ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥ




Ἐπί τῇ Μνήμῃ τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας



† Μητροπολίτου Ὠρωποῦ καί Φυλῆς Κυπριανοῦ Β'


Ὅπως γνωρίζετε, ὅλη ἡ ἐν Χριστῷ Ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας ἀποβλέπει στὴν ἀνεύρεσι - φανέρωσι - ἀποκάλυψι τῆς Καρδιᾶς, ἡ Ὁποία ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῆς ψυχῆς, τὸ κέντρο τοῦ Προσώπου. Ἡ ἄσκησι τῆς Μετανοίας συμβάλλει μοναδικὰ στὴν ἀποκάλυψι αὐτή, ὅταν μάλλιστα σκεφθῆ κανεὶς ὅτι ἡ Μετάνοια διατρέχει - διαποτίζει ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ἐν Χριστῷ Ζωῆς καὶ δίδει ποιότητα σὲ αὐτές. Ἡ Μετάνοια, τὸ χαροποιὸ πένθος, ἡ χαρμολύπη, οἱ ἀλληλένδετοι μὲ αὐτὰ κόποι –μικροὶ ἢ μεγάλοι– μαλακώνουν τὸ ἐνδότατο εἶναι μας καὶ φέρνουν τὴν Καρδιὰ στὴν ἐπιφάνεια. Πολὺ εὔστοχα ἔχει γραφῆ, ὅτι ἡ φράσις: «μπὲς μέσα στὴν καρδιά σου καὶ θὰ βρεῖς ἀνάπαυσι», συγκεφαλαιώνει ὅλη τὴν Ἡσυχαστικὴ Θεολογία καὶ Παράδοσι. 


Ἡ καλλιέργεια τῆς Μετανοίας γεννᾶ τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ τὴν αὐτομεμψία. Κάποιες γενναῖες ψυχὲς δὲν χάνουν εὐκαιρία νὰ καλλιεργοῦν τὴν αὐτομεμψία, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ ἢ μᾶλλον εἶναι ἡ αὐγὴ τῆς ἡμέρας ποὺ θὰ ἀνακαλύψουμε τὴν Καρδιά. Κάποιες ἄλλες ἀδύνατες ψυχοῦλες νὰ μὴν ἀποθαρρύνωνται οὔτε νὰ τρομάζουν, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἁπλούστεροι τρόποι γι᾿ αὐτές, μέσῳ τῶν ὁποίων καλλιεργεῖται τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ χαράζει ἡ ποθητὴ ἡμέρα. Ἂς φροντίσουν αὐτὲς νὰ ἐντρυφοῦν στὶς δωρεὲς τοῦ Χριστοῦ μας, μέσα στὶς ὁποῖες κυριολεκτικὰ «κολυμπᾶμε». Αὐτὸ τοῦτο τὸ εἶναι μας, οἱ καθημερινὲς εὐλογίες τοῦ Οὐρανοῦ, ἡ ὀμορφιὰ τῆς φύσεως καὶ τόσα ἄλλα μᾶς ὠθοῦν στὴν συνεχῆ δοξολογία καὶ εὐχαριστία πρὸς τὸν Κύριό μας καὶ μᾶς γεμίζουν μὲ ταπεινοὺς λογισμοὺς καὶ ταπεινὰ αἰσθήματα, ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλυφθῆ ἡ Καρδιά. 


Μὲ ἕνα συνεχὲς «Δόξα Σοι ὁ Θεός!» εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντισταθμίσουμε πολλοὺς κόπους καὶ ἀσκήσεις καὶ ὁ δρόμος μας νὰ διανυθῆ συντομώτερα καὶ εὐκολώτερα. Ἡ Ὁσία Μαρία μᾶς καλεῖ στὴν Μετάνοια, ἀλλὰ οἱ κόποι πέραν τοῦ Ἰορδάνου δὲν εἶναι γιὰ ὅλους· ὑπάρχουν κόποι καὶ τρόποι πρὸ τοῦ Ἰορδάνου, προσιτοὶ στοὺς περισσοτέρους. Θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι ἡ πόλις Ἰεριχὼ εἶναι πρὸ τοῦ Ἰορδάνου· καὶ στὴν πόλι αὐτή, ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος ταπεινώθηκε ὄχι κατεβαίνοντας, ὄχι μὲ μία ἐπώδυνη καὶ τραχεῖα κάθοδο ἀσκητικῆς ταπεινώσεως, ἀλλὰ ἀνεβαίνοντας ἁπλᾶ σὲ μία συκομορέα. 


Ἡ ταπείνωσις αὐτὴ διὰ τῆς ἀναβάσεως ἀποτελεῖ τύπον τῆς ἀναβιβάσεως τῆς ψυχῆς μας πρὸς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς εὐγνω- μοσύνης, εὐχαριστίας καὶ δοξολογίας. Ὁ εὐγνώμων ἄνθρωπος ταπεινώνεται· καὶ ὸ ταπεινούμενος κατανύσσεται· καὶ ὁ κατανυσσόμενος δακρύζει· καὶ ὁ δακρύζων μετανοεῖ· καὶ ὁ μετανοῶν ἀνακαλύπτει τὴν Καρδιά. 



Οἱ καλοπροαίρετες καρδιές Σας θά πληροφορηθοῦν περισσότερα...



Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β΄

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΦΕΓΓΕ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ




Κάποιος ιερεύς, σε μία αγρυπνία, και ενώ είχε αρχίσει την Προσκομιδή, 

δυσκολευόταν, τρόπον τινά, με μόνο το φως ενός κεριού να διαβάζει τα ονόματα.

 Ξαφνικά, διαπίστωσε ότι το φως του κεριού, πού ήταν παραπλεύρως, όλως 

περιέργως, έγένετο πιο δυνατό!

 Και τότε αναρωτήθηκε: 

-Πώς είναι δυνατόν; 

Πώς φέγγει περισσότερο τώρα το κερί; 

Κι όπως γύρισε το κεφάλι του, βλέπει να στέκεται μπροστά του στα τρία τέσσερα μέτρα 

με πολύ σεβασμό και ευλάβεια ένας Άγγελος.


Στην αρχή απολιθώθηκε, μαρμάρωσε στη θέση του και έκανε αρκετή ώρα να συνέλθη. Αλλά ή παρουσία του Αγγέλου, του γλύκανε την ψυχή κατά τέτοιον τρόπον, ώστε ή κατάνυξης μέσα του να αυξηθεί πολύ, να απόκτηση ή ψυχή του πολύ μεγάλη γλυκύτητα, μία, τρόπον τινά, ένωση με την παρουσία του αγίου Αγγέλου. Και παρόντος του αγίου Αγγέλου, τελείωσε την ιερά Πρόθεσι, είπε το «Ευλογημένη ή βασιλεία...» και άρχισε τη Θεία Λειτουργία. Ό Άγγελος ήταν πάντοτε παρών, μέχρι πού τελείωσε και την Κατάλυσι. 


Ό ιερεύς δεν μπορούσε να συγκράτηση την συγκίνηση του, την κατάνυξη και το δέος, πού τον είχε καταλάβει μπροστά σ' αυτήν την παρουσία, διότι ήταν ένα γεγονός, πού του συνέβαινε πρώτη φορά στη ζωή του. Άλλωστε, αυτά τα γεγονότα συμβαίνουν, δεν ξέρω! πιθανόν να κάνω λάθος, μια-δύο φορές στη ζωή ενός ευλαβούς και ταπεινού ιερέως. Ασφαλώς όμως θα υπάρχουν κι άλλοι άγιοι ευλαβέστατοι και χαριτωμένοι κληρικοί παντός βαθμού, πού έχουν θεϊκές αποκαλύψεις κάπως πιο συχνά! 


Ό Θεός γνωρίζει... Ό παππούλης, παρέμεινε στη θέση του. Δεν ξεντύθηκε, κάθισε σε μια καρέκλα μέσα στο ιερό Βήμα και συνεχώς έκλαιγε. Έκλαιγε και δεν μπορούσε να συνέλθη από την κατάνυξη, το δέος και την συντριβή πού ένιωθε. Έτσι παρέμεινε για ώρα πολλή απολαμβάνοντας με συγκίνηση και ταπείνωση όσα βίωσε στη Θεία Λειτουργία με την παρουσία του άγιου Αγγέλου. Ό διακριτικός και άγιος Γέροντας του με διαβεβαίωσε για την αλήθεια του γεγονότος. 



Από τότε ή πίστης του ιερέως αυτού έγινε βράχος ακλόνητος, αυτός δε με πολύ δέος

 στην καρδιά λειτουργούσε πλέον τα πανάχραντα Μυστήρια.



Εκ του Ιστολογίου ''Naypaktia News''

Τίτλος, επιμέλεια Αγιοκυπριανίτης


Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΓΓΑΗΣ ΚΑΙ ΣΑΝ ΦΡΑΝΤΣΙΣΚΟ (1896 - 1966) Α' ΜΕΡΟΣ




Θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα ευνοημένο από την αγάπη του Κυρίου μας, 

διότι αξιώθηκα πολύ ενωρίς να «γνωρίσω» τον 'Αγιο Ιωάννη, Αρχιεπίσκοπο Σαγγάης και Σαν Φραντσίσκο, 

τον νεοφανή αυτόν αστέρα της Εκκλησίας μας. 

Πριν από είκοσιπέντε περίπου χρόνια, δηλαδή ολίγο μετά την οσιακή κοίμησί του (+ 1966), 

άκουσα για την θαυμαστή ζωή του και τον ευλαβήθηκα βαθύτατα ως έναν σύγχρονο 'Αγιο της Πίστεώς μας.

 Το 1984 είχα την μεγάλη ευτυχία να προσκυνήσω τό θαυματόβρυτο μνήμα του στην κρύπτη 

του Καθεδρικού Ναού της Ύπεραγίας Θεοτόκου «Πάντων θλιβομένων ή Χαρά», 

στο Σάν Φραντσίσκο της Καλιφόρνιας των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. 

Και πέρυσι ή φιλανθρωπία του Σωτήρος μας με αξίωσε να παρευρεθώ 

στις σχετικές εκκλησιαστικές εκδηλώσεις επί τη επισήμω Διακηρύξει της Αγιότητός του 

από την αδελφή Ιερά Σύνοδο των Ρώσων της Διασποράς του Μητροπολίτου κ. Βιταλίου. 

Αποκορύφωμα των απεριγράπτων αυτών ευλογιών ήταν η δωρεά στο Μοναστήρι μας

 ενός μικρού τεμαχίου ιερού Λειψάνου του χαριτωνύμου και χαριτοβρύτου Αγίου αυτού Αρχιερέως!... 

Για όλες αυτές τις σωτήριες δωρεές αφιερώσαμε στο Μοναστήρι των Αγίων Αγγέλων (Αφίδναι Αττικής) 

έναν ιερό Ναό προς τιμήν του νεοφανούς Αγίου και τώρα εκδίδουμε τον θαυμαστό Βίο του,

 ως ένα μικρό δείγμα ευγνωμοσύνης προς τον Χριστό μας, με την εγκάρδια ευχή 

να ωφεληθούν οι ευσεβείς, να τιμηθή ο Άγιος και να δοξασθή το Όνομα 

του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 

Αμήν! 


 15. 4. 1995 εκκλ. ημερ. 

+ Ζωοδόχου Πηγής


Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε την 4η Ιουνίου του 1896 στην εξοχική κατοικία των γονέων του, απογόνων αριστοκρατίας, Βόριδος Ιβάνοβιτς και Γλαφύρας Μιχαήλοβνα Μαξίμοβιτς, στην πολίχνη Αντάμοβκα του νομού Χάρκωβ (σημερινής Ουκρανίας) και στο 'Αγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.


Οι πρόγονοί του από τον πατέρα του ήσαν Σερβικής καταγωγής. Ένας από τους προγόνους του, ο 'Αγιος Ιωάννης Μητροπολίτης του Τομπόλσκ, ήταν ασκητής υψηλής πολιτείας, ιεραπόστολος και συγγραφεύς πνευματικών έργων. Έζησε κατά το πρώτο ήμισυ του 18ου αιώνα και η διακήρυξις της Αγιότητός του (1916) ήταν η τελευταία που έλαβε χώρα στην βασιλεία του Άγιου Βασιλομάρτυρος Νικολάου Β' (1868-1918). Ο Άγιος Ιωάννης ήταν φιλήσυχος και υπάκουο παιδί. 


Η αδελφή του ενθυμείται, ότι οι γονείς του τον ανέθρεψαν εύκολα. Σκεπτόμενος για το μέλλον, κατά την διάρκεια της εφηβείας του, δεν απεφάσιζε για την πορεία του, διότι δεν ήταν βέβαιος για την αφιέρωσί του στον στρατιωτικό ή δημόσιο βίο. Αισθανόταν μόνον, ότι η μελλοντική του ζωή θα διαπνεόταν από μία ανυπέρβλητη επιθυμία για την Αλήθεια, που καλλιεργήθηκε μέσα του από τους γονείς του, οι οποίοι του ενέπνευσαν τα παραδείγματα των ωνθρώπων που εθυσίασαν την ζωή τους υπέρ της Αλήθειας. Σε ηλικία ένδεκα ετών άρχισε την μόρφωσί του στην Στρατιωτική Ακαδημία της Πολτάβας.


Ήταν υποδειγματικός φοιτητής, αλλά αντιπαθούσε δύο μαθήματα: την γυμναστική και τον χορό. Τον αγαπούσαν στην Ακαδημία, όμως αυτός αισθανόταν ότι θα έπρεπε να διαλέξη άλλη οδό. Η ιδέα αυτή αναπτύχθηκε από τις επαφές του με δύο γνωστούς καθηγητές του θρησκευτικών στην Ακαδημία, τον Πρωτοπρεσβύτερο Σέργιο Τσετβέρικωφ, συγγραφέα βιβλίων περί του Αγίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ και των Γερόντων της Ερήμου της Όπτινα, και τον διευθυντή της τοπικής Ιερατικής Σχολής Αρχιμανδρίτη Βαρλαάμ. 


Η ημέρα συμπληρώσεως μετά από επτά έτη των σπουδών του Μιχαήλ Μαξίμοβιτς στην Στρατιωτική Ακαδημία συνέπεσε με την ενθρόνισι του Αρχιεπισκόπου Αντωνίου Κραποβίτσκυ στην καθέδρα του Χάρκωβ. Αυτός ο περίφημος Ιεράρχης και θεολόγος, ο οποίος ήταν ο κύριος εμπνευστής της επαναφοράς του Πατριαρχικού θεσμού στην Ρωσία, αργότερα έγινε Μητροπολίτης Κιέβου καί Γαλικίας καί τελικώς ανεδείχθη ως Πρωθιεράρχης και οργανωτής της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς.


Ο Ιεράρχης αυτός πάντοτε ενέπνεε την εκκλησιόφιλη φοιτητική νεολαία σε όλα τα πνευματικά θέματα, χάρις στο κύριο γνώρισμά του: την ειλικρινή του αγάπη γι' αυτήν. Ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος άκουσε για τον νεαρό Μιχαήλ Μαξίμοβιτς, περί του οποίου ομιλούσαν στους εκκλησιαστικούς κύκλους, και επεθύμησε να τον συναντήση.


Έτσι στο Χάρκωβ ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος έγινε πνευματικός οδηγός τού Αγίου Ιωάννου και αυτή η σχέσις διήρκεσε μέχρι του θανάτου του (+ 1936). Στην πόλι αυτή ο Μιχαήλ εσπούδασε Νομικά, πήρε το πτυχείο του το 1918 και υπηρέτησε για τρία περίπου έτη στα Δικαστήρια του Χάρκωβ τις ημέρες που την Ουκρανία εξουσίαζε ο Κοζάκος Σκαραπάτσκυ. 


Αλλά η καρδιά του μελλοντικού Ιεράρχου ήταν μακρυά από τον κόσμο τούτο. Δαπανούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο του στο Πανεπιστήμιο, όπου μελετούσε πνευματικά συγγράμματα, ειδικά τους Βίους των Αγίων. «Όταν σπούδαζα την κοσμική επιστήμη», είπε ο Άγιος κατά την εκλογή του στην Αρχιερωσύνη, «όλο και περισσότερο εμβάθυνα στην επιστήμη των επιστημών, στην σπουδή της πνευματικής ζωής».


Επισκεπτόμενος το Μοναστήρι, όπου διέμενε ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος, ο Μιχαήλ είχε την ευκαιρία να προσεύχεται στον τάφο ενός ασκητού των αρχών του 18ου αιώνα, του Αρχιεπισκόπου Μελετίου Λεόντιεβιτς, ενός βαθειά ευλαβουμένου, αλλά μή ανακηρυγμένου, δικαίου. Η ψυχή του νεαρού Αγίου ετρώθη από τήν δίψα για την απόκτησι του πραγματικού σκοπού και δρόμου της εν Χριστώ ζωής. Στον Μιχαήλ επίσης προεκάλεσε βαθειά εντύπωσι ο Επίσκοπος Βαρνάβας, ο μετέπειτα Πατριάρχης Σερβίας, κατά την επίσκεψί του στο Χάρκωβ. 


Ο νέος Σέρβος Επίσκοπος, ο οποίος έτυχε θερμής υποδοχής από τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο, διηγήθηκε σε αυτόν την θλίψι του Σερβικού λαού υπό τον Τουρκικό ζυγό. Αυτό συνέβη τον Ιανουάριο του 1917, πριν από την επανάστασι των Μπολσεβίκων, όταν οι Σέρβοι, οι οποίοι πολεμούσαν κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο εναντίον της Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας, Τουρκίας και Βουλγαρίας, δεν είχαν πλέον καθόλου εδάφη έλεύθερα εχθρικής κατοχής.


Χάρις στην έμπνευσι του Αρχιεπισκόπου Αντωνίου, η ανταπόκρισις του Ρωσικού λαού για την υποστήριξι των Σέρβων ήταν ομόφωνος. Μέσω αυτού του παραδείγματος, ο Μιχαήλ ανεγνώρισε την καθολική σημασία της Εκκλησίας και την υποχρέωσι ενός Επισκόπου να ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των Ορθοδόξων λαών. Με την σειρά του, ο Επίσκοπος Βαρνάβας, όταν έγινε Πατριάρχης, ήταν πολύ φιλόξενος και εξυπηρετικός στην Ιεραρχία της εμπεριστάτου Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς. 2. Στην Γιουγκοσλαβία (1921-1934). 


