ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΔΙΑΒΟΛΟΣ




Έκρουσε ποτέ τις ἐν τῷ μοναστηρίῳ τήν ἐμήν θύραν καί ἐξελθών͵ 

εἶδόν τινα μακρόν καί ὑψηλόν φαινόμενον. 

Εἶτα πυθομένου μου· Σύ τίς εἶ; 

ἔφη· Ἐγώ εἰμι ὁ Σατανᾶς. 

Εἶτα λέγοντός μου· Τί οὖν ἐνταῦθα πάρει; ἔλεγεν ἐκεῖνος· 

Τί μέμφονταί με μάτην οἱ μοναχοί καί οἱ ἄλλοι πάντες Χριστιανοί; 

Τί μοι καταρῶνται καθ΄ ὥραν; 

Ἐμοῦ δέ εἰπόντος· Τί γάρ αὐτοῖς ἐνοχλεῖς; ἔφη· 

Οὐκ εἰμ ἐγώ ὁ ἐνοχλῶν αὐτοῖς͵ ἀλλ΄ αὐτοί ταράττουσιν ἑαυτούς· 

ἐγώ γάρ ἀσθενής γέγονα. 

Οὐκ ἀνέγνωσαν͵ ὅτι Τοῦ ἐχθροῦ ἐξέλιπον αἱ ῥομφαῖαι εἰς τέλος καί πόλεις καθεῖλες; 

οὐκ ἔτι τόπον ἔχω͵ οὐ βέλος͵ οὐ πόλιν. 

Πανταχοῦ Χριστιανοί γεγόνασι, λοιπόν καί ἡ ἔρημος πεπλήρωται μοναχῶν. 

Ἑαυτούς τηρείτωσαν καί μή μάτην με καταράσθωσαν. 


Τότε θαυμάσας ἐγὼ τοῦ Κυρίου τὴν χάριν͵ εἶπον πρὸς αὐτόν· Ἀεὶ ψεύστης ὢν καὶ μηδέποτε λέγων ἀλήθειαν͵ ὅμως τοῦτο νῦν καὶ μὴ θέλων εἴρηκας ἀληθές· ὁ γὰρ Χριστὸς͵ ἐλθὼν͵ ἀσθενῆ σε πεποίηκε καὶ καταβαλὼν ἐγύμνωσεν. Ἐκεῖνος͵ ἀκούσας τὸ τοῦ Σωτῆρος ὄνομα καὶ μὴ φέρων τὴν ἐκ τούτου καῦσιν͵ ἀφανὴς γέγονεν. Εἰ τοίνυν καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος ὁμολογεῖ μηδὲν δύνασθαι͵ ὀφείλομεν παντελῶς καταφρονεῖν αὐτοῦ τε καὶ τῶν δαιμόνων αὐτοῦ. 


Ὁ μὲν οὖν ἐχθρὸς μετὰ τῶν ἑαυτοῦ κυνῶν τοσαύτας ἔχει τὰς πανουργίας· ἡμεῖς δὲ͵ μαθόντες αὐτῶν τὴν ἀσθένειαν͵ καταφρονεῖν αὐτῶν δυνάμεθα. Τοῦτον οὖν τὸν τρόπον μὴ προκαταπίπτωμεν τῇ διανοίᾳ͵ μηδὲ λογιζώμεθα ἐν τῇ ψυχῇ δειλίας͵ μηδὲ ἀναπλάττωμεν ἑαυτοῖς φόβους͵ λέγοντες· Μὴ ἄρα δαίμων ἐλθὼν ἀνατρέψῃ με· μὴ ἄρα βαστάξας καταβάλῃ͵ ἢ ἐξαίφνης ἐπιστὰς ἐκταράξῃ. Μηδ΄ ὅλως ἐνθυμώμεθα τοιαῦτα͵ μηδὲ λυπώμεθα ὡς ἀπολλύμενοι· θαῤῥῶμεν δὲ μᾶλλον καὶ χαίρωμεν ἀεὶ͵ ὡς σωζόμενοι, καὶ λογιζώμεθα τῇ ψυχῇ͵ ὅτι Κύριος μεθ΄ ἡμῶν ἐστιν͵ ὁ τροπώσας καὶ καταργήσας αὐτούς. Καὶ διανοώμεθα δὲ καὶ ἐνθυμώμεθα ἀεί͵ ὅτι͵ ὄντος τοῦ Κυρίου μεθ΄ ἡμῶν͵ οὐδὲν ἡμῖν οἱ ἐχθροὶ ποιήσουσιν. 


Ἐλθόντες γάρ͵ ὁποίους ἂν εὕρωσιν ἡμᾶς͵ τοιοῦτοι καὶ αὐτοὶ γίνονται πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς ἃς εὑρίσκουσιν ἐν ἡμῖν ἐννοίας͵ οὕτω καὶ αὐτοὶ τὰς φαντασίας ἀφομοιοῦσιν. Ἐὰν μὲν οὖν δειλιῶντας εὕρωσι καὶ ταραττομένους͵ εὐθὺς αὐτοὶ ὡς λῃσταὶ τὸν τόπον ἀφύλακτον εὑρόντες ἐπιβαίνουσι, καὶ ὅπερ ἀφ΄ ἑαυτῶν λογιζόμεθα͵ τοῦτο μετὰ προσθήκης ποιοῦσιν. Ἐὰν γὰρ βλέπωσιν ἡμᾶς φοβουμένους καὶ δειλιῶντας͵ μειζόνως αὐξάνουσι τὴν δειλίαν ἐν ταῖς φαντασίαις καὶ ταῖς ἀπειλαῖς καὶ λοιπὸν ἐν τούτοις ἡ ταλαίπωρος κολάζεται ψυχή· ἐὰν δὲ χαίροντας ἡμᾶς εὕρωσιν ἐν Κυρίῳ καὶ λογιζομένους περὶ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν͵ καὶ ἐνθυμουμένους τὰ τοῦ Κυρίου͵ καὶ διαλογιζομένους ὅτι πάντα ἐν χειρὶ Κυρίου ἐστὶ καὶ οὐδὲν ἰσχύει δαίμων κατὰ Χριστιανοῦ͵ οὐδὲ ὅλως ἐξουσίαν ἔχει κατά τινος, βλέποντες ἠσφαλισμένην τὴν ψυχὴν τοῖς τοιούτοις λογισμοῖς͵ ἀποστρέφονται κατῃσχυμμένοι. 


Οὕτως τὸν μὲν Ἰὼβ ἰδὼν ὁ ἐχθρὸς περιπεφραγμένον͵ ἀνεχώρησεν ἀπ΄ αὐτοῦ· τὸν δὲ Ἰούδαν γυμνὸν ἀπὸ τούτων εὑρὼν ᾐχμαλώτισεν. Ὥστε͵ εἰ θέλομεν καταφρονεῖν τοῦ ἐχθροῦ͵ λογιζώμεθα ἀεὶ τὰ τοῦ Κυρίου καὶ χαιρέτω ἀεὶ ἡ ψυχὴ τῇ ἐλπίδι, καὶ ὀψόμεθα ὡς καπνὸν τὰ τῶν δαιμόνων παίγνια καὶ μᾶλλον φεύγοντας αὐτοὺς ἢ διώκοντας. Εἰσὶ γὰρ λίαν αὐτοί͵ καθὰ προεῖπον͵ δειλοί͵ προσδοκῶντες ἀεὶ τὸ ἡτοιμασμένον αὐτοῖς πῦρ. Καὶ τοῦτο δὲ πρὸς ἀφοβίαν κατ΄ ἐκείνων ἔχετε παρ΄ ἑαυτοῖς τὸ τεκμήριον· 


Ὅταν τις φαντασία γένηται͵ μὴ προκατάπιπτε ἐν δειλίᾳ͵ ἀλλ΄ ὁποία ἂν ᾖ͵ θαῤῥῶν ἐρώτα πρῶτον· Τίς εἶ σὺ͵ καὶ πόθεν; Καὶ ἐὰν μὲν ᾖ ἁγίων ὀπτασία͵ πληροφοροῦσί σε καὶ τὸν φόβον σου εἰς χαρὰν μεταβάλλουσιν, ἐὰν δὲ διαβολική τις ᾖ͵ εὐθὺς ἐξασθενεῖ͵ βλέπουσα ἐῤῥωμένην τὴν διάνοιαν· ἀταραξίας γὰρ τεκμήριον τὸ ὅλως πυνθάνεσθαι· Τίς εἶ καὶ πόθεν; Οὕτως ὁ μὲν τοῦ Ναυῆ ἐρωτήσας ἔμαθεν, ὁ δὲ ἐχθρὸς οὐκ ἔλαθεν ἐρωτήσαντα τὸν Δανιήλ.




