ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ




Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴ μνήμη μίας πολὺ μικρῆς ὁμάδας μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτὼ γλυκεῖς, εὐώδεις καὶ ἀμάραντους καρπούς.


Μιὰ μικρὴ ἀλλά ἐκλεκτὴ ὁμάδα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τριακόσιοι δεκαοκτὼ ἅγιοι πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τὸ 325 μ. Χ., τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, γιὰ τὴν ὑπεράσπιση, ἀποσαφήνιση καὶ βεβαίωση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.


Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν Ἐκκλησία εἶχαν ἐμφανιστεῖ «λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. κ' 29), πού φοροῦσαν ροῦχα ὅμοια μὲ τῶν ποιμένων. Αὐτοὶ εἶχαν ἔκλυτη ζωὴ καὶ γι' αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν μέσα τους τόπο γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἔπεσαν κι οἱ ἴδιοι, ἀλλά παρέσυραν καὶ τοὺς πιστοὺς σὲ πλάνες.


διδασκαλία τους ἦταν διαβρωτική, ὅπως κι ἡ ζωή τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λοιπὸν σύναξε τοὺς ἁγίους αὐτοὺς τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰ Σύνοδο, ὥστε νὰ φανοῦν οἱ ἀληθινοὶ διδάσκαλοι τοῦ Χριστοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πλανεμένους· νὰ φανεῖ ἡ δύναμη ἐκείνων πού ἀγωνίζονται γιὰ τὸν Χριστὸ ἐναντίον ἐκείνων πού τὸν πολεμοῦν καὶ νὰ διακριθεῖ ὁ γλυκὺς καρπὸς τοῦ καλοῦΔέντρου, πού εἶναι ὁ Χριστός, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σάπιους καὶ πικροὺς καρποὺς τοῦ δέντρου τοῦ πονηροῦ.


Οἱ ἅγιοι πατέρες ἔλαμψαν στὴ Νίκαια ὅπως τὰ ἄστρα στὸν οὐρανό, πού παίρνουν τὸ φῶς τους ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι φωτίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ κι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἦταν Χριστοφόροι ἄνθρωποι, ὁ Χριστὸς ζοῦσε κι ἔλαμπε μέσα ἀπὸ τὸν καθένα τους.


ταν οὐρανοπολίτες μᾶλλον παρὰ πολίτες τῆς γῆς, ἀγγελόμορφοι, ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ ἀγγέλους παρὰ μὲ ἀνθρώπους. Ἦταν πραγματικὰ «ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β' Κόρ. στ' 16).


Πιστεύω πώς εἶναι ἀρκετὸ ν' ἀναφερθῶ σὲ τρεῖς μόνο ἀπ’αὐτούς· ἐκείνους πού σοῦ εἶναι οἱ πιὸ γνωστοί, γιὰ νὰ 'χεις μιὰ ἰδέα πῶς ἦταν κι οἱ ὑπόλοιποι τριακόσιοι δεκαπέντε. Κι ἀναφέρομαι στὸν ἅγιο πατέρα Νικόλαο, στὸν ἅγιο Σπυρίδωνα καὶ στὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μέγα. Πολλοὶ ἀπό τούς ἅγιους πατέρες ἔφτασαν στὴ Σύνοδο φέροντας στὸ σῶμα τους τραύματα πού εἶχαν δεχτεῖ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ.


Ο ἅγιος Παφνούτιος, γιὰ παράδειγμα, εἶχε χάσει τὸ ἕνα του μάτι ὅταν τὸν βασάνιζαν. Ὅλοι τους ἔλαμπαν ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ φῶς πού προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεό, ἕνα φῶς ὅπου διακρινόταν καθαρὰ ἡ ἀλήθεια. Ὡς ἀκόλουθοι τοῦ Ἐσταυρωμένου δὲν λογάριαζαν τὰ βασανιστήρια.


ἀφοβία τους στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας ἦταν μέγιστη, ἀπεριόριστη. Μὲ τὴ θεόσδοτη γνώση τῆς ἀλήθειας πού κατεῖχαν καὶ τὴν τόλμη τους στὴν ὑπεράσπισή της, οἱ ἅγιοι αὐτοὶ πατέρες ἀναίρεσαν καὶ συνέτριψαν τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ καθιέρωσαν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, πού κρατοῦμε ὡς σήμερα καὶ ὁμολογοῦμε ὡς τὴ μόνη σωστικὴ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.


Tό σημερινὸ εὐαγγέλιο δέν μᾶς μιλάει γιὰ τὴ Σύνοδο αὐτή, ἀλλά γιὰ τὴν τελευταία προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή; Ἐπειδὴ δείχνει τὴν ἐπιρροή του στὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.


Μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς αὐτῆς ὁ Θεὸς ἐνίσχυσε τοὺς ἁγίους πατέρες τῆς Συνόδου καὶ τοὺς ἔκανε ἀτρόμητους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας, νικητὲς στὶς ἀμφισβητήσεις καὶ τὴν κακία ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων. Νά, πῶς ἀρχίζει ἡ προσευχὴ αὐτή:


«Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε» (Ἰωάν. ιζ' 1). Ὅλα ὅσα δίδαξε ὁ Κύριος στοὺς ἀνθρώπους, τὰ εἶχε ἐφαρμόσει ὁ ἴδιος. Εἶχε διδάξει τοὺς ἀνθρώπους πῶς νὰ προσεύχονται: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς...» (Ματθ. στ' 9).


ἴδιος σήκωσε τὸ βλὲμμα Του στοὺς οὐρανούς, ὅπου κατοικεῖ ὁ Πατέρας Του καὶ εἶπε: «Πάτερ!» Δὲν εἶπε «Πάτερ ἡμῶν», ὅπως κάνουμε ἐμεῖς, ἀλλά ἁπλά «Πάτερ!» Μόνο Αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ «Πατέρα μου».


Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ, ἀφοῦ Αὐτὸς μόνο εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱός τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, ὁ μόνος ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τόσο κατὰ τὴν ὕπαρξη ὅσο καὶ κατὰ τὴν οὐσία· ὁ μοναδικὸς Υἱός τοῦ μοναδικοῦ Πατέρα. Ἐμεῖς εἴμαστε μόνο υἱοί ἐξ υἱοθεσίας, μὲ τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν.


Δέν σήκωσε μόνο τὰ σωματικά Του μάτια ἀλλά καὶ τὰ πνευματικά, κυρίως αὐτά. Ὁ Ἄσωτος «οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι» (Λουκ. ιη' 13), γιατί αἰσθανόταν τὴν ἁμαρτωλοτητά του. Ὁ Κύριος ὅμως ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν ἐλεύθερα, γιατί ἦταν ἀναμάρτητος.


ὥρα Του -ἡ ὥρα τοῦ μεγάλου πάθους- πλησίαζε. Μόνο Αὐτὸς ἔβλεπε τὴν ὥρα αὐτή, τὴν πιὸ φοβερὴ ἀπὸ καταβολῆς καὶ ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μόνο Αὐτὸς τὴν ἔβλεπε καθαρὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν προεῖπε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ μίλησε γι' αὐτὴν στοὺς μαθητές Του. Οἱ μαθητὲς Του ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν αὐτό, δὲν τὸ ἔβαλαν στὴν καρδιά τους, δὲν τὸ ἔκαναν δικό τους, ὡς τὴ στιγμὴ πού ἡ ὥρα δὲν ἀπεῖχε πιὰ μέρες, ἀλλά λεπτά.


«Δόξασόν σου τὸν υἱόν!» Δόξασέ Τον τὴ φοβερὴ αὐτὴ ὥρα, ὅπως τὸν δόξασες μέχρι τώρα. Δόξασέ Τον στὸ θάνατο, ὅπως τὸν δόξασες στὴ ζωή. Δόξασέ Τον στὴν ταπείνωση καὶ στὰ πάθη Του, ὅπως τὸν δόξασες μέ τούς δυνατοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα Του. Δόξασέ Τον στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸν εἶχες δοξάσει ἀπὸ τὴν ἀρχή στοὺςἀγγέλους Σου. Δόξασε τὸν Υἱόν Σου «ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε».


ν ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος τῆς πρότασης φαίνεται πώς ὁ Υἱός εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα, στὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος βλέπουμε καθαρὰ τὴν ἰσότητά Τους καὶ τὴν ἀμοιβαία συμμετοχὴ στὴν ἴση δύναμή Τους. Ὁ Πατέρας δοξάζει τὸν Υἱό καὶ ὁ Υἱός δοξάζει τὸν Πατέρα, μὲ ἀδιαίρετη δύναμη καὶ ἀδιαίρετη ἀγάπη. «Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει» (Α' Ἰωάν. β' 23). Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱὸ στὸν κόσμο· ὁ Υἱός φανέρωσε τὸν Πατέρα στὸν κόσμο.


Τίποτα δέν θὰ ξέραμε γιὰ τὸν Υἱό χωρὶς τὸν Πατέρα, οὔτε γιὰ τὸν Πατέρα χωρὶς τὸν Υἱό, ὅπως δέν θὰ γνωρίζαμε γιὰ τὸ φῶς, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἥλιος. Μὰ οὔτε καὶ γιὰτὸν ἥλιο θὰ ξέραμε ἂν δὲν τὸν φανέρωνε τὸ φῶς.


ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ τὴ σύγκριση αὐτὴ καὶ ὀνομάζει τὸν Χριστὸ «ἀπαύγασμα τῆς δόξης (τοῦ Πατρὸς)» (Ἑβρ. α' 3). Ὁ Κύριος δέν ζητᾶ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα γιὰ χάρη τοῦ ἰδίου, μὰ γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τ' ἀκόλουθα λόγια:


«Καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. ιζ' 2). Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴδόξα Του: μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος! Τὸ κάνει, γιὰ νὰ γίνει τὸ μέσον πού θὰ χαρίσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν αἰώνια ζωή. Αὐτὸ εἶναι πού ζητᾶ ἀπὸ τὸν Πατέρα Του.


Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα πού ζητάει. Τὴ στιγμὴ πού οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἑτοιμάζουν ἕνα πικρὸ ποτήρι θλίψεων, γεμάτο μὲ βάσανα, ἱδρῶτα καὶ αἷμα, Ἐκεῖνος προσεύχεται γιὰ νὰδώσει στοὺς ἀνθρώπους αἰώνια ζωή. Ἡ ἀπάντησή Του στὴν πιὸ βαριὰ πέτρα, εἶναι τὸ γλυκύτερο ψωμί.


Κι ἀνέφερε ἀρκετὲς φορὲς ὅτι ὁ Πατέρας τοῦ ἔδωσε δύναμιν ἐπὶ πάσης σαρκός. «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια' 27), εἶπε. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ' 15). Ἀλλά καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, ὅταν φανερώθηκε στοὺς μαθητὲς Του εἶπε: «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη' 18).