Η Ρωσική Επανάστασις ανάγκασε το 1921 την οικογένεια Μαξίμοβιτς να ξενιτευθή στην Γιουγκοσλαβία, όπου ο Μιχαήλ εσπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι και πήρε το πτυχείο του το 1925.


Κατά το τελευταίο έτος των σπουδών του, εκάρη Αναγνώστης στο Βελιγράδι από τον Μητροπολίτη Αντώνιο, ο οποίος κατόπιν, το 1926, τον έκειρε Μοναχό στην Ιερά Μονή Μίλκοβο με το όνομα Ιωάννης, εις τιμήν του μακρυνού συγγενούς του και ανακηρυγμένου πρόσφατα τότε Αγίου Ιωάννου του Τομπόλσκ, και σύντομα τον εχειροτόνησε Ιεροδιάκονο. Στην Εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου του ίδιου έτους, ο νεαρός Μοναχός έγινε Ιερομόναχος από τον Επίσκοπο Τσελιαμπίνσκ Γαβριήλ. 


Αυτά τα χρόνια ήταν καθηγητής θρησκευτικών σε Σέρβικο Λύκειο και το 1929 διωρίσθηκε στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην πόλι Βιτώλια (Μοναστήριον) που ανήκει στην Επισκοπή Αχρίδος. Στην Βιτώλια ο Άγιος εκέρδισε την αγάπη των φοιτητών του και εδώ έγιναν γνωστοί οι πνευματικοί του αγώνες.


Ο Άγιος Ιωάννης προσευχόταν διαρκώς, τελούσε καθημερινώς την Θεία Λειτουργία ή παρευρίσκετο σε αυτήν και μετελάμβανε των Αγίων Μυστηρίων, νήστευε αυστηρώς και συνήθως έτρωγε μία φορά την ημέρα, αργά το βράδυ. Ο 'Αγιος, με πατρική αγάπη, εμφύτευε υψηλα πνευματικά ιδεώδη στους σπουδαστές, οι οποίοι ανεκάλυψαν πρώτοι την μεγάλη πνευματική του άθλησι: παρετήρησαν ότι ποτέ δεν ξάπλωνε για νά κοιμηθή!


Ο ύπνος τον επισκεπτόταν μετά από υπερβολική κόπωσι και συνήθως γονατισμένον στην γωνία του κελλίου του κάτω από τις 'Αγιες Εικόνες. Ο Επίσκοπος της Επαρχίας εκείνης, ο γνωστός για την αρετή και σοφία του Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ο σύγχρονος «Χρυσόστομος των Σέρβων», όπως επιτυχώς απεκλήθη, εκτιμούσε καί αγαπούσε τον νεαρό Ιερομόναχο Ιωάννη. Μία ημέρα όταν έφευγε από την Σχολή μετά από επίσκεψί του, εστράφη σε μια ομάδα σπουδαστών και είπε: «Παιδιά να ακούτε τον π. Ιωάννη, είναι 'Αγγελος Θεού σε μορφή άνθρώπου». 


Οι ίδιοι οι σπουδασταί ήσαν πεπεισμένοι, ότι ο 'Αγιος ζούσε Αγγελική ζωή. Η υπομονή και η ταπεινωσίς του, ωμοίαζαν προς την υπομονή και την ταπείνωσι των μεγάλων ασκητών και αναχωρητών. Ήταν γεμάτος αγάπη προς όλους, ιδίως τα παιδιά, εξυπηρετικός, απλούς, πρόσχαρος, πράος, συμπαθής, ελεήμων. Ποτέ δεν τον είδε κανείς θυμωμένο, ποτέ δεν κατέκρινε κάποιον, ποτέ δεν ομιλούσε για τον εαυτό του. Ζούσε τα γεγονότα του Αγίου Ευαγγελίου σαν να τα έβλεπε μπροστά του.


Πάντοτε εγνώριζε το κεφάλαιο της Αγίας Γραφής για να εύρη ένα γεγονός και όταν χρειαζόταν, μπορούσε πάντοτε να αναφέρη το εδάφιο. Εγνώριζε τον χαρακτήρα και την ιδιομορφία κάθε σπουδαστού, ώστε σε κάθε στιγμή μπορούσε να καταλάβη τι ήξερε ή δεν ήξερε ο σπουδαστής. Ο Άγιος είχε ένα ειδικό χάρισμα από τον Θεό: μία εξαιρετική μνήμη.


Επομένως, μπορούσε να βαθμολογή τους σπουδαστάς του, χωρίς να ανατρέχη σε αρχεία και σημειώσεις. Η αγάπη συνέδεε τον π. Ιωάννη και τους σπουδαστάς μεταξύ τους. Γι' αυτούς ο Άγιος ήταν η ενσάρκωσις όλων των Χριστιανικών αρετών. Δεν παρατηρούσαν κανένα ελάττωμα σ’ αύτόν, ούτε στην ομιλία του (είχε μία έλαφρά βραδυγλωσσία). 


Δεν υπήρχε πρόβλημα προσωπικό ή κοινό, το οποίο να μην μπορούσε αυτός να επιλύση αμέσως. Δεν υπήρχε ερώτησις, για την οποία να μην εύρισκε απάντησι, που ήταν πάντοτε ακριβής, σαφής, τέλεια και πλήρης, διότι ήταν πραγματικά μορφωμένος άνθρωπος. Η μόρφωσίς του, η σοφία του, βασιζόταν στο πιο σταθερό θεμέλιο, τον φόβο του Κυρίου.


Ο Άγιος προσευχόταν θερμά για τους σπουδαστάς του. Τις νύκτες εφρόντιζε στοργικά για τον καθένα: τακτοποιούσε το προσκέφαλο του ενός, το σκέπασμα του άλλου. Εξερχόμενος του θαλάμου, ευλογούσε τον κοιμώμενο με το σημείο τού σταυρού και απομακρυνόταν αθόρυβα. 


Την πρώτη εβδομάδα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής ο Άγιος Ιωάννης δεν έτρωγε τίποτε, εκτος από ένα μικρό πρόσφορο καθημερινώς· το ίδιο έκανε και τήν Μεγάλη Εβδομάδα. Το Μ. Σάββατο το σώμα του ήταν τελείως έξαντλημένο... Αλλά την ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου ανακαινιζόταν και επανακτούσε τις δυνάμεις του...


Στον Όρθρο του Πάσχα αναφωνούσε το «Χριστός Ανέστη» σαν ο Χριστός να αναστηνόταν ακριβώς εκείνη την νύκτα... Το πρόσωπό του έλαμπε... Η πασχάλια χαρά, που ακτινοβολούσε από τον Άγιο, μεταδιδόταν στον καθένα μέσα στην Εκκλησία... Όποιος ήταν στον Ναό με τον Άγιο Ιωάννη το Πάσχα, το δοκίμαζε αυτό.



Την ίδια εποχή άρχισε να συγγράφη αξιόλογα πνευματικά κείμενα, όπως μία μελέτη για την τιμή της Υπεραγίας Θεοτόκου,

 διακρινομένη για την μεστότητα και ακρίβειά της.

 Την δραστηριότητά του αυτήν συνέχισε μέχρι του τέλους του βίου του. 

Αν και δεν μας άφησε συστηματικά έργα, τα συνεχή άρθρα του στον εκκλησιαστικό Τύπο 

της εποχής του, και αργότερα οι Εκθέσεις του στην Σύνοδο, είναι σαφώς

 ριζωμένα στην Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία, και διακρίνονται για την βαθειά πνευματικότητα,

 την μετριοπάθεια και νηφαλιότητα, την λιτότητα και σαφήνεια, την πληρότητα και γλαφυρότητά τους.

 Στον ευλαβή αναγνώστη είναι αισθητό, ότι η συγγραφική παραγωγή του Αγίου Ιεράρχου

 εκφράζει τα εν Χριστώ βιώματά του, γι’ αυτό ευωδιάζει και καταθέλγει την ψυχή.

 Ίσως αυτό το ιδιαίτερο θεολογικό χάρισμα του ευλογημένου Ιωάννου

 θα είχε διαπιστώσει πρώιμα ο Μητροπολίτης Αντώνιος Κραποβίτσκυ, 

γι’ αυτό και όταν τον εχειροτόνησε Επίσκοπο του απηύθυνε, μεταξύ άλλων, και την εξής χαρακτηριστική προτροπή: 

«Αγάπα την θεολογία και προσπάθησε να διεισδύης στα βάθη της. 

Με αυτήν φώτιζε την ψυχή σου και τις ψυχές των γύρω σου, και με την μάθησί σου

 δίδε στον νου σου ψυχοσωτήρια τροφή...».


 (Συνεχίζεται...)


Α΄Μέρος



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Συνακόλουθες αναρτήσεις από το βιβλίο:
''Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΓΓΑΗΣ ΚΑΙ ΣΑΝ ΦΡΑΝΤΣΙΣΚΟ'' 
του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού. 
Εκδόσεις Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής, 
1995, σελ 13-20.



Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς


ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ Δ' ΜΕΡΟΣ



Ο καταποντισμός της αγιά Σοφιάς


- Πνευματικέ μου πατέρα, είπε ο Επιφάνιος, άφησε αυτά και εξήγησέ μου

 εκείνο που λέγεται, ότι δηλαδή η αγια-Σοφιά δεν θα καταποντισθεί μαζί με την Πόλη,

 αλλά θα μείνει κρεμασμένη στον αέρα από κάποια αόρατη δύναμη. 

- Τι λες, παιδί μου, αποκρίθηκε ο δίκαιος. 

Αφού θα βυθισθεί όλη η Πόλης, πως θα σωθεί η εκκλησία; 

Και ποιος θα μπαίνει σ’ αυτήν για να προσκυνήσει; 

Μήπως ο Θεός κατοικεί σε χειροποίητους ναούς; 

Όχι βέβαια.


Πάντως στη φήμη αυτή υπάρχει και κάτι αληθινό: Θα μείνει δηλαδή μόνο ο στύλος που βρίσκεται στην αγορά, γιατί κατέχει τους «τίμιους ήλους». Αυτός μόνο θα διασωθεί, ώστε περνώντας τα πλοία να δένουν επάνω του τα σχοινιά τους, και να θρηνούν αυτή την επτάλοφη Βαβυλώνα λέγοντας: «Αλλοίμονό μας! Η μεγάλη, η αρχαία Πόλης βυθίστηκε. Εδώ κάναμε με επιτυχία τις εμπορικές μας συναλλαγές και πλουτίζαμε». Το πένθος της θα διαρκέσει σαράντα ημέρες. Εξ αιτίας της θλίψεως των ημερών εκείνων θα δοθεί το βασίλειο στην πρεσβυτέρα Ρώμη, καθώς επίσης στο Σύλαιο και στη Θεσσαλονίκη. Αυτά θα συμβούν όταν θα πλησιάζει η συντέλεια, οπότε η κατάσταση του κόσμου θα χειροτερεύει, οι πόνοι και οι συμφορές θα πολλαπλασιάζονται.


Τα βδελυρά έθνη


Κατά το έτος εκείνο θ’ ανοίξει ο Κύριος τις πύλες των Ινδιών που έκλεισε ο βασιλιάς των Μακεδόνων Αλέξανδρος. Θα βγουν τότε απ’ εκεί οι εβδομήντα δύο βασιλείς με τον λαό τους, τα λεγόμενα βδελυρά έθνη, που είναι πιο σιχαμερά από κάθε αηδία και δυσωδία. Αυτά θα διασκορπισθούν σ’ όλο τον κόσμο. Θα τρώνε ζωντανούς τους ανθρώπους και θα πίνουν το αίμα τους. Θα καταβροχθίζουν επίσης με μεγάλη ηδονή μύγες, βατράχους, σκυλιά και κάθε ακαθαρσία. Αλλοίμονο στις περιοχές, απ’ όπου θα περάσουν! Αν είναι δυνατόν, Κύριε, ας μην υπάρχουν τότε Χριστιανοί! Γνωρίζω όμως ότι θα υπάρχουν. Εκείνες τις ημέρες θα σκοτεινιάσουν, σαν να θρηνούν στον αέρα για όσα αποτροπιαστικά θα διαπράξουν εκείνα τα σιχαμερά έθνη. Ο ήλιος θα γίνει σαν αίμα, ενώ η σελήνη κι όλα τα άστρα θα σκοτισθούν, καθώς θα τα βλέπουν επάνω στη γη να συναγωνίζονται στην ακαθαρσία. Αυτοί οι λαοί θα κατασκάψουν τη γη, θα κάνουν αποχωρητήρια τα θυσιαστήρια, και θα βάλουν τα άγια σκεύη σε ατιμωτική χρήση. Τότε όσοι θα κατοικούν στην Ασία, ας φύγουν στα νησιά των Κυκλάδων (κατ’ άλλη γραφή: τις κοιλάδες των νήσων), γιατί τα ρυπαρά έθνη δεν θα πάνε εκεί, και ας πενθήσουν για εξακόσιες εξήντα ημέρες.


Ο αντίχριστος


Τότε θα σαρκωθεί απ’ την φυλή του Δαν ο σατανάς, δηλαδή θα γεννηθεί ο αντίχριστος. Δεν θα γίνει όμως άνθρωπος με τη δική του δύναμη, αλλά θα του πλάση ο Θεός σκεύος αισχρό και ρυπαρό, για να εκπληρωθούν έτσι οι λόγοι των προφητών. Θ’ απολυθεί λοιπόν απ’ τα δεσμά, με τα οποία τον είχε δέσει ο δεσπότης Χριστός όταν κατέβηκε στον άδη, και θα μπει σ’ εκείνο το σκεύος που πλάσθηκε για αυτόν. Έτσι θα γίνει άνθρωπος, θα ανδρωθεί, θα βασιλεύσει, και τότε θ’ αρχίσει να δείχνει την πλάνη του καθώς λέει ο θεολόγος Ιωάννης. Έπειτα θ’ αρχίσει πόλεμο με τα νησιά των Κυκλάδων (κατ’ άλλη γραφή: τις κοιλάδες των νήσων). Νησιά, καθώς λέει ο Ησαΐας, είναι οι εκκλησίες που προήλθαν από τους εθνικούς (Ησ. 24,15. 45,16. 49,1. 66,19). 


Τότε θα εμφανιστεί ο Ενώχ, που έζησε πριν την εποχή του μωσαϊκού νόμου. Θα εμφανισθεί επίσης ο Ηλίας, που έζησε κατά την διάρκεια του νόμου, καθώς και ο Ιωάννης ο θεολόγος που έζησε την εποχή της νέας χάριτος. Αυτοί θα κηρύξουν σ’ όλη την οικουμένη, για τον καιρό της συντέλειας και την έλευση του πλανεμένου, καθώς επίσης και για την Δευτέρα έλευση του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Θα επιτελούν μάλιστα σημεία και τέρατα. Όσοι θελήσουν να τους σκοτώσουν ή με άλλον τρόπο να τους αδικήσουν, θα βγει φωτιά και τους κάψει. Θα ενεργούν με μεγάλη εξουσία και θα ελέγξουν τον αντίχριστο. Θα φονευθούν όμως απ’ αυτόν στην Ιερουσαλήμ και τα σώματά τους θα αφεθούν άταφα στη μέση της πόλεως. Εκεί θα συγκεντρωθούν οι κάτοικοι και θα τους περιγελούν σαν απροστάτευτους (Αποκ. 11, 5-10). Τα άγια σώματά τους θα μείνουν τρεις ολόκληρες ημέρες στην πλατεία. Κατά τη μέση της τετάρτης ημέρας θα κατεβεί από τον ουρανό ένα περιστέρι λαμπρό σαν αστραπή. 


Αυτό θα περπατήσει επάνω τους και θα τους δώσει ζωή. Τότε οι άγιοι θα δυναμώσουν και θα σηκωθούν όρθιοι, κι όσοι τους δουν, πολύ θα τρομάξουν. Εκείνη τη στιγμή θ’ ακουσθεί φωνή από τον ουρανό που θα λέει: «Ανεβείτε, φίλοι μου, κοντά μου». Αμέσως θα κατεβεί ένα σύννεφο, που θα τους σηκώσει και θα τους εγκαταστήσει στον παράδεισο (Αποκ. 11, 9-13). Εκείνος ο πλανεμένος και μάταιος, ο αντίχριστος, θα ταλαιπωρήσει υπερβολικά τους χριστιανούς της εποχής του μέχρι την τελευταία τους αναπνοή με θλίψεις και φοβερές τιμωρίες. Όποιος δεν πλανηθεί και δεν πιστέψει σ’ αυτόν, θ’ αναδειχθεί εκλεκτός και άξιος φίλος του Χριστού. Όλοι βεβαίως οι άγιοι είναι μακάριοι. Τρισμακάριοι όμως θα είναι όσοι μαρτυρήσουν την εποχή του αντιχρίστου. Θα τους περιμένει παντοτινά υπερβολική δόξα και αγαλλίαση. Θ’ ακολουθήσει τότε φοβερός πόλεμος μεταξύ του αντιχρίστου και του Δεσπότου Χριστού. 


Μόλις δηλαδή αντιληφθεί ο αντίχριστος ότι ο κόσμος πλησιάζει στο τέλος του, θα κάνει μανιασμένος αντίπραξη στον ουρανό: θα ρίξει αστραπές και βροντές και θα κάνει τέτοιους κτύπους, ώστε από τον ήχο της βοής να δονείται το σύμπαν και να αντηχεί φοβερά. Ποιος τότε, παιδί μου, δεν θα φοβηθεί και δεν θα φρίξει; Μακάριοι θα είναι, όπως είπα προηγουμένως, εκείνοι, των οποίων δεν θα κλονισθεί η πίστη στον Χριστό, τον αληθινό Θεό μας, που σαρκώθηκε και γεννήθηκε απ’ την αγία παρθένο Μαρία. Μακάριοι επίσης εκείνοι που θα πεθάνουν για την αγάπη του Χριστού και θα ελέγξουν θαρρετά τον δράκοντα και την πλάνη του. Μακάριοι όσοι θα υψώσουν το ανάστημά τους εναντίον του και θα ελέγξουν με γενναιότητα τα ατοπήματά του…. Αυτά έλεγε ο μακάριος, ενώ ο Επιφάνιος θρηνούσε από τα βάθη της ψυχής του ακούγοντας όσα επρόκειτο να συμβούν στην οικουμένη. 