Εκ του ιστολογίου ''ELLOPOS''.
Επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος


Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Τ΄ΑΣΤΕΡΑΚΙ




Εντρυφώ να κυττάζω αντικρύ μου το μικρόν μέλαθρον 

— οπού αι δοκοί της στέγης του, γυμναί φατνώματος, φαίνονται όλαι καπνισμέναι 

και μελανωμέναι από την λαμπήν της μικράς εστίας εις την γωνίαν, 

της καιούσης τον χειμώνα — 

ταπεινόν ανώγεων, με τον εξώστην τον σκεπαστόν, και με την πετρίνην σκάλαν απ' έξω, 

όπου ο μαστρο-Κυριάκος κρημνίζεται τακτικά πάσαν Κυριακήν το βράδυ, 

όταν επιστρέφη αργά εις την κατοικίαν. 

Καθημερινή μέθη δι' εμέ είνε να κάθωμαι το δειλινόν, 

επί ώρας, έως την δύσιν του ηλίου και την πρώτην αμφιλύκην, 

έξω από το μικρόν καπηλείον, εις την εσχατιάν του χωρίου, 

εις την σκιάν και την δρόσον των δύο πελωρίων βριθυφύλλων μορεών, 

οπόθεν βλέπω όλους τους διαβάτας, χωρίς να κυττάζω κανένα, ή να προμνηστεύω την καλησπέραν κανενός, 

και θεωρώ μόνον το μικρόν ανώγεων καλύβι όπου βλέπω ως δύο σμαραγδίνας φλόγας να λάμπουν, 

και δύο σειράς μαργαριτών να μειδιούν, 

και δύο χρυσαυγείς πλοκάμους να κυμαίνονται, ως μετάφρενα περιστεράς κατά τον Ψαλμωδόν... 

Έβλεπα τέως όλους αυτούς τους ονειρώδεις θησαυρούς εις τον πενιχρόν εξώστην, 

και εις το χάσμα των σαθρών παραθυροφύλλων, 

και στην πόρταν του κατωγιού εξαρθρωμένην, και εις το στενόν το διπλανόν, 

το χωρίζον την οικίαν από της του Δήμου Μποροδήμου, 

ίσης και ομοίας κατά την όψιν. 


Έμβαινε, έβγαινε, ανέβαινε, κατέβαινε, η μικρή Πούλια με τους πλοκάμους του απέφθου χρυσού· εισέδυεν εις το κατώγι, διά να ταΐση τας όρνιθας, εισεχώρει εις το στενόν, όπου είχεν αναμμένην φωτιάν, προς την δείλην της ημέρας, διά να μαγειρεύση το λιτόν δείπνον διά τον πατέρα της, όστις θα ήρχετο κατακουρασμένος το βράδυ από το μεροκάματον. 


Εμάλλωνε την μικράν αδελφήν της, παιδίσκην ομοίαν με σεισουρίδα, την Γαρουφαλιώ, ήτις έτρεχε κ' έκαμνε χιλίας τρέλλας εις το πρόθυρον κ' εις όλην την γειτονιάν, φορούσα κοκκίνην φανέλλαν αμερικάνικην, την οποίαν της είχε στείλει από την Αμερικήν ο μονάκριβος αδελφός των, και ήτο όλη μορφασμός και μειδίαμα. Τα δύο χείλη της δεν έσμιγαν ποτέ, τόσον διαρκώς εγέλα. 


Τρία ήσαν όλα τ' αδέρφια· ο Στράτος εις τον Νέον Κόσμον, είκοσαετής ήδη, είχε παρασυρθή από το ακράτητον ρεύμα της μεταναστεύσεως, και η Πούλια, δεκαέξ ετών, εφύλαγε το νοικοκυριό στο σπίτι, και η Γαρουφαλιώ δέκα ετών έκαμνε τρέλλας και αταξίας εις την γειτονιάν. Ο μάστρο-Κυριάκος είχε χηρεύσει προ οκταετίας ήδη, και κατώρθωσε να μη ξαναϋπανδρευθή — ίσως διότι δεν τον ήθελαν. Είχεν εμβή το φθινόπωρον ήτο ισημερία ήδη, κ' εγώ ενύχτωνα ακόμη να κάθωμαι κάθε βράδυ υποκάτω εις την μορέαν. Η Πούλια κάθε δειλινόν εμαγείρευε το φαγί εντός του στενού, υπό τα σμίγοντα γείσα των δύο γειτονικών πενιχρών οικίσκων. 


Έσκυφτεν εις το πυρ, εφύσα με το στόμα της, εκοκκίνιζον ως υπό πυρετού τα μάγουλά της, κ' οι δύο πλόκαμοί της οι χρυσοί εκρέμαντο κυμαινόμενοι εις τα νώτα της, έως την οσφύν της την λιγνήν. Όταν είχα αναχωρήσει προ τεσσάρων ετών από τον τόπον — τότε ήτο μικρή ακόμη — κ' εφόρει ωσάν φούστες, ήτοι ξενικά φορέματα. Τότε ήτο μία εντρύφησις, αδάπανος και ατίμητος, να την συναντά τις και εις τον δρόμον, και εις την βρύσιν, και παντού, και ο άπεφθος χρυσός ήτον ακάλυπτος εις την κοινήν θέαν, και αυτή δεν υπώπτευε την αξίαν του και δεν τον έκρυπτε. 


Τώρα που είχε μεγαλώσει, η αυτή το ηθέλησεν, η μία θεία της, η Κρυσταλλιώ, την είχε συμβουλεύσει, κ' εφόρεσεν η κόρη εντόπια. Η θεία της αυτή, αδελφή του πατρός της, χήρα και άκληρη τώρα, είχε πηδήσει, ως έλεγαν, πολλά εις τα νειάτα της, και διά τούτο ήτο πολύ αυστηρά ως προς την ανεψιάν της. Όθεν οι πλόκαμοι του χρυσού δεν εφαίνοντο τώρα όσον το πάλαι, μισοκρυμμένοι υπό την μανδήλαν. Μίαν εσπέραν, παρ' ελπίδα, δεν εφάνη η ξανθή Πούλια. Εκάθησα ώρας υπό το φύλλωμα της μορέας· τίποτε. 


Η πόρτα του σπιτιού ήτον ανοικτή, ομοίως και το παράθυρον. Η φωτιά δεν εκάπνιζε — ίσως ήτο σβεστή — κάτω εις το στενόν. Ίσως η κόρη έπλεκεν ή εμβάλωνε, καθημένη κάτω εις το πάτωμα — επειδή ήτον τελεία οικοκυρά, οδηγουμένη και από την θείαν της, την Κρυστάλλω. Εκρύβη ο ήλιος εις την Πεντώρραχην αντικρύ, στο βουνόν, εμούχρωσεν, εσουρούπωσεν, άρχισε να σκοτεινιάζη. Τότε, διά του ανοικτού παραθύρου είδα έν άστρον να λάμπη εις το εσωτερικόν της μικράς οικίας. Ήτο άστρον πραγματικόν, δεν διέφερεν από τ' άλλα άστρα, τα οποία αρτίως είχον αρχίσει να διασπείρωνται ανά το στερέωμα. 


Έλαμπεν υψηλά προς την οροφήν, υπό τους καπνισμένους δοκούς του μελάθρου. Τι ήτον; Ίσως το κανδήλι το καίον εμπρός εις τα εικονίσματα της οικίας. Αλλά δεν ήτο κανδήλι, διότι το άστρον εφαίνετο πολύ υψηλά εις τον όροφον, κ' εκτός τούτου ήτο προς το δυτικόν μέρος, ενώ τα εικονοστάσια, ως γνωστόν, τίθενται προς το ανατολικόν μέρος, ή μικρόν παρεκκλίνον είτε προς βορράν είτε προς νότον, πάσης Ελληνικής ορθοδόξου οικίας. Έπειτα, διά να είνε κανδήλι, κάποιος θα το είχεν ανάψει προ μικρού, και βεβαίως θα έβλεπα εις την σκιάν το εύκαμπτον, ως βλαστόν μυρσίνης, ανάστημα της Πούλιας, ίσως θα ήκουα και τον λυγμόν της τροχαλίας, τον μικρόν λείον κρότον τον οποίον κάμνει προστριβόμενον το σχοινίον, δι' ού αναβιβάζεται το κανδήλι προς τας ιεράς εικόνας. 