πως λοιπὸν εἶχε λάβει ἐξουσία πάνω σὲ κάθε ὕπαρξη, ὁ Κύριος ζητάει τώρα ἀπὸ τὸν Πατέρα Του ἐξουσία στὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὶς ψυχὲς ἐκεῖνες πού τὸν εἶχαν ἐμπιστευτεῖ, νὰ τοὺς χαρίσει δηλαδὴ τὴν αἰωνιότητα. Ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ ἔχεις ἐξουσία πάνω στὸν ὑλικὸ καὶ φθαρτὸ κόσμο κι ἄλλο νὰ ἔχεις στὴ δικαιοδοσία σου τὴν αἰώνια ζωή.


ταν στὴν ἀρχή θέλησε ὁ Θεὸς νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, ζωντανὸ καὶ ἀθάνατο, στὴ δημιουργία ἔλαβε μέρος ἡ Ἁγία Τριάδα, ὅπως διαβάζουμε στὴ Γένεση (α' 26): «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν». Τώρα, πού ὁ Λυτρωτὴς καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου θέλει νὰ δώσει αἰώνια ζωὴ στοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους, προσφεύγει στὸν Πατέρα, ἐνῶ εἶναι αὐτονόητη καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν περίπτωση αὐτή, ὅπως καὶ στὴ δημιουργία, ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀποκλειστικὸ χάρισμα τῆς Ἁγίας Τριάδας.


Καὶ στὴ μιὰ περίπτωση καὶ στὴν ἄλλη, ἡ αἰώνια ζωὴ δηλώνεται πώς εἶναι τὸ μέγιστο ἀγαθὸ πού χαρίζει ὁ Θεός. Ἡ στιγμὴ πού ὁ ἄνθρωπος ἀποκαθίσταται στὴν αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀνυπέρβλητη, μοναδική, ὅπως κι ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν πηλό. Τὸ νὰ κάνεις ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο ἀθάνατο εἶναι τόσο μεγαλειώδης καὶ θεϊκὴ πράξη, ὅσο κι ἡ δημιουργία ἀπὸ τὸν πηλό.


«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ' 3). Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν ἐπίγεια ζωὴ μας εἶναι ἀπαρχὴ καὶ πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ μᾶς πού ζοῦμε ἀκόμα στὴ γῆ.


Πῶς ὅμως θὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ στὴ μέλλουσα κατάστασή μας; «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α' Κορ. β' 9). Αὐτὸ τὸ ἀποκάλυψε πνευματικὰ ὁ Θεὸς σ' αὐτὸν τὸν κόσμο μόνο σὲ κείνους πού Τὸν εὐαρέστησαν.


μεγαλύτερη εὐφροσύνη ὅμως στὴν αἰώνια ζωή, στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πρέπει νὰ συνίσταται στὴ μέγιστη γνώση τοῦ Θεοῦ, στὴ θέα τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὰ παιδιὰ εἶχε πεῖ: «... οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ιη' 10).


ἀκόρεστη θέαση τοῦ Θεοῦ, ἡ διαρκής ζωὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, μέσα σὲ μιὰν ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση καὶ χαρά, ἀέναη δοξολογία κι ἀγάπη, δὲν εἶναι ζωὴ ἀγγελική, πού ἁρμόζει καὶ στοὺς ἁγίους στὸν ἄλλο κόσμο; Δὲν εἶναι ζωὴ μὲ γνώση τοῦ Θεοῦ; Ὅσο ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτόν, στὴ γῆ, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «βλὲπομεν δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α' Κορ. ιγ' 12).



Πηγή: https://alopsis.gr




Icon by Serhei  Vandalovskiy



Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΠΑΤΕΡΩΝ



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ 
ΚΑΙ ΟΤΙ Η ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΟΡΘΟ ΒΙΟ 

ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΣΑΝ 




Αδελφοί και Πατέρες, 


Σήμερα είναι μια εορτή μεταξύ δύο φωτεινών και σωτηρίων εορτών (της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής). Σήμερα, μεταξύ δύο μεγάλων μέχρι τον ουρανό πανηγύρεων παρουσιάζονται οι πολύφωτοι αστέρες.


Σήμερα, μεταξύ των δύο αρμάτων που έχουν δρόμο τον ουρανό, εμφανίζονται τριακόσιοι δεκαοκτώ αρματηλάτες, όχι βέβαια για να διευθύνουν την ορμή αυτών των δύο κατευθυνομένων αρμάτων, αλλά για να διευθύνουν αυτούς που απιστούν για Εκείνους που έχουν ανεβεί επάνω στα άρματα, και να τους οδηγήσουν στην πίστη,


για το ότι το μεν ένα άρμα ανέβασε από τη γη προς τις ουράνιες αψίδες και τους κόλπους του Πατέρα από τη γη τον σαρκοφόρο Θεό Λόγο, το δε άλλο άρμα, ότι τον «άλλο Παράκλητο» (Ιω. ιδ’ 16) (το Άγιο Πνεύμα), αντί για τον Χριστό που αναλήφθηκε, Τον κατέβασε από τον ουρανό «σαν άνεμος που φυσούσε δυνατά» (Πράξ. β’ 3), για να εκπληρωθεί ο λόγος του Χριστού που έλεγε ότι «σας συμφέρει να φύγω εγώ. 


Γιατί, αν εγώ δεν φύγω, δεν θα έλθει σ’ έσας ο Παράκλητος, ενώ αν πάω εκεί θα Τον στείλω σ’ εσάς. Και όταν έλθει Εκείνος, θα ελέγξει τους ανθρώπους για την αμαρτία, για τη δικαιοσύνη και για την κρίση» (Ιω. ιε’ 7-8).


Αυτά, λοιπόν, που συνέβησαν με την απόφαση του Πατέρα, δηλαδή ο μεν Χριστός που ανέβηκε με απερίγραπτο τρόπο με τη σάρκα Του επάνω σε άρμα νέφους, το δε Πνεύμα που κατέβηκε με ακατάληπτο τρόπο με ήχο «σαν άνεμος που φυσούσε δυνατά» (Πράξ. β’ 2) και μοίρασε πύρινες γλώσσες στους μυημένους της Χάριτος, αυτά έπρεπε να ερμηνευθούν για να έχει ορθή πίστη «κάθε άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο» (Ιωάν, α’ 9). 


Όμως αυτό το καλό το φθόνησε ο σατανάς και το σκότισε πολύ και έσπειρε ζιζάνια ποικίλων αιρέσεωνκαι συνέλαβε έτσι πάρα πολλούς και αντί «όλοι να γίνουν και να είναι και να λέγονται Χριστιανοί», αποφάσισαν να είναι και να λέγονται αιρετικοί, δηλαδή Αρειανοί και Νεστοριανοί, Μακεδονιανοί και Ιακωβίτες και αυτοί κι εκείνοι, των οποίων τα δυσώδη ονόματα και μιαρά δόγματα δεν είναι αυτής της στιγμής να τα λέμε και να τα γράφουμε. Γιατί τότε υπήρχε μεταξύ των πιστών και των απίστων πολύς καπνός, διαμάχη και έριδα και σκάνδαλα. 


Γι’ αυτό και μεταξύ της Αναλήψεως του Χριστού και της καθόδου του Παρακλήτου συγκεντρώθηκαν, κινούμενοι από τον Θεό και με διαταγή του βασιλιά, στη μητρόπολη της Νίκαιας, οι ένδοξοι αυτοί Πατέρες, σαν φωτεινοί αστέρες και δραστήριοι γεωργοί και ενάρετοι κυβερνήτες και καλοί ποιμένες, και μείωσαν βέβαια αυτοί οι αστέρες το σκοτάδι της ασεβείας, αλλά ξερίζωσαν και ως γεωργοί τα αγκάθια της βλασφημίας


και αντιμετώπισαν ως κυβερνήτες τα κύματα των αιρέσεων και έβγαλαν έξω ως ποιμένες και αφόρισαν και έδιωξαν μακριά από τα πρόβατα τους λύκους και δικαίως, ρίχνοντάς τα κάτω, καταπάτησαν τα φλύαρα δόγματά τους. Δεν επέτρεψαν να λέγονται ο Υιός και το Πνεύμα κτίσματα, όπως όρισαν εκείνοι με το κακό τους φρόνημα, αλλά καλά και άγια, με το Σύμβολο της Πίστεως, με δυνατή φωνή και ομόφωνα κήρυξαν τον Υιό και το Πνεύμα κτίστη και συντηρητή του κόσμου και ομοούσιο με τον Πατέρα. 


Και εμείς έτσι πιστέψαμε και πιστεύουμε, σύμφωνα με τη θεόπνευστη παράδοσή τους. Και είναι βέβαια η πίστη μας καλή και ορθή και άμεμπτη και εκτός από αυτήν δεν υπάρχει άλλη. Η ορθή πίστη όμως χρειάζεται και έργα άξια της πίστεως, ώστε όπως ακριβώς δυο εκλεκτά βόδια που τα έχει ζέψει ο Θεός, τα έργα να συμφωνήσουν με την πίστη, κι από αυτά να γίνεται ζωηφόρα η καλλιέργεια.


Όταν όμως δεν έχουμε ορθή πίστη και είναι ρυπαρός ο βίος μας, τότε μοιάζουμε με κάποιον πολύ άφρονα άνθρωπο που έζεψε χοίρο με βόδι και προσπαθεί να σπείρει και να καλλιεργήσει και να τραφεί απ’ αυτά και να ζήσει και να γλιτώσει από τον θάνατο. Αυτόν, οι άνθρωποι που φοβούνται τον Θεό και ζουν στη γη, και οι Άγγελοι, βλέποντάς τον θα γελάσουν και θα πουν: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που είναι εκτός εαυτού και παράφρονας, πώς έζεψε στο βόδι, χοίρο και νομίζει ότι θα σπείρει και θα καλλιεργήσει μ’ αυτά και θα ζήσει». 


Και εάν του πουν: «Τι κοπιάζεις άδικα, άνθρωπε; Δεν καταλαβαίνεις τι κατηγορία και γέλιο προξενείς για τον εαυτό σου; Πρέπει να ξέρεις ότι δεν συμφωνεί το βόδι να καλλιεργεί με τον χοίρο. Διότι μόνο του βοδιού έργο είναι το να σέρνει το άροτρο και να ανοίγει αυλάκι και να γίνεται η σπορά και η καλλιέργεια, του δε χοίρου τέχνη είναι το να σκάβει με τη μύτη του και να κυλιέται στον βόρβορο και όταν έλθει ο καιρός, να σφάζεται με μαχαίρι». 


Και εκείνος, αντί να δεχτεί τα όσα του είπαν και να ξεχωρίσει το ζευγάρι, μάλλον κοροϊδεύοντας και όλος ευχαρίστηση, λέει: «Ναι, ναι, εσείς δεν γνωρίζετε τι ηδονή και ευχαρίστηση μου δίνει αυτό το ζευγάρι». 