Έπειτα ρώτησε τον όσιο: - Πες μου, σε παρακαλώ πως θα εξαλειφθούν οι άνθρωποι από τη γη και πως θα γίνει η ανάστασις; - Άλλους, παιδί μου, θα σκοτώσουν τα βδελυρά έθνη, άλλοι θα θανατωθούν στους πυκνούς πολέμους, ενώ άλλους θα εξολοθρεύσει ο αντίχριστος. Σε όσους θα πιστέψουν και θα προσκυνήσουν τον αντίχριστο, θα στείλει ο Κύριος, σύμφωνα με την προφητεία του Ιεζεκιήλ, φτερωτά θηρία που θα έχουν στην ουρά τους βούκεντρα γεμάτα δηλητήριο. Όσοι λοιπόν δεν θα έχουν στα μέτωπά τους σώα και ακέραιη τη σφραγίδα του Χριστού, θα δοκιμάσουν φρικτό θάνατο απ’ το κεντρί και το δηλητήριο των θηρίων. Τότε οι άγιοι που διεφύλαξαν με πολύ αγώνα τη σφραγίδα του Χριστού ακέραιη, θα μεταναστεύσουν στα βουνά και στις ερημιές. 


Ο Κύριος όμως με την θεϊκή του δύναμη θα τους συγκεντρώσει στην αγία πόλη της Σιών. Αυτοί είναι όσοι έχουν γραφεί στο βιβλίο της ζωής Όταν ο αντίχριστος νικηθεί και οδηγηθεί αιχμάλωτος μαζί με τους άλλους δαίμονες στο κριτήριο και δικασθεί για τις ψυχές που οδήγησε στην απώλεια, τότε θα σαλπίσει η σάλπιγγα και οι νεκροί θ’ αναστηθούν άφθαρτοι. Έπειτα όσοι θα έχουν απομείνει ζωντανοί την ώρα της δευτέρας παρουσίας, θα γίνουν, καθώς είπε ο Παύλος, εν ριπή οφθαλμού από φθαρτοί άφθαρτοι και θα αρπαγούν μαζί με τους αναστημένους νεκρούς μέσα σε νεφέλες, για να προϋπαντήσουν τον Κύριο στον αέρα (Α΄ Θεσ. 4,17).


Όποιος λοιπόν δη τα βδελυρά έθνη να έρχονται στον κόσμο, ας γνωρίζει πως όλα,

 όσα πρόκειται να συμβούν, βρίσκονται «επί θύραις», και πως ο Κριτής

 έρχεται για να αποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του. 

Αυτά είπε ο μακάριος Ανδρέας στον Επιφάνιο παρούσης και της ταπεινότητός μου. 

Έτσι μείναμε ξάγρυπνοι όλη την νύχτα.

 Όταν χτύπησε το ξυλοσήμαντρο, ξεκίνησε ο Επιφάνιος για την εκκλησία, 

ενώ ο μακάριος Ανδρέας έμεινε στο σπίτι προσευχόμενος. 

Τέλος



Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός


Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

ΤΕΚΝΑ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ ΔΕΣΜΙΟΝ ΑΝΗΚΕΙ ΕΙΣ ΥΜΑΣ



ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ


Ένα ακόμη στίγμα προστίθεται εις τας σελίδας της εθνικής μας Ιστορίας. 

Μία ακόμη πράξις θα βαρύνει την Κυβέρνησιν της Πατρίδος της Ελευθερίας και των φώτων. Διά μίαν ακόμη αθεμιτουργίαν θα είναι υπεύθυνοι οι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί ηγέται της Ελλάδος. Και αυτό είναι η ΕΞΟΡΙΑ του Αρχιεπισκόπου μας πρώην Φλωρίνης κ. Χρυσοστόμου. Εις τας τρεις το απόγευμα αστυνομικοί εν πολιτική περιβολή, αφού απεμόνωσαν την οικείαν του Σεβασμιωτάτου, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν εις άγνωστον κατεύθυνσιν. Το δε απόγευμα δια του ατμοπλοίου ''Έλση'' ανεχώρει εις τον τόπον της εξορίας του. Ιδού πως αμείβονται τα εθνικοθρησκευτικά παραστήματα της πατρίδος. Ιδού πως ανταποδίδονται οι ευεγερσίαι και οι κόποι. Ιδού πως ικανοποιεί η Κυβέρνησις τας μεγάλας Μορφάς της νεωτέρας Ελλάδας. Πλήρεις πικρίας και απογοητεύσεως καταγγέλλωμεν εις τον ελεύθερον Ελληνικόν Λαόν την κατάπτυστον και αισχράν πράξιν. Ο Ελληνικός λαός την ερχομένην Κυριακήν θα ακούση εις τας Εκκλησίας από το στόμα των ''λειτουργών'' (;) του Υψίστου: ''Αγαπήσωμεν αλλήλους... Υποκρισία τραγική!


Αυτοί οι ίδιοι διά των ιδίων ανυψουμένων χειρών υπέγραψαν την απαισιωτέραν καταδίκην της εποχής μας, την εξορίαν σεβασμίου Ιεράρχου, του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου. Κράτος δικαίου και ισοπολιτείαν θα επαγγελθούν και πάλιν οι πολιτικοί της Πατρίδος μας! Αυτοί οι ίδιοι όμως καθιέρωσαν μιαν στυγνήν δικτατορίαν, υπό το πέλμα της οποίας ο πολίτης δεν είναι ελεύθερος, ούτε θρησκευτικάς πεποιθήσεις να έχει διαφόρους από τους Κυρίους αυτούς. Φρονούν ίσως οι νεώτεροι ιεροεξετασταί, ότι θα καταπνίξουν δια των τοιούτων μέσων τας πεποιθήσεις μας και τας αρχάς μας. Τους υποσχόμεθα λοιπόν δημοσίως, ότι ουδέποτε θα προδώσωμεν τας αρχάς μας, και ουδέποτε θα πειθαναγκασθώμεν εις τυρρανικάς αξιώσεις. 


Θα ανερχώμεθα σταθερώς την αιματηράν οδόν του Γολγοθά, ακολουθούντες το προσωπικόν παράδειγμα του γηραιού Ηγέτη μας. Δι' ημάς πλέον ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος είναι ο θριαμβεύσας ήρως και το σύμβολον του αγώνος μας. Η επιστροφή του εις τας Αθήνας, μεταξύ του ποιμνίου του, οσοδήποτε και αν αργήσει θα είναι θρίαμβος και νίκη. Κατά το διάστημα της απουσίας του, η σκέψις μας θα είναι πλησίον του, η δε ανάμνησις της γλυκητάτης φυσιογνωμίας του θα μας ανακουφίζη εις τον σκληρότατον αγώνα, διά τας θρησκευτικάς μας ελευθερίας. 


Δηλούμεν άπαξ έτι, ότι τα θρησκευτικά φρονήματα δεν καταβάλλονται δια του ξίφους και της βίας, η δε Εξορία του Ηγέτου μας είναι δι' ημάς πρόκλησις ιταμή, προς την οποίαν απαντώμεν δια των χριστιανικών μέσων της αξιοπρεπούς και ειρηνικής αντιστάσεώς μας. Κλείομεν το ανακοινωθέν μας καταγγέλοντες ως εγκληματικήν την εξορίαν του Ηγέτου μας δια τας συνεπείας της οποίας, θα φέρουν ακεραίαν και βαρυτάτην οι αρμόδιοι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί παράγοντες. 


(Εδημοσιεύθη στις εφημερίδες 

''Εθνικός Κήρυξ'', ''Εμπρός'', ''Ακρόπολις'' και ''Βραδυνή''  8 - 3 - 1951).


Σε Συνοδική εγκύκλιο που εξαπέλυσαν από το κρυσφύγετό τους οι υπόλοιποι Αρχιερείς, και την οποίαν υπογράφει ''Δια τον δέμιον Πρόεδρον'', ο γηραιότερος των Αρχιερέων, Επίσκοπος Κυκλάδων Γερμανός, καταλήγει με τα εξής: ''Ο Γηραιός ημών Πρόεδρος Πανιερώτατος Μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης κ. κ. Χρυσόστομος ευρίσκεται δέσμιος εις τας χείρας των πολεμούντων ημάς, αλλ' ως υψήκομος Δρυς υφίσταται την ορμήν των ισχυρών ανέμων χωρίς ουδόλως να υποστεί τον ελάχιστον κλονισμόν. Απαντά πάντοτε με Αρχιερατικήν αξιοπρέπειαν και με το γνωστόν εις πάντας θάρρος. ''Το Σώμα μου δέσμιον ανήκει εις υμάς, η ψυχή μου ελευθέρα ανήκει εις την Ορθοδοξίαν''! Την διαβεβαίωσιν ταύτην επαναλαμβάνομεν πάντες ημείς και είμεθα βέβαιοι, ότι και υμείς αδελφοί θα επαναλάβητε. ''Δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την Βασιλείαν των του Θεού''.


Διά τον δέμιον Πρόεδρον


+ Ο Κυκλάδων ΓΕΡΜΑΝΟΣ



Ο ΜΕΓΑΣ ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΟΥ



Στην μονή Υψηλού, ύστερα από περιπέτειες τριών ημερών παρέδωσαν οι χωροφύλακες τον Γέροντα Μέγαν Ομολογητήν και Εξόριστον στον Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής Αρχιμανδρίτη Σεραφείμ, ο οποίος θα ήταν στο εξής, μαζί με τους μοναχούς της Μονής, οι δεσμοφύλακές του. Τον εγκατέστησαν σ' ένα σκοτεινό κελλί ανήλιον. Τα μόνα έπιπλά του ήταν ένα πρόχειρο, σανιδένιο κρεββάτι, που αντί για πόδια είχε δυο ξύλινες κασέλλες, στις οποίες επάνω είχαν στερεώσει μερικές τάβλες! Ο αείμνηστος Δημήτριος Λαμπρόπουλος, Αντιπρόεδρος τότε της Π.Θ.Ε.Ο.Κ και εμπορευόμενος με την Μυτιλήνη, αγόρασε ένα κρεββάτι ανθρωπιάς, καθώς και τα απαραίτητα, δηλαδή στρώμα, κουβέρτες, σεντόνια και μαξιλάρια και τα έστειλε στη Μονή μ' έναν φίλο του έμπορα νεοημερολογίτην, γιατι απαγορευόταν αυστηρότατα η επίσκεψις Παλαιοημερολογιτών. 


Ας σημειωθεί και τούτο. Είχαν τέτοιον φόβον οι διώκτες, μήπως τους φύγει ο Γέροντας - Δεσμώτης (!) ή έλθουν οι Παλαιοημερολογίτες νύκτα και τον... απαγάγουν, ώστε έβαλαν και δύο χωροφύλακες σκοπούς, να τον φυλάγουν έξω από την πόρτα της φυλακής του! Αργότερα ο καλής προαιρέσεως Ηγούμενος της Μονής εκτιμήσας τις αρετές του Δέσμιου Ιεράρχου, τον έβγαλε από το ανήλιον αυτό κελλί, στο οποίον πολύ γρήγορα θα εύρισκεν ασφαλώς τον θάνατον, και τον εγκατέστησεν σ' ένα καθαρό και ανθρώπινο κελλί. Τον περιποιήθηκε έκτοτε με όλον τον σεβασμόν προς την Αρχιερωσύνη του και τα γηρατειά του.



Από το βιβλίον του αγαπητού και φίλου,
αλλά και παλαιμάχου αγωνιστού κ. Σταύρου Καραμήτσου:
''Η ΑΓΩΝΙΑ ΕΝ ΤΩ ΚΗΠΩ ΤΗΣ ΓΕΣΘΗΜΑΝΗΣ'',
αναδημοσιεύομεν την πρώτην επίσκεψιν
που είχεν ο Δεσμώτης -
Αρχιερεύς από τα αγαπητά του πρόσωπα:


Γράφει ο κ. Σταύρος Καραμήτσος: ''Ο τότε Πρόεδρος της Π.Θ.Ε.Ο.Κ. κ. Νικόλαος Χειλαδάκης, ο γράφων και ο π. Καισάριος Γαμβρούλιας απεφασίσαμεν να επισκεφθώμεν εις τον τόπον της αδίκου εξορίας του τον Άγιον Ποιμενάρχην μας. Οκτακόσια πεντήκοντα (850) μέτρα περίπου είναι το ύψος του Όρους, επί της κορυφής του οποίου ευρίσκεται η Ιερά Μονή του Υψηλού, τιμωμένη επ' ονόματι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Εκεί επάνω εις την ''αετοφωλιά'' ευρίσκεται ο ''Μεγάλος Εγκληματίας''. Το έγκλημά του είναι η πίστις του προς την αγίαν Ορθοδοξίαν και την Ελλάδα. 


Εκεί συνηντήθημεν με τον αείμνηστον Άγιον Πρόεδρόν μας. Τον εύρομεν καθήμενον εις το κελλί του. -Εδώ σας οδήγησε, Άγιε Πρόεδρε, η κακία των διώκτών; -Ναι, μας απήντησεν, αλλλ' ευχαριστώ τον Θεόν, όστις με ηξίωσε τοιαύτης δωρεάς. Συγχωρήσατε, τέκνα μου εν Κυρίω, τους διώκτας μας, δια να συγχωρήσει και ημάς ο Θεός. -Είναι υγρόν το κελλίον σας και δεν έχει τας απαιτουμένας ευκολίας, Άγιε Πρόεδρε, θα σας κουράζουν τα τεσσαράκοντα περίπου σκαλοπάτια! -Όχι, μας απήντησεν! Είναι ελάχιστα αυτά τα δεινά, εμπρός εις την μεγάλην δωρεάν του Θεού, να ευρισκώμεθα ενταύθα πρός χάριν Του. Είθε ο Κύριος να φωτίζει τους ταγούς της Εκκλησίας, δια να ενώσουν ταύτην. Ημείς ουδέν προσδοκώμεν.


Συλλαλητήριον των Γ.Ο.Χ.
στην πλατεία Συντάγματος στις 23 Φεβρουαρίου 1951


Μετά τις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις, ως γράφομεν σε προηγούμενες σελίδες απεφασίσθη πλέον και οριστικά η εξορία του 80χρονος και πλέον σεβαστού Γέροντος και Ομολογητού Αρχιεπισκόπου των Γ.Ο.Χ. πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου στην νεοημερολογίτικη μονή Υψηλού Μυτιλήνης. Στο άκουσμα της εξορίας ανεστατώθη ολόκληρος ο Παλαιοημερολογητικός κόσμος της Ελλάδος. Εκατοντάδες ήσαν τα τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας προς την Κυβέρνησιν, από Σωματεία, Οργανώσεις και Ενορίες της Ελληνικής Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ., με τα οποία απαιτούσαν την ματαίωσιν της εξορίας του Γέροντος Μητροπολίτου των.

Στην Αθήνα δε και τον Πειραιά και γενικώς στον Νομόν Αττικής, πυρετωδώς εοιμάζοντο οι πιστοί για ένα δυναμικό σαυλλαλητήριο στη πλατεία Συντάγματος. Αλλά και η Αστυνομία πληροφορηθείσα τις ετοιμασίες αυτές ετέθη εν επιφυλακή. Την ημέραν του συλλαλητηρίου, 23 Φεβρουαρίου 1951, όλες οι καθημερινές πρωινές εφημερίδες με πηχαία γράμματα εγνώριζαν για την πραγματοποίησιν του συλλαλητηρίου των Γ.Ο.Χ. Μάλιστα δε έκαναν και υπαινιγμόν ότι ίσως... αποπειραθούν να απαγάγουν τον διώκτη Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Σπυρίδωνα Βλάχον! Η μεγάλη κυκλοφορίας πρωινή εφημερίδα ''ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ'' στην πρώτη σελίδα της έγραφε τα εξής:

Ολόκληρος η αστυνομική δύναμις ετέθη εν επιφυλακή
ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΙ
ΘΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΩΙΑΝ ΣΗΜΕΡΟΝ
ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟΝ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ



Η χωροφυλακή διετάχθη να φρουρή τας εισόδους προς την Πρωτεύουσαν 

δια να παρεμποδίση την κάθοδον των Παλαιοημερολογιτών χωρικών.



ΘΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑΘΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΑΓΩΓΗΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ


Πράγματι, παρά τα αστυνομικά μέτρα, τα οποία εμπόδιζαν με κάθε μέσον και τρόπον την προσέλευσιν των Πιστών, επετράπη σε 1000 και πλέον πιστούς να συγκεντρωθούν στην πλατεία Συντάγματος, άοπλοι και κρατούντες τον Τίμιον Σταυρόν, όπως υποβάλλουν έγγραφον διαμαρτυρίαν στον Πρωθυπουργόν για τον ανήκουστον διωγμόν. Εκεί με την επέμβασιν των αστυνομικών δυνάμεων και με τα γκλοπς των αστυνομικών και τις αντλίες της Πυροσβεστικής υπηρεσίας, αγρίως εκακοποιήθησαν άνδρες, γυναίκες και μικρά παιδιά, που στο τέλος τους διέλυσαν. Συνέλαβαν δε και τους εξής: 1) Μάρκον Μάνην, 2) Δημ. Γούναρη, 3) Ν. Χατζηγιαννάκην, 4) Σταυρίδην Παντελή, 5) Κατζύνη Στυλ. 6) Λούμενον Δημ. 7) Κουμαριανόν Παν. 8) Μελενίτην Ιάκ. 9) Πιλάτον Ευάγ. 10) Μπούραν Δημ. 11) Ανθόπουλον Λάμπρον. Τούτους προσήγαγον στο αυτόφωρον με την κατηγορίαν της ''αντιστάσεως της αρχής'' και το οποίον τους κατεδίκασεν σε 20ήμερον φυλάκισιν μη εξαγοράσιμη. 