Θα υπέθετε πας πραγματιστής και θετικός άνθρωπος ότι διά τινος οπής εις την στέγην του μικρού μελάθρου έφεγγε μικρά τις γωνία ουρανού, την ώραν της δύσεως προ της αμφιλύκης, κ' εσχηματίζετο το αστεράκι εκείνο, το οποίον εφαίνετο κρεμάμενον εις τον όροφον της οικίας. Διότι ο μάστρο-Κυριάκος έφτειανε ή εξανάσυρνε τα σπίτια των άλλων, και ίσως δεν ηυκαίρει να επισκευάση το ιδικόν του. Πλην δεν μου ήρεσκεν εμέ να εκφράσω τοιαύτην υποψίαν, ή να διατυπώσω τοιούτον συμπέρασμα. Τέλος, μίαν εσπέραν Κυριακής, επειδή ήτο ψύχος κ' ενύκτωσεν ήδη, εισήλθα εις το μικρόν καπηλείον. 


Εκεί ήτον ο μάστρο- Κυριάκος, κι' ο Γιάννης της Μιχάλαινας, κι' ο Δήμος Μποροδήμος. Ο Κυριάκος εγίνετο ελευθέριος πάσαν Κυριακήν εσπέρας, ύστερον εξεχνούσε τον λογαριασμόν κ' εμάλλωνε με τον οινοπώλην. Ο Δήμος ο Μποροδήμος έλεγε πλείστα άκαιρα, άωρα αστεία. Ο Γιάννης της Μιχάλαινας, σοβαρός, εκάθητο, έπινε κ' εσιώπα. Και οι τρεις ήσαν μέλη της ιδίας συντεχνίας. — Αραδιάζεις έναν τροχό, εξάδερφε; μου λέγει ο Κυριάκος άμα με είδεν εισελθόντα. Μ' εκάλει εξάδελφον, επειδή ο μακαρίτης ο πατήρ του ήτο ψυχογυιός ενός αειμνήστου θείου μου, έχοντος πολλά κτήματα, συγγάμβρου του πατρός μου. — Ας είνε, αραδιάζω, είπα. Έχετε πολύ αραδιασμένο, εσείς; — Όχι, λιγοστό, είπεν ο Κυριάκος. 


Η φράσις είνε της ιδιαιτέρας συνθηματικής γλώσσης των οικοδόμων, σημαίνει δε το να πίνη τις κρασί. Συνέκρουσα τα ποτήρια μαζί τους, κ' έπια. — Τάμαθες τα νέα, κυρ-Αλέξη; μου λέγει ο Δήμος ο Μποροδήμος, εγερθείς σοβαρός και φουσκώνων το στήθος του με κωμικόν τρόπον. — Τι τρέχει, Δήμο; είπα. Θα γίνω διάκος. Διάκος; αλήθεια. — Ναι, τώρα περιμένω τον Δεσπότη να έλθη. Μαζεύω αναφοράς λες, κυρ Αλέξη, εσύ θα ξέρης. . . Ως πόσα ψιλά χρειάζεται να δώσω του Δεσπότη; — Δεν ειξεύρω, Δήμο. 


Είχεν έλθει τότε, προ ολίγου καιρού, διά πρώτην φοράν εις τον τόπον, περιοδεύων ο νεοχειροτόνητος Δεσπότης, όστις, καθώς εκακογλωσσούσαν πολλοί, είχε καταρτίσει τιμολόγιον, πρι φιξ, διά τας χειροτονίας των κληρικών. Είχε δε εκφρασθή ο ίδιος, ως έλεγαν, ότι είχεν ανάγκην να πληρώση «τα κουφέτα», όσα είχεν εξοδεύσει διά τα συγχαρητήρια της αρχιερωσύνης του. Δεν είχα καθήσει, και ήμην έτοιμος να φύγω. Ο Κυριάκος, όστις εσυνήθιζεν εις τας ώρας αυτάς να φλυαρή πολλά εμπιστευτικά, εσηκώθη και με προέπεμπε, λέγων αν ήθελα να μείνω ακόμα «ν' αραδιάσω τροχό». 


Είτα, καθώς με ηκολούθησεν έξω του μαγαζείου, άρχισε να μου λέγη, αν ήθελα να του κάμω αύριον ένα γράμμα προς τον υιόν του τον Στράτον εις την Αμερικήν, να τον συμβουλεύσω να έχη τον νουν του, κτλ. Είτα μου είπε διά τας δύο κόρας του, μακαρίζουν τον εαυτόν του ότι έχει ένα κορίτσι τζουβαΐρι, τουφαρίκι, την Πούλιαν, και μίαν λαίμαργον ψευδολόγον μικράν, την Γαρουφαλιώ. — Ξέρεις τίποτα; μου λέγει. Την Πούλια μου την γυρεύουν από τώρα, χωρίς προικιά. — Χαρά 'ς εσένα, του είπα. Και δεν την δίνεις; Τι κάθεσαι; — Μα. . . για να σ' πω. . . ν' αξίζη και το μέρος! Και μου ωνόμασεν έν πρόσωπον. Εγώ έσεισα τους ώμους. — Λοιπόν, θα 'ρθής, μου λέγει; Θ' αραδιάσουμε ένα ακόμα; — Δεν πίνω, του λέγω, και συ να μη πιής άλλο. Δευτέρα αύριο, έχεις δουλειά. 


Σύρε να μαζωχθής στο σπιτάκι σου. — Θα πάω, μου λέγει. Δε θυμούμαι, είπα καληνύχτα στην παρέα; — Και να μην είπες, δεν πειράζει. Τράβα καλλίτερα να μη ξαναμπλέξης. Μου έλαβε τον βραχίονα, μισοζαλισμένος, καθώς τον εκτύπησε τ' αέρι του υπαίθρου, και μ' έσυρε κατά τον δρόμον, ψιθυρίζων διάφορα ασυνάρτητα, οικογενειακά. Επλησιάσαμεν προς το γωνιαίον σπίτι, το οποίον αντίκρυζε με τον οικίσκον του ιδικού του. Ο Κυριάκος μ' έσυρε κατά τον δρόμον, εγώ τον έσυρα κατά το σπίτι. Μ' εσταμάτησε πλησίον εις την γωνίαν του οικίσκου του προς τον δρόμον, όχι μακράν από την θύραν του κατωγείου και υπό την σκιάν του εξώστου, κι' άρχισε να μου λέγη ατελείωτα. Ήκουσα τριγμόν του παραθύρου. 


Δεν επρόλαβα να κυττάξω, και το παραθυρόφυλλο υπανοιχθέν πάλιν έκλεισεν. Άλλον κρότον ήκουσα ν' ανοίγη η θύρα του ανωγείου, και αμυδρόν φως λυχναρίου έφεξε τον δρόμον. Ήτον η Πούλια. Εγνώρισε την φωνήν του πατρός της, τον οποίον επερίμενεν εναγωνίως πότε να έλθη την νύκτα πάσης Κυριακής. Εσηκώθη, επήρε τον λύχνον διά να φέξη — ίσως προνοούσα, διά να μην πέση και πάλιν ο μαστρο-Κυριάκος εις την σκάλαν, και μωλωπίση το πρόσωπόν του ως άλλοτε — ήνοιξε την θύραν, και μας έφεγγε. Είπα μέσα μου: «Κισμέτι, διά να ιδώ τ' αστεράκι ». Ηκολούθησα τον Κυριάκον — χωρίς ούτος να μου είπη να τον συνοδεύσω. Αλλά και πάλιν ούτε την χείρα μου άφηνεν, ούτε καληνύκτα μου έλεγεν. 


Ίσως θα επροτίμα να διανυκτερεύσωμεν εκεί εις το ύπαιθρον παρά την γωνίαν. Εγώ, επειδή δεν με άφηνε, τον ώθησα προς την οικίαν, και τον υπεστήριξα διά να αναβή. Η Πούλια μου εμειδίασε πολύ γλυκά, και είπε· — Καλησπέρα, μπάρμπα. . . Κόπιασε στο φτωχικό μας. Εκράτει τον λύχνον κ' έλαμπεν όλη, αυτή, και τα μάτια της τα βαθυγάλανα, και τα δόντια της τα μαργαριτένια, και τα πλούσια μαλλιά της τα χρυσόξανθα. Κ' η εληά που είχεν εις το αριστερόν μάγουλον, όπου την ενθυμούμην από τότε πού ήτον μικρή ακόμη, κι' αυτή έλαμπεν πλησίον εις τον μικρόν λακκίσκον του μειδιάματός της.



Η μικρά Γαρουφαλιώ, 

όπου είχε χορτάσει τα παιγνίδια όλη-μέρα την Κυριακήν, 

επειδή δεν είχε σχολείον, και είχε φάγει πολλά κυδώνια 

τα οποία την εφίλευσαν η γειτόνισσες, 

ερρογχάλιζεν εις μίαν γωνίαν. 