Έτσι, λοιπόν, παρομοιάζονται αυτοί που στην ορθή πίστη έζεψαν τον ρυπαρό βίο του χοίρου και υποδουλώθηκαν στην αμαρτία. Ευχαρίστηση και ηδονή λογαριάζουν την αμαρτία, η οποία προξενεί πικρή κόλαση, και όσους τους συμβουλεύουν να μετανοήσουν, πολλές φορές και τους εχθρεύονται ή από πώρωση κοροϊδεύουν τα λόγια τους και τους περιπαίζουν, ή και δεν προσέχουν καθόλου στη δύναμη των λεγομένων.


Όμως, λέει ο Θεός με το στόμα του Ησαΐα πως «παχύνθηκε η καρδιά αυτού του λαού και με τα αυτιά τους άκουσαν βαριά και έκλεισαν τα μάτια τους, για να μη δουν με τα μάτια τους και ακούσουν με τα αυτιά τους και τα εννοήσουν με την καρδιά τους και μετανοήσουν και τους θεραπεύσω», αλλά θέλουν, λέει, να παραμείνουν έτσι στην αμαρτία μέχρι που «να ερημωθούν οι πόλεις γιατί δεν θα έχουν κατοίκους και η γη θα εγκαταλειφθεί έρημη» (Ησ. στ’ 10-11).


Αυτό ακριβώς βλέπουμε ότι έπαθε και το νησί μας αυτό, η Κύπρος, και πολλά σπίτια και όλες σχεδόν οι κωμοπόλεις έμειναν έρημες από ανθρώπους και ακατοίκητες. Υπάρχουν, λέει, «σπίτια μεγάλα και ωραία, και δεν θα υπάρξουν κάτοικοι γι’ αυτά, και όποιος σπέρνει έξι αρτάβες θα λάβει ως απόδοση το μισό απ’ αυτές, τρία μέτρα» (Ησ. ε’ 9-10).


Και αυτό για πολλά χρόνια εμείς το πάθαμε, όμως ούτε έτσι αναγνωρίσαμε τι καρποφόρησαν τα χέρια μας, ούτε κατανοήσαμε μέσα στην καρδιά μας από πού άραγε και με ποιο τρόπο μας συνέβη αυτή η κάκωση, ούτε ακούσαμε Αυτόν που μας καλούσε και έλεγε «επιστρέψτε προς Εμένα και θα στραφώ προς εσάς» (Ησ. με’ 22, Ζαχ. α’ 3, Μαλ γ’ 7), αλλά ο καθένας έταξε στον εαυτό του ως νόμο δικό του το δικό του θέλημα και αμαρτάνει όπως θέλει, και δεν φέρνει στη μνήμη του ούτε τον θάνατο, ούτε τον Θεό, ούτε την κρίση.


Και αυτά τα γράφουμε όχι λέγοντάς τα τυχαία, αλλά από καρδιά γεμάτη θλίψη, που επιθυμεί τη σωτηριώδη επιστροφή του καθενός και τη μετάνοια, για να μη λυπείται, αλλά μάλλον να ευφραίνεται ο Θεός για τα έργα μας και να μας αναδείξει με τη χάρη Του μετόχους της αιώνιας ευφροσύνης και βασιλείας Του, γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει κάθε δοξολογία, τιμή και προσκύνηση, στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα συνεχώς, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.



Πηγή: https://alopsis.gr



Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου
Συγγράμματα, τόμος Β’,
εκδ. Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Νεοφύτου, 
Πάφος 1998, σσ. 269-272. 
Απόσπασμα από το βιβλίο 
''Από την Ανάσταση του Χριστού στην Πεντηκοστή'', 
Μετάφραση: Γεώργιος Β. Μαυρομάτης, Εκδόσεις ''Αρμός''.



Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος


Τρίτη 4 Ιουνίου 2019

Η ΕΝΔΟΞΟΣ ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΣΤΗΝ ΝΗΠΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ




Δεύτε πάντες οἱ φιλέορτοι εὐσεβεῖς!... ῎Ας πανηγυρίσουμε πνευματικά, ἐνθουσιῶντες καὶ κροτοῦντες χεῖρας, γιὰ τὴν ὑπερφυᾶ ἀνάβασι τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν ἀπὸ τὴν γῆ στὸν Οὐρανό. Σήμερα ἑορτάζουμε τὸν ἐνδοξότατο «᾿Επίλογον τοῦ παγκαλλεστάτου, τοῦ σωτηριωδεστάτου καὶ τοῦ παγκοσμίου λόγου τῆς περὶ ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ Λόγου Οἰκονομίας»1. Τώρα εἶναι καιρὸς ἀφάτου εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως, διότι ἡ φθαρτὴ καὶ θνητὴ φύσις μας ἀνεβαίνει ἐν Χριστῷ ἄφθαρτος καὶ ἀθάνατος καὶ μὲ δόξα ἀπερίγραπτη στοὺς Οὐρανούς. «῎Ας πανηγυρίσωμεν λαμπρῶς καὶ ἄς ἑορτάσωμεν, στοχαζόμενοι ὅτι ἡ καθ᾿ ἡμᾶς οὐσία, ἡ καταβᾶσα μέσα εἰς τὰ τοῦ ῞Αδου βάραθρα, ἀναβαίνει σήμερον ὑπεράνω τῶν ᾿Αγγέλων, τῶν ᾿Αρχαγγέλων καὶ τῶν ᾿Αρχῶν· ὑπεράνω τῶν ᾿Εξουσιῶν, Δυνάμεων καὶ Κυριοτήτων· ὑπεράνω τῶν Σεραφίμ, Χερουβὶμ καὶ τῶν Θρόνων» 1 . 


῎Ας εὐφρανθῶμεν ἐνθέως, διότι ὁ Χριστὸς καὶ Σωτήρας μας, ἀφοῦ ἀνέστησε τὴν πλανηθεῖσα φύσι μας μαζὶ μὲ τὴν ἰδική Του θεοϋπόστατη Σάρκα, ἐσήκωσε αὐτὴν στοὺς ὤμους Του· καὶ ἀναληφθείς, «πορεύεται» 2 γιὰ νὰ προσ-φέρη αὐτὴν πρὸς τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα μὲ χαρὰ θεοπρεπῆ καὶ νὰ καθίση αὐτὴν «ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς», «ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ» 3 . Καὶ μαζὶ μὲ τὸν θεοκίνητο ῾Υμνωδὸ τῆς Δαμασκοῦ ἄς ψάλλουμε ἐγκάρδια καὶ κατανυκτικά: «Δυνάμει τοῦ Σταυροῦ Σου, Χριστέ, στερέωσόν μου τὴν διάνοιαν, εἰς τὸ ὑμνεῖν καὶ δοξάζειν Σου τὴν σωτήριον ᾿Ανάληψιν» 4. Γιατί ὅμως νὰ στερεωθῆ ἡ «διάνοιά» μας μὲ τὴν δύναμι τοῦ Σταυροῦ καὶ ὄχι τῆς ᾿Αναστάσεως;... Διότι ἡ Δόξα τῆς ᾿Αναλήψεως ἦλθε μετὰ τὴν Ταπείνωσι, τὸν Σταυρὸ καὶ τὸ Πάθος: «᾿Εταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ· διὸ καὶ ὁ Θεὸς Αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο Αὐτῷ ῎Ονομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα...»5. ῎Ετσι θὰ συμβῆ καὶ μὲ τοὺς φιλοχρίστους: θὰ γίνουν συγκοινωνοὶ τῆς ἐνδόξου ᾿Αναλήψεως τοῦ Κυρίου μας, λέγει ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, «ὅσοι πρὸ τοῦ θανάτου τὴν ἁμαρτίαν διὰ μετανοίας καὶ τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας ἐσταύρωσαν»6 . 


Καὶ γιατί νὰ στερεωθῆ ἡ «διάνοιά» μας καὶ ὄχι ἡ γλῶσσα καὶ τὰ χείλη μας;... Διότι ἡ μετάνοια καὶ ἡ τήρησις τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Κυρίου μας ἀπαιτοῦν μίαν συνεχῆ νῆψιν, δηλαδὴ ἐγρήγορσι, βία καὶ ἑτοιμότητα: «ἔστωσαν ὑμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι καὶ οἱ λύχνοι καιόμενοι» 7. Οἱ Νηπτικοὶ Πατέρες λέγουν, ὅτι ἡ «νοητὴ ὀσφὺς καὶ μέση εἶναι ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου», ἡ ὁποία «βαστάζει ὅλον τὸ βάρος τῆς ψυχῆς» 8. ῾Ο ῞Αγιος ᾿Απόστολος Παῦλος μᾶς προστάζει: «στῆτε περιζωσάμενοι τὴν ὀσφὺν ὑμῶν ἐν ἀληθείᾳ»9 : νὰ ζώνουμε τὴν νοητὴ «ὀσφύν» μας, δηλαδὴ τὴν «διάνοιάν» μας, «τόσον μὲ τὴν ἀλήθειαν τῶν ὀρθῶν δογμάτων καὶ τῆς πίστεως, ὅσον καὶ μὲ τὴν ἀλήθειαν τῆς ἐναρέτου ζωῆς μας»8 . ᾿Αλλά, καὶ ὁ ῞Αγιος ᾿Απόστολος Πέτρος μᾶς παρακινεῖ ἐναργέστερα: «Διὸ ἀναζωσάμενοι τὰς ὀσφύας τῆς διανοίας ὑμῶν, νήφοντες, τελείως ἐλπίσατε ἐπὶ τὴν φερομένην ὑμῖν χάριν ἐν ἀποκαλύψει ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» 10. 


῾Η «διάνοιά» μας, δηλαδὴ ὁ «νοῦς» μας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡγεμὼν καὶ αὐτοκράτωρ τῶν παθῶν, δὲν πρέπει νὰ εἶναι «λυτὸς» καὶ «ἄζωστος» καὶ νὰ διαχέεται διὰ μέσου τῶν πέντε αἰσθήσεων καὶ νὰ προσκολλᾶται ἐμπαθῶς στὰ αἰσθητὰ καὶ μάταια πράγματα, μολυνόμενος καὶ ἁμαρτάνων καὶ σκοτιζόμενος. ᾿Αντιθέτως, θὰ πρέπει ὁ ἡγεμὼν «νοῦς» νὰ βάλη «ζώνη», νὰ σφιγχθῆ καὶ νὰ συμμαζευθῆ. Καὶ ποιά εἶναι ἡ «ζώνη» τοῦ «νοῦ» καὶ τῆς «διανοίας»; Οἱ Νηπτικοὶ Πατέρες μᾶς λέγουν, ὅτι «ζώνη» εἶναι «ἡ προσοχὴ καὶ ἡ πρὸς τὴν καρδίαν βιαία ἐπιστροφὴ τῆς διανοίας»11. «Σφίγξατε», μᾶς προτρέπουν, «καὶ συμμαζώξετε ὅλον τὸν νοῦν μέσα εἰς τὴν καρδίαν σας μὲ ἰσχυρὰν βίαν καὶ πολλὴν δύναμιν»· «μὲ τὴν προσοχὴν ὡσὰν μὲ ζώνην, καὶ μὲ τὸ κράτημα τῆς ἀναπνοῆς, πρέπει νὰ σφίγγῃ τινὰς τὴν διάνοιάν του δυνατὰ» καὶ νὰ συγκρατῆ αὐτὴν μέσα στὴν καρδιά, «χωρὶς νὰ συλλογίζεται κανένα πρᾶγμα αἰσθητὸν ἤ νοητόν, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ διὰ νοερᾶς καὶ καρδιακῆς προσευχῆς» 11. 


