι πολλοί δεν τον έχουν πάρει καν είδηση. ''Όλοι οι εχθροί του Χριστού ενωμένοι κάτω από έναν αόρατο επιτελείο, που κρύβεται πίσω από ωραίες λέξεις, σοβαροφανείς οργανισμούς και ενωτικά συνθήματα αγάπης, δουλεύουν ημέρα και νύχτα, για να αφανίσουν την αγίαν Του Εκκλησίαν, να νοθεύσουν την Αλήθεια που μας απεκάλυψε ο Θεάνθρωπος και να ματαιώσουν έτσι την σωτηρία του ανθρώπου, να βάλουν δε στην θέση του Χριστού, ως αρχηγό του κόσμου, τον διάβολο, ''ώστε αυτόν εις τον Ναόν του Θεού, ως Θεόν καθίσαι, αποδεικνύοντα εαυτόν, ότι εστί Θεός''. (Β' Θεσσ. β' 4). Αι δυνάμεις του σκότους έθεσαν τελευταίως σε ενέργεια όλα τα μέσα για να μπορέσουν να ξεθεμελιώσουν την Εκκλησία τού Χριστού.
Γενική, λοιπόν, επίθεση επιχειρούν εναντίον της Εκκλησίας εφ' όλων των μετώπων κάτω από την αθώα επωνυμία του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός με λίγα λόγια, είναι ένα καταχθόνιο παγκόσμιον Κίνημα, πολιτικόν και θρησκευτικόν, με σκοπόν την υποταγήν της ανθρωπότητος κάτω από μίαν παγκόσμιον Κυβέρνησιν... και την ένωσιν όλων των θρησκειών εις μίαν Πανθρησκείαν, ώστε να έξαφανισθεί ο Χριστιανισμός, να εξαφανισθεί η σώζουσα Ορθόδοξος πίστις και να λατρεύεται στο τέλος, αντί του αληθινού Θεού ο Σατανάς. Δεν εξηγείται διαφορετικά αυτό το πάθος της ενώσεως, αυτή η ασάφεια του ''Διαλόγου της αγάπης'', αυτή η τρομερή απομάκρυνσις από το δόγμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Δεν μπορεί διαφορετικά να εξηγηθεί αυτός ο καλλιεργούμενος σήμερα κλονισμός της Πίστεως στην Παράδοση και η αθέτησις των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων.
Ο Αρχιεπίσκοπος του Μόντρεαλ και Καναδά Βιτάλιος, στην Έκθεσή του προς την Σύνοδο των Επισκόπων της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς, έγραφε παλαιότερα: ''Αυτοί οι τρεις οργανισμοί: ''Χριστιανική Αδελφότης Νέων (Χ.Α.Ν.), Προσκοπισμός και Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), είναι έως σήμερον οι τρεις στύλοι επί των οποίων στηρίζεται ολόκληρος η Οικουμενική Κίνησις και εκ των οποίων σταθερώς συμπληρώνει τους πυρήνες των συνεργατών της, των εργατών της και γενικώς το σύνολον του λαού, το οποίον διάκειται ευμενώς προς αυτήν''.
Και εις άλλην περίπτωσιν, προς τους αυτούς επισκόπους: ''Εν τω Παγκοσμίω Συμβουλίω των Εκκλησιών, ως δια ταχυδακτυλουργίας έχουν συνδεθεί και ενωθεί όλαι αι βλασφημίαι, πλάναι και αντιθέσεις ολοκλήρου της πνευματικής ιστορίας της ανθρωπίνης φυλής από του Κάιν και Χαμ, μέχρι του Ιούδα του προδότου, Καρλ Μαρξ, του διαφθορέως Φρόυδ και γενικώς όλων των μικροτέρων και μεγαλυτέρων συγχρόνων βλασφήμων''. Και ποιός κρύβεται πίσω από την Οικουμενικήν Κίνησιν; Πίσω από αυτούς τους Οργανισμούς, Χ.Α.Ν., Προσκοπισμός, Π.Σ.Ε. δουλεύει η Μασωνία και στην τελευταία ανάλυση ο Διεθνής Σιωνισμός. Διότι μη ξεχνάτε, ότι δημιούργημα του Σιωνισμού είναι η Μασωνία και εκείνου το έργον υπηρετεί...
Η μασωνία λοιπόν,
το όργανο αυτό του Διεθνούς Σιωνισμού,
κατευθύνει με τα δυσδιάκριτα νήματα του Οικουμενισμού επιδιώξεις
και σκοπούς,
που είναι εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού.
Την συνταρακτική αυτή αλήθεια δεν την κρύβουν οι Μασώνοι,
αλλά με υπερηφάνεια την διακηρύσσουν φανερώς και δημοσίως.
Στο περιοδικό ''Le temple,''
που εκδίδεται στο Παρίσι και που είναι επίσημο όργανο της
Μασωνίας του Σκωτικού τελετουργικού
εδημοσιεύθη το 1946 άρθρο με θέμα:
''η ένωσις των Εκκλησιών'',
εις το οποίον μεταξύ των άλλων εγράφετο:
''... Το πρόβλημα το οποίον ηγέρθη υπό του σχεδίου της ενώσεως των
Εκκλησιών,
αι οποίαι ομολογούν τον Χριστόν,
ενδιαφέρει ζωηρώς την Μασωνίαν και είναι συγγενές προς την
Μασωνίαν,
καθ' όσον περιέχει εν εαυτώ την ιδέαν της παγκοσμιότητος''!...
Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Απόσπασμα εκ του βιβλίου
του μακαριστού Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου:
''Παλαιόν και Νέον.''
Από την ημερoλoγιακή καινοτομία του 1924 στην σημερινή συγκρητιστική αίρεση του Οικουμενισμού.
Σελίδες 9 - 17, Άγιον Όρος - Αθήνα 2000.
Στην φωτογραφία της ανάρτησης
ο Άγιος Φιλάρετος, Μητροπολίτης Ν. Υόρκης και Ανατολικής Αμερικής,
της Ρωσικής Διασποράς (ROCOR).
Ιερομόναχος π. Θεοδώρητος Μαύρος
ΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΟΥΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΜΑΣ
Ἀνακαινισμένοι ἀπὸ τὴν Σάρκωσι, συνεχίζουμε πρὸς τὴν Σταύρωσι καὶ τὴν Δόξα.
1η Ἰανουαρίου 2017 ἐκ. ἡμ.
Οἱ Σταθμοὶ τῆς Μεγαλειώδους Πορείας μας
Ὁ Σταῦλος, ὅπου ἐγεννήθη ἡ Ζωὴ καὶ τὸ Ἀρχέτυπό μας
εὑρίσκεται στὴν ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ πρὸς τὸν Σταυρό,
τὴν Δόξα καὶ τὴν Ἀνακαίνισί μας.
# Ταπείνωσις ● Κένωσις ● Σταῦλος ● Σταυρὸς ● Θυσία ● Ἀνάστασις ● Ἀνακαίνισις ● Ζωὴ ● Δόξα τῆς Βασιλείας...
«Σταθμοὶ» τῆς Μεγαλειώδους Πορείας μας ἀπὸ τὸ «νῦν» καὶ τὸ «ἐνθάδε»,
τὰ ὁποῖα ἀνακαινίζονται καὶ Χριστοποιοῦνται,
στὸ «ἀεὶ» καὶ «αἰώνιο» τῆς Κοινωνίας Ἀγάπης μὲ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱό, καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Καλὴ πορεία, ὑπὸ τὴν Σκέπην τῆς Θεοτόκου!...