Εις την εστίαν είχεν ανάψει η Πούλια μικρόν πυρ, αν και δεν ήτο χειμών ακόμη, 

διά να ζεστάνη το φαγί του πατρός της, ό,τι είχε μείνει από το μεσημβρινόν γεύμα. 

Ο Κυριάκος εκάθησεν ή έπεσεν εις το πάτωμα και δεν μου έλεγε να μείνω ή να φύγω. 

Εγώ δεν ενθυμήθην πλέον να κυττάξω διά να ιδώ το αστεράκι, 

το οποίον είχα ιδεί προ ημερών να φέγγη υπό την στέγην εντός της οικίας, 

αν και είχα αισθανθή μεγάλην περιέργειαν και επιθυμίαν προς λύσιν της απορίας μου. 

Ιστάμην ορθός, ακίνητος, και δεν εχόρταινα να βλέπω την μικρήν Πούλιαν, 

κ' έλεγα μέσα μου: 

«Α! ...χωρίς προικιά, και με προικιά... ω! μη την πωλής! είνε κρίμα!. . . ». 

— Δεν κάθεσαι, μπάρμπα; κόπιασε, να καθήσης σιμά στον πατέρα μου! 

μ' εξύπνησεν η φωνή της Πούλιας από τ' όνειρον, όπου με είχε βυθίσει η μορφή της. 

— Δεν κάθομαι, κορίτσι μου. Έτσι έτυχε ν' ανεβώ. 

Είπα καληνύχτα, κ' έφυγα.



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


ΤΕΚΤΟΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΟΜΟΓΑΛΑΚΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ




Όταν αναλογισθεί κανείς όλα αυτά, 

καταλαβαίνει ότι μέσα σε μια ανθρωπότητα που δεν ενδιαφέρεται 

παρά μόνον για την ησυχία της, 

που δεν έχει άλλο όσιο και ιερό από το υλικό της συμφέρον, 

μέσα σ’ ένα κόσμο πρακτικών ανθρώπων που θεωρούν κάθε συζήτηση για την αλήθεια περιττή αεροκουβέντα, 

η ένωσις των ''Εκκλησιών'' όχι μόνον δύσκολη δεν είναι 

αλλ’ απεναντίας, είναι αναπόφευκτη. 

Μάλιστα τολμώ να πώ 

ότι όχι μόνον η ένωσις των χριστιανικών λεγομένων Εκκλησιών είναι αναπόφευκτη 

αλλά και γενικώς η ένωσις όλων των θρησκειών. 

Στο βασίλειό του ο αντίχριστος δεν θα ανεχθεί παραφωνίες, 

δεν θα ανεχθεί θρησκείες, ούτε μαλώματα για θρησκευτικά ζητήματα. 

Θα καθήσει στον ναό του Θεού ως θεός, και θα τον προσκυνήσουνε όλοι οι άνθρωποι της γής, 

''διότι εδόθη αυτώ εξουσία επί πάσαν φυλήν και λαόν και γλώσσαν και έθνος. 

Και προσκυνήσουσιν αυτόν πάντες οι κατοικούντες επί της γής, 

ών ου γέγραπται το όνομα εν τω βιβλίω της ζωής''. (Αποκ. ΙΓ΄ 7-8). 


Για τους ανθρώπους λοιπόν ''ών ου γέγραπται το όνομα εν τω βιβλίω της ζωής'' δεν θα υπάρχει παρά μόνον μία θρησκεία, η θρησκεία του αντιχρίστου. Υπάρχουν ήδη από τώρα δείγματα τέτοιων θρησκειών που μπορούν να συμβιβάσουν όλες τις θρησκείες, πρόδρομοι της θρησκείας του αντιχρίστου. Μια τέτοια θρησκεία είναι ο Μασονισμός. Την έχουν ήδη ασπασθεί οι πιο «προοδευτικοί» από τους ηγέτας του Κόσμου. 


Αυτή με τον συγκρητισμό της μπορεί να συμβιβάσει στα μυαλά των μωρών όλες τις αντιθέσεις της ανθρωπότητος στα θέματα της θρησκείας, και να υπερπηδήσει όλα τα εμπόδια και τις δυσκολίες που θα συναντήσουν οι διάφορες ''Εκκλησίες'' για την ένωσή τους. Ποιος ο λόγος, αλήθεια, να καταβληθεί τόση προσπάθεια για να ευρεθούν συμβιβαστικές λύσεις στις δογματικές και άλλες διαφορές των θρησκειών, και να μη προχωρήσουμε κατ’ ευθείαν στην ένωση των θρησκειών; Σ’ ένα είδος Μασονισμού; Αλλά αυτό το έχουν καταλάβει οι περισσότεροι από τους θρησκευτικούς ηγέτας σήμερα, οι πιο ''μεγάλοι'' και οι πιο ''σπουδαίοι»'' τουλάχιστον, και έσπευσαν, σαν προοδευτικοί που είναι, να γίνουν μασόνοι, χωρίς αυτό να τους εμποδίζει να φορούν τα ράσα τους ή τα άμφιά τους και να τελούν τις Λειτουργίες τους. 


Όμως, επειδή ο λαός δεν έχει ακόμη ωριμάσει, είναι ανάγκη να κρατήσουν τα προσχήματα και να προχωρήσουν πρώτα στην ένωση των ''Εκκλησιών'' και ύστερα στην ένωση των θρησκειών. Αυτές λοιπόν θα είναι οι εξελίξεις στο όχι και τόσο απόμακρο μέλλον. Γι’ αυτό ο Κύριος ερωτά εάν θα βρει πιστούς όταν θα ξανάρθει στη γη. «Πλην ο υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λουκ. ιη΄ 8). Μια ματιά στο παρελθόν θα μας διδάξει πολλά για την πορεία που ακολούθησαν και θα ακολουθήσουν τα εκκλησιαστικά πράγματα. 


Τις πρώτες ενωτικές τάσεις των Βυζαντινών αρχόντων με την Ρωμαϊκή πλάνη ανέκοψε, ευτυχώς, η στάσις του λαού και η υποδούλωσις του Βυζαντίου στους Τούρκους. Μόλις όμως το Ελληνικό Έθνος βρήκε την ελευθερία του, ο παλαιός πειρασμός ξανακτύπησε την πόρτα του. Οι γνήσιοι Έλληνες, άνθρωποι του λαού και των παραδόσεων, αντιστάθηκαν στην αρχή στο ρεύμα του εξευρωπαισμού. Ήσαν όμως αγράμματοι και παρ’ όλον ότι αυτοί είχαν δώσει το αίμα τους για την ελευθερία αυτής της χώρας, γρήγορα παραγκωνίστηκαν από τους ξενόφερτους γραμματισμένους, που μαζί με την οίηση που δίνει η ημιμάθεια, είχαν και την δύναμη της Αυλής του Όθωνος. «... 


Αυτήνοι κατάντησαν την πατρίδα και την θρησκείαν και κλονίζεται από τους άθρησκους. Εις τον καιρόν της Τουρκιάς μίαν πέτρα δεν πείραζαν από τα παλιοκκλήσια κι αυτήνοι οι απατεώνες σύνδεσαν τα συμφέροντά τους με τους μολεμένους Φαναριώτες κι άλλους τοιούτους, οπού ήταν εις την Ευρώπη μόλεμα, και μας χάλασαν τα μοναστήρια και τις εκκλησίες μας - μαγαρίζουν μέσα, κι άλλες έγιναν αχούρια. Από τους τοιούτους γερωμένους πολλούς πάθαμεν αυτά κι από τους τοιούτους λαικούς, στρατιωτικούς και πολιτικούς, αφού χύσαμεν ποταμούς αίματα, κιντυνεύομεν να χάσωμεν και την πατρίδα μας και την θρησκεία μας». (Μακρυγιάννη: ''Απομνημονεύματα'' σελ. 398). Αυτοί οι ημιμαθείς μορφωμένοι περιφρόνησαν τον ελληνικό λαό με το πάθος κάθε πεμπτοφαλαγγίτου. 


Περιφρόνησαν την γλώσσα του, τα ήθη και τα έθιμά του, την νοοτροπία του. Έβαλαν όλα τους τα δυνατά να νοθεύσουν την αλήθεια της πίστεώς του, να αλλοιώσουν τις παραδόσεις της Εκκλησίας του, να μπολιάσουν το κοσμικό πνεύμα και τον ορθολογισμό επάνω στο αγιασμένο δέντρο της Ορθοδοξίας, που τόσους αιώνες είχε μείνει αμόλυντο κάτω απ’ τον βάρβαρο κατακτητή. Για να κτυπήσουν την Εκκλησία κατάκαρδα, κτύπησαν τα μοναστήρια της. Άλλα έκλεισαν, άλλων την περιουσία εστέρησαν, σε άλλα έστειλαν ηγουμένους ''προοδευτικούς'' που τα διέλυσαν ευκολότερα από κάθε δίστομο κρατική μάχαιρα. Χωρίς τα μοναστήρια της και με τους επισκόπους της δουλομένους στο Κράτος, η Εκκλησία έγινε αμπέλι ξέφραγο. 