Ακριβώς λοιπὸν γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ ῾Ιερὸς Δαμασκηνὸς δέεται τοῦ Χριστοῦ μας: «Δυνάμει τοῦ Σταυροῦ Σου, Χριστέ, στερέωσόν μου τὴν διάνοιαν» 4 . Διότι, ὅταν ἡ «διάνοιά» μας, ὅταν ὁ «νοῦς» μας «στερεωθῆ» στὴν Νηπτικὴ ᾿Εργασία τῆς Καρδιακῆς Προσευχῆς, τότε θὰ φωτισθοῦμε νοερὰ ἀπὸ τὸ Φῶς τοῦ Παρακλήτου, «καὶ ἐνυποστάτως μέλλομεν νὰ ἀποκτήσωμεν τὸν θεῖον φωτισμὸν μέσα εἰς τὴν καρδίαν μας παραμένοντα ἐν ἡμῖν· ἡ γὰρ ἔλλαμψις τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, κατὰ τοὺς Νηπτικοὺς Πατέρας, διὰ τοῦτο λέγεται ὑποστατικὸν φῶς καὶ καθ᾿ ὑπόστασιν καὶ ἐνυπόστατον, διότι παραμένει εἰς τοὺς ἐλλαμπομένους» 12. Καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν «ἐνυπόστατον» καὶ «παραμένοντα ἐν τῇ καρδίᾳ» φωτισμὸν ἴσως κάποτε ἀξιωθοῦμε, μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, νὰ ἁρπαζώμεθα σὲ ἀποκαλύψεις θείων καὶ ἀλαλήτων Μυστηρίων τοῦ Μέλλοντος Αἰῶνος. 


Αὐτὴ λοιπὸν «εἶναι ἡ τάξις καὶ ἡ ὁδός: πρῶτον νὰ καθαρίζεται ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία, δεύτερον νὰ φωτίζωνται, καὶ τρίτον νὰ ἁρπάζεται ὁ νοῦς εἰς τὸν Θεόν· ἐπειδὴ χωρὶς φωτισμοῦ ἐνυποστάτου τῆς καρδίας ἁρπαγῆναι τὸν νοῦν εἰς Θεὸν ἀδύνατον» 12. Ας ἑορτάσουμε, φιλέορτοι καὶ φιλόχριστοι, τὴν ᾿Ανάληψι τοῦ Σωτῆρος μας!... «᾿Αναζωσάμενοι τὰς ὀσφύας τῆς διανοίας ἡμῶν» 10, ἄς νήφωμεν!... Καὶ προσευχόμενοι καρδιακῶς, ἄς δεχθοῦμε τὸν ἐνυπόστατο φωτισμό!... Καὶ ἔτσι ἄς γίνουμε συγκοινωνοὶ τῆς πανενδόξου ᾿Αναλήψεως τοῦ Κυρίου μας!... 



Παραπομπές:


Περιοδ. «῞Αγιος Κυπριανός», ἀριθ. 320/Μάϊος-᾿Ιούνιος 2004, σελ. 41-42. 1) ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ῾Εορτοδρόμιον, σελ. 455. 2) ᾿Ιωάν. ις´ 28. 3) ῾Εβρ. α´ 3 καὶ ιβ´ 2. 4) Κανὼν Πρῶτος ᾿Αναλήψεως, ᾿Ωδὴ γ´. 5) Φιλιπ. β´ 8-9. 6) ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, PG τ. 151, στλ. 296C. 7) Λουκ. ιβ´ 35. 8) ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ἑρμηνεία στὸ ᾿Εφεσ. ς´ 14. 9) ᾿Εφεσ. ς´ 14. 10) Α´ Πέτρ. α´ 13. 11) ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ἑρμηνεία στὰ ᾿Εφεσ. ς´ 14 καὶ Α´ Πέτρ. α´ 13, μὲ βάσιν τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. 12) ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ῾Εορτοδρόμιον, σελ. 643-644.

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019

ΣΥΛΛΑΒΕΤΕ ΤΟΥΣ ''ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΣ'' ΑΘΟΡΥΒΩΣ!



Εφημερίδα ''ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ'' 20-1-1933


ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΞΥΛΟΔΑΡΜΟΣ ΥΠΟ ΙΣΧΥΡΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ



Μέρος 12ον


Σύμφωνα με την απόφασιν της διοικούσης επιτροπής της Κοινότητός των, οι παλαιοημερολογίται εόρτασαν χθες επισήμως τα Θεοφάνεια εις το Παλαιόν Φάληρον. Η τελετή της καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού έγινε εις την εξέδραν του παλαιού ''Μπαρ'' υπό βροχήν, με εξαιρετικήν επιβλητικότητα. Από βαθυτάτης πρωίας, οι ακολουθούντες το παλαιόν ημερολόγιον γνήσιοι ορθόδοξοι ήρχισαν να κατέρχονται εις Φάληρον, από τας Αθήνας, Καλλιθέαν, Κηφισιάν, Αμαρούσιον και άλλα χωριά της Αττικής. Ακόμη δε και από τον Πειραιά και τα νησιά του Σαρωνικού, Αίγιναν  και Σαλαμίνα. Ο ναός της Αγίας Βαρβάρας, όπου έγινε η ιεροτελεστία ήτο καταλλήλως εστολισμένος με φοίνικας και σημαίας, επειδή δε οι προσελθόντες προσκυνηταί ήσαν πολυάριθμοι και δεν εχώρουν εις το εσωτερικόν, πολλοί παρέμειναν έξω, καθ' όλην την διάρκειαν της θείας λειτουργίας.


Εκτός των άλλων, παρέστησαν και παλαιοημερολογίται μαθηταί εν σώματι, ψάλλοντες τους εκκλησιαστικούς ύμνους, καθώς και τα Διοικητικά Συμβούλια των Κοινοτήτων γνησίων ορθοδόξων, Αθηνών, Πειραιώς και άλλων μερών της Αττικής με τα λάβαρά των. Εις την τήρησιν της τάξεως και της ευκοσμίας συνέβαλε και η παρουσία του προέδρου της Κοινότητος γνησίων ορθοδόξων κ. Δημητρακοπούλου και των άλλων πρωτοστατούντων εις την οργάνωσιν των παλαιοημερολογιτών, μεταξύ των οποίων και οι κ. κ. Χανιώτης, Κηρίκος και άλλοι. Μετά την τέλεσιν της θείας λειτουργίας, οι εκκλησιασθέντες παλαιοημερολογίται εξεκίνησαν εν πομπή προς την εξέδραν του ''Μπαρ'', διά την κατάδυσιν του Τιμίου Σταυρού.





Επικεφαλής της πομπής ήσαν οι παλαιοημερολογίται ιερείς, μοναχοί και τα Συμβούλια των Κοινοτήτων των με τα λάβαρα. Εις φουστανελοφόρος μάλιστα, με ολόλευκη φουστανέλα, υπεβάσταζεν υπερηφάνως μίαν πελωρίαν ελληνικήν σημαίαν, ήτις διέχισε την παραλιακήν λεωφόρον του Π. Φαλήρου. Η εξέδρα είχε διακοσμηθεί καταλλήλως , με κλάδους δέντρων και σημαιούλες, εις το σημείον δε, όπου εγένετο η κατάδυσις του Σταυρού, τέσσερεις νέοι ημίγυμνοι ανέμεναν πολλήν ώραν προ της τελετής να κολυμβήσουν, διά να τον ανασύρουν. Σημειωτέον, ότι καθ' ην ώραν η πομπή εξεκίνησε κατευθυνομένη από την Αγίαν Βαρβάραν προς την θάλασσαν, ήρχισε να βρέχει και συνεπεία τούτου, πλείστοι εκ των παρακολουθούντων την τελετήν παλαιοημερολογιτών, ήνοιξαν τις ομπρέλλες των, ώστε το θέαμα του πλήθους, που κατέκλυσεν την εξέδρα του ''Μπαρ'', ήτο γραφικότατον.


Παρά την πίπτουσαν βροχήν, οι πιστοί ανέμενον καρτερικότατα την τέλεσιν του αγιασμού. Μία γριούλα δε, με ένα αγιοκέρι αναμμένο στα χέρια, εσταυροκοπείτο διαρκώς, χωρίς να δίδει προσοχήν εις τας ψεκάδας της βροχής που έπιπτον εις το πρόσωπόν της, όπως έκαμαν άλλωστε, όλοι οι παρακολουθούντες την τελετήν. Εν τω μεταξύ ο χορός των ιερέων των παλαιοημερολογιτών έψαλλε τον Αγιασμόν  και ένας ιερεύς, πλησιάσας εις το άκρον της εξέδρας, έριξε τον Σταυρόν εις την θάλασσαν. Κατά την στιγμήν εκείνην, οι παλαιοημερολογίται εν συγκινήσει εχαιρέτων δύο μικρά βαποράκια, από τα εκτελούντα την συγκοινωνίαν εις τον Σαρωνικόν. Τα βαποράκια αυτά κατέφθασαν γεμάτα από προσκυνητάς και ήρχισαν να χαιρετούν με τας σειρήνας των τον Αγιασμόν των υδάτων, ο οποίος έγινε τοιουτοτρόπως δύο φοράς εφέτος, μίαν με το νέον και μίαν με το παλαιόν ημερολόγιον.




Εφημερίδα ''ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ'' 20-1-1933

Τας πρώτας απογευματινάς ώρας της χθες, μετά την τελετήν της καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού εις Παλαιόν Φάληρον, υπέρ τους τρακοσίους παλαιοημερολογίται κατευθύνθησαν διά της Λεωφόρου Συγγρού προς την Αρχιεπισκοπήν, όπως διαμαρτυρηθούν διά τα εναντίον των ληφθέντα μέτρα. Όταν ούτοι είχον φθάσει έξωθι του ναού της Αγ. Αικατερίνης, παρά την συνοικίαν Πλάκας, διελύθησαν υπό ισχυράς αστυνομικής δυνάμεως, ήτις είχε καταφθάσει εκεί, ειδοποιηθείσα υπό του διοικητού του τμήματος Παλαιού Φαλήρου. Κατά την διάλυσιν των παλαιοημερολογιτών εμωλωπίσθησαν τινες εξ' αυτών διά των κλομπς. Επίσης ετραυματίσθησαν και εκ των αστυφυλάκων οι Ι. Πετράκης και Εμμ. Κυπριώτης, διά λίθων ριφθέντων κατ' αυτών, υπό των παλαιοημερολογιτών.