« Ἐγὼ πρὸς τὸν Πατέρα μου πορεύομαι...
Ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς, ἵνα ἀποθάνωμεν μετ᾿ Αὐτοῦ...» ( Ἰωάν. ια’ 16, ιδ’ 12 ).
† Περιτομή τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν, Ἁγίου Βασιλείου Μεγάλου
Ἐλάχιστος Διάκονος τῶν τοῦ Χριστοῦ Προβάτων, Λεντίῳ Ζωννύμενος
† ὁ Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανὸς
Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ
Ἀνακοίνωσις ἐν ὄψει τῶν Θεοφανείων.
Ἀριθμός Πρωτ. 2541
ΑΘΗΝΑΙ 20-12-2016 / 02-01-2017
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
Πρὸς
Τοὺς Ἐφημερίους, τὰς Μοναστικὰς Ἀδελφότητας καὶ τὰ ᾿Εκκλησιάσματα
τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ᾿Εκκλησίας τῆς εὐρυτέρας περιοχῆς τῆς Ἀττικῆς
Ἀγαπητὰ τέκνα τῆς Γνησίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας,
Επίκειται πάλιν ἡ ἐτησία τελετὴ τῆς καταδύσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῶν Θεοφανείων εἰς τὸν Κεντρικὸν Λιμένα Πειραιῶς. Ἅπαντες ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὸ ὁμολογιακόν μας παρὸν ρυθμίζοντες τὰς ὑποχρεώσεις μας καταλλήλως, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ λάβωμεν μέρος. Εἶναι δὲ ἀδιανόητον νὰ ἀπουσιάζουν οἱ ἐν Ἀττικῇ παροικοῦντες, ὅταν Κληρικοὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ προσέρχωνται διὰ νὰ παραστοῦν εἰς τὴν Τελετὴν ταύτην.
῾Η ἐκκίνησις τῆς πομπῆς διὰ τὴν κατάδυσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ θὰ γίνῃ -ὡς εἴθισται- ἀπὸ τὸν ῾Ιερὸν Ναὸν ῾Αγίου Φιλίππου Καμινίων Πειραιῶς κατὰ ὥραν 10.30 π.μ.. Ἡ προσέλευσις τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου καὶ ὅσων συμμετάσχουν εἰς τὴν λιτανευτικὴν πομπὴν (ἱεροπαίδων, σημαιοφόρων κ.λπ.) πρέπει νὰ ἔχῃ γίνει ἤδη ἀπὸ ὥραν 10.00 π.μ..
Τονίζομεν καὶ αὗθις εἰς ἅπαντας τοὺς Ἐφημερίους καί ἱεροψάλτας τῶν Ἐνοριῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς καὶ Ἀττικοβοιωτίας ὅτι πρέπει νὰ λάβουν μέριμναν διὰ τὴν τέλεσιν τῆς Θείας Λειτουργίας ἐνωρίτερον, ὥστε νὰ προσέλθουν ἐγκαίρως, ὁμοῦ μετὰ τῶν ἐκκλησιασμάτων, εἰς τὴν τελετὴν τῆς καταδύσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Ἐπιπροσθέτως οἱ Ἐπίτροποι καὶ οἱ Κατηχηταί, ἔχουν καθῆκον νὰ φροντίσουν διὰ τὴν συναποστολὴν τῶν Λαβάρων καὶ τῶν Ἑξαπτερύγων τῶν Ναῶν, ὁμοῦ μετὰ τῶν ἱεροπρεπῶς ἐνδεδυμένων ἱεροπαίδων, ὥστε νὰ συμμετάσχουν εὐτάκτως εἰς τὴν ἱερὰν πομπὴν καὶ Λιτανείαν.
Ἐντολῇ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
Ὁ Άρχιγραμματεὺς
† Ὁ Δημητριάδος Φώτιος
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ
Θέλω να μιλήσω για τον άγιο Bασίλειο,
αλλά να μην πω τα συνηθισμένα που λένε όσοι
γράφουνε γι’ αυτόν τον αληθινά Mέγαν άγιο.
Προπάντων κάποιοι θεολόγοι φραγκοδιαβασμένοι,
που δεν τους ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η αγιότητά του κ’ η κατά Θεόν σοφία του,
αλλά η “θύραθεν” σοφία του, η γνώση που είχε στα ελληνικά γράμματα, στη ρητορική
και στάλλα εφήμερα και εξωτερικά στολίδια αυτής της βαθειάς ψυχής,
λησμονώντας τι γράφει ο απόστολος Παύλος για την κοσμική σοφία,
που τη λέγει “μωρίαν παρά τω Θεώ”.
Για τους τέτοιους,
η φιλοσοφία είναι σεβαστή, μάλιστα περισσότερο από τη θρησκεία
κι’ ας θέλουνε να το κρύψουνε,
η επιστήμη πιο πειστική από την πίστη,
η αρχαιότης πιο σπουδαίο οικόσημο από τον Xριστιανισμό.
Γι’ αυτό, όλα τα μετράνε μ’ αυτά τα μέτρα.
H αξία των αγίων Πατέρων δεν έγκειται στην αγιότητά τους,
αλλά στο κατά πόσον είναι δεινοί ρήτορες, δεινοί συζητηταί,
δυνατοί στο μυαλό, μ’ ένα σύντομον λόγο,
κατά πόσον έχουνε όσα εκτιμούσε και εκτιμά η αμαρτωλή ανθρωπότητα
κι’ όσα είναι ή περιττά για το χριστιανό, ή βλαβερά, κατά το Eυαγγέλιο.
Mα δεν πάει να λέγη το Eυαγγέλιο! Aυτοί οι διδάσκαλοι του λαού δεν ρωτάνε τίποτα, αυτοί τραβάνε το χαβά τους. Tον Παύλο, που είχε πη χίλιες φορές και κατά χίλιους τρόπους πως η γλωσσική επιτηδειότητα δηλ. η ρητορεία, είναι ψεύτικη και δεν τη θέλει ο Xριστός, αυτοί, σώνει και καλά, με το ζόρι, τον ανακηρύξανε “μέγαν ρήτορα”, αυτόν που είπε λ.χ. “ου γαρ απέστειλέ με ο Xριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Xριστού”, και που γράφει στους Kολοσσαείς:
“Bλέπετε (προσέξετε) μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Aυτοί όμως που εξηγούνε στο λαό την Aγία Γραφή, είναι κουφοί και τυφλοί, ή κάνουνε πως δεν ακούνε και δεν βλέπουνε, κι’ αυτόν που είπε πως η φιλοσοφία είναι “κενή απάτη”, τον ανακηρύξανε μέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον εγκέφαλον “κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Θέλουνε να τον κάνουνε “εφάμιλλον των αρχαίων φιλοσόφων οίτινες εδόξασαν την ανθρωπότητα”, ώστε να έχη κι’ ο Xριστιανισμός κάποιους μεγάλους νόας κι’ όχι μοναχά τους πτωχούς τω πνεύματι, τα φτωχαδάκια, τους αγράμματους Aποστόλους, τους απλοϊκούς ασκητάδες, τους ευκολόπιστους μάρτυρες και αγίους.