Ένας εξ' αυτών, ο αείμνηστος Δημ. Γούναρης, παλαιόν αγωνιστικόν στέλεχος της Κοινότητος των Γ.Ο.Χ. (1925 - 1935) στην απολογία του μεταξύ άλλων τόνισε και τα εξής: ''Ουδεμία ανθρωπίνη δύναμις είναι δυνατόν να καταστείλη τον θρησκευτικόν ζήλον των Παλαιοημερολογιτών και την εμμονήν των εις την Ορθόδοξον Πίστιν''. (''ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ'' 24 - 2 - 1951). Την σύλληψιν και εξορία του Ομολογητού Αρχιεπισκόπου της Ελληνικής Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ηκολούθησαν σωρείαν τηλεγραφικών διαμαρτυριών εξ' όλων των μερών της Ελλάδος, προς την Κυβέρνησιν και τον Τύπον. 


Το σφράγισμα των Ναών των Γ.Ο.Χ. συνεχίζετο με γοργό ρυθμόν και με υπερβολικό ''ζήλον''! Μάλιστα τόση ήτο η χαρά της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, που ο τότε Πρωτοσύγγελος Διονύσιος Ψαριανός (ο σήμερον Κοζάνης) κρατώντας μια δέσμη κλειδιών, εκαυχάτο ότι έκλεισε τους Ναούς των Παλαιοημερολογιτών. Εύγε του! Ό,τι δεν έκαναν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί κατά την κατοχή, ό,τι δεν έκαν οι κομμουνιστές και οι διάφοροι ανατροπείς, το έκαναν οι Αρχιερείς της Μητροπόλεως Αθηνών. ''Απόδειξις απαιδεύτων χαρακτήρων. Αποδεικνύει πάθος, κακίαν και ό,τι το κατώτερον... Τους Αγιορείτας Ιερομονάχους και Μοναχούς που συνελάμβανον, τους απέλασον στο Άγιον Όρος, στην μετάνοιά τους. Τους δε λοιπούς, τους απεσχημάτιζαν και βίαια τους εξύβριζαν στα ''μπουντρούμια'' των τμημάτων της Γενικής Ασφάλειας.


Η εφημερίδα ''ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ'' στο φύλλον της 16 Φεβρουαρίου 

δημοσίευσε σε περίοπτη θέση το κάτωθι άρθρον:


Άρθρον του Άλεξ Δημάκη - Βουλευτού Λακωνίας



Το εν Ελλάδι ισχύον Σύνταγμα του 1911,
το φέρον την υπογραφήν του τότε Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου,
πατρός του νυν Πρωθυπουργού,
εν άρθρω πρώτω λέγει ότι η επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι είναι της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας.
Πάσα δε άλλη γνωστή θρησκεία είναι ανεκτή και τα της Λατρείας αυτής
τελώνται ακωλύτως υπό την προστασίαν των νόμων,
απαγορευμένου του προσηλυτισμού και πάσης άλλης επεμβάσεως κατά της επικρατούσης θρησκείας.
Εν Ελλάδι ήτο το Ιουλιανόν Ημερολόγιον,
όπερ ήδη ακολουθούν εχόμενοι των Πατρίων, οι Παλαιοημερολογίται.
Προ ετών εφηρμόσθη το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον,
όπερ αρνούνται οι Παλαιοημερολογίται,
εμμένοντες εις τα Πάτρια,
ημείς δε καίτοι δεν είμεθα Παλαιοημερολογίτης ερωτώμεν:
Προς τί η δίωξις των ανθρώπων αυτών;
Προς τί η δίωξις των ανθρώπων τούτων;
Προς τί η απηνής δίωξις των Ιερέων των και Αρχιερέων
και ο εξευτελισμός αυτών δια του κουρέματος και εξορίας τούτων,
ώστε να απειλούν απεργίας πείνης;
Βαρείαν φέρει ευθύνην η Κυβέρνησις δια την διαίρεσιν του λαού,
όστις εις τας παρούσας στιγμάς έχει ανάγκην ενότητος και ουχί διαιρέσεως.
Είναι αντισυνταγματικαί οι πράξεις αύται της Κυβερνήσεως, αντιτιθέμεναι,
προς το επικαλούμενον πρώτον άρθρον του Συντάγματος.
Τί πρεσβεύουν οι Παλαιοημερολογίται;
Και ούτοι την επικρατούσαν θρησκείαν της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίαν.
Κατά τίνα λοιπόν τρόπον θα απαγορεύση η Κυβέρνησις να έχουν ιδίους Ιερείς και Αρχιερείς;
Εις τί βλάπτουν;
Και αν ακόμη ούτη επιδιώκουν να αποκτήσουν οπαδούς,
και πάλιν δικαίωμα έχουσιν, διότι και ούτοι πρεσβεύουν την επικρατούσαν θρησκείαν
της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας,
ενώ κατά το Σύνταγμα απαγορεύεται ο προσηλυτισμός εις άλλην θρησκείαν.
Το κράτος, μη διαθέτον τι υπέρ αυτών,
ούτε μισθοδοτούν τους λειτουργούς των,
δεν έχει το δικαίωμα να τους στερή τούτων και να τους επιβάλλη τους νυν ιερείς και λειτουργούς, προς ους δεν έχουσιν ούτοι εμπιστοσύνην.
Η Κυβέρνησις και ιδία ο κ. Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων
φέρουσιν βαρείαν την ευθύνην και οφείλουσιν να αναστείλωσι τα κατά των Παλαιοημερολογιτών μέτρα,
άτινα πιστεύομεν ότι εκτελούσι τα όργανα της δημοσίας ασφαλείας και τάξεως με πικρίαν.
Ας μη γίνεται εκμετάλλευσις του ζητήματος τούτου
με τα απασχολούντα την Δικαιοσύνην ζητήματα της Μονής Κερατέας.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος και επιμέλεια κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Απόσπασμα εκ του ιστορικού, ορθοδόξου περιοδικού
 ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ''
 του αειμνήστου Επισκόπου Πενταπόλεως κ. Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.
 Τόμος ΙΑ', σελίδες 75 - 86.
Πειραιεύς 1995.


Περιοδικό: ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ''


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ



Γ' Μέρος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η´


Γιατί δὲν διακρίνουμε σωστὰ τὰ πράγματα καὶ μὲ ποιὸν τρόπο μποροῦμε νὰ τὰ γνωρίζουμε. 

Ἡ αἰτία ποὺ δὲν διακρίνουμε ὀρθὰ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ εἴπαμε καὶ ἄλλα πολλά, 

εἶναι γιατὶ δὲν τὰ σκεφτόμαστε στὸ βάθος τους ποιὰ εἶναι, ἀλλὰ πιάνουμε τὴν ἀγάπη 

ἢ τὸ μῖσος σὲ αὐτά, ἀμέσως ἀπὸ μόνη τὴν ἐξωτερική τους μελέτη καὶ ἐμφάνισι. Ἔτσι ὅταν,

 ἡ ἀγάπη τους ἢ τὸ μῖσος προλαβάνουν καὶ σκοτίζουν τὸ νοῦ μας καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ διακρίνῃ σωστά, ὅπως εἶναι στὴν ἀλήθεια. 

Λοιπόν, ἐσὺ ἀδελφέ μου, ἐὰν θέλῃς νὰ μὴν βρῇ τόπον ἡ πλάνη αὐτὴ στὸ νοῦ σου, πρόσεχε καλά· 

καὶ ὅταν, ἢ βλέπῃς μὲ τὰ μάτια ἢ μελετᾷς μὲ τὸ νοῦ κανένα πρᾶγμα, κράτα ὅσο μπορεῖς τὴν θέλησί σου 

καὶ μὴ τὴν ἀφήσῃς νὰ τὸ ἀγαπήσῃ ἢ νὰ τὸ μισήσῃ, ἀλλὰ παρατήρησέ το μὲ τὸ νοῦ μοναχά.

 Πρὶν ἀπ᾿ ὅλα, ὅμως, σκέψου φρόνιμα, ὅτι ἂν αὐτὸ εἶναι ὀδυνηρὸ καὶ ἀντίθετο στὴν φυσική σου κλίσι,

 παρακινεῖσαι ἀπὸ τὸ μῖσος νὰ τὸ ἀποστρέφεσαι. Ἂν ὅμως σοῦ προξενῇ εὐχαρίστησι, 

παρακινεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀγάπη νὰ τὸ θέλῃς.


Γιατὶ, τότε ποὺ ὁ νοῦς σου δὲν εἶναι ζαλισμένος ἀπὸ τὸ πάθος, εἶναι ἐλεύθερος καὶ καθαρὸς καὶ μπορεῖ νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ διαπεράσῃ μέσα στὸ βάθος τοῦ πράγματος, ποὺ τὸ κακὸ εἶναι κρυμμένο κάτω ἀπὸ τὴν ψεύτικη εὐχαρίστησι ἢ ποὺ τὸ καλὸ εἶναι σκεπασμένο κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ κακοῦ. Ἂν ὅμως ἡ θέλησις πρόλαβε νὰ τὸ ἀγαπήσῃ ἢ νὰ τὸ μισήσῃ, δὲν μπορεῖ πλέον ὁ νοῦς νὰ τὸ γνωρίσῃ καλά, καθὼς πρέπει· διότι ἐκείνη ἡ διάθεσις, ἢ καλύτερα νὰ πῶ, ἐκεῖνο τὸ πάθος ποὺ μπῆκε στὸ μέσο, σὰν τεῖχος, ζαλίζει τὸ νοῦ τόσο, ποὺ νομίζει τὸ πρᾶγμα ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι στὴν ἀλήθεια καὶ τὸ περνᾷ ὡς τέτοιο στὴν ἐπιθυμία, ἡ ὁποία ὅσο πηγαίνει μπροστὰ καὶ περισσότερο ἀγαπᾷ ἢ μισεῖ τὸ πρᾶγμα ἐκεῖνο, τόσο καὶ ὁ νοῦς σκοτίζεται περισσότερο καὶ ἔτσι σκοτισμένος, κάνει πάλι νὰ φαίνεται στὴν ἐπιθυμία τὸ πρᾶγμα ἐκεῖνο περισσότερο ὅσο ποτὲ ἀγαπητὸ ἢ μισητό. 


Ἔτσι ὅταν δὲν τηρῆται ὁ παραπάνω κανόνας ποὺ εἶπα, (ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ ἀναγκαῖος σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν ἐκγύμνασι), δηλαδή, τὸ νὰ κρατᾷς τὴν ἐπιθυμία σου ἀπὸ τὴν ἀγάπη ἢ τὸ μῖσος τοῦ πράγματος, αὐτὲς οἱ δυὸ δυνάμεις τῆς ψυχῆς, ὁ νοῦς δηλαδὴ καὶ ἡ θέλησις, προχωροῦν πάντα κακῶς, σὰν σὲ κύκλο, ἀπὸ τὸ σκοτάδι σὲ βαθύτερο σκοτάδι καὶ ἀπὸ τὸ σφάλμα σὲ μεγαλύτερο σφάλμα. Λοιπόν, φυλάξου, ἀγαπητέ, μὲ κάθε εἴδους προσοχή, ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ ἀγάπη ἢ τὸ μῖσος τοῦ κάθε πράγματος, τὸ ὁποῖο δὲν ἔφθασες νὰ ἐρευνήσῃς καλὰ πρότερα μὲ τὸ φῶς τοῦ νοῦ καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, μὲ τὸ φῶς τῶν θείων Γραφῶν, μὲ τὸ φῶς τῆς χάριτος καὶ τῆς προσευχῆς καὶ μὲ τὴν κρίση τοῦ πνευματικοῦ σου πατρὸς γιὰ νὰ μὴν κάνῃς λάθος καὶ νὰ ὑπολογίζῃς τὸ ἀληθινὰ καλὸ γιὰ κακὸ καὶ τὸ ἀληθινὰ κακὸ γιὰ καλό. Καθὼς αὐτὸ συμβαίνει νὰ γίνεται, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, σὲ κάποια ἔργα, τὰ ὁποῖα φαίνονται μὲν καθ᾿ ἑαυτὰ πὼς εἶναι καλὰ καὶ ἅγια, γιὰ μερικὲς ὅμως περιστάσεις· δηλαδὴ γίνονται ἢ παράκαιρα ἢ σὲ σχετικὸ τόπο ἢ μὲ ἀνάλογο μέτρο, προξενοῦν ὅμως μεγάλη βλάβη σὲ ἐκείνους ποὺ τὰ ἐπιχειροῦν, καθὼς γνωρίζουμε πολλοὺς ποὺ κινδύνευσαν σὲ παρόμοια ἐπαινετὰ καὶ ἁγιώτατα ἔργα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ´.


Πῶς πρέπει νὰ φυλᾶμε τὸ νοῦ μας ἀπὸ τὴν πολυπραγμοσύνη καὶ τὴν περιέργεια. Καθὼς εἶναι ἀνάγκη νὰ φυλᾶμε τὸ νοῦ μας ἀπὸ τὴν ἀγνωσία, ὅπως εἴπαμε πρίν, ἔτσι παρομοίως εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν φυλᾶμε ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν πολυπραγμοσύνη, τὴν ἀντίθετή της ἀγνωσίας. Γιατὶ, ἀφοῦ τὸν γεμίσουμε ἀπὸ πολλοὺς λογισμοὺς μάταιους καὶ ἄτακτους καὶ βλαπτικούς, τὸν κάνουμε ἀδύνατο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη ἐκεῖνο ποὺ ταιριάζει στὴν ἀληθινὴ ἀπονέκρωσί μας καὶ τελειότητα. Γι᾿ αὐτό, πρέπει νὰ εἶσαι σὰν πεθαμένος ἐντελῶς, σὲ κάθε ἔρευνα τῶν ἐπιγείων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα, ἂν καὶ μπορεῖ νὰ ἐπιτρέπωνται, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀναγκαία. Καὶ μαζεύοντας πάντα τὸ νοῦ σου, ὅσο μπορεῖς μέσα στὸν ἑαυτό σου, κάνε τὸν ἀμαθῆ ἀπὸ τὰ πράγματα ὅλου τοῦ κόσμου τὰ πράγματα. Τὰ μηνύματα, οἱ καινούργιες εἰδήσεις καὶ ὅλες οἱ μεταβολὲς καὶ οἱ ἀλλοιώσεις, μικρὲς καὶ μεγάλες του κόσμου καὶ τῶν βασιλείων, ἂς εἶναι γιὰ σένα τέτοιου εἴδους, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχουν καθόλου. Ἀλλὰ καὶ ἂν σοῦ προσφέρωνται ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἐναντιώσου σὲ αὐτά, ἀπομάκρυνέ τα ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὴ φαντασία σου. 


Ἂς εἶσαι δὲ προσεκτικὸς ἐραστὴς στὸ νὰ καταλάβης τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ οὐράνια, μὴ θέλοντας νὰ γνωρίζῃς ἄλλο μάθημα στὸν κόσμο, παρὰ τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ τὴ ζωή του καὶ τὸν θάνατο καὶ τὸ τί ζητάει αὐτὸς ἀπὸ σένα· καὶ βέβαια θὰ εὐχαριστήσῃς πολὺ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἔχει γιὰ ἐκλεκτοὺς καὶ ἀγαπημένους του ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν καὶ φροντίζουν νὰ κάνουν τὸ θέλημά του. Ἐπειδή, κάθε ἄλλο ζήτημα καὶ ἔρευνα, εἶναι ἐγωισμὸς καὶ ὑπερηφάνεια, δεσμὰ καὶ παγίδες τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος σὰν πανοῦργος, βλέποντας ὅτι ἡ θέλησις ἐκείνων ποὺ προσέχουν στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι δυνατὴ καὶ ἰσχυρή, γυρεύει νὰ νικήσῃ τὸ νοῦ τους μὲ τέτοιες περιέργειες, γιὰ νὰ κυριεύσῃ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Ὁπότε, συνηθίζει πολλὲς φορὲς νὰ τοὺς δίνη σκέψεις δῆθεν ὑψηλές, λεπτὲς καὶ περίεργες καὶ μάλιστα στοὺς εὔστροφους στὸ νοῦ καὶ σὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι εὔκολοι νὰ ὑψηλοφρονήσουν. 


Γιατὶ αὐτοὶ αἰχμαλωτισμένοι ἀπὸ τὴν ἡδονὴ καὶ τὴ συνομιλία ἐκείνων τῶν ὑψηλῶν σκέψεων, στὶς ὁποῖες νομίζουν ψεύτικα ὅτι ἀπολαμβάνουν τὸν Θεό, ξεχνοῦν νὰ καθαρίσουν τὴν καρδιά τους καὶ νὰ προσέχουν στὴν ταπεινὴ γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ στὴν ἀληθινὴ ἀπονέκρωσι· καὶ ἔτσι ἀφοῦ δεθοῦν μὲ τὸ δεσμὸ τῆς ὑπερηφάνειας, γίνονται εἴδωλο τοῦ ἴδιου τοῦ νοῦ τους· καὶ στὴ συνέχεια, λίγο λίγο, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν, φθάνουν νὰ λογαριάσουν, ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκη πλέον ἀπὸ τὴν συμβουλὴ καὶ τὴ νουθεσία τῶν ἄλλων, ἐπειδὴ συνήθισαν νὰ προστρέχουν σὲ κάθε τους ἀνάγκη στὸ εἴδωλο τῆς δικῆς τους κρίσεως· πρᾶγμα, ποὺ εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο καὶ δύσκολο νὰ ἰατρευθῇ· διότι ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ εἶναι πλέον περισσότερο ἐπικίνδυνη ἀπὸ ἐκείνη τῆς θελήσεως. Ἐπειδή, ἡ μὲν ὑπερηφάνεια τῆς θελήσεως, ὄντας φανερὴ στὸ νοῦ, εὔκολα θὰ μπορῇ καμιὰ φορὰ νὰ ἰατρευθῇ, ὑποτασσόμενη σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ πρέπει. 