ΤΙ ΛΕΓΕΙ Η ΚΟΙΝΟΤΗΣ


Το Διοικητικόν Συμβούλιον της Ελληνικής Θρησκευτικής Κοινότητος των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, διά τηλεγραφήματός του διαμαρτύρεται εντόνως διά τας σκηνάς και τονίζει, ότι αύται προεκλήθησαν υπό ανισορρόπων, οι οποίοι δεν έχουν καμμίαν σχέσιν με την Κοινότητα των παλαιοημερολογιτών. Εις το τηλεγράφημα προστίθεται, ότι οι παλαιοημερολογίται, πειθαρχούντες πάντοτε εις τον νόμον, αποδοκιμάζουν πάσαν έκνομον ενέργειαν και είναι ευγνώμονες διά την τηρηθείσαν τάξιν κατά την χθεσινήν τελετήν της καταδύσεως.



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΙΩΝΙΟΝ ΤΟΥ ΕΙΚΟΝΟΦΙΛΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ

Εικονογραφικό αφιέρωμα του Εργαστηρίου Εκκλησιοποιημένης Αγιογραφίας 
''ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ''
Uploading on Scribd ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ





Η μετάνοια και η αναγνώριση αγιότητας του αγίου Κωνσταντίνου

Γιατί κάνουν λάθος αυτοί που τον συκοφαντούν

Προτεστάντες και Παγανιστές στο ίδιο στρατόπεδο απάτης


Όταν οι Νεοπαγανιστές ανοίγουν το στόμα τους για να κατηγορήσουν τον άγιο Κωνσταντίνο, όχι μόνο υποτιμούν το μεγαλείο της Χριστιανικής μετανοίας και συγχωρητικότητας, αλλά θέλουν να ξεχνούν, ότι όλα αυτά για τα οποία κατηγορούν τον άγιο Κωνσταντίνο, είναι πράξεις τις οποίες έκανε, όταν ήταν ομόθρησκός τους ειδωλολάρης!!! Και από δίπλα, σύμμαχοί τους σε αυτή τη βλασφημία, οι Προτεστάντες!


Αρχικά οφείλουμε να θυμίσουμε τον ληστή που σταυρώθηκε μαζί με το Χριστό και μετανόησε για τα πολλά του εγκλήματα. Ο ίδιος ο Κύριος του είπε "αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω" (Κατά Λουκάν 23/κγ' 43). Αμέτρητοι άλλοι άγιοι υπήρξαν αγριάνθρωποι πριν αγιάσουν. Ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας (μαύρος ως Αφρικανός φυσικά) ήταν ληστής, ο οποίος αργότερα έγινε μοναχός κι έζησε οσιακό βίο.


Δεν υπάρχει μετάνοια εκ προμελέτης. "Μετανοώ", εξηγεί ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης "σημαίνει ότι νιώθω στην ψυχή μου το ψέμα, την αφροσύνη, την ενοχή των αμαρτιών μου. Σημαίνει πως συναισθάνομαι την προσβολή που έκανα στον Πλάστη μου, στον Πατέρα και Ευεργέτη μου. Σημαίνει πως ολόψυχα επιθυμώ την διόρθωση και την κάθαρση... Μετάνοια είναι η άρνησις της αμαρτίας, ο πόλεμος εναντίον του κακού που εχθρεύεται τον Θεό και τον εαυτό μας... Όπως η αμαρτία είναι ο θάνατος της ψυχής, έτσι η μετάνοια είναι η ανάστασίς της." (π. Αλεξάνδρου Σεμενώφ, Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου Ωρωπού, σ. 229).


Ο Κωνσταντίνος τιμάται ως άγιος για 4 λόγους: 1. Επειδή υπήρξε υπόδειγμα μετανοίας. Αληθινής και βαθιάς. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΟ ΚΤΗΝΟΣ μα αναγεννήθηκε αληθώς εν Πνεύματι Αγίω. Δεν έχει σημασία το ότι η βάπτισή του έγινε λίγο πριν πεθάνει. Προφανώς μετανοούσε ολόψυχα για πολλά χρόνια μέχρι την κοίμησή του και ζούσε άγια ζωή... Βλέπουμε ξεκάθαρα την ψυχολογική κατάσταση του αγίου, όταν βαπτίστηκε.(Ευσεβίου, Βίος Κωνσταντίνου, 62-63). Με πείσμα απαρνήθηκε να φορέσει την αυτοκρατορική πορφύρα, για την οποία παλαιότερα διέπραττε φόνους! Ο Κωνσταντίνος έζησε ΑΓΙΑ ΖΩΗ ΓΕΜΑΤΗ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ ΚΙ ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Αν μετανοούσε απλά λίγο πριν πεθάνει, τότε δεν θα τον λέγαμε άγιο, αλλά σωσμένο!


Πέραν αυτού, η μετάνοια δεν είναι μια στιγμιαία ενέργεια, αλλά μια ΝΕΑ πορεία, που κρατάει για όλη την υπόλοιπη ζωή του μετανοούντα, ως το θάνατό του. Εύλογα κάποιος με διάθεση αμφισβήτησης ίσως αναρωτηθεί: "Πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την γνησιότητα της μετάνοιας του Κωνσταντίνου; Τι εγγυήσεις έχουμε, ότι δεν έπαιζε θέατρο;" Για όσους δεν αρκεί η αλάθητη διαβεβαίωση της Εκκλησία μας, ακολουθούν οι άλλοι τρεις λόγοι. Και λέμε εδώ αλάθητη, διότι στην Ορθοδοξία διαχρονικά η αγιοκατάταξη δεν είναι μια γραφειοκρατική υπόθεση κλειστών... κονκλαβίων. Αυτή η πρακτική που εφαρμόζεται στο Βατικανό παράγει ουκ ολίγες... τερατογενέσεις (π.χ. αγιοποίηση παπικού ιερέα - σφαγέα Ορθοδόξων κατά τον Β’ ΠΠ!) και είναι ξένη προς τον αυθεντικό Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία.


Η αγιοκατάταξη (και όχι αγιοποίηση), σ' εμάς είναι μια μακρόχρονη διαδικασία που απορρέει από τη συλλογική συνείδηση της Εκκλησίας ως κοινωνίας ανθρώπων και των σημείων (π.χ. θαυμάτων) που έχει δώσει ο Θεός για τον εν λόγω άνθρωπο. Γνωρίζουμε π.χ. ότι κατά την εποχή των διωγμών των Χριστιανών η Εκκλησία μας ΔΕΝ αγιοποίησε κάποιον χριστιανό επειδή στο δρόμο προς τη μαρτυρική θανάτωσή του από ειδωλολάτρες θύμωσε και έσκισε μια ανακοίνωση κατά των χριστιανών! Γιατί αποφάνθηκε έτσι η Εκκλησία; Μα γιατί απλούστατα η Αγιότητα ως εσωτερική κατάσταση ενώσεως με τον Θεό, χαρακτηρίζεται από πραότητα (όχι όμως και παθητικότητα!), ειρήνη, αγάπη (ακόμα και προς τους βασανιστές). Και προφανώς απέχει πολύ από τον ανεξέλεγκτο θυμό.


Παρ’ όλα αυτά λοιπόν, και για όσους φίλους ίσως δεν έχουν βίωμα Εκκλησίας, στα λατρευτικά κείμενα διασώζονται οι δύο (επόμενοι) κύριοι λόγοι πάνω στους οποίους θεμελιώθηκε η αναγνώριση της αγιότητας του Μ. Κωνσταντίνου: 2. Η Χριστοφάνεια του Μ. Κωνσταντίνου. Δηλαδή η εμφάνιση σε αυτόν του Ιησού Χριστού προ της κρίσιμης μάχης και η ύψωση του λαβάρου του Σταυρού κατά την υπόδειξή του. Όπως αναφέρεται και στο απολυτίκιό του (τον βασικό ύμνο για κάθε Άγιο), πρόκειται για το όραμα πριν από τη μάχη στη Μιλβία γέφυρα, στην κλήση χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση (όπως στην περίπτωση του αποστόλου «των εθνών», Παύλο - να ένας λόγος για τον οποίο ο Κωνσταντίνος ονομάζεται ισαποστόλος) και δευτερευόντως στην ίδρυση μιας Χριστιανικής πρωτεύουσας, που ιδεατά εικονίζεται να προσφέρει ο Κωνσταντίνος ως κτήτορας στον Χριστό.


Η μυρόβλυση. Το σκήνωμα του Κωνσταντίνου μετά τον θάνατό του ανέβλυσε ευώδες μύρο. 4. Έγινε αιτία σωτηρίας εκατομμυρίων ανθρώπων, όταν σταμάτησε τους διωγμούς αιώνων, που υπέστησαν οι Χριστιανοί από τους προκατόχους του ειδωλολάτρες αυτοκράτορες. Και με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο έσωσε εκατομμύρια ζωές ανθρώπων που διαφορετικά θα είχαν πεθάνει από το βάναυσο χέρι ειδωλολατρών. Μπορούσαν επίσης ευκολότερα, περισσότεροι άνθρωποι να γνωρίσουν τον Χριστό, και να οδηγηθεί μια ολόκληρη αυτοκρατορία, στη Χριστιανική αλήθεια και τη σωτηρία του λαού της. Αυτός είναι επίσης και άλλος ένας λόγος, που οι Χριστιανοί του έδωσαν την επωνυμία του ισαποστόλου. Επειδή έκανε όσα και οι απόστολοι σε πλήθος σεσωσμένων.


Οι αληθινές αιτίες των συκοφαντιών. Βεβαίως αυτός είναι ο αληθινός λόγος που οι Νεοειδωλολάτρες μισούν τόσο τον άγιο Κωνσταντίνο. Το ότι έσωσε τους Χριστιανούς από τους διωγμούς, και το ότι έτσι ο Χριστιανισμός συνέχισε να αυξάνει πλέον ελεύθερα, μέχρι που κατέκτησε τις καρδιές όλων των κατοίκων της αυτοκρατορίας. Επίσης τρεις είναι οι αληθινοί λόγοι που τον κατηγορούν οι Προτεστάντες. 1. Για το ότι συνέβαλε στη σύγκλιση της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Και ο Προτεσταντισμός θέλει όσο μπορεί, να αρνηθεί το κύρος των Οικουμενικών Συνόδων, γιατί οι Σύνοδοι αυτοί, αποδεικνύουν τη συνέχεια της Εκκλησίας και το κύρος της στη διατύπωση δογμάτων. Και όταν φαίνεται η ιστορική συνέχεια της Εκκλησίας, ο Προτεσταντισμός απογυμνώνεται για την αυθαιρεσία του, και αποδεικνύεται ως μια αίρεση χωρίς αποστολική προέλευση.