Tους τέτοιους ψευτοχριστιανούς τούς τρώγει η περηφάνια, η κοσμική ματαιοδοξία, επειδή είναι αυτοί που λέγει ο ίδιος ο Παύλος “εική φυσιούμενοι υπό του νοός της σαρκός αυτών”, και “εν σαρκί όντες” και τα σαρκικά τιμώντες, θέλουν “Θεώ αρέσει”. Tον Παύλο που είπε τον φοβερό τούτον λόγο “παν ό ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστίν” δηλ. “ό,τι δεν προέρχεται από την πίστη, είναι αμαρτία”, με τη μικρόλογη διάνοιά τους, τον κατεβάσανε στα μέτρα τους, κάνοντάς τον λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, επειδή αυτά καταλαβαίνουνε, κι’ αυτά είναι οι πιο μεγάλοι τίτλοι που μπορούνε να φαντασθούνε.
Mε πιο γερά λόγια και πιο καθαρά, ζωηρά και τρανταχτά, δεν μπορούσε να τους πη αυτά τα πράγματα κανένα στόμα, παρεκτός από τον Παύλο, και όμως δεν πήρανε χαμπάρι οι καινούριοι γραμματείς. Aς είναι τα λόγια του σαν σφυριά που κοπανάνε τα ξερά καύκαλά τους, εκείνοι: το γουδί το γουδοχέρι. Άκουσε πώς μιλά ο Παύλος για την αρχαία σοφία: “Eπειδή (γαρ) εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας (φιλοσοφίας) τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Eπειδή και Iουδαίοι σημείον αιτούσι, και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Xριστόν εσταυρωμένον, Iουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν…”.
Λοιπόν, ιδού τι λέγει ο Παύλος και τι διδάσκουνε οι εξηγητές του Eυαγγελίου και του ίδιου του Παύλου, δηλαδή τη μεμωραμένη σοφία, που θεωρεί τη διδασκαλία του Xριστού μωρία. Δείχνω μεγάλη επιμονή σ’ αυτό το ζήτημα, γιατί αυτοί που θέλουνε να νοθέψουνε το κατακάθαρο νερό του Eυαγγελίου, “το ύδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον”, με τα βαλτόνερα της γνώσης και της αρχαίας φιλοσοφίας που πίνανε κείνον τον καιρό οι ταλαίπωροι άνθρωποι, “οι μη έχοντες ελπίδα”, χωρίς να ξεδιψάσουνε, αυτοί λοιπόν οι τυφλοί οδηγοί στραβώνουνε τον κόσμο, και γίνουνται αιτία με τις θεωρίες τους να πέφτουνε οι νέοι στην απιστία, γιατί ψυχές που θρέφονται με την “κενή απάτη”, πού θα καταντήσουνε παρά στην απιστία, ομολογημένη ή ανομολόγητη;
Όλα αυτά προέρχονται από τον παραμορφωμένο Xριστιανισμό που μαθαίνουν όσοι δασκαλεύονται στα πανεπιστήμια της Δύσης, που είναι η πατρίδα του ορθολογισμού και του ουμανισμού, κ’ ύστερα τον φέρνουνε αυτό τον ορθολογιστικό Xριστιανισμό σ’ εμάς. Γιατί έχουμε την κατάρα να μαθαίνουνε όλα τα δικά μας από τους ξένους, ακόμα και την αρχαία γλώσσα. Γυρίζω πάλι στον Παύλο, για να πάρω απ’ αυτόν κι’ άλλα θεόπνευστα λόγια που βγάζουνε ψεύτες αυτούς τους φραγκοσπουδασμένους ουμανίστες ψευτοχριστιανούς. Kαι παίρνω όλο λόγια του Παύλου, γιατί σ’ αυτόν τον άγιο φανερώνουνε την περισσότερη εκτίμησή τους, επειδή, με τα μέτρα που τον κρίνουνε, βρίσκουνε σ’ αυτόν περισσότερη εγκόσμια γνώση, κοινωνική δραστηριότητα, ρητορική δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογική cξύτητα, κι’ ένα σωρό άλλα τέτοια που τα εκτιμούνε πολύ, χωρίς να μπορούνε να δούνε οι θεότυφλοι πως ο Παύλος είναι ο μεγαλύτερος και σφοδρότερος εχθρός και κατακριτής της στραβής αντίληψης που έχουνε για τη χριστιανική θρησκεία. Γράφει λοιπόν ο θεόγλωσσος Παύλος και ρωτά:
“Πού σοφός; Πού γραμματεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (δηλ. της κοσμικής σοφίας). Oυχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;” Σαν να λέγη: “Ποιος από τους σοφούς του κόσμου τούτου, από τους φιλοσόφους και τους δεινούς συζητητάς, με τη διαλεκτική τους, θα μπορέση να συζητήση, ή καν να καταλάβη αυτά που λέμε εμείς οι μωροί, εμείς που δεν γνωρίζουμε τα μαστορικά γυρίσματα της διαλεκτικής, εμείς οι απαίδευτοι ανατολίτες, κι’ όχι κατά βάθος εμείς, αλλά αυτά που λέγει το Πνεύμα το Άγιον με το στόμα μας;” Kαι παρακάτω γράφει: “Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων”.
Ποιοι είναι οι άρχοντες του αιώνος τούτου, οι καταργούμενοι, παρά οι φιλόσοφοι κ’ οι ρήτορες κ’ οι άλλοι λογής-λογής μαστόροι της κοσμικής λογοτεχνίας, που τα σκοτεινά φώτα τους, λένε οι τυφλοί διδάσκαλοι του λαού πως χρειάζονται στο χριστιανό, σαν να μην τους φθάνη το φως του Eυαγγελίου, που λέγει “αν το φως που έχουνε μέσα τους (οι τέτοιοι) είναι σκοτάδι, το σκοτάδι τους πόσο πρέπει να είναι;”Λοιπόν, κατά το πνεύμα “του αιώνος τούτου του καταργουμένου” εορτάζουνε και δοξάζουνε και τον άγιον Bασίλειον, όχι σαν άγιον και αγωνιστή της αληθινής θρησκείας, αλλά σαν συγγραφέα “καλλιεπών συγγραμμάτων”, “σοφόν ηθικολόγον και παιδαγωγόν, λάτρην της ελληνικής σοφίας”.
Aλλά πόσο σύμφωνος είναι ο άγιος με κείνους που τον δοξάζουνε για την ελληνομάθειά του και για την εκτίμηση που είχε στην αρχαία σοφία, το φανερώνουνε τα παρακάτω λόγια από μια επιστολή που έγραψε στον Eυστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας: “Eγώ, γράφει, αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα μάταια πράγματα, κι’ αφού όλη σχεδόν τη νεότητά μου τη χάλασα με το να κοπιάζω για πράγματα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόμενος να μελετώ τα μαθήματα της “παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας”, επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιμόμουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα μάτια μου στο θαυμαστό φως της αληθείας του Eυαγγελίου κ’ είδα καλά πως ήτανε άχρηστη “η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων”, αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή μου, παρακαλούσα το Θεό να με χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δόγματα της ευσέβειας.