Ὁ νοῦς ὅμως ὅταν ἔχῃ σταθερὴ γνώμη ὅτι ἡ κρίσις του εἶναι καλύτερη ἀπὸ τῶν ἄλλων, ἀπὸ ποιόν θὰ μπορῇ νὰ ἰατρευθῇ καὶ πῶς νὰ ὑποταχθῇ στὴν κρίσι τῶν ἄλλων, ἐκεῖνος ποὺ δὲν τὴν ἔχει τόσον καλὴ σὰν τὴν δική του; Ἂν ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ νοῦς, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γνωρίσῃ καὶ νὰ καθαρίσῃ τὴν ὑπερηφάνεια τῆς θελήσεως, εἶναι ὁ ἴδιος ἀσθενής, τυφλὸς καὶ γεμάτος ἀπὸ ὑπερηφάνεια, ποιός ἔπειτα μπορεῖ νὰ τὸν γιατρέψει; καὶ ἂν τὸ φῶς εἶναι σκοτάδι καὶ ὁ κανόνας εἶναι λάθος, πῶς θέλει νὰ φωτίσῃ ἢ νὰ διορθώσῃ τὰ ἄλλα; 


Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀντισταθῇς τὸ γρηγορώτερο σὲ αὐτὴ τὴν ἐπικίνδυνη ὑπερηφάνεια τοῦ μυαλοῦ, προτοῦ νὰ διαπεράσῃ μέσα στὸ νοῦ τῶν κοκκάλων σου καὶ ἀντιστεκόμενος, βάλε χαλινάρι στὴν ὀξύτητα τοῦ νοῦ σου καὶ ὑπόβαλε τὴ δική σου γνώμη στὴ γνώμη τῶν ἄλλων καὶ γίνε ἀνόητος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ εἶσαι σοφώτερος ἀπὸ τὸν Σολομώντα· «Ὅποιος νομίζει ὅτι εἶναι σοφὸς μὲ τὰ μέτρα αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ αἰῶνα, ἂς γίνῃ μωρός, γιὰ νὰ γίνῃ πραγματικὰ σοφός» (Α´ Κορινθ. 3,10).



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι´.


Πῶς πρέπει νὰ ἐξασκοῦμε τὴ θέλησί μας γιὰ νὰ θέλῃ σὲ ὅλες μας τὶς ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικὲς πράξεις, ὡς τελειωτικὸ σκοπὸ μόνο τὴν εὐχαρίστησι τοῦ Θεοῦ. Πέρα ἀπὸ τὴν ἐκγύμνασι τοῦ νοῦ σου πρέπει νὰ κυβερνήσῃς καὶ τὴν θέλησί σου μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ νὰ μὴν τὴν ἀφήσῃς νὰ στρέφεται πρὸς τὶς ἐπιθυμίες της, καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ ὅλη ἕνα μὲ τὴν θέλησι τοῦ Θεοῦ. Καὶ σκέψου καλὰ ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετό σε σένα αὐτὸ μόνο, τὸ νὰ θέλῃς καὶ νὰ ζητᾷς ἐκεῖνα ποὺ ἀρέσουν στὸν Θεό, ἀλλὰ ἐπιπλέον ἀκόμη, καὶ τὸ νὰ θέλῃς, ὡς κινούμενος ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ γιὰ μόνο τὸ τέλος, νὰ ἀρέσῃς σ᾿ αὐτὸν καθαρά. Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, ἔχουμε μεγαλύτερη φιλονεικία μὲ τὴ φύσι, παρὰ γιὰ ὅλα τὰ παραπάνω ποὺ ἔχουμε πεῖ. Ἐπειδὴ ἡ φύσις μας παρεκλίνει μόνη της τόσο πολύ, ποὺ σὲ ὅλα τὰ πράγματα, μερικὲς φορὲς ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὰ τὰ καλὰ καὶ τὰ πνευματικά, ζητᾷ τὴν ἀνάπαυσί της καὶ τὴν εὐχαρίστησί της καὶ ἀπὸ αὐτό, σὰν τελείως ἀνυποψίαστα, τρέφεται μὲ λαχτάρα σὰν ἀπὸ τροφή. 


Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν μᾶς προσφέρωνται τὰ πνευματικά, ἀμέσως τὰ ἐπιθυμοῦμε καὶ τὰ βλέπομε ὄχι ὅμως παρακινημένοι ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἢ γιὰ μόνον τὸ νὰ ἀρέσουμε στὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκείνη τὴν εὐχαρίστησι καὶ τὴν χαρά, ποὺ προέρχεται σὲ μᾶς, θέλοντας ἐκεῖνα ποὺ θέλει ὁ Θεός. Αὐτὴ ἡ ὁποία πλάνη εἶναι τόσο περισσότερη κρυμμένη, ὅσο εἶναι ἀπὸ μόνο του καλύτερο καὶ πνευματικώτερο ἐκεῖνο ποὺ θελήσαμε. Γιατὶ δὲν φθάνει μόνον τὸ νὰ θέλουμε ἐκεῖνα ποὺ θέλει ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ τὰ θέλουμε, καθὼς καὶ ὅταν καὶ ὅπως καὶ γιατὶ ἐκεῖνος τὰ θέλει, ὥστε καὶ στὸ νὰ ἐπιθυμοῦμε καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸ Θεό, συνήθως βρίσκονται σ᾿ αὐτὸ πολλὲς ἀπάτες τῆς δικῆς μας ἀγάπης, δηλαδὴ τῆς φιλαυτίας. Ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς ἀποβλέπουμε περισσότερο στὸ δικό μας συμφέρον καὶ καλό, παρὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος γιὰ μόνο τὴν δόξα του, εὐαρεστεῖται καὶ θέλει νὰ τὸν ἀγαπᾶμε, νὰ τὸν ἐπιθυμοῦμε καὶ νὰ τοῦ κάνουμε ὑπακοὴ ὅπως εἴπαμε πρίν. Λοιπόν, ἐσὺ ἀδελφέ μου, γιὰ νὰ φυλαχθῇς ἀπὸ αὐτὸ τὸν δεσμό, ποὺ ἐμποδίζει τὸν δρόμο τῆς τελειότητας καὶ γιὰ νὰ προκόψῃς στὸ νὰ θέλῃς καὶ νὰ κάνῃς κάθε σου πρᾶξι γιὰ μόνο τὸ θέλημα καὶ τὴ δόξα καὶ εὐαρέστησι τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ ὑπηρετῇς μόνον αὐτὸν (ὁ ὁποῖος, σὲ κάθε μας πρᾶξι καὶ λογισμό, θέλει νὰ εἶναι μόνος αὐτός, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος) χρησιμοποίησε αὐτὸν τὸν τρόπο. 


Ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσῃς καμμιὰ πρᾶξι, τὴν ὁποία θέλει ὁ Θεός, ἡ ὁποία εἶναι ἁπλὰ καλή· μὴ στρέφῃς τὴν ἐπιθυμία σου ἀμέσως στὸ νὰ τὴν θέλῃς, ἂν πρῶτα δὲν ὑψώσῃς τὸ νοῦ σου στὸ Θεό, νὰ δῇς ἂν εἶναι καὶ θέλημα δικό του τὸ νὰ τὴν θελήσῃς καὶ ἂν αὐτὸς ἔτσι θέλῃ καὶ ἂν μέσα ἀπὸ αὐτὴ ἀρέσεις σὲ αὐτὸν μόνο. Καὶ ὅταν σκεφθῇς ὅτι ἀπὸ αὐτὴν τὴν θεία θέλησι εἶναι παρακινημένη ἡ δική σου κλίσις, τότε νὰ θέλῃς τὴν πρᾶξι ἐκείνη καὶ νὰ τὴν πραγματοποιῇς, γιατὶ τὴν θέλει ὁ Θεὸς καὶ εἶναι γιὰ μόνο τὴν δόξα καὶ τὴν ὑπακοή του. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅταν θέλῃς νὰ ἀποστραφῆς ἐκεῖνο ποὺ δὲν θέλει ὁ Θεός, δηλαδὴ τὸ κακό, μὴν τὸ ἀποστραφῆς ἀμέσως, ἂν πρῶτα δὲν προσηλώσῃς τὸ βλέμα τοῦ νοῦ σου στὴν θεία του θέλησι, ἡ ὁποία θέλει νὰ τὸ ἀποστραφῆς γιὰ νὰ ἀρέσῃς σὲ αὐτόν. Γιατὶ ἡ ἀπάτη τῆς φύσεως εἶναι πολὺ λεπτὴ καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι σὲ λίγους γνωστή, ἐπειδὴ αὐτὴ ἀναζητάει κρυφὰ τὸν ἑαυτό της πάντα· καὶ πολλὲς φορὲς κάνει νὰ φαίνεται σὲ μᾶς, ὅτι ὁ δικός της σκοπὸς εἶναι νὰ ἀρέσουμε μόνο στὸν Θεό, ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι ἡ ἀλήθεια. 


Γι᾿ αὐτὸ συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ νομίζουμε ἐκεῖνο ποὺ θέλουμε, ἢ δὲν θέλουμε γιὰ δικό μας συμφέρον ὅτι τὸ θέλουμε ἢ δὲν τὸ θέλουμε γιὰ νὰ ἀρέσουμε μόνο καὶ μόνο στὸ Θεό. Λοιπόν, γιὰ νὰ ἀποφύγουμε αὐτὴν τὴν ἀπάτη, ἡ καθ᾿ ἑαυτοῦ θεραπεία εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ νὰ ἀποβάλλουμε τὸν παλιὸ ἄνθρωπο καὶ νὰ ντυθοῦμε τὸν νέο (καὶ σὲ αὐτὸ προσανατολίζεται ὅλος αὐτὸς ὁ πόλεμος). Ὅμως, γιὰ νὰ σὲ μάθω τὴν τέχνη νὰ κάνῃς αὐτό, ἄκουσε. Στὴν ἀρχὴ κάθε σου πράξεως πρέπει νὰ βγῆς ὅσο μπορεῖς, ἀπὸ κάθε θέλημα δικό σου καὶ νὰ μὴ θελήσῃς οὔτε νὰ κάνῃς οὔτε νὰ ἀποστραφῆς κανένα πρᾶγμα, ἂν πρῶτα δὲν καταλάβης ὅτι παρακινεῖσαι καὶ παρασύρεσαι σὲ αὐτό, ἀπὸ μόνο τὴν ἁπλὴ θέλησι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐὰν σὲ ὅλα σου τὰ ἔργα τὰ ἐξωτερικά, καὶ μάλιστα στὰ ἐσωτερικά της ψυχῆς, δὲν μπορῇς νὰ αἰσθάνεσαι ἐνεργεία πάντα αὐτὴ τὴν ἀπὸ τὸ Θεὸ παρακίνησι καὶ εὐαρέστησι τουλάχιστον νὰ ἔχῃς τὴν εὐχαρίστησι νὰ τὴν ἔχῃς δυνάμει· δηλαδή, νὰ ἔχῃς ἐσὺ πάντα ἀπὸ μόνος σου ἄποψι ἀληθινή, νὰ ἀρέσῃς μόνο στὸν Θεό σου σὲ κάθε σου ἔργο. 


Στὰ ἔργα ὅμως ποὺ θὰ κρατήσουν κάποιο διάστημα, ὄχι μόνο στὴν ἀρχὴ εἶναι καλὸ νὰ παρακινῇς τὸν ἑαυτό σου σὲ αὐτὴ τὴν εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεόν, ἀλλὰ καὶ ἕως τέλους ἔχεις χρέος νὰ φροντίζεις νὰ ἀνανεώνεις πολλὲς φορὲς αὐτὴ μὲ τὴν ὑπενθύμηση γιατὶ, ἂν δὲν κάνεις ἔτσι, κινδυνεύεις νὰ μπλεχτεῖς πάλι στὸ δεσμὸ τῆς φυσικῆς ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ σου, ἡ ὁποία, μὲ τὸ νὰ παρεκλίνει περισσότερο στὸν ἑαυτό της παρὰ στὸ Θεό, συνηθίζει πολλὲς φορὲς μὲ τὸ διάστημα τοῦ χρόνου, νὰ μᾶς κάνει νὰ ἀλλάζουμε ἀστόχαστα τὰ πράγματα καὶ νὰ μεταβάλουμε τὰ τέλη καὶ τοὺς πρώτους σκοπούς μας. Ὁπότε, ὅποιος δὲν προσέχει καλὰ σ᾿ αὐτό, ἀρχίζει πολλὲς φορὲς νὰ κάνῃ κανένα ἔργο, μὲ σκοπὸν γιὰ νὰ ἀρέσῃ μόνο στὸν Κύριό του· ἀλλ᾿ ἔπειτα, μετὰ ἀπὸ ὀλίγο, ὁδηγεῖται χωρὶς νὰ τὸ καταλάβῃ, νὰ τοῦ ἀρέσῃ καὶ αὐτοῦ αὐτὸ μὲ τὴν δική του θέλησι, ἔτσι ποὺ λησμονεῖ τὸ θεῖο θέλημα· καὶ δένεται τόσο πολὺ μὲ τὴν εὐχαρίστησι ἐκείνου τοῦ ἔργου, ποὺ ἂν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὸν ἐμποδίσῃ μὲ κάποια ἀσθένεια ἢ μὲ πειρασμὸ δαιμόνων καὶ ἀνθρώπων ἢ μὲ ἄλλο μέσο κανενὸς κτίσματος, αὐτὸς συγχίζεται ὁλόκληρος καὶ ταράσσεται καὶ μερικὲς φορὲς κατακρίνει τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, ὅτι τοῦ στάθηκαν ἐμπόδιο (γιὰ νὰ μὴν πῶ πὼς γογγύζει καὶ κατὰ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ καμμία φορά), πρᾶγμα τὸ ὁποῖο εἶναι σημεῖο ὁλοφάνερο, ὅτι ἡ κρίσις του δὲν ἦταν ὅλη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν σάπια καὶ διεφθαρμένη ρίζα τῆς φιλαυτίας. 


Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ κινεῖται γιὰ μόνο τὸ θέλημα καὶ τὴν εὐχαριστία τοῦ Θεοῦ, δὲν προτιμᾷ περισσότερο τὸ ἕνα ἔργο ἀπὸ τὸ ἄλλο, οὔτε ἂν εἶναι τὸ ἕνα εἶναι ὑψηλὸ καὶ μεγάλο, καὶ τὸ ἄλλο ταπεινὸ καὶ μικρὸ ἀλλὰ ἐξ ἴσου θέλει καὶ τὰ δυό, γιατὶ εἶναι ἀρεστὰ στὸ Θεὸ γιὰ τὸ καιρὸ ἢ γιὰ τὴ μέθοδο ἢ γιὰ ἄλλη κάποια περίστασι ποὺ ἐκεῖνος μόνος γνωρίζει· ὁπότε αὐτός, εἴτε τὸ σημαντικὸ καὶ μεγάλο ἔργο παίρνει στὰ χέρια του, εἴτε τὸ ταπεινὸ καὶ μικρό, μένει τὸ ἴδιο εἰρηνικὸς καὶ ἀναπαυμένος· γιατὶ μὲ κάθε τρόπο ἀπολαβάνει τὸ σκοπό του, ποὺ ἦταν νὰ φανῆ εὐάρεστος στὸ Θεὸ σὲ ὅλα τὰ ἔργα του, εἴτε στὴ ζωὴ εἴτε στὸ θάνατο. «Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀγωνιζόμαστε μὲ ζῆλο, γιὰ νὰ εἴμαστε εὐάρεστοι στὸν Θεό, εἴτε μείνουμε στὸ σῶμα, εἴτε φύγουμε ἀπὸ αὐτό» (Β´ Κορινθ. 5,9). Ὁπότε, ἀγαπητέ, ἂς εἶσαι πάντα προσεκτικὸς καὶ συνεσταλμένος στὸν ἑαυτό σου καὶ προσπάθησε νὰ κατευθύνῃς τὶς πράξεις σου σὲ αὐτὸν τὸν τελικὸ σκοπό. Ἐὰν πάλι καὶ καμιὰ φορὰ παρακινηθῇς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς σου νὰ κάνῃς τὸ καλὸ γιὰ νὰ ἀποφύγῃς τοὺς τόπους τιμωρίας καὶ γιὰ νὰ ἀπολαύσῃς τὸν Παράδεισο, μπορεῖς ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὸ νὰ σκεφτεῖς γιὰ τελευταῖο σκοπό σου τὴν εὐαρέστησι καὶ ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ μπῆς στὴ βασιλεία του καὶ νὰ μὴν πᾶς στὸν Ἅδη. Αὐτὴ τὴν αἰτία, δηλαδὴ τὸ τέλος, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γνωρίσῃ κανεὶς σωστά, πόση ἐξουσία καὶ δύναμι ἔχει. Γιατὶ ἕνα ἔργο, ἂς εἶναι πολὺ ταπεινό, ἂς εἶναι πολὺ μικρό, ὅμως ὅταν γίνεται μὲ σκοπὸ γιὰ νὰ ἀρέσῃ μόνο στὸ Θεὸ καὶ στὴ δόξα του, ἀξίζει ἀπείρως περισσότερο (γιὰ νὰ πῶ ἔτσι), ἀπὸ ἄλλα πολλὰ ἔργα σπουδαῖα, ἔνδοξα καὶ πολὺ μεγάλα, ποὺ γίνονται χωρὶς αὐτὸ τὸ σκοπό· ἔτσι κοντὰ στὸ Θεὸ περισσότερο εὐχάριστο εἶναι ἕνα μόνο λεπτό· ὅταν τὸ δώσῃς σὲ ἕνα φτωχό, γι᾿ αὐτὴ μόνη τὴν αἰτία γιὰ νὰ ἀρέσῃς στὴ Θεία του μεγαλωσύνη, παρὰ τὸ νὰ ξεγυμνωθῇς ἀπὸ ὅλα τὰ πολλὰ ὑπάρχοντά σου, ὅταν τὸ κάνῃς μὲ κάποιον ἄλλο σκοπὸ καὶ ἂν τὸ κάνῃς γιὰ νὰ ἀπολαύσῃς τὰ οὐράνια ἀγαθά, τὰ ὁποῖα εἶναι σκοπὸς ὄχι ἁπλὰ καλός, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἐπιθυμητός. 