Ψάχνουν επίσης αφορμές, για να θίξουν την αξιοπιστία των αναγνωρίσεων αγίων από την Εκκλησία. Γιατί αν πείσουν ότι τουλάχιστον ένας άγιος δεν ήταν άγιος, θέτουν υπό αμφισβήτηση όλους τους αγίους της Εκκλησίας. 3. Ψάχνουν στο πρόσωπο του αγίου Κωνσταντίνου άλλοθι, για την αιρετική και αντιχριστιανική τους άποψη, ότι δήθεν η Εκκλησία στις ημέρες του αγίου Κωνσταντίνου ''αποστάτησε'', και ότι έτσι αυτοί δήθεν προέβησαν στην ανασύστασή της, και την κάθαρσή της! Όμως αυτοί οι ίδιοι Προτεστάντες, που συκοφαντούν και δεν δέχονται τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ως άγιο, αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τον βασιλιά Δαβίδ ως Προφήτη γεμάτο με Άγιο Πνεύμα. 


Και ενώ δεν δέχονται τον άγιο Κωνσταντίνο, που έκανε τα εγκλήματά του ως αμετανόητος ειδωλολάτρης, και που μετά τη βάπτισή του δεν αμάρτησε ξανά, δέχονται τον Δαβίδ, ο οποίος έκανε τα δικά του εγκλήματα, ΑΝ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΠΡΟΦΗΤΗΣ, αν και γνώριζε το νόμο του Θεού. Ναι, θα μας μιλήσουν για τη μετάνοια του Δαβίδ. Γιατί ο Δαβίδ αν και προφήτης έπεσε, αλλά μετάνιωσε πικρά, και συνήλθε από την πτώση του. Και δεχόμαστε κι εμείς τη μετάνοιά του, και τον αναγνωρίζουμε κι εμείς τον Δαβίδ ως προφήτη. Όμως αυτοί οι ίδιοι που δέχονται τη μετάνοια του πιστού εγκληματία Δαβίδ, αρνούνται τη μετάνοια του απίστου εγκληματία Κωνσταντίνου, που στο κάτω - κάτω, δεν είχε ακόμα βαπτισθεί Χριστιανός. Δεν είναι αυτό αντίφαση; 


Δεν είναι μεροληψία και απαράδεκτη κρίση εναντίον ενός ανθρώπου που τελείωσε τη ζωή του στη γη με πίστη και μετάνοια; Ενός ανθρώπου που έσωσε από το θάνατο και την ειδωλολατρία εκατομμύρια ανθρώπους; Ελπίζουμε αυτά όλα να τα σκεφθούν σοβαρά οι Προτεστάντες που κατηγορούν τον άγιο Κωνσταντίνο, και να απέχουν από τη βλασφημία αυτή. Γιατί έτσι εξομοιώνονται και συμμαχούν με τους ειδωλολάτρες, που μισούν τη Χριστιανική πίστη! Είθε και οι σημερινοί μας πολιτικοί ηγέτες να εμπνέονται από τα μεγάλα και σπουδαία έργα του Μ. Κωνσταντίνου, (για τα οποία στοχεύουμε να μιλήσουμε σε άλλο άρθρο), τα οποία θα αποκτούσαν ακόμα μεγαλύτερη σπουδαιότητα υπό το φως του βεβαρημένου παρελθόντος του και της έμπρακτης μετανοίας του, αν αυτό το παρελθόν ήταν αλήθεια. Όμως, ούτε οι συκοφαντίες αυτές εναντίον του είναι αληθινές...


http://www.oodegr.com/neopaganismos/index.htm


N. M.


ΓΙΑΤΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΟΣ;



Η ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ πανηγυρίζει σήμερα τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ τῆς μητρός του ἁγίας Ἑλένης. Κωνσταντῖνος ὄνομα γλυκύ, Κωνσταντῖνος ὄνομα προσφιλές, Κωνσταντῖνος ὄνομα ἄστρον τῆς φυλῆς. Ὄνομα προσφιλέστατο, ὄχι μόνο σ᾿ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ σ᾿ ὅλα τὰ Βαλκάνια. Είτε πᾷς στὴ Σόφια, είτε στὸ Βελιγράδι καὶ στὸ Βουκουρέστι, είτε πᾷς στὸ Στάλινγκραντ καὶ στὴ Μόσχα καὶ στὰ ἄκρα τῆς Ῥωσίας τῆς ποτὲ ἁγίας, θ᾿ ἀκούσῃς τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος.


ὰν δὲ ἀνοίξωμε τὴν ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, θὰ δωμεν, ὅτι τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος τὸ ἔφεραν δεκατρεῖς βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες. Ἐξ αὐτῶν τῶν βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων οἱ ἐπισημότεροι ἦταν· πρῶτος ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ποὺ ἑορτάζει σήμερα· δεύτερος ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος, ποὺ ἔπεσε ἐνδόξως ἐπὶ τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως· καὶ τρίτος ὁ Κωνσταντῖνος ὁ 12ος, ποὺ ἐλευθέρωσε τὴ Μακεδονικὴ γῆ. Κορυφαῖος μεταξύ τους εἶνε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ὀνομάζεται Μέγας, γιὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους.


Μέγας ὁ Κωνσταντῖνος, ἕνας ἐκ τῶν μεγαλυτέρων ἀνδρῶν. Καὶ ὅπως ὅλοι οἱ μεγάλοι διχάζουν τοὺς κριτικούς, ἔτσι καὶ αὐτὸς εἶνε σημεῖον ἀντιλεγόμενον. Ἄλλοι εἶνε ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἄλλοι εἶνε κατ᾿ αὐτοῦ. Ἀπὸ τοὺς θαυμαστάς του ἄλλοι μὲν τὸν θαυμάζουν γιὰ τὰ σωματικά του χαρίσματα. Ἦτο ὑψηλός, ὡραῖος, ῥωμαλέος. Ἄλλοι τὸν θαυμάζουν γιὰ τὰ διανοητικά του προσόντα. Ἦτο μεγαλοφυΐα. Οἱ δὲ πόλοι τῆς μεγαλοφυΐας εἶνε δύο· ὁ ἕνας εἶνε τὸ σχέδιο καὶ ὁ δεύτερος ἡ ἐκτέλεσις. Ἦτο ὑπέροχος στὴν σύλληψι ἰδεῶν ἀλλὰ καὶ στὴν ταχεῖα ἐκτέλεσι τῶν σχεδίων. Ἄλλοι πάλι τὸν θεωροῦν συντελεστὴ μεγάλου πολιτιστικοῦ ἔργου. Διότι ἔκτισε ναούς, γηροκομεῖα, νοσοκομεῖα, σχολὲς καὶ ἀκαδημίες· ἔκτισε γέφυρες, ἄνοιξε δρόμους. Προστάτευσε προπαντὸς τὴ γεωργία· ἀπήλλαξε τοὺς γεωργοὺς ἀπὸ τοὺς φόρους. 


Κατεδίωξε τὴ μαγεία καὶ τοὺς μάγους. Προστάτευσε τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Ἔκανε ἐν γένει κάθε τι γιὰ τὴν προαγωγὴ τοῦ ἀληθινοῦ πολιτισμοῦ. Τέλος, ὡς μεγαλοφυΐα ποὺ ἦτο, διέκρινε, ὅτι ἡ Δύσις ἐσάπισε. Ἀντελήφθη, ὅτι ἡ ἕδρα του δὲν ἦτο ἀσφαλὴς στὴ Δύσι, καὶ τὴ μετέφερε στὴν Ἀνατολή, στὸ Βόσπορο. Ἐκεῖ ἔκτισε τὴν Κωνσταντινούπολι, τὸ ὄνειρο τῆς φυλῆς. Ἀλλ᾿ ἐὰν οἱ ἱστορικοὶ θαυμάζουν τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο γιὰ ὅλα αὐτά, ἐμεῖς τὸν θαυμάζουμε γιὰ κάτι ἄλλο ἀνώτερο. Τὸ δὲ ἀνώτερο, ποὺ δυστυχῶς δὲν τὸ ἐκτιμοῦμε, εἶνε ὅτι ἦτο Χριστιανός. Ἦτο ὁ πρῶτος Χριστιανὸς βασιλεὺς καὶ αὐτοκράτωρ. Ἐδῶ ὅμως οἱ φαρμακερὲς γλῶσσες προβάλλουν ἀντιρρήσεις· ―Χριστιανὸς καὶ ἅγιος ὁ Κωνσταντῖνος; Αὐτὸς ποὺ διέπραξε τόσα ἁμαρτήματα, τόσα ἐγκλήματα;…


Δὲν τὸ ἀρνούμεθα, ἀγαπητοί μου, ὅτι ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος διέπραξε ἐγκλήματα. Πῶς ὅμως τὰ διέπραξε; Ἕνα λάθος διαπράττει συχνὰ ὁ ἄνθρωπος στὴ ζωή του, καὶ τὸ λάθος αὐτὸ γίνεται στὸ γάμο. Πόσες γυναῖκες κλαῖνε καὶ θρηνοῦν, διότι ἀτύχησαν στὸ γάμο! Πόσοι ἄνδρες δυστυχοῦν, διότι ἀπέτυχαν στὸ γάμο!… Καὶ ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος λοιπὸν ἔκανε αὐτὸ τὸ σφάλμα. Πῆρε μία σύζυγο, τὴ Φαύστα, ποὺ ἦτο μὲν ὡραιοτάτη, ἀλλὰ πίσω ἀπὸ τὸ κάλλος ἐκεῖνο κρυβόταν διάβολος. Χίλιες φορὲς εὐλογημένη μία ἄσχημη γυναίκα ποὺ ἔχει μέσα της ἄγγελο, καὶ χίλιες φορὲς κατηραμένη μιὰ γυναίκα ποὺ εἶνε μὲν ὡραία, ἀλλ᾿ ἔχει μέσα της διάβολο. Πόσα ἐγκλήματα καὶ πόσες τραγῳδίες δὲν ἔχουν προέλθει ἀπὸ τὸ διαβολικὸ κάλλος!

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΗΜΕΡΟΝ ΣΥΝ ΤΗ ΜΗΤΡΙ ΤΗ ΕΛΕΝΗ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΕΜΦΑΙΝΟΥΣΙ ΤΟ ΠΑΝΣΕΒΑΣΜΙΟΝ ΞΥΛΟ





Ως γενέτειρα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρεται τόσο η Ταρσός της Κιλικίας όσο και το Δρέπανο της Βιθυνίας. Ωστόσο η άποψη που επικρατεί φέρει τον Μέγα Κωνσταντίνο να έχει γεννηθεί στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας). Το ακριβές έτος της γεννήσεώς του δεν είναι γνωστό, θεωρείται όμως ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 272-288 μ.Χ. Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος, που λόγω της χλωμότητος του προσώπου του ονομάσθηκε Χλωρός, και ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Μητέρα του ήταν η Αγία Ελένη, θυγατέρα ενός πανδοχέως από το Δρέπανο της Βιθυνίας.