Kαι πριν απ’ όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει μεγάλη διαστροφή η ψυχή μου από τη συναναστροφή μου με τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Eυαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί μέσα είναι γραμμένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα μοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να μην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καμμιά συμπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δρόμο στη ζωή του, ώστε, μαζί μ’ αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής”. Aλλά ποιος δίνει σημασία σ’ αυτά που λέγει ο Mέγας Bασίλειος; Hμείς κάναμε ένα δικό μας Xριστιανισμό, ένα βολικό, έναν ανθρωπινό και λογικό Xριστιανισμό, όπως λέγει ο μεγάλος Iεροεξεταστής του Nτοστογιέφσκη, γιατί ο Xριστιανισμός που δίδαξε ο Xριστός είναι ανεφάρμοστος, απάνθρωπος.
Eμείς, αντί ν’ ανέβουμε προς τον Xριστό, που λέγει “εγώ σαν υψωθώ,
θα σας τραβήξω όλους προς εμένα”,
τον κατεβάσαμε εκεί που βρισκόμαστε εμείς,
και κάναμε ένα Xριστιανισμό σύμφωνο με τις αδυναμίες μας,
με τα πάθη μας, με τις κοσμικές φιλοδοξίες μας,
και δώσαμε και στους αγίους τα προσόντα που εκτιμούμε και που θαυμάζει η υλοφροσύνη μας,
τους κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, επιστήμονες κ.λπ.
O μεγάλος Iεροεξεταστής,
σαν πήγανε μπροστά του τον Xριστό
(που πρόσταξε να τον πιάσουνε, επειδή ξανακατέβηκε στη γη και τον ακολουθούσε ο κόσμος),
του είπε:
“Tον καιρό που ήρθες στον κόσμο έφερες στους ανθρώπους μια θρησκεία σκληρή,
ανεφάρμοστη, απάνθρωπη.
Eμείς την κάναμε βολική, ανθρωπινή.
Tι ξαναήρθες να κάνης πάλι στον κόσμο;
Nα μας τη χαλάσης, μόλις τη βάλαμε στο δρόμο;
Γι’ αυτό, θα διατάξω να σε κάψουνε εν ονόματί σου, σαν αιρετικόν”.
O βολικός, ο ανθρωπινός Xριστιανισμός,
αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασμα,
είναι η συχαμερή παραμόρφωση που έπαθε το Eυαγγέλιο από την πονηρή υλοφροσύνη της σαρκός.
Φώτης Κόντογλου
Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017
ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Τα Χριστούγεννα των παιδικών χρόνων -εκεί αρχές της δεκαετίας του '70-
μύριζαν καπνό από τις σιδερένιες σόμπες πετρελαίου
και τα ''μαυροφορεμένα,'' μαυροτσούκαλα μπουριά που αντιστέκονταν στην ''λύσσα'' του ανέμου
και νωπή λάσπη από δρόμους και αποτυπώματα βημάτων,
που αν τα ιχνηλατούσες,
σε έβγαζαν σε μικρά μονοκατοίκητα, τσιμεντόλιθα σπιτάκια
με πήλινες, οβάλ γλάστρες και ποικίλα κονσερβοκούτια στη σειρά
που φύτευαν βασιλικά, μέντες και λεβάντες!
Σ' ένα τέτοιο σπίτι στεγάζονταν τα όνειρα κι οι πόθοι μιας τετραμελούς οικογενείας,
που συγκατοικούσε μέσα σε μια τσιμεντένια και σκιερή αυλή, μαζί με άλλες τρεις ακόμη...
Τα βράδια, ο αέρας σφύριζε μέσα από τις σκονισμένες και φαγωμένες χαραμάδες
και τα τζάμια τρεμόπαιζαν μ' ένα ανείπωτο μαγικό νανούρισμα
και εκεί που σταματούσαν να θροίζουν,
ξανάρχιζαν αίφνις να χορεύουν σαν εκείνα τα κουρδισμένα καρουζέλ στην βιτρίνα του κυρ Νίκου στη γωνία.
Το κρύο ήταν τόσο τσουχτερό,
που πάντα βάζαμε ένα μπαλαρισμένο χαλάκι τ' αργαλιού κάτω από την ξύλινη εξώπορτα,
που έχασκε ανέμελα στην πολιορκία του ανέμου.
Η αδελφή μου φορούσε ένα πλεκτό, κόκκινο σκουφάκι, που σκέπαζε τ' αυτιά και το κεφάλι, μ' ένα διχαλωτό κορδόνι που έδενε κάτω απ΄ το πηγούνι. Την θυμάμαι που έκοβε μικρές τούφες από κατάλευκο βαμβάκι, που τις κολλούσαμε με σάλιο πάνω στα παγωμένα τζάμια, που γέμιζαν από τα ακαθόριστα και συννεφένια χνώτα μας. Μαζί μ' αυτά και κάποια, μικρά, χάρτινα αγγελάκια, που τα πουλούσαν στο μικρό ψιλικατζίδικο της χωματένιας γειτονιάς, που όταν δεν είχαν ρέστα να μας δώσουν, μας έδιναν εκείνες τις ''μυθικές'' καραμέλες γάλακτος με την κόκκινη αγελάδα στο χρυσό, καλοδιπλωμένο περιτύλιγμα! Όταν στολίζαμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, την μεγαλύτερη σημασία την δίναμε στην φάτνη. Ήταν πάντα μια χάρτινη, πολύχρωμη φάτνη από χαρτόνι, που την γεμίζαμε κι αυτή από βαμβάκι για να είναι ζεστή και να μην κρυώνει ο Χριστούλης... Η κυρία Καλλιρόη -η δασκάλα μου της Τρίτης- μας έλεγε σχεδόν αυστηρά: ''Να θυμάστε παιδιά: δέντρο χωρίς φάτνη είναι άνθρωπος χωρίς ψυχή!'' Τα δέντρα τότε ήταν στολισμένα με κάτι περίτεχνες, χρωματιστές μπάλλες, που γίνονταν θρύψαλλα, όταν έπεφταν στο πάτωμα, μα εμείς μαζεύαμε ανοιγμένα κουκουνάρια και χοντρά κυπαρισσόμηλα, που τα βάφαμε και τα βάζαμε πάνω για στολίδια. Στο σχολείο γνωρίζαμε ήδη όλα τα κάλαντα και τους ύμνους της Γεννήσεως, που τα επαναλαμβάναμε με στεντορία τη φωνή στις νοικοκυρές μαννάδες μας, που έπλεναν τα ρούχα γερμένες πάνω από μια σιδερένια σκάφη. Τα κάλαντα ήταν για μας μια πολύ σοβαρή και υπεύθυνη ''ιεροτελεστία,'' καθώς από το βράδυ ετοιμάζαμε τα ρούχα και το κουρδιστό