Αὐτὴ ἡ ἐξάσκησις τὴν ὁποία πρέπει νὰ κάνῃς σὲ κάθε σου πρᾶξι, τὸ νὰ ἔχῃς δηλαδὴ ἕνα σκοπό, νὰ ἀρέσεις μόνον στὸ Θεό, ἡ ἄσκησις λέω αὐτή, καὶ στὴν ἀρχὴ θὰ σοῦ φανῆ δύσκολη, ὅμως μετὰ ἀπὸ αὐτὰ θὰ σοῦ γίνῃ εὔκολη, ἕνα μὲν ἀπὸ τὴν χρησιμοποίησι τῆς ὑποθέσεως καὶ ἄλλο δέ, ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιθυμῇς πάντα τὸ Θεὸ καὶ γι᾿ αὐτὸν νὰ ἀναπνέῃς μὲ ζωντανὴ διάθεσι τῆς καρδιᾶς σου, σὰν σὲ τελειότατο καὶ μοναδικὸ ἀγαθό, τὸ ὁποῖο εἶναι ἄξιο γιὰ μόνο τὸν ἑαυτό του νὰ ἀναζητῆται ἀπὸ ὅλα τὰ δημιουργήματα καὶ νὰ ὑπηρετῆται καὶ νὰ ἀγαπᾶται περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο. Αὐτὸς ὁ λογαριασμὸς τῆς ἄπειρης ἀξιομισθίας τοῦ Θεοῦ, ὅσο γίνεται πιὸ πολὺ βαθὺς καὶ πιὸ πολὺ συνεχῶς, τόσο θὰ εἶναι καὶ πιὸ πολὺ θερμὲς καὶ συνεχεῖς οἱ παραπάνω ἀναφερόμενες πράξεις τῆς θελήσεώς μας. Καὶ ἔτσι, πιὸ πολὺ εὐκολώτερα καὶ γρηγορότερα θὰ ἀποκτήσουμε τὴν συνήθεια νὰ κάνουμε κάθε μας πρᾶξι μόνο γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ εὐχαρίστησι τοῦ Δεσπότου ἐκείνου, ποὺ μόνος εἶναι ἄξιος νὰ ἀγαπᾶται. Τελευταῖα, ἂν θέλῃς νὰ καταλάβης ἂν ὁ Θεὸς σὲ παρακινῇ σὲ κάθε σου πρᾶξι, πρέπει νὰ ζητήσῃς αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ θερμὴ προσευχή, παρακαλώντας τον νὰ σοῦ προσθέσῃ ἀκόμη καὶ αὐτὴ τὴ χάρι κοντὰ στὶς ἄλλες ἀναρίθμητες εὐεργεσίες καὶ χάρες ποὺ σοῦ ἔκανε καὶ σοῦ κάνει συνέχεια, γιὰ μόνον τὴν ἀγάπη καὶ χωρὶς κανένα κέρδος δικό του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ´.


Μερικὲς σκέψεις ποὺ παρακινοῦν τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νὰ θέλῃ νὰ κάνῃ σὲ κάθε πρᾶγμα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ παρακινήσῃς τὴ θέλησί σου μὲ περισσοτέρη εὐκολία, νὰ θέλῃς σὲ ὅλα τὴν εὐχαρίστησι καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, θυμήσου συχνά, ὅτι αὐτὸς προτύτερα μὲ διαφόρους τρόπους σὲ τίμησε καὶ σὲ ἀγάπησε· σὲ δημιούργησε ἀπὸ τὸ τίποτα, κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσι δική του καὶ ὅλα τὰ ἄλλα κτίσματα τὰ ἔκανε στὴν δική σου ὑπηρεσία· σὲ λύτρωσε ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τοῦ διαβόλου, στέλνοντας ὄχι ἕναν Ἄγγελο, ἀλλὰ τὸν Υἱόν του τὸν Μονογενῆ γιὰ νὰ σὲ ἐξαγοράσῃ, ὄχι μὲ φθαρτὴ τιμὴ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ἀλλὰ μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα του καὶ θάνατο τὸν πιὸ πολὺ βασανιστικὸ καὶ ἄτιμο καὶ πάλι μετὰ ἀπὸ αὐτά, κάθε ὥρα καὶ κάθε στιγμή, σὲ φυλάει ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς· πολεμεῖ γιὰ σένα μὲ τὴ θεία του χάρι ἔχει ἕτοιμο γιὰ τροφή σου καὶ τιμή σου, τὸν ἀγαπητό του Υἱὸ στὰ ἄχραντα Μυστήρια. 


Αὐτὸ εἶναι ἕνα σημάδι μιᾶς ὑπέροχης τιμῆς καὶ ἀγάπης, ποὺ ἔχει γιὰ σένα ὁ Θεός, τόσο μεγάλη, ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβη πόση τιμὴ κάνει ἕνας τόσο μεγάλος Βασιλιὰς στὴν μηδαμινότητα καὶ ταλαιπωρία μας καὶ ἀντίθετα, πόση τιμὴ καὶ σεβασμὸ χρωστᾶμε νὰ κάνουμε ἐμεῖς, στὴν τόσο σημαντικὴ αὐτοῦ μεγαλειότητα, ὁ ὁποῖος ἔκανε γιὰ μᾶς τόσα καὶ τόσα θαυμάσια πράγματα. Καὶ ἐὰν οἱ ἐπίγειοι βασιλεῖς, ὅταν τιμῶνται ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ τοὺς πιὸ ἀσήμαντους καὶ εὐτελεῖς, εἶναι ὀφειλέτες νὰ τοὺς κάνουν τὴν ἀνταπόδοσι, πόσο περισσότερο πρέπει νὰ κάνουμε ἐμεῖς οἱ τιποτένιοι στὸν ὑπέρτατον Βασιλιὰ τοῦ σύμπαντος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἴμαστε τόσο πολὺ τιμημένοι καὶ ἀγαπημένοι; Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἴπαμε, ἔχε πάντα στὴν θύμησί σου περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο, ὅτι, ὅπως εἴπαμε πρίν, ἡ θεία μεγαλειότητα ἀπὸ μόνη της εἶναι ἀπεριόριστα ἄξια νὰ τιμᾶται καὶ νὰ ὑπηρετῆται καθαρὰ ἀπὸ ὅλους κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τῆς ἀρέσει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ´.


Τὰ πολλὰ θελήματα καὶ οἱ ἐπιθυμίες, ποὺ ὑπάρχουν στὸν ἄνθρωπο καὶ ἡ μάχη ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσά τους. Γνώριζε ὅτι στὸν πόλεμο αὐτό, δυὸ θελήσεις ὑπάρχουν μέσα μας ἀντίθετες ἀναμεταξύ τους· ἡ μία, τοῦ λογικοῦ καὶ γι᾿ αὐτὸ λέγεται, θέλησις λογική, καὶ ἀνώτερη· ἡ ἄλλη, τῆς αἰσθήσεως καὶ γι᾿ αὐτὸ ὀνομάζεται, θέλησις αἰσθητικὴ καὶ κατώτερη, ἡ ὁποία ἀκόμη πιὸ συνηθισμένα, ὀνομάζεται θέλησις ἄλογη, θέλησις διαθέσεως σάρκας καὶ πάθους· μὲ τὴν ἀνώτερη καὶ λογικὴ θέλησι ἐπιθυμοῦμε ὅλα τὰ καλά· καὶ μὲ τὴν κατώτερη καὶ παράλογη θέλησι, ἐπιθυμοῦμε ὅλα τὰ κακά· λοιπόν, ὅταν ἐμεῖς θέλουμε κανένα πρᾶγμα μὲ μόνον τὴν αἴσθησι, ἕως ποὺ δὲν ταιριάζουμε μὲ τὴν ἀνώτερη καὶ λογικὴ θέλησι νὰ τὸ θέλουμε, δὲν λογαριάζεται, ὅτι τὸ θέλουμε στὰ ἀλήθεια. Ὁπότε ὅλος ὁ ἀόρατος πόλεμος, πρῶτα σε αὐτὸ μένει, δηλαδή, στὸ νὰ μὴ γέρνει ἡ ἀνώτερη θέλησι στὴ κατώτερη. Γιατὶ, ἡ λογικὴ θέλησι, ἡ ὁποία βρίσκεται ἀνάμεσα στὴ θέλησι τοῦ Θεοῦ, ποὺ μένει πάνω της καὶ σὲ ἐκείνη τῆς αἰσθήσεως, ποὺ εἶναι κάτω της, πολεμεῖται πάντα καὶ ἀπὸ τὴ μία καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἐπειδὴ καὶ κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς θέλει νὰ τὴν παρασύρῃ καὶ νὰ τὴν ὑποτάξη στὸν ἑαυτό της. 


Γι᾿ αὐτό, μεγάλη δοκιμασία καὶ κόπο, καὶ μάλιστα στὴν ἀρχή, δοκιμάζουν ἐκεῖνοι, ποὺ συνήθισαν στὸ κακό, ὅταν ἀποφασίσουν νὰ ἀλλάξουν τὴν κοσμικὴ καὶ σαρκική τους ζωὴ καὶ νὰ παραδοθοῦν στὴν ἀγάπη καὶ ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ, τὶς ἀντιθέσεις ποὺ δέχεται ἡ λογικὴ θέλησί τους, ἀπὸ τὴν θέλησι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν θέλησι τῆς αἰσθήσεως, οἱ ὁποῖες μένουν ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο καὶ τὴν πολεμοῦν, εἶναι τόσο δυνατές, ποὺ μὲ μεγάλη δοκιμασία τὶς αἰσθάνονται, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο δὲν συβαίνει σὲ ἐκείνους, ποὺ συνήθισαν ἤδη, ἢ στὶς ἀρετὲς ἢ στὶς κακίες καὶ ποὺ ἀναπαύονται νὰ ζοῦν ἢ σὲ ἐκεῖνες ἢ σὲ αὐτές. Γιατὶ, οἱ μὲν ἐνάρετοι, συμφωνοῦν εὔκολα στὴν θέλησι τοῦ Θεοῦ, οἱ δὲ κακοί, κλίνουν σὲ ἐκείνη τῆς αἰσθήσεως, χωρὶς καμία ἀντίθεση. Ὁπότε, ἂς μὴν καυχᾶται κανείς, πὼς μπορεῖ νὰ ἀποκτήσῃ τὶς ἀληθινὲς χριστιανικὲς ἀρετὲς καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν Θεό, καθὼς πρέπει, ἂν δὲν βιάσῃ στὰ ἀλήθεια τὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ ἐγκαταλείψη ὄχι μόνο τὶς μεγαλύτερες εὐχαριστήσεις, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὶς μικρότερες, στὶς ὁποῖες ἦταν πρὶν ἀφοσιωμένος μὲ κοσμικὴ ἀγάπη. Καὶ ἀπὸ αὐτὸ συμβαίνει νὰ φθάνουν στὴν τελειότητα πολὺ λίγοι. 


Γιατὶ, ἀφοῦ κατάκτησαν μὲ κόπο τὶς μεγαλυτέρες εὐχαριστήσεις, δὲν θέλουν μετὰ ἀπὸ αὐτὰ νὰ πιέσουν τὸν ἑαυτό τους, στὸ νὰ νικήσουν καὶ τὶς μικρότερες καὶ ἀσήμαντες ἐπιθυμίες τους, οἱ ὁποῖες κάθε ὥρα τοὺς κατακτοῦν. Γιὰ παράδειγμα· ὑπάρχουν μερικοί, ποὺ δὲν παίρνουν τὸ ξένο πρᾶγμα, ἀλλὰ ὅμως ἀγαπᾶνε μὲ ὑπερβολὴ τὸ δικό τους· εἶναι ἄλλοι ποὺ δὲν ζητᾶνε τιμὲς μὲ ἀθέμιτα καὶ ἄπρεπα μέσα· ὅμως, δὲν τὶς συχαίνονται, καθὼς ἔχουν χρέος, ἀλλὰ καὶ τὶς ἐπιθυμοῦν, καὶ κάποιες φορὲς τὶς γυρεύουν μὲ ἄλλους διαφόρους τρόπους. Ἄλλοι πάλι, κρατᾶνε τὶς νομοθετημένες νηστεῖες κατὰ τὴν ὑποχρέωσί τους, ὅμως κυριεύονται ἀπὸ τὴν ἀδηφαγία καὶ τὴν βουλιμία, τρώγοντας περισσότερο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ τοὺς εἶναι ἀρκετό. Ἄλλοι ζοῦν μὲ ἐγκράτεια, ὅμως δὲν ξεκολλᾶνε ἀπὸ κάποιες παρέες, ποὺ τοὺς ἀρέσουν, οἱ ὁποῖες τοὺς προξενοῦν μεγάλο ἐμπόδιο στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ στὴ ἕνωσι μὲ τὸ Θεό· καὶ μάλιστα, οἱ ἐκεῖνες οἱ συναναστροφές, ποὺ γίνονται μὲ πρόσωπα νέα καὶ εὐλαβῆ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὅσο λιγώτερο φοβᾶται κάποιος, τόσο περισσότερο πρέπει νὰ τὰ ἀποφεύγη. Ὁπότε, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἴπαμε, ἀκολουθεῖ σὲ αὐτοὺς τὸ γεγονὸς ὅτι κάνουν τὰ καλὰ ἔργα, ἀτελῆ, ἐλλιπῆ καὶ ταιριασμένα μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς τιμῆς καὶ τῶν ἐπαίνων τοῦ κόσμου. 


Ἀπὸ αὐτά, σὰν ἐπακόλουθο ἔρχεται τὸ νὰ μὴ προκόβουν στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ νὰ ἐπιστρέφουν καὶ πίσω καὶ νὰ ξαναπέφτουν στὰ πρῶτα κακά· γιατὶ δὲν ἀγαπᾶνε τὴν ἀληθινὴ ἀρετή, οὔτε φαίνονται εὐχάριστοι στὸ Θεό, ποὺ τοὺς λύτρωσε πρὶν ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου· ἀπὸ αὐτὰ ἀκόμη ἀκολουθεῖ νὰ εἶναι αὐτοὶ ἀμαθεῖς πάντα καὶ τυφλοὶ στὸ νὰ μὴ βλέπουν τὸν κίνδυνο ποὺ βρίσκονται σὲ κάποια στιγμή, ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ἀσφαλεῖς καὶ ἀκίνδυνοι. Καὶ ἐδῶ φανερώνεται μία πλάνη, τόσο περισσότερο ἐπιζήμια, ὅσο εἶναι λιγώτερο γνωστή· ἐπειδή, εἶναι πολλοὶ ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν πνευματικὴ ζωή, ἀγαπᾶνε ὅμως περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι πρέπει τὸν ἑαυτό τους (ἂν καὶ στὴν πραγματικότητα δὲν γνωρίζουν νὰ τὸν ἀγαποῦν). Γιατὶ, καταπιάνονται περισσότερο, μὲ ἐκεῖνα τὰ ἀγωνίσματα, ποὺ γέρνει ἡ ἐπιθυμία τους καὶ ἀφήνουν τὰ ἄλλα, ποὺ ἔρχονται σὲ ἀντίθεσι μὲ τὴ φυσική τους κλίσι καὶ στὶς ἐπιθυμίες τῶν αἰσθήσεων, τὶς ὁποῖες, ἔπρεπε μὲ κάθε δίκαιο νὰ πολεμοῦν μὲ ὅλες τους τὶς δυνάμεις. Γιὰ αὐτό, ἀγαπητὲ ἐν Κυρίῳ, ἀδελφέ μου, σοῦ παραγγέλνω νὰ ἀγαπᾷς πάντα τὴν δυσκολία καὶ τὴ δοκιμασία, ποὺ φέρνει μαζί του αὐτὸς ὁ πόλεμος, ἀκόμη καὶ ἂν νικηθῇς κάποτε σὲ αὐτόν. 


Γιατὶ λέει ὁ Σειράχ· «Μὴ μισήσῃς κουραστικὴ ἐργασία» (7,16). Γιατὶ ἐδῶ βρίσκονται τὰ πάντα. Ἐπειδὴ καὶ ὅσο πιὸ δυνατὰ ἀγαπήσῃς τὴ δυσκολία ποὺ δείχνει στοὺς ἀρχάριους ἡ ἀρετὴ καὶ ὁ πόλεμος, τόσο περισσότερο καὶ πιὸ γρήγορα θὰ νικήσῃς· τί λέω; ἐὰν ἐσὺ ἀγαπήσῃς περισσότερο τὸν βασανιστικὸ πόλεμο τῶν παθῶν, παρὰ τὶς δικές σου ἀρετὲς καὶ τὶς νίκες, φυσικὰ πολὺ πιὸ γρήγορα θὰ ἀποκτήσῃς κάθε καλό.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ´.


Πῶς πρέπει νὰ πολεμᾷ κάποιος ἐναντίον τῆς παραλόγου θελήσεως τῶν αἰσθήσεων καὶ σχετικὰ μὲ τὶς πράξεις ποὺ πρέπει νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ θέλησις, προκειμένου νὰ ἀποκτήσῃ τὶς συνήθειες τῶν ἀρετῶν. Κάθε φορά, ποὺ παραλόγη ἐπιθυμία τῶν αἰσθήσεων ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ ἡ θέλησις τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ ἄλλο, πολεμοῦν τὴν λογική σου ἐπιθυμία καὶ θέλει κάθε μία νὰ νικήσῃ, πρέπει νὰ γυμνάζεσαι ἐσὺ μὲ πολλοὺς τρόπους γιὰ νὰ νικήσῃ ὁλοκληρωτικὰ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ. Καὶ α´, ὅταν πολεμηθῇς ἀπὸ τὶς κινήσεις καμμιᾶς παράλογης ἐπιθυμίας τῶν αἰσθήσεων, πρέπει νὰ ἀντισταθῇς δυνατά, γιὰ νὰ μὴ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀπὸ ἐκεῖνες ἡ ἀνωτέρω θέλησις τοῦ λογικοῦ. β´. Ἀφοῦ σταματήσουν, σήκωσε αὐτὲς πάλι κατεπάνω σου γιὰ νὰ τὶς νικήσῃς καὶ νὰ τὶς διώξης μακριά σου μὲ μεγαλύτερη σφοδρότητα καὶ δύναμι. Καὶ πάλι, μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἀνακάλεσε αὐτὲς στὸν γ´ πόλεμο, στὸν ὁποῖο θὰ συνηθίσῃς νὰ τὶς μισήσῃς μὲ ὅλη σου τὴν ψυχὴ καὶ τὶς συχαίνεσαι. 