Έφυγε από τα χέρια της η Παιδεία του Έθνους και πήγε στα χέρια ενός Κράτους ουμανιστικού, που μ’ όλες τις περί ''ελληνοχριστιανικού πολιτισμού'' υποκρισίες του, παρέμεινε και παραμένει ατόφια ειδωλολατρικό. Τα πάντα άρχισαν να προσαρμόζονται προς τα γούστα της νεοπλουτικής και αρχοντοχωριάτικης αθηναικής κοινωνίας. Η λατρεία της Εκκλησίας άρχισε να ξεφτίζει προς το κοσμικότερο. Η βυζαντινή μουσική άρχισε να μεταποιείται προς το ευρωπαικότερο για να μεταπέσει στην θεατρική τετραφωνία. Οι εικόνες άρχισαν να φαίνονται πολύ αυστηρές και άσχημες στα μάτια των γυναικαρίων των ''ανωτέρων'' τάξεων, που ζητούσαν ''γλυκείς Ιησούς'' γεμάτους συγκατάβαση για τις ανομίες τους και ανίκανους να προκαλούν το δέος και τον σεβασμό. 


Τα γένεια και τα μαλλιά των ιερωμένων άρχισαν να ενοχλούν, και αυτοί, ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις του σύγχρονου κοινού, άρχισαν να καλλωπίζονται. Το φτωχό και αγιασμένο κεράκι με την κατανυκτική ατμόσφαιρα, αντικατέστησαν οι λαμπτήρες του Έντισον, κάνοντας την Εκκλησία να μοιάζει με αίθουσα αυτοκρατορική, τόσο κατάλληλη για τους γάμους και τις επίσημες εμφανίσεις της κρατούσης τάξεως. Αλλά δεν ήταν μόνον αυτά. Δεν έφυγε μόνον η κατώτατη και η μέση εκπαίδευσις από τα χέρια της Εκκλησίας, αλλά και η ανωτάτη. Έτσι οι θεολόγοι και οι μέλλοντες ιερείς και αρχιερείς δεν εκκολάπτοντο μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, της φυσικής τους μητέρας, αλλά μέσα στους κόλπους ενός κρατικού Πανεπιστημίου γεμάτου από ορθολογιστική δυσωδία και πνευματική ρηχότητα, χωρίς καμμία δυνατότητα να γευθούν στην πράξη την μυστική εν Χριστώ ζωή της αγιότητος, που μόνη αναδεικνύει πραγματικούς θεολόγους. 


Φύτρωσαν έτσι σαν ζιζάνια μέσα στην Εκκλησία θεολόγοι που είχαν τα μυαλά γεμισμένα με πολλές φιλοσοφικές θεωρίες προτεσταντικής ή ρωμαϊκής προελεύσεως, αλλά τις καρδιές κενές από το βίωμα της Ορθοδοξίας. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ανίκανοι να δουν το χάσμα που χωρίζει την Ανατολική από τις Δυτικές «Εκκλησίες». Το θεωρούσαν ζήτημα δογματικών διατυπώσεων, αλλά όχι ζήτημα ζωής και ουσίας. Γι’ αυτούς η εν Χριστώ ζωή ήταν σειρά συναισθηματικών καταστάσεων και ηθικών πράξεων. Το ίδιο όμως είναι η εν Χριστώ ζωή και για τους Δυτικούς. Η θεωρία του Θεού, το βίωμα της παρουσίας του Χριστού και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, η κατοίκησις δηλαδή της αληθείας μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, τους ήταν άγνωστη. 


Αυτοί όταν μιλούν για αλήθεια εννοούν το ξηρό δόγμα. Το δόγμα όμως, τόσο γι’ αυτούς όσο και για τους Δυτικούς, ήταν ένας ξεχωριστός κόσμος εγκεφαλικών διατυπώσεων, αρκετά ενοχλητικός, την αξία του οποίου, ύστερα απ’ αυτήν την διάσπαση της ζωής και της πίστεως, ήταν αδύνατον να εκτιμήσουν. Τα θεμέλια λοιπόν επάνω στα οποία θα έκτιζαν για να υπερασπισθούν την Ορθοδοξία τους, ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετοι από τους θεολόγους μας, ήταν σαθρότατα. Είναι φοβερό, όταν αναλογισθεί κανείς, ότι επάνω σ’ αυτά τα σαθρά θεμέλια έχει κτισθεί ολόκληρη η σύγχρονη ελληνική θρησκευτικότης. 


Γιατί, ενώ κάποτε η θρησκευτικότης του λαού επήγαζε από τις Μονές και αυτές είχε για πνευματικό αποκούμπι και καθοδήγηση, στο ελληνικό βασίλειο η θρησκευτικότης θεμελιώθηκε επάνω στον θεολόγο που περιγράψαμε, ιερωμένο ή λαικό. Ο θεολόγος αυτός, μιμούμενος τα δυτικά πρότυπα, οργάνωσε αδελφότητες και χριστιανικές ενώσεις και πήρε στα χέρια του το κήρυγμα και την κατήχηση.



Και ενώ πριν, η θρησκευτικότης ενός τόπου 

είχε σαν κέντρο της το μοναστήρι της περιοχής και τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας, 

και δεν διέφερε σε τίποτε ο Χριστιανός του Α΄ τόπου από τον Χριστιανό του Β΄ τόπου, 

γιατί όλοι ήταν το ίδιο παιδιά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, 

τώρα ο θεολόγος οργάνωσε την φατρία, 

και έτσι σ’ έναν και τον αυτό τόπο υπάρχουν Χριστιανοί της Α΄ φατρίας 

και Χριστιανοί της Β΄ φατρίας, πάντοτε αντίδικοι και υποβλεπόμενοι, 

χωρισμένοι - χωρίς οι ίδιοι να καταλαβαίνουν ποιες είναι οι διαφορές τους. 

Και όμως, 

μ’ όλα αυτά τα μίση και τα μεταξύ των σχίσματα, 

οι φατρίες είναι σύμφωνες πώς όσον αφορά τους Δυτικούς 

''περισσότερα είναι εκείνα που μας ενώνουν παρά εκείνα που μας χωρίζουν'' 

και ''πρέπει να βλέπουμε αυτά που μας ενώνουν και να παραβλέπουμε αυτά που μας χωρίζουν''. 

Βλέπουν δηλαδή πιο εύκολη την ένωση και την αγάπη με τους Δυτικούς ''αδελφούς'' τους 

που ούτε τους είδαν ούτε τους γνώρισαν ποτέ, 

παρά με τους ορθοδόξους συμπολίτες και γείτονες, που και βλέπουν καθημερινώς και γνωρίζουν. 

Αλλά είπαμε οι άνθρωποι σήμερα κόπτονται για την αγάπη του ανθρώπου, 

για την αφηρημένη αγάπη της ανθρωπότητος, 

την στιγμή που είναι ανίκανοι να αγαπήσουν τον πλησίον τους...




Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Εκ του βιβλίου του Αλέξανδρου Καλόμοιρου: ''ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ''. 
Ταπεινές σκέψεις ενός Ορθοδόξου για τις προσπάθειες ενώσεως της Μιας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με τις δήθεν Εκκλησίες της Δύσεως. 
Εκδόσεις ''Ζέφυρος,'' Β' έκδοση 1995.
Στη φωτογραφία, 
ο Όσιος Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας, 
ο σύγχρονος αποτειχισμένος Καππαδόκης και ομολογητής των πατρώων, 
που από το 1942  έδειξε τον δρόμο της ορθόδοξης και μαρτυρικής Ομολογίας.




Αλέξανδρος Καλόμοιρος


Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Η ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ




Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα της αποσυνθέσεως, ήλθε ξαφνικά, 

ύστερα από πίεση του Κράτους, 

το πρώτο επίσημο βήμα της ελληνικής Εκκλησίας πρός τον Πάπα: 

Η υιοθέτησις του παπικού ημερολογίου. 

Λίγοι έχουν, δυστυχώς, εννοήσει την σημασία του «παλαιοημερολογητικού», 

όπως ονομάζεται, ζητήματος. 