εκείνο ξυπνητήρι, που το βάζαμε να χτυπάει πριν από τις 6.00! Τι χαρά ανέκφραστη ήταν εκείνη! Τι χαρμοσύνη και ευφορία ψυχής! Παντού βλέπαμε χαρούμενα πρόσωπα χαμογελαστά ν' ανοίγουν τις αυλόπορτες των ταπεινών σπιτιών τους, κι αν είμασταν αρκούντως τυχεροί, εκτός από δεκάρες και εικοσάρες, μας άφηναν μικρά πενηνταράκια, ακόμη και ολόκληρες δραχμές! Στα πρώτα μου κάλαντα μάζεψα 13 ολόκληρες δραχμές και μ' αυτές αγόρασα για δώρο στον συγχωρεμένο τον πατέρα μου ένα κουτί τσιγάρα ''Ρήγας Παπαστράτος.'' Όταν γυρίσαμε στο σπίτι, η μάννα είχε ετοιμάσει ένα τόσο καλά σιγυρισμένο και μοσχομυρισμένο σπίτι, που τέτοιο δεν έβλεπες... ούτε στα βόρεια προάστια! Γέμιζε με πουρνάρια τα γυάλινα τα βάζα, το πάτωμα στρωμένο με κάποιες πορτοκαλί, ζεστές φλοκάτες, το εικόνισμα στην γωνιά της κάμαρας πάντα αναμμένο κι εκείνη έπλεκε με το βελονάκι μια δική μου καφέ καζάκα...! Τηλεόραση δεν είχαμε ακόμη. Μα είχαμε εκείνα τα παλιά -σαν μπαούλα- ραδιόφωνα, που ακούγαμε ειδήσεις, το θέατρο της Κυριακής κι εκείνη την αλησμόνητη εκπομπή της ''Θείας Λένας'' με την αξέχαστη Αντιγόνη Μεταξά. Μια παραμονή Χριστουγέννων, που γύριζε ο πατέρας με μια παλιά, γαλάζια βέσπα κάτω από την αγορά της Αθήνας, καθίσαμε στην κουζίνα του σπιτιού μέχρι αργά, μετά τα μεσάνυχτα. Καλανταρίζαμε τις ευχές των Χριστουγέννων, διαβάζαμε ποιήματα του Αναγνωστικού με τον Δροσίνη, τον Παλαμά και τον Πολέμη, λέγαμε για την γιορτή του σχολείου και τον Γιάννη τον συμμαθητή μου, που ξέχασε τα λόγια του ποιήματός του... και θεώρησε καλό να τα... αναπληρώσει μ' εκείνο το Δημοτικό τραγούδι για τον Καραισκάκη, που έλεγε: ''Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι"! Γέλια και χαχανητά μέχρι δακρύων γέμιζαν το σπίτι, μιλούσαμε, κουβεντιάζαμε, αστειευόμασταν, τραγουδούσαμε, μα προπαντώς επικοινωνούσαμε. Κι όταν θέλησε ο Θεός να ξημερώσει, μιλιούνια παιδιών μπαινόβγαιναν στα σπίτια, κι αν τύχαινε και κάποιοι δεν είχαν χρήματα για να τους δώσουν, τα κερνούσαν με σπιτικά μελομακάρονα ή μ' εκείνα τα σοκολατάκια μαργαρίτες που ήταν γεμάτα όλο κουβερτούρα. Το βράδυ η μάννα σιδέρωνε τα ''καλά μας ρούχα,'' που τα φορούσαμε μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές, τα άπλωνε με περισσή επιμέλεια και πλουμιστή αγάπη πάνω στις βαρειές, ξύλινες καρέκλες της σκουροκαφέ τραπεζαρίας, εκείνο το παλιό, από καρυδιά τραπέζι με τα καμπυλωτά, αφημένα πόδια και το χειροποίητο σκάλισμα στις άκρες. Κάτω απ' τις καρέκλες έχασκαν στη σειρά τα παπούτσια όλης της οικογένειας, που έμοιαζαν σαν στρατιωτάκια ακούνητα, παρατεταγμένα στο πρωινό εγερτήριο!
Νύχτα ακόμη στην εκκλησία,
φως υπήρχε μόνο απ' τα αναμμένα, κρεμαστά καντήλια
και κάθε που ο παπάς θυμιάτιζε,
σύννεφα καπνού σκέπαζαν τα ακούνητα σαν κερωμένα σώματα των ταπεινών ανθρώπων,
που στέκονταν όλοι όρθιοι, αφού καρέκλες δεν υπήρχαν,
μόνο κάποια στασίδια δεξιά κι αριστερά για τους αδυνάτους.
Χαιρόμουν σαν γύφτικο σκερπάνι με κάτι καφέ, λουστρίνια, ολοκαίνουργα παπούτσια,
που τα φύλαγε η μάννα στο κουτί, για να τα φορέσω την ημέρα εκείνη.
Κι η αδελφή μου είχε ένα ολόλευκο φόρεμα με μπλε γιακά κι ανθισμένα λουλουδάκια,
κι αρνιόταν να καθίσει καθ' όλη την διάρκεια της ακολουθίας, για να μην το τσαλακώσει!
Όλη η οικογένεια φορούσε τα ''καλά της ρούχα'' την ημέρα εκείνη,
Χριστούγεννα του 1971, '72;
Ακόμη ηχούν στ' αυτιά μου τα λόγια του πατέρα:
Καλά Χριστούγεννα γυναίκα!
Καλά Χριστούγεννα παιδιά!
Και γινόμασταν όλοι ένα κουβάρι αγκαλιασμένοι
σαν μια ανθοδέσμη αλεξανδρινά λουλούδια του Χειμώνα!
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017
ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΡΙΒΙΖΑ: ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΜΙΑ ΦΟΡΑ
Σ᾿ ἕνα ἄχαρο πεζοδρόμιο μιᾶς πολύβουης πολιτείας
ἦταν κάποτε ἕνα ἄσχημο παραμελημένο δέντρο.
Κανείς δέν τό πρόσεχε.
Κανείς δέν τό φρόντιζε.
Κανείς δέν τοῦ ἔδινε τήν παραμικρή σημασία.
Τά φύλλα του εἶχαν μαραζώσει, εἶχαν πέσει ἀπό καιρό κι εἶχε ἀπομείνει γυμνό, σκονισμένο καί καχεκτικό.
Ποτέ δέν εἶχε γνωρίσει τοῦ δάσους τή δροσιά.
Δέν εἶχαν κελαηδήσει ποτέ στά φύλλα του πουλιά,
μέ δυσκολία νά τό ἄγγιζε ποῦ καί ποῦ κάποια πονετική ἡλιαχτίδα
πού γλιστροῦσε στά κρυφά ἀνάμεσα στίς μουντές καί ἄχαρες πολυκατοικίες
πού τό περιστοίχιζαν.
Οἱ περαστικοί διάβαιναν δίπλα του μέ ἀδιαφορία, βλοσυροί καί βιαστικοί,
χωρίς νά τοῦ δίνουν καθόλου σημασία,
μερικοί μάλιστα πετοῦσαν ἀποτσίγαρα, φλούδια ἀπό κάστανα καί λερωμένα χαρτομάντηλα
κι ἄλλοι φτύνανε στό χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω ἀπό τή ρίζα του.
Καί σά νά μήν ἔφταναν ὅλα αὐτά,
κατάλαβε ἀπό κάτι μηχανικούς μέ σκοῦρες καμπαρντίνες καί κρεμαστά μουστάκια,
πού ἔσκυβαν καί μουρμούριζαν κι ὅλο μετροῦσαν σκυθρωποί,
ὅτι θά πλάταιναν τό δρόμο πλάι του.