Αὐτοὶ οἱ τρεῖς πόλεμοι, πρέπει νὰ γίνωνται σὲ κάθε μας ἄτακτη ἐπιθυμία (ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πάθη τὰ σαρκικά, γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ μιλήσω στὸ κατάλληλο σημεῖο). Τελευταῖα, πρέπει νὰ κάνῃς καὶ πράξεις ἀντίθετες μὲ καθένα ἀπὸ τὰ πάθη σου. Γιὰ παράδειγμα, ἂν κάποιος σὲ ἀτίμασε καὶ σὺ νιώθης πόλεμο ἀπὸ τὶς κινήσεις τῆς ἀνυπομονησίας, πρόσεχε καλὰ καὶ θὰ νιώσῃς ὅτι αὐτὲς οἱ κινήσεις πολεμοῦν πάντα τὴν ἀνώτερη καὶ λογικὴ θέλησι καὶ προσπαθοῦν νὰ τὴν ὑποτάξουνε καὶ νὰ τὴν κάνουν νὰ συγκατατεθῇ· ὁπότε, ἐσὺ στὸν α´ πόλεμο ἀντιστάσου στὶς κινήσεις αὐτὲς μὲ ὅλες σου τὶς δυνάμεις καὶ βιάσου νὰ μὴ παρεκλίνης, οὔτε νὰ κάνῃ συγκατάθεσι σὲ αὐτὲς ἡ λογική σου ἐπιθυμία, λέγοντας καὶ σὺ μαζὶ μὲ τὸν Ὠσηέ: «Ἀντιτασσόμενος θὰ τοὺς συντρίψω» (1,2), καὶ νὰ μὴ σταματήσῃς ποτὲ αὐτὴ τὴν μάχη, ἕως ὅτου γνωρίσεις, ὅτι ὁ ἐχθρὸς σχεδὸν κουρασμένος παρέμεινε σὰν νεκρωμένος καὶ νικημένος· (πρόσεχε ὅμως καλὰ καὶ φυλάξου ἀπὸ τὴν πονηριὰ τοῦ διαβόλου. 


Γιατὶ, ὅταν αὐτὸς καταλάβη ὅτι ἀντιστεκόμαστε δυνατὰ στὶς κινήσεις κάποιου πάθους, ὄχι μόνο δὲν τὶς ξεσηκώνει τότε καταπάνω μας, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶναι σηκωμένες, προσπαθεῖ νὰ τὶς σταματήσῃ, νὰ μὴ μᾶς πολεμοῦνε, γιὰ νὰ μὴν ἀποκτήσουμε μὲ τὴν ἐκγύμνασι ἐκείνη τὴν συνήθεια τῶν ἀρετῶν καὶ ἐπιπλέον, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃ νὰ πέσουμε καὶ σὲ κενοδοξία καὶ σὲ ὑπερηφάνεια, κάνοντάς μας μὲ τρόπο ἐπιδέξιο νὰ νομίσουμε πὼς σὰν γενναῖοι στρατιῶτες κατατροπώσαμε γρήγορα τοὺς ἐχθρούς μας). Γι᾿ αὐτὸ ἐσύ, ἀγαπητέ, πέρασε στὸν β´ πόλεμο, δηλαδὴ ξεσήκωσε κατεπάνω σου μὲ τὴν ἐνθύμησι ἐκείνους τοὺς λογισμούς, ποὺ σοῦ ἔγιναν αἰτία τῆς ἀνυπομονησίας· καὶ μὲ συχνὲς ἐπιθυμίες καὶ μὲ περισσότερη βία ἀπὸ τὴν πρώτη, καταδίωξε τὶς κινήσεις τους μακριὰ ἀπὸ σένα, λέγοντας μὲ τὸν Δαβίδ· «Θὰ κυνηγήσω τοὺς ἐχθρούς μου καὶ δὲν θὰ ὑποχωρήσω μέχρις ὅτου νὰ τοὺς ἐξολοθρεύσω» (Ψαλμ. 17,41). 


Μὰ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀρκετὸ τὸ νὰ διώξουμε μόνο τοὺς ἐχθρούς μας, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ τοὺς μισήσουμε ἀπὸ τὴν καρδιά μας γιὰ νὰ μὴ νικηθοῦμε ἀπὸ αὐτοὺς ἄλλη φορά, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐσὺ μὲ τὸν γ´ πόλεμο πρέπει νὰ ἐναντιωθῇς μὲ τόση σφοδρότητα στοὺς λογισμοὺς τῆς ἀνυπομονησίας, ἕως νὰ τοὺς μισήσῃς καὶ νὰ τοὺς συχαθῇς λέγοντας ἐκεῖνο τὸ ψαλμικό. «Τὴν ἀδικία τὴν μίσησα καὶ τὴν σιχάθηκα» (Ψαλμ. 118,162), καί, «Μὲ τέλειο μίσος τοὺς μίσησα· ἔγιναν προσωπικοί μου ἐχθροί» (Ψαλμ. 118,21). Τελευταῖα, γιὰ νὰ κάνῃς τέλεια τὴν ψυχή σου μὲ τὶς ἔξεις  τῶν ἀρετῶν, πρέπει νὰ κάνῃς ἀκόμη καὶ πράξεις ἐσωτερικὲς ποὺ νὰ εἶναι ἀντίθετες ἀπευθείας στὴν ἀνυπομονησία σου· κατὰ τὸ «Ἀπομακρύνσου ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ κάνε τὸ καλό» (Ψαλμ. 33,14). Γιὰ παράδειγμα· ἂν ἐπιθυμῇς νὰ ἀποκτήσῃς τελείως τὴν συνήθεια τῆς ὑπομονῆς, δὲν φθάνει μόνον νὰ ἐξασκῆσαι μὲ τοὺς τρόπους τοῦ πολέμου, ποὺ εἶπα, ἀλλὰ πρέπει ἀκόμη καὶ νὰ ἀγαπᾷς τὴν περιφρόνησι, ποὺ ἔλαβες ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἀτίμασε ἢ σὲ ἔβρισε, ἐπιθυμώντας νὰ ἀτιμασθῇς πάλι καὶ νὰ βριστθῇς ὅπως καὶ πρῶτα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο· καὶ νὰ εἶσαι προετοιμασμένος νὰ ὑπομείνης ἀκόμη βαρύτερες ἀτιμίες καὶ βρισιές, ἐπειδὴ καὶ οἱ παρόμοιες πράξεις εἶναι ἀναγκαῖες, γιὰ νὰ μᾶς κάμουν τέλειους στὶς ἀρετές. Γιατὶ ἀλλιῶς, οἱ ἄλλες πράξεις ὅσο πολλὲς καὶ δυνατὲς καὶ ἂν εἶναι, δὲν εἶναι ὅμως ἱκανὲς νὰ ἀποσπάσουν τὴν κακία ἀπὸ τὶς ρίζες της. 


Γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη, ἐκεῖ ποὺ ἦταν προηγουμένως φυτευμένη καὶ ριζωμένη ἡ κακία, ἐκεῖ ἀντὶ αὐτῆς νὰ φυτευθῇ καὶ νὰ ριζωθῇ ἡ ἀντίθετή της ἀρετή, γιὰ νὰ γίνουν κατὰ τοὺς ἰατροὺς τὰ ἀντίθετα θεραπεία τῶν ἀντιθέτων. Ἔτσι ἐὰν ἐμεῖς δὲν συνηθίσουμε μὲ πολλὲς καὶ συχνὲς πράξεις νὰ ἀγαπᾶμε τὴν καταφρόνησι καὶ νὰ χαιρώμαστε μὲ αὐτήν, πάνω στὴν ὁποία ἀγάπη τῆς καταφρονήσεως θεμελιώνεται καὶ ριζώνει ἡ ὑπομονή, δὲν θὰ ἐλευθερωθοῦμε ποτὲ ἀπὸ τὴν κακία τῆς ἀνυπομονησίας, ἡ ὁποία θεμελιώνεται πάνω στὸ μῖσος τῆς καταφρονήσεως· γι᾿ αὐτὸ καὶ μένοντας ζωντανὴ ἡ ρίζα τῆς κακίας, φυτρώνει πάντα μὲ τρόπο ποὺ μαραίνει τὴν ἀρετή, μερικὲς φορὲς δὲ καὶ τὴν πνίγει ἐντελῶς· καὶ ἐμᾶς κάνει νὰ κινδυνεύουμε, γιὰ νὰ ξαναπέσουμε πάλι μὲ κάθε εὐκαιρία ποὺ θὰ μᾶς τύχη· εἶναι, λοιπόν, βέβαιο, ὅτι χωρὶς τὶς ἀντίθετες πράξεις ποὺ εἴπαμε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀληθινὴ συνήθεια τῶν ἀρετῶν. 


Γνώριζε δὲ καὶ αὐτό, ὅτι αὐτὲς οἱ πράξεις πρέπει νὰ εἶναι τόσο συχνὲς καὶ τόσο πολλές, ποὺ νὰ μποροῦν νὰ καταστρέψουν τελειωτικὰ τὴν συνήθεια τῆς κακίας, ἡ ὁποία καθὼς ριζώθηκε καὶ κατέκτησε τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὶς πολλὲς κακὲς πράξεις, ἔτσι πρέπει νὰ ξερριζωθῇ ἀπὸ αὐτὴ μὲ τὶς πολλὲς καλὲς πράξεις, καὶ τότε νὰ ριζώσουμε στὴν καρδιά μας τὴν συνήθεια τῶν ἀρετῶν, μάλιστα λέω, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι πολὺ περισσότερες οἱ καλὲς πράξεις ἀπὸ τὶς κακὲς γιὰ νὰ γίνῃ ἡ συνήθεια ἐνάρετη· ἐπειδὴ οἱ καλὲς πράξεις δὲν εἶναι σὰν τὶς πράξεις τῆς κακίας ποὺ ὑποστηρίζονται ἀπὸ τὴν φύση, ἡ ὁποία εἶναι διεφθαρμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Σοῦ λέω ἀκόμη καὶ τοῦτο· ὅτι ἂν ἡ ἀρετὴ ποὺ ἀσκεῖσαι τὸ ἀπαιτῇ, πρέπει ἀκόμη νὰ κάνῃς καὶ ἐξωτερικὲς πράξεις παρόμοιες μὲ τὶς ἐσωτερικές· γιὰ παράδειγμα· γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς τὴν ὑπομονὴ ὄχι μόνο πρέπει νὰ ἀγαπᾷς μὲ τὴν καρδιά σου ἐκείνους ποὺ σὲ ἐξευτέλισαν ἢ σὲ ἐνόχλησαν μὲ κάθε τρόπο, ἀλλὰ καὶ νὰ λὲς σὲ αὐτοὺς λόγια πραότητας καὶ ἀγάπης· καὶ ἂν μπορῇς καὶ νὰ τοὺς ὑπηρετεῖς ἀκόμη μὲ ἔργα καὶ νὰ τοὺς βάλλῃς μετάνοια. 


Καὶ αὐτὲς οἱ πράξεις καὶ οἱ ἐσωτερικὲς καὶ οἱ ἐξωτερικές, νὰ σοῦ φαίνωνται δύσκολες τόσο γιὰ τὴν ἀδυναμία τοῦ νοῦ σου, ὅσο καὶ γιὰ τὴν δυσκολία ποὺ σοῦ φέρνει σὲ αὐτὰ ἡ ἐπιθυμία σου, ὅμως μὲ κανένα τρόπο δὲν πρέπει νὰ τὶς ἐγκαταλείψης, ἀλλὰ νὰ ἀγωνίζεσαι νὰ τὶς κάνῃς. Γιατὶ, ὅσο ἀδύνατες καὶ ἂν εἶναι, σὲ κρατοῦνε σταθερὸ καὶ γενναῖο στὸν πόλεμο καὶ σοῦ διευκολύνουν τὸν δρόμο γιὰ νὰ νικήσῃς. Στάσου μὲ προσοχὴ καὶ συμμαζέψου καλὰ στὸν ἑαυτό σου γιὰ νὰ πολεμήσῃς ὄχι μόνο τὶς μεγάλες καὶ ἀποτελεσματικὲς ἐπιθυμίες σου, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὶς μί-κρὲς καὶ ἐλαφριὲς τοῦ κάθε σου πάθους· γιατὶ οἱ μικρὲς ἀνοίγουν τὸν δρόμο στὶς μεγάλες, ὁπότε καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ γεννιοῦνται μέσα μας οἱ κακὲς ἐπιθυμίες· καὶ ἀπὸ τὴν λίγη φροντίδα ποὺ ἔχουν μερικοὶ στὸ νὰ ἀποσπάσουν ἀπὸ τὴν καρδιά τους τὶς μικρὲς ἐπιθυμίες, ἀφοῦ κυρίευσαν τὶς μεγάλες τοῦ ἰδίου πάθους, ἀκολουθεῖ σὲ αὐτοὺς ἀνέλπιστα καὶ ξαφνικά, νὰ βλαφθοῦν καὶ νὰ νικηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς τους μὲ δύναμι καὶ φθορὰ περισσότερη παρὰ ἀπὸ ὅ,τι πρίν. Σοῦ ὑπενθυμίζω ἀκόμη νὰ περικόβῃς καὶ νὰ ἀπονεκρώνῃς τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὰ θελήματά σου, ἀκόμη καὶ γιὰ πράγματα ποὺ ἐπιτρέπονται μὲν ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα (καὶ τέτοια εἶναι οἱ πολλὲς συνομιλίες, τὰ λιπαρώτερα φαγητὰ καὶ τὰ παρόμοια). Γιατὶ ἀπὸ αὐτὸ θὰ σὲ ἀκολουθήσουν πολλὰ καλά. 


Γιατὶ αὐτὰ θὰ σὲ κάνουν περισσότερο προετοιμασμένο καὶ πιὸ πρόθυμο νὰ νικᾷς τὸν ἑαυτό σου καὶ στὰ ἄλλα. Γιατὶ θὰ γίνῃς δυνατώτερος καὶ ἐμπειρότερος στὸν πόλεμο τῶν πειρασμῶν γιατὶ θὰ ἀποφύγῃς διάφορες παγίδες τοῦ διαβόλου καὶ θὰ κατορθώσῃς πράγματα πολὺ ἀρεστὰ στὸ Θεό. Λοιπὸν ἐὰν ἀκολουθήσῃς, ἀγαπητέ, μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ποὺ σοῦ εἶπα αὐτὰ τὰ ἅγια γυμνάσματα, νὰ εἶσαι βέβαιος πὼς σὲ λίγο καιρὸ θὰ προκόψῃς πολὺ καὶ θὰ γίνῃς ἄνθρωπος πνευματικὸς ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ καὶ ὄχι ψεύτικα καὶ στὸ ὄνομα μόνο. Γιατὶ ἂν ἐπιχειρήσῃς ἄλλο τρόπο καὶ ἄλλα γυμνάσματα εὐχάριστα στὴν ἐπιθυμία σου, τόσο ποὺ νὰ νομίζῃς ὅτι ἑνώθηκες μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοῦ συνομιλεῖς γλυκά, γνώριζε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃς τὴ χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἢ καμμία ἀρετὴ ἐπειδὴ ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος, καθὼς εἶπα στὸ α´ κεφάλαιο, δὲν ἀποτελεῖται οὔτε γεννιέται ἀπὸ γυμνάσματα εὐχαριστήσεως καὶ παρόμοια μὲ τὴ φύσι μας, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ βάζουν τὴ φύση στοὺς σταυροὺς καὶ τὶς κακοπάθειες, καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἀνακαινίζεται ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν καὶ ἑνώνεται μὲ τὸν ἐσταυρωμένο του Ποιητῆ. 


Γνώριζε καὶ αὐτό, ὅτι καθὼς οἱ συνήθειες τῶν κακῶν γίνονται μὲ πολλὲς καὶ συχνὲς πράξεις τῆς λογικῆς θελήσεως, ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ποὺ παραδίνεται στὶς παράλογες ἐπιθυμίες τῆς αἰσθήσεως. Ἔτσι καὶ οἱ συνήθειες τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, ἀποκτῶνται μὲ τὸ νὰ κάνῃς πράξεις συχνὲς καὶ πολλὲς καὶ νὰ παραδίνεσαι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἴμαστε προσκαλεσμένοι πότε στὴ μία ἀρετὴ καὶ πότε στὴν ἄλλη. Γιατὶ καθὼς ἡ λογικὴ θέλησί μας, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι κακὴ καὶ γήινη, ὅσο καὶ ἂν πολεμῆται ἀπὸ τὴν παράλογη ἐπιθυμία τῆς σάρκας καὶ ἀπὸ τὴν κακία, ἂν δὲν παραδοθεῖ μόνη της σὲ αὐτὴ καὶ ὑποταχτεῖ· ἔτσι πάλι αὐτή, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι ἐνάρετη καὶ ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό, ἂν καὶ προσκαλῆται ἀπὸ τὴν χάρι του, ἂν δὲν παραδοθῇ ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα καὶ στὴ χάρι αὐτοῦ, τόσο μὲ τὶς ἐσωτερικὲς πράξεις ὅσο καὶ μὲ τὶς ἐξωτερικές.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ´.