Το 305 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια με το αξίωμα του χιλίαρχου. Το ίδιο έτος οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, παραιτούνται από τα αξιώματά τους και αποσύρονται. στο ύπατο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος ο Χλωρός στη Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή. Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πέθανε στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ. και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι όμως που δεν αποδέχθηκε ο Γαλέριος. Μετά από μια σειρά διαφόρων ιστορικών γεγονότων ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται με τον Μαξέντιο, υιό του Μαξιμιανού, ο οποίος πλεονεκτούσε στρατηγικά, επειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα και ο στρατός του Κωνσταντίνου ήταν ήδη καταπονημένος.


Από την πλευρά του ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο να αισθάνεται συγκρατημένος. δεν είχε καμία άλλη επιλογή εκτός από την επίκληση της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια, αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος, δεν ήξερε σε ποιόν Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία. Όλοι τους, εκτός από τον πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό τέλος. Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται στον Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, διαγράφεται στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές ώρες του ηλίου, κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε «τούτῳ νίκα». 


Και ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτού του μυστηριακού θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα. Τότε εμφανίζεται ο Κύριος στον ύπνο του μαζί με το σύμβολο του Σταυρού και τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο πιο πολέμους. Έχοντας ως σημαία του το Χριστιανικό λάβαρο, αρχίζει να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση. Όταν φθάνει στη Ρώμη ενδιαφέρεται για τους Χριστιανούς της πόλεως. Όμως το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Πολύ σύντομα πληροφορείται για την πενιχρή κατάσταση της Εκκλησίας της Αφρικής και ενισχύει από το δημόσιο ταμείο τα έργα διακονίας αυτής.


Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., στα Μεδιόλανα, όπου γίνεται ο γάμος του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επέρχεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών που καθιερώνει την αρχή της ανεξιθρησκείας. Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος ήσαν πολλά. Η αιρετική διδασκαλία του Αρείου, πρεσβυτέρου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ήλθε να ταράξει την ενότητα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία αυτή, που ονομάσθηκε αρειανισμός, κατέλυε ουσιαστικά το δόγμα της Τριαδικότητας του Θεού. Μόλις ο Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τα όσα θλιβερά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια, απέστειλε με τον πνευματικό του σύμβουλο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης της Ισπανίας, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο (313 – 328 μ.Χ.) και τον Άρειο. 


Η προσπάθεια επιλύσεως του θέματος δεν ευδοκίμησε. Έτσι αποφασίσθηκε η σύγκλιση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Η περιγραφή της εναρκτήριας τελετής από τον ιστορικό Ευσέβιο είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα. στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων είχαν προσέλθει όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορα, τον οποίο οι περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά. Ο Κωνσταντίνος εισήλθε ταπεινά, με σεμνότητα και πραότητα. στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε ευθύς και σαφής. Δεν ήθελε να ασχοληθεί παρά μονάχα με θέματα που αφορούσαν στην ορθοτόμηση της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους τους ιστορικούς συγγραφείς.


Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο αυτοκράτορας ανέλαβε πρωτοβουλίες για την εδραίωση των αποφάσεών της. Απέστειλε εγκύκλιο επιστολή προς την Εκκλησία της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας, στην οποία γνωστοποιεί τις αποφάσεις της Συνόδου. Ο ίδιος γνωστοποιεί προς όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας την καταδίκη του Αρείου και απαγορεύει την απόκτηση και την απόκρυψη των συγγραμμάτων του. Η εντυπωσιακή του όμως ενέργεια είναι η επιστολή του προς τον Άρειο. Επιτιμά τον αιρεσιάρχη και τον καταδικάζει με αυστηρότητα για τις κακοδοξίες του.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2019

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΠΕΡΙ ΑΧΑΡΙΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΙΛΙΑΣ




Εἶνε ἀξία ἐπαίνου ἡ προθυμία σας, ἀγαπητοί μου, νὰ ἀκοῦτε ὀρθόδοξο διδασκαλία. Μὰ ποιός θὰ εἶνε ὁ διδάσκαλός σας; Σήμερα διδάσκαλος δὲν θὰ εἶμαι οὔτε ἐγὼ ὁ μικρὸς οὔτε κάποιος ἐκ τῶν μεγάλων πατέρων τῆς Ἐκ­κλησίας. Σήμερα διδάσκαλος ὅλων μας θὰ γίνῃ ὁ τυφλὸς τοῦ εὐαγγελίου. Ἕνας ἄνθρωπος μὲ σβησμένα μάτια, ἀγράμματος, ποὺ δὲν φοίτησε σὲ σχολὲς καὶ πανεπιστήμια.


λλὰ «τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ» (Α΄ Κορ. 1,27). Ὁ τυφλὸς ἐ­παίτης γίνεται διδάσκαλος στοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου καὶ πρὸ τῆς θεραπείας του ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν θεραπεία του. Πρὸ μὲν τῆς θεραπεί­ας του γιὰ νὰ διορθώσῃ τὴν ἀχαριστία μας, μετὰ δὲ τὴν θεραπεία του γιὰ νὰ διορθώσῃ τὴ δειλία μας.


Στὴν ἐποχή μας πολλοὶ παραπονοῦνται ὅτι εἶνε φτωχοί. Ἀλλὰ νά ὁ τυφλὸς μὲ τὴν καθα­ρὴ φωνή του κράζει· Ὄχι δὲν εἶστε φτωχοί, ἔχετε πλοῦτο· εἶστε ὅμως ἀχάριστοι. Πράγματι, ἀδέρφια μου, εἴμαστε πλούσιοι. Ἔχουμε ἐν πρώτοις ἕνα θησαυρὸ ἀνεκτίμητο ποὺ λέγεται ὑγεία καὶ δὲν ἀγοράζεται μὲ τίποτα. Φανταστῆτε π.χ. νὰ ἔρθῃ ὁ μαμωνᾶς κρατώντας λίρες καὶ νὰ πῇ· «Θὰ δώσω τὶς λίρες σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ καθήσῃ νὰ τοῦ βγάλω τὰ μάτια». 


Ποιός τὸ δέχεται; Κανείς· ἐκτὸς ἂν τρελλάθηκε ἀπ᾿ τὴν πλεονεξία. Ἄρα λοιπὸν τὰ μάτια εἶνε ἕνας πλοῦτος ἀνεκτίμητος. Εἶ­σαι πλούσιος, ἀδελφέ μου, διότι ἔχεις μάτια, ἔχεις αὐτιά, ἔχεις σκέψι, ἔχεις συνείδησι, ἔ­χεις μνήμη. Εἶσαι πλούσιος πρὸ παντός, διότι ἔχεις σωτῆρα τὸ Χριστό. Γιὰ ὅλα αὐτὰ πὲς ἕνα εὐχαριστῶ.


Μιὰ φορά, σὲ ἡμέρες θλιβερές, ἕνας ἱεροκήρυκας βρέθηκε σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ εὐλογημένα χωριὰ τῆς Μακεδονίας μας ποὺ εἶχε καῆ. Μάζεψε τοὺς ἁπλοϊκοὺς ἐκείνους Χριστιανούς, τοὺς πραγματικοὺς Ἕλληνες, κάτω ἀπὸ ἕνα πλατάνι καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς ἀναπτύσσῃ τὸ ῥητὸ «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α΄ Θεσ. 5,18).


Τότε μιὰ γυναικούλα ἄρχισε τοὺς μορφασμοὺς καὶ τὸν διέκοψε· γιατὶ ἦρθε ἀπὸ τὴν πόλι, αὐτὸς ποὺ δὲν γνώρισε καταστροφή, νὰ τοὺς πῇ νὰ εὐ­χα­ριστοῦν τὸ Θεό. –Τί νὰ εὐχαριστήσω, παππούλη, εἶπε, ποὺ δὲν μοῦ ᾿μεινε τίποτα, οὔτε καλύβι οὔτε δεκάρα;… Ὁ ἱεροκήρυκας βρέθη­κε σὲ δύσκολη θέσι. Μὰ νά πιὸ κάτω ἕνα παιδάκι ξυπόλητο ἔπαιζε κοντὰ στὸ ποταμάκι. Γυρίζει λοιπὸν καὶ ρωτάει· –Τίνος εἶνε τὸ παιδάκι; 


παντᾷ ἡ γυναίκα· –Δικό μου. –Ἄ, ὡ­ραῖα· γιά φαντάσου λοιπόν, ὅτι ἔρχεται ἕνας Ἀμερικᾶνος, σοῦ χτίζει ἀντὶ γιὰ τὸ καλύβι μιὰ πολυκατοικία, μὲ ἀσανσέρ, κρεβατοκάμαρες, σα­λόνια…, μὲ ὅλα τὰ καλλυντικὰ καὶ τὶς καρα­μπο­γιές, κ᾿ ἐπὶ πλέον σοῦ δίνει καὶ μερικὰ στρέμματα γῆς γιὰ νὰ τὰ καλλιεργῇς· δίνεις ἐ­σὺ εἰς ἀντάλλαγμα ὅλων αὐτῶν τὸ παιδί σου; –Ὄχι, ποτέ! –Ἑπομένως εἶσαι πιὸ πλούσια ἀπ᾿ αὐ­τόν.


Γι᾿ αὐτὸ «εὐχαριστεῖτε» τὸ Θεὸ «ἐν παν­τί». Εὐχαριστεῖτε γιὰ ὅ,τι ἔχετε καὶ δὲν ἔχετε. Ὁ τυφλὸς λοιπὸν μᾶς διδάσκει νὰ μὴν εἴ­μα­στε ἀχάριστοι. Γι᾿ αὐτό, ὅταν βλέπετε τυφλό, νὰ καλλιεργῆτε στὴν ψυχή σας τρία αἰ­σθήματα. Πρῶτον συμπάθεια, διότι αὐτὸς στε­ρεῖται ἕ­να πλοῦτο ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς, τὰ μάτια· τὸ μά­τι εἶνε ἡ τελειοτέρα φωτογραφικὴ μηχανή.


Δεύτερον εὐγνωμοσύνη, διότι ὡρισμένοι τυφλοὶ ἔχασαν τὸ φῶς τους στὸν πόλεμο (θυμᾶ­μαι τώρα σ᾿ ἕνα χειρουργεῖο τῆς Κοζάνης ἕνα παλληκάρι 23 ἐτῶν μὲ σβησμένα τὰ μάτια· ἔ­χασε τὸ φῶς του γιὰ τὴν πατρίδα, γιὰ νὰ εἴμαστε σήμερα ἐλεύθεροι). Αἴσθημα λοιπὸν συμ­παθείας, αἴσθημα εὐγνωμοσύνης σ᾿ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ αἴσθημα μετανοίας γιὰ μᾶς, γιὰ ὅσα ἁμαρτήματα κάνουμε ἔχοντας τὰ μάτια μας. 