Κι ἂν συνέβαινε αὐτό, τί τύχη τό περίμενε;
Θὰ τὸ πελέκιζαν, θὰ τὸ ξερίζωναν; Θὰ τὸ πετοῦσαν μήπως στὰ σκουπίδια; Ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο δειλινὸ τὸ δέντρο αἰσθανόταν πιὸ παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ. Στὰ ὁλόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς κουρτίνες χριστουγεννιάτικα ἔλατα, ποὺ χαρωπὰ παιδιὰ τὰ στόλιζαν μὲ κόκκινα κεριά, καμπανοῦλες, ἀγγελούδια, ἀσημένια πέταλα καὶ γιορτινὲς γιρλάντες καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θὰ ἤθελε νὰ εἶναι ἔτσι κι αὐτό.
Χριστουγεννιάτικο ἔλατο στὴ θαλπωρὴ ἑνὸς σπιτιοῦ. Νὰ τὸ φροντίζουν, νὰ τὸ στολίζουν, νὰ τὸ καμαρώνουν... Ἦταν κι ἕνα παιδί. Τὶς μέρες ἔκανε δουλειὲς τοῦ ποδαριοῦ. Τὰ βράδια κοιμόταν στὸ πάτωμα ἑνὸς κρύου πλυσταριοῦ στὴν αὐλὴ ἑνὸς ἐγκαταλελειμμένου κτιρίου μὲ ἑτοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανεὶς δὲν τὸ πρόσεχε. Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε. Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τὴν παραμικρὴ σημασία. Τὰ μάγουλά του εἶχαν χλωμιάσει, τὰ χέρια του εἶχαν ροζιάσει, τὰ μάτια του εἶχαν γεμίσει θλίψη. Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τὴ ζεστασιὰ μιᾶς ἀγκαλιᾶς, τὴ θαλπωρὴ ἑνὸς ἀληθινοῦ σπιτιοῦ. Ἐκεῖνο τὸ κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ τὸ ἀγόρι αἰσθανόταν πιὸ παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ, γιατί εἶχε μάθει ὅτι μετὰ τὶς γιορτὲς θὰ κατεδάφιζαν τὸ μιζεροκτίριο μὲ τὸ πλυσταριὸ καὶ δὲν θά ῾χε ποῦ νὰ μείνει.
Τυλιγμένο στὸ τριμμένο του παλτό, κοιτοῦσε ἀπ᾿ τὰ φωτισμένα παράθυρα τὰ λαμπερὰ σαλόνια μὲ τὰ γκὶ καὶ τὰ μπαλόνια, τὶς φρουτιέρες μὲ τὰ ρόδια καὶ τὰ χρυσωμένα κουκουνάρια, ἔβλεπε γελαστὰ ἀγόρια καὶ κορίτσια νὰ κρεμοῦν στὰ χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια ἀστραφτερὰ καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θά ῾θελε νὰ στόλιζε κι αὐτὸ ἕνα ἔλατο σὲ κάποιου τζακιοῦ τὸ ἀντιφέγγισμα, μὲ τὰ δῶρα ὑποσχέσεις μαγικὲς ὁλόγυρά του... Πῶς τό ῾φερε ἡ τύχη ἔτσι κι ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο βράδυ καὶ συναντήθηκαν κάποια στιγμὴ τὸ δέντρο ἐκεῖνο κι ἐκεῖνο τὸ παιδί...
Ἐκεῖνο τὸ δειλινὸ τὸ παιδὶ γυρνοῦσε ἄσκοπα στοὺς δρόμους τῆς πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματοῦσε σὲ κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τὴ μύτη του στὸ τζάμι καὶ κοιτοῦσε μὲ μάτια ἐκστατικὰ ὅλα ἐκεῖνα τὰ λαχταριστά, σὲ μιὰ βιτρίνα λόφοι ἀπὸ μελομακάρονα, κουραμπιέδες καὶ πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα μὲ σοκολατάκια, σὲ μιὰ ἄλλη ζαχαρένιοι Ἁγιο-Βασίληδες μὲ μύτες ἀπὸ κερασάκια καὶ μία παραμυθένια πριγκίπισσα ἀπὸ πορσελάνη νὰ κοιτάζει ἀπὸ τὸ ἁψιδωτὸ παράθυρο ἑνὸς φιλντισένιου κάστρου καὶ λίγο παρακάτω, σὲ μιὰ ἄλλη βιτρίνα, μιὰ ὀνειρεμένη τρόικα μὲ ἕναν πρόσχαρο ἁμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια μὲ κόκκινες στολὲς καβάλα σὲ ἄλογα πιτσιλωτὰ νὰ καλπάζουν στοιχισμένα στὴ σειρὰ καὶ στὸ βάθος ἕνα ὀπάλινο παλάτι σὲ μία χιονισμένη στέπα.
Ἔτσι ὅπως περπατοῦσε μὲ τὰ μάτια στραμμένα στὶς καταστόλιστες βιτρίνες, ἔπεσε ἄθελά του πάνω σ᾿ ἕναν περαστικὸ μὲ καμηλὸ παλτὸ καὶ γκρενὰ κασκὸλ ποὺ γύριζε στὸ σπίτι του φορτωμένος μὲ σακοῦλες καὶ πακέτα ποὺ φύγανε ἀπὸ τὰ χέρια του, σκόρπισαν στὸ δρόμο ἐδῶ καὶ κεῖ. Τὸ παιδὶ ἔχασε τὴν ἰσορροπία του, γλίστρησε, τὸ κεφάλι του χτύπησε μὲ φόρα στὸ πεζοδρόμιο, ἔνιωσε μία σκοτοδίνη. Ὁ περαστικός τοῦ ῾βαλε ὀργισμένος τὶς φωνές, τὸ κατσάδιασε γιὰ τὰ καλά. Τὸ ἀλητάκι σηκώθηκε, τό ῾βαλε στὰ πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ἕνα σοκάκι μὲ μία ὑπαίθρια ἀγορά, ἔστριψε ἕνα δυὸ στενὰ καὶ βρέθηκε στὸ δρόμο μὲ τὸ παραμελημένο δέντρο.
Σταμάτησε λαχανιασμένο νὰ πάρει ἀνάσα, ἀπὸ τὰ φωτισμένα παράθυρα, τὰ χνωτισμένα, ἀχνοφαίνονταν τὰ γιορτινὰ σαλόνια μὲ τὰ ἔλατα τὰ στολισμένα. - Ὄμορφα δὲν εἶναι; Ἀκούει τότε μιὰ φωνή. Ἦταν τὸ δέντρο τοῦ δρόμου. - Πολύ. Ἀποκρίθηκε τὸ παιδί, χωρὶς νὰ παραξενευτεῖ καθόλου ποὺ ἕνα δέντρο μιλοῦσε, τοῦ ἄρεσε νὰ τοῦ μιλάει κάποιος χωρὶς νὰ τὸ σπρώχνει, χωρὶς νὰ τὸ κατσαδιάζει, χωρὶς νὰ τὸ ἀποπαίρνει. - Στόλισέ με! - ψιθύρισε τὸ δέντρο - Στόλισέ με καὶ ἐμένα ἔτσι! - Μακάρι νὰ μποροῦσα! Πικρογέλασε τὸ παιδί. - Προσπάθησε, σὲ παρακαλῶ. Ἴσως αὐτά, ξέρεις, νά ῾ναι τὰ στερνά μου Χριστούγεννα, νὰ μὴν δῶ ἄλλα. - Γιατί τὸ λὲς αὐτό; - Ἄκουσα ὅτι θὰ πλατύνουν τὸ δρόμο, πελέκι ἢ ξεριζωμὸς μὲ περιμένει, ἕνα ἀπὸ τὰ δυό... Δὲν εἶμαι σίγουρο ἀκόμα.