Οι περισσότεροι αποδίδουν σε στενοκεφαλιά του αγραμμάτου λαού 

την αντίδραση των Παλαιοημερολογιτών, 

δείγμα κι αυτό της βαθειάς περιφρονήσεως που τρέφουν οι οιηματίες εγγράμματοι 

προς τους αγραμμάτους. 

Όμως οι αγράμματοι αυτοί, 

για να αντιδράσουν όπως αντέδρασαν, 

θα έπρεπε να έχουν, αν μη τι άλλο, θρησκευτικόν ζήλο και ενδιαφέροντα πνευματικά, 

που τα εστερείτο η μάζα των αδιαφόρων που ακολούθησαν, 

χωρίς καν να γνωρίζουν πώς τίθεται το πρόβλημα, την πλειοψηφία των ιεραρχών. 

Κανείς από τους φωτισμένους θεολόγους και τους οπαδούς των 

δεν έδειξε πάντως σημεία αγωνίας μπροστά στό φαινόμενο αυτό του διαχωρισμού της ελληνικής Εκκλησίας, 

ούτε ζήτησε να βρεί μια απάντηση στην γεμάτη πόνο κραυγή τόσων χιλιάδων πιστών. 


Η πλειοψηφία ήταν με το μέρος των. Οι αριθμοί πάντοτε τους έδιναν το αίσθημα της ασφαλείας. Στην πραγματικότητα όμως, ούτε τους αριθμούς δεν είχαν με το μέρος των. Γιατί αν ήταν λίγες χιλιάδες οι Παλαιοημερολογίτες και εκατομμύρια οι ακολουθήσαντες το νέο Ημερολόγιο, όμως αυτές οι λίγες χιλιάδες ήταν χιλιάδες πιστών, πονούντων την Εκκλησία. Ενώ μέσα στα εκατομμύρια των αδιαφόρων, των υλιστών και των αθέων, οπαδών του νέου Ημερολογίου, ήταν ζήτημα αν μπορούσες να βρεις λίγες χιλιάδες πραγματικών πιστών. 


Εχλεύασαν μόνον τους απλοικούς αυτούς νέους ομολογητάς της Ορθοδοξίας, λέγοντας ότι από δεισιδαιμονία δεν θέλουν να διορθώσουν το ορολόγι τους που δεν πάει καλά. Όμως δεν ήταν εκεί το πρόβλημα. Δεν είχαν δίκιο να κατηγορούν τους Παλαιοημερολογίτες ότι μαλώνουν για ένα Ημερολόγιο. Το ζήτημα δεν ήταν ποιο από τα δύο Ημερολόγια είναι ανακριβή. Ούτε οι Παλαιοημερολογίτες επέμειναν στο παλιό Ημερολόγιο, ούτε οι Νεοημερολογίτες έφεραν το νέο Ημερολόγιο, για λόγους αστρονομικής ακριβείας. Ο λόγος για τον οποίον απεφασίσθη η εισαγωγή του νέου Ημερολογίου στην Ελλάδα, ούτε αστρονομικός, ούτε θεολογικός ήταν. 


Επρόκειτο απλώς για μια από τις πολλές υποχωρήσεις της υποδουλωμένης στο Κράτος ιεραρχίας προς τον κύριό της που της το ζήτησε για να διευκολύνει τις εμπορικές του συναλλαγές. Ο λόγος όμως της αρνήσεως των Παλαιοημερολογιτών να συμμορφωθούν ήταν θεολογικότατος και επήγαζε από βαθειά εκκλησιαστική συνείδηση. Πράγματι η λειτουργική αρμονία της Εκκλησίας του Χριστού διεκυβεύετο χάριν πολιτικών συμφερόντων. Με την αλλαγή του Ημερολογίου επήρχετο διάσπασις της λειτουργικής συμπνοίας μεταξύ της ελληνικής Εκκλησίας και όλων των άλλων ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίες διατηρούν μέχρι σήμερα το παλιό Ημερολόγιο. 


Και δεν επρόκειτο μόνον για μια ακαταστασία στην λειτουργική ζωή της στρατευομένης Εκκλησίας αλλά διεκόπτετο και η συνέχεια της λειτουργικής ζωής της στρατευομένης με την θριαμβεύουσα Εκκλησία. Όταν στην Ελλάδα οι καμπάνες καλούν τους πιστούς να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα και οι ψαλτάδες ψέλνουν χαρμόσυνα το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε», τα εκατομμύρια των Ορθοδόξων αδελφών μας σ’ ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο και στο Άγιον Όρος βρίσκονται ακόμη στην Σαρακοστή, και δεν ακούν τις καμπάνες, ούτε ψέλνουν μαζί μας τους χαρούμενους ύμνους των Χριστουγέννων. 


Τι χειρότερο μπορεί να φαντασθεί κανείς για την Εκκλησία από την διάσπαση αυτήν της λειτουργικής συμπνοίας που μας απομακρύνει ψυχικά όχι μόνον από τους άλλους Ορθοδόξους, αλλά και από τους προ ημών Ορθοδόξους, από την θριαμβεύουσα Εκκλησία των εν Χριστώ κοιμηθέντων, από τους αγίους που εόρταζαν και λειτουργούσαν με το παλιό Ημερολόγιο που αρνηθήκαμε εμείς; Τόσοι κόποι των Πατέρων μας, τόσαι Σύνοδοι χρειάσθηκαν για να θεσπισθεί το εορτολόγιο αυτό. Και όλα αυτά για να υπάρξει λειτουργική ευρυθμία μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών. 


Γιατί αυτή η ευρυθμία και σύμπνοια εκφράζει την εσωτερική λειτουργική ενότητα της Εκκλησίας. Την Εκκλησία δεν την ενοποιεί, όπως νομίζει ο Παπισμός, η σκληρή πειθαρχία και η υπακοή σε μια καθορισμένη ιεραρχία, που έχει για κορυφή ένα και μόνο άτομο, που ισχυρίζεται ότι αντικαθιστά τον Χριστό επί της γης, αλλά η μυστική κοινωνία στο σώμα και στο αίμα του Χριστού. Κάθε εκκλησία όπου τελείται η Θεία Ευχαριστία και όπου είναι συναγμένοι οι πιστοί «επί το αυτό», αποτελεί την ολοκληρωμένη εικόνα της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. 


Αυτό που κάνει ώστε μία ενορία να αποτελεί ένα σώμα με τις άλλες επισκοπές, είναι η μυστική κοινωνία όλων στο σώμα και το αίμα του Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι και αληθεία. Η ενότης λοιπόν της Εκκλησίας είναι δεσμός μυστικός που χαλκεύεται κατά την Θεία Ευχαριστία όταν οι πιστοί μεταλαμβάνουν το σώμα και το αίμα του Χριστού. Οι Χριστιανοί είναι ένα σώμα, τόσο όσοι ζούνε σήμερα επάνω στη γή, όσο και αυτοί που έζησαν πριν από μας στους αιώνες που πέρασαν, και όσοι θα ζήσουν στα χρόνια που θά΄ρθουν, κι αυτό γιατί έχουμε κοινή ρίζα, το σώμα του Χριστού. ''Εις άρτος, εν σώμα, οι πολλοί εσμέν, οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν''. 


Δεν είναι λοιπόν διοικητική, δεν είναι πειθαρχική, ούτε οργανωτική η ενότης της Εκκλησίας, αλλά λειτουργική. Γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλη σημασία το εορτολόγιο. Η ενότης που πηγάζει από την Θεία Ευχαριστία, την μία Πίστη και το ένα Βάπτισμα, παύει να είναι εξωτερικά έκδηλη όταν υπάρχει λειτουργική αναρχία. Η μορφή και τα λόγια της Λειτουργίας έχουν καθορισθεί, ώστε όλες οι εκκλησίες να λατρεύουν κατά τον ίδιο τρόπο τον Θεό. Και τα μηναία περιέχουν το τι θα ψαλλεί σε κάθε εορτή. Έτσι καμμιά παραφωνία δεν μπορεί να διαταράξει την λειτουργική αρμονία γιατί και η μουσική και η εικονογραφία, που λέγονται κι αυτές λειτουργικές τέχνες, έχουν το ίδιο καθορισθεί, ώστε να μη μπορεί ο κάθε αγιογράφος ή ο κάθε ψάλτης να εικονογραφεί ή να ψάλλει κατά την φαντασία του, αλλά να είναι αναγκασμένος να προσαρμόσει την προσωπική του τέχνη και ικανότητα στα πρότυπα του πιο αυστηρού πνευματικού ρεαλισμού. 