Τί πρέπει νὰ γίνεται, ὅταν ἡ ἀνώτερη λογικὴ θέλησις φαίνεται νικημένη ἀπὸ τὴν παράλογη καὶ κατώτερη καὶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Ἂν καμμία φορὰ σκεφθῇς ὅτι ἡ λογική σου θέλησις δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθῇ ποτὲ καθόλου στὴν παράλογη ἐπιθυμία καὶ στοὺς ἐχθροὺς ποὺ σὲ πολεμοῦνε, ἐπειδὴ καὶ δὲν αἰσθάνεσαι νὰ ἔχῃς μία προθυμία ζωντανὴ ἐναντίον τους· σὺ ὅμως, νὰ παραμείνης, ἀδελφέ μου, σταθερὸς καὶ μὴν ἐγκαταλείψης τὸν πόλεμο, γιατὶ θὰ θεωρῆσαι ὡς νικητής, ἐφόσον δὲν βλέπῃς φανερὰ νικημένο τὸν ἑαυτό σου. Διότι ὅπως ἡ ἀνώτερη θέλησί μας δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὶς κατώτερες ἐπιθυμίες, γιὰ νὰ προσβάλλῃ τὶς πράξεις της, ἔτσι ἂν αὐτὴ ἡ ἴδια δὲν θέλῃ, δὲν μπορεῖ νὰ πιεσθῇ ποτὲ καὶ νὰ νικηθῇ ἀπὸ αὐτὲς μὲ ὅσο σκληρὸ πόλεμο καὶ ἂν τῆς κάνουν. 


Γιατὶ, ὁ Θεὸς χάρισε στὴ θέλησί μας τόση ἐλευθερία καὶ δύναμι, ὥστε καὶ ἂν ὅλες οἱ αἰσθήσεις, καὶ ὅλοι οἱ δαίμονες καὶ ὅλος ὁ κόσμος μαζὶ ὁπλισθοῦν ἐναντίον της καὶ τὴν πολεμοῦν δυνατά, παρόλα αὐτά, μπορεῖ ἡ θέλησί μας μὲ κάθε ἐλευθερία, νὰ τὰ περιφρονήσῃ καὶ νὰ θέλῃ ἐκεῖνο, ποὺ θέλει, ἢ νὰ μὴ θέλῃ ἐκεῖνο, ποὺ δὲν θέλει καὶ ὅσες φορὲς θέλει καὶ γιὰ τὸ σκοπὸ ἐκεῖνο ποὺ τῆς ἀρέσει καλύτερα. Ἐὰν δὲ καὶ καμιὰ φορὰ οἱ νοητοὶ ἐχθροὶ καὶ ἡ παράλογή σου ἐπιθυμία, τόσο δυνατὰ σὲ πολεμοῦνε καὶ σὲ καταπιέζουν, ὥστε ἀποδυναμωμένος, δὲν μπορεῖς νὰ κάνῃς ἐναντίον τους κανένα ἔργο πνευματικὸ γιὰ νὰ βοηθηθῇς, σοῦ λέω, νὰ μὴ δειλιάσῃς οὔτε σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωσι, οὔτε νὰ ρίξης στὴ γῆ τὰ ἄρματα· ἀλλὰ χρησιμοποίησε αὐτὸ τὸ ὄχημα, ἐναντίον αὐτῶν καὶ λέγε πρὸς τοὺς ἐχθρούς· «δὲν ὑποχωρῶ ἀπὸ τὸν πόλεμο, δὲν θὰ σᾶς ἀφήσω οὔτε τώρα ἀπλήγωτους». «Ὁ Κύριος εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ σωτηρία μου, ποιὸν θὰ φοβηθῶ; Ὁ Κύριος τὸ καταφύγιο τῆς ζωῆς μου, ἀπὸ ποιὸν θὰ πανικοβληθῶ;» (Ψαλμ. 26,1). «Ἐγὼ στὸ ὄνομά του θὰ ἐξουθενώσω τοὺς ἐχθρούς μου» (Ψαλμ. 43,7)· καὶ ἂν τώρα δυναμωθῇς, ἀλλὰ πάλι νικηθῇς, ὅπως γράφτηκε· «Ὅσο καὶ ἂν συνασπίζεσθε, θὰ συντριβῆτε· ἐξοπλισθῆτε ὅσο θέλετε, πάλι θὰ συντριβῆτε» (Ἡσ. 8,9). 


Ὁπότε ὅπως κάνει ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἐναντίον του τὸν ἐχθρὸ καὶ τὸν καταδυναστεύει· ὁ ὁποῖος, μὴ μπορώντας νὰ τὸν χτυπήσῃ κατευθείαν, τὸν χτυπᾷ πλάγια καὶ δοκιμάζει νὰ κάνῃ ἕνα πήδημα παραπίσω, γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ τὸν πληγώσῃ καὶ κατ᾿ εὐθεῖαν ἔτσι κάνε καὶ σύ· μάζεψε τοὺς λογισμούς σου μέσα στὸν ἑαυτό σου καὶ σκέψου ὅτι δὲν ἔχεις καμμία δύναμι καὶ ἔτσι καταφεύγοντας στὸ Θεό, ποὺ μπορεῖ τὰ πάντα, κάλεσέ τον μὲ θερμὴ ἐλπίδα καὶ δάκρυα, ἐνάντια στὸ πάθος ποὺ σὲ πολεμεῖ, λέγοντας· «Κύριε, βοήθησέ με· Θεέ μου, Θεέ μου, βοήθησέ με· Ἰησοῦ μου, βοήθησέ με· πολέμισε τοὺς πολεμοῦντάς με· πᾶρε ἀσπίδα καὶ ὅπλο καὶ ἔλα βοήθησέ με» (Ψαλμ. 34,1). «Θεοτόκε Παρθένε, βοήθησέ με, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσω τὸν ἐχθρὸ νὰ μὲ νικήσῃ». Ἐὰν δὲ τὸ πάθος καὶ ὁ ἐχθρός σου δίνη χρόνο, μπορεῖς ἀκόμη νὰ βοηθήσῃς τὴν ἀδυναμία τῆς θελήσεώς σου κατὰ τοῦ πάθους, μὲ τοὺς στοχασμοὺς καὶ αὐτὲς τὶς ἀσκήσεις. Παραδείγματος χάριν, ὅταν ἐσὺ πέσῃς σὲ καμία δυσκολία ἢ ἄλλη κάποια τιμωρία καὶ ἡ ἐπιθυμία σου δὲν μπορῇ ἢ δὲν θέλῃ νὰ τὴν ὑπομείνη, βοήθησέ την μὲ αὐτά. Α´. 


Σκέψου, ὅτι ἡ δοκιμασία αὐτὴ ποὺ ὑποφέρεις, πρέπει νὰ τὴν πάθης ἄξια, γιατὶ ἐσὺ ἔδωσες τὴν ἀφορμὴ καὶ μὲ κάθε δίκαιο χρωστᾷς νὰ ὑποφέρῃς ἐκείνην τὴν πληγή, ποὺ ἐσὺ μὲ τὰ χέρια σου ἔδωσες στὸν ἑαυτό σου. Β´. Ἐὰν ἐσὺ δὲν ἔχῃς στὴ δοκιμασία αὐτὴ κανένα φταίξιμο, γύρισε τὸν λογισμό σου στὰ πολλὰ ἄλλα καὶ μεγάλα σου σφάλματα καὶ σκέψου, πὼς γι᾿ αὐτὰ δὲν σοῦ ἔδωσε ἀκόμη ὁ Θεὸς τὴν τιμωρίαν ποὺ σοῦ ἁρμόζει, ἀλλὰ οὔτε ἐσὺ τὰ σωφρόνισες καθὼς πρέπει· ὁπότε ἡ εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ σὲ ἐλέησε καὶ γιὰ νὰ μὴ βασανισθῇς αἰώνια, σοῦ ἔστειλε τὴν προσωρινὴ αὐτὴ δοκιμασία· καὶ λοιπὸν πρέπει νὰ τὴ δεχθῇς μὲ χαρὰ καὶ εὐχαριστία. Γ. Σκέψου, ὅτι ἂν καὶ πρόλαβες καὶ ἔκανες ἀρκετὸ κανόνα γιὰ τὰ ἁμαρτήματά σου ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα λύπησες τὴν μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ (τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει ποτὲ νὰ σκεφθῇς)· σκέψου ὅμως πὼς στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν δὲν μπαίνει κανεὶς ἄλλος, παρὰ μέσα ἀπὸ τὴν στενὴ πύλη τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν θλίψεων. «Πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ πολλὲς θλίψεις γιὰ νὰ μποῦμε στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 14,21). Δ´. Ὅτι ἂν καὶ σὺ μπορεῖς νὰ μπῆς σὲ αὐτὴ τὴν βασιλεία μέσα ἀπὸ ἄλλο δρόμο, δηλαδὴ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅμως αὐτὸ δὲν πρέπει οὔτε κἂν νὰ τὸ σκεφθῇς· ἐπειδὴ καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μὲ ὅλους του τοὺς φίλους, μπῆκε σὲ αὐτὴ μέσα ἀπὸ ἀγκάθια καὶ σταυρούς. Ε. 


Σκέψου πὼς αὐτὴ ἡ δοκιμασία ποὺ ὑποφέρεις, εἶναι κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ (τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ σκέφτεσαι στὴν ἀρχὴ κάθε σου πράξεως καὶ θλίψεως ποὺ θὰ σοῦ συμβαίνῃ, ὅπως σου εἶπα πιὸ πρίν, στὸ ι´ καὶ ια´ κεφάλαιο, δηλαδὴ τὸ νὰ θέλῃς νὰ γίνεται σὲ κάθε σου ἔργο καὶ σὲ κάθε ἄλλο γεγονὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ), ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ σοῦ ἔχει, εὐχαριστιέται καὶ χαίρεται νὰ σὲ βλέπῃ νὰ ὑποφέρῃς ὡς πιστός του καὶ γενναῖος πολεμιστής. Λοιπὸν καὶ σὺ γιὰ νὰ ἀνταποκριθῇς σὲ αὐτή του τὴν ἀγάπη, ὅσο εἶναι ἄδικη καὶ βαριὰ ἡ δοκιμασία ποὺ ὑποφέρεις, τόσο ἀγωνίσου νὰ τὴν ὑπομένῃς μὲ εὐχαριστία. Γιατὶ κάνοντας ἔτσι, φαίνεσαι πὼς ὑπομένεις στὴν πρᾶξι καὶ ἀγαπᾷς καὶ σὲ αὐτὰ ἀκόμη τὰ σκληρότατα βασανιστήρια μόνον τὴν θεία του θέλησι, γιὰ τὴν ὁποία καὶ κοντὰ στὴν ὁποία, κάθε τί πικρὸ φαίνεται γλυκὸ καὶ κάθε ἄτακτο ἔχει τάξι καὶ κανόνα τέλειο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ´.


Πρέπει νὰ πολεμᾷ κανεὶς μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ παντοτεινὰ καὶ γενναῖα. Ἐὰν θέλῃς νὰ νικᾷς τοὺς ἐχθρούς σου πιὸ γρήγορα καὶ εὔκολα, εἶναι ἀνάγκη νὰ πολεμᾷς, ἀδελφὲ καὶ γιὰ πάντα καὶ γενναῖα, ἐναντίον ὅλων σου τῶν παθῶν, περισσότερο ὅμως καὶ εἰδικὰ ἐναντίον τῆς φιλαυτίας σου, δηλαδὴ τῆς ὑπερβολικῆς ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ σου, συνηθίζοντας νὰ ἔχῃς γιὰ φίλους σου ἀγαπητοὺς τὶς περιφρονήσεις καὶ τὶς θλίψεις, ποὺ μπορεῖ ποτὲ νὰ σοῦ δώσῃ ὁ κόσμος· γιατί, μὲ τὸ νὰ μὴ γνωρίζει κάποιος αὐτὸν τὸν πόλεμο τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ μὲ τὸ νὰ τὸν ὑπολογίζῃ λίγο, συνέβηκε καὶ συμβαίνει πάντα νὰ εἶναι οἱ νίκες δύσκολες, σπάνιες, ἀτελεῖς καὶ ἀνύπαρκτες. 


Λοιπόν, αὐτὸς ὁ πόλεμος πρέπει νὰ γίνεται πάντοτε, ἀσταμάτητα, δηλαδὴ συνεχῶς, ὡς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου καὶ μὲ γενναία ψυχή, τὴν ὁποία εὔκολα θὰ ἀποκτήσῃς ἐὰν τὴν ζητήσῃς ἀπὸ τὸν Θεό· ἐὰν ὅμως σκεφθῇς τὴν μανιασμένη ὁρμὴ καὶ τὸ παντοτεινὸ μῖσος, ποὺ ἔχουν ἐναντίον σου οἱ ἐχθροὶ δαίμονες καὶ τὸ μεγάλο πλῆθος τῶν παρατάξεων καὶ στρατευμάτων του, σκέψου ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ καὶ ὅτι εἶναι πολὺ μεγαλύτερη ἡ δύναμι τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀγάπη ποὺ σοῦ ἔχει καὶ ὅτι πολλοὶ περισσότεροι εἶναι οἱ Ἄγγελοι τοῦ οὐρανοῦ καὶ οἱ προσευχὲς τῶν Ἁγίων, ποὺ πολεμοῦν κρυφὰ μὲ τὸ μέρος μας, ὅπως γράφτηκε γιὰ τὸν Ἀμαλήκ· «Μὲ μυστικὸ καὶ ἀόρατο χέρι πολεμᾷ ὁ Κύριος» (Ἔξοδ. 17,16). Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν σκέψι παρακινήθηκαν τόσες γυναῖκες καὶ τόσα ἀνήλικα παιδιὰ καὶ κατέκτησαν καὶ νίκησαν ὅλη τη δύναμι καὶ σοφία τοῦ κόσμου, ὅλες τὶς προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου καὶ ὅλη τὴ μανία του. 


Ὁπότε, δὲν πρέπει νὰ φοβηθῇς ποτέ, ἂν καὶ σοῦ φαίνεται ὅτι ὁ πόλεμος τῶν ἐχθρῶν εἶναι δυνατὸς κατὰ πολύ, ὅτι θὰ παραμείνη γιὰ ὅλη σου τὴν ζωὴ καὶ ἂς σὲ φοβερίζῃ μὲ πτώσεις ἀπὸ διάφορα μέρη. Γιατὶ, κάθε δύναμι καὶ γνῶσι τῶν ἐχθρῶν μας, βρίσκεται στὰ χέρια τοῦ θείου μας Ἀρχιστρατήγου Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ τοῦ ὁποίου τὴν τιμὴ πολεμεῖσαι. Ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ μόνος του σὲ προσκαλεῖ μὲ πίεσι στὸν πόλεμο, εἶναι φανερό, ὅτι ὄχι μόνο δὲν θὰ ἀφήσῃ ποτὲ νὰ ὑπάρξει σὲ βάρους σου κάποια ἐξουσία καὶ νίκη ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς (γιατὶ αὐτὸ τὸ θεωρεῖ ὡς προσβολή του)· ἀλλὰ πολεμώντας αὐτὸς γιὰ σένα, θὰ τοὺς δώσῃ στὰ χέρια σου νικημένους, ὅταν τοῦ φανῆ εὐχάριστο, ὅπως γράφτηκε «Ὁ Κύριος ὁ Θεός σου πηγαινοέρχεται μέσα στὸ στρατόπεδό σου γιὰ νὰ σὲ προστατεύσῃ καὶ γιὰ νὰ συλλάβη τοὺς ἐχθρούς σου καὶ νὰ τοὺς παραδώσῃ στὰ χέρια σου». (Δευτερ. 23,14). Ἐὰν ὅμως καὶ αὐτὸς ἀργοπορήσῃ μέχρι τὴν τελευταία μέρα τῆς ζωῆς σου, νὰ κάνῃς αὐτὴ τὴν νίκη, αὐτὸ θὰ εἶναι γιὰ μεγαλύτερο κέρδος σου· 



Μόνον ἐσύ, αὐτὸ πρέπει νὰ κάνῃς, τὸ νὰ πολεμᾷς μεγαλόψυχα· καὶ ἂν πολλὲς φορὲς μείνης

 πληγωμένος στὸν πόλεμο, μὴν ἀφήσῃς ποτέ σου τὰ ὅπλα, οὔτε νὰ φύγῃς· τέλος πάντων, 

γιὰ νὰ παρακινῆσαι νὰ πολεμᾷς γενναῖα, πρέπει νὰ γνωρίζῃς, ὅτι αὐτὸν τὸν πόλεμο 

δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀποφύγη κανένας ἄνθρωπος, εἴτε στὴ ζωὴ εἴτε στὸ θάνατο· καὶ ὅποιος δὲν πολεμάει γιὰ νὰ νικήσῃ τὰ πάθη καὶ τοὺς ἐχθρούς του, 

ἀναγκαστικὰ πρέπει νὰ συλληφθῇ ἀπὸ ἐδῶ ἢ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ πεθάνῃ. 

Γι᾿ αὐτό, πρέπει νὰ πολεμᾶμε γενναῖα καὶ πάντα, γιατὶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τέτοιους ἐχθρούς,

 οἱ ὁποῖοι τόσο πολὺ μᾶς μισοῦν, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζουμε ποτὲ ἀπὸ αὐτοὺς οὔτε εἰρήνη, 

οὔτε διωρία ἢ καμμία ἀνακωχὴ καὶ κατάπαυσι τοῦ πολέμου. Γιατὶ καλὸ ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ 

νὰ μὴν ἀνοίξουμε πόρτα καὶ νὰ βάλουμε τοὺς ἐχθροὺς καὶ τὰ πάθη μέσα στὴν ψυχὴ καὶ καρδιά μας· 

ἀφοῦ ὅμως τοὺς βάλαμε μία φορά, δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ἀδιαφορήσουμε, ἀλλὰ πρέπει

 νὰ πολεμᾶμε γιὰ νὰ τοὺς βγάλουμε, ἐπειδὴ αὐτοὶ εἶναι ἀναιδεῖς καὶ ἀδιάντροποι, δὲν βγαίνουν

 μὲ ἄλλον τρόπο παρὰ μὲ τὸν πόλεμο.

 (Συνεχίζεται...)

 Γ' Μέρος



ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ
 ''ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ''
 Ἀπόδοση στή νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος
Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου
 Νέα Σκήτη
Ἅγιον Ὄρος
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης


▲ ▼
Print Friendly and PDF