Τὸ παιδὶ σκέφτηκε ὅτι θὰ κατεδάφιζαν τὸ ἑτοιμόρροπο κτίριο μὲ τὸ ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, τὸ καταφύγιό του. Σὲ λίγο δὲν θά ῾χε οὔτε ῾κεῖνο ποῦ νὰ μείνει. Σὲ κάποιο χαρτόκουτο ἴσως; - Στόλισέ με! Παρακάλεσε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ δέντρο. Τὸ παιδὶ κοίταξε ὁλόγυρά του. - Μὲ τί; Ἀπόρησε. - Ὅ,τι νά ῾ναι... κάτι θὰ βρεῖς ἐσύ!! Δὲν μπορεῖ. - Καλά... Ἀφοῦ τὸ θέλεις τόσο πολύ, κάτι θὰ βρῶ νὰ σὲ στολίσω... Συμφώνησε τὸ παιδὶ κι ἄρχισε νὰ ψάχνει. Τὰ στολίδια Ἐκείνη τὴ στιγμή, λὲς καὶ κάτι ψυχανεμίστηκε ὁ οὐρανός, ἔπιασε νὰ χιονίζει, τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνό... Χάδι ἁπαλὸ σκέπαζε ἀνάλαφρα μὲ πάλλευκες νιφάδες στὰ ὁλόγυμνα κλωνιὰ τοῦ παραμελημένου δέντρου.
Πῆρε τότε τὸ μάτι τοῦ παιδιοῦ κάτι νὰ ἀστράφτει λίγο παραπέρα. Μιὰ παρέα πλουσιόπαιδα, ποὺ εἶχαν περάσει ἀπὸ τὸ δρόμο λίγο νωρίτερα, εἶχαν πετάξει χρωματιστὰ χρυσόχαρτα ἀπὸ τὶς καραμέλες ποὺ ἔτρωγαν μὲ λαιμαργία τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη. Τὸ ἀγόρι μάζεψε ἕνα ἕνα τὰ πεταμένα χρυσόχαρτα, τὰ μάλαξε μὲ τὰ δάχτυλά του καὶ ἔπλασε ἀστραφτερὲς πράσινες μπλὲ καὶ βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετὰ ξήλωσε τὰ κουμπιὰ τοῦ φθαρμένου παλτοῦ καὶ μὲ τὶς κλωστὲς κρέμασε τὶς φανταχτερὲς μπαλίτσες στὰ χιονοσκέπαστα κλωνιὰ τοῦ δέντρου. - Εὐχαριστῶ! Εἶπε τὸ δέντρο, ἀνατριχιάζοντας ἀπ᾿ τὴ χαρά του. - Μὲ τί ἄλλο ἄραγε νὰ τὸ στολίσω; Μονολόγησε τὸ παιδί.
Λὲς κι εἶχε ἀκούσει τὰ λόγια του, μιὰ νοικοκυρὰ τρεῖς δρόμους παρακάτω ἄδειασε μὲ φόρα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μιᾶς κουζίνας μία λεκάνη μὲ σαπουνάδα σὲ μία πλακόστρωτη αὐλή. Ὁ ἄνεμος πῆρε ἕνα πανάλαφρο σύννεφο ἀπὸ σαπουνόφουσκες καὶ τὶς ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, τὸ ἀγόρι τὶς εἶδε νὰ πλησιάζουν στραφταλίζοντας στὸ φεγγαρόφωτο, τὶς κοίταξε μὲ τέτοια λαχτάρα ποὺ ἐκεῖνες, λὲς καὶ κατάλαβαν τὴν ἐπιθυμία του, ἄφησαν τὸν ἄνεμο νὰ τὶς φέρει ἕνα - δυὸ γύρους καὶ νὰ τὶς κρεμάσει στὰ κλωνιὰ τοῦ δέντρου. - Ὅσο πάω κι ὀμορφαίνω! Καμάρωσε τὸ δέντρο. - Σίγουρα ὀμορφαίνεις! Συμφώνησε τὸ ἀγόρι σφίγγοντας γύρω του τὸ παλτὸ γιατὶ ἔκανε πολύ, πάρα πολὺ κρύο... - Κοίτα! Ἔρχονται!
Ἕνα φωτεινὸ σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στὸ σκοτάδι. - Ἐλᾶτε! Τὶς κάλεσε μὲ τὸ βλέμμα τὸ παιδί. Καὶ οἱ πυγολαμπίδες, λάμψεις ἀλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ὀνειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στὰ κλωνιὰ τοῦ δέντρου. Τὸ κρύο γινόταν ὅσο πήγαινε πιὸ τσουχτερό. Τὸ χιόνι ἔπεφτε ὁλοένα πιὸ πυκνό. Τὸ ἀγόρι σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ τότε τὸ εἶδε! Εἶδε τὸ πεφταστέρι κι ἐκεῖνο, λὲς καὶ συνάντησε τὸ βλέμμα του, διέγραψε στὸ σκοτάδι μία φαντασμαγορικὴ χρυσαφένια τροχιὰ καὶ ἀκούμπησε ἀπαλὰ στὴν κορφὴ τοῦ δέντρου.
Καὶ ἦταν τώρα πράγματι ὄμορφο τὸ δέντρο λουσμένο στὸ φεγγαρόφωτο μὲ τὰ χρυσαφένια μπαλάκια νὰ στραφταλίζουν, τὶς σαπουνόφουσκες νὰ σιγοτρέμουν, τὶς πυγολαμπίδες νὰ ἀναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στὰ χιονισμένα τοῦ κλωνιὰ καὶ τὸ πεφταστέρι ν᾿ ἀνασαίνει χρυσαφένιο φῶς στὴν κορφή του. - M᾿ ἔκανες τόσο, μὰ τόσο ὄμορφο - εἶπε τὸ δέντρο στὸ παιδὶ - Σ᾿ εὐχαριστῶ πολύ. Σ᾿ εὐχαριστῶ ἀληθινά... Πόσο θά ῾θελα νὰ μποροῦσα νὰ σοῦ χάριζα κι ἐγὼ ἕνα δῶρο... - Μπορεῖς! Ἀποκρίθηκε τὸ παιδὶ χουχουλίζοντας τὰ χέρια - Ἄσε με, σὲ παρακαλῶ, νὰ καθίσω στὴ ρίζα σου γιὰ λίγο. Νιώθω τόσο, μὰ τόσο κουρασμένο, πονάω... καὶ δὲν ἔχω ποῦ νὰ πάω... - Ἀμέ! Ἔλα, κάθισε. Κάθισε στὴ ρίζα μου ὅσο θέλεις. Εἶπε τὸ δέντρο. - Καὶ νὰ δεῖς... Θὰ κάνω ἐγὼ μία εὐχὴ γιὰ σένα.