Έτσι έχει καθορισθεί και το εορτολόγιο, για να μη μπορεί ο κάθε ιερεύς να εορτάζει όποτε θέλει τις εορτές που θέλει, αλλά να υπάρχει πλήρης κοινωνία προσευχών ανάμεσα σ’ όλους τους πιστούς της γης. Ό,τι λοιπόν κάνει ο ζωγράφος που ζωγραφίζει κατά τα δικά του γούστα τις εικόνες της Εκκλησίας, περιφρονώντας την παράδοση, όπως καταστρέφει την λειτουργική ευρυθμία ο ψάλτης που αντί να ψάλλει τραγουδάει μέσα στην εκκλησία θεατρικά, έτσι εχάλασαν την λειτουργική αρμονία της Ορθοδόξου Εκκλησίας οι Έλληνες ιεράρχαι που αποφάσισαν να ακολουθούν στην Ελλάδα άλλο εορτολόγιο διαφορετικό από εκείνο που ακολουθούν οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και το Άγιον Όρος. 


Έτσι άλλον άγιον εορτάζουν και άλλα τροπάρια ψάλλουν στο Άγιον Όρος, και άλλον άγιο εορτάζουν και άλλα τροπάρια ψάλλουν στην Θεσσαλονίκη, άλλη μέρα εορτάζεται η Μεταμόρφωσις του Κυρίου στην Αθήνα και άλλη στα Ιεροσόλυμα, στην Αντιόχεια ή στη Μόσχα. Το πόσο τραγική είναι αυτή η παραφωνία είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό στη χώρα μας, λόγω των αποστάσεων. Γίνεται όμως πολύ οδυνηρά αντιληπτό απ’ αυτόν που ταξιδεύει στην Ευρώπη, και ο οποίος βλέπει μέσα στην ίδια πόλη, σε γειτονικές συνοικίες, τους μεν Ρώσους να εορτάζουν άλλη εορτή, τους δε Έλληνας άλλη. 


Ή ακούει τις καμπάνες της ελληνικής Εκκλησίας να καλούν τους πιστούς, όταν οι καμπάνες της ρωσικής Εκκλησίας παραμένουν βουβές. Και διερωτάται τότε αν και οι δύο Εκκλησίες είναι Ορθόδοξες. Δεν έγινε λοιπόν αντιληπτό στην Ελλάδα το πόσο σοβαρά υποχώρησις υπήρξε προς τα στοιχεία του κόσμου, και τι πλήγμα κατεφέρετο κατά της Εκκλησίας με την κατάργηση του παλιού και την εισαγωγή του νέου εορτολογίου. Αλλά και αν μερικοί το αντιλήφθησαν, δεν είχαν την δύναμη να σηκώσουν το ανάστημά τους και να κηρύξουν την αλήθεια. Κανένας σοφός και κανένας δυνατός κατά κόσμον, δεν βρήκε λέξεις να διαμαρτυρηθεί. 



Έτσι απεδείχθη για πολλοστή φορά 

ότι ''ο Θεός τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ίνα καταισχύνει τα ισχυρά'', 

και ότι ''εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν των σοφών''. 

Γιατί, 

ενώ οι σοφοί σιωπούσαν και απεδέχοντο, οι αγράμματοι πιστοί εξεγείροντο. 

Και αυτοί «ουχ ώσπερ οι μωροί του κόσμου σοφοί μωρά ελάλησαν». 

Δεν αναλύθηκαν σε αστρονομικές θεωρίες και μαθηματικούς υπολογισμούς, 

αλλά μίλησαν στο όνομα της παραδόσεως την οποία αισθάνονταν σαν πράγμα ιερό, 

που δεν μπορεί κανείς να το καταπατεί χάριν της συνεχώς απαρνουμένης τις απόψεις της επιστήμης 

ή του πολιτικού και οικονομικού συμφέροντος μιας χώρας. 

Αλλά ''τους διδακτούς Θεού οι μαθηταί των σοφών του αιώνος τούτου 

ανθρώπων ηγούνται μωρούς''. 

Έτσι από την αρχή και μέχρι σήμερα τους Παλαιοημερολογίτας, 

τους θεωρούν μωρούς, θρησκόληπτους, δεισιδαίμονας κ.τ.τ. 

και χαίρονται για την δική τους γνώση 

που τους κάνει να στέκονται πάνω από αυτές τις ''λεπτομέρειες'' 

και να μην δημιουργούν ζητήματα για το ''τίποτε''...




Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Εκ του βιβλίου του Αλέξανδρου Καλόμοιρου: ''ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ''. 
Ταπεινές σκέψεις ενός Ορθοδόξου για τις προσπάθειες ενώσεως της Μιας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με τις δήθεν Εκκλησίες της Δύσεως. 
Εκδόσεις ''Ζέφυρος,'' Β' έκδοση 1995.
Στη φωτογραφία, ο άγιος προγούμενος της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου του Αγίου Όρους Γέροντας Ευθύμιος. Να έχουμε την ευλογία του.



Αλέξανδρος Καλόμοιρος


Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ ΚΑΙ Ο ΣΥΡΦΕΤΟΣ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ




''...Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας", ἥν παρελάβομεν ἄδολον παρά τηλικούτων ἀνδρῶν, ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμόν ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ διαβόλου· 
ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν, κατελέγχει ἐλλιπῆ τήν κεκηρυγμένην ὀρθόδοξον πίστιν. 
Ἀλλ᾽ αὐτή πεπληρωμένη ἤδη ἐσφράγισται, 
μή ἐπιδεχόμενη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν οἱανδήποτε, καί ὁ τολμῶν ἢ πρᾶξαι ἢ συμβουλεῦσαι ἢ διανοηθῆναι τοῦτο 
ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, 
ἤδη ἑκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα διά τό βλασφημεῖν εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, 
ὡς τάχα μή ἀρτίως λαλῆσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καί διά τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. 
Τό φρικτόν τοῦτο ἀνάθεμα, ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Χριστῷ ἀγαπητά, 
οὐκ ἐκφωνοῦμεν ἡμεῖς σήμερον, 
ἀλλ᾽ ἐξεφώνησε πρῶτος ὁ Σωτήρ ἡμῶν 
"ὃς ἂν εἴπη κατά τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται αὐτῷ οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι" (Ματθ. ιβ‘, 32)...''

Η Πατριαρχική Εγκυκλιος τοῦ 1848
συγκληθείσα εν Κωνσταντινουπόλει


Τον Οκτώβριο μήνα -του επονομαζομένου και Βροχάρη- 

ο Οικουμενιστής Πατριάρχης Κων/λεως των καθ' υποκρισίαν πανθρησκειακών διαλόγων, 

των χρόνιων, κεκορεσμένων και νοσούντων δι-αιρετικών, συνεδριακών συναγελασμών, 

των ατέρμονων και ατελεύτητων φιλοενωτικών και φιλειρηνικών παραστάσεων 

προχωρημένου ιησουιτισμού, ανέξοδης και προχωρημένης κιβδηλίας -μα προπαντώς εγνωσμένης πολυπροσωπίας- 

κόμισε και πάλι ''γλαύκας εις Αθήνας''. 

Παρακολουθώντας τον στην 2η Διεθνή Διάσκεψη της Αθήνας 

για τον "Θρησκευτικό και Πολιτιστικό Πλουραλισμό και την Ειρηνική Συνύπαρξη στη Μέση Ανατολή,''

οιοσδήποτε -πραγματικά- καλόπιστος, φιλαλήθης κι ανυπόκριτος, απλός παρατηρητής 

θα τον ρωτούσε κατ΄ανάγκην: 

Για Ορθοδοξία, πότε θα ομιλήσετε ''Παναγιώτατε;''


Είναι εκπληκτικά ανερμήνευτο και διθυραμβικά ασύλληπτο το γεγονός, ότι επί 26 χρόνια φραγκολατίνικης και επικής ''δεσποτικής'' πατριαρχείας, αυτός ο απατηλός και κοσμικόφρων Σίσυφος της πατερικής αποστασίας δεν έχει μιλήσει ποτέ δημόσια γι' αυτό, που υποτίθεται ηγείται... Της Ορθοδοξίας!


Ατέλειωτα, κορεσμένα και κουραστικά εξαντλημένα, βερμπαλιστικά συνέδρια δι-αιρετικών διαλόγων που έκαναν την Εκκλησία της Κων/λης να ομοιάζει με επαρχιακή, φραγκευμένη παπαδίνα ενδεδυμένη η δύστηχη στα χρώματα του φούξια! 