καθένας μας θὰ δώσῃ λόγο καὶ γιὰ τὶς ματιές. Ἄνθρωπέ μου, δὲν σοῦ ᾿δω­σε ὁ Θεὸς τὰ μάτια γιὰ νὰ γίνωνται παγίδες. Ἡ Γραφὴ φωνάζει· «Οἱ ὀφθαλμοί σου ὀρθὰ βλεπέτωσαν» (Παρ. 4,25). Νὰ ἔχῃς μάτια ἁγίων καὶ ἀγγέλων, ὅπως τὰ πολυόμματα Χερουβὶμ καὶ Σεραφίμ. Ἀλλὰ ποῦ! Ὁ ἕνας ἔχει μάτια ἀλεποῦς, ὁ ἄλλος μάτια χοίρου…, καὶ κανείς μάτια Εὐαγγελίου. 


Κλείνουμε τὰ μάτια μας στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, καὶ τ᾿ ἀνοίγουμε στὴν ἀσχημία, σὰν ἄλλοι Χάμ (βλ. Γέν. 9,20-27), γινόμεθα χαμῖται. Θά ᾿ρθῃ –ἀλλοίμονο– καιρός, ποὺ οἱ τυφλοὶ θά ᾿νε εὐτυχισμένοι, διότι δὲν θὰ βλέπουν τὶς ἀ­θλιότητες. Μέχρι ἐδῶ ὁ τυφλὸς ἦταν διδάσκαλος καὶ ἐλεγκτὴς τῆς ἀχαριστίας μας· τώρα γίνεται δι­δάσκαλος καὶ ἐλεγκτὴς τῆς δειλίας μας.


ταν Σάββατο ὅταν ὁ Χριστὸς τὸν θεράπευσε, καὶ ὁ νόμος ἔλεγε· «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἔξ. 20,9-10. Δευτ. 5,13-14). Τὴν ἐντολὴ αὐτὴ οἱ νομικοὶ καὶ θεολόγοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὴν διεστρέβλωναν.


νῷ δόθηκε γιὰ ν᾿ ἀναπαύῃ, αὐτοὶ τὴν ἔ­καναν κορδέλλα γιὰ νὰ δένουν τὸν ἄνθρωπο. Ἐὰν τὸ Σάββατο ἔπιανε φωτιὰ τὸ σπίτι σου, ἀ­παγορευόταν νὰ τὴ σβήσῃς· ἐὰν πονοῦσε τὸ μάτι σου, ἀπαγορευόταν νὰ τ᾿ ἀγγίξῃς, γιὰ νὰ μὴν κάνῃς ἐργασία! Καὶ νά ὁ Χριστός, εἰς πεῖ­σμα τους, σκύβει κάτω, κάνει λάσπη, καὶ ἀγγίζει ἕνα πρόσωπο ποὺ δὲν εἶχε βολβούς, γιὰ νὰ κάνῃ νὰ φυτρώσουν μάτια. Καὶ φύτρωσαν! 


Οἱ νομικοὶ εἶχαν τώρα μπροστά τους δύο πρά­γματα· μία «παράβασι» καὶ ἕνα θαῦμα ποὺ ἔ­λαμπε σὰν ἥλιος. Καὶ οἱ μοχθηροί, ἀντὶ νὰ χαροῦν τὸν ἥλιο, κολλᾶνε στὴν «παράβασι» καὶ πετοῦν τὴν «τορπίλλα» τους· «Εἶνε ἁμαρτωλός!» (Ἰω. 9,16,24). Ἀκούγοντας αὐτὸ ὁ κόσμος δείλιαζε. Διότι ὅποιος τολμοῦσε νὰ ὁμολογήσῃ τὸ Χριστό, γινόταν «ἀποσυνάγωγος» (ἔ.ἀ. 9,22), κάτι τρομερὸ τότε, μιὰ τιμωρία ποὺ κλιμακώνετο σὲ τρία στάδια.


Πρῶτα σὲ ἔδιωχνε ἡ γυναί­κα σου τριάντα μέρες ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Ἐὰν δὲν με­τανοοῦσες, μαζευόταν ἡ κοινότης καὶ σὲ ἀ­φώριζε. Καὶ τρίτον ἀπαγορευόταν νὰ σοῦ δώ­σῃ κανεὶς ψωμί, νερό, ὁ,τιδήποτε. Τὸ μόνο ποὺ ἀπέμενε στὸν ἀποσυνάγωγο ἦταν ἢ ν᾿ αὐτοκτονήσῃ ἢ νὰ φύγῃ ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα. Μέσα στὸ κλῖμα αὐτὸ τῆς φοβίας ἀκούστη­κε μιὰ φωνὴ ἀληθείας.


Δὲν ἦταν οὔτε κάποιος μορφωμένος οὔτε κάποιος πλούσιος οὔτε ἄλ­λος ἰσχυρός. Ἦταν ὁ τυφλός. Αὐτός, μπροστὰ στοὺς ἐχθρούς, μαρτυρεῖ τὴν Ἀλήθεια, μαρτυ­ρεῖ γιὰ τὸ Χριστό. Παρὰ τὴν ἀπειλὴ τοῦ ἀποσυναγώγου δὲν τὸν ἀρνεῖται, δὲν τὸν προδίδει. Διεφώνησε ἕνας μὲ ὅλους, μιὰ ἁγία διχόνοια.


πάρχει κακὴ ὁμόνοια καὶ καλὴ διχόνοια. Κακὴ ὁμόνοια ἦταν ὅταν π.χ. κάτω ἀπὸ τὸ πραι­τώριο ὅλοι μαζὶ φώναζαν γιὰ τὸ Χριστό, «Ἆ­ρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (Ἰω. 19,15). Θέλετε καὶ καλὴ διχόνοια; Στὴν Ἀθήνα τῷ 406 π.Χ. δίκαζαν ὀκτὼ Ἀθηναίους στρατηγούς, τοὺς νικη­τὰς τῆς ναυμαχίας τῶν Ἀργινουσῶν, διότι δὲν φρόν­τισαν νὰ περισυλλέξουν τοὺς ναυ­αγούς. Ὅλοι σύμφωνοι νὰ τοὺς καταδικάσουν εἰς θάνατον.


νας διαφωνεῖ, ὁ Σωκράτης. Ὑψώνει τὸ ἀνάστημά του καὶ προτείνει νὰ τοὺς στεφανώσουν. Ἔτσι κι ὁ τυφλός· ποὺ εἶνε μάλιστα ἡρωικώτε­ρος κι ἀπ᾿ τὸ Σωκράτη. Ὁ Σωκράτης ἦταν φιλόσοφος καὶ ζοῦσε σὲ δημοκρατικὸ πολίτευμα· ὁ τυφλός; ἀμόρφωτος καὶ ἀδύνατος.


Γι᾿ αὐ­τὸ τὰ διδάγματά του εἶνε πιὸ βαρυσήμαντα. «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐ­πὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μά­χαιραν» (Ματθ. 10,34-35), εἶπε ὁ Χριστός. Πρόσεξε, ἀ­δελφέ μου, γιατὶ ἔρχονται περιστάσεις ποὺ θὰ κριθῇς, θὰ κριθῇ ἡ σωτηρία σου. Πρέπει τότε νὰ χωρίζῃς ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ μπορεῖ νὰ σὲ κατα­στρέψουν. 


Ζῆτε ἔγγαμο βίο· ἔχετε ὁμόνοια· ἀλλ᾿ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο συζύγους προτείνει κάτι ποὺ ἀμαυρώνει τὸ κάλλος τῆς ἀρετῆς, τότε ὁ ἄλλος μὴ προτιμή­σῃ τὸ ταίρι του ἀπὸ τὸ Χριστό. «Ὁ φιλῶν» ἄν­θρωπον «ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,37). Δὲν πῆρες τὴ γυναίκα ἢ τὸν ἄντρα γιὰ τὴν κόλασι ἀλλὰ γιὰ τὸν παράδεισο. Διαφώνησε!


Στὴ Φλώρινα παλαιότερα, ὅταν τὸ ὑπουργεῖο ἐπέβαλε στὶς μαθήτριες νὰ ἐμφανισθοῦν μὲ σὸρτς στὶς γυμναστικὲς ἐπιδείξεις, ἀκούστηκε ἁγία διαφωνία· ὁ γυμνασιάρχης διάβασε τὴν ἐγκύκλιο, ἀλλὰ 3-4 ἁγνὰ κορίτσια, πραγματικὲς Ἑλ­ληνίδες, εἶπαν· Ὄχι, δὲν δεχόμαστε νὰ ξεγυμνωθοῦμε μπρὸς στὰ μάτια ἄλλων… Ὤ ἁγία διαφωνία! Σᾶς ἐρωτῶ, ἀδελφοί μου· διαφωνήσατε ποτὲ γιὰ μεγάλα θέματα; Ἂν δι­αφωνήσατε, εἶστε μιμηταὶ τοῦ τυφλοῦ. 


πάρχει διαφωνία στὸ σχολεῖο, στὸ στρατό, καὶ στὴν ἐκκλησία. Μάλιστα· θὰ ὑπακούῃς μὲ τυφλὴ ὑ­πακοὴ στὸν ἐπίσκοπό σου –«Πείθεσθε τοῖς ἡ­γουμένοις ὑμῶν» (Ἑβρ. 13,17)–, ἐὰν κ᾿ ἐκεῖνος ὑπακούῃ στὸ Χριστό, ἐὰν ἔχῃ τὸ Εὐαγγέλιο στὸ κεφάλι του. Ἀλλ᾿ ἐὰν τὸ βάλῃ κάτω ἀπ᾽ τὰ πό­δια, τότε ἄλτ! Δὲν θὰ ἐπιτρέψῃς ποτέ νὰ κάνῃ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ Πηδάλιο πατητήρια.


Χριστιανέ μου, εἶσαι ζωντανὸ ψάρι ἢ ψόφιο; Ἐὰν εἶσαι ζωντανός, τότε κόντρα στὸ ῥεῦμα. «Ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ᾿ ὑ­μῶν» (Ἰάκ. 4,7). Ἐμπρός, σῦρε τὸ ξίφος καὶ πόλεμο! Ἔργα. Καὶ ποιό εἶνε τὸ μεγαλύτερο ἔργο; Ἡ ὁ­μολογία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος




Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, πού ἔγινε στήν αἴθουσα τοῦ συλλόγου «Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής» Ἀθηνῶν τήν 25-5-1952

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΟ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΚ ΓΕΝΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΝ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΜΑΣ



Εκ του Ιστολογίου Εκκλησιοποιημένης Αγιογραφίας 
 ''ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ''
Uploading on Scribd: ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.