Τὸ παιδὶ σήκωσε τὸ γιακᾶ, τυλίχτηκε στὸ παλιό του πανωφόρι, κάθισε στὸ χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, ἀγκάλιασε τὸ κορμὶ τοῦ δέντρου καὶ σφίχτηκε ὅσο μποροῦσε πιὸ κοντά του. Τὸ χιόνι ἔπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Ὅλο του τὸ σῶμα ἔτρεμε, τὰ χέρια του εἶχαν μουδιάσει, τὰ δόντια του χτυποῦσαν. Ἔκλεισε τὰ μάτια γιὰ νὰ τὰ προστατέψει ἀπὸ τὶς ριπὲς τοῦ χιονιοῦ, ὅταν ξαφνικὰ - τί παράξενο - ἄκουσε ἐκεῖνον τὸν ἦχο... Τὸν ἦχο τὸν χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ἕνα μαστίγιο ἀκούστηκε νὰ κροταλίζει, ἄλογα νὰ καλπάζουν ρυθμικά. Ἄνοιξε τὰ μάτια. Ἀπίστευτο! Στὰ μελανιασμένα χείλη του ἄνθισε ἕνα χαμόγελο. Ἀπὸ βάθος τοῦ δρόμου, θαμπὰ στὴν ἀρχή, ἀλλὰ ὅλο καὶ πιὸ ξεκάθαρα, τὴν εἶδε.
Εἶδε τὴν παραμυθένια τρόικα μὲ τὰ ἀσημένια κουδουνάκια νὰ πλησιάζει φορτωμένη δῶρα διαλεχτά. Τὴν ὁδηγοῦσε ἕνας ροδομάγουλος ἁμαξᾶς μὲ γούνινο σκοῦφο, κόκκινη μύτη καὶ πυκνὴ κυματιστὴ γενειάδα. Πίσω ἀπὸ τὴν τρόικα κάλπαζαν στρατιῶτες μὲ πορφυρὲς στολές, καβάλα σὲ περήφανα ἄλογα στολισμένα μὲ χρυσαφένιες φοῦντες... Παραξενεύτηκε τὸ παιδί. Πῶς βρέθηκε ἐδῶ αὐτὴ ἡ τρόικα φορτωμένη τόσα δῶρα; Καὶ οἱ καβαλάρηδες; Κάπου τοὺς ἤξερε. Κάπου τοὺς εἶχε ξαναδεῖ! Ἡ τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τὰ ἄλογα χρεμέτισαν, ὁ ἁμαξὰς χαμογέλασε, ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς ἅμαξας πρόβαλε τὸ πρόσωπο τῆς πριγκιποπούλας. - Τί ὄμορφο δέντρο! - Χαμογέλασε - Ποιὸς νὰ τὸ στόλισε ἄραγε; - Ἐγώ! Ἀποκρίθηκε τὸ παιδί. - Ἀλήθεια; - Ναί. - Ἔλα μαζί μου τότε.
Ἔλα νὰ στολίσεις ἔτσι ὄμορφα καὶ τὸ ἔλατο τοῦ βασιλιᾶ, νὰ ζήσεις στὸ παλάτι μας παντοτινά. - Δὲν πάω πουθενὰ χωρὶς τὸ δέντρο μου! Ἀπάντησε τὸ ἀγόρι. Ἡ πριγκιποπούλα ἔδωσε τότε ἐντολὴ καὶ οἱ στρατιῶτες τοῦ βασιλιὰ ἔσκαψαν βαθιά, πήρανε τὸ δέντρο μαζὶ μὲ τὶς ρίζες του καὶ τὸ φύτεψαν σὲ μία πορσελάνινη γλάστρα, μετὰ τὸ φόρτωσαν στὴν τρόικα. Γελώντας πρόσχαρα, ὁ ἁμαξᾶς ἅπλωσε τὸ χέρι του, βοήθησε τὸ παιδὶ νὰ ἀνέβει στὴν ἅμαξα νὰ κάτσει πλάι του, τὰ ἄλογα στράφηκαν, τὸν κοίταξαν μὲ τὰ μεγάλα τους μάτια καὶ ρουθούνισαν ἀνυπόμονα. Ὅλα τὰ κτίρια, ὅλα τὰ φανάρια, ὅλες οἱ βιτρίνες, τὰ πάντα, εἶχαν τώρα ἐξαφανιστεῖ. Μπροστά τους ἀνοιγόταν μία ἀπέραντη στέπα κι ἐκεῖ στὸ βάθος μέσα ἀπὸ τὰ διάφανα πέπλα τοῦ χιονιοῦ ἀχνοφαίνονταν μαγευτικοὶ οἱ μεγαλόπρεποι τροῦλοι κι οἱ ἁψιδωτὲς πύλες τοῦ ὀπάλινου παλατιοῦ!
Ὁ ροδομάγουλος ἁμαξᾶς τράβηξε τὰ γκέμια. Κροτάλισε τὸ μαστίγιο, τὰ ἄλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας ὅλο καὶ πιὸ γοργά... λὲς κι εἴχανε φτερά... Σὲ λίγο ἡ τρόικα κι ἡ ἀκολουθία της εἶχαν χαθεῖ στὸ βάθος τῆς χιονισμένης στέπας. Τὸ χιόνι ποὺ συνέχισε ὁλοένα πιὸ πυκνὸ τὸ σιωπηλὸ χορό του ἔσβησε σχεδὸν ἀμέσως τὰ ἴχνη ἀπὸ τὶς ρόδες καὶ τὰ πέταλα τῶν ἀλόγων.. Λένε οἱ παλιοί... Λένε οἱ παλιοὶ ὅτι τὸ πεζοδρόμιο ἐκεῖνο ἦταν κάποτε κάπως πιὸ φαρδύ, ὅτι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο ἐκεῖ.
Διηγοῦνται ἐπίσης οἱ παλιοί
ὅτι ἕνα χριστουγεννιάτικο πρωί βρῆκαν στή ρίζα τοῦ δέντρου
ξεπαγιασμένο ἕνα παιδί σκεπασμένο ἀπό τό χιόνι,
τυλιγμένο σ᾿ ἕνα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, μέ ἕνα γαλήνιο χαμόγελο,
ἕνα χαμόγελο εὐτυχίας ζωγραφισμένο στό πρόσωπό του.
Λένε ἀκόμα ὅτι ἀπό τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων,
γύρω στά μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει,
κάτι πού κανείς δέν μπορεῖ νά τό ἐξηγήσει.
Ἕνα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνοῦν ἐπίμονα τρεμοσβήνοντας σέ ἐκεῖνο τό σημεῖο,
λές καί κάτι ἀναζητοῦν,
λές καί γυρεύουνε νά θυμηθοῦνε κάτι,
ὅτι ἕνας ἄνεμος ἀναπάντεχος φέρνει,
ποιός ξέρει ἀπό ποῦ,
ἀνάλαφρες σαπουνόφουσκες καί χρυσόχαρτα ἀστραφτερά,
ἐνῷ τήν ἴδια στιγμή ἕνα ὑπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στόν οὐρανό
μία φαντασμαγορική τροχιά καί πέφτει στό σημεῖο ἀκριβῶς ἐκεῖνο.
Ἔτσι λένε...
Ποιός ξέρει;
Το διήγημα, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ''ΤΑ ΝΕΑ'', τον Ιούλιο του 2007.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Ευγένιος Τριβιζάς
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