Διεθνή, αλληλοεπαναλαμβανόμενα, δύσπεπτα και αναμασημένα forum διαθρησκειακής προσέγγισης, αφομοίωσης και ομογενοποίησης σε τέτοιο βαθμό, που όλες οι θρησκείες πλέον να ομοιάζουν με έναν ομοιογενοποιημένο θρησκευτικό τσελεμεντέ, αφού πολτοποιήθηκαν δυναμικά στο μίξερ της παγκοσμιοποίησης!


Επισκέψεις της ατζέντας και του πρωτοκόλλου με αρχηγούς κρατών, οργανώσεων και οργανισμών κομίζοντας κοράνια, φιρμάνια και άλλα ομογάλακτα χαρμάνια, ώστε κατέστησαν τον αυτοέκλειστο δεσμώτη του Βατικανού σε μια -βαθιά- χειραγωγημένη, κοσμική ''προσωπικότητα''  των συνεδρίων, των ανέξοδων, βερμπαλιστικών ομιλιών και της αυτόχειρης, αιρετικής πλάνης.


Και τι απίστευτος και δημόσιος, ''ομολογιακός'' θεατρινισμός! 


Στην πρόσφατη διάσκεψη του Μαρόκου, την ''10η World Policy Conference'' δήλωσε μεταξύ άλλων: ''Δυστυχώς η θρησκεία μετετράπη καθ΄όλη την διάρκεια του εικοστού αιώνα σε όργανο επιβολής εξουσίας, καταφέρνοντας να εκτρέψει ακόμα και αυτή τη φύση του θρησκευτικού λειτουργήματος: το να είναι δηλαδή παράγοντας ειρήνης, συμφιλιώσεως και διαλόγου''. 


Ως φαίνεται, πολύ ορθώς προσεγγίζει την αλήθεια, ''αναγνωρίζοντας''...  την δική του αυταρχική, αλαζονική, και δεσποτική επίδειξη εξουσίας: με τις χρόνιες και αδιάκοπες διώξεις των μοναχών της Μονής Εσφιγμένου, της  μόνης αταλάντευτα και πατερικά αποτειχισμένης  Μονής του Αγίου Όρους, με τις αστυνομικές εκδιώξεις των μοναχών της σκήτης του Προφήτη Ηλία, με τις επιστολές συμμόρφωσης και συνετισμού που έστελνε στον ομόφρονά του Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο για τον Πειραιώς Σεραφείμ, με την σύσταση και δημιουργία χαλκευμένης και ψευδεπίγραφης ''εσφιγμενίτικης'' μονής, με τα δεσποτοκρατικά και αλαζονικά μπιλιέτα που έστελνε στους ηγουμένους της Αθωνικής Πολιτείας, προς συνετισμό των αντιφρονούντων και στοχοποιώντας τους, ως φονταμελιστές, φανατικούς και πλανεμένους...


Και από πότε η Ορθοδοξία έγινε θρησκεία πανσοφώτατε; 


Και από πότε η φύση του ορθοδόξου λειτουργήματος έγκειται στο να είναι αποκλειστικά και μόνο παράγοντας ειρήνης, συμφιλιώσεως και διαλόγου; Την Ποιμαντική της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, που την έχετε καταχωνιάσει, την αντιαιρετική, πατερική θεολογία που την έχετε απομονώσει και την σωτηριολογική αποκλειστικότητα της Εκκλησίας, που την έχετε συντρίψει;


Παρακολουθώντας όμως -χρόνια τώρα- όλους αυτούς τους δυτικοθρεμένους, λατινόφρονες και επηρμένους διακινητές της αυτοματοποιημένης οίησης, της αιρετικοαγωγούσας αλαζονείας και του φονταμελιστικού αυταρχισμού να συναγελάζονται με κάθε λογής αιρετικές πανσπερμίες και κακόδοξες πλάνες διαπιστώνει κανείς αβίαστα και τούτο:


Πλην της οικουμενιστικής παναίρεσης που έχουν δεσμωτικά περιέλθει, διακατέχονται από έναν άγευστο, άοσμο και ''αχαρτογράφητο'' λόγο, εκκκοσμικευμένο, γενικόλογο και ασαφή από νόημα και ουσία στα της ''Εκκλησίας''. Ο λόγος τους έχει και αυτός εκλατινισθεί! Διαβάζοντας επίκαιρα κείμενα γνωστών Οικουμενιστών Μητροπολιτών του Φαναρίου γίνεται άμεσα αντιληπτό, πως συχνά διασταυρώνεται η ''εκκλησιαστική'' γραφή   με δυτικοευρωπαικές, θεολογικές ρήσεις, εμπλέκεται ως και η δυτική λογοτεχνία και η φράγκικη ιστοριογραφία προκειμένου να εδραιωθεί ένας αποφατικός λόγος. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Τα αποτελέσματα της αίρεσης είναι πασίδηλα, κατά το ''τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος!''



Τέλος, ποτέ και κανείς 

από τους Οικουμενιστές εραστές της απερίφραστης, ανεξάντλητης και άρδην ένωσης όλων των αιρέσεων 

δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να αντικρούσει τις κατά των εαυτών κατηγορίες! 

Και πως αλλιώς; 

Η λεκτική της απαξίωσης, η αίσθηση της κοσμικής υπεροχής 

και το σύνδρομο του δεσποτισμού, 

τους οδηγούσαν πάντα στον ίδιο κατηφορικό μονόδρομο της εκδίωξης των αντιφρονούντων 

και του προπαγανδιστικού αφανισμού των γνησίων Ορθοδόξων. 

Η Εκκλησιαστική Ιστορία βρίθει από άγριες και γενικευμένες εκδιώξεις, 

εξορίες και βασανισμούς των Ορθοδόξων 

από τον Άρειο μέχρι την καταληκτική ημερομηνία του 1924, 

όταν οι πρώτοι αποτειχισμένοι χριστιανοί εδιώκοντο συνεργούντος του χωροφύλακος 

και της αλαζονίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Από τότε μέχρι σήμερα, 

η κρατούσα Εκκλησία εκλατινίσθηκε, 

το ποίμνιο προτεσταντίσθηκε, 

οι Ιεροί Κανόνες ακυρώθηκαν και οι Οικουμενιστές έγιναν καλοθρεμμένοι γυρολόγοι Λύκοι 

μη φειδόμενοι του Ποιμνίου. 

Έτσι απλά. 

Εύχεσθε!



Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

ΜΗ ΓΙΝΕΣΘΕ ΕΤΕΡΟΖΥΓΟΥΝΤΕΣ ΑΠΙΣΤΟΙΣ




''Οἱ δοκοῦντες ἀξιόπιστοι εἶναι καὶ ἑτεροδιδασκαλοῦντες μή σε καταπλησσέτωσαν. στῆθι ἑδραῖος ὡς ἄκμων τυπτόμενος. μεγάλου ἐστιν ἀθλητοῦ τὸ δέρεσθαι καὶ νικᾶν. 

μάλιστα δὲ ἕνεκεν θεοῦ πάντα ὑπομένειν ἡμᾶς δεῖ, ἵνα καὶ αὐτὸς ἡμᾶς ὑπομείνῃ. 

2 πλέον σπουδαῖος γίνου οὗ εἶ. 

τοὺς καιροὺς καταμάνθανε. 

τὸν ὑπὲρ καιρὸν προσδόκα, τὸν ἄχρονον, τὸν ἀόρατον, τὸν δι ̓ ἡμᾶς ὁρατόν, τὸν ἀψηλάφητον, τὸν ἀπαθῆ, τὸν δι ̓ ἡμᾶς παθητόν, τὸν κατὰ πάντα τρόπον δι ̓ ἡμᾶς ὑπομείναντα''.


Από την ''Επιστολή προς Πολύκαρπον''.


  Σημ. ημετέρα: ''Οι δοκούντες'' ήταν αιρετική ομάδα του 1ου μ.μ. αιώνα, οι οποίοι πίστευαν πως το σώμα του Χριστού μας ήταν φαινομενικό ''κατά το δοκούν'' και πως η ενανθρώπιση του Κυρίου ουδέποτε έγινε.
Στον σημερινό, εσχατολογικό ορυμαγδό της Παγκοσμιοποιημένης Οικουμενιστικής Εκκλησίας και εις πείσμα κάποιων νεόκοπων, νεοχειροτονηθέντων Μητροπολιτών της Καινοτόμου Εκκλησίας, πως δεν υφίσταται ουδείς... Συγκρητισμός επί τω Φαναρίω,ταιριάζει απόλυτα το -παραφρασμένο υφ΄ημών του Μάρκου Ι. 25- ''ευκοπώτερόν έστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίδος εισελθείν ή αιρετικός Οικουμενιστής εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν''... 

Άγιος Ιγνάντιος ο Θεοφόρος


▲ ▼
Print Friendly and PDF